Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

Manchester by the Sea


Κάποιες ταινίες γίνονται ελκυστικές λόγω των καλών ερμηνειών και τίποτα παραπάνω. Μία απ' αυτές είναι και το "Μία πόλη δίπλα στη θάλασσα", η οποία επιβεβαιώνει τον κανόνα πως ποτέ δε θα βαρεθούμε να παρακολουθούμε οικογενειακά δράματα. Είναι μία πετυχημένη συνταγή η οποία συνήθως καλύπτει τις μη απαιτητικές προσδοκίες του μέσου κινηματογραφόφιλου. Το ίδιο συμβαίνει και στη συγκεκριμένη ταινία. 
Δύο αδέλφια τυγχάνει να έχουν δύο καταστροφικούς γάμους, οι οποίοι έχουν στιγματιστεί από θανάτους. Ο μεγαλύτερος αδελφός έχοντας πρόβλημα καρδιάς, φεύγει ξαφνικά από τη ζωή με ανακοπή. Αυτό αναγκάζει τον μικρότερο αδελφό του να επιστρέψει στη γενέτειρά του για να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες της κηδείας αλλά και τη διαθήκη του αδελφού του. Μία απ' αυτές είναι η υιοθεσία του ανιψιού του. Η επιστροφή αυτή όμως φέρνει στη μνήμη του μία οδυνηρή στιγμή του παρελθόντος που χρόνια αποφεύγει. 
Η εξέλιξη της ιστορίας κινείται σε χαλαρούς ρυθμούς. Σ' αυτήν όμως την μονοτονία υπάρχουν κάποιες στιγμές έντονες, άλλοτε κωμικές (σε κατάλληλες στιγμές για να σπάει η μελαγχολία) κι άλλοτε δραματικής έξαρσης, "ξυπνώντας" τον θεατή από τον κινηματογραφικό του λήθαργο. Μπορώ να ομολογήσω πως στις κωμικές στιγμές μου έβγαινε ένα αυθόρμητο γέλιο διότι ήταν άκρως ρεαλιστικές, ανθρώπινες και καθημερινές. Στις δραματικές όμως εξάρσεις κρύβεται η μυστική συνταγή που κάνει αυτήν την ταινία λίγο πιο ξεχωριστή από άλλες του είδους της. 
Οι ερμηνείες είναι πράγματι εξαιρετικές αλλά όχι σε σημείο να μ' εντυπωσιάσουν, με εξαίρεση τον Κέισι Άφλεκ. Είναι όμως εκπληκτικές οι μουσικές επιλογές. Μελωδίες που σε γαληνεύουν και σε προβληματίζουν στο ερώτημα της ευθραυστότητας του θαύματος που αποκαλούμε ζωή. 
Επίσης ο τίτλος της ταινίας με παγίδευσε αρκετά. Στην αρχή υπέθεσα πως διαδραματιζόταν στην Αγγλία μέχρι που παρατήρησα ότι το τιμόνι βρίσκεται... στην σωστή πλευρά. Υποθέτω πως σ' αυτό το κομμάτι, ο σκηνοθέτης ήθελε να μας περάσει την υπάρχουσα αγγλοσαξονική κοινωνία της Αμερικής, όπου επικρατεί ένα αντίστοιχο μότο "Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια". Είναι περίεργο πως σε καμία σκηνή δε συναντάς μαύρο ηθοποιό κι αυτό χτυπάει άσχημα σε κάθε ευσυνείδητο θεατή. Επίσης μου πέρασε ένα αίσθημα επιστροφής στην παλιά ανδροκρατούμενη κοινωνία, η οποία σιχαίνεται τους ομοφυλόφιλους κι επιθυμεί τις γυναίκες να βρίσκονται κλεισμένες σε ένα σπίτι και να ασχολούνται με τα οικιακά. Όσο για το θέμα θρησκείας και θρησκευτικού προσηλυτισμού, το έθιξε κάπως επιδερμικά κι αδιάφορα. Δεν ξέρω αν σ' αυτά υπήρχε ένας σαρκασμός ή μία διακριτική νοσταλγία αυτής της κατάστασης. Σίγουρα όμως μου άφησε αρνητική εντύπωση. 
Επίσης ένα άλλο αρνητικό στοιχείο της ταινίας ήταν ο ρόλος του έφηβου. Παιδί διαλυμένης οικογένειας, με μια μάνα αλκοολική, έναν πατέρα καρδιοπαθή κι έναν θείο κατεστραμμένο μετά από ένα φριχτό λάθος, ενώ χάνει τον πατέρα του ο νους του παραμένει στις γκόμενες και στην καλοπέραση. Εντάξει, ο σκηνοθέτης ήθελε να περάσει την ανεμελιά των εφηβικών χρόνων αλλά κάπως το παράκανε. 
Οπότε, το τελικό συμπέρασμα είναι πως έχουμε ένα σενάριο λιτό κι αδιάφορο, με μετρημένες καλές στιγμές, κι ένα αδιέξοδο προσανατολισμό. Μοναδικά θετικά στοιχεία είναι η μουσική και οι καλές ερμηνείες. Από εκεί και πέρα τίποτα παραπάνω. 
Η ταινία αυτή πιθανότατα θα ξεχαστεί. 

Βαθμολογία: 5/10

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου