Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017

"Η απόφασή σας υπενθύμισε τις αληθινές ευρωπαϊκές αξίες"



«Αξιότιμε Υπουργέ Σταύρο Κοντονή,

Θέλω να εκφράσω την αληθινή ευγνωμοσύνη και τον σεβασμό μου για την απόφασή σας και την απόφαση της Ελληνικής Κυβέρνησης να μη συμμετάσχει στο αποτρόπαιο συνέδριο με θέμα «Η κληρονομιά στον 21ο αιώνα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από τα κομμουνιστικά καθεστώτα». Η αιτιολόγηση της απόφασής σας ήταν απλά τέλεια!
Δυστυχώς, τέτοιου είδους προσπάθειες σιωπηρής δικαιολόγησης του ναζιστικού καθεστώτος και της ναζιστικής ιδεολογίας είναι έντονα παρούσες στη σημερινή πολιτική ζωή της Εσθονίας. Η δική μου απόφαση να γιορτάσω την 9η Μαΐου ως ημέρα νίκης για τις συμμαχικές δυνάμεις στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο προκάλεσε οργή σε πολλούς δημοσιογράφους και πολιτικούς.
Προκάλεσε όμως και ένα κύμα υποστήριξης. Επομένως, επιτρέψτε μου να σας διαβεβαιώσω ότι η Εσθονία δεν είναι μία χώρα ναζί και ότι εδώ, όπως και οπουδήποτε αλλού, οι ναζί και οι συμπαθούντες αυτούς είναι μια μειοψηφία.
Η απόφασή σας υπενθύμισε τις αληθινές ευρωπαϊκές αξίες και έδωσε δύναμη σε όλους όσους ανησυχούν για την αύξηση του κλίματος ψυχρού πολέμου, σε όλους όσους δεν ξεχνούν την ιστορία και που γνωρίζουν ότι ο σοσιαλισμός και η ελευθερία μπορούν όχι μόνο να συνδυαστούν, αλλά ότι ο σοσιαλισμός είναι απαραίτητος για την ελευθερία.
Το συνέδριο αυτό είναι μία ντροπή, αλλά είμαι σίγουρη ότι θα υπάρξει μέλλον όταν δεν θα οργανώνονται πλέον εκδηλώσεις σαν και αυτήν. Εσείς απλώς βοηθήσατε αυτό το μέλλον να έρθει λίγο νωρίτερα.

Με εκτίμηση, 
Oudekki Loone 
Μέλος του Εσθονικού Κοινοβουλίου, της Επιτροπής Άμυνας 
& της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων». 


(Η κα. Loone είναι μέλος του κεντρώου κόμματος της Εσθονίας, του μεγαλύτερου από τον κυβερνητικό συνασπισμό, στο οποίο ανήκει και ο Εσθονός πρωθυπουργός. Είναι η ίδια που όταν πρότεινε να γιορτάσει η Εσθονία την 9η Μαίου ως μέρα απελευθέρωσης από τους Ναζί, βρέθηκε αντιμέτωπη με απίστευτες αρνητικές αντιδράσεις στην χώρα της.)

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Ιστορικός αναθεωρητισμός: κομμουνισμός=ναζισμός



του Άγγελου Ελεφάντη
Το κείμενο δημοσιεύθηκε στα «Ενθέματα» της Αυγής, 16.9.2001

Διάβαζα προ ημερών ένα από τα γνωστά για την "τσαχπινιά" τους κείμενο του κ. Πρετεντέρη στο Βήμα. Κι αφού καθάρισα και ξανακαθάρισα τα γυαλιά μου πείστηκα ότι, τελικά, δεν είχα κάνει λάθος στην ανάγνωση. Τετρακόσια εκατομμύρια, έγραφε το κείμενο, ήταν οι φόνοι που διέπραξαν ο Στάλιν, ο Πολ Ποτ, ο Μάο Τσε Τούνγκ και οι ανά τον κόσμο κομμουνιστές. Καϋμένε Στεφάν Κουρτουά που υποστήριξες στη γνωστή Μαύρη Βίβλο ότι τα θύματα του κομμουνισμού ήταν μόνον εκατό εκατομμύρια... Σε είχαν όλοι αποπάρει, ακόμη και συνεργάτες σου στη Μαύρη Βίβλο, έτσι που αναγκάστηκες να περιορίσεις το φονικό κατά μερικά εκατομμύρια. Αν είχες υπόψη σου τα νούμερα του Πρετεντέρη δεν θα αναγκαζόσουν να ρίξεις νερό στο κρασί σου.
Το πρόβλημα όμως, ειλικρινά, δεν είναι ο Πρετεντέρης, αλλά η γιγαντιαία επιχείρηση του "ιστορικού αναθεωρητισμού", την οποία ξεκίνησαν Γερμανοί ιστορικοί, ήδη από τη δεκαετία του '60, την συνέχισαν επαξίως Γάλλοι, Άγγλοι, Αμερικανοί, εσχάτως προστέθηκαν και οι ημέτεροι ιστορικοί Στάθης Καλύβας και Νίκος Μαραντζίδης, με τις "ακριβείς" καταμετρήσεις σκοτωμένων από την ΟΠΛΑ αφ' ενός, τους ταγματασφαλίτες και λοιπούς δωσίλογους αφ' ετέρου. Σύμφωνα όμως με αυτές τις καταμετρήσεις η κόκκινη τρομοκρατία ήταν αγριότερη και μαζικότερη από τη μαύρη τρομοκρατία.
Για τους μη εξοικειωμένους σ' αυτού του είδους την ιστορική μπακαλική, να προσθέσω ότι ο "ιστορικός αναθεωρητισμός", όχι όμως και το τέκνο του ο "ιστορικός αρνητισμός" (:"δεν υπήρξε ολοκαύτωμα") κ.λπ. – δεν αποσιωπούν τα εγκλήματα του ναζισμού. "Απλώς", λιγοστεύουν, τεχνηέντως ή χονδροειδώς, το μερίδιο αίματος του ναζισμού κατά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, το επιρρίπτουν στην ευθύνη αποκλειστικά μιας μερίδας γνωστών ηγετών ναζί και των SS – μέχρι του σημείου ώστε οι θανατωθέντες Εβραίοι στα στρατόπεδα να μην ξεπερνούν, κατ' αυτούς, τα δύο με τρία το πολύ εκατομμύρια. Απ' την άλλη μεριά αυγατίζουν τα θύματα εις βάρος των Γερμανών και των συμμάχων τους, π.χ. εξαιτίας των συμμαχικών βομβαρδισμών πόλεων και μη στρατιωτικών εγκαταστάσεων, και έτσι, στον σχετικό ισολογισμό, ναζί και σύμμαχοι έρχονται πάτσι.
Όχι ακριβώς: ένα μεγάλος λογαριασμός εγκλήματος μένει ανεξόφλητος, δεν συμψηφίζεται με αριθμητικώς ισόποσα εγκλήματα του ναζισμού. Πρόκειται για τα εγκλήματα, τα δεκάδες εκατομμύρια θύματα του κομμουνισμού, αυτής της άλλης μάστιγας της ανθρωπότητας που χρησιμοποίησε τον φόνο ως τρόπο άσκησης της πολιτικής: ο κόκκινος και ο μαύρος φασισμός, η μαύρη και η κόκκινη τρομοκρατία ή, κατά κομψότερο τρόπο, ο κόκκινος και ο μαύρος ολοκληρωτισμός. Αυτή είναι η "θεωρία", ήδη λεπτουργημένη στα χρόνια του Μεσοπολέμου και κύριο ιδεολογικό και θεωρητικό εργαλείο του "ελεύθερου κόσμου" τα ατέλειωτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου. Ο Ψυχρός Πόλεμος τέλειωσε, έδωσε την ήττα στα καθεστώτα του Υπαρκτού σοσιαλισμού και γενικότερα τις δυνάμεις του ιστορικού κομμουνισμού. Ίσως, θα νόμιζε κανείς, ότι τώρα πλέον η πολεμική δεν έχει ανάγκη τα μέσα που χρησιμοποίησε επί Ψυχρού Πολέμου: ο κομμουνισμός, ο σταλινισμός και οι συνοδοιπόροι αυτών είναι πεθαμένοι και νεκροί, πτώματα τυμπανιαία και οδωδώτα. Άφετε τους τεθνεώτας θάψαι τους εαυτών νεκρούς.
Α, μπα. Ουδαμώς. Οι ιδεολόγοι τους γνωρίζουν πολύ καλά αυτό που γνωρίζουμε όλοι. Ότι δηλαδή το παρελθόν νοηματοδοτεί το παρόν και στο παρόν επινοείται το μέλλον μολονότι όχι γραμμικά και όχι νομοτελειακά. Στη μεταμοντέρνα μας όμως εποχή, που εδράζεται αποκλειστικά στο παρόν, όπου τα πάντα είναι παροντικά, δεν μπορεί να επιβιώνει μια ζώσα ιστορία, ένα παρελθόν δηλαδή που κάτι ακόμη μπορεί να προσκομίσει στο παρόν. Σ' αυτή την περίπτωση οι διαχειριστές του παρόντος ανακατασκευάζουν το παρελθόν αυθαιρέτως αλλά αληθοφανώς, ώστε να συνάδει και να συνηγορεί προς τη χρεία του παρόντος. Μια κατασκευή, λέγεται, είναι η ιστορία, το πραγματικό κατασκευάζεται κι αυτό: μια αφήγηση είναι και το παρελθόν. Έκαστος και η αφήγησή του περί του παρελθόντος. Δεν μπορεί, λοιπόν, να επιβιώνουν περί της πραγματικότητος του ιστορικού κομμουνισμού αντιλήψεις που να μην τον θεωρούν εγκληματικό εκ φύσεως, διότι εκεί τον οδήγησε, στο έγκλημα, η θεωρία της πάλης των τάξεων. Η "ουσία" του κομμουνισμού αρχίζει και τελειώνει με το έγκλημα. Άρα, εις την γέενναν του πυρός. Καλά, το πράξαμε αυτό με τον ναζισμό και ορθώς. Ενώ όμως ο κομμουνισμός νικήθηκε κοινωνικά και πολιτικά, διατηρούνται ακόμη ανάμεσά μας κάποιες σκιές του παρελθόντος του με δυναμογόνα και ιδαλγικά φωτοστέφανα που τον συντηρούν ως ιστορική ενδεχομενικότητα που οι άνθρωποι (η πάλη των τάξεων) μπορεί να την επικαιροποιήσουν ξανά, διότι το φάντασμα εξακολουθεί να πλανιέται ακόμη πάνω απ' την Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο.
Πρέπει, λοιπόν, το παρελθόν να εξορκισθεί ανέκλητα και οριστικά, να μην ταράξει ξανά τις συνειδήσεις των ανθρώπων και να τους εμπνεύσει παραδείγματα. Και ιδού η εργαλειακή χρησιμότητα ορισμένων αφηγήσεων στη μεταμοντέρνα εποχή μας: από τους Ελασίτες ως τους μαχητές του Στάλινγκραντ και του Κιούρσκ, από το "κόμμα των εκτελεσμένων" (ΚΚΓ) ως τους μαχητές των Βιετκόγκ, από τα υπόγεια της παρανομίας ως τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, από το μαχόμενο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα ως τις απόπειρες θεμελίωσης λαϊκής εξουσίας, όλα αυτά, άνθρωποι, ιδέες, αγώνες ήταν όργανα του κακού. Ο τρόπος της καταδίκης και της ιστορικής αναθεώρησης είναι θεολογικός και η πρακτική συνέπεια, όπως η θεολογία επιτάσσει, είναι η ανάνηψις, ή μετάνοια. Άπειρες οι μορφές της μετάνοιας, κι όχι ίδιες μ' εκείνες που εξάγονταν παλιά στα κρατητήρια της Ασφάλειας.
Έρχεται, λοιπόν, λειτουργός της Ε.Ε., ο Σουηδός βουλευτής Λίντμπλατ, και υποβάλλει στο Συμβούλιο της Ευρώπης ένα μνημόνιο στο οποίο καταγράφεται το νέο credo: "Τα εγκλήματα στα οποία οδηγεί η κομμουνιστική θεωρία της πάλης των τάξεων δεν έχουν καταδικασθεί διεθνώς όπως αυτά των ναζί". Από την αποτίμηση της κομμουνιστικής εγκληματικής κληρονομιάς απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στον Κόκκινο Στρατό και την τεράστια προσφορά της ΕΣΣΔ στη συντριβή του ναζισμού. Απουσιάζει, επίσης, κάθε αναφορά στις κομμουνιστικής εμπνεύσεως δυνάμεις της ευρωπαϊκής Αντίστασης.
Δεν ξέρουμε τι θα ψηφίσει η κοινοβουλευτική ομάδα της Ευρωβουλής στην οποία έχει παραπεμφθεί το μνημόνιο. Στο Συμβούλιο εγκρίθηκε κατά πλειοψηφία. Ήδη όμως μεγάλα τμήματα του ευρωπαϊκού πολιτικού φάσματος, μαζί και όλα τα ελληνικά πολιτικά κόμματα καταδίκασαν το μνημόνιο του Σουηδού, αρνούμενα να εξισώσουν την εγκληματική πολιτική του ναζισμού που ερείπωσε και ματοκύλησε την Ευρώπη με την ιστορική προσφορά της ΕΣΣΔ και των κομμουνιστών στον αγώνα κατά του φασισμού. Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό• οι Ευρωπαίοι δεν μπορούν να καταπιούν το δόγμα του Σουηδού (αν και οι Ανατολικοευρωπαίοι, μέλη πλέον της Ε.Ε., τάσσονται ανεπιφύλακτα στο πλευρό του, είναι οι κυρίως επισπεύδοντες).
Υπάρχουν, βέβαια και βεβαιωμένα και τα εγκλήματα του κατά την σταλινική εκδοχή ιστορικού κομμουνισμού, αυτά που τον αμαύρωσαν και κατέστησαν αφερέγγυα την ιδέα του σοσιαλισμού. Εμείς, κομμουνιστογενείς και γενικά οι αριστεροί δεν κάνουμε γαργάρα τα γκουλάγκ, τις δίκες, τις διώξεις, τις μαζικές εκτελέσεις. Ούτε καλυπτόμαστε από την αισχυντηλή καλύπτρα της "παραβιάσεως της σοσιαλιστικής νομιμότητας", που κάποια εποχή προσπαθούσε να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Μετά την αποκάλυψη της έκθεσης Χρουστσώφ το 1956, που έριξε κάποιο φως στο τοπίο, και έκτοτε συνεχώς, οι ανανεωτικοί κομμουνιστές, οι μαρξιστές, οι αριστεροί έρχονται και επανέρχονται στα ανομήματα του σταλινισμού, αυτοί πήραν το ζήτημα στην πλάτη τους, αυτοί κατάφεραν να αναλύσουν επαρκώς τη σταλινική περίοδο, αν και το ζήτημα έχει ακόμα πολύ δρόμο μπροστά του. Απ' αυτή την κριτική προέκυψαν όλες οι θεωρητικές και πολιτικές τάσεις της σύγχρονης ευρωπαϊκής αριστεράς, αναδεικνύοντας και πληθώρα πραγματολογικών στοιχείων. Όσο και να πονούσε το ζήτημα –και πονούσε πολύ– οι κομμουνιστές καταδίκασαν την αιμόφυρτη σταλινική πολιτική, χωρίς να έχουν ανάγκη τα credo του ιστορικού αναθεωρητισμού και την αρνήθηκαν, ακριβώς, στο όνομα του σοσιαλισμού. Χωρίς να γίνουν ριψάσπιδες και ρενεγκάδες. Και πολύ πριν την κατάρρευση του Υπαρκτού όσο υπήρξαν ιδέες και αγώνες απελευθερωτικοί για την χειραφέτηση των εργαζομένων απ' αυτήν τη ρίζα, κυρίως, προέρχονται. Εκτός από κάποιους που αγκυρώθηκαν για τα καλά στη σαγήνη των ιδεών του μπρεζνιεφισμού και τον αγγελικό κόσμο που αυτός οικοδομούσε.
Από τη σκοπιά του σοσιαλισμού, ο Υπαρκτός για μας ήταν το προς αποφυγήν παράδειγμα. Θεωρητικοί μαρξιστές-κομμουνιστές ήταν εκείνοι που στην ΕΣΣΔ τα χρόνια '60 με '80 θεωρούσαν ότι στη Σοβιετική Ένωση είχε επικρατήσει ένας "τρομοκρατικός τρόπος παραγωγής" (Ανρί Λεφέβρ κι άλλοι πολλοί). Αυτά δεν είναι εκ των υστέρων αφηγήσεις, αλλά θέσεις μάχης από τη σκοπιά του σοσιαλισμού, διατυπωμένες συγχρονικά, ενώ ξετυλίγονταν η ιστορία. Από την ίδια σκοπιά συνέχιζαν οι αριστεροί να βλέπουν ότι η πραγματική "υπαγωγή" των εργαζομένων στο κεφάλαιο (Μαρξ) πραγματοποιείται με ποικίλες μορφές βίας. Κι ότι στη διάρκεια της ταξικής πάλης η βία, συμβολική και υλική, μονίμως ερχόταν από τη μεριά του κεφαλαίου και του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού κράτους. Από την παράταξή μας όμως ξεπήδησε ένας στοχαστής που έλεγε ότι ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει. Δεν ξέρω κανένα που να υποστηρίζει ότι ο καπιταλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει. Στα καπιταλιστικά λογιστήρια η δημοκρατία δεν έχει ανοιγμένη μερίδα. Ο ιστορικός αναθεωρητισμός έχει.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στα «Ενθέματα» της Αυγής, 16.9.2001
Στη φωτογραφία: Αναζητώντας τροφή στα σκουπίδια, χειμώνας 1941-1942 (Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας)

Τρίτη, 22 Αυγούστου 2017

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Ο Κονφορμίστας (1970)


Μία ακόμη θερινή κινηματογραφική σεζόν φτάνει στο τέλος της, με μοναδικές εξαιρέσεις στο φτωχό της πρόγραμμα τις δυο ισπανικές προτάσεις (Η Οργή ενός Υπομονετικού Ανθρώπου & Κανείς δε Μπορεί να μας Σώσει) και το Open Air Festival. Όμως οι θερινές προβολές γίνονται ονειρικές όταν συνδυάζονται με κινηματογραφικά διαμάντια του παρελθόντος. Με μία τέτοια κινηματογραφική βραδιά αποφάσισα να κλείσω την φετινή σεζόν. Γι' αυτό κι επέλεξα τον Ζέφυρο όπου αυτές τις μέρες προβάλλει το αξεπέραστο αριστούργημα του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, "Ο Κονφορμίστας".
Η ιστορία μας γυρνάει στην δεκαετία του '30, όπου ένας μυστικός πράκτορας της φασιστικής Ιταλίας ταξιδεύει στο Παρίσι έχοντας μυστική αποστολή να δολοφονήσει έναν πρώην καθηγητή του, ο οποίος έχει αντιφασιστική ιδεολογία και δραστηριότητα. Με βασική υπόθεση την παραπάνω αποστολή, παρακολουθούμε παράλληλα διάφορες πτυχές από τη ζωή του πρωταγωνιστή. Μέσα απ' αυτό το έξυπνο κινηματογραφικό παζλ, προσπαθούμε να συμπληρώσουμε την προσωπικότητα του φασίστα (και του κάθε φασίστα). 
Βασικότερο χαρακτηριστικό αυτών των ανθρώπων είναι το τραυματικό τους παρελθόν. Υπήρξαν αδύναμα μέλη στις σχολικές παρέες κάτι που τους μετέτρεπε συχνά σε στόχο επιθέσεων και χλευασμών από άλλους συμμαθητές, μ' αποτέλεσμα να μετατραπούν σε φοβικά άτομα. Έπειτα μεγάλο ρόλο έπαιξε η οικογένεια. Στη συγκεκριμένη ταινία παρατηρούμε τα απομεινάρια μιας πλούσιας οικογένειας με προβληματικό παρελθόν. Ο πατέρας κλεισμένος σε ένα φρενοκομείο προσπαθεί να ξεχάσει ένα παρελθόν σκοτεινό (δεν διευκρινίζεται ιδιαίτερα στην ταινία) κι η μητέρα πνιγμένη στη μοναξιά κι εθισμένη στα ναρκωτικά παλεύει ανορθόδοξα να διατηρήσει με κάθε θυσία τη χλιδή του παρελθόντος. Σημαντικό όμως ρόλο παίζουν και διάφορες άσχημες στιγμές όπως μία απόπειρα βιασμού, στην οποία ο πρωταγωνιστής γλιτώνει μετά από φονικό...
Όλα τα παραπάνω στοιχείο αποδεικνύουν και δικαιολογούν την ανανδρία, την ανευθυνότητα αλλά και τη δειλία τόσο του πρωταγωνιστή όσο και του μέσου φασίστα τόσο του παρελθόντος όσο και του παρόντος. 


Παράλληλα ο Μπερτολούτσι καταφέρνει μέσα από τη ταινία να σκιαγραφήσει εκπληκτικά τη ψυχολογία των κοινωνικών τάξεων εκείνης της περιόδου. Με έναν άκρως σατυρικό θα έλεγα τρόπο, παρουσιάζει τυφλούς όλους τους διανοούμενους της Ιταλίας, καταδικάζοντας έξυπνα την εθελοτυφλία των "διαβασμένων" απέναντι στην επέλαση του εγχώριου φασισμού. Οι δεξιώσεις τους πραγματοποιούνται σε ημιυπόγειους χώρους χωρίς παλμό και διάθεση για ζωή. Αντιθέτως στην ελεύθερη ακόμα Γαλλία, η λαϊκή τάξη ζει με παλμό κι έρωτα κι αυτό παρουσιάζεται τόσο με τον (σχεδόν) ερωτικό χορό των δυο γυναικών (ξεπέρασε σε φινέτσα μία αντίστοιχη χορογραφία που είχαμε απολαύσει στην εξαιρετική Frida) όσο και με τον κυκλικό χορό που φανερώνει τη διάθεση για ζωή όλων όσων βρίσκονται εκεί μέσα εκτός του φασίστα που "παγιδεύεται" στο κέντρο της πίστας. 
Επίσης με πολύ έξυπνο τρόπο καυτηριάζει τον ρόλο της εκκλησίας κατά τη διάρκεια εκείνων των σκοτεινών καιρών, με έναν ιερέα να ενδιαφέρεται περισσότερο για τις πολιτικές απόψεις του πιστού και για πικάντικες λεπτομέρειες του ερωτικού του παρελθόντος, παρά για την σωτηρία της ψυχής του στην μεταθάνατον ζωή. 
Στον τομέα των ερμηνειών εντυπωσιάστηκα με τον Γάλλο ηθοποιό Jean-Louis Trintignant, τον οποίον πρώτη φορά είδα σε νεαρή ηλικία και δυσκολεύτηκα να τον αναγνωρίσω (έχω συνδυάσει τη φυσιογνωμία του με την Κόκκινη Ταινία και το Amour, δηλαδή γέρο). Υποδύθηκε εκπληκτικά τον φοβικό άνδρα που δεν έχει και δε θέλει να μεγαλώσει αλλά που είναι κι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να πουλήσει την ιδεολογία του για να ικανοποιήσει το συμφέρον του. Οι σκηνές όπως αυτή που γαβγίζει σε σκυλιά κι ειρωνεύεται την μάνα του καθώς αναζητάει τον ντίλερ της, ήταν τόσο ρεαλιστικές που τις θεώρησα αυθόρμητες. 
Κι αν ο Ζαν Λουι Τρεντινιαν ήταν η ψυχή της ταινίας, οι δυο γυναικείες υπάρξεις ήταν η καρδιά της ιστορίας. Η Ντομινίκ Σάντα εντυπωσιάζει με το φεμινιστικό της πνεύμα και την αντιφασιστική της δράση ενώ η Στεφανία Σαντρέλι ξεχείλιζε από ερωτισμό (πέρα από το υπέροχό της βλέμμα ερωτεύτηκα και το λακάκι στο πηγούνι της). Ενδιαφέρουσες προσωπικότητες όμως ήταν κι ο καθηγητής-θύμα Enzo Tarasci κι ο Gastone Moschin που υποδυόταν τον άνθρωπο σκιά που παρακολουθούσε την αποστολή του φασίστα. 


Η ταινία σε ταξιδεύει πολύ όμορφα σ' εκείνη τη περίοδο τόσο από το υπέροχο ντύσιμο των ηθοποιών όσο και με τα πλάνα στο εσωτερικό χώρο των σπιτιών και των υπολοίπων κτιρίων. Εκπληκτική η αποτύπωση της φασιστικής αρχιτεκτονικής των δημοσίων κτιρίων. Πανέμορφο το σπίτι του καθηγητή, το οποίο είναι στιβαρό, γεμάτο βιβλία και μυστικά δωμάτια όπως είναι κι η προσωπικότητά του, σε αντίθεση με το σπίτι της συζύγου του φασίστα, όπου είναι δαιδαλώδες και φτωχό από διακόσμηση και γνώση. Επίσης μου άρεσε που είδα σε χρήση ξενοδοχείου το αγαπημένο μου παριζιάνικο μουσείο Ορσέ. Και τέλος λάτρεψα πολύ τα παλιά οχήματα που επιλέχθηκαν στην ταινία.
Αυτό όμως που έκανε την ταινία ξεχωριστή ήταν η άψογη συνεργασία του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι με τον φωτογράφο Βιτόριο Στοράρο, κάτι το οποίο μας πρόσφερε καταπληκτικά πλάνα με εντυπωσιακή ισορροπία τόσο στις μορφές όσο και στο χρώμα. Άνετα κάθε πλάνο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μία ξεχωριστή φωτογραφία κάποιας έκθεσης (την ίδια εντύπωση που άφησε η πολυαγαπημένη Ida). Πραγματικά δε ξέρω πιο πλάνο να πρωτοδιαλέξω για να φέρω ως παράδειγμα στην όμορφη αποτύπωση της ταινίας πάνω στη μεγάλη οθόνη. Ίσως να διάλεγα τα πλάνα της καταδίωξης μέσα στο δάσος αλλά και τα ισορροπημένα κάδρα στους εσωτερικούς χώρους των κτιρίων. Ή μήπως τον εντυπωσιακό υπαίθριο χώρο του ψυχιατρείου όπου βρισκόταν έγκλειστος ο πατέρας του ήρωα. Όπως βλέπετε το δίλημμα είναι δύσκολο.
Δε μπορώ όμως να μην αναφερθώ όμως και στην υπέροχη μουσική του έργου, η οποία ολοκλήρωνε πλήρως την αισθητική όψη του αριστουργήματος.
Φεύγοντας από τον κινηματογράφο Ζέφυρο, επέστρεφα σπίτι με ένα παράπονο. Γιατί να μη γυρίζονται πλέον τέτοιες ταινίες, ειδικά τώρα που το έχουμε ανάγκη.

Βαθμολογία: 9/10

Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Τα συγκοινωνούντα δοχεία του αίματος



του Γιώργου Τσιάρα

Νέα Υόρκη, Σεπτέμβρης του 2001, το πρωί που άλλαξαν όλα. Και μετά Μαδρίτη, Λονδίνο, Παρίσι, Βρυξέλλες, ξανά Παρίσι, Νίκαια, Βερολίνο, Μάντσεστερ, Κωνσταντινούπολη, ξανά Λονδίνο, και τώρα Βαρκελώνη, για να αναφέρουμε μόνο τους πιο σημαντικούς σταθμούς στο χωρίς φρένα τρενάκι του τρόμου.
Μία ατέρμονη αλυσίδα από «τυφλά» μακελειά, με εντελώς διαφορετικά μέσα (από αεροπλάνα και Καλάσνικοφ μέχρι κλεμμένα φορτηγά, νοικιασμένα αμάξια και κουζινομάχαιρα του ενός ευρώ), αλλά πάντα με ισλαμιστές δράστες-καμικάζι να επιτίθενται σε «μαλακούς», δηλαδή ελλιπώς φρουρούμενους στόχους, και με το ίδιο αποτέλεσμα: χιλιάδες αθώα θύματα -τρεις χιλιάδες μόνο στην Αμερική, πάνω από 600 τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη- σε βάθος 16 χρόνων.
Ενα τακτικό, πλέον, ραντεβού με τη φρίκη, όπου το ερώτημα δεν είναι πια αν θα ξαναχτυπήσουν οι τρομοκράτες, αλλά μόνο το πότε και το πού.
Αλλά αυτή είναι μόνο η μία πλευρά του δράματος –η εύκολη, μανιχαϊστική οπτική του καλού εναντίον του κακού, του άσπρου εναντίον του μαύρου, του φωτός εναντίον του σκοταδιού.
Η οπτική που λέει ότι ο «καλός» δυτικός πολιτισμός μας, το τέκνο της υψηλής διανόησης και του Διαφωτισμού, απειλείται από το «κακό» Ισλάμ που σκοτώνει αδιακρίτως γυναίκες και παιδάκια, αναγκάζοντας τις κυβερνήσεις μας –με βαριά καρδιά πάντα– να ζωστούν ξανά τα hi-tech φυσεκλίκια τους και να ξαναστήσουν οργουελικής έμπνευσης αστυνομικά κράτη, σε μόνιμη κατάσταση πολιορκίας, να κηρύξουν κι άλλους μακρινούς πολέμους, να βομβαρδίσουν κι άλλες άγνωστες πόλεις με δυσπρόφερτα ονόματα, να κλείσουν κι άλλα ορατά και αόρατα σύνορα, και γενικώς να ξεθάψουν από τον σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας όλη την ξεχασμένη ρητορική του ελιτισμού, του ρατσισμού «εμείς κι αυτοί» και της μισαλλοδοξίας, στο όνομα της «αμυντικής», και καλά, υπεράσπισης των ατομικών ελευθεριών και του χιλιοτραγουδισμένου «τρόπου ζωής μας».
Ας με συγχωρέσουν οι καλοί αναγνώστες, αλλά αυτό είναι ένα παιχνίδι που δεν μπορώ να παίξω.
Το είχα γράψει και πριν από λίγους μήνες με αφορμή το τρομοκρατικό χτύπημα στο Μάντσεστερ, θα το επαναλάβω τώρα με τη Βαρκελώνη: το χειρότερο δεν είναι ο αριθμός των νεκρών, ούτε το γεγονός ότι ο στόχος ήταν πάλι «μαλακός», ένας πεζόδρομος γεμάτος αμέριμνους τουρίστες.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι ο σταδιακός μιθριδατισμός, το γεγονός ότι σιγά σιγά, από τη μια σφαγή στην άλλη, συνηθίζουμε όλοι μας σε αυτήν την απάνθρωπη διαλεκτική της τυφλής βίας, όπου ο καθένας είναι εν δυνάμει θύμα τρομοκρατίας μόνο και μόνο επειδή βρέθηκε σε λάθος τόπο, τη λάθος στιγμή.
Σαν τον Μιθριδάτη, τον αρχαίο βασιλιά του Πόντου, που απέκτησε αντοχή σε όλα τα δηλητήρια, καταναλώνοντας μικρές δόσεις, και τελικά αναγκάστηκε να βάλει τον δούλο του να τον σκοτώσει με τη σπάθα, για να μην τον πιάσουν ζωντανό οι Ρωμαίοι επικυρίαρχοι, έτσι κι εμείς συγκλονιζόμαστε όλο και λιγότερο από το τακτικό, πλέον, τηλεοπτικό ραντεβού με τη φρίκη.
Ωσότου, σύντομα, τέτοιες τρομακτικές ειδήσεις να μη μας κάνουν πια εντύπωση -ώσπου να έρθει η ώρα που θα προσπερνάμε τα μακελειά σαν κάτι φυσιολογικό: σαν το τίμημα που δήθεν καλούμαστε να πληρώσουμε για την υποτιθέμενη «ελευθερία» των όλο και πιο αστυνομοκρατούμενων κοινωνιών μας απέναντι στην επέλαση των «βαρβάρων», που εμείς οι ίδιοι κατασκευάσαμε με τις παλιές και νέες «ηρωικές» εκστρατείες μας.
Ο μιθριδατισμός αυτός, θα το ξαναπώ, υπάρχει εδώ και δεκαετίες και απλώνεται συνεχώς, επιτρέποντας στα μεγάλα μέσα ενημέρωσης να εστιάζουν στις εικόνες του εγγύτερου τρόμου και να προσπερνάνε με ευκολία τις γενεσιουργούς αιτίες του φαινομένου -ανάμεσα σε άλλες, τις συνεχιζόμενες μετα-αποικιοκρατικού τύπου παρεμβάσεις στον ισλαμικό κόσμο και τα καθημερινά λουτρά αίματος και τις σφαγές αμάχων σε μουσουλμανικά, πρωτίστως, κράτη, όπως η Συρία και το Ιράκ.
Οι Ισπανοί, που τώρα αναρωτιούνται «porque?», «γιατί σ’ εμάς;», συμμετείχαν επικουρικά -όπως και οι περισσότερες ευρωπαϊκές δυνάμεις- σε όλες τις τυχοδιωκτικές εισβολές και κατοχές της περασμένης δεκαπενταετίας.
Μόνον προχτές, την ημέρα του νέου μακελειού, από έναν μόνο συμμαχικό βομβαρδισμό στη Ράκα της Συρίας σκοτώθηκαν άλλοι 54 άμαχοι, σε έναν εξαετή «εμφύλιο» πόλεμο χωρίς τέλος με τη συμμετοχή όλων των μεγάλων δυνάμεων και συνολικά 300.000 νεκρούς και έντεκα εκατομμύρια πρόσφυγες.
Μόνον κατά την πολύμηνη «απελευθέρωση» της Μοσούλης, μιας μεγαλούπολης που ισοπεδώθηκε συστηματικά, σκοτώθηκαν περίπου 40.000 και ξεσπιτώθηκαν σχεδόν ένα εκατομμύριο, κανείς δεν ξέρει στην πραγματικότητα πόσοι -μακριά από τις κάμερες κανείς δεν κρατά λογαριασμό.
Οι περισσότεροι θάνατοι άλλωστε είναι σιωπηλοί, βασανιστικοί, χωρίς ορατό θύτη –σαν τους καθημερινούς πνιγμούς μουσουλμάνων, κυρίως, συνανθρώπων μας προσφύγων στη Μεσόγειο ή τα αμέτρητα θύματα από τον τρομερό λιμό και τις επιδημίες στην καταραμένη Υεμένη και το νεότερο κράτος του κόσμου, το άμοιρο Νότιο Σουδάν.
Μύωπες όλοι μας, ανίκανοι να δούμε πέρα από τη μύτη μας ή μάλλον πέρα από την οθόνη των «έξυπνων» συσκευών μας, αδιαφορούμε για την αιώνια εκατόμβη της Μέσης Ανατολής και το πνίξιμο στην κούνια της «αραβικής άνοιξης», πανηγυρίζουμε για τις ήττες των «βαρβάρων» του «Ισλαμικού κράτους», αλλά δεν ενώνουμε ποτέ τις κουκκίδες για να δούμε τη μεγάλη εικόνα πίσω από τα αποσπασματικά ρεπορτάζ της φρίκης –να δούμε τα αόρατα, μετα-αποικιακά συγκοινωνούντα δοχεία του αίματος που συνδέουν τη Ράκα με τη Ράμπλας.
Ας το πάρουμε επιτέλους απόφαση: Οσα τείχη κι αν υψώσουμε, όσες βόμβες κι αν ρίξουμε από ψηλά, όσες υποχωρήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών για χάρη της ασφάλειας κι αν ανεχτούμε, δεν πετυχαίνουμε τίποτε, εκτός από το να διαιωνίσουμε τον φαύλο κύκλο της βίας. 
Μόνη βιώσιμη λύση, σε βάθος χρόνου, είναι ο τερματισμός των πολέμων και η δικαιότερη κατανομή των παγκόσμιων πόρων, ώστε να σταματήσει το μεγαλύτερο προσφυγικό κύμα στην ιστορία της ανθρωπότητας: αλλιώς, θα ζούμε πάντα με τον τρόμο της επόμενης επίθεσης και θα αναρωτιόμαστε «γιατί εμείς, και όχι οι άλλοι;»...

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Μια σχέση με διάρκεια


του Γιάνη Βαρουφάκη

Η χρεοκοπία του κράτους μας, που ξέσπασε σαν πυρκαγιά το 2010 και μαίνεται ακόμα, άλλαξε τα πάντα στην Ελλάδα. Εκτός από ένα: τη Δεξιά, και συγκεκριμένα τον αχαλίνωτο ρεβανσισμό της Νέας Δημοκρατίας και τη ροπή της προς τον ολοκληρωτισμό.
Η παράταξη που πριν από τη χούντα θεωρούσε τα στρατοδικεία ορθό και σώφρονα μηχανισμό «διαχείρισης» των πολιτικών της αντιπάλων, το κόμμα που στη Μεταπολίτευση τρομοκρατούσε τον λαό ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου οικοδομούσε αριστερή χούντα (και που έστησε ειδικό δικαστήριο για να τον φυλακίσει το 1989) έχει πραγματικά μακρά παράδοση στον ολοκληρωτισμό, τον οποίο σταθερά προσπαθεί να παρουσιάσει ως τη μετριοπαθή υπεράσπιση του δημοκρατικού καθεστώτος. 
Κάποιοι ήλπιζαν ότι η κατάρρευση του μεταπολιτευτικού κοινωνικο-οικονομικού μοντέλου, στο πλαίσιο της γενικότερης δίνης της κρίσης της ευρωζώνης, ίσως άλλαζε και τη Νέα Δημοκρατία. Φευ, πού τέτοια τύχη!
Η μεγάλη «σταθερά», ο θεμέλιος λίθος που κρατά το συγκεκριμένο κόμμα γειωμένο πολιτικά, είναι η φράση που χρησιμοποίησε (μάλλον απερίσκεπτα, εν τη ρήμη του λόγου, αλλά με απόλυτη ειλικρίνεια) ο ιδιοκτήτης της «Καθημερινής» και του ΣΚΑΪ, εφοπλιστής, κ. Αλαφούζος στο ντοκιμαντέρ του Γιώργου Αυγερόπουλου «ΑΓΟΡΑ! Από τη Δημοκρατία στην Αγορά» (2014): «Εμείς οι ιδιοκτήτες της Ελλάδας...», είχε πει, αναφερόμενος στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί της χώρας που θεωρεί ότι δικαιωματικά έχει η ολιγαρχία, την οποία η Νέα Δημοκρατία προσπαθεί να εκφράζει πολιτικά.
Το νέο καθεστώς χρεοδουλοπαροικίας της χώρας, στο οποίο περιήλθε η Ελλάδα από το πρώτο Μνημόνιο, δημιούργησε μεγάλες προσδοκίες αλλά και μέγα άγχος στη Νέα Δημοκρατία. Μετά το σύντομο αντιμνημονιακό φλερτ του Αντώνη Σαμαρά, και την καθίζηση του Γιώργου Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ, το κόμμα της Δεξιάς είδε στο Μνημόνιο την ευκαιρία να αυτοεπιβληθεί ως ο πιστός εντολοδόχος της τρόικας και ο αποτελεσματικός διαχειριστής των διατάξεών του.
Ομως, παράλληλα, τα εξυπνότερα στελέχη του έβλεπαν το αδιέξοδο να έρχεται: Ο κ. Σαμαράς υποσχόταν, καθ’ όλο το 2014, ότι και (α) δεν θα δεχόταν νέο μνημονιακό δάνειο και (β) δεν θα ζητούσε αναδιάρθρωση χρέους. Αυτές οι δύο υποσχέσεις όμως παραβίαζαν τους κανόνες της αριθμητικής καθώς, μόνο για το 2015, έλειπαν τουλάχιστον 15 δισ. (ακόμα κι αν έκλεινε την αξιολόγηση του Δεκεμβρίου του 2014, την οποία η κυβέρνηση Σαμαρά ποτέ δεν έκλεισε).
Οταν άρχισε να διαφαίνεται η εκλογική ήττα στην οποία οδηγούσε τη Νέα Δημοκρατία η απλή αριθμητική του Μνημονίου, ξάφνου ήταν σαν να έχουμε επιστρέψει στην κινδυνολογία του 1980. Με μια διαφορά, προς το χειρότερο: η κυβέρνηση Σαμαρά επένδυσε (κάτι που ο Γεώργιος Ράλλης ποτέ δεν θα έκανε τότε) στο αφήγημα: «Αν δεν εκλεγούμε, την επομένη Δευτέρα οι τράπεζες θα είναι κλειστές».
Πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας μια κυβέρνηση επενδύει στην κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος, και μάλιστα σε συνεργασία με τον διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, τον οποίο εκείνη είχε διορίσει προ μηνών, και βεβαίως με την τρόικα – μια ανίερη συμμαχία εναντίον της επικείμενης δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης.
Ας δούμε προσεκτικά, και πέραν των επιφαινομένων, το αφήγημα της Νέας Δημοκρατίας από τότε έως σήμερα:
● Ο ελληνικός λαός είναι ένοχος, εν τη μωρία του.
● Ενας λαός-νήπιο τιμωρείται από έναν αυστηρό αλλά δίκαιο γονέα (την τρόικα) και, έτσι, το μόνο που δικαιούται να κάνει είναι να αιτείται μια πιο επιεική τιμωρία.
● Η Νέα Δημοκρατία είναι η παράταξη που κατέθετε υπεύθυνα και αποτελεσματικά τα αιτήματα του λαού-ικέτη.
● Ξάφνου, ο ανόητος λαός αποφάσισε να εμπιστευτεί ένα κόμμα, τον ΣΥΡΙΖΑ, που του είπε κάτι «παρανοϊκό»: ότι πρέπει να διανοηθεί πως υπάρχει εναλλακτική, ότι μπορεί και πρέπει να απαιτήσει τη μεταμόρφωσή του από ικέτη-νήπιο σε ώριμο λαό που διαπραγματεύεται (αντί να ικετεύει για) τη διαμόρφωση πολιτικών που τερματίζουν την άσκοπη, ατέρμονη, μισανθρωπική τιμωρία του.
Οπως στο παρελθόν, έτσι και τώρα, η Δεξιά δεν μπόρεσε να αντισταθεί στις ιστορικές της καταβολές. Την ώρα που ο ελληνικός λαός σύσσωμος έλεγε «ΟΧΙ» στην τρόικα, η Νέα Δημοκρατία συσστρατεύτηκε, άνευ παραμικρού ενδοιασμού, με τους δανειστές.
Οπως έγραφα στην «Εφ.Συν.» σε άρθρο τιτλοφορούμενο «Η Νέα Δημοκρατία που χρειαζόμαστε» (31/10/2016), μια πατριωτική Νέα Δημοκρατία, τότε που ο Γερούν Ντάισελμπλουμ με επισκέφτηκε τρεις μέρες μετά την ανάληψη του υπουργείου Οικονομικών για να με απειλήσει με κλείσιμο των τραπεζών, αν δεν υποσχόμουν ότι θα αγνοήσω τη λαϊκή εντολή για αναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου, και δη του μη βιώσιμου χρέους, θα έβγαζε την εξής ανακοίνωση:
«Διαφωνούμε με τη νέα κυβέρνηση εντονότατα. Κρίνουμε ότι πρέπει να αποδεχθεί τις βασικές παραμέτρους του 2ου Μνημονίου και να μην επιδιώξει αντιπαράθεση με την τρόικα, όπως επιχειρηματολογήσαμε κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Ομως δεν θα επιτρέψουμε στον πρόεδρο του Eurogroup να απειλεί τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση με κλείσιμο των τραπεζών της χώρας επειδή εκείνη εφαρμόζει τη λαϊκή εντολή που έλαβε».
Αντ’ αυτού, η Νέα Δημοκρατία προέβη στη στρατηγική επιλογή της ποινικοποίησης της διαπραγμάτευσης και της τακτικής «Βάστα, Γερούν!» κόντρα στους «λαοπλάνους» που «παρασύρουν» τον λαό στην άποψη ότι δικαιούται να πει «ΟΧΙ» στους νέους Μέτερνιχ.
Από μια μεριά, κατανοώ την ψυχολογική διαδικασία που οδηγεί στη στάση της Νέας Δημοκρατίας. Θυμάμαι τον τότε πρέσβη της Ελλάδας στο Παρίσι να μου διηγείται, επί υπουργίας μου, τη σκηνή που το 2014 ο νυν αρχηγός του κόμματος, υπουργός της κυβέρνησης Σαμαρά τότε, καθόταν μετά τα μεσάνυκτα έξω από το δωμάτιο του ξενοδοχείου τού αρχιτροϊκανού Ντέκλαν Κοστέλο περιμένοντας πότε θα τον δεχθεί.
Οποιος υπουργός έχει αποδεχθεί τέτοιον εξευτελισμό είναι λογικό να θυμώνει με πολιτικούς του αντιπάλους που πείθουν την πλειονότητα των Ελλήνων ότι υπάρχει εναλλακτική, ότι άλλο πράγμα η ικεσία και άλλο η διαπραγμάτευση.
Η δαιμονοποίηση της διαπραγμάτευσης που υπερβαίνει την ικεσία σημαίνει βέβαια δαιμονοποίηση των τριών σχεδίων που πρέπει να έχει κανείς πριν μπει στην αίθουσα των διαπραγματεύσεων για να διαπραγματευτεί:
1. Σχέδιο με εποικοδομητικές, λελογισμένες, μετριοπαθείς προτάσεις (των οποίων η εφαρμογή θα φέρει το τέλος της σκοτοδίνης).
2. Σχέδιο για το πώς αντιδράς ώστε να αποφευχθεί τόσο η συνθηκολόγησή σου όσο και η ρήξη, όταν η τρόικα αρνηθεί να συζητήσει καν τις προτάσεις σου, απειλώντας μάλιστα με ρήξη (ιδίως με κλείσιμο τραπεζών).
3. Σχέδιο σε περίπτωση που η ρήξη συμβεί για οποιονδήποτε λόγο.
Ως αυτόκλητος υπερασπιστής της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας, την οποία ταυτίζει με την υποταγή στην τρόικα και την απαγόρευση της υπέρβασης από την ικεσία στη διαπραγμάτευση, η Νέα Δημοκρατία επιστρέφει στην προϊστορία των στρατοδικείων και ειδικών δικαστηρίων για να δικάσει όποιον τόλμησε να μπει, όπως το 2015, στις αίθουσες των Βρυξελλών έχοντας εκπονήσει αυτά τα τρία σχέδια.
Η στρατηγική τους επιλογή είναι: συλλάβετε τον Βαρουφάκη, που ακόμα και σήμερα υπεραμύνεται των σχέδιων αυτών, με απώτερο στόχο να καθίσουν στο διπλανό εδώλιο τον Τσίπρα, ο οποίος μπορεί μεν να υπέγραψε τη «δήλωση μετανοίας», αποποιούμενος τα τρία σχέδια της διαπραγμάτευσης, αλλά, από την άλλη:
(α) πρέπει να τιμωρηθεί επειδή τόλμησε, έστω και για μερικούς μήνες, να διανοηθεί τη διαπραγμάτευση και
(β) δεν έχει ακόμα παραδώσει τα κλειδιά του Μαξίμου στους «ιδιοκτήτες της Ελλάδας».
Μέσα στο πλαίσιο του παραδοσιακού της ρεβανσισμού, και της προσπάθειας να ποινικοποιήσει τη διαπραγμάτευση των πρώτων μηνών του 2015, ακολουθώντας την παράδοση της κλασικής ελληνικής Δεξιάς, η Νέα Δημοκρατία παρουσιάζει τη σημερινή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ως μια εθνικο-λαϊκή χούντα, που πασχίζει να φιμώσει την αντίθετη άποψη.
Οπως επισημαίνει ο Δημήτρης Σκλήρης σε εκτενές του άρθρο με τίτλο «Αντιστασιακός Διαφωτισμός» (βλ. ΖΗΝ, ThePressProject), αυτές τις κατηγορίες οι κυρίες και οι κύριοι της Νέας Δημοκρατίας τις εξαπολύουν την ώρα που υπόσχονται... Ειδικά Δικαστήρια για εμένα, στα οποία ευελπιστούν να σύρουν, από δίπλα, και τον Αλέξη Τσίπρα!
Οπως είναι γνωστό τοις πάσι, οι δρόμοι μας με τον πρωθυπουργό και άλλους συντρόφους έχουν χωρίσει αμετάκλητα. Το DiEM25 έχει κατακεραυνώσει την κυβερνητική άποψη ότι μετά τη συνθηκολόγηση έρχεται, οσονούπω, η έξοδος από τα μνημόνια – κι έχει εξαγγείλει τη θέση ότι οι τομές-προαπαιτούμενα για απόδραση από την κρίση πρέπει να εφαρμοστούν χωρίς καμία διαπραγμάτευση, χωρίς καμία πρότερη έγκριση από το Eurogroup ή την τρόικα.
Ομως, ανεξάρτητα από τις μεγάλες μας διαφωνίες, η Νέα Δημοκρατία πρέπει να κατανοήσει ότι η εναγώνια προσπάθειά της να ποινικοποιήσει τη διαπραγμάτευση των πρώτων μηνών του 2015 θα βρει όλους μας μπροστά της. Κι αυτό επειδή το διακύβευμα αφορά κάτι το πολύ σημαντικό, κάτι που ξεπερνά τις αντιθέσεις μας ή τα γεγονότα του 2015: τον ολοκληρωτισμό της Δεξιάς που, αντί να υποχωρεί στο Μνημονιστάν μας, ενισχύεται από τη συνεχιζόμενη, γενικευμένη πτώχευση.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Νταρ-αλ-χαρμπ και Νταρ-αλ-Ισλάμ, τα γεννήματα του καπιταλισμού



Κατέ Καζάντη

Μια δέσμη από κοινωνικούς και πολιτικούς κανόνες οι οποίοι ορίζουν τις ζωές των ανθρώπων, ένα σύνολο από ήθη και συνήθειες που διαμορφώνουν –και διαμορφώνονται από- την κουλτούρα μιας κοινωνίας, να τι είναι εν τοις πράγμασι μια θρησκεία. Ακόμα δε και η στενά προσωπική, μεταφυσική σχέση της ύπαρξης με το άγνωστο, μεταθανάτιο υπερβατό, ακόμα και τούτη μετέχει στην κοινωνικοπολιτική διαπλοκή, εφόσον ειδωθεί ως το προσφορότερο έδαφος για να ευδοκιμήσουν κάθε λογής φανατισμοί.
Ο ενοποιητικός χαρακτήρας των διαφόρων θρησκευμάτων, ιδίως των σύγχρονων μονοθεϊστικών, συνίσταται στον τρόπο που αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους: συνδεδεμένα με συγκεκριμένες κοινότητες λαών, αυτοορίζονται, όλες, ως η «μια και μοναδική αλήθεια». Οι δε λαοί τους βρίσκονται επιφορτισμένοι με το ιερό καθήκον να σώσουν τον μάταιο τούτο κόσμο, με τους όρους και τους νόμους που αυτοί αντιλαμβάνονται ως ορθούς και ηθικούς.
Η ιστορική πορεία της κουλτούρας των θρησκευμάτων είναι, προφανώς, συνδεμένη και μεταβάλλεται, αναλόγως της πορείας της γενικής πολιτικής ιστορίας της ανθρωπότητας.
Για παράδειγμα, στους πέντε στύλους του Ισλάμ -πίστη σε ένα Θεό, προσευχή, ελεημοσύνη, νηστεία, προσκύνημα στη Μέκκα- ο προστιθέμενος, και κάποτε υποδεέστερος, έκτος, ο Ιερός Πόλεμος, γίνεται, στους καιρούς μας, το απόλυτο θεϊκό πρόταγμα. Όχι μοναχά σε ιδεολογικό – θεολογικό – μεταφυσικό επίπεδο, αλλά κυρίως σε πρακτικό – πολιτικό. Τούτο δεν έγινε βέβαια τυχαία, ούτε ξαφνικά. Κατά τους αιώνες όταν ο μουσουλμανικός κόσμος έφτανε στο απόγειο της πολιτιστικής και πολιτικής ισχύος, πριν την αποικιοκρατία, για την Κοινότητα των Πιστών οι στρατιωτικές κατακτήσεις ή η πιστή εφαρμογή της Σαρία ήταν πράγματα έως και αδιάφορα. Αλλά η κατακτητική επέλαση της Δύσης, η δυτική ηγεμονία και οι ντόπιοι συνεχιστές της, ουδόλως άμβλυναν τις κοινωνικές ανισότητες, τις ταξικές αντιθέσεις. Η επικράτηση ενός στρεβλού μοντέλου, όπου ο κύκλος της φτώχειας διευρύνθηκε μαζί με την ανάπτυξη του άκρατου καταναλωτισμού των εγχώριων ελίτ, όρισαν την λεγόμενη «αποτυχία του μοντερνισμού». Ταυτόχρονα, διαμόρφωσαν έναν νέο ανθρωπολογικό τύπο πιστού: φτωχοί ή λιγότερο φτωχοί, αγράμματοι ή και με πτυχία πανεπιστημίων, άνθρωποι πάντως που αδυνατούν να πραγματώσουν το όραμα μιας ζωής όπως τη θέλουν, αγριεύουν. Η μεγαθυμία του Αλλάχ αντικαθίσταται από το τζιχάντ. Η Δύση γίνεται Νταρ-αλ-χαρμπ, Οίκος Πολέμου, σε πλήρη αντιδιαστολή με τον Νταρ-αλ-Ισλάμ, τον Οίκο του Ισλάμ.
Αλλά ταυτόχρονα με την αλλαγή προτύπου στην Ανατολή, αλλάζει, νωρίτερα ίσως, και το ανθρωπολογικό πρότυπο στη Δύση. Ο μνησίκακος, άκρως νεοφιλελεύθερος πολίτης της Δύσης, απομακρυσμένος από την κουλτούρα της αλληλεγγύης, της ισότητας και των δικαιωμάτων, κυριλέ και καταναλωτικός αλλά στο βάθος ρατσιστής, εφόσον στέκει αδιάφορος μπροστά στις θηριωδίες και στα εγκλήματα πολέμου, με σκοπό το κέρδος, κυριαρχεί. Κι έπειτα έρχεται, ως φυσικό επόμενο, η διάχυση του νεοφασισμού.
Η σιωπή, ας πούμε, για τον τρόπο με τον οποίο το ISIS διαπλέκεται με τις δήθεν υπεράνω πάσης υποψίας βιομηχανίες όπλων, αυτοκινήτων, πετρελαϊκές κ.ο.κ. είναι χαρακτηριστική. Οι ελάχιστοι που καρπώνονται τον διεθνή πλούτο και νιώθουν ταυτόχρονα να κείνται πέραν του θανάτου, φλυαρούν για τον τρόμο, αλλά ούτε κουβέντα για τις υπόγειες διαδρομές του υπερκέρδους. Πόσα, αλήθεια, τσέπωσε η Δύση από την καταστροφή κεφαλαίου – κατά Σουμπέτερ «δημιουργική» - στον πόλεμο του Ιράκ; Πόσα στο Αφγανιστάν, πόσα όπου αλλού;
Το αγριεμένο φάντασμα του καπιταλισμού, και των πολεμικών σχέσεων που δημιουργεί, πλανάται πάνω από τα κεφάλια του ανθρώπινου γένους και βάζει σε μπελάδες τους, ανάλογα με ποιον Θεό μιλάς, περιούσιους λαούς.
Εάν θα σπάσει σύντομα ή όχι ο κύκλος του φανατισμού, του τρόμου και του αίματος, εξαρτάται από το βαθμό αντίστασης των από κάτω στα επιβαλλόμενα υποδείγματα: του εξεγερμένου του Νταρ-αλ-Ισλάμ και του αδιάφορου στα δεινά του Άλλου προτεστάντη. Οι αγώνες είναι, σε κάθε περίπτωση, μπροστά ενάντια σε ένα μοντέλο – Αρμαγεδδών που διαθέτει όλα τα κακά: ανταγωνισμούς, εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, καταστροφή της φύσης, βιαιότητες κάθε λογής, ατέλειωτους πολέμους.

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Τι ήταν ο υπαρκτός σοσιαλισμός;



του Θανάση Γιαλκετσή

Τον Σεπτέμβριο του 1980, με αφορμή τα γεγονότα της Πολωνίας, ο Ιταλός φιλόσοφος Νορμπέρτο Μπόμπιο (1909-2004) έγραψε και δημοσίευσε στην εφημερίδα «La Stampa» το ακόλουθο άρθρο.
Μετά τα γεγονότα της Πολωνίας, μπορούν να δοθούν δύο διαφορετικές ερμηνείες για τον υπαρκτό σοσιαλισμό. Η πρώτη, η πιο κοινή: ο υπαρκτός σοσιαλισμός είναι ως σοσιαλισμός (όχι ως υπαρκτός) ένα τερατώδες ψεύδος.
Το κύριο επιχείρημα υπέρ αυτής της ερμηνείας είναι ακαταμάχητο: αν σοσιαλισμός σημαίνει, ιδεατά, χειραφέτηση της εργατικής τάξης και, πρακτικά, δικτατορία του προλεταριάτου, δεν γίνεται κατανοητό με ποιο δικαίωμα μπορούν να αποκαλούνται σοσιαλιστικά τα καθεστώτα στα οποία μέχρι τώρα τα κινήματα αντίστασης και εξέγερσης (εκείνα τα λίγα που η σιδερένια κομμουνιστική πειθαρχία επιτρέπει) γεννήθηκαν στους κόλπους της εργατικής τάξης.
Αυτό το επιχείρημα είναι τόσο ισχυρό, ώστε στον υπαρκτό σοσιαλισμό ως κράτος της εργατικής τάξης δεν πιστεύει πλέον κανένας. Δεν πιστεύει η πολύ μεγάλη πλειονότητα των υπηκόων αυτών των καθεστώτων. Δεν πιστεύουν σχεδόν όλοι οι πολίτες των δημοκρατικών κρατών.
Δεν πιστεύει ήδη, χρειάζεται να το πούμε καθαρά, ούτε καν το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Γι’ αυτό, το ψεύδος, εκτός του ότι είναι τερατώδες, είναι και, από μέρους των ηγετών των κομμουνιστικών κομμάτων που βρίσκονται στην εξουσία, ξεδιάντροπο.
Η δεύτερη ερμηνεία είναι πιο ριζική και γι’ αυτό λιγότερο διαδεδομένη. Ακριβώς όμως επειδή είναι πιο ριζική, θα έπρεπε να την πάρουμε πιο σοβαρά από όσο το έχουμε κάνει μέχρι τώρα.
Ο υπαρκτός σοσιαλισμός δεν είναι διόλου ένα ψεύδος. Είναι η αναγκαία συνέπεια μιας ορισμένης αντίληψης για την κοινωνία και το κράτος, για την οικονομία και την πολιτική, είναι η συνέπεια της ιδέας –που είναι παλιά όσο και η ανθρώπινη ιστορία– ότι όλα τα δεινά από τα οποία υποφέρουν οι εξελιγμένες κοινωνίες πηγάζουν από την ατομική κατοχή των αγαθών και ότι η έλευση του βασιλείου της ευτυχίας εξαρτάται από την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και από την εγκαθίδρυση ενός οικονομικού καθεστώτος βασιζόμενου αποκλειστικά στη συλλογική ιδιοκτησία. 
Αν ως σοσιαλιστική κοινωνία εννοούμε (και γιατί δεν θα ’πρεπε να εννοούμε;) μια κοινωνία στην οποία έγινε η απόπειρα να εφαρμοστεί το ιδεώδες, που εγκωμίαζαν (καλοπροαίρετα) οι ουτοπιστές όλων των εποχών, του ριζικού μετασχηματισμού των σχέσεων ιδιοκτησίας, τότε λοιπόν το σοβιετικό κράτος και όλα τα κράτη στα οποία το σοβιετικό κομμουνιστικό κόμμα έχει επιβάλει τη θεωρία του ήταν σοσιαλιστικά.
Σύμφωνα με αυτήν την ερμηνεία, ο σοσιαλισμός δεν είναι ένα ψεύδος, είναι ένα λάθος (στην καλύτερη περίπτωση μια αυταπάτη). Οχι ότι αυτό το λάθος δεν είχε προβλεφθεί.
Το ότι ο μετασχηματισμός των σχέσεων ιδιοκτησίας χωρίς μια κατάλληλη πολιτική μεταρρύθμιση, το ότι η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής χωρίς μια αντίστοιχη κοινωνικοποίηση της πολιτικής εξουσίας θα οδηγούσε στον κρατικό δεσποτισμό, στην ανεξέλεγκτη εξουσία μιας ανεύθυνης γραφειοκρατίας, είχε προβλεφθεί άπειρες φορές από τους αναρχικούς, τους ελευθεριακούς σοσιαλιστές, τους φιλελεύθερους στοχαστές όλων των τάσεων, πολύ πριν από την Οκτωβριανή Επανάσταση.
Μετά την επανάσταση, η ίδια θέση επαναλήφθηκε, μετά από στάθμιση των δεδομένων και με βάση συγκεκριμένα γεγονότα και όχι μόνον αφηρημένους συλλογισμούς, από όλους τους διαφωνούντες εκείνων των καθεστώτων.
Οποιος θα ήθελε να συλλέξει μια τεκμηρίωση για τη θέση της ισοδυναμίας: σοσιαλισμός = δεσποτισμός, σοσιαλισμός = γραφειοκρατικοποίηση, σοσιαλισμός = μονολιθική εξουσία, θα βρισκόταν σε αμηχανία για το τι να επιλέξει πρώτο.
Προξενεί εντύπωση η έκπληξη όλων εκείνων που αυτά τα χρόνια άρχισαν σιγά σιγά να αντιλαμβάνονται ότι τα σοσιαλιστικά καθεστώτα είναι καθεστώτα αθεράπευτα ανελεύθερα. Σου έρχεται να τους πεις δυνατά κατά πρόσωπο: «Μα πώς δεν το ξέρατε;».
Υπήρχε αληθινά κανείς που δεν γνώριζε ακόμα ότι η συγκέντρωση της οικονομικής εξουσίας και της πολιτικής εξουσίας, αναπόφευκτη προκειμένου να εγκαθιδρυθεί ο σοσιαλισμός νοούμενος ως κολεκτιβοποίηση των μέσων παραγωγής, θα οδηγούσε μοιραία στο ολοκληρωτικό κράτος; «Και πώς -θα μπορούσες να συνεχίσεις- θέλατε τον σοσιαλισμό και επιπλέον θέλατε και την ελευθερία;». 
Γνωρίζω καλά ότι ένα τέτοιο ερώτημα μπορεί να θεωρηθεί κακόβουλο. Είναι όμως ακριβώς αυτό το ερώτημα που η ευρωπαϊκή Αριστερά, και φυσικά και η ιταλική, οφείλει να απαντήσει. Δεν λέω ότι δεν έγιναν απόπειρες να απαντηθεί, ιδίως σε αυτό το τελευταίο διάστημα.
Ας είμαστε όμως ειλικρινείς, σε σχέση με το πρόβλημα της σύζευξης του σοσιαλισμού -νοούμενου όπως πρέπει να εννοείται, ως υπεράσπιση των αδύναμων εναντίον των ισχυρών, ως πάλη εναντίον των προνομίων, ως ισότητα των ευκαιριών- με την ελευθερία, αυτές οι απόπειρες είναι νιαουρίσματα, ιδίως αν συγκριθούν με τον λιονταρίσιο βρυχηθμό εκείνων που έχουν επανειλημμένα πει και συνεχίζουν να λένε στους Πολωνούς εργάτες: «Ο σοσιαλισμός είμαι εγώ και αλίμονο σε όποιον τον αγγίξει». Σοσιαλισμός και ελευθερία.
Αυτό είναι το πρόβλημα. Πρόβλημα άλυτο, επειδή για τους πιο διορατικούς ήταν δεδομένο το ότι, καθώς (ατομική) ελευθερία και (κοινωνική) ισότητα είναι ασύμβατες αξίες, όπως είναι εξάλλου όλες οι απόλυτες αξίες, ο σοσιαλισμός θα μπορούσε να δώσει περισσότερη ισότητα μόνον παραχωρώντας λιγότερη ελευθερία.
Με αυτό δεν θέλω να πω ότι σοσιαλισμός και ελευθερία είναι ασύμβατα. Θέλω να πω ότι εκείνος ο σοσιαλισμός, ο μοναδικός σοσιαλισμός που έχει γνωρίσει μέχρι τώρα η ιστορία της ανθρωπότητας -είτε είναι ορθό είτε όχι να τον αποκαλούμε έτσι- είναι ασύμβατος με την ελευθερία.
Και αν συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι η ελευθερία στις διάφορες μορφές της, είτε ως ελευθερία των ατόμων έναντι της υπερβολικής εξουσίας του κράτους είτε ως αυτοκαθορισμός, πρέπει να θεωρείται ένα αγαθό, αυτός ο σοσιαλισμός που οδήγησε σε αυτές τις συνέπειες που, όπως ήδη γίνεται πιο καθαρό, εμπεριέχονταν στις προϋποθέσεις του, πρέπει να καταδικάζεται τελεσίδικα. Οπως τον καταδίκασαν οι Πολωνοί εργάτες.
Επανέρχομαι στις δύο ερμηνείες του υπαρκτού σοσιαλισμού από τις οποίες ξεκίνησα. Αν θεωρούμε, αποδεχόμενοι τη δεύτερη, ότι ο υπαρκτός σοσιαλισμός πρέπει να απορριφθεί όχι ως ψεύδος, αλλά επειδή είναι εκείνο που είναι και δεν μπορούσε να είναι διαφορετικά, το πρόβλημα που θέτει η πολωνική εξέγερση γίνεται πολύ πιο σύνθετο και η λύση του, δυστυχώς, πολύ πιο αβέβαιη.
Το ζητούμενο δεν είναι πράγματι να ξεσκεπάσουμε την εξουσία, αλλά να την αλλάξουμε. Η συνδικαλιστική ελευθερία δεν είναι παρά μια αρχή.
Πώς μπορεί όμως να επιβιώσει η συνδικαλιστική ελευθερία αν δεν συνοδεύεται από την πολιτική ελευθερία; Το ελεύθερο συνδικάτο χωρίς το ελεύθερο κόμμα;
Και το ελεύθερο κόμμα σε ένα μη πλουραλιστικό σύστημα; Και πώς μπορεί να αναπτυχθεί ένα πλουραλιστικό πολιτικό σύστημα χωρίς ελεύθερες εκλογές και ελεύθερες εκλογές χωρίς ελεύθερο Τύπο;
Είτε μας αρέσει είτε όχι, αυτή είναι η λογική της δημοκρατίας. Ολες οι ελευθερίες συνδέονται αναπόσπαστα. Η μια φέρνει την άλλη, η μια δεν μπορεί να σταθεί χωρίς την άλλη. Τα στάδια της ελευθερίας είναι σαν τους κρίκους μιας αλυσίδας. Και η αλυσίδα είναι μεγάλη.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

Ο εξισλαμισμός της τουρκικής κοινωνίας προς κάθε κατεύθυνση και με κάθε τρόπο



Ραγκίπ Ντουράν
Μετάφραση: Νίκος Λεγάκης

Ο εθνικισμός κι ο ισλαμισμός αποτελούν σήμερα τα δύο μεγαλύτερα όπλα του Ερντογάν για να διατηρήσει ή και για να ενισχύσει τη δύναμή του. Οι νέοι κι οι γυναίκες είναι τα πρώτα θύματα του εξισλαμισμού. Ο εθνικισμός και το αντιδραστικό Ισλάμ συνιστούν δύο προσόντα του, που ο πρόεδρος Ερντογάν χρησιμοποιεί για να εδραιώσει τη λαϊκή του βάση και να υλοποιήσει, φυσικά, το σχέδιο του.
Από την ίδρυση του κοσμικού κράτους το 1923, οι Τούρκοι ισλαμιστές παρουσιάζουν εαυτούς ως θύματα: Το τέλος για το Σουλτανάτο, του οποίου ο επικεφαλής ήταν και ο ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης, υπήρξε ένα σοκ για τους υποστηρικτές του ισλαμικού πολιτικού κέντρου της εποχής. Οι ισλαμικός κλήρος έχασε την εξουσία του, όταν όλες οι αιρέσεις και οι θρησκευτικές εστίες του απαγορεύτηκαν από το νόμο. Η νομοθεσία για την εκπαίδευση ήταν ένα ακόμη σοβαρό πλήγμα εναντίον των ισλαμιστών, οι οποίοι ήθελαν να μεγαλώσουν τους νέους, σύμφωνα με την Σαρία (ο κορανικός νόμος). Οι νόμοι της κεμαλικής «Ρεπουμπλικανικής Επανάστασης», που στόχο είχαν να δημιουργήσουν ένα κοσμικό σύστημα αλά γαλλικά, του οποίου οι αρχές προσομοίαζαν με αυτές της Λέσχης των Ιακωβίνων, επικρίθηκε από την αριστερά.
Ο Ερντογάν έχει δηλώσει ότι, «η δημοκρατία αποτελεί (γι αυτόν) μόνο ένα όχημα από το οποίο μπορεί να κατέβει, όποτε κι όπου θελήσει». Πνευματικό παιδί του Νεκμετίν Ερμπακάν, του ιδρυτή του πρώτου ισλαμικού κόμματος που συγκροτήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο Ερντογάν υποστήριζε ότι είχε «αλλάξει», όταν με την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το 2002 - κατά την πρώτη περίοδο που κυβέρνησε τη χώρα -, πραγματοποίησε σημαντικές μεταρρυθμίσεις: Κατάργηση της θανατικής ποινής, άρση της απαγόρευσης της κουρδικής γλώσσας, μηδενική ανοχή έναντι των βασανιστηρίων κ.ά. - πρακτικές δηλαδή που συμπεριλαμβάνονται στα Κριτήρια της Κοπεγχάγης για την καταλληλότητα μιας χώρας να προσχωρήσει στην ΕΕ (κράτος δικαίου, δημοκρατία. ανθρώπινα δικαιώματα, πλουραλισμός κλπ.).
Ο μήνας του μέλιτος όμως, έληξε το 2006. Έκτοτε, ο Ερντογάν πιστεύει ότι μπορεί να παραμείνει στην εξουσία μόνο αν πολεμά τους Κούρδους, αν καταστέλλει όλους τους αντιπάλους του - και ιδιαίτερα τον Τύπο - και τέλος, αν κατορθώσει να μετατρέψει την τουρκική κοινωνία σε μια ισλαμική κοινότητα τύπου Μέσης Ανατολής. Νοσταλγός του παρελθόντος, ο Ερντογάν θέλει να αναβιώσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία με στόχο, αυτή να μετατραπεί σε περιφερειακή δύναμη κι ο ίδιος να κυβερνήσει μόνος του μια χώρα - ηγέτη του ισλαμικού κόσμου! Ρεβανσιστής κι επικριτικός, φτάνει μερικές φορές στο σημείο ακόμη και να προσβάλλει τους ιδρυτές της Τουρκικής Δημοκρατίας.
Η ισλαμική καλύπτρα, που η χρήση της σε δημόσιους χώρους απαγορεύεται από το νόμο, ήταν η πρώτη μάχη που έδωσε ο Ερντογάν. Στο όνομα της δημοκρατίας και της ελευθερίας της ένδυσης, ο Ερντογάν κατάφερε να πείσει ακόμη και κάποιο τμήμα της φιλελεύθερης αριστεράς. Σήμερα, φοιτήτριες σε κρατικά πανεπιστήμια και δημόσιες υπάλληλοι μπορούν ελεύθερα να φορούν καλύπτρα, επειδή η ιδεολογία τους κυβερνά. Σε μια κίνηση με σαφώς πολιτικό και ιδεολογικό πρόσημο, κεμαλιστές και κυρίως γυναίκες εξακολουθούν να αντιτάσσονται στη χρήση της καλύπτρας σε δημόσιο χώρο.

Η προσπάθεια εξισλαμισμού της χώρας είναι εξαιρετικά ενεργή στον τομέα της εκπαίδευσης:

Πάνω από το ένα τρίτο των δημόσιων σχολείων έχουν μετατραπεί σε ιεροδιδασκαλεία (İmam-Hatip), που εκπαιδεύουν ιμάμηδες, μουεζίνηδες και άλλα μέλη του θρησκευτικού προσωπικού, ενώ η Diyanet, η Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων της τουρκικής πρωθυπουργίας που διαχειρίζεται ογδονταπέντε και πλέον χιλιάδες τζαμιά, αποτελεί πια τη μεγαλύτερη διοικητική υπηρεσία της χώρας, αριθμώντας περισσότερους από εκατόν είκοσι χιλιάδες δημόσιους υπαλλήλους. Βέβαια, η Τουρκία κανονικά δε χρειάζεται άλλο θρησκευτικό προσωπικό, γιατί η συντριπτική πλειοψηφία των αποφοίτων των İmam-Hatip είναι άνεργοι. Απόφοιτος κι ο ίδιος ενός από αυτά, ο Πρόεδρος Ερντογάν χρησιμοποιεί τα σχολεία ως εκλογική βάση του.
Η θεωρία της εξέλιξης των ειδών του Κάρολου Δαρβίνου καταργήθηκε πρόσφατα από τη διδακτέα ύλη των σχολείων. Κομμάτι της τώρα, θα αποτελεί η διδασκαλία του ιερού πολέμου του Ισλάμ, της Τζιχάντ. Το θρησκευτικό ίδρυμα Ensar, που κατηγορείται για την κακοποίηση δεκάχρονων παιδιών διατηρεί συμβάσεις συνεργασίας με το Υπουργείο Παιδείας για την ενίσχυση της θρησκευτικής εκπαίδευσης.
Γενικά όμως, τα πιο ορατά θύματα του συνεχιζόμενου εξισλαμισμού στην Τουρκία, είναι οι γυναίκες. Οι χοτζάδες, ως «μετρ» της ηθικής, τολμούν να δηλώνουν στον αέρα των δημόσιων ραδιοφωνικών και φιλοκυβερνητικών τηλεοπτικών σταθμών ότι, «οι γυναίκες δεν επιτρέπεται να φορούν μίνι ή σορτς». Όπως υποστηρίζουν, «μια έγκυος γυναίκα δεν πρέπει να βγαίνει από το σπίτι», ενώ «οι καπνίστριες, ακόμη κι αν φορούν καλύπτρα, δεν είναι καλύτερες από πόρνες».
Γυναίκες και φεμινιστικές οργανώσεις διοργανώνουν συλλαλητήρια και πορείες διαμαρτυρίας ενάντια σε αυτές τις επιθέσεις, αλλά οι κυβερνητικοί παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων και των εισαγγελέων, φαίνεται να συντάσσονται με τις απόψεις των... «μέτρ», καθώς τηρούν σιωπήν ιχθύος. 
Ο Ερντογάν γνωρίζει πολύ καλά ότι η νίκη της θρησκευτικής πίστης έναντι της επιστήμης, αποτελεί και νίκη για τον ίδιο. Ως εκ τούτου, βάζει πάντα μπροστά, το Ισλάμ, τον Αλλάχ, και την πίστη, ακόμη κι όταν πρόκειται για επιστημονικά θέματα.
Δεν είναι τυχαίο ότι το κόμμα του Ερντογάν διαθέτει αυξημένη εκλογική δύναμη στις περιοχές όπου κυριαρχεί ο αναλφαβητισμός!

Πηγή: tvxs.gr

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Κανείς δεν Μπορεί να μας Σώσει



Έχω την εντύπωση πως ο ισπανικός κινηματογράφος διανύει μία ενδιαφέρουσα περίοδο όσον αφορά σε ταινίες μυστηρίου κι αστυνομικού περιεχομένου. Τα παραδείγματα είναι πολλά. Ένα απ' αυτά είναι το "Κανείς δεν Μπορεί να μας Σώσει" που βγήκε την περασμένη Πέμπτη στους θερινούς. Μία ταινία την οποία θεωρώ ως ένα από τα καλύτερα αστυνομικά θρίλερ των τελευταίων χρόνων.
Η ιστορία μας πηγαίνει στην Μαδρίτη του 2011 όπου εξιχνιάζεται μία περίεργη σειρά δολοφονιών. Ένας serial killer σκοτώνει κι έπειτα βιάζει ηλικιωμένες γυναίκες που ζουν μόνες τους. Την υπόθεση έχει αναλάβει ένα αταίριαστο δίδυμο από το τμήμα ανθρωποκτονιών. Ένας εσωστρεφής αστυνομικός με κεκεδισμό μαζί με έναν ευέξαπτο συνάδελφό του, προσπαθούν να βρουν την άκρη του νήματος. Πέρα όμως από την αναζήτηση στοιχείων, έχουν να αντιμετωπίσουν και τα μειονεκτήματά τους. Επίσης οι δυο τους δυσκολεύονται να συνεργαστούν με το υπόλοιπο τμήμα διότι υπάρχουν αδιευκρίνιστοι ανοιχτοί λογαριασμοί του παρελθόντος με άλλους συναδέλφους. Μέσα σ' όλα αυτά, η πόλη προετοιμάζεται για την επίσκεψη του Πάπα Βενέδικτου, γεγονός που βάζει επιπλέον εμπόδια στην έρευνα. Όμως το πείσμα κι η οξυδέρκεια τους, τους φέρνουν όλο και πιο κοντά στο δολοφόνο.
Το σενάριο είναι σχετικά καλογραμμένο κρατώντας το ενδιαφέρον μας αμείωτο μέχρι το τέλος. Είναι αξιοσημείωτο πως μέχρι τα μισά του δεύτερου μέρους της ταινίας, δεν έχει αποκαλυφθεί ο δολοφόνος κι ούτε υπάρχει κάποιο στοιχείο που να μας δημιουργεί την παραμικρή υπόνοια για το ποιος μπορεί να ΄ναι. Για να το πετύχει όμως αυτό, ο δημιουργός χρησιμοποίησε εύκολες λύσεις, αφήνοντας μικρά κενά στη πλοκή.
Πέρα απ' αυτό, η ταινία κερδίζει σε άλλους τομείς. Πρώτα απ' όλα οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές. Τόσο ο οξύθυμος αστυνομικός που τον ερμηνεύει ο Ρομπέρτο Άλαμο (κέρδισε βραβείο Γκόγια ερμηνείας) όσο κι ο κεκές Αντόνιο ντε λα Τόρε (τον απολαύσαμε στην "Οργή ενός Υπομονετικού Ανθρώπου) είναι εκπληκτικοί στο παίξιμό τους. Δέθηκα γρήγορα μαζί τους διότι εισχώρησα στο ψυχικό τους κόσμο, καθώς ο ένας παλεύει με την μοναξιά κι ο άλλος με διάφορα οικογενειακά προβλήματα. Το ότι μου έγιναν τα δυο αυτά πρόσωπα συμπαθή, βοήθησε στην κοινή βίωση του άγχους για την εξιχνίαση των δολοφονιών.
Έπειτα περνάμε στο προφίλ του δολοφόνου. Εδώ η ταινία πρωτοπορεί με ένα νέο είδος δολοφόνου. Ήταν αρκετά μελετημένος ο χαρακτήρας του καθώς και τα κίνητρα που επέλεγε και σκότωνε τα θύματά του. Εντέχνως ο δολοφόνος έχει τον διπλό ρόλο του θύτη-θύματος. Έτσι το ενδιαφέρον δεν μονοπωλεί μόνο στη σύλληψή του αλλά και στην ψυχανάλυσή του.
Καθ' όλη τη διάρκεια του έργου γίνεται φανερό πως το μεγαλύτερο βάρος της δουλειάς έπεσε στο τομέα της ψυχολογίας. Παράλληλα με την εξέλιξη της ιστορίας, βιώνουμε κι ένα πολιτικό κατηγορώ προς τη σύγχρονη κοινωνία. Με πανέξυπνο τρόπο, ο δημιουργός τα βάζει με την εκκλησία και την οικογένεια. Δεν είναι τυχαίο που τα γεγονότα συμπίπτουν με την επίσκεψη του Πάπα Βενέδικτου, ο οποίος έχει στιγματιστεί με τα σκάνδαλα παιδεραστίας στην καθολική εκκλησία. Προσωπικά βίωσα μία κραυγή ενάντια στην καταπίεση των ανθρώπων που συνήθως ασκούνται από την οικογένεια, την εκκλησία, το σχολείο και την κοινωνία. Μία καταπίεση που μπορεί να χει ολέθριες συνέπειες σε κάποιο ενδεχόμενο ξέσπασμα του θύματος.
Τέλος ένα ακόμη καλό στοιχείο της ταινίας, είναι ο τρόπος που χειρίστηκε ο σκηνοθέτης το σασπένς της ιστορίας. Υπήρξαν κάμποσες σκηνές όπου αγχώθηκα με την εξέλιξη ενώ αρκετές σκηνές βίας μου έκοψαν την ανάσα (σχεδόν όλες μαζεμένες προς το τέλος της ταινίας).
Το "Κανείς δεν Μπορεί να μας Σώσει" είναι μία κινηματογραφική ανάσα προς το κλείσιμο ενός ακόμη καλοκαιριού που δεν ήταν ιδιαίτερα πλούσιο σε κινηματογραφικές προτάσεις.

Βαθμολογία: 7/10

Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Όταν πέφτει η νύχτα στο Παλέρμο




Μ' αυτήν εδώ την ανάρτηση, ολοκληρώνω την περιγραφή του φετινού μας οδοιπορικού σε Κάτω Ιταλία και Σικελία. Τι πιο όμορφο λοιπόν να τελειώσει με μία βραδινή περιπλάνηση στους δρόμους του Παλέρμο, συνοδευόμενη από ένα πολυαγαπημένο μουσικό κομμάτι του Miles Davis.
Αρκετό καιρό πριν την αναχώρηση, όλοι όσοι μάθαιναν πως στο ταξίδι θα πηγαίναμε σε Νάπολη και Παλέρμο, σχημάτιζαν τον ίδιο προβληματισμό στο πρόσωπό τους, λέγοντάς μας πως θα επισκεπτόμασταν δυο από τις πιο επικίνδυνες πόλεις της Ευρώπης. Κι αν γλιτώναμε από την μία σίγουρα θα την πατούσαμε στην άλλη. Η κοινή αντίληψη από διαφορετικά πρόσωπα, μας είχε βάλει προκαλέσει ένα άγχος. Τελικά όχι μόνο δεν κινδυνεύσαμε, αλλά περάσαμε υπέροχες βραδιές στις κοιτίδες της ιταλικής μαφίας.
Όπως είχα αναφέρει και στην προηγούμενη ανάρτηση, στο Παλέρμο φτάσαμε απόγευμα. Όμως δεν πήγαμε κατευθείαν στην πόλη. Πρώτα ανεβήκαμε στο όρος Πελεγκρίνο για να θαυμάσουμε τη θέα. Κατά το απόγευμα κατηφορίσαμε στην πόλη και μας πήρε ώρα να παρκάρουμε αλλά και να βρούμε το σπίτι. Αυτό είχες ως αποτέλεσμα, τις πρώτες μας εντυπώσεις από την πόλη να τις αποκτήσουμε κάτω από τα θαμπά φώτα της νύχτας.
Φεύγοντας από το σπίτι, κινήσαμε αμέσως προς τον Καθεδρικό ναό. Μόλις τον αντικρίσαμε, μείναμε γι' αρκετή ώρα μαρμαρωμένοι στις θέσεις μας, θαυμάζοντας το εντυπωσιακό του μέγεθος, το οποίο γινόταν ακόμη πιο επιβλητικό μέσω του νυχτερινού του φωτισμού. Ο προαύλιος χώρος του ήταν κλειστός, οπότε αρκεστήκαμε να τον παρατηρούμε από το δρόμο πατώντας πάνω σε παγκάκια. Έπειτα περπατήσαμε μέχρι την Porta Nuova, όπου βρίσκεται και το τελείωμα της μακρόστενης οδού Βιττόριο Εμανουέλε. Δεν είχε τίποτα ιδιαίτερο παρακεί, οπότε επιστρέψαμε στο ιστορικό κέντρο.
Στο Quattro Canti βρίσκεται το σταυροδρόμι όπου χτυπά η καρδιά της νυχτερινής ζωής στην πόλη. Από την μία μεριά μπορεί να επιλέξει κανείς ήρεμα στέκια με καλή μουσική κι όμορφο κρασί κι από την άλλη μεριά συναντάς σοκάκια που σφύζουν από ζωή κι έντονη διασκέδαση.
Την πρώτη βραδιά επιλέξαμε το δεύτερο. Στενά δρομάκια που τη μέρα ήταν γεμάτα ιχθυοπωλεία και μπακάλικα, το βράδυ μετατρέπονται σε χώρους υπαίθριων πάρτι. Σε ένα απ' αυτά, βρεθήκαμε ανάμεσα σε δύο άδεια μπαρ. Οι εσωτερικοί χώροι ήταν τελείως άδειοι και λειτουργούσαν μόνο για να προμηθευτούμε ποτά. Όλοι οι θαμώνες βρίσκονταν έξω. Άλλοι κάθονταν σε αυτοσχέδια παγκάκια, ή στα πεζοδρόμια, άλλοι χόρευαν και μιλούσαν δυνατά και κάποιοι παρακολουθούσαν έναν ζωγράφο που είχε χάσει τις αισθήσεις του από το πολύ ποτό. Ακόμα θυμάμαι το πρόσωπό του. Πρησμένο από το αλκοόλ, είχε χάσει κάθε ίχνος έκφρασης. Προσπαθούσε να ζωγραφίσει με έναν αλλοπρόσαλλο τρόπο χρησιμοποιώντας φωτιά. Όμως κάπου στα μισά τα παράτησε και κοιμήθηκε γονατιστός πάνω από τον καμβά. Δίπλα του, στεκόταν ο σκύλος του υπομονετικός προσπαθώντας με το βλέμμα του να προστατεύσει την αξιοπρέπεια του ζωγράφου. Τον κοιτούσε με πόνο και κατανόηση. Όταν ο ζωγράφος βρήκε τις αισθήσεις του, σηκώθηκε να φύγει. Κάποιοι θαμώνες τον βοήθησαν να μαζέψει τα υλικά του και μία κοπέλα του έφερε έναν εσπρέσο για να συνέλθει. Ο σκύλος όλη την ώρα δίπλα του, ακολουθούσε με συγκατάβαση το ζαλισμένο περπάτημα του αφεντικού του. Τους ξαναείδα το επόμενο πρωί σ' έναν από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης. Τους γνώρισα από τον σκυλάκο, ο οποίος καθόταν υπομονετικά κι απολάμβανε τα χάδια του ήλιου καθώς ο ξεπρησμένος ζωγράφος δημιουργούσε πίνακες με φωτιές και χρώματα.
Την επόμενη βραδιά καταλήξαμε στην ήρεμη πλευρά της πόλης. Περπατώντας σε σκοτεινά σοκάκια, λίγο πιο κάτω από το Συντριβάνι της Ντροπής, συναντήσαμε ένα καλαίσθητο μπαρ με τζαζ μουσική κι ευχάριστο κόσμο. Ζητήσαμε ένα καλό σικελικό κρασί κι ο σερβιτόρος μας έφερε ένα μπουκάλι ερυθρό ξηρό που παράγεται στους πρόποδες της Αίτνα. Αν και δεν είμαι λάτρης των ξηρών κρασιών, το συγκεκριμένο μ' άρεσε αρκετά, σε σημείο που ζήτησα να πάρω μαζί μου το μπουκάλι. Καθισμένοι γύρω από ένα μεγάλο βαρέλι που λειτουργούσε ως τραπέζι, απολαύσαμε τη γλυκιά δροσιά της βραδιάς πίνοντας και συζητώντας γι' αυτά που μας εντυπωσίασαν στο ταξίδι, τσουγκρίζοντας τα ποτήρια με την ευχή να πραγματοποιήσουμε την επόμενη άνοιξη το τρίτο.
Κλείνοντας θα ήθελα να μνημονεύσω το εκπληκτικό σπίτι στο οποίο μείναμε. Η οικοδέσποινα όταν μας το έδειχνε, μας δήλωσε πως είναι 400 χρονών καθώς εμείς παρατηρούσαμε με το στόμα ανοιχτό τις υπέροχες ζωγραφιές στην οροφή του ψηλοτάβανου σαλονιού. Εντυπωσιάστηκα επίσης και με την διακόσμηση του χώρου αλλά και την πλακόστρωτη τερακότα του πατώματος. Επίσης, τα κρεβάτια μας βρίσκονταν σε ένα υπερυψωμένο επίπεδο, φέρνοντάς μας κοντά με εντυπωσιακές τοιχογραφίες. Ένιωθα πως είμασταν φιλοξενούμενοι σε ένα πανέμορφο ιδιωτικό μουσείο. Το κερασάκι στην τούρτα ήταν το wine-bar στην είσοδο της πολυκατοικίας, το οποίο έπαιζε υπέροχα κομμάτια τζαζ, τα οποία έφταναν μέχρι τον όροφό μας.
Μπορεί στην Ελλάδα να έχουμε συσχετίσει την νύχτα στο Παλέρμο με το έγκλημα εξαιτίας ενός παρεΐστικου παιχνιδιού, όμως για μένα έχει πλέον συνδυαστεί με όμορφες μελωδίες, γευστικά κρασιά κι ατμοσφαιρικές περιπλανήσεις στα στενά του σοκάκια. 

Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

«Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια»: Ιστορία μιας φράσης



της Νατάσας Κεφαλληνού

Ποιο τρίπτυχο αποτελεί την πιο διαδεδομένη συνθηματική φράση της ελληνικής ιστορίας; Ποιο σύνθημα κρεμόταν από τα χείλη των απανταχού Ελλήνων αντιδραστικών και ακροδεξιών; Ποια φράση ενώνει τις πιο μαύρες σελίδες της ελληνικής ιστορίας, τις δικτατορίες του Μεταξά και του Παπαδόπουλου;
Μία και μόνο, υπεράνω όλων: «Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια».
Το σύνθημα άρρηκτα συνδεδεμένο με την κυρίαρχη ιδεολογία και το συντηρητισμό, γεννήθηκε το 19ο αιώνα, διαδόθηκε κατά τον 20ο και μεσουράνησε στη δικτατορία των συνταγματαρχών. Στις μέρες μας επανήλθε δυναμικά μέσα από τα κηρύγματα μίσους του νέο-ναζιστικού μορφώματος της «Χρυσής Αυγής». Ενδεικτικά αναφέρουμε την ομιλία, στη Βουλή, του αρχηγού της εγκληματικής οργάνωσης, Νίκου Μιχαλολιάκου, για το σύμφωνο συμβίωσης, στην οποία υποστήριξε: «Επιχειρείτε να συμβάλλετε στη διάλυση του θεσμού της ελληνικής οικογένειας. Αν για σας είναι αναχρονιστικό τότε για εμάς τους εθνικιστές της Χρυσής Αυγής ισχύει και θα ισχύει το σύνθημα “Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια”».

Το σύνθημα είχε τη δική του ιστορία

Όπως μας εξηγεί η Έφη Γαζή, επίκουρη καθηγήτρια του τμήματος Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και συγγραφέας του βιβλίου «Πατρίς, Θρησκεία οικογένεια ιστορία ενός συνθήματος 1880-1930» (Πόλις, Αθήνα, 2011), το σύνθημα έχει τη δική του ιστορία: «Το τρίπτυχο ‘’πατρίς, θρησκεία, οικογένεια’’ έχει σφραγίσει την ιστορία της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας. Χωρίς αμφιβολία, αποτελεί την πιο διαδεδομένη και αναγνωρίσιμη συνθηματική φράση της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. »
Συνηθίζουμε να πιστεύουμε ότι πρόκειται για μια σύγχρονη ‘’κατασκευή’’ συνδεδεμένη με το μετεμφυλιακό κράτος, τη δεκαετία του 1950, ίσως και τη δικτατορία των συνταγματαρχών. Ωστόσο, η ιστορία του συνθήματος έχει πολύ μεγαλύτερο βάθος χρόνου και πολύ σύνθετες διαδρομές. Η συνθηματική φράση δεν δημιουργήθηκε σε καμία περίπτωση ξαφνικά. Αντίθετα αποτελεί προϊόν μακρόχρονων και σύνθετων διαδικασιών που συνδέονται με πολύ σημαντικούς ιδεολογικούς, πολιτικούς και κοινωνικούς μετασχηματισμούς».

Τα Christian freaks και η ιδανική «χριστοπολιτεία»

Η φράση πρωτακούστηκε από τα χείλη του αμφιλεγόμενου στοχαστή και θεολόγου Απόστολου Μακράκη. Μάλιστα ο Μακράκης υποστήριζε ότι είδε, το 1851, ένα όραμα, στο οποίο ο Χριστός και η Παναγία είχαν κατέβει από τον ουρανό για να του αναθέσουν τη σωτηρία των ανθρώπων (sic). Ισχυριζόταν δε ότι ήταν προορισμένος από το Θεό να σώσει τους ομόθρησκούς του Έλληνες και να τους οδηγήσει στα πεπρωμένα του έθνους. Αυτά τα πεπρωμένα συνδέονταν με την απόρριψη της καταστροφικής επιρροής των δυτικών ιδεών και τη δημιουργία μιας ιδανικής «χριστοπολιτείας».
Από τη δεκαετία του 1880 η φράση αυτή ζυμώθηκε μέσα στους κύκλους χριστιανικών ομάδων και συλλογικοτήτων που είχαν ως στόχο την κοινωνική αναμόρφωση και την αντιμετώπιση των προκλήσεων της νεωτερικότητας, ιδιαίτερα νέων ιδεών όπως ο δαρβινισμός, ο φεμινισμός και ο σοσιαλισμός.

Αρμός της κρατικής ιδεολογίας

Η εκστρατεία διάδοσης της φράσης διευρύνθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα και πλέον δεν την αναπαρήγαγαν μόνο θρησκευτικά …φρικιά. Σε αυτό συνέβαλαν πολλοί παράγοντες: ο πόλεμος του 1897, η οικονομική κρίση, ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος, η κρίση των παλιών πολιτικών δυνάμεων. Φορείς άρθρωσης αυτού του λόγου υπήρξαν πολλοί: από τις αναμορφωτικές χριστιανικές κινήσεις του 20ου αιώνα, μέχρι εφημερίδες πανελλήνιας εμβέλειας και εταιρείες – σύλλογοι με αυξημένη επιρροή στα μεσοαστικά και μικροαστικά στρώματα.
Όπως τονίζει η Έφη Γαζή: «Οι γλωσσοεκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, αποτέλεσαν ένα μεγάλο πεδίο ιδεολογικών και πολιτικών αντιπαραθέσεων όπου αναπτύχθηκαν λόγοι για την ‘’πατρίδα, τη θρησκεία και την οικογένεια’’, κυρίως από τους αντιπάλους του δημοτικισμού. Αυτή η περίοδος συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του συνθήματος. Η διαδικασία ολοκληρώθηκε κατά τη δεκαετία του 1930 με την αναζωογόνηση χριστιανικών οργανώσεων, όπως η Αδελφότητα Θεολόγων ‘’Η Ζωή’’, οι οποίες αναπτύχθηκαν γοργά και επανέφεραν τη θρησκεία στο προσκήνιο της πολιτικής και κοινωνικής ζωής.
Από τη δικτατορία του Μεταξά, το 1936, ως και τη Μεταπολίτευση η συνθηματολογική φράση αποτέλεσε τον αρμό της κρατικής ιδεολογίας, στο όνομα της οποίας εξαπολύθηκαν διώξεις και καταπατήθηκαν λαϊκές ελευθερίες και ατομικά δικαιώματα».
Για τη σημασία της φράσης, έτσι όπως διαμορφώθηκε ιστορικά, η Έφη Γαζή σημειώνει: «Σε αυτό το τρίπτυχο, η πατρίδα προβάλλει ως η μακραίωνη εστία του έθνους ενώ το έθνος προσδιορίζεται καθοριστικά – αν όχι αποκλειστικά – από τη σχέση του με τη θρησκεία. Η οικογένεια κατανοείται στο πλαίσιο της πατριαρχικής δομής όπου οι ρόλοι των φύλων είναι άνισοι και αυστηρά οριοθετημένοι. Οι τρεις έννοιες προβάλλονται όχι μόνο ως σημαντικές αξίες αλλά κυρίως ως υπονομευόμενες από ποικίλους ‘’εχθρούς’’ ή και ‘’συνωμότες’’».

Πηγή: toperiodiko.gr

Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Δουργούτι – Φάρος – Κατσιπόδι: το «Δίστομο» της Αθήνας



του Ανδρέα Δενεζάκη

Δυο μέρες μετά το μπλόκο του Βύρωνα το γερμανικό επιτελείο της Αθήνας αποφασίζει να χτυπήσει τα ξημερώματα της Τετάρτης 9 Αυγούστου 1944, τις ανταρτομάνες περιοχές στο Δουργούτι, το Κατσιπόδι (Δάφνη) και μέρος του νέου Κόσμου.
Την ίδια μέρα, το πρωί, στις αθηναϊκές εφημερίδες δημοσιεύεται ανακοίνωση του «Υπουργείου Εσωτερικών» του Ράλλη για τις απώλειες των Ταγμάτων Ασφαλείας, προετοιμάζοντας το έδαφος για τη σφαγή που θα ακολουθούσε:

«ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ 

Αι απώλειαι των Ταγμάτων Ασφαλείας εις τον αγώνα εναντίον των μισθάρνων οργάνων του Σλαυοκομμουνισμού εις τας Αθήνας και Πειραιά έχουν ως εξής: 
Τον Ιούνιον ε.ε. απωλέσθησαν 150 άνδρες. 
Τον Ιούλιον ε.ε. απωλέσθησαν 131 άνδρες. 
Από 1 έως 8 Αυγούστου απωλέσθησαν 50 άνδρες. Αξιωματικοί 
Εις συνταγματάρχης – ο Σιδερώτος. 
Εις αντισυνταγματάρχης – ο Κασίμης. 
Δυο ταγματάρχαι – ο Μαυρομάτης και ο Καπράλος. 
Τέσσαρες άλλοι αξιωματικοί και δέκα υπαξιωματικοί. 

 Εκ του Υπουργείου Εσωτερικών. 

Από τις 3 το πρωί δυνάμεις τάγματος 400 Γερμανών των ΕΣ-ΕΣ, με 20 θωρακισμένα, απέκοψε το Κατσιπόδι και το Ν. Κόσμο από την υπόλοιπη αμυντική διάταξη του 2ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ στην περιοχή Αγ. Γιάννη – Κατσιπόδι – Α’ Νεκροταφείο, σχηματίζοντας έναν κλοιό με περίμετρο τους Στύλους του Ολυμπίου Διός – Λ. Συγγρού – Νέα Σμύρνη – Λ. Βουλιαγμένης – Α΄ Νεκροταφείο.
Ένα Δεύτερο τάγμα Ιταλών φασιστών με δύναμη 400 ανδρών, με άφθονο και βαρύ οπλισμό, πήραν θέση από την πλευρά της Ν. Σμύρνης.
Και τέλος ένα μεικτό τάγμα από 400 γερμανοτσολιάδες – μπουραντάδες και χωροφύλακες και δεκαπέντε μασκοφόρους, με επικεφαλής τους Πλυτζανόπουλο, Μπουραντά και Γκίνο, ανέλαβαν την εκτέλεση του αιματηρού οργίου στις πιο πάνω συνοικίες.
Με τηλεβόες καλούσαν όλους τους άντρες από 16 ως 60 ετών να συγκεντρωθούν στην πλατεία του Φάρου, κοντά στο εργοστάσιο ελαστικών ΕΘΕΛ, και στην Αρμένικη Εκκλησία Αγ. Γρηγόριος στο Δουργούτι.
Το μακελειό αρχίζει, οι πατριώτες ομάδες – ομάδες οδηγούνται στο θάνατο. Το αίμα ρέει από παντού. Πάνω από 1200 πατριώτες συγκεντρώθηκαν στα σημεία αυτά. Κάτω από την εποπτεία των Γερμανών αξιωματικών και με τη βοήθεια των μασκοφόρων, μέσα σε βρισιές, ξυλοδαρμούς, βασανιστήρια και λογχισμούς ξεχώριζαν τους οργανωμένους αγωνιστές του ΕΛΑΣ και τα στελέχη των ΕΑΜικών οργανώσεων.
Οι μικροομάδες του ΕΛΑΣ που υπερασπίζονταν τις λαϊκές συνοικίες, αντιλαμβάνονται το μπλόκο και προσπαθούν να βγουν έξω από αυτό. Αρκετοί τα καταφέρνουν και ενώνονται με άλλα, εκτός μπλόκου, τμήματα του ΕΛΑΣ. Οι υπόλοιποι ανακατεύονται με τον πληθυσμό ή κρύβονται με τη βοήθεια των κατοίκων.
Μέσα στα μπλόκα εγκλωβίστηκαν δυο λόχοι του Ιου τάγματος του ΕΛΑΣ, 120 άνδρες μαζί με τη διοίκηση (Γιάννης Κυριακίδη – Λευτέρης) και ένας λόχος του Βύρωνα, που είχε κατέβει στο Κατσιπόδι (Δάφνη) για ανασυγκρότηση μετά το χτύπημα που δέχτηκε πριν από δυο μέρες (7.8.44) με το μπλόκο στη συνοικία του.

Το μπλόκο στο Φάρο και το Δουργούτι

Την περίοδο εκείνη η Νέα Σμύρνη ήταν ένα προπύργιο μαζικής αντίστασης. Ήδη τα μέλη του ΕΑΜ ξεπερνούσαν τα 1500 και οι μαχητές του ΕΛΑΣ τους 450, χωρίς να υπολογιστούν οι νέοι της ΕΠΟΝ και τα μέλη της Εθνικής Αλληλεγγύης. Η αντίσταση στη Νέα Σμύρνη ήταν παλλαϊκή, γιατί στους πάνω από 2.000 οργανωμένους στη μεγάλη ΕΑΜική αντίσταση θα πρέπει να προστεθούν και αρκετές δεκάδες Νεοσμυρνιώτες που ανήκαν σε άλλες αντιστασιακές οργανώσεις.
Κανείς δεν προδίδει. Κάνουν μερικές εκτελέσεις για τρομοκρατία, άλλα και πάλι χωρίς αποτέλεσμα. Τότε φέρνουν τους κουκουλοφόρους, τα ανθρωπόμορφα αυτά κτήνη, που αναλαμβάνουν να υποδείξουν όσα στελέχη αντιστασιακών οργανώσεων αναγνωρίζουν, καθώς και μαχητές του ΕΛΑΣ. 
Στη πλατεία του Φάρου μαζεύουν όλους τους άντρες από τη γύρω περιοχή και το Δουργούτι, και τους ζητούν να υποδείξουν ποιοι είναι ΕΛΑΣίτες. Κανείς δεν προδίδει. Κάνουν μερικές εκτελέσεις για τρομοκρατία, άλλα και πάλι χωρίς αποτέλεσμα. Τότε αναλαμβάνουν οι κουκουλοφόροι, να υποδείξουν όσα στελέχη αντιστασιακών οργανώσεων αναγνωρίζουν, καθώς και μαχητές του ΕΛΑΣ. Οι πατριώτες ομάδες – ομάδες οδηγούνται στο θάνατο. Επικεφαλής των γερμανοτσολιάδων ήταν ο ανθυπασπιστής Γιώργος Ζαχαρόπουλος, που εκτέλεσε 34 μαχητές του Λόχου Βύρωνα και 34 ακόμα Ελασίτες από το Βύρωνα, που αναγνωρίστηκαν ως «ξένοι» από τους κουκουλοφόρους, και άλλα 80 στελέχη των πολιτικών οργανώσεων. Ανάμεσά τους και ο Δημήτρης Μπαρουτίδης, ένα σεμνό παλικάρι που τράβηξε τη κουκούλα από τον μασκοφόρο που τον υπόδειξε και αποκάλυψε τον προδότη Θανάση Μπαξεβανίδη. Ολοι τους πέσανε με το κεφάλι ψηλά, γνήσιοι λαϊκοί αγωνιστές. 

Στην ΕΘΕΛ

Στην πλατεία, δίπλα στην ΕΘΕΛ, τους έβαλαν όλους να κάθονται κάτω. Μετά τις 9 άρχισε η διαλογή. Περνούσαν οι κουκουλοφόροι καταδότες. Οποιον υπέδειχναν τον παράδιναν στους Γερμανούς εκτελεστές, μέσα στο εργοστάσιο. Εκτέλεσαν 20 μαχητές του 1ου Τάγματος και 60 αγωνιστές ακόμα. Το εργοστάσιο ελαστικών της ΕΘΕΛ ήταν στο χώρο που σήμερα έχει χτιστεί το Ξενοδοχείο Ιντερκοντινένταλ. Οι εκτελέσεις σταμάτησαν στις 13.00, όταν άρχισε η διαλογή εκατοντάδων ομήρων για τα γερμανικά στρατόπεδα.

Ο εμπρησμός στα Αρμένικα, στο Δουργούτι

Το Δουργούτι ήταν ένα φτωχοσυνοικισμός, μια παραγκούπολη που μετά την μικρασιατική καταστροφή του 1922 έχτισαν εκεί παράγκες Έλληνες και Αρμένιοι πρόσφυγες. Χτίστηκαν αργότερα και κάποια σπιτάκια, τα λεγόμενα «Ιταλικά», με δαπάνες του ιταλικού κράτους σαν αποζημίωση για τον βομβαρδισμό της Κέρκυρας το 1928, στη σημερινή οδό Λαγουμιτζή. Αρχικό όνομα της περιοχής ήταν «Νομούζ Ντάμε», «σπίτι των χοίρων», από ένα χοιροστάσιο που υπήρχε εκεί. Εκεί κατέφυγαν οι πρώτοι Αρμένιοι πρόσφυγες, που ήρθαν πριν από το 1922.
Αμέσως μετά τις εκτελέσεις στο Φάρο οι Γερμανοί και οι Ταγματασφαλίτες λεηλάτησαν και έκαψαν την γύρω περιοχή με άξονα τα Αρμένικα, που ανήκαν στην Νέα Σμύρνη, και το γειτονικό τμήμα της Δάφνης.
Τουλάχιστον ο μισός και παραπάνω συνοικισμός κάηκε. Οι Γερμανοί και Ταγματασφαλίτες ρίξανε βενζίνη και κάψανε τον συνοικισμό του Δουργουτιού. Παράγκες και βιός χιλιάδων ανθρώπων, παραδόθηκαν στις φλόγες. Πολλά γυναικόπαιδα και άρρωστοι γέροι καήκανε μέσα στα σπίτια τους. Οι φασίστες εκδικήθηκαν την αντιστασιακή συνοικία, που τόσα είχε δώσει στο διάστημα της τρίχρονης κατοχής.
Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ κινητοποιήθηκαν και επιτέθηκαν για να διασπάσουν το μπλόκο. Το 2ο Τάγμα, με επικεφαλής τον καπετάνιο του Συντάγματος Λάμπρο, επιτέθηκε στους ταγματασφαλίτες στο Κατσιπόδι (Δάφνη) από τη συνοικία του Υμηττού. Το 3ο Τάγμα, με επικεφαλής τον Γιάννη, δεύτερο καπετάνιο του Συντάγματος, επιτέθηκε από τις λεωφόρους Υμηττού και Φιλολάου στη Γούβα για να διασπάσουν τον κλοιό του μπλόκου προς Α΄ Νεκροταφείο και Νέο Κόσμο, χωρίς θετικό αποτέλεσμα. Οι δυνάμεις των Γερμανών των ΕΣ-ΕΣ ήταν πολύ ισχυρές. Σε κάθε έφοδο απαντούσαν με χαλάζι από σφαίρες, όλμους και πυροβολισμούς από τα θωρακισμένα.
Για πρώτη φορά, όμως, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ είχαν πολιορκήσει τον εχθρό και σχημάτισαν αντιμπλόκ.
Νωρίς το απόγευμα, οι χιτλερικοί αποχωρούν στη Λ. Συγγρού, προς το κέντρο, παίρνοντας μαζί τους 2.500 ομήρους. Εκεί δέχτηκαν ισχυρό πλήγμα, μπροστά στο ΦΙΞ, από επίλεκτες δυνάμεις του 2ου Τάγματος Καλλιθέας, που επιτέθηκαν ανάμεσα στους οπισθοφύλακες των Γερμανών και εξόντωσαν ένα Γερμανό ανθυπολοχαγό και 30 Γερμανούς και γερμανοτσολιάδες. Στη διάρκεια της μάχης κατάφεραν να το σκάσουν και να γλυτώσουν από την ομηρία περίπου 500 πατριώτες από το τέλος της φάλαγγας.
Σε «ξεχωριστά» αντίποινα για το θάνατο του Γερμανού αξιωματικού στο εργοστάσιο ΦΙΞ, οι Γερμανοί σκότωσαν μερικά παιδάκια νηπιακής ηλικίας, τα πτώματα των οποίων βρέθηκαν την επομένη σε χωματερή του Μοσχάτου.
Όσους επέζησαν από τις εκτελέσεις τους μετέφεραν στα στρατόπεδα του Χαϊδαρίου και του Γουδιού. Στις 16 Αυγούστου 600 από αυτούς στάλθηκαν στη Γερμανία. Ελάχιστοι επέστρεψαν.
Στο μεταξύ ξέσπασαν δυναμικά συλλαλητήρια στις πλατείες όλων των ανατολικών και νότιων συνοικιών της Αθήνας. Επίμονα, μεγάλες μάζες πατριωτών ζητούσαν όπλα να πολεμήσουν με τον ΕΛΑΣ. Αυτή τη μέρα δημιουργήθηκε από τους εθελοντές και ο Λόχος Μηχανικού του 3ου Τάγματος, μέσα σε μία μόνο ώρα και πήρε αμέσως μέρος στη μάχη, κατασκευάζοντας οδοφράγματα στην πρώτη γραμμή του πυρός, στη Γούβα, για να εμποδίσουν την κίνηση των γερμανικών θωρακισμένων.

Πηγές-Βιβλιογραφία

  • «Ο ΕΛΑΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ», Ορέστη Μακρή – Σύγχρονη Εποχή 
  • «Το τιμωρό χέρι του λαού», Ιάσονα Χανδρινού, εκδόσεις Θεμέλιο 
  • «ΕΑΜ – Ανατολικές συνοικίες της Αθήνας 1941-1945», έκδοση του 6ου τομέα του ΕΑΜ Αθήνας, 1945. – Ριζοσπάστης 23.10.2015 
  • ΟΠΙΔΟΥ (Ομάδα Προφορικής Ιστορίας Δουργουτίου) sites.google.com/site/opidoudomain/  
  • «Εθνικοαπελευθερωτικός Αγώνας Νέα Σμύρνη – Φάληρο, 1941-1945», Γιάννης Κυριακίδη, ιδιωτική έκδοση Νέα Σμύρνη, 1983 
  • istorika-ntokoumenta.blogspot.gr

Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Η «Μέρα που ξεπεράσαμε τα όρια της Γης»



του Παντελή Μπουκάλα

Οι τσούχτρες που κυρίευσαν φέτος τον Πατραϊκό και τον Κορινθιακό είναι κάτι αρκετά σοβαρότερο από ενόχληση στα κολυμβητικά όνειρα ημών των παραθεριστών. Και παρότι η μετακίνησή τους διέπεται από κάποια περιοδικότητα, υπακούει δηλαδή σε νόμους της φύσης, η φετινή μαζικότατη και παρατεταμένη παρουσία τους έχει γνωρίσματα που σχετίζονται με άλλου είδους «νόμους»: ανθρωπογενείς· δηλαδή αφύσικους ή περιβαλλοντοκτόνους. Πρώτος τέτοιος «νόμος», που αδιαφορεί για όσα νομικά πλέγματα επιχειρεί να εγκαταστήσει η πολιτεία, πάντα με τη γνωστή αργοπορία της, είναι η υπεραλίευση στους κόλπους και στο κοντινό Ιόνιο, και μάλιστα μεγάλων ψαριών. Δεύτερος «νόμος», η ρύπανση από κάθε λογής απόβλητα· η ψευδαίσθησή μας ότι η ανεξάντλητη θάλασσα έχει και ανεξάντλητες δυνατότητες απορρόφησης των ρύπων που της δωρίζουν οι βιομηχανικές και λοιπές δραστηριότητές μας είναι απλώς εγκληματική. Τρίτος «νόμος», η κλιματική αλλαγή και η αύξηση της θερμοκρασίας των θαλασσών, «νόμος» επίσης ανθρωπογενής, αν βεβαίως πιστέψουμε την ειδικευμένη στο θέμα επιστημονική κοινότητα και όχι τον Αμερικανό πρόεδρο, που δυστυχώς είναι και πλανητάρχης.
Η πληθυσμιακή έκρηξη των μεδουσών μπορεί να αντιμετωπιστεί περιστασιακά, με την επιστράτευση μεδουσοδιωκτικών σκαφών (η Ναυμαχία της Ναυπάκτου, σε άσημη εκδοχή) και την τοποθέτηση επιφανειακών διχτυών που θα μας επιτρέπουν να δροσιζόμαστε ακίνδυνα, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι θα έχουμε τον νου μας για τα ταχύπλοα των μεθυσμένων από βενζίνη ατζαμήδων, που αδιαφορούν (άλλος «νόμος» κι αυτός) για τις απαγορευμένες ζώνες και τα όρια ταχύτητας. Με τέτοια τρικ, όμως, δεν αντιμετωπίζεται η ουσία του ειδικού και εντοπισμένου προβλήματος, η καταγωγή του. Και φυσικά δεν αντιμετωπίζεται το μείζον πρόβλημα, το συνολικό: η κλιματική αλλαγή. Και δυστυχώς, πρέπει να ειπωθεί πως υπάρχουν πολλά νεότερα από το οικολογικό μέτωπο, και είναι όλα τους δυσάρεστα. Στη σωβινιστικολαϊκιστική απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αποσύρει τη χώρα του από τη Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα (υπογράφτηκε από 195 χώρες, που συναποδέχτηκαν ως όριο ασφαλείας την αύξηση της θερμοκρασίας έως δύο βαθμούς στη διάρκεια του 21ου αιώνα) και στην αποκόλληση του τεράστιου παγετώνα της Ανταρκτικής, προστίθενται νεότερες μελέτες με ολοένα και πιο αποκαρδιωτικά πορίσματα.
Σύμφωνα με όσα δημοσίευσαν ερευνητές του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον στο περιοδικό Nature Climate Change, αν συνεχιστεί ο σημερινός ρυθμός εκπομπών αερίων και την επόμενη δεκαπενταετία, το πιθανότερο είναι πως η θερμοκρασία του πλανήτη θα αυξηθεί κατά ενάμιση βαθμό έως το 2032. Αλλά ακόμα κι αν οι γεωπολίτες κατορθώναμε να σταματήσουμε αμέσως και πλήρως όλες τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, κι αν όλες οι προηγμένες και οι αναπτυσσόμενες χώρες συναποφάσιζαν να χρησιμοποιούν αποκλειστικά εναλλακτικές, ήπιες μορφές ενέργειας, διαφοροποιώντας ριζικά και το καταναλωτικό τους μοντέλο, και πάλι ο πυρετός του πλανήτη θα συνέχιζε να αυξάνεται έως το τέλος του αιώνα μας. Ποια η πιθανότητα να αυξηθεί η θερμοκρασία από δύο έως πέντε βαθμούς έως το 2100; Εκτιμάται στο 90%, μόνο που το υπόλοιπο 10% δεν είναι από τα ποσοστά που δημιουργούν οποιοδήποτε αίσθημα ασφάλειας. Το μήνυμα, σφόδρα απογοητευτικό (αλλά και σφόδρα παρακινητικό συγχρόνως, αν αρνιόμαστε να υποταχθούμε στη μοίρα), είναι πως έχουμε ξεπεράσει πια τη δωδεκάτη στο «Ρολόι της Αποκάλυψης». Το σημείο δηλαδή όπου η αναστροφή ήταν εφικτή, τουλάχιστον θεωρητικά, μια και δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι έχουμε να κάνουμε με πρωτόγνωρο πρόβλημα και τα μοντέλα μας ενδέχεται να σφάλλουν· να είναι επηρεασμένα, λ.χ., από την αυτοπροστατευτική αισιοδοξία που διακρίνει το ανθρώπινο γένος.
Η «Μέρα που ξεπεράσαμε τα όρια της Γης» (Earth Overshoot Day) είναι ένα συμβολικό ορόσημο με βάση το οποίο το παγκόσμιο ερευνητικό δίκτυο «Global Footprint Network» και η οικολογική οργάνωση WWF ελέγχουν τον ρυθμό αύξησης του παγκόσμιου οικολογικού χρέους· υπολογίζουν έτσι και πόσο μειώνονται οι αντοχές του πλανήτη στην κατάχρηση ή τη λεηλασία που υφίσταται από τους ενοίκους του, που ώρες ώρες φέρονται σαν κουρσάροι, ή σαν τους εξωγήινους σε δυστοπικές ταινίες, που καταφτάνουν μέχρις εδώ για ν’ αρπάξουν ό,τι χρειάζονται και να ξαναφύγουν, αδιάφοροι για το τι αφήνουν πίσω τους. Φέτος εξαντλήσαμε ήδη από τις 2 Αυγούστου τους φυσικούς πόρους με τους οποίους θα έπρεπε να τα βγάλουμε πέρα όλο το 2017. Αυτό σημαίνει ότι θα χρειαστεί να δανειστούμε, να σφετεριστούμε, να κλέψουμε από το 2018, το 2019 και τα επόμενα χρόνια πόρους επαρκείς για το υπολειπόμενο πεντάμηνο του τρέχοντος έτους. Για να φανεί η ταχύτητα της φθοράς, ας συνεκτιμηθεί ότι πριν από είκοσι χρόνια, το 1997, είχαμε καταφέρει να φτάσουμε έως τα τέλη του Σεπτεμβρίου με «ίδιους πόρους», χωρίς πίστωση.
Ετσι όμως δεν βγαίνει ο λογαριασμός. Το οικολογικό χρέος δεν είναι όπως το οικονομικό, για να προσδοκά κανείς «κούρεμα». Αν κάθε χρόνο η «Μέρα που εξαντλήσαμε τα όρια της Γης» έρχεται όλο και νωρίτερα (το φετινό ρεκόρ θα το καταρρίψουμε σίγουρα του χρόνου κ.ο.κ.)· κι αν πρέπει να τρώμε όλο και περισσότερο από το μέλλον (ή μάλλον να τρώμε το ίδιο το μέλλον) για να ψευτοσυντηρούμε το ασθματικό παρόν μας, η κατάρρευση, με τη μορφή της πείνας, της δίψας, της απώλειας εδαφών και των συνεπαγόμενων πολέμων, ίσως δεν θα περιμένει το «συμβολικό» 2100 για να εκδηλωθεί.
Βρισκόμαστε πράγματι στην Ανθρωπόκαινο περίοδο. Και με γνώμονα το οικολογικό μας αποτύπωμα πάνω τη Γη, που γίνεται ολοένα πιο τραχύ και βαθύ, η ανθρωπότητα, στο σύνολό της, χρειάζεται 1,7 πλανήτες τον χρόνο για να συνεχίσει να ζει με τον σημερινό τρόπο. Χρησιμοποιεί δηλαδή τη φύση 1,7 φορές ταχύτερα από τον ρυθμό με τον οποίο τα οικοσυστήματα αναπληρώνουν τις απώλειές τους. Πρωταθλήτρια στη σχετική κατάταξη είναι η Αυστραλία, που χρειάζεται 5,2 πλανήτες ετησίως, και στη δεύτερη θέση οι ΗΠΑ, με πέντε πλανήτες. Κάπου στη μέση βρίσκεται η Ελλάδα, με 2,5 πλανήτες, ίσως επειδή ούτε ο ήλιος την ευλογεί ούτε οι άνεμοι.
Να βρίσκουμε έναν πλανήτη τον χρόνο κάπου εκεί έξω, που να μπορούμε μάλιστα να τον αποστραγγίζουμε ή να τον χρησιμοποιούμε σαν ρεζέρβα, δεν φαίνεται πιθανό. Δεν είναι άλλωστε αυτή η πρόταση των επιστημόνων. Αλλο συμβουλεύουν: «Αν σκεφτεί κανείς ότι η ζήτηση για τροφή αποτελεί το 28% του οικολογικού αποτυπώματος της ανθρωπότητας, ενώ η σπατάλη τροφίμων αγγίζει το 1,3 δισ. τόνους ετησίως, τότε απλές κινήσεις για τη μείωση της σπατάλης μπορούν να κάνουν τη διαφορά». Μπορούν;

Πηγή: Καθημερινή

Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

Τι συμβαίνει τελικά στη Βενεζουέλα;



του Γιάννη Μπουρνούς

Η εξήγηση είναι απλή: Ο ακροδεξιός Καπρίλες και ο συνδαιτυμόνας του, "φιλελεύθερος" Λόπεζ, γνωρίζουν ότι, αν δώσουν χώρο και χρόνο στον Μαδούρο για επέκταση κοινωνικών πολιτικών (τώρα που η τιμή του πετρελαίου έχει σχετικά ανακάμψει), δεν θα μπορέσουν να κερδίσουν τις επόμενες προεδρικές εκλογές.
Η Βενεζουέλα είναι η χώρα που, μετά την εκλογή Τσάβες το 1998, ηγήθηκε μιας ολόκληρης ηπείρου στη ρήξη με τον νεοφιλελευθερισμό και τις αμερικανικές επεμβάσεις και το έκανε αυτό ακριβώς σε μια ιστορική στιγμή που η «Συναίνεση της Ουάσιγκτον» έμοιαζε ακαταμάχητη. Ακολούθησαν μια σειρά από αριστερές και προοδευτικές κυβερνήσεις στην Καραϊβική και τη Λατινική Αμερική, που ακολούθησαν η καθεμιά τον δικό της δρόμο, περισσότερο ή λιγότερο ριζοσπαστικό, όλες όμως, με πρωτοπόρο τη Βενεζουέλα, εργάστηκαν για την οικοδόμηση κοινωνικού κράτους, την καταπολέμηση της φτώχειας, την ανάσχεση των ελεύθερων αγορών, την αξιοποίηση των εθνικών πόρων υπέρ του δημοσίου συμφέροντος, την προστασία των ιθαγενών κοινοτήτων και την αυτοοργανωμένη εμπλοκή των λαϊκών κοινοτήτων στην τοπική διακυβέρνηση και παραγωγή.
Ταυτόχρονα συνεργάστηκαν σε μια άλλη, «ενοχλητική» πρωτοβουλία, την ALBA (Μπολιβαριανή Συμμαχία για τους Λαούς της δικής μας Αμερικής), ένα εγχείρημα περιφερειακής ολοκλήρωσης της ηπείρου σε προοδευτική και αντι-ιμπεριαλιστική κατεύθυνση, ενώ την ίδια στιγμή οι περισσότερες από τις προοδευτικές κυβερνήσεις έχουν συνάψει στρατηγικές συνεργασίες με την Κίνα και τη Ρωσία.

Αδυναμίες

Υπάρχουν βεβαίως και λόγοι για κριτική: Ο Τσάβες αφαίρεσε την εκμετάλλευση του πετρελαϊκού πλούτου από την αρπακτική εγχώρια και διεθνή ολιγαρχία, ωστόσο μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια μπολιβαριανής διαδικασίας η Βενεζουέλα δεν έχει κατορθώσει ακόμα να μετασχηματίσει το παραγωγικό της μοντέλο, ώστε να αξιοποιεί τους πόρους του πετρελαίου και όχι να εξαρτάται αποκλειστικά από αυτό.
Η κατάρρευση της τιμής του πετρελαίου εν μέσω κρίσης έφερε έτσι δημοσιονομική δυστοκία, υπερπληθωρισμό και συνεπακόλουθα συνεχείς νομισματικές υποτιμήσεις. Οι εισαγωγές προϊόντων δυσκόλεψαν, αλλά και σαμποταρίστηκαν από εγχώριους και διεθνείς παράγοντες. Ο Μαδούρο πλήρωσε αυτές και άλλες αδυναμίες (όπως η αποτυχία εξουδετέρωσης της διαφθοράς) με μια οδυνηρή ήττα στις τελευταίες κοινοβουλευτικές εκλογές, τις οποίες κέρδισε η δεξιά αντιπολίτευση. Αλλά εάν γίνονται εκλογές και μπορεί να τις κερδίζει η αντιπολίτευση, τότε πού εδράζονται οι κατηγορίες για αυταρχισμό και δικτατορία; Πόσο μάλλον όταν η αντιπολίτευση ελέγχει σημαντικούς δήμους και περιφέρειες της χώρας, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος των μέσων ενημέρωσης. Γιατί η «δημοκρατικά ευαίσθητη» αντιπολίτευση δεν μπορεί να αναμένει τις προεδρικές εκλογές που θα διεξαχθούν το 2018 για να «απαλλαγεί» από τον Μαδούρο με την προβλεπόμενη δημοκρατική διαδικασία; Γιατί δεν συμμετείχε στις πρόσφατες εκλογές για τη (συνταγματικά προβλεπόμενη) Συντακτική Συνέλευση, για να επικρατήσει εκλέγοντας τους δικούς της αντιπροσώπους;
Ακόμα περισσότερο ανεξήγητη είναι η άρνηση των ηγετών της αντιπολίτευσης να λάβουν μέρος στη διαμεσολαβητική πρωτοβουλία ειρήνευσης και διαλόγου του πρώην πρωθυπουργού της Ισπανίας Χοσέ Λουίς Θαπατέρο ή να ακολουθήσουν τις εκκλήσεις του Πάπα Φραγκίσκου για τερματισμό της βίας.
Αντίθετα, η ηγεσία της αντιπολίτευσης ωθεί στην κλιμάκωση της βίας -ακόμα και με πυρπολήσεις υποστηρικτών του Τσάβες-, στην κατάρρευση της δημόσιας τάξης και της οικονομίας και καταφεύγει σε εκκλήσεις για ξένη επέμβαση και βίαιη ανατροπή του Μαδούρο.
Η εξήγηση είναι απλή: Ο ακροδεξιός Καπρίλες και ο συνδαιτυμόνας του, «φιλελεύθερος» Λόπεζ, γνωρίζουν ότι, αν δώσουν χώρο και χρόνο στον Μαδούρο για επέκταση κοινωνικών πολιτικών (τώρα που η τιμή του πετρελαίου έχει σχετικά ανακάμψει), δεν θα μπορέσουν να κερδίσουν τις επόμενες προεδρικές εκλογές. Όχι γιατί τα πεπραγμένα της προεδρίας Μαδούρο είναι τόσο ικανοποιητικά, αλλά επειδή αφ’ ενός η δική τους πολιτική ταυτίζεται απροκάλυπτα με τη ρεβανσιστική, παρασιτική και ακροδεξιά βενεζουελάνικη ολιγαρχία και αφ’ ετέρου η συνοχή της αντιπολίτευσης βασίζεται σε μια καιροσκοπική «λυκοφιλία», που καταλήγει συνήθως σε πολλαπλές προεδρικές υποψηφιότητες. 
Το πρόβλημα δηλαδή της αντιπολίτευσης, ειδικά μετά την εκστρατεία βίας που ενορχήστρωσε, είναι πως ακόμα και για τους απογοητευμένους ή αγανακτισμένους από την προεδρία Μαδούρο, οι ίδιοι παραμένουν για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού μια αποκρουστική εναλλακτική.
Η Διοίκηση Τραμπ εμφανίζεται αποφασισμένη να κλιμακώσει την επίθεση στη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση της Βενεζουέλας. Η Ε.Ε. πρέπει πάση θυσία να απόσχει από έναν τέτοιο δρόμο επέμβασης στα εσωτερικά ενός κυρίαρχου κράτους, που κατάληξή του θα έχει άλλη μια πραξικοπηματική αλλαγή μη αρεστής στις ΗΠΑ κυβέρνησης, όπως έγινε με την ανατροπή από τη Χίλαρι Κλίντον του Προέδρου Ζελάγια στην Ονδούρα ή με τη νομότυπη ανατροπή της Ντίλμα Ρούσεφ από μια δράκα υπερδιεφθαρμένων αντιπάλων της στη Βραζιλία.

Διαμεσολάβηση

Ο Θαπατέρο, σοσιαλιστής και πρώην πρωθυπουργός της Ισπανίας, έχει ρόλο διαμεσολαβητή στην κρίση της Βενεζουέλας. Οι εκκλήσεις του και προς τα δύο μέρη επικεντρώνονται στη συναίνεση, την ειρήνευση και τον δημοκρατικό διάλογο και προδιαγράφουν έναν δρόμο εξόδου από την κρίση. Η πρότασή του βασίζεται σε έξι πυλώνες:
* Στον καθορισμό ακριβούς χρονοδιαγράμματος για τη διεξαγωγή των αυτοδιοικητικών και των προεδρικών εκλογών.
* Την αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας του κοινοβουλίου.
* Τη συγκρότηση Επιτροπής Αλήθειας που θα καθορίσει τους όρους απελευθέρωσης των κρατούμενων της αντιπολίτευσης.
* Την παροχή εγγυήσεων ότι η νεοεκλεγείσα Συντακτική Συνέλευση θα λειτουργήσει με σεβασμό στις αρχές της δημοκρατίας και στις συνταγματικές εξουσίες, αποδεχόμενη ως κυρίαρχη μορφή νομιμοποίησης της συνταγματικής αναθεώρησης την καθολική ψήφο των πολιτών.
* Την ανάγκη επίτευξης συμφωνίας μεταξύ των άμεσα εμπλεκόμενων πλευρών, δηλαδή της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης της Βενεζουέλας, χωρίς επεμβάσεις τρίτων στα εσωτερικά της χώρας.
* Τη συγκρότηση μιας κοινά αποδεκτής ομάδας επιτήρησης της εφαρμογής της όποιας συμφωνίας των δύο πλευρών, που θα συγκροτηθεί α) από εκπροσώπους της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης και β) από εκπροσώπους φιλικών κρατών των δύο πλευρών.
Ο Θαπατέρο καταδίκασε οποιαδήποτε πράξη βίας, ενώ ανακοίνωσε πως κυρώσεις από τρίτες χώρες (όπως αυτές που εξήγγειλαν οι ΗΠΑ) και άλλες παρόμοιες παρεμβάσεις θα ρίξουν λάδι στη φωτιά.
Η Λατινική Αμερική εξακολουθεί να μαστίζεται από προβλήματα, αλλά οι κοινωνικές κατακτήσεις του κύματος αριστερών και προοδευτικών κυβερνήσεων και κινημάτων της τελευταίας δεκαπενταετίας δεν θα χαριστούν τόσο εύκολα. Με μια επίτευξη βιώσιμης συμφωνίας στη Βενεζουέλα και με νίκες στις προεδρικές εκλογές της Βραζιλίας (2018) και της Αργεντινής (2019) κατά των διεφθαρμένων νεοφιλελεύθερων Τέμερ και Μάκρι αντίστοιχα, οι λαοί της Λατινικής Αμερικής μπορούν να ξαναγυρίσουν το παιχνίδι υπέρ τους.

Πηγή: Αυγή

Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

Το μεγάλο ξενέρωμα



του Γιώργου Τσιάρα

Δυστυχώς Ή ευτυχώς, είναι γραφτό όλοι οι έρωτες αργά ή γρήγορα να πεθαίνουν -όχι μόνον αυτοί της σάρκας, αλλά και οι βαθύτεροι, εκείνοι του μυαλού. Σήμερα λοιπόν, έχοντας μόλις επιστρέψει από τις σύντομες διακοπές μου στο Αιγαίο, θα σας περιγράψω όσο γίνεται πιο αντικειμενικά και αποστασιοποιημένα τον αργό και βασανιστικό θάνατο ενός δικού μου πολιτικού πάθους –του παθιασμένου έρωτά μου με την «Μπολιβαριανή Επανάσταση» της Βενεζουέλας και κατ’ επέκταση με ολόκληρη τη λατινοαμερικανική Αριστερά, τη μοναδική -τολμώ να πω- πραγματική αριστερή δύναμη ανατροπής παγκοσμίως σ’ αυτήν τη γενικώς... μαύρη για τους περισσότερους λαούς, σε ιδεολογικό αλλά και πρακτικό επίπεδο, τελευταία εικοσαετία των μεγάλων υποχωρήσεων και των αβάσταχτων συμβιβασμών.
Οπως συνέβη και σε εκατομμύρια άλλους αριστερούς σε όλο τον κόσμο, οι σπόροι αυτού του έρωτα φυτεύτηκαν ήδη με την εκλογή του Ούγκο Τσάβες στην προεδρία το 1998 –και του Λούλα στη Βραζιλία τρία χρόνια αργότερα– αλλά καρποφόρησαν στις 11 Απριλίου του 2002, όταν ο φτωχός λαός της Βενεζουέλας βγήκε σαν μια γροθιά στους δρόμους και ακύρωσε μέσα σε 48 ώρες το αμερικανοκίνητο πραξικόπημα της ντόπιας και ξένης ολιγαρχίας. Ενα αποτυχημένο πραξικόπημα που είχε μεν βασικό υποκινητή τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους τζούνιορ και τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες, που εύλογα ανησυχούσαν για την απώλεια της πλούσιας σε μαύρο χρυσό «πίσω αυλής τους», αλλά επιστράτευσε ως φυσικούς αυτουργούς ολόκληρο το πλουτοκρατικό «βαθύ κράτος» της χώρας –το σάπιο πολιτικό σύστημα, τους στρατηγούς, τους δικαστές, τα ΜΜΕ– και το οποίο φυσικά βασίστηκε από την πρώτη στιγμή στην τυφλή στήριξη όλων των κυβερνήσεων και των μεγάλων εφημερίδων και καναλιών τού δήθεν «δημοκρατικού» κόσμου: των ίδιων δηλαδή κυβερνήσεων και ΜΜΕ που ουρλιάζουν σήμερα για τον... θάνατο της βενεσολάνικης δημοκρατίας στα χέρια του «δικτάτορα» Μαδούρο. Και βέβαια παραστάτες του ατυχούς εκείνου «γκόλπε ντ’ εστάδο» ήταν όλοι σχεδόν οι σημερινοί ηγέτες της «δημοκρατικής», τρομάρα της, αντιπολίτευσης, όπως ο Λεοπόλδο Λόπες και ο Ενρίκε Καπρίλες, όλοι αυτοί που σήμερα κόπτονται για τις χαμένες ελευθερίες του βενεσολάνικου λαού. Οπως έγραψε σε ένα σαρδόνιο «τουίτ» πριν από λίγες μέρες ο ελεύθερος πολιορκημένος του Λονδίνου, ο Τζούλιαν Ασάνζ, το μόνο που χρειαζόταν να κάνει ο Μαδούρο για να ικανοποιήσει τις δημοκρατικές αγωνίες των ΗΠΑ θα ήταν να... αντιγράψει το (ανύπαρκτο) Σύνταγμα της Σαουδικής Αραβίας ή κάποιας άλλης από τις δεκάδες αυταρχικές μοναρχίες και δικτατορίες -στενούς συμμάχους και εταίρους-πελάτες της «μαμάς Αμερικής»!
Με τη δύναμη του λαού του, λοιπόν, και κόντρα σε θεούς και δαίμονες, ο Τσάβες επέζησε του πραξικοπήματος, αλλά και της συντριπτικής για την οικονομία απεργίας στον πετρελαϊκό κλάδο το 2003, και όχι μόνον εδραιώθηκε στην εξουσία, αλλά και αναδείχτηκε φυσικός ηγέτης της λατινοαμερικάνικης Αριστεράς. Οι λυσσασμένοι επικριτές του προσπαθούν σήμερα να σας κάνουν να ξεχάσετε τα έργα και τις ημέρες του πραγματικού αυτού πολιτικού «πειρατή της Καραϊβικής», αλλά στα δέκα χρόνια που ακολούθησαν δεν υπήρξε σημαντικός κοινωνικός δείκτης που να μη βελτιώθηκε κατακόρυφα χάρη στην Μπολιβαριανή Επανάσταση. Βασικά μιλάμε για το αντίθετο εφέ των δικών μας μνημονίων: τα ποσοστά της φτώχειας υποδιπλασιάστηκαν, η ανεργία σχεδόν εξαφανίστηκε, όπως και ο αναλφαβητισμός, η μέση ημερήσια πρόσληψη θερμίδων διπλασιάστηκε και η πρόσβαση της ώς τότε περιθωριοποιημένης πλειοψηφίας σε δωρεάν, πλέον, υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης έγινε κτήμα όλων.
Το σημαντικότερο; Μέσα από τη συνεχή του κόντρα με την Ουάσινγκτον και την ενίσχυση των εμπορικών και άλλων σχέσεων με άλλες προοδευτικές κυβερνήσεις που ξεφύτρωσαν τα υπέροχα εκείνα χρόνια στον λατινοαμερικάνικο κήπο των θαυμάτων, ανάμεσα στα ερείπια των δικτατοριών και των νεοφιλελεύθερων πειραμάτων, ο Τσάβες έκανε πράξη όλα όσα εμείς οι Ευρωπαίοι αριστεροί απλά αναμασάμε στις ατέρμονες μεταξύ μας συζητήσεις –περιορίζοντας τον ρόλο των ισχυρών κρατών και των υπερεθνικών επιχειρηματικών κολοσσών, διώχνοντας κλοτσηδόν τα πάσης φύσεως Ταμεία και ανακτώντας τον έλεγχο πολλών δημόσιων αγαθών από τον αδηφάγο ιδιωτικό τομέα. Στον ύπνο τους τον έβλεπαν οι νεοφιλελέδες όλου του κόσμου, ωσότου πέθανε πρόωρα από καρκίνο το 2013: τέτοιο αδιάκοπο «ματσούκι», τέτοια de facto ακύρωση του ψευδεπίγραφου «Τέλους της Ιστορίας», αλλά και τέτοια πηγή έμπνευσης για τα κινήματα σε όλο τον κόσμο δεν τα περίμεναν ποτέ οι ολιγάρχες ισχυροί της ηπείρου, αλλά και ολόκληρης της Γης.
Ομως μαζί με τα λουλούδια, ο μακαρίτης έσπειρε και τα ζιζάνια που σήμερα πνίγουν τη χώρα του -τα ίδια καταστροφικά άνθη του κακού που είδαμε να απλώνονται και στη Βραζιλία, την Αργεντινή και τα άλλα κέντρα της λατινοαμερικάνικης Ανοιξης. Το μπολιβαριανό μείγμα «σοσιαλισμού των τροπικών» και κρατικού καπιταλισμού που μαγείρεψε, ξίνισε γρήγορα, με τη μαύρη αγορά συναλλάγματος και βασικών αγαθών, τη γενικευμένη διαφθορά και την εγκληματικότητα να θεριεύουν. Δίπλα στην πάντα ισχυρή ολιγαρχία, που δεν σταμάτησε λεπτό να μηχανεύεται την με κάθε τίμημα ανατροπή του Τσάβες, μια νέα ηγετική τάξη «απαράτσικ» ανδρώθηκε, χρησιμοποιώντας τις εθνικοποιημένες «στρατηγικές» βιομηχανίες για προσωπικό πλουτισμό. Αντί να μειωθεί η οικονομική «μονοκαλλιέργεια» της εξάρτησης από το πετρέλαιο και να αποκτήσει η χώρα τη διατροφική και βιομηχανική αυτάρκεια που υποσχόταν ο «πρεζιντέντε», συνέβη το αντίθετο: μια δράκα σκληροπυρηνικών «τσαβίστας», ισχυρό ποσοστό των οποίων προέρχεται από τις ένοπλες δυνάμεις και τον κομματικό σωλήνα, βρέθηκε να ελέγχει τα πάντα, από τη διανομή των λιγοστών –και συνήθως εισαγόμενων– τροφίμων και φαρμάκων μέχρι τη διαχείριση των επιταγμένων εργοστασίων.
Ιδίως μετά τον θάνατο του αρχηγού, όταν το τιμόνι ανέλαβε ο ολίγιστος Μαδούρο, σε συνδυασμό βέβαια και με την (εν πολλοίς τεχνητή) πτώση της διεθνούς τιμής του πετρελαίου από το 2014 και μετά, που είχε εμφανή στόχο την αποσταθεροποίηση εξαρτημένων από το πετρέλαιο χωρών όπως η Βενεζουέλα, η Ρωσία και το Ιράν, η νέα αυτή ελίτ κατάφερε να σβήσει πολλά από τα κατορθώματα της χρυσής εποχής, οδηγώντας εκατομμύρια ανθρώπους στην πείνα και την ανέχεια και αμαυρώνοντας την κληρονομιά του Τσάβες. Και τώρα, με το νόμιμο, αλλά κάθε άλλο παρά ηθικό και δημοκρατικό, «θεσμικό πραξικόπημα» για την εκλογή της Συντακτικής Συνέλευσης και τη χρήση οπλισμένων παρακρατικών, αλλά ακόμη και του στρατού, για την καταστολή της αντιπολιτευτικής «εξέγερσης», η Βενεζουέλα πεινασμένη, ματωμένη και ρακένδυτη ακροβατεί κυριολεκτικά στο χείλος της αβύσσου.
Ολα αυτά φυσικά δεν μειώνουν σε τίποτε το μέγεθος της ευθύνης της ντόπιας Δεξιάς και των Αμερικανών (και δευτερευόντως των Ευρωπαίων) επικυρίαρχων στο εκτυλισσόμενο δράμα. Οπως σωστά είπε πριν από λίγες μέρες ο πρώην δήμαρχος του Λονδίνου και προσωπικός φίλος του Τσάβες, ο Κεν Λίβινγκστον, το μεγάλο λάθος του «πρεζιντέντε» ήταν πως όταν ήταν παντοδύναμος δεν «καθάρισε» την ολιγαρχία, δηλαδή τις 200 οικογένειες που εξακολουθούν να ελέγχουν μεγάλο μέρος του πλούτου της χώρας, χρηματοδοτώντας τις βίαιες συμμορίες της αντιπολίτευσης και ελέγχοντας –σε συνεργασία με διεφθαρμένους «τσαβίστας»– κρίσιμους τομείς, όπως η εισαγωγή και το εμπόριο των τροφίμων. Ομως όσο είναι λάθος να ξεχνάμε τις ευθύνες της καπιταλιστικής ελίτ στο όνομα κουρελιασμένων αστικών εννοιών όπως η «ελευθερία» και η «δημοκρατία», άλλο τόσο λάθος είναι να θάβουμε το κεφάλι μας στο χώμα και να κάνουμε πως δεν βλέπουμε την πραγματικότητα, στο όνομα ενός «δημοκρατικού σοσιαλισμού» που δεν είναι πια ούτε δημοκρατικός, ούτε σοσιαλισμός...

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών