Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2014

Άθεοι και θεομπαίχτες



του Νίκου Σαραντάκου,

Με το γύρισμα του χρόνου μπορούμε να πούμε πως μπήκαμε πια στην τελική ευθεία για τις διπλές εκλογές του Μάη, που μπορεί να οδηγήσουν και σε τρίτη –και φαρμακερή!– αναμέτρηση· κι όσο και αν η προεκλογική περίοδος δεν έχει επίσημα αρχίσει, το οφθαλμοφανές πλέον δημοσκοπικό προβάδισμα του ΣΥΡΙΖΑ έχει προκαλέσει μεγάλον εκνευρισμό στο κυβερνητικό στρατόπεδο, που αντιδρά με σπασμωδικές κινήσεις και δηλώσεις υστερικές, με αποκορύφωμα την πρόσφατη δήλωση ότι ο ελληνικός λαός πρέπει να γνωρίζει αν ο κ. Τσίπρας είναι άθεος, μια δήλωση τόσο εξωφρενική που αρχικά θεωρήθηκε πλαστή, υποβολιμαία, «τρολιά» για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του Διαδικτύου — αλλά που ήταν εκατό τοις εκατό γνήσια· κι αν λέγονται τέτοια πράγματα τον Γενάρη, φανταστείτε τι έχουμε ν’ ακούσουμε όσο θα πλησιάζουμε στον Μάιο.
Εμείς όμως εδώ λεξιλογούμε, οπότε αφήνουμε τους κυβερνητικούς στα βάσανά τους και εξετάζουμε μερικά ψήγματα (γιατί το θέμα είναι τεράστιο και δεν εξαντλείται σ’ ένα σημείωμα) από τα γλωσσολογικά και τα φρασεολογικά της λέξης «Θεός». Θεός είναι, σύμφωνα με το λεξικό, το «υπερφυσικό ον που πιστεύεται πως δημιούργησε και κυβερνά τον κόσμο και που αποτελεί αντικείμενο λατρείας». Ο Θεός είναι άναρχος και αιώνιος σύμφωνα με τη θεολογία, αλλά σύμφωνα με τη γλωσσολογία είναι δυσετυμολόγητος, μια και το μόνο για το οποίο συμφωνούν οι ετυμολόγοι είναι πως η λέξη Θεός δεν έχει καμιά συγγένεια με το λατινικό deus. Πιθανότερη πάντως φαίνεται η σύνδεση με το θέμα του ρήματος «τίθημι, θέτω», που αν ισχύει σημαίνει ότι αρχικά θεός θα ονομάστηκε η λίθινη στήλη που έστηναν οι πρωτόγονοι άνθρωποι στον τόπο λατρείας τους.
Αν και δυσετυμολόγητος, ο Θεός έχει κεντρική θέση στο λεξιλόγιο και στη φρασεολογία μας. Είναι πάμπολλες οι λέξεις που έχουν σαν πρώτο ή δεύτερο συνθετικό το θεός, όπως άλλωστε και τα κύρια ονόματα — και όχι μόνο χριστιανικά, αλλά και της προχριστιανικής αρχαίας Ελλάδας, όπως ας πούμε ο Θεόκριτος αλλά και ο Θεόδωρος. Βέβαια, σαν πρώτο συνθετικό το θεο- δεν σηματοδοτεί μόνο λέξεις που αναφέρονται στον Θεό, αλλά λειτουργεί και επιτατικά, αφού θεόκουφος είναι ο εντελώς κουφός, θεότρελος ο τελείως τρελός και θεοσκότεινο το απόλυτα σκοτεινό μέρος — ίσως και οι φαντάροι, όταν παραλλάζουν σε «θεοπράσινη» τη φαιοπράσινη στολή τους να τη φαντάζονται καταπράσινη.
Θεός άλλωστε αποκαλείται στην καθομιλουμένη κάποιος που πετυχαίνει κάτι το εξαιρετικό (μόνο Θεός; ημίθεος! λέει το παλιό ανέκδοτο), ενώ στην αργκό των νεότερων υπάρχει οθεούλης.
Πάρα πολλές είναι οι παροιμίες και οι φράσεις με τον Θεό· ας αναφέρουμε μερικές: «έχει ο Θεός», λέμε για να παρηγορήσουμε κάποιον· «ένας Θεός ξέρει», για να δηλώσουμε άγνοια και απορία για κάτι· «απ’ το Θεό να το ’βρεις», αφήνουμε ευχή ή κατάρα σε όποιον μας έκανε καλό ή κακό αντίστοιχα· «ο Θεός να βάλει το χέρι του», ευχόμαστε πάλι όταν η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη και «ο Θεός να με βγάλει ψεύτη», όταν κάνουμε μια δυσοίωνη πρόβλεψη. «Δόξα το Θεό» (ή «τω Θεώ»), λέμε για να εκφράσουμε την ικανοποίησή μας για την αίσια τροπή των πραγμάτων· «πρώτα ο Θεός», όταν αναφέρουμε ένα μελλοντικό σχέδιο, που ελπίζουμε ότι θα μπορέσουμε να πραγματοποιήσουμε· αυτός «είναι Θεέ μου φύλαγε», λέμε για κάποιον επικίνδυνο ή διεφθαρμένο· «ο Θεός και η ψυχή του», λέμε για να εκφράσουμε τη δυσπιστία μας ή να αμφισβητήσουμε την ακρίβεια των λεγομένων κάποιου· αυτό δεν γίνεται «το Θεό μπάρμπα να ’χεις» για να δηλώσουμε ότι κάτι αποκλείεται εντελώς· «δεν έχει το Θεό του», για άτομα αλλοπρόσαλλα και αναξιόπιστα· «κοιμήθηκε ο Θεός», όταν τύχει κάποιο εντελώς ανέλπιστο· και «ο Θεός να το κάνει», ειρωνική φράση για να πούμε ότι κάποιος δεν έχει τα προσόντα για τον τίτλο ή το αξίωμα ή την ιδιότητα που φέρει και μόνο με θεία μεσολάβηση θα μπορούσε να γίνει αντάξιός του, μια έκφραση που μ’ αρέσει να τη συντομεύω στο ακρώνυμο οΘντκ, όπως π.χ. όταν λέμε ότι ο Άδωνης είναι υπουργός (οΘντκ).
Τα παλιά τα χρόνια, η λαϊκή αντίληψη εκτιμούσε πολύ τους «ανθρώπους του Θεού», τους «θεοφοβούμενους», ενώ ο «αθεόφοβος», αυτός που δεν φοβάται τον Θεό, είχε παλιότερα καθαρά αρνητική σημασία, του ανθρώπου χωρίς αναστολές, του αδίστακτου, αλλά τώρα πια έχει πάρει και θετικές αποχρώσεις, δηλώνοντας τον τολμηρό· ο λαός όμως ταυτόχρονα επικρίνει τους υποκριτικά ευσεβείς, για τους οποίους έχει πλάσει τη λέξη «θεομπαίχτης», όπως και το παλιότερο «θεοτούμπης», που ήταν άλλωστε και το ειρωνικό ψευδώνυμο με το οποίο υπέγραφε ο Εμμανουήλ Ροΐδης τα καυστικά του σχόλια στον Ασμοδαίο. Και βέβαια, οι πολίτες ξέρουν να διακρίνουν ποιοι, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, έχουν χέρια καθαρά και ανοίγουν ένα δρόμο ελπίδας για τη χώρα, και ποιοι δεν έχουν το Θεό τους!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου