Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2016

Γιώργος Χατζόπουλος: Η ιστορική άγνοια τρέφει την αδράνεια απέναντι στα εγκλήματα της εποχής μας



Με αφορμή την παράσταση «Βγερού γλυκά φανού» που θα ανέβει στο Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο της Χίου από 7 μέχρι 9 Μαρτίου, ο Θεσσαλονικιός συγγραφέας του βιβλίου, Γιώργος Χατζόπουλος, μιλάει στην «Α» για την ιστορία του βιβλίου, για το πως γεννήθηκε η ηρωίδα Βγερού, καθώς και για τη σχέση των Ελλήνων με την ιστορία. Μπορεί άραγε η τέχνη να μας φέρει πιο κοντά με το παρελθόν, δίνοντας μας μ’ αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα να ατενίσουμε καθαρότερα το μέλλον; Ο λόγος στον Γιώργο Χατζόπουλο. Συνέντευξη στον Γιώργο Χατζελένη.



Ως Θεσσαλονικιός, τι είναι αυτό που σας κέντρισε από την Σφαγή της Χίου και ποιο είναι το κέρδος που αποκομίσατε;

Εκείνο που με κέντρισε δεν ήταν τόσο η Σφαγή της Χίου, ως ιστορικό γεγονός, όσο οι αφηγήσεις των ανθρώπων που επέζησαν από την Σφαγή και είχα την τύχη να διαβάσω στο βιβλίο του Στυλιανού Βίου: «Η Σφαγή της Χίου εις το στόμα του Χιακού λαού». Η γλώσσα αυτών των ανθρώπων (τραχιά, κοφτή, μεστή), η στάση τους απέναντι στους θύτες (αν και αφηγούνται γεγονότα πολύ σκληρά, δεν έβρισκες καμία διάθεση μίσους ή εκδίκησης) και η ανάγκη τους να μνημονευτούν αυτά τα γεγονότα, μου θύμισαν τις αφηγήσεις των δικών μου προγόνων, οι οποίοι αν και έζησαν δύο άλλες μεγάλες τραγωδίες, της προσφυγιάς του 1922 και του Εμφυλίου την δεκαετία του 1940, αν και είδαν συγχωριανούς τους να χάνονται, συνανθρώπους τους να αλληλοσφάζονται, τα σπίτια τους να καίγονται και να καταστρέφονται ξανά και ξανά, ωστόσο κατάφεραν και επέζησαν και παρά τον πόνο, τις απώλειες και τα τραύματα, συνέχισαν να ζουν μέχρι τα 90 τους «ήρεμα», κι «απαλά». Όλες αυτές οι αναμνήσεις, τα συναισθήματα, οι σκέψεις, ξανάφεραν στο προσκήνιο τις ίδιες παλιές ερωτήσεις που με τυραννάνε από έφηβο ακόμα, θα έλεγα. Κι αυτό ήταν το εντέλει το κέρδος! Έπειτα από… εφτά, περίπου χρόνια που είχα να γράψω, μου ξαναήρθε η διάθεση, ή η ανάγκη να πω μία ιστορία και μέσα από αυτή να προσπαθήσω ν’ αποκρυσταλλώσω ένα νόημα, να πω «κάτι», για το σήμερα, για εμένα, για εσάς, για εμάς, για όλη την «ανθρωπότη» που λέει κι η Βγερού.

Ποια είναι η ιστορία της Βγερού;

Η Βγερού είναι ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι από τα Λιβάδια της Χίου που μέσα από την εμπειρία της Σφαγής, της δουλείας, της επιστροφής της στη Χίο καταφέρνει όχι μόνο να επιβιώσει, αλλά να ερωτευθεί, να παντρευτεί και αναλαμβάνοντας τις δουλειές του άντρα της να χειραφετηθεί και στα δικά μου μάτια να «αγιοποιηθεί». Η Βγερού αφού βλέπει μπροστά στα μάτια της να σφαγιάζονται ο αδερφός της και ο πατέρας της, και δεκάδες άλλοι πατριώτες της, με την βοήθεια ενός νεαρού, του Ζαννή, θα κρυφτεί για αρκετές μέρες σε μία σπηλιά στο Λιθί. Εκεί μέσα στην δίνη του πολέμου και της αγριότητας θα ερωτευτεί τον νεαρό που της έσωσε τη ζωή. Στην απόπειρα της να φύγει από το νησί θα συλληφθεί από τον Σεβτάν Κιβεσόγλου, έναν Τούρκο αξιωματούχο, ο οποίος από την πρώτη μέρα της Σφαγής την έχει βάλει στο μάτι. Θα οδηγηθεί ως δούλα στο σπίτι του Σεβτάν στην Σμύρνη και μαζί του θα αποκτήσει ένα παιδί. Όταν ο Ζαννής κάποια στιγμή θα την αναζητήσει με σκοπό να την αγοράσει και να την πείσει να επιστρέψει στην Χίο. Προς έκπληξή μας όμως, η Βγερού θα «επιλέξει» να παραμείνει στην εστία του Σεβτάν. Θα προτιμήσει να παραμείνει δούλα φοβούμενη για την υποδοχή που θα τύχαινε κι αυτή και το παιδί της στην Χριστιανική Χιώτικη κοινωνία που σιγά σιγά ανασυγκροτούνταν. Ωστόσο όταν εντέλει μετά τον θάνατο του Σεβτάν, η Βγερού δραπετεύει για τη Χίο, ο Ζαννής είναι εκεί και την περιμένει. Τα επόμενα είκοσι χρόνια θα ζήσει μαζί του ευτυχισμένα, θα γεννήσει τα παιδιά του, αλλά δύο θάνατοι θα έρθουν και πάλι να την κλονίσουν. Πρώτα αυτός του μικρού Γιάννου της, το παιδί του Σεβτάν, και ύστερα του Ζαννή που πεθαίνει από τύφο. Ωστόσο η Βγερού, όπως κι άλλες γυναίκες εκείνη την εποχή, θα αναλάβει και με επιτυχία θα διαχειριστεί η ίδια τις δουλειές που άφησε πίσω του ο Ζαννής. Λίγο πριν κλείσει τα μάτια της, η αναπάντεχη επίσκεψη της ανιψιάς της, από την χαμένη της αδερφή, την Μαριάνθη, θα της προσφέρει μοναδική χαρά, αλλά και σε εμάς τους αναγνώστες την ευκαιρία να ακούσουμε την κοσμοθεωρία της ύστερα από όσα έζησε.

Πως μπορούν να δεθούν οι ιστορίες δυο διαφορετικών εποχών στο σήμερα;

Η αλήθεια είναι πως έχουμε δύο ιστορίες που στην αρχή στον αναγνώστη φαντάζουν ασύνδετες. Κι όμως κάποια στιγμή, δίχως να το καταλάβουμε από την εμπειρία της ιστορικής αλλοτρίωσης περνάμε στην προσωπική αλλοτρίωση του σύγχρονου ζευγαριού, από την τρομαχτική οδύνη της καταστροφής της Χίου και της δουλείας που την ακολουθεί περνάμε στον προσωπικό γολγοθά που βιώνει ένα ζευγάρι που ο γάμος τους τελειώνει και τότε αντιλαμβανόμαστε πως ο αγώνας της Βγερούς για αξιοπρέπεια και ταυτότητα, δύο αιώνες μετά, δεν διαφέρει και πολύ από τον στον αγώνα της Αγγελικής για ταυτότητα και αξιοπρέπεια. Κι αυτή η στιγμή είναι περίπου στο μέσον της αφήγησης, όταν σ’ έναν ονειρικό χρόνο οι δυο γυναίκες συναντιούνται και οι δύο φωνές ενώνονται. Είναι η στιγμή που το γαμήλιο πανηγύρι της παλιάς Χιώτισσας, της Βγερούς, διαπλέκεται με το θρήνο της σύγχρονης, της Αγγελικής. Ίσως γιατί αυτό είναι το διπλό πρόσωπο του Ιανού και της ανθρώπινης μοίρας. Η χαρμολύπη. Η χαρμολύπη αυτή θα εμψυχώσει την Αγγελική και θα της ανοίξει το δρόμο για μια απόφαση επιβίωσης. Παρόλη την προδοσία, παρόλη την απογοήτευση.

Η ιστορία της «Βγερού» προέκυψε μέσα από έρευνα και μελέτη. Πόσο εύκολη ή δύσκολη ήταν η ανάλυση της γυναικείας ψυχοσύνθεσης εκείνης της εποχής;

Όταν ακόμα βρισκόμουν στα σχεδιάσματα του βιβλίου είχα κι εγώ την εντύπωση πως εκείνο που θα με δυσκόλευε περισσότερο θα ήταν η κατανόηση της γυναικείας ψυχοσύνθεσης μιας άλλης εποχής. Ωστόσο κατά τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου αποδείχτηκε πως η ανάλυση της σύγχρονης γυναικείας ψυχοσύνθεσης ήταν πιο δύσκολη! Πιο πολύ με δυσκόλεψε ο χαρακτήρας της σύγχρονης Αγγελικής παρά της «Βγερούς». Η ιστορία και ο χαρακτήρας της Βγερούς, θα έλεγα, πως από κάποια στιγμή και μετά μου «φανερώθηκε». Εξού και ο τίτλος της νουβέλας «Βγερού γλυκά φανού». Αρκετές φορές όταν η γυναίκα μου, που παρακολουθούσε τη συγγραφή της νουβέλας κεφάλαιο κεφάλαιο, με ρωτούσε γιατί η Βγερού εκείνο, γιατί το άλλο, γιατί η Βγερού επιλέγει αυτό κι όχι εκείνο, της απαντούσα «γιατί έτσι έγιναν τα πράγματα», «γιατί έτσι μου τα είπε η Βγερού». Γι’ αυτό και η ιστορία της Βγερούς γράφτηκε γρήγορα και εύκολα μέσα σε δύο τρεις μήνες, σε αντίθεση με την ιστορία και την ψυχοσύνθεση της Αγγελικής που με παίδευε ακόμα και λίγο πριν τυπωθεί το βιβλίο. Ίσως το γεγονός ότι για αρκετές εβδομάδες είχα βυθιστεί στο παρελθόν διαβάζοντας ότι έχει γραφτεί, σχεδόν, για εκείνη την περίοδο -(δεν με ενδιέφερε τόσο η επίσημη ιστοριογραφία, όσο οι μαρτυρίες, τα απομνημονεύματα, οι γκραβούρες, τα δημοτικά τραγούδια, οι θρύλοι…, ακόμα και «χιακά γλωσσάρια» διάβασα)- να βοήθησε στο να ξεπεραστούν τα εμπόδια που το παρόν έθετε σ’ ένα τέτοιο εγχείρημα.

«Βγερού» φωνάζουν την Βέρα στην Χίο. Το Βέρα στα λατινικά σημαίνει «αληθινή» και στα ρωσικά «πίστη». Πως αναδεικνύονται οι δυο παραπάνω αξίες μέσα από στην ιστορία που μας παρουσιάζετε;

Η αλήθεια είναι πως όταν επέλεξα να βαφτίσω την ηρωίδα μου Βγερού δεν γνώριζα για τις σημασίες του ονόματός της, απλά μου άρεσε ανάμεσα σε πολλά άλλα χιώτικα ονόματα που συνάντησα στις αναγνώσεις μου. Τις δύο αξίες που κρύβει το όνομά της Βγερούς τις ανακάλυψα στην πορεία, όπως και στην πορεία βήμα βήμα, πράξη με πράξη χτίστηκε και ο χαρακτήρα της Βγερούς. Αν και οι δύο αυτές αξίες δεν θεωρώ πως είναι από τις πιο κεντρικές της προσωπικότητας της Βγερούς, ωστόσο αναδείχτηκαν ως τέτοιες μέσα από τις ιστορίες και των δύο γυναικών, της Βγερούς και της σύγχρονης Αγγελικής, και καθώς αυτές εμπλέκονται διαλογικά η μία με την άλλη. Η Βγερού, μ’ έναν ανεπαίσθητο τρόπο που ποτέ δεν μας γίνεται εξόφθαλμα ορατός, «κοινωνεί» στην τρισέγγονη της, την Αγγελική, την πίστη στην ομορφιά της ζωής, στον άνθρωπο και το θάρρος να βρει την αληθινή της γυναικεία ταυτότητα έστω κι αν χρειαστεί ν’ αποκαθηλώσει τον γάμο της, τον άντρα της, την οικογενειακή πατριαρχία.

Ποια είναι η σχέση των ανθρώπων με την ιστορία μας;

Η σχέση του λαού μας με την ιστορία μας είναι κακή. Και δεν εννοώ μόνο τους νέους (που συχνά χλευάζονται από τα μέσα, επειδή αγνοούν σημαντικές στιγμές της ιστορία μας), αλλά και τους μεγαλύτερους, της γενιά μου, που γεννηθήκαμε τη δεκαετία του ’60 ή του ΄70. Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε με την Ιστορία μία σχέση «επιδερμική», λες και η ιστορία είναι μία απλή λογιστική παράθεση γεγονότων. Ακόμα κι αν και γνωρίζουμε για την Σφαγή της Χίου, ως ιστορικό γεγονός, ή για την ανταλλαγή των πληθυσμών του 1922, ή για την Κατοχή και τον Εμφύλιο, αγνοούμε παντελώς την προσωπική ιστορία των προγόνων μας που έζησαν τα παραπάνω γεγονότα κι ας βρισκόμαστε δύο έως τέσσερις μόνο γενιές μετά! Πιστεύω πως τόσο η ιστορική άγνοια ή η επιδερμική γνώση αυτών των γεγονότων που αφορούν τον λαό μας, αλλά και άλλων παρόμοιων που αφορούν άλλους λαούς (οι γενοκτονίες των Αρμένιων, των Κούρδων των Εβραίων), θρέφει την αδράνεια τη δική μας και των άλλων ευρωπαϊκών κοινωνιών απέναντι στα εγκλήματα που συνεχίζουν να γίνονται σήμερα και στηρίζει ένα κοινωνικό συμβόλαιο σιωπής που καλύπτει κάθε βίαιη δράση που συμβαίνει σε όλο το νότιο ημισφαίριο του πλανήτη. Κι αυτό είναι νομίζω που μας λείπει σήμερα. Μας λείπει η «αίσθησή» του παρελθόντος.

Τι συμπέρασμα έχετε βγάλει μέσα από συζητήσεις που έχετε κάνει με τους αναγνώστες του βιβλίου και τους θεατές της παράστασης; Και πως μπορεί να συμβάλλει η τέχνη για να καταπολεμηθεί η λήθη και η εξασθενημένη μνήμη του λαού μας;

Οι περισσότεροι αναγνώστες του βιβλίου και θεατές της παράστασης, ακόμη και Χιώτες, μου εκμυστηρεύονταν πως, αν και γνώριζαν για την Σφαγή της Χίου ως ιστορικό γεγονός, δεν είχαν ποτέ μέχρι τώρα αντιληφθεί το μέγεθος της αγριότητας ή των αριθμών των θυμάτων, αλλά κυρίως δεν περίμεναν ότι θα μπορούσε η ανάγνωση της αφήγησης της Βγερούς ή η αναπαράσταση της στο θέατρο θα τους «άγγιζε» ή «θα τους μιλούσε» τόσο «πειστικά» και «λυτρωτικά» για το σήμερα. Νομίζω πως η τέχνη είναι ο καλύτερος τρόπος για να καταπολεμήσει κανείς την λήθη και την αμνησία κι αυτό γιατί μέσω της τέχνης, είτε αυτή είναι η λογοτεχνία, το θέατρο, ο κινηματογράφος, η μουσική μπορεί κανείς να «αισθανθεί» το παρελθόν, μπορεί κανείς να μεταδώσει την «ιστορικότητα της ανθρώπινης εμπειρίας».

Η αναζήτηση του παρελθόντος μας μπορεί να λειτουργήσει ως «καύσιμο» για μία ώθηση προς το μέλλον;

Ασφαλώς. Ίσως είναι και το μόνο καύσιμο. Πάντα πίστευα και συνεχίζω να πιστεύω πως η γνώση ή καλύτερα η αίσθηση του παρελθόντος θα μας βοηθούσε να κατανοήσουμε και να αξιολογήσουμε καλύτερα τους εαυτούς μας, και την επικαιρότητα, θα μας βοηθούσε να επαναπροσδιορίσουμε ποιοι είμαστε και τι θέλουμε να γίνουμε και σαν άνθρωποι και σαν κοινωνία. Και πάντα πίστευα πως ο καλύτερος τρόπος για να το πετύχεις αυτό, όπως ήδη σας έχω πει, είναι η λογοτεχνία ή η τέχνη γενικότερα. Εκ των υστέρων – μετά τη συγγραφή της νουβέλας “Βγερού γλυκά φανού”- συνειδητοποιώ πως αυτή η πίστη αυτή είναι το κοινό χαρακτηριστικό και των άλλων δύο έργων που έχω γράψει. Στο «Μοργκεντάου» ένα παράνομο ζευγάρι συνδιαλέγεται με το παρελθόν διαμέσου ενός φανταστικού-πραγματικού προσώπου της νοικοκυρά του διαμερίσματος και στο άλλο θεατρικό στο «Πόσο καλό είναι το φως» δύο παρέες, δυο γενιές αυτή των πατεράδων μας και η δικιά μου γενιά συνδιαλέγονται δίχως ποτέ να συναντιούνται. Τα λογοτεχνικά κείμενα βέβαια δεν φιλοσοφούν δεν ερμηνεύουν ούτε προτείνουν από μόνα τους, απλά αφηγούνται ιστορίες. Οι ιστορίες όμως απαντούν στα ερωτήματα που τους θέτεις.

Πρώτη δημοσίευση: aplotaria.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου