Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

Ένα βροχερό πρωινό στο λεωφορείο




Ιστορία πρώτη:

Άργησα να ξυπνήσω. Στραβωμένος περιμένω στη στάση το λεωφορείο. Έβρεχε και αργούσε να περάσει. Είχε πολύ κίνηση. Λόγω του καιρού είχαν πάρει όλοι τα αμάξια τους. Δεν έκανε πάνω από δέκα λεπτά για να περάσει το λεωφορείο. Ήταν σχεδόν άδειο. Είχα πολλές επιλογές για το που θα καθήσω. Αφού κοντοστάθηκα στη μέση του οχήματος προτίμησα να κάτσω στο βάθος για να χω την ησυχία μου και να μπορώ να παρατηρώ τους άλλους. Όλοι νυσταγμένοι, στραβομένοι, ίσως με την ίδια επιθυμία που είχα και γω, μακάρι να μέναμε λίγο ακόμα στο κρεβατάκι μας κάτω από το πάπλωμα και να ακούμε την βροχούλα να πέφτει στο μπαλκόνι. Κάποια στιγμή ένιωσα ένα έντονο βλέμμα να ναι κολλημένο πάνω μου. Ήταν μία κοπέλα στα μπροστινά καθίσματα του οχήματος που είχαν πλάτη στον οδηγό. Με κοιτούσε από τη στιγμή που επιβιβάστηκα. Αν και το παρατήρησα, την κοιτούσα φευγαλέα για να μην έρθουμε σε αμηχανία. Όμως είχα αρχίσει να νιώθω άβολα. Έτσι αποφάσισα να την κοιτάξω και γω επίμονα. Τίποτα όμως. Συνέχιζε να με κοιτάει ψυχρή και ακίνητη. Την κοιτούσα ανέκφραστος μέχρι να δω μία κίνησή της που θα έδειχνε τι ήθελε ή γιατί με κοιτάει επίμονα. Τίποτα, η ίδια στάση. Άρχισα να νιώθω πάλι άβολα. Δεν έβγαζα καμία άκρη και δε με βοηθούσε και η ίδια γι' αυτό. Αδιάφορος πλέον κατέβασα το βλέμμα προς τον χαρτοφύλακά μου. Έβγαλα τα ακουστικά του κινητού μου και επέλεξα έναν ραδιοφωνικό σταθμό. Κόντευα στη στάση μου. Εσκεμμένα σηκώθηκα πιό νωρίς και στάθηκα στην πόρτα. Την προσέγγισα μήπως και αντιδράσει. Όμως είχε γυρίσει επιδεικτικά το κεφάλι της και κοιτούσε έξω από το παράθυρο. Πάτησα το κουμπί για την στάση. Άναψε το φωτάκι πάνω από την πόρτα αλλά και πάλι καμία αντίδραση από την μεριά της. Κατέβηκα στο δρόμο και γύρισα με απωρεία προς το παράθυρό της. Με κοιτούσε με μία έκφραση μελαγχολίας, καθώς το λεωφορείο έκλεινε την πόρτα και απομακρυνόταν...

Ιστορία δεύτερη:
Πρωινή βροχούλα. Χρησιμοποιούμε το ίδιο λεωφορείο για να πάμε στις δουλειές μας. Μπαίνει μετά από μένα και βγαίνει πιό νωρίς. Δεν τον πετυχαίνω πάντα. Δεν τον γνωρίζω αλλά δε ξέρω και πως να τον προσεγγίσω. Ελπίζω σήμερα να τον δω. Είμαι αποφασισμένη να του μιλήσω. Σε λίγο κοντεύουμε στην στάση που επιβιβάζεται. Α νάτος! Νυσταγμένος είναι σήμερα. Τι να έκανε άραγε χθες βράδυ; Μακάρι να κάτσει κοντά μου. Που πάει; Γιατί τόσο μακριά; Τόσες καρέκλες άδειες κοντά μου ρε γαμώτο. Ωραίο ντύσιμο έχει σήμερα. Βράχηκε όμως. Ωχ με κοιτάει... Τι να κάνω; Αν γυρίσω το βλέμμα μου αλλού θα το παίξω ηλίθια. Αν συνεχίσω να τον κοιτάω χωρίς να κάνω κάτι θα δείχνω ακόμα πιο ηλίθια. Χαμογέλα του!... Άντε χαμογέλα του δε θα πάθεις κάτι... Όχι, όχι μη σκύβεις το κεφάλι. Μπορεί να σε ξανακοιτάξει οπότε περίμενε... Αν σε ξαναδεί χαμογέλα του. Φόρεσε ακουστικά. Τι να ακούει άραγε; Τι μουσική να του αρέσει; Θέλω να μάθω τόσα γι' αυτόν. Είχα την ευκαιρία και την έχασα. Γιατί κόμπλαρα; Σηκώνεται; Θα κατέβει σε άλλη στάση; Είναι νωρίς ακόμα. Ωχ έρχεται προς τα δω. Λες να ρχεται για να μου μιλήσει; Ας το παίξω άνετη και αδιάφορη. Κοίτα από το παράθυρο. Που βρισκόμαστε; Φτάνουμε στην στάση του; Είναι μπροστά μου. Θέλω να τον κοιτάξω αλλά φοβάμαι μην συναντηθούν πάλι τα βλέμματά μας και κομπλάρω. Κατέβηκε... Αχ πόσο θα το μετανιώσω το σημερινό. Με κοιτάει; Γιατί με κοιτάει έτσι; Λες να κατάλαβε τίποτα; Κλείσανε και οι πόρτες και ξεκινήσαμε. Αν τον παρατηρούσα πιό νωρίς θα κατέβαινα μαζί του να του μιλήσω. Γαμώτο... Είμαι ηλίθια... Δε θα χω άλλη ευκαιρία... Τον έχασα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου