Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

Συνέντευξη στον Φίλιππο Κουτσαφτή



Ο κύριος Φίλιππος Κουτσαφτής γεννήθηκε το 1950 στη Ζαγορά του Πηλίου. Για δεκαεπτά πασχαλιές έζησε με τον παλιό τρόπο ζωής, ο οποίος σήμερα δεν υπάρχει. Έπειτα σπούδασε μηχανολογία αλλά τον κέρδισε ο κινηματογράφος, σπουδάζοντας γι’ αυτόν στη σχολή Σταυράκου. Με το κινηματογράφο ασχολήθηκε στην αρχή (1977) ως οπερατέρ κι ως διευθυντής φωτογραφίας από το 1983. Η πρώτη του ταινία ήταν το «Σεμνών Θεών» (1987) που αφορούσε μια σωστική ανασκαφή στον Κολωνό. Ακολούθησαν η «Αγέλαστος Πέτρα» (2000) και το «Αρκαδία Χαίρε» (2015). Μέσα από τις ταινίες του αλλά κι από τη συζήτηση μας, ο κύριος Κουτσαφτής επισημαίνει ότι η μνήμη είναι η μόνη μας περιουσία και σημειώνει πως η τωρινή κατάσταση που βιώνουμε ως λαός οφείλεται στην δυσαρμονία που προκαλεί η έλλειψη μέτρου κι έρωτα με την φύση και την ιστορία μας.

1. Τα γυρίσματα της «Αγέλαστος Πέτρα» διήρκησαν δέκα χρόνια κι άλλα έξι για το «Αρκαδία Χαίρε». Το αποτέλεσμα ήταν κάτι ανάμεσα σε ταινία και ντοκιμαντέρ. Πιστεύετε πως με το προσωπικό σας ταξίδι στο χρόνο, στην ιστορία, στη γνώση και στη μνήμη, δημιουργήσατε ένα νέο κινηματογραφικό είδος; Τις ταινίες-δοκίμια;

Δεν είμαι σίγουρος αν μπορώ να απαντήσω σ’ αυτήν την ερώτηση, αλλά αν τράβηξαν τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, πρώτον οφείλεται στο γεγονός ότι καταπιάνονται με θέματα τα οποία είναι πολύ μεγάλα για να μπορέσει κανείς να τα διαχειριστεί μέσα σ’ ένα μικρότερο χρόνο. Τουλάχιστον έτσι το είδα εγώ σε σχέση με τη δική μου αδυναμία και τις δυνατότητες που έχω σαν άνθρωπος. Για την Ελευσίνα η αρχική πρόθεση ήταν να παρακολουθήσω την εξέλιξη μιας πόλης μέσα στο χρόνο. Ήταν τριάντα χρόνια πριν από την στιγμή που μιλάμε, ήμουν τριάντα χρόνια νεώτερος και είχαν την ψευδαίσθηση που έχουν όλοι οι νέοι άνθρωποι πως ο χρόνος είναι ατελείωτος. Αναφέρομαι στον προσωπικό χρόνο. Εκείνα τα χρόνια έκανα μία άλλη δουλειά, ήμουν διευθυντής φωτογραφίας, και στα περιθώρια που μου επέτρεπε η δουλειά κι ότι χρήματα εξοικονομούσα, τα αφιέρωνα στο να μαζεύω το υλικό της Ελευσίνας. Είχε κάποια μειονεκτήματα αλλά και πλεονεκτήματα, πρέπει να ομολογήσω. Καταρχήν δουλεύεις σε έναν κοινωνικό χώρο με ανθρώπους, όπου με το χρόνο αποκτήθηκε μία εμπιστοσύνη, κυρίως από τους ανθρώπους προς εμένα, κι έτσι με μεγαλύτερη ευκολία μου ανοίχτηκαν και με θεώρησαν δικό τους. Όμως τότε δε ξεκίνησα για να κάνω μία παραγωγή. Μ’ ενδιέφερε το προσωπικό ταξίδι μέσα σ’ όλα αυτά, σ’ αυτήν την πόλη (Ελευσίνα) όπου υπάρχουν όλα αυτά τα στοιχεία της μνήμης, της ιστορίας, των αρχαιολογικών καταλοίπων κ.τ.λ. Κι επειδή σαν κοινωνία δεν έχουμε δώσει την πρέπουσα αξία και σημασία ούτε για την ιστορία, ούτε για τη μνήμη, ούτε και για τα αρχαιολογικά, χρειάζεται ένας μεγάλος αγώνας για να βρει κανείς αυτά τα διάσπαρτα στοιχεία τα οποία άλλα είναι εντοιχισμένα μέσα στην καθημερινή ζωή κι άλλα είναι αφημένα στην αγκαλιά της φύσης. Δε ξέρω αν η «Αγέλαστος Πέτρα» και το «Αρκαδία Χαίρε» ανήκουν σ’ αυτό το είδος που ανέφερες. Για μένα είναι ένα κομμάτι ζωής κι ένας μεγάλος έρωτας. Προσπάθησα επειδή δεν έχω κάποια θεωρητική δυνατότητα, να πάω στην Ελευσίνα και μέσα σ’ ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα να λύσω το ζήτημα ή να δω το ζήτημα όπως είναι. Προσπάθησα να μετατρέψω όλο αυτό σ’ ένα βίωμα. Να το δω μέσα από ένα βίωμα. Κι ίσως αυτό να δημιούργησε αυτήν την αμφίδρομη κατάσταση. 

2. Η βραδύτητα είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της σφαιρικής αποτύπωσης ενός θέματος ή ενός γεγονότος. Όμως σε μία κοινωνία που τρέχει με ιλιγγιώδης ρυθμούς, πως μπορούμε να ρυθμίσουμε τη δικιά μας βραδύτητα;

Μπορεί να τρέχουμε με ιλιγγιώδης ρυθμούς, το θέμα είναι που πάμε. Θυμάμαι μία φράση του Καβάφη που θα την πω περιφραστικά διότι δεν την έχω μπροστά μου. Μιλούσε για κάποιον κι έλεγε ότι εμείς αγαπητέ αφού κάνουμε έναν τεράστιο κύκλο επιστρέψαμε στο ίδιο σημείο απ’ όπου ξεκινήσαμε. Σίγουρα μπορεί να τρέχουμε με ιλιγγιώδης ρυθμούς αλλά το ζητούμε ως απάντηση δεν έχει αλλάξει. Ο καθένας έχει τον δικό του ρυθμό και μ’ αυτόν πορεύεται. Παρ’ όλα αυτά οφείλω να πω πως πάνω στα κοινωνικά και ιστορικά ζητήματα δεν βλέπω κάποια ιλιγγιώδη ταχύτητα να υπάρχει πέρα από τα άλματα της τεχνολογίας. 

3. Ποια ήταν η αφορμή που σας ώθησε να στραφείτε στην ιστορική γνώση και στην κοινή μας μνήμη; Η γνωστική σας εμβάθυνση καθώς και η δημιουργία των δυο κινηματογραφικών σας έργων έχει επηρεάσει τον καθημερινό σας τρόπο σκέψης;

Αυτός ήταν πάντα ο τρόπος σκέψης μου. Δεν έχει γίνει ανάποδα. Δεν ήταν οι ταινίες που επηρέασαν τον τρόπο σκέψης μου. Οι ταινίες για μένα είναι το ζητούμενο κατά έναν τρόπο και γι’ αυτό το λόγο υπάρχει μία κοινή συνισταμένη σ’ αυτές, διότι περνάω αυτό που μ’ ενδιαφέρει.

4. Στην «Αγέλαστος Πέτρα» περιγράφοντας τον χαρακτήρα των προσφύγων της Μικρά Ασίας, αναφέρατε πως μόνη τους περιουσία είναι η μνήμη. Η περιουσία αυτή έχει περάσει στα χέρια των νεώτερων γενιών;

Ως έναν βαθμό έχει περάσει. Ωστόσο θα ήθελα να πω κάτι για την περίπτωση των Ελευσίνιων Μικρασιατών. Όσο ζούσαν αυτοί οι άνθρωποι για τους οποίους είχαν την τεράστια τύχη να τους γνωρίσω, μιλώ γι’ αυτούς που ήρθανε μικρά παιδιά ή έφηβοι από την Μικρά Ασία και είχαν μνήμες πολύ έντονες, βρισκόντουσαν σε μία διαδικασία λήθης. Μάλιστα μία γιαγιά στο τέλος της ταινίας λέει ότι όλα αυτά τα πάθη μείνανε στο καλάθι των αχρήστων και τώρα δεν μπορούμε να ενωθούμε. Εννοούσε το στενό οικογενειακό κύκλο βεβαίως, την οικογένειά της. Διότι κάθε φορά που ξεκινούσε να πει κάτι, της έλεγαν τα εγγόνια «βρε γιαγιά πάλι τα ίδια θα λέμε;». Τώρα που φύγανε αυτοί οι άνθρωποι, πολλά από τα εγγόνια αυτά μου ζητούν το υλικό για να γνωρίσουν τους παππούδες τους. Βλέπεις δεν είχαν δώσει την προσοχή που έπρεπε όταν εκείνοι ακόμα ζούσαν. Επίσης απ’ ότι βλέπω και διαβάζω, έχει ιδρυθεί ένα μουσείο Μικρασιατών στην Ελευσίνα, που τότε βεβαίως δεν υπήρχε τίποτα απ’ όλα αυτά. Όσο ζούσαν αυτοί οι άνθρωποι και είχαν να δώσουν κάποια πράγματα δεν είχε γίνει καμία πρωτοβουλία. Τώρα που χαθήκανε, προσπαθούν να συνθέσουν αυτό το κομμάτι της μνήμης που χάθηκε. Είναι η μνήμη που κάνει κύκλους μέσα στον κύκλο της ιστορίας, σαν την πέτρα μέσα στο νερό. Χωρίς να θέλω να υποστηρίξω θεωρίες συνομωσίας, το ελληνικό κράτος εφάρμοσε μία διαδικασία λήθης στην περίπτωση των Μικρασιατών προσφύγων. Γι’ αυτό τους ανθρώπους αυτούς τους βάλανε έξω από το σώμα των πόλεων. Η Καισαριανή ήταν έξω από την Αθήνα, όπως και το Περιστέρι ενώ στην Ελευσίνα τους εγκαταστήσανε πάνω από τις γραμμές του τραίνου όπου υπήρχαν χωράφια. Βεβαίως στη συνέχεια ενοποιήθηκαν όλα αυτά. Μ’ αυτήν την λογική ενεργοποιήθηκε η διαδικασία της λήθης, συνειδητά ή ασυνείδητα. Αν και δεν έχω προσφυγική καταγωγή ούτε κάποιον φίλο με προσφυγικές ρίζες, είχα την τεράστια τύχη το 1988 που βρέθηκα στην Ελευσίνα για πρώτη φορά να διαπιστώσω με τεράστια έκπληξη πως ένα κομμάτι αυτών των ανθρώπων που ήρθαν από την Μικρά Ασία, είναι εν ζωή. Και βρέθηκα μ’ αυτούς τους ανθρώπους και προσπάθησα να τους καταγράψω. Κι έχω καταγράψει τους περισσότερους. Ήταν τόσο μεγάλη η συγκίνηση τους και νιώθω πολύ τυχερός που πέρασα αρκετά χρόνια μαζί τους καταγράφοντας και συζητώντας. 

5. Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τα παιδικά μας χρόνια ως μια προσωπική μας μυθική Αρκαδία; Η δικιά σας καταγωγή από τη Ζαγορά του Πηλίου πόσο και με ποιους παράγοντες έχει επηρεάσει τον χαρακτήρα και την προσωπικότητά σας;

Πάρα πολύ! Κάθε άνθρωπος κουβαλάει μία προίκα. Κι αυτή η προίκα προέρχεται από τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Η δικιά μου προίκα είναι αυτές οι δεκαεπτά πασχαλιές που έζησα στην Ζαγορά, τα πρώτα δεκαεπτά χρόνια της ζωής μου. Αυτό το κουβαλάω συνέχεια μαζί μου, στην καθημερινότητά μου. Άλλες φορές συνειδητά κι άλλες ασυνείδητα. Επίσης αισθάνομαι τυχερός διότι είχα ζήσει αυτόν τον παλιό κόσμο, ο οποίος χάθηκε στη συνέχεια αν και είχε χιλιάδες χρόνια πορεία πίσω του. Για παράδειγμα, οι συνθήκες παραγωγής, η σχέση με τα ζώα, ο τρόπος που καλλιεργούσαν τη γη, η έννοια της κοινότητας ήταν σαν να διάβαζες τον Ησίοδο. Έζησα τον παλιό κόσμο που δεν υπάρχει πια. Βλέπεις, στην επαρχεία άργησε να ‘ρθει ο αστικός τρόπος ζωής, κάτι που έγινε κατεξοχήν στο δικό μου χωριό, του οποίου το όνομά του στα σλάβικα σημαίνει «πίσω από το βουνό». Κι ενώ η βιομηχανική κι αγροτική επανάσταση είχε έρθει στον θεσσαλικό κάμπο, σε μας που κατοικούσαμε πίσω από το βουνό άργησε. 

6. Η Νοσταλγία (και η αναφορές σας στον Ταρκόφσκυ) είναι αναπόφευκτη. Πως όμως μπορεί να αντιμετωπιστεί;

Η Νοσταλγία είναι καλό να λειτουργεί ως ένα στοιχείο δημιουργικό μέσα στη ζωή του ανθρώπου. Προσωπικά δεν είμαι προσκολλημένος με το παρελθόν. Γεννήθηκα με ένα γαϊδουράκι κι έζησα όλα αυτά τα χρόνια που μεσολάβησαν για να φτάσουμε στα οχήματα. Δεν επιθυμώ να γυρίσουμε πίσω στη κοινωνία με τα γαϊδουράκια. Καλό είναι να τα έχουμε όλα αυτά ως ένα εφόδιο, ένα ευφράδη, όπου πάνω εκεί θα στήσουμε τη καινούργια μας ζωή. Είναι ενδιαφέρον να βλέπουμε τη ζωή όπως εξελίσσεται και να ακολουθούμε. Δεν πρέπει να μένει κανείς πίσω. Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε πράγματα κι αξίες σημαντικές. Γι’ αυτό κι αισθάνομαι τυχερός που έζησα έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια. Από την εποχή με το γαϊδουράκι μέχρι την σημερινή εποχή με το ipad. Επίσης μεγάλη τύχη θεωρώ να έχει κανείς ουσιαστική σχέση με την φύση και το χώμα. Δε μπορώ να απορυθμίσω πόσα είναι τα οφέλη μέσα απ’ αυτήν τη σχέση. 

7. Την Χίο την ζήσατε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας του Δήμου Αβδελιώδη «Το δέντρο που πληγώναμε». Έχοντας μία εικόνα για τους κατοίκους του νησιού, πως ερμηνεύετε το ξενοφοβικό κλίμα που έχει ριζώσει σε ένα νησί στο οποίο ένα υπολογίσιμο ποσοστό του πληθυσμού του έχει προσφυγικές ρίζες;

Είναι πολύ δύσκολη η ερώτηση. Είναι θλιβερά τα φαινόμενα αυτά. Καλό είναι να μην καταφεύγουμε στην ευκολία να κατηγορούμε τους ανθρώπους. Είναι τραγικό να επαναλαμβάνονται ιστορίες όπως αυτήν που είχα διαβάσει για έναν πατέρα-πρόσφυγα σε κάποιο νησί του Β. Αιγαίου, λίγο μετά την άφιξή τους εκεί, το ’22, ο οποίος ζητούσε από τους ντόπιους λίγο νερό για το παιδί του και κανείς δεν του ‘δινε, κι έτσι αναγκάστηκε να φτύσει μέσα στο στόμα του παιδιού του για να ξεδιψάσει. 

8. Ποιο θα είναι το επόμενο ταξίδι σας μετά την Ελευσίνα και την Αρκαδία; Σε μία συζήτησή μας στην Άνδρο το καλοκαίρι του 2005 μου είχατε μιλήσει για την αγάπη που έχετε για τα καράβια. Θα πραγματοποιήσετε ένα κινηματογραφικό ταξίδι μ’ αυτά;

Πήγα ένα ταξίδι τον περασμένο μήνα. Ήταν μία εμπειρία συγκλονιστική. Κράτησε είκοσι δύο μέρες μέσα στον Οκτώβριο κι έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου να το ξανακάνω πάλι με την πρώτη ευκαιρία. Μ’ αυτόν τον τρόπο σου δίνεται ο χρόνος να γράψεις όλα αυτά που σκέφτεσαι. Και πιθανότατα θα τα γράψω διότι δε ξέρω αν θα βρω το χρόνο να τα κάνω ταινία ποτέ. Τουλάχιστον αν μην τι άλλο να τα γράψω για τα παιδιά και για τους επερχόμενους.

Φωτογραφία: Κατερίνα Καμπίτη
Πρώτη δημοσίευση: aplotaria.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου