Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

Αποφασίζουν οι λαοί;



του Θανάση Βασιλείου

Οι λαοί αποφασίζουν όταν τους φανταστούμε ως άτομα και ομάδες ίσων να συμμετέχουν με την ίδια ποιότητα στην ίδια κουβέντα, μέσω ουδέτερων διαύλων επικοινωνίας. Τέτοια πολιτικά συγκείμενα δεν υφίσταται και τέτοια κουβέντα ουδέποτε έγινε – ας πούμε, από την εποχή της άμεσης δημοκρατίας.
Οι λαοί μιλούν. Αλλά όταν αποφασίζουν σε καταστάσεις ιδεολογικής μεροληψίας και υπό καθεστώς διπλού βρόχου (αν πεις «ναι» αυτοκτονείς, αν πεις «όχι» αυτοκτονείς) και παιγνίου lose-lose (όπου χάνουν και οι δύο πλευρές), τότε αναλαμβάνουν δράση οι αναλύσεις∙ τα δε πορίσματα των αναλύσεων έχουν κάτι από την επισημότητα εκθέσεων νεκροψίας-νεκροτομής.
Η πειθαρχία των γερμανικών συμφερόντων έχει συμμαχήσει με ένα σκεπτικό που, μεταμφιεσμένο σε πραγματισμό, προκαλεί ακαμψία.
Η Ευρώπη, ανάμεσα σε κράτος και αγορά, δίνει την εντύπωση μετανεωτερικής ακυβερνησίας∙ σκάφους επιπλέοντος πολιτικά, ηθικά και οικονομικά, αδειάζοντας τα νερά με κουβαδάκια∙ δίχως αίσθηση ανέμων και ρευμάτων, χωρίς καμία αίσθηση σκοπού. Απλούστατα, γιατί δεν υπήρξε –όπως για την Ελλάδα, όπως και για το Ηνωμένο Βασίλειο– καμία σοβαρή εναλλακτική.
Και παρότι η Ε.Ε., ηττημένη και στην περίπτωση του Brexit, δεν έχει κανέναν λόγο να υποθέτει ότι όλα βαίνουν καλώς, κάνει ακριβώς το αντίθετο. «Κινδυνεύει η Ευρώπη μετά το Brexit;» ρωτήθηκε ο καμποτίνος Ζαν Κλοντ∙ η απάντησή του ήταν ένα χολωμένο «Οχι».
Aυτό όφειλε να πει! Ο Γιούνκερ σιτίζεται –ταξιδεύει, πίνει και γκουρμεδιάζει αφορολόγητος– από τα ταμεία της Ε.Ε. Κατά το διάσημο σχόλιο του περασμένου αιώνα, «είναι δύσκολο κάποιος να καταλάβει κάτι, όταν ο μισθός του εξαρτάται από το να μην καταλαβαίνει».
Οι λαοί μιλούν. Αλλά τι είναι «ο λαός»; Ιστορικά, αναδύεται από μια σύνθετη διαδικασία αφύπνισης, αντίδρασης σε μια ορατή απειλή∙ ως στάση αντίθεσης σε μια άδικη κατάσταση. Ομως, στις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες; Είναι «ο λαός» κατηγορία κρατικού δικαίου;
Δίνει το μύθευμα νομιμοποίησης στους εκλεγμένους; Ή μήπως είναι η οιονεί κυριαρχία μιας αδρανούς πολτοποιημένης και ατομοποιημένης ποικιλίας γνωμών που δεν συγκροτεί πολιτικό υποκείμενο; Η απάντηση είναι: Ολα και τίποτα.
Ως πολιτική αναφορά σημαίνει χειραφετητική εμπειρία και ηρωική αντίδραση, δηλαδή «Οχι», σε μια προσδιορισμένη απειλή συμφερόντων ή στόχων που εμποδίζονται να εκφραστούν με θετική διέξοδο.
Ως αναφορά δικαίου σημαίνει «Θα δούμε». Δηλαδή, ότι μόνον η κυβέρνηση ή οι κρατικοί θεσμοί –που μπορεί να είναι και αντίθετοι με το «πνεύμα του λαού»– μπορούν να εκφράσουν τη λαϊκή θέληση. Και αυτό όχι με το να ευθυγραμμίζεται η κυβέρνηση με τη λαϊκή ψήφο, αλλά ισορροπώντας σε άνισες καταστάσεις και διαφορετικές ευθυγραμμίσεις που σχετίζονται με το πλαίσιο λειτουργίας της Ε.Ε.
Το 2015 με τους Ελληνες στο όριο της θραύσης και τους πολιτικούς στα ομφαλοσκοπικά νέφη, η «δημοκρατική Ευρώπη» έστειλε τα πιο αντιφατικά μηνύματα. Ο Γιούνκερ έλεγε τότε «Μην αυτοκτονείτε! Πείτε “Ναι”» και ο διεθνής Τύπος μιλούσε για «πραξικόπημα» των ευρωπαϊκών θεσμών εις βάρος της λαϊκής ελληνικής βούλησης, όταν το «Οχι» έγινε «Ναι».
Οταν οι Ελληνες είπαν «Οχι» στη διαρκή λιτότητα, στην «Εκθεση των πέντε προέδρων», επικεφαλής των πέντε ευρωπαϊκών θεσμών, ήτοι, του Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Μάριο Ντράγκι, του επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, του Ντόναλντ Τουσκ, του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, του Γερούν Ντάισελμπλουμ, του προέδρου του Eurogroup, και του Μάρτιν Σουλτς, του προέδρου του Ευρωκοινοβουλίου, το συμπέρασμα ήταν «περισσότερη Ευρώπη», ότι «το ευρώ δεν έχει προβλήματα στην αρχιτεκτονική του», ότι η ευρωπαϊκή ανεργία και η ελληνική ανεργία του 25% είναι κάτι σαν πρόβλημα οδοντοφυΐας που θα θεραπευτεί με «περαιτέρω ενοποίηση» και «την εφαρμογή των κανόνων».
Υπό τα όμματα της Μέρκελ και του Σόιμπλε η Ελλάδα γύρισε στο «Ναι». Παράλληλα, σε όλους τους λαούς εστάλη ένα ξεκάθαρο μήνυμα: «Μπορείτε να λέτε ό,τι θέλετε, να ψηφίζετε ό,τι θέλετε, αλλά θα ακολουθήσετε την πολιτική που εμείς θα υπαγορεύουμε».
Η Ευρώπη, αντικρίζοντας το Brexit, πληρώνει το πείραμα της Ελλάδας. Αλλά ενώ η Ελλάδα είναι μια χώρα decision taker (μια μικρή χώρα που δεν μπορεί να πάρει δικές της αποφάσεις), η Μεγάλη Βρετανία είναι χώρα decision maker (παίρνει αποφάσεις). Βέβαια, όπως και στην Ελλάδα, σχέδιο για την επόμενη μέρα δεν υπήρξε από καμία πλευρά.
Οι Βρετανοί τώρα –αλληθωρίζοντας στο Bremain– ξεθάβουν το φάντασμα του Τσόρτσιλ με ένα από τα πιο διάσημα αποφθέγματά του: «Το πρόβλημα με τη διάπραξη μιας πολιτικής αυτοκτονίας είναι ότι ζεις για να μπορείς να το μετανιώσεις». Μεταφέρουν τη λογιστική των γενεών στην πολιτική ψήφο, υπονοώντας ότι οι γέροι Brexiteers δεν θα ζήσουν πολύ για να το μετανιώσουν, ενώ οι νέοι Βρετανοί που τάχθηκαν με το «Μένουμε Ευρώπη» θα ζουν για να φτύνουν στους τάφους των γερόντων. Τρικυμία…
Η παραδοχή ότι δεν αποφασίζουν οι λαοί συνεπάγεται ληξιαρχικό τέλος για τη δημοκρατία. Αλλά και η παραδοχή ότι αποφασίζουν οι λαοί συνεπάγεται επιλογή στην αυτοκαταστροφή τους. Προσώρας, η μεγάλη εικόνα στην Ευρώπη έχει κάτι από τον αποφθεγματικό λόγο του Φερνάντο Πεσόα: «Κανείς δεν καταλαβαίνει κανέναν. Ολα είναι διάκενο και τυχαίο, αλλά όλα είναι στη θέση τους».
Βέβαια, υπάρχουν εναλλακτικές ανάμεσα στο κράτος και την αγορά. Αλλά δεν τις θέλουν ούτε οι κυβερνήσεις, ούτε οι αγορές. Ομως, για πόσο; Ο πόλεμος μετράει θύματα.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου