Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

Εντεύθεν ο ού (πλέον) τόπος



Της Κωνσταντίνας Γεωργαντά

Τον Απρίλιο του 2016 ο συγγραφέας Περικλής Κοροβέσης έγραφε τα παρακάτω λόγια:
Τι γίνεται άραγε με μας; Ευτυχώς υπάρχουν πολλοί που στηρίζονται σε κάποια ασήμαντα πράγματα. Κάποια γωνιά στην επαρχία με μοσχομυριστά αγριολούλουδα. Μια βουνοκορφή που την κατοικούν θεοί. Δέντρα και χωράφια που καρποφορούν.Και φυσικά η απέραντη θάλασσα. Δηλαδή η ζωή. Ξέρουμε πως όλοι είμαστε κοινωνικά άρρωστοι. Αν αυτή η αρρώστια μεταφερθεί στην ψυχή μας και το σώμα μας, τότε πεθάναμε και αν ακόμα αναπνέουμε. Να πάμε με αυτούς που αντιστέκονται και δημιουργούν. Αυτό είναι το αντίδοτο. Η αντίσταση είναι Υγεία. Η δημιουργία, υπέρβαση του μικρού εαυτού μας.[1]
Στον απόηχο αυτών των γραμμών, το Εντεύθεν του Γιώργου Χατζελένη (Γαβριηλίδης, 2016) είναι, για μένα, μια προτροπή. Παραφράζοντας τα λόγια του ποιητή και δοκιμιογράφου Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου που θωρούσε τον ενεστώτα κάθε ποιήματος έναν ενεστώτα ιστορικό και τον τόπο του ού (πλέον) τόπο, η παρουσία του βιβλίου αυτού, όπως και ενός ποιήματος, «δηλώνει ήδη την απουσία, την έλλειψη από την οποία γεννιέται».[2]
Το ‘εντεύθεν’ του τίτλου είναι ο ου (πλέον) τόπος του συγγραφέα·είναι και ο συγγραφέας μαζί, αυτός που, ως πρωταγωνιστής της ίδιας του της αφήγησης, μας εκμυστηρεύεται πως πάντα του άρεσε να φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν, «με το ‘εκεί’ να ορίζεται άλλες φορές ως τοπικό επίρρημα κι άλλες ως χρονικό» (σελ. 117). Η δυναμική της κίνησης αυτής σε κάποιον άλλο τόπο είναι η προτροπή που κάνει τελικά την αφήγηση να πιάνει το αρχικό της νήμα από το τέλος, σαν το ίδιο το κουβάρι της Ιστορίας, με τον πρωταγωνιστή να κατανοεί τελικά πως το ταξίδι του στην Ιστορία για την ανεύρεση της α-λήθειας ως αντίβαρου της λήθης γέννησε πολλές ιστορίες μιας ζωντανής μνήμης που ζητά να καταγραφεί.
Έτσι η αφήγηση αναγεννάται στην τελευταία της σελίδα:

Αυτές τις μέρες στο νησί γέμισα από αφηγήσεις, εικόνες κι εμπειρίες. Αυτές οι μέρες στάθηκαν η αφορμή να ανακαλύψω το ρόλο μου σ’ αυτήν την κοινωνία. Και τον βρήκα. Έβγαλα από το σάκο το σημειωματάριό μου. Το άνοιξα διάπλατα στο σημείο όπου ξεκινούσαν οι άδειες σελίδες. Αφαίρεσα το καπάκι από το στυλό. Η μεταλλική μύτη ήταν έτοιμη να αφήσει το ίχνος της στη λευκή σελίδα. Εξάλλου, από τις μικρές ιστορίες χτίζεται η Ιστορία. Άρχισα να γράφω… (Εντεύθεν, σελ. 239)

Η προτροπή λοιπόν της αφήγησης είναι η προτροπή στην αφήγηση. Στην τέχνη αυτή που είναι μια πράξη επαναστατική, αφού αφήνει το ίχνος του ρόλου μας μέσα στην κοινωνία που θα θέλαμε να ζούμε, μια δράση μέσα από την οποία ανακαλύπτουμε τους γύρω μας και τον εαυτό μας. Μαθαίνουμε να ανακαλύπτουμε ξανά τη γλώσσα στη νεανική της μορφή, να μιλάμε με εικόνες, «με παραμύθια και παραβολές» κατά τον Σεφέρη, και να ερμηνεύουμε έτσι ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Καταγράφοντας αυτά τα λόγια και αυτές τις εικόνες, γινόμαστε κοινωνοί της συλλογικής μνήμης που χτίζεται από το ζωντανό μωσαϊκό γύρω μας και έτσι γινόμαστε εμείς οι ίδιοι αυτό το οποίο τα λόγια και οι εικόνες προσπαθούν να εκφράσουν. Τη στιγμή αυτή, υπάρχουμε ξανά μέσα από τη σύνθεση κάποιου νοήματος εντός του λόγου έχοντας επιπλέον τη δύναμη να κάνουμε το λόγο απρόβλεπτο και έτσι, όπως σημειώνει ο GastonBachelard, να μαθητεύσουμε στην ελευθερία.

 Μνήμη, αυτή η λέξη, η γένους θηλυκού ύπαρξη, με είχε σκλαβώσει τα τελευταία χρόνια. […] Αναζητούσα το πρόβλημα της λήθης στα πρόσωπα των συνανθρώπων μου. Στα βλέμματά της ήταν εμφανή τα αίτια. Η απώλεια της συλλογικής μνήμης οφείλεται στην κρίση της ατομικής μνήμης. […] Ανήκουμε σε μια γενιά που έχει μάθει να περνάει τον περισσότερο χρόνο της μέρας μπροστά σε μια οθόνη, μια γενιά αποκομμένη από τις ρίζες και τις παραδόσεις. Γκρεμίζουμε τις γέφυρες με το παρελθόν όταν παύουμε να συγκινούμαστε με τραγούδια που ακούγαμε από τα χείλη των γιαγιάδων μας. Αυτό μας οδηγεί αναπόφευκτα στην απώλεια της ατομικής και συλλογικής μας μνήμης.(Εντεύθεν, σελ. 95)

Η αφήγηση του Εντεύθεν γίνεται κάτω από τους χτύπους ενός ρολογιού, ενός από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα της αφήγησης. Ενός ρολογιού που «προσθέτει όλο και περισσότερο χρόνο στο παρελθόν» (σελ. 96), που σβήνει με το πέρασμά του «τη νεανική διάθεση για αλλαγή που όλοι ποθούμε» (σελ. 115), που συνδέεται με τόπους μνήμης, όπως όταν η γιαγιά του κεντρικού αφηγητή θυμάται πώς ο προπάππος της έπαιρνε τη μητέρα της στην πλατεία με το ρολόι στο Μπουρνόβα για να ψωνίσουνε και να δούνε καμήλες (σελ. 124). Το ρολόι, ένα μέσο χειροπιαστό, καμωμένο από ανθρώπινα χέρια, που όμως προσθέτει, σβήνει και κυλά μαζί με τις μνήμες μας ως μια αδυσώπητη υπενθύμιση πως είμαστε εγκλωβισμένοι σε ένα «διευρυμένο παρόν» (σελ. 159).

Ο αστικός τρόπος ζωής είχε αλλάξει το ρου του προγράμματός μας, μετατρέποντας το μεσημεριανό φαγητό σε απογευματινό. Τουλάχιστον έπεφτε πάνω σε ειδήσεις. Κάθε μπουκιά συνοδευόταν και με έναν βομβαρδισμό, με έναν αποκεφαλισμό, με έναν φόνο, με νέα μέτρα λιτότητας κι άλλα δεινά που συνέβαιναν στη χώρα και στη φλεγόμενη γειτονιά μας. Αυτό μ’ έκανε να νιώθω τυχερός που έχω ακόμη ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μου κι ένα πιάτο γεμάτο φαγητό. Ένα συναίσθημα αρκετά αρεστό για το σύστημα που υπηρετώ και συναναστρέφομαι καθημερινά. Παράλληλα, μαζί με το στομάχι, ικανοποιούνταν και τα μάτια από πλούσια θεάματα. Αδιάφοροι βλέπαμε το κακό που έρχεται. Είχαμε συνηθίσει στην τρομοκρατία των τηλεοπτικών καναλιών. Είχαμε εξοικειωθεί με τα ποτάμια αίματος, τους θανάτους, τις νέες χαράξεις συνόρων. Είχαμε παραμορφωθεί. (Εντεύθεν, σελ. 71)

Ανάμεσα στους χτύπους του ρολογιού, που μετρά την αφήγηση σαν ιδιότυπος μετρονόμος, η αφήγηση του Εντεύθεν σταματά, για στιγμές μονάχα, το χρόνο για να μας παρουσιάσει φιγούρες που μιλούν για ένα σωρό πράγματα, πράγματα ευφάνταστα, όπως «η ηλικία της φαντασίας» και η άυλη μορφή της, πράγματα καθημερινά, όπως η ύπουλη ανάγκη για μοναξιά και μοναχικότητα, αλλά και για να μας συστήσει φιγούρες περαστικές, που τονίζουν όμως το φόντο των καρέ εικόνων που παρελαύνουν, όπως τις δυο «γερασμένες μορφές» που ισορροπούν αρμονικά μέσα στο κομφούζιο μιας διασταύρωσης, τον «φρόνιμο ρεαλιστή» που από οραματιστής μερά τώρα τα χρόνοα για να βγει στη σύνταξη ή εκείνον που ενσαρκώνει την πιο αγνή μορφή αναρχισμού, τον πρωταγωνιστή μας, που φωνάζει: «Aγωνίσου και χάσε».
Μα μέσα σε όλες τις φιγούρες της μνήμης, μία έχει τη δύναμη να σταματά το χρόνο. Όταν εκείνη μιλά, η αφήγηση ξεφεύγει από το χρόνο του ρολογιού και ακολουθεί τα αργά βήματα της μνημοσύνης:

Μέσα στα λόγια της γιαγιά μου εντόπιζα έναν σιωπηλό φόβο. Το φόβο της λήθης. Την ανακούφιζε η ιδέα πως δεν είχα ξεχάσει την προγιαγιά μου. Τη μάνα της. Δε φοβόταν το θάνατο όσο φοβόταν ότι ίσως ξεχαστεί με το πέρασμα του χρόνου. […] 
«Τι θυμάσαι από τη ζωή της γιαγιάς στη Σμύρνη; Τι σου έχει πει για την καταστροφή και για τον ερχομό της στη Χίο;» 
«Πάνε χρόνια…» 
Έσκυψε πάνω από το τραπέζι. Τα μάτια της κοιτούσαν μέσα στις δυο ανοιχτές της παλάμες. Προσπαθούσε να επαναφέρει το παρελθόν μέσα από τη ζεστασιά των χεριών της. Αναζητούσε την πορεία της στο χρόνο και τις οικογενειακές της ρίζες πάνω στις γραμμές που διέσχιζαν το φθαρμένο της δέρμα. Το βλέμμα της χάθηκε στα βάθη του χρόνου. (Εντεύθεν, σελ. 123)

Η ζεστασιά των χεριών της γιαγιάς που μνημονεύει τους νεκρούς της σαν να ζουν ακόμη κοντά της συντροφεύεται αλλού με την κορμοστασιά της, τον τρόπο που κάθεται, τις αργές κινήσεις της, το ευλαβικό σκύψιμο του κεφαλιού της προς το σημείο όπου έχει στραμμένη την προσοχή της. Η γιαγιά σιγοτραγουδά και το τραγούδι που βγαίνει από τα χείλη της μας οδηγεί στην αλήθεια.
Αυτό το γλυκό τραγούδι, ενσαρκωμένο μέσα σε γυναικεία ανθρώπινη μορφή, διασώζεται μέσα στο βιβλίο του Γιώργου Χατζελένη που, σαν άλλη σειρήνα, μας ωθεί να το αδράξουμε κι εμείς, μελάνι και χαρτί, μελάνι και χαρτί.

Σημειώσεις

[1] Περικλής Κοροβέσης, «Η αγία ζώνη του ευρώ», Εφημερίδα των Συντακτών, 29.04.2016. 
[2]Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, «Γράμμα σ’ έναν πεθαμένο ποιητή», Μίμηση Ήχων: Σημειώσεις για την Ποίηση, Αθήνα: ύψιλον, 2014, σελ. 60.

Πηγή: Αγώνας της Κρήτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου