Κυριακή, 14 Ιουνίου 2015

Οι αγωνίες του καπιταλισμού



του Θανάση Γιαλκέτση

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα διάλεξης που έδωσε ο Aγγλος ιστορικός Ντόναλντ Σασούν τον περασμένο Απρίλιο, στο πλαίσιο του φεστιβάλ «La storia in piazza» που έγινε στη Γένοβα.
Στη βαθμιαία ενοποίηση του κόσμου, τη λεγόμενη παγκοσμιοποίηση, αντιστοιχεί ο καπιταλισμός της αγοράς, ένα σύστημα που φαίνεται να μην έχει πλέον ανάγκη από υπεράσπιση. Στη Δύση κανείς δεν φαίνεται να αντιτάσσεται στην οικουμενική του σαγήνη. Στις αναδυόμενες οικονομίες η συζήτηση επικεντρώνεται στο ερώτημα ποιος τύπος καπιταλισμού θα έπρεπε να επικρατήσει.
Ο ισλαμικός φονταμενταλισμός, ο «μεγάλος εχθρός», λίγα πράγματα έχει να πει για τα οικονομικά ζητήματα. Στη Δύση είμαστε πιο πλούσιοι από κάθε άλλη φορά στο παρελθόν, αλλά υπάρχει λιγότερη ισότητα κυρίως κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Το παλιό όνειρο της Αριστεράς (η ισότητα) εγκαταλείφθηκε. Oλοι φαίνεται να αποδέχονται ότι η τωρινή οικονομική διάταξη της κοινωνίας είναι η μόνη δυνατή. Ο καπιταλισμός λειτουργεί. Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν ακόμη πολλοί που ζουν μέσα στη φτώχεια και την εξαθλίωση.
Στη Δύση, όμως, αυτοί είναι μειονότητα. Δεν απειλούν το σύστημα. Η περιστασιακή εξέγερση, η έκρηξη της λαϊκής οργής, η βία που ξεσπάει κατά καιρούς είναι σχεδόν μια αναγνώριση του ότι ο καπιταλισμός δεν είναι υποχρεωμένος να αντιμετωπίζει κάποιο σοβαρό πολιτικό πρόβλημα.
Κάποτε νομίζαμε ότι οι «κολασμένοι της γης» θα εξεγείρονταν ενάντια στο σύστημα. Στην πραγματικότητα, αυτοί είναι απογοητευμένοι επειδή είναι έξω από το σύστημα. Οσοι δεν αποτελούν μέρος του μαγικού κόσμου του καταναλωτικού καπιταλισμού χτυπούν την πόρτα του με ένα πρωτόγνωρο μεταναστευτικό κύμα.
Σήμερα, ο μεγάλος πλούτος που έχουν συσσωρεύσει οι οικονομικές ελίτ προκαλεί φθόνο και σκανδαλίζει, αλλά οι προτεινόμενες θεραπείες (να τον φορολογήσουμε, να τον ελέγξουμε, να τον στηλιτεύσουμε) δεν αμφισβητούν το κύρος του καπιταλισμού, αλλά μόνο μία από τις λιγότερο επιθυμητές επιπτώσεις του. Τα θύματα της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης είναι μακριά, σε χώρες μακρινές.
Σε ένα απόσπασμα του «Κεφαλαίου», ο Καρλ Μαρξ, γεμάτος οργή, αναφέρει την είδηση του θανάτου από εξάντληση της Μέρι Αν Ουόλκλι, μιας εικοσάχρονης καπελούς που εργαζόταν καθημερινά 16 ώρες κατά μέσο όρο χωρίς ανάπαυλα. Ηταν το 1863, όταν η Μέρι Αν και οι κακότυχοι σύντροφοί της εργάζονταν σε λίγη απόσταση από τους καταναλωτές των προϊόντων τους, την απόσταση μεταξύ του Σόχο και του Μεϊφέρ. Εκατόν πενήντα χρόνια μετά, οι Μέρι Αν αυτού του κόσμου υπάρχουν ακόμα, αλλά μακριά από την αιτία της εξαθλίωσής τους.
Ο εκδημοκρατισμός της κατανάλωσης είναι αυτό που επισφράγισε τη νίκη του καπιταλισμού. Ορισμένες κομμουνιστικές οικονομίες κατόρθωσαν να εκβιομηχανιστούν, αλλά καμιά από αυτές δεν κατόρθωσε να φτάσει στη μέγιστη κατάκτηση του σύγχρονου καπιταλισμού: την καταναλωτική κοινωνία.
Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, λίγοι προέβλεπαν έναν τόσο καθαρό θρίαμβο του καπιταλισμού. Και αυτό προκαλούσε μιαν αξιοσημείωτη αγωνία ακόμα και στην ευημερούσα Αγγλία.
Και όχι μόνον, όπως θα μπορούσε να περιμένει κανείς, μεταξύ των καταπιεζόμενων εργατών και των αγροτών που απειλούνταν από τις αλλαγές, αλλά και μεταξύ των ίδιων των μεσαίων τάξεων που φοβούνταν τα πάντα: την εξέγερση, την οικονομική αβεβαιότητα, τους Εβραίους και Ιρλανδούς μετανάστες, τη χολέρα και την ευλογιά και προπάντων τους φτωχούς.
Είχαν δίκιο να φοβούνται. Η βιομηχανική επανάσταση, που εξαπλωνόταν σε όλη την Ευρώπη, έφερνε μια πρωτόγνωρη ανατροπή στην κοινωνική δομή. Η συζήτηση μεταξύ των πολιτικών ελίτ της εποχής αναπτύχθηκε σε ένα ιδιαίτερο πλαίσιο: από τη μια μεριά η αναγνώριση ότι η εκβιομηχάνιση ήταν αναπόφευκτη και επιθυμητή, από την άλλη ο φόβος ότι θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει το σύστημα. Κάθε ελίτ είχε τη δική της ερμηνεία του καπιταλισμού.
Οι φιλελεύθερες ελίτ τον αγκάλιαζαν με ενθουσιασμό σαν αυτοσκοπό. Θα σάρωνε τα φεουδαλικά κατάλοιπα, τα προνόμια των ευγενών και του κλήρου, θα απελευθέρωνε την επιχειρηματικότητα, θα ενίσχυε το έθνος και θα προωθούσε την πρόοδο και την επιστήμη.
Οι σοσιαλιστικές ελίτ, όπως και οι φιλελεύθερες, αποδέχονταν το αναπόφευκτο του καπιταλισμού, την προοδευτική του δύναμη, και εγκωμίαζαν τη συστηματική καταστροφή της γεωργικής ζωής με τις προλήψεις της και τις θρησκευτικές δεισιδαιμονίες της.
Γι’ αυτούς, ωστόσο, ο καπιταλισμός ήταν ο προθάλαμος της κοινωνίας του μέλλοντος, που θα ήταν μια κοινωνία χωρίς τάξεις και χωρίς προνόμια. Οι σοσιαλιστές μάχονταν για τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, για την επέκταση της δημοκρατίας, για να τεθεί ένα όριο στον εργάσιμο χρόνο. Οσο περισσότερο όμως ικανοποιούνταν αυτές οι διεκδικήσεις τόσο πιο υποφερτό γινόταν το σύστημα. 
Παραδόξως, οι σοσιαλιστές, μεταρρυθμίζοντας τον καπιταλισμό, συνέβαλαν στη σταθεροποίησή του. Αυτό εξηγεί, τουλάχιστον εν μέρει, τον λόγο για τον οποίο, μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες, υπήρχαν τόσο λίγα αληθινά φιλοκαπιταλιστικά μαζικά πολιτικά κόμματα.
Μεταξύ του 1880 και του 1980, είχαμε, τουλάχιστον στην Ευρώπη, κομμουνιστικά και σοσιαλιστικά κόμματα, χριστιανοκοινωνικά κόμματα, αγροτικά κόμματα, λαϊκιστικά κόμματα, εθνικοπατριωτικά κόμματα (τους γκολιστές στη Γαλλία, τους συντηρητικούς στη Μεγάλη Βρετανία) και έπειτα τα διάφορα φασιστικά και αντιδημοκρατικά κόμματα, αλλά όχι μαζικά φιλελεύθερα κόμματα που να υπερασπίζονται ανοιχτά την ελεύθερη και αρρύθμιστη αγορά.
Προς τα τέλη του 19ου αιώνα, τα πολλά κράτη που ήθελαν να φτάσουν την πρωτοπόρο χώρα, δηλαδή τη Μεγάλη Βρετανία, δεν είχαν άλλη επιλογή από το να ενισχύσουν το κράτος τους. Χωρίς ισχυρό κράτος δεν μπορούσε να υπάρξει ανάπτυξη. Κανείς δεν έπαιρνε στα σοβαρά την ιδέα ότι η ανάπτυξη έπρεπε να αφεθεί στους επιχειρηματίες. Οι καπιταλιστές έπρεπε συχνά να δημιουργηθούν, να τροφοδοτηθούν, να προστατευτούν.
Πέρασε πάνω από ένας αιώνας και ο καπιταλισμός αναπτύχθηκε, έγινε παγκόσμιος και τώρα θέλει να απελευθερωθεί από την αγκαλιά του κράτους, εκείνου του κράτους που τον έφτιαξε. Επειδή ο καπιταλισμός έχει ισχυρές αναρχικές τάσεις, η τιθάσευσή του έχει θεμελιώδη σημασία για τη διάσωσή του.
Οι καπιταλιστές δεν ελέγχουν τον καπιταλισμό. Είναι και οι ίδιοι (έτσι πίστευαν τόσο ο Ανταμ Σμιθ όσο και ο Καρλ Μαρξ) δέσμιοι ενός συνόλου κοινωνικών σχέσεων, στις οποίες καθένας προσπαθεί να βελτιώσει τη δική του οικονομική θέση αγνοώντας εκείνο που θα συμβεί στους άλλους ή στο μέλλον. Σίγουρα οι επιχειρηματικές ικανότητες είναι ένας σημαντικός παράγοντας στον αγώνα δρόμου μεταξύ εκείνου που κερδίζει και εκείνου που χάνει.
Η έκβαση του ανταγωνισμού οφείλεται όμως και σε εξωγενείς αιτίες, όπως οι διαθέσιμες πρώτες ύλες, οι αποφάσεις που παίρνουν άλλοι, ακόμα και η τύχη.
Σήμερα ο καπιταλισμός οφείλει να αντιμετωπίσει ένα νέο πρόβλημα: όχι πλέον την ταξική πάλη ή τις επαναστατικές βλέψεις των κολασμένων της γης, αλλά τα οικολογικά όρια της ανάπτυξης. Παραδόξως, η ενίσχυση της δημοκρατίας είναι ένα εμπόδιο. Δεν θα ήταν ρεαλιστικό να προσδοκούμε ότι οι Κινέζοι και οι Ινδοί, που θέλουν να απολαύσουν έναν «δυτικό» τρόπο ζωής, θα επιστρέψουν ειρηνικά στη σπαρτιατική κατανάλωση του χθες.
Με δυο λόγια, μπορεί ο καπιταλισμός να συνεχίσει τη θριαμβευτική και παγκόσμια πορεία του χωρίς να βλάψει τον πλανήτη; Αυτό είναι το πιο σημαντικό ερώτημα και γεννάει μάλιστα την ίδια αγωνία που συνόδευε πάντοτε τον καπιταλισμό.

Πηγή: Η Εφημερίδα των Συντακτών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου