Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2010

Περίπατος...


Δεν τους ένοιαζε ούτε ο καιρός ούτε η ώρα. Και μόνο που περπατούσαν χέρι χέρι τους γέμιζε. Τους ηρεμούσε. Νιώθανε την σιγουριά ότι ποτέ δε θα μείνουν μόνοι. Πως πάντα θα στηρίζεται ο ένας στον άλλον για να προχωράνε μπροστά. Αν και πληγωμένος από την πρώτη της προδοσία την αγαπούσε πολύ. Την είχε συγχωρέσει αλλά τον κρατούσε πάντα σε εγρήγορση μην τυχόν και του ξαναφύγει. Ένιωθε όμορφα που την έβλεπε δίπλα του να περπατάνε στα σοκάκια της πόλης ένα κυριακάτικο πρωί. Σε λίγο θα φτάνανε στο στέκι τους. Θα καθόντουσαν στο αγαπημένο τους σημείο. Θα παράγγελνε εκείνη τους καφέδες μιάς και είχε μάθει τις προτιμήσεις του μετά από τόσα χρόνια κοινής ζωής, καθώς εκείνος θα άνοιγε την εφημερίδα να τη διαβάσει και να σχολιάσουνε μαζί τα γεγονότα. Τον εκνεύριζε που την έβλεπε να μετροφυλλίζει τα ένθετα και να μην δίνει σημασία στα θέματα τις επικαιρότητας. Όμως απολάμβανε όταν της τα εξηγούσε και έβλεπε πως τον άκουγε με προσοχή ανεξάρτητα αν παρατηρούσε, την ώρα που της μιλούσε, τη νέα ανοιξιάτικη κολεξιόν. Η ώρα περνούσε. Ηρεμούσαν και απολάμβαναν τις τελευταίες ώρες πριν αρχίσει πάλι μια νέα βδομάδα. Έπειτα σηκώνονταν και συνέχιζαν την βόλτα τους. Στο δρόμο της κρατούσε τρυφερά το χέρι. Προτιμούσε να κρατάει το αριστερό της διότι φορούσε εκεί ένα δαχτυλίδι που της είχε κάνει δώρο. Του άρεσε να παίζει μαζί του σε όλη τη διαδρομή. Υποσυνείδητα προσπαθούσε να της θυμήσει την αγάπη του που έχει για εκείνην μέσα από αυτό το κόσμημα. Σαν να μην ήταν σίγουρος πως το ξέρει ή το αντιλαμβάνεται για το πόσο την αγαπάει. Το μόνο που εισέπραττε ήταν η γρίνια της ότι την νευριάζει να παίζει με το δαχτυλίδι. Μάλλον δεν το έπιανε το μηνυμά του. Σταματούσε τότε και συνέχιζε απλά να την κρατάει. Όμως τα δάχτυλά του αρχίζανε πάλι απρόθυμα στην εντολή να μείνουν φρόνιμα, να παίζουν με το δαχτυλίδι. Την νευρίαζε τόσο που του άφηνε το χέρι. Τον άγχωνε, την είχε δίπλα του αλλά δεν την είχε μαζί του. Τότε πήγαινε πάλι κοντά της. Περνούσε το χέρι του από τον ώμο της και την έπαιρνε αγκαλιά. Εκεί που ήταν το χέρι του πλέον, δε θα την ενοχλούσε το δαχτυλίδι. Υποσυνείδητα και εκείνη τον έπαιρνε αγκαλιά από την μέση. Την ένιωθε ξανά κοντά του, τον ηρεμούσε και τον χαροποιούσε. Συνεχίζανε τον περίπατό τους προσπερνώντας ή αποφεύγοντας τον κόσμο που κυκλοφορούσε γύρω τους μέχρι που απομακρυνόντουσαν και γινόντουσαν μία μικρή κουκίδα της κοινωνίας αυτής...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου