Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

Η νύχτα που ερωτεύτηκα ξανά το Παρίσι...



Επισκέφθηκα το Παρίσι τον Δεκέμβριο του 2009. Στο μυαλό μου το είχα ως ένα παγκόσμιο στολίδι που λάμπει τόσο τη μέρα όσο και την νύχτα. Όμως η πραγματικότητα με διέψευσε. Κάτω από τα πολλά λαμπιόνια του πύργου του Άιφελ και στις γωνίες των σπουδαιότερων μουσείων του κόσμου, κρυβόταν η μιζέρια και η φτώχεια μίας μητρόπολης που δε μπορεί να ταΐσει όλα τα στόματα που φιλοξενεί. Οι σταθμοί του μετρό μύριζαν κάτουρο και μπύρα ενώ πολλά καθίσματα αναμονής των συρμών, είχαν μετατραπεί σε "κατοικίες" των άστεγων. Η λάμψη αυτής της πόλης κάπως θάμπωσε στα μάτια μου. Η απομυθοποίηση της με συγκλόνισε. Το σοκ ήταν τόσο μεγάλο που αποφάσισα να μην επισκεφθώ ξανά το Παρίσι, κι ας μη πρόλαβα να δω όλα τα μουσεία και να περπατήσω σε όλα του τα πάρκα. 
Πέντε χρόνια μετά, ένας σκηνοθέτης που έχει στοιχειώσει τα εφηβικά μου χρόνια με το αριστουργηματικό "Ταμπούρλο", κατάφερε να με κάνει να ερωτευτώ ξανά το Παρίσι μέσα από την πετυχημένη μεταφορά του θεατρικού έργου του Σιρίλ Γκελί, το οποίο βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Αναφέρομαι σε μία ταινία που πέρασε αυτές τις μέρες, αθόρυβα από τις ελληνικές αίθουσες. Η Νύχτα πριν πέσει το Παρίσι. 
Η θεατρική φύση του έργου είναι εμφανής, μιας και μεγάλο μέρος της ταινίες εξελίσσεται στο γραφείο του Γερμανού στρατηγού, τελευταίου διοικητή του κατεχόμενου Παρισιού. Οι δύο βασικοί χαρακτήρες είναι πλούσιοι σε συναισθήματα και σε επιχειρήματα. Αυτό έχει ως συνέπεια να εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια της ταινίας ένας υπέροχος διάλογος, του οποίου η ένταση ανεβαίνει καθώς η νύχτα... φεύγει. 
Ο αντίλογος αναπτύσσεται ανάμεσα σε δύο πρόσωπα, τα οποία προέρχονται από δύο διαφορετικούς κόσμους. Ο ένας είναι ο Σουηδός διπλωμάτης του Παρισιού Raoul Nordling κι ο άλλος του Γερμανού στρατηγός Von Choltitz που έχει χάσει πλέον την εμπιστοσύνη του στο πρόσωπο του Χίτλερ και ταλαντεύεται ανάμεσα στο καθήκον και στην ηθική. Φυσικά η επιτυχία του διαλόγου βασίζεται στις εξαιρετικές ερμηνείες των δύο ηθοποιών Αντρέ Ντισολιέ και Νιλς Αρεστρουπ
Η ακινησία της κάμερας δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στους δύο χαρακτήρες και στα λεγόμενά τους. Ο διπλωμάτης κάνει υπεράνθρωπη προσπάθεια να αποτρέψει τον Γερμανό στρατηγό να ανατινάξει τα υπέροχα κτίρια του Παρισιού. Τα επιχειρήματα του στρατηγού στέκουν σε μία λογική, κάτι το οποίο έχει ως συνέπεια να γίνεται κι αυτός ένα πρόσωπο συμπαθές στο κοινό. 
Είναι βέβαιο πως ο σκηνοθέτης δεν ήθελε μία συνηθισμένη ταινία στην οποία υπάρχει ένας κακός Γερμανός ναζιστής κι ένας ηθικός αντιστασιακός. Σκοπός του είναι να εμφανίσει δύο ανθρώπους χωρίς στολές και εθνικιστικά συμφέροντα, επιδιώκοντας έτσι να φέρει τον θεατή σε μία ουδέτερη παρακολούθηση του διαλόγου και μίας απόφασης σημαντικής και ιστορικής, η οποία αποκτάει μεγαλύτερη αξία και σημασία για όποιον έχει επισκεφθεί το Παρίσι ή για όσους ονειρεύονται και σχεδιάζουν να το επισκεφθούν, σχεδόν σε όλους μας δηλαδή. 
Κι ενώ ο Σουηδός διπλωμάτης ψάχνει να βρει κίνητρα για να πείσει τον στρατηγό, ο Γερμανός αξιωματικός γίνεται όλο και πιο συμπαθής σε μας διότι η αμφιβολία του να υπακούσει τις εντολές και να ανατινάξει το Παρίσι είναι εμφανής κι έχει ανάγκη από ένα άλλοθι για να μη πραγματοποιήσει την καταστροφή αυτή. Ο εκνευρισμός του γίνεται όλο και πιο έντονος όσο περνάει η ώρα και δεν πείθεται από τον διπλωμάτη. Τελικά η ηθική και η ανθρωπιά υπερισχύει και το Παρίσι δεσπόζει μέχρι σήμερα στις όχθες του Σηκουάνα.
Τελειώνοντας λοιπόν η ταινία με μία υπέροχη βόλτα της κάμερας στον ποταμό, μας αφήνει το συναίσθημα πως τίποτα δεν είναι μόνιμο και πως όλα μπορούν να αλλάξουν μέσα σε ένα λεπτό ή πάνω σε μία τρέλα. Αυτό το συναίσθημα σε αναγκάζει να θες να κλείσει αμέσως εισιτήρια για Παρίσι, για να θαυμάσεις όλα τα αριστουργήματα που παραλίγο να γίνουν στάχτη εξαιτίας της ζήλιας του Χίτλερ που είχε απέναντι στη λάμψη αυτής της πόλης. 
Μετά απ' αυτή τη ταινία ερωτεύτηκα ξανά το Παρίσι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου