Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

Διανοούμενοι και Αριστερά



του Θανάση Γιαλκέτση

Ο Μισέλ Βινόκ είναι ομότιμος καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού. Η ακόλουθη συνέντευξή του δημοσιεύτηκε στο γαλλικό περιοδικό «L’ Express».

● Πότε και πώς εδραιώνεται ιστορικά ο δεσμός ανάμεσα στους διανοούμενους και την Αριστερά;

Ο όρος «διανοούμενοι» (ως ουσιαστικό) χρονολογείται από την υπόθεση Ντρέιφους. Ο Κλεμανσό είχε χρησιμοποιήσει αυτόν τον νεολογισμό για να υποδείξει όσους –συγγραφείς, πανεπιστημιακούς, καλλιτέχνες- υπέγραφαν την έκκληση για αναθεώρηση της δίκης του Ντρέιφους. Σε αυτούς που τάσσονταν υπέρ του Ντρέιφους αντιτάχθηκαν αμέσως διανοούμενοι της Δεξιάς -πιο γνωστός ανάμεσά τους ο Μορίς Μπαρές-, που ήθελαν να υπερασπιστούν τον στρατό. Αυτή η Δεξιά όμως απέρριπτε τον όρο «διανοούμενος», με αποτέλεσμα επί πολύ καιρό οι διανοούμενοι να ταξινομούνται εξ ορισμού στην Αριστερά. Η Επιτροπή Eπαγρύπνησης των αντιφασιστών διανοουμένων, που δημιουργήθηκε το 1934, θα υποστηρίξει το Λαϊκό Μέτωπο που νίκησε στις εκλογές του 1936, επιβεβαιώνοντας τον δεσμό διανοουμένων και Αριστεράς. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ανυποληψία των δεξιών διανοουμένων, που είχαν συμβιβαστεί με το καθεστώς του Βισί, ολοκληρώνει την τοποθέτηση των διανοουμένων στην Αριστερά.

● Πώς συνέβαλαν οι διανοούμενοι στη διαμόρφωση της θεωρίας της Αριστεράς; Σε ποια αδιέξοδα ή παρεκκλίσεις επίσης συνέβαλαν;

Οσοι τάχθηκαν υπέρ του Ντρέιφους υποκινούνταν από μιαν οικουμενική ηθική υπόθεση: την υπεράσπιση της αλήθειας και της δικαιοσύνης. Σε μια στιγμή που η κοινοβουλευτική Αριστερά (ακόμη και η σοσιαλιστική Αριστερά) δεν ήταν διόλου πρόθυμη να συμβάλει στην αναθεώρηση της άδικης δίκης που είχε καταδικάσει τον Εβραίο λοχαγό, αυτοί οι διανοούμενοι υπερασπίστηκαν τις ηθικές αξίες της ρεπουμπλικανικής Αριστεράς, που θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως εξής: τα δικαιώματα του ανθρώπου ενάντια στο κρατικό συμφέρον. Αργότερα, εκείνοι που τάχθηκαν υπέρ του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού προίκισαν την Αριστερά με μιαν αντικαπιταλιστική κουλτούρα και εκλαΐκευσαν αυτό που ο Ρεμόν Αρόν αποκαλούσε «μύθο της επανάστασης». Οι δύο κατηγορίες, η ηθική Αριστερά και η επαναστατική Αριστερά, μερικές φορές ένωσαν τις δυνάμεις τους, όπως στην περίπτωση του πολέμου της Αλγερίας. Η πιο φανερή παρέκκλιση των στρατευμένων διανοουμένων ήταν η προσχώρησή τους στον σταλινισμό. Ηδη το 1927, ο Ζιλιέν Μπεντά, με το βιβλίο του «Η προδοσία των διανοουμένων», καταγγέλλει εκείνους που υποτάσσουν τον κριτικό τους λόγο στα πολιτικά πάθη.

● Γιατί η Δεξιά δεν μπόρεσε ποτέ να ασκήσει πραγματική επιρροή στους διανοούμενους;

Υπάρχει μια ιδεολογική και διανοητική Δεξιά, από τον Ζοζέφ ντε Μεστρ ώς τον Σαρλ Μοράς και τον Αλέν ντε Μπενουά, αλλά, με εξαίρεση το Βισί, δεν βρέθηκε ποτέ στην εξουσία, ήταν η παράταξη των ηττημένων. Η κυβερνητική Δεξιά δεν θα μπορούσε να αναφέρεται σε αυτούς. Ο Σαρκοζί προτιμούσε να αναφέρεται στον Ζορές παρά στον Μπαρές. Εξάλλου, αυτή η Δεξιά δύσκολα μπορεί να συνεννοείται με τους διανοούμενους, επειδή είναι διαχειριστική, πραγματιστική, χωρίς «μεγάλο σχέδιο». Υπάρχει βέβαια μια φιλελεύθερη παράδοση που επικαλείται τον Μπενζαμέν Κονστάν, τον Τοκβίλ, τον Αρόν, αλλά στην πλειονότητά τους οι Γάλλοι διανοούμενοι δεν συμπαθούν τον φιλελευθερισμό, και το ηθικό του κήρυγμα, ο προοδευτισμός του, η θέλησή του για σφαιρική εξήγηση της Ιστορίας και της κοινωνίας, ο εξισωτισμός του δεν βρίσκουν καμιάν απήχηση στη Δεξιά.

● Ο δεσμός μεταξύ των αριστερών διανοουμένων και του Σοσιαλιστικού Κόμματος συνέβαλε στην επιτυχία της Αριστεράς το 1981 και στη συνέχεια;

Οχι. Επειδή ένα χάσμα άνοιξε στη δεκαετία του 1970 μεταξύ αριστερών διανοουμένων (ή πολλών από αυτούς) και της Αριστεράς. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 εμφανίζεται το κίνημα των «διαφωνούντων», εκείνων των Ρώσων διανοουμένων που ήρθαν σε ρήξη με τη σοβιετική εξουσία, εμβληματικοί εκπρόσωποι των οποίων είναι ο Σολζενίτσιν και ο Ζαχάροφ. Αναπτύσσεται τότε στη Γαλλία το αντιολοκληρωτικό κίνημα, εμπνεόμενο από τον Κλοντ Λεφόρ, τον Κορνήλιο Καστοριάδη και το περιοδικό «Textures», από τον Αντρέ Γκλικσμάν και τους «νέους φιλοσόφους», τον Πολ Τιμπό και το περιοδικό «Esprit». Η σύγκριση των γραπτών των «αντιολοκληρωτικών» και του σοσιαλιστικού Τύπου φανερώνει το διαζύγιο. Η κριτική του σοβιετικού κομμουνισμού είναι ένας κίνδυνος για την ενότητα της Αριστεράς και την κατάκτηση της εξουσίας. […]

● Πώς αποδυναμώθηκε ο δεσμός διανοουμένων και Αριστεράς; Εξαιτίας της βαθμιαίας καθίζησης του κόσμου των διανοουμένων ή εξαιτίας διαχειριστικών φροντίδων που συχνά αντιτίθενται στα κοινωνικά ιδεώδη;

Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου και η κατάρρευση του σοβιετικού κομμουνισμού συνέτριψαν την επαναστατική ελπίδα. Βέβαια, δεν ήταν όλοι οι αριστεροί διανοούμενοι κομμουνιστές και πολλοί από εκείνους που ήταν κομμουνιστές είχαν απομακρυνθεί από το Κομμουνιστικό Κόμμα. Ωστόσο, μετά τις γενοκτονικές σφαγές του Πολ Ποτ στην Καμπότζη, την εξέλιξη της Κίνας μετά τον θάνατο του Μάο, η ΕΣΣΔ παρέμενε παρ’ όλα αυτά η απόδειξη μιας σοσιαλιστικής δυνατότητας, ενός υλοποιημένου αντικαπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Μεταξύ του 1976 και του 1989 όμως, η λενινιστική πρόκληση του 1917 εξαντλήθηκε. Ωστόσο, έχετε δίκιο να διατυπώνετε την υπόθεση της «βαθμιαίας καθίζησης του κόσμου των διανοουμένων». Ενα κεφάλαιο έκλεισε μετά τον θάνατο του Σαρτρ (1980), του Αρόν (1983) και του Φουκό (1984). Οι «μεγάλοι διανοούμενοι», αυτοί που είχαν ένα κύρος θεμελιωμένο πάνω στο έργο τους, δεν αντικαταστάθηκαν. Τη θέση τους πήραν οι μιντιακοί διανοούμενοι, των οποίων η φήμη δεν προέρχεται από το δημιουργικό τους έργο, αλλά από το ταλέντο τους στη σκηνή και στο μικρόφωνο. Η «κοινωνία του θεάματος» χρειάζεται φιλοσόφους ή συγγραφείς για να σχολιάζουν την επικαιρότητα. Τα οπτικοακουστικά μέσα διαθέτουν έναν μικρό κατάλογο «καλών πελατών» στην υπηρεσία τους, που στην πράξη είναι πάντοτε οι ίδιοι. Εκείνοι που σήμερα αποκαλούνται «διανοούμενοι» περιορίζονται σε αυτή τη χούφτα σχολιαστών, σε αυτή τη χορωδία του οπτικοακουστικού θεάτρου. Ηδη τα μίντια είναι αυτά που φτιάχνουν τον «διανοούμενο». Τέλος, κάνατε μια σημαντική παρατήρηση για τις «διαχειριστικές φροντίδες». Τα μεγαλύτερα θέματα συζήτησης σήμερα προκύπτουν από την οικονομία. Η γρήγορη παρακμή των ιδεολογιών της σωτηρίας και η αναζωπύρωση της κρίσης του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού άνοιξαν τις πόρτες των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών στούντιο στους οικονομολόγους. Οι κλασικοί διανοούμενοι δεν έχουν πολλά να πουν σε αυτές τις συζητήσεις. Ευτυχώς γι’ αυτούς παραμένουν τα ζητήματα της κοινωνίας, που εγκαλούν τους «καλούς πελάτες». […]

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου