Παρασκευή, 2 Ιουλίου 2010

Μεσημέρι Πέμπτης στη Σταδίου



Περπατούσα στη Σταδίου. Μόλις είχα τελειώσει με επιτυχία κάποιες υποχρεώσεις μου και χαλαρός απολάμβανα έναν περίπατο. Είναι μεγάλη η απόλαυση όταν βλέπεις τους γύρω σου να βιάζονται ενώ εσύ είσαι άνετος χωρίς να κοιτάς το ρολόι ή να τρως κάτι στο χέρι.
Το κέντρο της Αθήνας κρύβει πολλά μυστικά τα οποία δεν είναι δύσκολο να βρεις. Αντιθέτως είναι πολύ φανερά μήπως και τα ανακαλύψει κανείς. Όμως όλοι στο κέντρο είναι συνήθως με το κεφάλι σκυμμένο και τρέχουν. Έτσι όποτε βρίσκω την ευκαιρία κυκλοφορώ στο κέντρο για να απολαύσω αυτά τα μυστικά του
Αυτή τη φορά ήταν οι άνθρωποι. Πήγα σε μία γνωστή αλυσίδα φαστφουντάδικου στη παλιά Βουλή κοντά. Παρήγγειλα το φαγητό που ήθελα και έκατσα σε ένα τραπέζι δίπλα στη βιτρίνα του καταστήματος και απολάμβανα την κίνηση έξω.
Την προσοχή μου τράβηξε ένας ναρκομανής. Γνωστή φυσιογνωμία του κέντρου. Από αυτούς που το "σκάνε" από την Σοφοκλέους και σε άθλια κατάσταση ζητάει χρήματα για να μπορέσει να γυρίσει πίσω και να πάρει τη δόση του. Πάντα αυτόν όπως και άλλους ναρκομανείς τους προσπερνάω λόγω βιασύνης. Αυτή τη φορά παρακολούθησα τις κινήσεις του. Το στόμα του ήταν ανοιχτό, αναίσθητο, λες και δε μπορούσε να το κουνήσει. Τα μάτια του θολά. Με προσπάθεια μπορούσε να κρατήσει τα βλέφαρά του ανοιχτά. Δε μιλούσε. Μάλλον δεν είχε τη δύναμη να μιλήσει. Απλά είχε το ένα χέρι τεντωμένο με ανοιχτή τη χούφτα του και απλά περίμενε. Μου κάνουν μεγάλοι εντύπωση αυτοί οι άνθρωποι που στέκονται όρθιοι σ' αυτήν την κατάσταση χωρίς να πέφτουν. Έκανε 20 λεπτά να διασχίσει μία απόσταση που ο υπόλοιπος κόσμος θέλει μισό λεπτό. Η ζωή τους πλέον είναι σε μία μόνιμη αργή κίνηση. Όσο στεκόταν μπροστά μου δε του δωσε κανένας περαστικός χρήματα.
Την ηρεμία που μου πρόσφερε η εικόνα του ναρκομανή μου την χάλασε ένας υπάλληλος του καταστήματος, ο οποίος ήταν για να καθαρίζει τον χώρο και να μαζεύει τους άδειους δίσκους. Μου μιλούσε;... Ήταν κοντά μου και κάτι έλεγε. Προσπάθησα να καταλάβω αυτά που ψέλλιζε αλλά μάταια. Διαπίστωσα πως παραμιλούσε. Όχι απλά παραμιλούσε αλλά έκανε διάλογο με ένα άλλο πρόσωπο ανύπαρκτο. "...έτσι τις είπα ρε φίλε. Έλα σπίτι για ένα ποτό. Δεν της είπα πως θα την γαμήσω. Γιατί δε με χει ξαναπάρει από τότε..." αυτά πρόλαβα να συγκρατήσω μιάς και μετά απομακρύνθηκε με ένα σωρό δίσκους στο χέρι.
Στράφηκα πάλι προς το δρόμο. Είχε κάτσει σε ένα τραπεζάκι έξω ένας κύριος. Είχε μούσι, πρόχειρο ντύσιμο και κρατούσε ένα τετράδιο και έγραφε. Ήταν αλλού. Φαινόταν. Είχε ανάψει ένα τσιγάρο το οποίο απλά το κρατούσε μετά ανάμεσα στα δάκτυλά του χωρίς να το καπνίζει. Έγραφε, άφηνε στη συνέχεια το στυλό, κοιτούσε στο δρόμο, ξαναέγραφε αλλά όχι με πάθος. Γύρισε και με κοίταξε καθώς τον κοιτούσα. Έκλεισε το τετράδιο και έφυγε ενοχλημένος.
Στο τραπέζι του έκατσε ένα ζευγάρι. Μάλλον είχαν σχολάσει από τη δουλειά. Μπήκε μέσα ο συνοδός για να παραγγείλει. Η γυναίκα έμεινε μόνη της και φαινόταν πως βρισκόταν σε αμηχανία. Την προσέγγισε ένας κύριος και της μιλούσε. Δυστυχώς δεν άκουγα τις της έλεγε. Δε ζητιάνευε. Απλά μιλούσε και κείνη του χαμογελούσε. Σε λίγο βγήκε ο συνοδός της. Του χαμογέλασε και του έκανε ευγενικά νόημα να φύγει. Πράγματι έφυγε ο άνθρωπος και έκατσε σε ένα τραπεζάκι πιο δίπλα που μόλις είχε αδειάσει και άρχισε να τρώει ότι είχε περισσέψει.
Ένα γκράφιτι από πίσω του έδειχνε το λάθος ενός δυσλεκτικού αναρχικού ο οποίος είχε φάει το ΝΟ της Οικονομίας με αποτέλεσμα το σύνθημα να ναι το εξής "Η Οικομία έχει πεθάνει".
Σηκώθηκα να φύγω αφού η ώρα είχε περάσει. Αυτή η μικρή κοινωνία που αναπτύχθηκε γύρω μου σιγά σιγά έσβηνε. Σαν τελευταία εικόνα αυτής της στιγμής ήταν το σβησμένο απομεινάρι ενός πούρου πεταμένο σε μία λακούβα με νερό. Η χλιδή με την βρωμιά μαζί.

1 σχόλιο: