Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Ο Κώστας Μπέσιος γράφει για το Εντεύθεν


Τα τελευταία χρόνια με απασχολεί πολυ ο τρόπος με τον οποίο η κρίση που περνάμε, θα επηρεάσει και θα αποτυπωθεί στην Τέχνη, καθώς σκέφτομαι οτι μετά την κατοχή και τον εμφύλιο είχαμε εξαιρετικές παραγωγές σ όλα τα είδη της τέχνης.

Γράφει ο Κώστας Μπέσιος*

Προφανώς είναι λάθος μου να περιμένω να βρω έργα αντίστοιχα μ’ αυτά του Καζαντζάκη, της Διδως Σωτηρίου, του Τσίρκα, του Ταχτσή, του Χατζή στην πεζογραφία ποιήματα αντίστοιχα μ αυτά του Αναγνωστάκη και του Πατρικίου μουσικές που να συναγωνιζονται αυτές των Χατζιδάκι και Θεοδωράκη, ένα καινούργιο Φασιανό ή ένα Μυταρά, ένα Κούνδουρο ή ένα Κακογιάννη η παραστάσεις σαν αυτές του Καρόλου Κουν. Αν και ζούμε στην εποχή του διαδικτύου η πληροφορία δεν φτάνει σε μένα τόσο γρήγορα ή αν η αντίδραση θα έρθει από την ραπ μουσική μάλλον δεν θα το καταλάβω, μια και δεν είναι το είδος της μουσικής που ακούω. Το μόνο που εύκολα ανακάλυψα ήταν η τριλογία της κρίσης του Πέτρου Μάρκαρη, που βέβαια την κρίση την γράφει και στον τίτλο. Κι έτσι, ενώ τέτοιες σκέψεις με προβληματίζουν, ήρθε η ευγενική και πολύ τιμητική πρόταση του Γιώργου Χατζελένη να παρουσιάσω το Εντεύθεν. Τώρα μετά από ενάμισι μήνα και αρκετές αναγνώσεις του βιβλίου, χαίρομαι που δέχτηκα να το κάνω. Χαριτολογώντας θα λεγα πως ευχαριστώ τον συγγραφέα που με κάλεσε να παρουσιάσω αυτό το βιβλίο του και όχι το πρώτο του, την καθημερανοητότητα, γιατί ομολογώ πως θα υπήρχε πρόβλημα με την άρθρωση μου.
Τον Γιωργο Χατζελένη δεν τον γνώριζα. Είχαμε βέβαια την πολύ στενή σχέση των φίλων στο facebook και τουλάχιστον εγώ πρέπει να του έχω κάνει πάρα πολλά like, όχι χωρίς μια δόση ζήλιας, σε μια σειρά από εξαιρετικές φωτογραφίες από την Ιταλία αλλά και άλλα μέρη που επισκεπτόταν. Μου είχε δημιουργηθεί λοιπόν η εντύπωση πως είναι συγγραφέας ταξιδιωτικών βιβλίων ή αρθρογράφος σε ταξιδιωτικό περιοδικό, κάτι ας το πούμε το αρσενικό της Μάγιας Τσόκλη. Αν τον αδίκησα είμαι διατεθειμένος να του ζητήσω εδώ απόψε δημόσια συγγνώμη.
Όταν το Εντεύθεν έφτασε στα χέρια μου προφανώς οι εντυπώσεις άλλαξαν. Και κει όπως συνήθως κάνουμε σε αντίστοιχες περιπτώσεις, έψαξα να βρω πράγματα που θα μ’ έκαναν να τον γνωρίσω καλύτερα. Και μετά από ενδελεχή έρευνα όπως συνηθίζουμε να λέμε, ανακάλυψα τα εξής. Δουλεύει ως συντηρητής αρχαιοτήτων στο Μουσείο της Ακρόπολης , και μεταξύ άλλων κατασκευάζει και αντίγραφα δημιουργημάτων του «ένδοξου παρελθόντος» όπως το αποκαλεί, κάθε φορά δε που βγάζει από το καλούπι ένα αντίγραφο, νοιώθει τη μικρότητά του απέναντι στο ένδοξο παρελθόν ενός λαού τον οποίο έχουμε μελετήσει ελάχιστα, το ίδιο περίπου αισθανόμουν κι εγώ όταν υπάλληλος στην Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων της πόλης, τον καιρό που η Ελλάδα «ευημερούσε», στήνω ενα πωλητήριο αντιγράφων, αυτό δίπλα στα λουτρά Παράδεισος, στη συμβολή των οδών Εγνατιας και Μητροπολίτου Γενναδίου και μαγεύομαι με την ομορφιά τους, καθώς ανοίγω τα κιβώτια του ΤΑΠ για να βάλω τα αντίγραφα στις προθήκες του μαγαζιού. Διαβάζοντάς τον να πηγαίνει στο Μουσείο κάθε πρωί με τα πόδια ξαναπερπάτησα την Θεσσαλονίκη τα χαράματα, καθώς και το δικό μου σπίτι ήταν κοντά στη δουλειά και επί 30 χρόνια πηγαινοερχόμουν στην Ροτόντα περπατώντας. Δυστυχώς λόγω σύνταξης αυτό το έχασα.
Επίσης ομολογώ πως δεν έχω διαβάσει τα άλλα δύο βιβλία του, αλλά ενημερώθηκα για ότι υπάρχει σχετικά με αυτόν ανεβασμένο στο διαδίκτυο. Έχει δυο προσωπικά ιστολογία, το ένα αυτό που ανεβάζει φωτογραφίες και πληροφορίες για τα ταξίδια κι ένα άλλο το οποίο χρησιμοποιεί, για να «αναπτύσσω τις απόψεις μου σε γεγονότα που με αφορούν, με συγκινούν ή με αναγκάζουν να πω τη γνώμη μου, ή για να αναδημοσιεύσω άρθρα που θεωρώ ενδιαφέροντα». Γράφει ακόμα στην Απλωταριά την διαφορετική φωνή της Χίου, καθώς ταυτίζεται με τον ήρωα του βιβλίου, θα χουμε την ευκαιρία να πούμε περισσότερα γι αυτόν παρακάτω.
Εντεύθεν: (χρονικό) από αυτό το χρονικό σημείο και πέρα. (από το 1960 και εντεύθεν).
Για τον χώρο που εκτείνεται από ορισμένο σημείο προς το μέρος του ομιλητή.
Δηλωτικό αιτίας, Εντεύθεν συνάγεται.

Το βιβλίο

Στο εξώφυλλο εσωτερικό ερειπωμένου σπιτιού στον Τσεσμέ.
Στο εσώφυλλο το αυτάκι που λέμε φωτογραφία του όπου εμφανίζεται χαλαρός και μακάριος, Μάρτιος 1984, Χίος και τα υπόλοιπα του βιογραφικού του δηλαδή σπουδές, θητεία που λίγο πολύ σας είναι γνωστά.
Το βιβλίο αφιερώνεται στην προγιαγιά του Στέλλα, που εξέπεμπε την αγιότητα καθώς λέει και που πολύ με συγκίνησε καθώς είναι η πρώτη Μπουρνοβαλιά πού γνωρίζω (μέχρι τώρα νόμιζα πως η λέξη ήταν μόνο τίτλος τραγουδιού όπως η Μισιρλου ή η Αλατσατιανή ή ακόμα η Κουανταναμέρα) και στους Χιώτες παππούδεςν(νομίζω ότι και ο παππούς θα έχει πολιτογραφηθει ως Χιώτης πια) την Μαρία και τον Κώστα. Στην δεύτερη σελίδα υπάρχει σχέδιο της Αλεξάνδρας Μάντζαρη. Ακολουθεί ένα σύντομο αλλά πολύ ουσιαστικό κείμενο του Αλέξη Δαμιανου, που σε προϊδεάζει γι αυτά που θέλει να μας πει ο συγγραφέας και δημιουργεί την υποχρέωση στον ομιλούντα να ναι απλός και κατανοητός. «Ποιότητα δεν σημαίνει μυστήριο και ακατανόητη έκφραση που κρύβει ένα μεγάλο κενό, ποιότητα δεν σημαίνει πνεύμα βαρύτητας, βαγνερική, μεγαλόστομη φανφάρα» μας λέει ο Δαμιανός, και συνεχίζει μιλώντας για την μνήμη και την λήθη για να καταλήξει στο «όποιος δεν αγαπά, εκείνος χάνει».
Το βιβλίο ξεκινά με την φράση με την οποία και τελειώνει « Ο άνθρωπος δε θέλει κάτι παραπάνω, λίγο ψωμάκι, λίγο λαδάκι κι ένα ποτηράκι τσίπουρο για να είναι ευτυχισμένος» που λέει ο θείος του φίλου του ήρωα, που σου φέρνει αμέσως στον νου, τον Ελύτη και τον ήλιο τον ηλιάτορα «πολλά δεν θέλει ο άνθρωπος, να ν ήμερος να’ναι άκακος, λίγο φαΐ, λίγο κρασί, Χριστούγεννα κι Ανάσταση, κι όπου φωλιάσει και σταθεί, κανείς να μην τον φτάνει εκεί».
Είναι μια απλή ιστορία, χωρίς εκπλήξεις κι ανατροπές, που ξεκινά με δυο φίλους να επισκέπτονται τον θείο του ενός, για να τον βοηθήσουν στις αγροτικές δουλειές του, «σ’ ένα ξεχασμένο χωριό της Πελοποννήσου, μακριά από εθνικές οδούς και χάρτες». Στο δείπνο-αντίδωρο που ακολουθεί, μετά από κατανάλωση ικανής ποσότητος «αγνού ντόπιου τσίπουρου» η συζήτηση φθάνει στην κρίση και στην περιρρέουσα σήμερα κατάσταση. Το επόμενο πρωί, οι δύο φίλοι επιστρέφουν στην Αθήνα και ο ήρωας ετοιμάζει το ταξίδι του στη γενέθλια Χίο για να βρει υλικό για την μεταπτυχιακή του εργασία. Στη Χίο μελετά έγγραφα σχετικά με την δράση του μαυραγορίτη, που έγινε γνωστός με το όνομα Βούλγαρος Παναγιώτης, και χωρίς να το επιδιώκει γίνεται αποδέκτης πληροφοριών εξαιρετικά σημαντικών για την περίοδο εκείνη στο νησί. Πληροφορίες που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η σκληρή ιστορική πραγματικότητα της κατοχικής και μετακατοχικής περιόδου εκεί. Διαπιστώνει πως εστιάζοντας μόνο στο συγκεκριμένο γεγονός, του ξεφεύγουν πολλά από τα καθοριστικά πράγματα που συνέβησαν στο νησί τότε κι αφού συγκεντρώσει τα στοιχεία που του λείπανε για να σχηματίσει, μια πιο σφαιρική εικόνα, κάνει τις απαραίτητες συγκρίσεις του τότε με το σήμερα.
Άρχισα το διάβασμα, χωρίς ακόμα να ξέρω τίποτα περισσότερο για το βιβλίο ή τον συγγραφέα. Κατ αρχήν συνάντησα ένα γλυκύτατο θείο, που «πριν βάλει το ποτήρι στα χείλη του, λέει Αμήν. Που το βράδυ ανάβει το καντηλάκι μπροστά στη φωτογραφία του Ελασίτη παππού του, (ξέχασα να σας πω πως εκ των υστέρων ανακάλυψα πως το χωριό βρισκόταν στη Μεσσηνία), που για εκείνον ο χρόνος έχει άλλη αξία και δεν βιάζεται να τα πει όλα με μιας. Ο θείος αρχίζει την συζήτηση λέγοντας «άτιμο πράγμα το χρήμα. Όσο μας κυβερνάει θα βασιλεύει η αδικία. Τα φιλέτα θα ανήκουν στους χειρότερους και ο πλούτος θα μοιράζεται στους λίγους». Είναι αυστηρός με τους νέους, «Έχετε ευθύνη για την ανοχή σας. Και μόνο η συναναστροφή σας με την κοινωνία είναι ενοχή. Η Ελλάδα είναι μια χώρα άρρωστη. Αλλά το χειρότερο είναι πως έχει αρχίσει να συνηθίζει τις πληγές της...», «Αν όχι εσείς τότε ποιος; Είστε ακόμα νέοι! Έχετε όνειρα Θέλετε να κάνετε οικογένεια και δεν μπορείτε» . Είναι όμως ανοικτός σε προτάσεις. « Εγώ γέρασα πια. Η ζωή μου είναι τα χωράφια και τα άλογα. Εσείς έχετε όλο το μέλλον μπροστά σας. Πείτε μου τι θέλετε να ψηφίσω στις επόμενες εκλογές και θα το ψηφίσω , αλλά από κει και πέρα εσείς θα είστε υπεύθυνοι για όποια κατάσταση βρεθεί μπροστά σας». Με τις δηλώσεις του θείου και τις απαντήσεις των δυο φίλων αρχίζει η δράση στο ΕΝΤΕΎΘΕΝ. Διαβάζοντάς το στην αρχή ήμουν επιφυλακτικός, αλλά μετά από 35-40 σελίδες αναφώνησα. Α αυτός δικός μου είναι. Μιλώ βέβαια για τον συγγραφέα. Χωρίς καμιά βεβαία κτητική διάθεση, αλλά με την βαθιά πεποίθηση ότι ο Χατζελένης είναι βαθιά πολιτικό ζώον, όπως ακριβώς κι εγώ, ή και όπως με το δικό του ξεχωριστό τρόπο ο έτερος Καππαδόκης Τέλλος Φίλης. Άρχισα λοιπόν να ψάχνω γι αυτόν μέσα από τα στοιχεία που ο ίδιος μας δίνει.
Ποιος είναι λοιπόν ο συγγραφέας και ήρωας του βιβλίου. Γόνος αστικής οικογένειας δηλώνει ο ίδιος. Παιδί ολίγον προβληματικό, μια και από μικρό του άρεσε να φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν, με το εκεί να ορίζεται άλλες φορές ως τοπικό επίρρημα κι άλλες ως χρονικό. Άλλο γνώρισμα του χαρακτήρα του, η ενόχλησή του σε κάθε αδικία που προερχόταν από την εξουσία, κάτι το οποίο τον οδηγούσε στη συνεχή αμφισβήτησή της. «Αυτή η αμφισβήτηση τον ωθούσε στην αναζήτηση της αλήθειας κι ήταν η αφορμή στην προσπάθειά του να ερμηνεύσει το κοινωνικό του περιβάλλον». Με τον καιρό έμαθε πως καλή είναι η γνώση αλλά δεν είναι τίποτε παραπάνω από μια τρύπα στο νερό, όταν μένει μόνο στο μυαλό και δεν εξελίσσεται σε πράξη και «που δυστυχώς ανήκει σε μια γενιά η οποία συγκρούεται μετωπικά με το παρελθόν, αγνοώντας πως η επιλογή μιας απαθούς στάσης μας απομακρύνει από την πολυπόθητη ουτοπία όλο και περισσότερο». Συμφωνεί με τον Μαρξ ότι αυτό που έχει σημασία είναι να αλλάξουμε αυτόν τον κόσμο και όχι να τον ερμηνεύσουμε απλά όπως κάνουν οι φιλόσοφοι. Αναρωτιέται γιατί η λέξη μεταπολίτευση, μια λέξη η οποία δεν σημαίνει απολύτως τίποτε, κατάφερε να εκφράσει μια περίοδο που διαδέχτηκε τη χούντα. Η αριστερά και ο τρόπος δράσης της, τον απασχολούν και το προβληματίζουν (δεν ξέρω αν είναι τυχαίο αλλά κάποια στιγμή που δακρύζει το δάκρυ κυλά στο αριστερό του μάγουλο). Ο ίδιος πιστεύει σ’ ένα μέλλον ανοιχτό και «προσωπικός του στόχος είναι η μνήμη και η διαφύλαξή της. Πάσχουμε σ’ αυτόν τον τομέα και οφείλουμε να τον διαφυλάξουμε όσο μπορούμε. Δεν θέλει να μείνει άπραγος απέναντι στη λήθη του χρόνου ούτε θέλει να φοβάται την ήττα. Υποστηρίζει την πιο αγνή ενσάρκωση του αναρχισμού» η οποία είναι «Αγωνίσου και χάσε». Αγαπάει την μουσική, και δραπετεύει από την ρουτίνα βάζοντας το μυαλό του να ταξιδεύει σε διαφορετικά μέρη. Σε πόλεις που έχει πάει η σε χώρες που θέλει να επισκεφτεί στο μέλλον. Είναι σίγουρο πως αγαπάει και καμαρώνει για τον παππού και την γιαγιά του και επίσης για το νησί του. Αγαπάει την Αθήνα, την πονάει. Θυμώνει όταν την πληγώνουν με απαίσια γκράφιτι και άναρχες αφισοκολλήσεις. Εξοργίζεται μ αυτούς που πρόσφεραν στην γενιά του μια πόλη χωρίς πεζοδρόμια και πάρκα.
Τα υπόλοιπα πρόσωπα του βιβλίου, είναι καθημερινοί άνθρωποι της διπλανής πόρτας στην ηλικία του συγγραφέα (συμμαθητές και φίλοι του) ή ανήκουν στην γενιά (αν όχι ακριβώς, είναι πολύ κοντά) που φεύγει σιωπηλά και με αξιοπρέπεια, βλέποντας το γεροντάκι να σέρνει το καρότσι του. Άνθρωποι που έχουν τις απόψεις τους που διαφέρουν από τις απόψεις των άλλων. Οι μαρτυρίες τους δίνουν ένα τόνο φρεσκάδας στην αφήγηση. Κι ενώ ο ήρωας έρχεται στο νησί για να μαζέψει πληροφορίες για τον Παναγιώτη τον μαυραγορίτη και το μεταπτυχιακό του, γίνεται συλλέκτης πολύ περισσότερων και πολύ σημαντικών πληροφοριών.
Και η μεγάλη στιγμή έρχεται όταν η γιαγιά σαν έτοιμη από χρόνια αρχίζει να του διηγείται μνήμες άσβηστες. Η γιαγιά που είναι ένα βιβλίο που μόλις άνοιξε μετά από τόσα χρόνια. Και που στην επικεφαλίδα της σελίδας έγραφε με χοντρά γράμματα την λέξη ΚΑΤΟΧΉ.
Τελικά τι είναι το ΕΝΤΕΎΘΕΝ; Είναι βιβλίο ιστορίας; Ναι είναι βιβλίο ιστορίας. Είναι η αυτοβιογραφία του Χατζελένη την περίοδο αυτή της ζωής του; Ναι είναι βιβλίο αυτοβιογραφικό. Είναι βιβλίο μυθοπλασίας; Ακόμη κι αν δεν είναι, στοιχεία μυθοπλασίας έχει και σίγουρα είναι κι ένα χρονικό του καιρού μας. Ένα βιβλίο για την μνήμη που καθώς λέει ο Σεφέρης όπου κι αν την αγγίξεις πονεί. Μυθιστορηματικό ιστορικό εγχειρίδιο το αποκαλεί η Στέβη Καλογεροπούλου στο κείμενό της, που αντί επιλόγου υπάρχει στο τέλος του βιβλίου.
Είναι ένα βιβλίο για την μνήμη. Μνήμη αυτή η λέξη, η γένους θηλυκού ύπαρξη, που είχε σκλαβώσει τον ήρωα τα τελευταία χρόνια. Η απόκτησή της απαιτούσε απ αυτόν ένα καθημερινό αγώνα. Σε κάθε μάχη κέρδιζε κι από ένα κομμάτι της. Ένιωθα κατακτητής, μας λέει, σε μια γη εγκαταλελειμένη από χρόνια. Με κάθε έδαφος που καταλάμβανα, γινόταν πιο εμφανής η πελώρια κρίση της συλλογικής μνήμης
Και συνεχίζει «Αναζητούσα το πρόβλημα της λήθης στα πρόσωπα των συνανθρώπων μου. Στα βλέμματά τους ήταν εμφανή τα αίτια. Η απώλεια της συλλογικής μνήμης οφείλεται στην κρίση της ατομικής μνήμης. Απελπίζομαι όταν συναντώ ανθρώπους οι οποίοι δεν γνωρίζουν σημαντικά γεγονότα της χώρας μας. Άνθρωποι που δεν θυμούνται τι συνέβη σε πρόσφατα γεγονότα όπως είναι το Πολυτεχνείο και η Κύπρος, σίγουρα δεν θα ενδιαφέρονται να μάθουν τι έζησαν οι γονείς τους και οι παππούδες τους. Και πολύ πιθανόν, να αδιαφορούν και για το μέλλον...».
Είναι ένα βιβλίο που καταγράφει μνήμες ανθρώπων που κινδύνευαν να χαθούν. Ένα βιβλίο για την προγιαγιά από τον Μπουρνόβα, που πρώτα φτάνει Χίο, δεν την δέχονται, πάει στην Πάρο κι από κει την διώχνουν κι έτσι γυρίζει στην Χίο. Ένα βιβλίο για την κατοχή και την πείνα και τους μαυραγορίτες στην Χίο. Και για τους Έλληνες που στα δύσκολα χρόνια της κατοχής κάνουν το αντίθετο από το ταξίδι που σήμερα κάνουν οι πρόσφυγες, δηλαδή από την Χίο στην Τουρκία, είτε για να επιβιώσουν είτε για να φτάσουν στην Μέση Ανατολή, και να ενταχθούν λέει στον ελληνικό στρατό. «Τουλάχιστον οι Τούρκοι φερόντουσαν καλά σε όσους τα κατάφερναν;» ρωτάει ο συγγραφέας.
«Ναι τους δεχόντανε. Τους δεχόντανε» απαντάει η γιαγιά.
Είναι ένα βιβλίο για τον Μητροπολίτη Χίου Ιωακείμ Στρουμπή και την ιστορική του φράση «κατάρα στους δολοφόνους», φράση για την οποία καθαιρέθηκε από την θέση του και πέθανε πάμπτωχος τον Μάρτιο του 50 και τον αντάρτη τον παπά Ξενάκη που προσπάθησαν να τον ξυρίσουν πριν τον εκτελέσουν, κι επειδή δεν το δεχόταν του κόψανε τα γένια με την σάρκα αλλά κι ένα βιβλίο για όσα τραβούν οι σύγχρονοι Έλληνες σήμερα τον καιρό της κρίσης. Ακόμη περισσότερο ένα βιβλίο για να μας δηλώσει ο ήρωας, αλλά και πολλοί άλλοι της γενιάς του και όχι μόνο, πως από τον Νοέμβριο του 12, αποφάσισαν ν αλλάξουν τον τρόπο διεκδίκησης του δίκιου τους. Που μας μιλάει για τα φασιστικά σταγονίδια που κρύβονταν καλά μέσα στην εγχώρια δεξιά, που μετατράπηκαν σε ένα επιθετικό καρκίνωμα που απλώθηκε σε ολόκληρη την λαϊκή δεξιά παράταξη.
Άλλες εποχές αλλά παρόμοιες καταστάσεις. Άραγε πως θα σκέφτονται οι επόμενες γενιές τη σημερινή μας δυστυχία, τις αυτοκτονίες, τα κλειστά καταστήματα, τις χρεοκοπημένες επιχειρήσεις, τους άστεγους, τα παγωμένα σπίτια του χειμώνα, την ανεκδιήγητη πολιτική δράση συγκεκριμένων προσώπων με αντιδημοκρατικές αρχές που μας διοικούν τα τελευταία χρόνια στηριζόμενοι στη δική μας αδικαιολόγητη ανοχή.
Διαβάζοντας το, μοιραία κι αναπόφευκτα θα κάνεις τις συγκρίσεις ανάμεσα σ αυτά που διηγείται η γιαγιά και στις καταστάσεις που ζούμε σήμερα και θα τραγουδήσεις μαζί με τον Παπάζογλου το «όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν».
ΕΝΤΕΎΘΕΝ είναι και τα μικρά αποσπάσματα, που δεν έχουν σχέση με το θέμα που πραγματεύεται το βιβλίο, αλλά που κατά την γνώμη μου το κάνουν πιο όμορφο. Όπως η προβολή της Μαγικής πόλης του Κούνδουρου στο Δουργούτι, και με την ευκαιρία να αποτήσω φόρο τιμής στον Νικο Κούνδουρο, και τα φώτα που μετά την προβολή άργησαν να ανάψουν για να μην φανούν τα δακρυσμένα μάτια. Θεωρώ εξαιρετικά τρυφερή την συνάντηση του ψαρά την ώρα που σπάει αγουροξυπνημένος τον πάγο για τα ψάρια με την πόρνη που κλείνει την πόρτα του σπιτιού με το κόκκινο λαμπάκι των εφήμερων παθών και των πληρωμένων αναστεναγμών. Ένας ιχθυοπώλης και μια πόρνη. Μαγεία απλή, λιτή κι ανθρώπινη...
Το ΕΝΤΕΎΘΕΝ είναι και η πολύ πολύ όμορφη σκηνή στο bar, εκεί που τον φλερτάρει η κοπέλα και που σαν γνήσιο κουλτουριάρη με ερωτήσεις του στυλ «η φαντασία σε ποια ώρα της ημέρας ανήκει;» η το «κι αν είχε ηλικία πόσο θα την έκανες;» πολύ με γοητεύουν. Είναι όμως και το ανέκδοτο με την επίσκεψη του Παναιτ Παναίτ Ιστράτι στη Σοβιετική ΄Ενωση του 30 για τα αυγά που σπάσανε και την ομελέτα που ποτέ δεν βρέθηκε. Γελάω πολύ με την φιλήσυχη κυρία δίπλα στο σπίτι του Σημίτη, που στις 12 Φεβρουαρίου του 2012 κι ενώ η Αθήνα καίγεται γυρίζει βλοσυρή στον κόσμο και φωνάζει «αυτά να τα κάνετε στην πλατεία! Εδω η γειτονιά είναι φιλήσυχη!» κι βρίσκω απίστευτα γλυκιά την γιαγιά του την Μαρία όταν λέει στην δικιά της γριά σκυλίτσα «για να δούμε μωρή, ποια θα αφήσει την άλλη μόνη».
Είναι το ΕΝΤΕΎΘΕΝ ένα βιβλίο για την Χίο; Νομιζω πως όχι μόνο. Μπορεί η γενέτειρα να πρωταγωνιστεί, αλλά σ ένα βιβλίο 239 σελίδων ο ήρωας φθάνει στο νησί, έχοντας βιώσει το μέγεθος της σημερινής κρίσης στην Αθήνα στην σελίδα 107. Αλλά καθώς γυρνάει στις γειτονιές της αφήνει μέσα μας ονόματα κι εικόνες, τη Μπέλα Βιστα, την Απλωταριά , τις Παναγιές την Μαγαζιώτισσα και την Βοήθεια, τον Άγιο Γεώργιο και την Αγία Μαρίνα, το φρούριο και την πύλη Ματζόρε, την βιβλιοθήκη Κοραή, τον κινηματογράφο Ρεξ, και μας εντυπωσιάζει καθώς έκανε κι ο άλλος Χιώτης ο Μακριδάκης, στον ήλιο με δόντια μιλώντας μας για τον βομβαρδισμό του σουηδικού Wiril. Αλλά μια και είμαστε εκει, τι περιείχε ο φάκελλος που πήρε ο συγγραφέας; Γιατί τα επαγγελματα που πλούτισαν την περίοδο κείνη δεν μου λένε και πολλά. Η αναφορά στον χρυσό που μπήκε στην μάχη της επιβίωσης μου’ φερε στο νου τα δεκάδες ενεχυροδανειστήρια που έχουν ανοίξει στις μέρες μας. 
Κι η μέρα της επιστροφής φτάνει.
«Αυτές τις μέρες στο νησί γέμισα από αφηγήσεις, εικόνες κι εμπειρίες» μας λέει. Αυτές οι μέρες στάθηκαν η αφορμή να ανακαλύψω το ρόλο μου σ αυτή την κοινωνία. Και τον βρήκα.
«Έβγαλα από το σάκο το σημειωματάριό μου. Το άνοιξα διάπλατα στο σημείο όπου ξεκινούσαν οι άδειες σελίδες. Αφαίρεσα το καπάκι απο το στυλό. Η μεταλλική μύτη ήταν έτοιμη να αφήσει το ίχνος στη λευκή σελίδα. Εξάλλου από τις μικρές ιστορίες χτίζεται η Ιστορία. Αρχισα να γράφω». 

Τέλος

Είχα υποσχεθεί στον συγγραφέα πως θα του έλεγα την γνώμη μου όταν τελείωνα το βιβλίο. Πήρα λοιπόν το κινητό μου και του έγραψα. Το διάβασα και πέρασα καλά. Έχω ακόμη στο στόμα μου την γεύση του τσίπουρου και θέλω να πάω στη Χίο.
Σας συνιστώ να το διαβάσετε ένα βιβλίο που ξεκίνησε στο χωριό Κόκλα της Μεσσηνίας τον Αύγουστο του 2014 κι αφού γράφτηκε τμηματικά στην Αθήνα, την Χίο, τη Θεσσαλονίκη, το Βουκουρέστι και την Φιλιππούπολη ολοκληρώθηκε τον Μάιο του 2015 σε μια όμορφη καφετέρια της Rosenthaler Platz, στην ανατολική πλευρά του Βερολίνου. Δεν μπορει παρά να είναι καλό. 

*Πρόκειται για την ομιλία του Κώστα Μπέσιου στην βιβλιοπαρουσίαση του βιβλίου «Εντεύθεν», του Γιώργου Χατζελένη, η οποία πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2017, στο βιβλιοπωλείο Πρωτοπορία, στη Θεσσαλονίκη.

Φωτογραφία, από αριστερά: Ο Τέλλος Φίλης, ο Κώστας Μπέσιος, ο Γιώργος Χατζελένης, και η Ουρανία Παπακώστα

Πηγή: alterthess.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου