Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2009

Η εαρινή σύναξης των αγροφυλάκων




Πέρασαν κιόλας 10 χρόνια από την μέρα που μας είχαν μαζέψει όλους στο γυμνάσιο και μας είπαν πως θα μας πάνε σινεμά να δούμε μια ελληνική ανεξάρτητη παραγωγή που γυρίστηκε στη Χίο και πρέπει να είμαστε περήφανοι για την ύπαρξη ενός τόσο καταξιωμένου σκηνοθέτη που προβάλλει το νησί μας και έχει φέρει πολλά βραβεία (φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, Βερολίνου και Μόντρεαλ). Εγώ παιδάκι τότε το οποίο συγκινούμουν με πιο ελαφριές ταινίες στυλ Forrest Cump χάρηκα που θα πάω να δούμε την ταινία για τους εξής λόγους: ότι δε θα κάναμε μάθημα, ότι θα έβρισκα την ευκαιρία να κάτσω δίπλα σε μια συμμαθήτρια μου που ήμουν ερωτευμένος τότε και που θα έβλεπα πολλούς γνωστούς στο έργο αυτό καθώς και τον ρόλο που παραλίγο θα έπαιρνε η αδελφή μου αλλά τελικά τον κέρδισε η Μάλαντη η οποία είχε μια αξιόλογη ερμηνεία. Καθώς πηγαίναμε σινεμά είχα ρωτήσει την καθηγήτρια πόσες ώρες διαρκεί η ταινία. Τρεις μου απάντησε. Αμάν πώς θα την παλέψω. Καταφέρνω και κάθομαι δίπλα στη συμμαθήτρια μου και ένιωθα πολύ τυχερός. Τα φώτα έσβησαν οπότε το βρήκα ως ευκαιρία να γύρω πάνω της. Η ταινία ξεκινά. Αμέσως ξέχασα την παρουσία της κοπέλας δίπλα μου και αφοσιώθηκα στο έργο. Πώς γίνεται ηθοποιοί ερασιτέχνες να σε κάνουν να πιστεύεις πως είναι πραγματικοί επαγγελματίες; Που είναι όλα αυτά τα μέρη της Χίου που δείχνει η ταινία, μήπως πρέπει επιτέλους να ανακαλύψω τον τόπο που γεννήθηκα; Πόσο υπέροχα δένει η μουσική με τα τοπία και τα γεγονότα; Πόσο δύσκολη και συνάμα γοητευτική είναι η ζωή στην επαρχεία. Ξαφνικά βλέπω έναν οικογενειακό μας φίλο ως κομπάρσο να παίζει τάβλι στην κεντρική πλατεία των Ολύμπων καθώς μπροστά του ο Αγροφύλακας του Φθινοπώρου βρίζει και καταριέται που δε μπορεί να πιάσει το κοριτσάκι. Παράλληλα ακούω γύρω μου ψιθύρους «ααα αυτόν τον ξέρω», «νάτος ο Τασούλης», «το εξοχικό μας στα Μεστά» κτλ. Έτσι ο κόσμος γινόταν ένα με την ταινία. Με έκανε να πιστεύω πως δεν βλέπανε μια ταινία αλλά την καθημερινότητα τους ανεξάρτητα αν η ταινία μιλούσε για μια ιστορία την περίοδο της χούντας. Στη συνέχεια με εξέπληξαν οι ρόλοι. Η Μάλαντη (το κοριτσάκι του έργου) παραμένει μυστήρια, ένα αερικό που κυκλοφορεί ελεύθερο στη χιώτικη φύση ανάμεσα στις παπαρούνες, τους σκίνους, τις ελιές και τις συκιές και κανένας δε μπορεί να την πιάσει ή να την προλάβει παρά μόνο ο έρωτας. Στη συνέχεια έχουμε τον πρώτο αγροφύλακα του καλοκαιριού. Ο μόνος επαγγελματίας ηθοποιός της ταινίας και μη Χιώτης ο οποίος λόγω καλοκαιριού νιώθει εξάψεις με αποτέλεσμα να βλέπει την ηρωίδα ως θηλυκό και ερωτικό αντικείμενο με αποτέλεσμα να μετατρέπεται σε ηδονοβλεψίας και έτσι να πέφτει στη παγίδα της κατάστασης αυτής και να σκοτώνεται. Ο αγροφύλακας του φθινοπώρου είναι ο πιο αυστηρός, ο πιο αυταρχικός, προσπαθεί να βάλει τάξη σε μια κοινωνία παραδοσιακή και παράλληλα αναρχική μ΄ αποτέλεσμα ενώ είναι σωστός στη δουλειά του να καταστρέφεται μέσα από το έργο του και να παραιτείται. Ο συγκεκριμένος έβλεπε το κορίτσι ως θήραμα και επίτευγμα της δουλειάς του εάν το έπιανε. Ο αγροφύλακας του χειμώνα είναι μια μορφή κλειστή και παράλληλα αγαθή. Ο χειμώνας είναι μια περίοδος οικονομίας οπότε ο ήρωας κλείνεται σε κρυφές λέσχες όπου παίζουνε χαρτιά και έτσι επικεντρώνεται στο να κερδίσει χρήματα και όχι να επιβάλλει τάξη και να πιάσει το κορίτσι με αποτέλεσμα να καταστρέφεται τόσο οικονομικά όσο επαγγελματικά. Κι όμως είναι ο μόνος που βλέπει την ηρωίδα ως ένα κοριτσάκι αθώο, ανήλικο και αγνό οπότε δε του πάει η καρδιά να το κυνηγήσει. Τέλος έρχεται η άνοιξη και μαζί με την άνοιξη έρχεται και ο έρωτας. Ο τελευταίος αγροφύλακας είναι ο πιο νέος, ο πιο ατίθασος και ο πιο αναρχικός από όλους. Είναι πιο κοντά ηλικιακά από τους άλλους με το κορίτσι οπότε το κυνηγάει όχι για να το συλλάβει αλλά γιατί το έχει ερωτευτεί. Η μικρή όμως φοβισμένη ήδη από τους άλλους δε μπορεί να κατανοήσει την στάση του και την θεωρεί ως παγίδα για να την πιάσει. Έτσι του κάνει τη ζωή δύσκολη. Εκείνος επιμένει και η στάση του αυτή είναι να χάσει τη δουλειά του. Όμως εκείνος έχει κερδίσει κάτι άλλο που έχει μεγαλύτερη αξία….
Η ταινία με μάγεψε. Δε ξέρω για τους υπόλοιπους συμμαθητές μου αλλά εγώ βγήκα από το σινεμά και είχα ακόμα τη μυρωδιά των αγρών, του βρεγμένου χώματος, του χιονιού, του ιδρώτα, των κοτετσιών και γενικά των οσμών που εκπέμπουν τα χωριά και αυτή την αίσθηση δεν ήθελα να την χάσω.
«Γιώργο θα πάμε για καφέ θα έρθεις;» μου είπε η συμμαθήτρια που καθόταν δίπλα μου.
«Προτιμώ να περπατήσω λίγο» απάντησα βλέποντας παράλληλα μια έκφραση απογοήτευσης στο πρόσωπο της. Δε πειράζει θα βγω άλλη φορά μαζί της. Αυτή τη στιγμή ήταν να κρατήσω τα συναισθήματα που είχα μέσα μου από την ταινία. Έτρεξα σπίτι και πήρα το ποδήλατο και βγήκα λίγο έξω από την πόλη. Προσπάθησα να νιώσω την ελευθερία που ένιωθε η μικρή στη ταινία. Μάταια. Τέτοια ελευθερία λίγοι την νιώθουν. Κάθε τόπος εκφράζει διαφορετικά συναισθήματα. Δε νομίζω πως θα ένιωθα το ίδιο αν έμενα στα Μεστά, στο Πυργί, στους Ολύμπους ή στην Βέσσα (χωριά της Χίου) με το αν έμενα στα Ζαγωροχώρια, στους Τοξότες ή σε χωριά της Μυτιλήνης και της Σάμου.
Την ταινία δεν την ξαναείδα. Δε θέλω να αλλοιωθούν τα συναισθήματα που ένιωσα την πρώτη φορά που την είδα. Και δε γίνεται όλη η μαγεία της ταινίας να χωρέσει μέσα σε ένα DVD όμως τώρα που ξαναπαίζεται στο σινεμά θα θελα πολύ να πάω να την ξαναδώ εκεί. Ίσως μου ξανάρθουν οι μυρωδιές αυτές οι οποίες λείπουν στο αστικό κλίμα της Αθήνας. Ίσως μου ξυπνήσει παιδικές αναμνήσεις.


Εξάλλου ο ίδιος ο Δήμος Αβδελιώδης (για τον οποίο νιώθω τυχερός που παρακολούθησα τις παραστάσεις που ανέβαζε το καλοκαίρι του 2004 στα χωριά της Χίου βασισμένες στα βιβλία Νοσταλγός και Έρως-Έρως του Παπαδιαμάντη) είχε πει πως η ταινία του βασίστηκε στις παιδικές και εφηβικές του αναμνήσεις στο νησί της μαστίχας. Την Χίο…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου