Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

Η φθορά της Αριστεράς



του Θανάση Γιαλκέτση

Ο Ιταλός ιστορικός Μάσιμο Σαλβαντόρι είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Τορίνο. Στη γλώσσα μας κυκλοφορεί το βιβλίο του «Η ιδέα της προόδου» (Σαββάλας, 2011). Το ακόλουθο άρθρο του δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα La Repubblica.

Οταν στοχαζόμαστε γι’ αυτό που αποτελεί τον ζωτικό πυρήνα της Αριστεράς –που αποτελεί δηλαδή ταυτόχρονα την ιδρυτική της αξία και τον σκοπό που αυτή δεν μπορεί να μην επιδιώκει, αν δεν θέλει να απαρνηθεί τον εαυτό της- χρειάζεται να μένουμε σταθεροί στην άποψη ότι αυτό είναι η ισότητα. 
Ολα τα ρεύματα της Αριστεράς συμφωνούσαν πάντοτε στο να υψώνουν ως δική τους σημαία τη σημαία της ισότητας. Αυτή η συμφωνία όμως δεν ίσχυε πάντα σε ό,τι αφορά τόσο τον τύπο και τον βαθμό της ισότητας όσο και τα μέσα για την επιδίωξή της. Κατά τη γνώμη μου, για όποιον θέλει να αποσαφηνίσει τις ιδέες σχετικά με αυτό το θέμα παραμένει πολύτιμο το δοκίμιο του Νορμπέρτο Μπόμπιο «Δεξιά και Αριστερά» [ελληνική έκδοση: Πόλις, 2013].
Εδώ ουσιώδες μέρος της ανάλυσης αφιερώνεται στο να καταδείξει το πώς η Αριστερά, που ενώνεται γύρω από τον εξισωτισμό, διαιρείται σκληρά στο εσωτερικό της γύρω από το «πόσον» εξισωτισμό πρέπει να επιδιώκει και το πώς πρέπει να τον κατακτήσει.
Διαιρείται μάλιστα τόσο σκληρά ώστε η ιστορία της Αριστεράς είναι στις βασικές γραμμές της ιστορία δύο αρκετά διαφορετικών εκδοχών Αριστεράς: από τη μια μεριά η επαναστατική, η ριζοσπαστική Αριστερά, από την άλλη η μετριοπαθής, η μεταρρυθμιστική Αριστερά· από τη μια μεριά οι κομμουνιστές Γουινστάνλεϊ, Μπαμπέφ, Μαρξ, Λένιν, Μάο και από την άλλη οι μεταρρυθμιστές Οουεν, Μπλαν, Μπερνστάιν, ο «αποστάτης» Κάουτσκι, φτάνοντας ώς τον Πάλμε. 
Το πρώτο ρεύμα απέβλεπε στον ολικό εξισωτισμό που θα εξασφαλιζόταν μέσω της κολεκτιβοποίησης των μέσων παραγωγής και της δικτατορίας του προλεταριάτου, ενώ το δεύτερο απέβλεπε σε έναν εξισωτισμό –αναφέρω τη φράση του Μπόμπιο– «νοούμενο όχι ως η ουτοπία μιας κοινωνίας στην οποία όλοι είναι ίσοι σε όλα, αλλά ως τάση που ευνοεί τις πολιτικές οι οποίες αποσκοπούν στο να καταστήσουν πιο ίσους τους άνισους» χάρη στην κατίσχυση των κοινωνικών δικαιωμάτων και στο πλαίσιο του σεβασμού της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων ελευθερίας όλων.
Αυτός είναι ο πίνακας των αξιών και των στόχων των δύο εκδοχών της Αριστεράς.
Η Ιστορία υπήρξε ανελέητα σκληρή με την κομμουνιστική Αριστερά.
Πρώτα την οδήγησε στους μέγιστους θριάμβους με την κατάκτηση της εξουσίας και έπειτα την έσπρωξε να αρνηθεί στην πράξη όλα τα ιδεώδη της, με κορύφωση έναν ταπεινωτικό ολοκληρωτισμό. Η μεταρρυθμιστική σοσιαλιστική Αριστερά είχε μια καλύτερη μοίρα, πετυχαίνοντας στον εικοστό αιώνα με τον «σοσιαλδημοκρατικό συμβιβασμό» -από τον οποίο προήλθαν οι θεσμοί του κράτους πρόνοιας- σημαντικά αποτελέσματα, που συνέβαλαν καθοριστικά στο να μειωθούν οι ανισότητες, στο να δοθεί μεγαλύτερη αξιοπρέπεια στον κόσμο της εργασίας και στο να εξασφαλιστεί κοινωνική προστασία στα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα.
Αυτή είναι η μοναδική Αριστερά που απομένει, αλλά δεν βρίσκεται καθόλου σε καλή κατάσταση.
Η νεοφιλελεύθερη επίθεση της έχει αφαιρέσει κάθε περιεχόμενο, σε σημείο που φαίνεται να επιβιώνει μόνο σαν κατάλοιπο μιας ιστορικής παράδοσης. Είναι βέβαια ακόμα στην Ευρώπη μια υπολογίσιμη εκλογική δύναμη.
Όπως όμως δείχνει η περίπτωση της Γαλλίας, δεν έχει δυναμική, περιορίζεται στο να αντιστέκεται σε μια κατάσταση αυξανόμενης φθοράς.
Η αποδυνάμωση της σοσιαλδημοκρατίας οφείλεται σε παράγοντες όπως η υποχώρηση των τρόπων παραγωγής που βασίζονταν στα μεγάλα εργοστάσια και στη συγκέντρωση σε αυτά των μαζών των βιομηχανικών εργατών, η έλευση των παραγωγικών τεχνικών που συνδέονται με την αυτοματοποίηση και την πληροφορική, η αποδυνάμωση των συνδικάτων, η οποία στέρησε τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα από εκείνους που ήταν τα παραδοσιακά τους στηρίγματα.
Πρέπει να προσθέσουμε ότι αυτά τα κόμματα δρούσαν σε κράτη στα οποία οι οικονομικές και πολιτικές αποφάσεις βρίσκονταν στα χέρια Κοινοβουλίων και εθνικών κυβερνήσεων που στηρίζονταν σε συστήματα «εθνικής οικονομίας».
Η οικονομική παγκοσμιοποίηση μετατόπισε αυτούς τους μοχλούς στα χέρια υπερεθνικών ολιγαρχιών, που είναι ικανές να υπαγορεύουν τους νόμους τους στο οικονομικό πεδίο, να προσανατολίζουν την πολιτική και την οικονομία, να επηρεάζουν την κοινή γνώμη και το εκλογικό σώμα.
Εδώ βρίσκεται η ρίζα της αποδυνάμωσης και της απώλειας προσανατολισμού της σοσιαλδημοκρατικής Αριστεράς, η οποία υποχρεώνεται να δίνει μια δύσκολη και ατελέσφορη αμυντική μάχη. Δύσκολη και ατελέσφορη, επειδή είναι ανίκανη να επεξεργαστεί μια πολιτική κουλτούρα που θα βρίσκεται στο ύψος προκλήσεων τις οποίες δεν ήταν και δεν είναι προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει.
Η σοσιαλδημοκρατική Αριστερά επιβιώνει όπως μπορεί, εκφράζει ένα «μεγάλο παράπονο» εναντίον της αδυσώπητης αύξησης των αβυσσαλέων ανισοτήτων μεταξύ των λίγων πάμπλουτων, εκείνων που δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα και των πολλών φτωχών και πάμπτωχων, αλλά δεν κατορθώνει να συντονίσει τις δυνάμεις της σε διεθνές επίπεδο και προσπαθεί να υπερασπιστεί τα κατάλοιπα εκείνου του κράτους πρόνοιας η κατάκτηση του οποίου υπήρξε η δόξα της.
Ο Μαρξ είχε πει κάτι αληθινά σωστό: ότι τα ιδανικά μετριούνται από την ικανότητα να τα κάνουμε πράξη. Η σύγχρονη Αριστερά σπαράσσεται από αυτή την αντίφαση: ενώ παρακινείται από τις τερατώδεις ανισότητες να εκφράζει το «μεγάλο παράπονο» στο όνομα ενός ανθρώπινου εξισωτισμού, δεν κατορθώνει πλέον να επιδρά, παρά μόνον αδύναμα, στους μηχανισμούς εξουσίας που αντιτίθενται στην ισότητα. Το αναπόφευκτο ερώτημα είναι αν αυτή θα μπορέσει να βγει από τον κατήφορο που την παρασέρνει σε μια βαθιά κρίση.
Μπροστά στις πελώριες αδικίες εναντίον των δικαιωμάτων των ασθενέστερων στρωμάτων, μια σειρά εξέχοντες πολιτικοί φιλόσοφοι και διανοούμενοι –περιορίζομαι να αναφέρω, εκτός από τον Μπόμπιο, τον Μάικλ Ουόλτσερ, τον Τόνι Τζαντ, τον Κόλιν Κράουτς- επέμειναν να υπενθυμίζουν τις κατακτήσεις της σοσιαλδημοκρατίας στον εικοστό αιώνα και να υποστηρίζουν ότι δεν βλέπουν άλλο πολιτικό υποκείμενο ικανό να ανακόψει την πορεία του θριαμβεύοντος νεοφιλελευθερισμού.
Ετσι επιφορτίζεται η σοσιαλδημοκρατία με ένα δύσκολο αλλά και ευγενές καθήκον.
Παραμένει το γεγονός ότι η κριτική στον κόσμο που γεννά τις ανισότητες είναι μια προϋπόθεση που από μόνη της δεν είναι ικανή να παράγει την αποτελεσματική δράση.
Αυτή φαίνεται επομένως να είναι η κατάσταση: η Αριστερά είναι σοβαρά άρρωστη και δεν μπορεί να αυταπατάται ότι θα συνεχίζει να ζει μόνο με ιδέες διαμαρτυρίας.
Το να προσπαθήσουμε να δούμε την κατάσταση αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για οποιοδήποτε βήμα προς την ανατροπή της.
Θα δούμε αν η Αριστερά θα κατορθώσει να αποκτήσει μια κουλτούρα, ένα πρόγραμμα, μια νέα οργάνωση. Προς το παρόν πάντως δεν διαφαίνονται σχετικές ενδείξεις.

Και μια τελευταία παρατήρηση:

Στην Ιταλία πού βρίσκεται η Αριστερά;
Στον χώρο του Ρέντσι, του Λαντίνι, του Βέντολα;
Προς το παρόν κανείς τους δεν το έχει εξηγήσει με τρόπο κατανοητό.
Ας προσπαθήσουν να το κάνουν, αν μπορούν, έτσι ώστε και οι πολίτες να μπορέσουν να καταλάβουν και να ενεργήσουν αναλόγως.
Ας προσπαθήσουν ο Ρέντσι, ο Λαντίνι, ο Βέντολα να βάλουν σε μια τάξη τις ιδέες τους και να γράψουν τα προγράμματά τους.
Είναι ένα ζήτημα πολιτικής υπευθυνότητας.

Πηγή: Η Εφημερίδα των Συντακτών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου