Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

Aπωθημένες επέτειοι


του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

Ξεχάστηκε η Ρωσική Επανάσταση; Οχι βέβαια! Ομως, ακόμη και στην ίδια την πατρίδα της, οι μνήμες της αμαυρώνονται και τα συμβολικά της ίχνη γκρεμίζονται. Από την άποψη αυτή, η αντιδιαστολή με τη Γαλλική Επανάσταση είναι θεαματική. Το τρίπτυχο Ελευθερία-Ισότητα-Αδελφότητα δεν κοσμεί μόνο το γαλλικό εθνόσημο. Εμφανίζεται επί πλέον σαν απαράγραπτο θεμέλιο ολόκληρου του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Ως αιώνιο σύμβολο κατάλυσης της τυραννίας, η σημασία της πτώσης της Βαστίλης το 1789 δεν «μολύνθηκε» ούτε από την επιγενόμενη «τρομοκρατία» του Ροβεσπιέρου ούτε από τον αυταρχισμό του Βοναπάρτη. Αντίθετα, η πτώση των χειμερινών ανακτόρων το 1917 τείνει πλέον να νοείται ως απλό πρόδρομο σύνδρομο του θεοκατάρατου σταλινισμού. Αν ο φιλελεύθερος αποκεφαλισμός της Μαρίας Αντουανέτας μπορεί να ερμηνεύεται ως ιστορική αναγκαιότητα, η μαρξιστική εκτέλεση της τσαρίνας θεωρείται απλό προείκασμα της απάνθρωπης βαρβαρότητας.
Οι ιστορικές διαδικασίες που οδήγησαν στα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» πρέπει, φαίνεται, να απαξιωθούν στο σύνολό τους. Η ιστορία γράφεται, ξαναγράφεται και αποτιμάται ανάλογα με τα κυμαινόμενα συμφέροντα των κυρίαρχων. Με αυτήν την έννοια, ο ψυχρός πόλεμος ούτε έληξε ούτε ήταν δυνατόν να λήξει. Η πτώση του Τείχους επισφράγισε απλώς την ιδεολογική παντοδυναμία των νικητών.
Ακόμα μια φορά, λοιπόν, οι ιστορικές αποτιμήσεις αυτονομούνται από τη σύνθετη ιστορία που τις ενεργοποιεί. Η Ρωσική Επανάσταση αναγιγνώσκεται πλέον με μοναδικό κριτήριο την κατοπινή εξέλιξη της Σοβιετικής Ενωσης ως θανάσιμου εχθρού του δυτικού πολιτισμού. Και όμως, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα. Απειλώντας τον φιλελεύθερο καπιταλισμό, ο υπαρκτός σοσιαλισμός επηρέασε αποφασιστικά την «εσωτερική» εξέλιξη του ίδιου του δυτικού κόσμου. Αν τα στρατεύματα του Κορνίλοφ είχαν τσακίσει τους ερυθρούς φρουρούς, η πορεία των πραγμάτων θα ήταν εντελώς διαφορετική όχι μόνο στην ίδια τη Ρωσία αλλά και παντού αλλού.
Πρέπει να θυμηθούμε ότι, πέραν όλων των άλλων, οι εκατόμβες του Μεγάλου Πολέμου και η εξέγερση της Πετρούπολης σηματοδότησαν επίσης το τέλος της επιθετικά αισιόδοξης και αυτονομούμενης ανάπτυξης του άγριου αγοραίου καπιταλισμού σε ολόκληρη τη Δύση. Η εξαθλίωση των μαζών δεν μπορούσε πια να νοείται ως φυσική ή αυτονόητη. Αυτή υπήρξε η σημαντικότερη οικουμενική προέκταση της Ρωσικής Επανάστασης. Η «Μπελ Επόκ» αποδείχθηκε το κύκνειο άσμα ενός ανέμελου ταξικού πολιτισμού που ήταν ακόμη σίγουρος για το μέλλον και τις προοπτικές του. Και έτσι, εξέπνευσε ο «μακρός» 19ος αιώνας.
Πράγματι, εφεξής, το σύστημα είχε χάσει τη γαλήνια αυταρέσκειά του. Εμοιαζε να πρέπει διαρκώς να αμύνεται ενάντια όχι μόνο στις αντιφάσεις του αλλά και στους επίδοξους ανατροπείς και αντιπάλους του. Ετσι, ο 20ός αιώνας εξελίχθηκε σαν ένας αιώνας αδιάκοπων νομιμοποιητικών εκλογικεύσεων, ιδεολογικών συμβιβασμών, ταξικών διαπραγματεύσεων και αιματηρών, και συχνά εμφυλίων, συγκρούσεων.
Ο φιλελευθερισμός δεν μπορούσε να αρκείται στο laisser faire. Mπροστά στην πανταχού παρούσα απειλή του αντίπαλου σοβιετικού δέους, ο κυρίαρχος λόγος αναγκαζόταν να συμπεριλάβει στο ιδεολογικό του οπλοστάσιο τις πρακτικά παροπλισμένες «επαναστατικές» ιδέες της ισότητας, της αδελφότητας, της επιείκειας, της αλληλεγγύης και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ενάντια στον ίδιο του εαυτό, ο καπιταλισμός εξωθούνταν να «εξανθρωπιστεί». Ηδη από τον Μεσοπόλεμο, και ακόμη περισσότερο μετά το 1945, η καπιταλιστική Δύση άρχισε να ευαγγελίζεται τη μακρόπνοη μεθόδευση μιας μαζικής καταναλωτικής ευημερίας που δεν θα περιοριζόταν στους έχοντες και κατέχοντες. Και πάνω ακριβώς σε αυτή τη βάση οικοδομήθηκαν τα νέα κοινωνικά κράτη και εμπεδώθηκε η διάχυτη πλέον μεταπολεμική «σοσιαλδημοκρατική συναίνεση».
Τα αποτελέσματα υπήρξαν θεαματικά. Βαθμιαία αλλά σταθερά, οι ανισότητες άρχισαν να περιορίζονται, οι άνεργοι να επιδοτούνται, οι απόμαχοι να συνταξιοδοτούνται και η παιδεία και η περίθαλψη να παρέχονται δωρεάν. Τα τριάντα «ένδοξα» μεταπολεμικά χρόνια άλλαζαν τη μορφή του κόσμου. Για να καλύψουν τα ιστορικά τους νώτα, τα καπιταλιστικά καθεστώτα πιέζονταν ολούθε να βελτιώνουν συνεχώς το επίπεδο ζωής των μαζών.
Εφεξής, η κοινωνική τάξη, ασφάλεια και συναίνεση δεν εκβιάζονταν απλώς με στυγνή καταπίεση. Επρεπε επί πλέον να θεμελιώνονται και στο ευρύτερα νομιμοποιητικό όραμα της καταναλωτικής ευημερίας. Δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία πως ένα από τα «αδόκητα» αποτελέσματα της παρουσίας της Σοβιετικής Ενωσης στη διεθνή σκηνή ήταν η ραγδαία κοινωνική πρόοδος.
Και έτσι, όλα φαίνονταν να προχωρούν προς τον «καλύτερο των δυνατών κόσμων». Η ιστορία όμως είχε πολλά γυρίσματα. Αντίθετα με τον προκάτοχό του, ο κοινωνικά μεταρρυθμιστικός και «ευημερογόνος» 20ός αιώνας αποδείχθηκε απρόσμενα «βραχύς». Ηδη από το τέλος της δεκαετίας του ’80 και ακόμη περισσότερο μετά την πτώση του βερολίνιου τείχους το 1989, ανοιγόταν μια νέα εποχή.
Διακόσια ακριβώς χρόνια μετά την πτώση της Βαστίλης, οι επαναστατικές χειραφετητικές ιδέες που στον προηγούμενο αιώνα είχαν αναβιώσει κυριολεκτικά από τις τέφρες τους φαίνεται και πάλι να μπαίνουν στο ψυγείο. Από τη στιγμή που ξεθώριασε το φάσμα του αντίπαλου δέους, η σοσιαλδημοκρατική πολιτειακή συναίνεση δίνει και πάλι τη θέση της σε μια πρωτόγνωρη νεοφιλελεύθερη συναίνεση που ξεπερνά σε σκληρότητα ακόμη και τον άγριο καπιταλισμό του 19ου αιώνα.
Η αντεπίθεση του Κεφαλαίου υπήρξε καθολική. Μέσα σε δύο δεκαετίες αποψιλώνονται τα κοινωνικά κράτη που χρειάστηκαν έναν ολόκληρο αιώνα για να οικοδομηθούν. Οι κοινωνικές ανισότητες ξεπερνούν κάθε προηγούμενο, η ανεργία καλπάζει και ο κοινωνικός αποκλεισμός γίνεται ενδημικός. Η κοινωνική δικαιοσύνη, η ισότητα, η αδελφότητα, η επιείκεια δεν παραμένουν πλέον παρά ως λέξεις κενές, γυμνά σημαίνοντα δίχως πρακτικό πολιτικό περιεχόμενο. Για πρώτη φορά, η λογιστική αύξηση του κοινωνικού πλούτου δεν συνοδεύεται από βελτίωση της ευημερίας των πολλών. Οι κύκλοι της ιστορίας μοιάζουν να επαναλαμβάνονται, όχι όμως ως φάρσες αλλά και πάλι ως τραγωδίες.
Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό ενέσκηψε η παγκόσμια οικονομική κρίση. Ομως οι μνήμες της χρυσής περιόδου της αύξουσας ευημερίας είναι ακόμα νωπές. Εχοντας εθιστεί στην ιδέα ότι κάθε γενιά θα ζει καλύτερα από την προηγούμενη, οι πολίτες δυσκολεύονται να αποδεχτούν ότι τα παιδιά τους θα ζήσουν χειρότερα απ’ αυτούς. Εις πείσμα όλων εκείνων που διατείνονται πως «δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις», η προϊούσα εξαθλίωση δεν μπορεί πια να θεωρείται γενικά αποδεκτή. Η απόγνωση δεν είναι παρά η άλλη όψη της ελπίδας.
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι για πρώτη φορά μετά από μισό αιώνα κάνουν και πάλι τη, δειλή έστω, εμφάνισή τους νέα ουτοπικά προτάγματα και εκκολάπτονται νέες προοπτικές ριζικής δημοκρατικής ανατροπής. Αυτός είναι ο κύριος πολιτικός λόγος για τον οποίο το «πνεύμα» και οι δυναμικές προεκτάσεις της Οκτωβριανής Επανάστασης «οφείλουν» να αποσιωπούνται με συστηματική επιμέλεια. Δεν υπάρχει πια χώρος ούτε για επετείους και παρελάσεις, ούτε για προβληματισμούς για το τι άλλο θα μπορούσε να έχει συμβεί και κατ’ επέκτασιν για το τι «άλλο» μπορεί να υπάρξει σήμερα.
Ακόμη και αν δεν τίθεται ζήτημα επανάληψης ενός αποτυχημένου, τελικώς, πειράματος, η επάνοδος των οποιωνδήποτε ανατρεπτικών αιτημάτων θα πρέπει πάση θυσία να αποφευχθεί. Τα απωθημένα απειλούν άλλωστε πάντα να επιστρέψουν, έστω με νέα μορφή. Για το κατεστημένο σύστημα, λοιπόν, εκείνο που πρωτίστως «απαγορεύεται» είναι η πεποίθηση ότι οι λαοί μπορούν πάντα να παίρνουν το μέλλον τους στα χέρια τους. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι μόνο δόγμα οικονομικής πολιτικής. Είναι μια ολοκληρωτική δοξασία που κατατείνει στην οριστική εξαέρωση τόσο της κοινωνικής αυτονομίας όσο και της πάντα ελλοχεύουσας ιστορικής πανουργίας.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου