Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Η κόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο



Εκείνο το βράδυ, ο λοχίας Μιχαήλ Πέτροβιτς Μίνιν αισθάνθηκε ως ο ευτυχέστερος άνθρωπος του κόσμου. Λίγο νωρίτερα, είχε στείλει μήνυμα σε ολόκληρο τον κόσμο ότι το τέρας είχε πλέον ξεψυχήσει. Ο ίδιος του είχε καρφώσει για τελευταία φορά την καρδιά. Με μια κόκκινη σημαία. 
Βερολίνο, 30 Απριλίου 1945. Νυχτώνει. Ανάμεσα στα ερείπια της γερμανικής πρωτεύουσας, οι υπερασπιστές τού πιο απάνθρωπου καθεστώτος που γνώρισε ποτέ ο κόσμος, δίνουν τις τελευταίες απέλπιδες μάχες τους στο όνομα του ηγέτη τους, ο οποίος δεν βρίσκεται πια στην ζωή. Μια χούφτα από δαύτους έχουν ταμπουρωθεί εδώ και μέρες στο κτήριο-σύμβολο της χιτλερικής εξουσίας, το Ράιχσταγκ. Ξέρουν ότι δεν μπορούν να αντέξουν για πολύ ακόμη αλλά η εντολή ήταν σαφής: πολεμάμε μέχρι να νικήσουμε ή μέχρι να πεθάνουμε. Τελικά, αποδεκατισμένοι και απογοητευμένοι, αποφασίζουν να παραδοθούν.
Πλησιάζουν μεσάνυχτα. Με την διαφορά τής ώρας, στην Μόσχα έχει ήδη μπει η Πρωτομαγιά. Ο Μιχαήλ Πέτροβιτς έχει μια ιδέα ριζωμένη στο μυαλό του. Με άλλους τρεις συντρόφους του λοχίες παίρνουν μια σημαία και χυμάνε στο κατεστραμμένο κτήριο. Ανεβαίνουν στην στέγη. Βγάζουν όλοι τις ζώνες τους και τις δίνουν στον Μίνιν καθώς τον σηκώνουν στους ώμους τους για να φτάσει στο ψηλότερο σημείο. Εκεί, ο Μιχαήλ Πέτροβιτς καρφώνει το κοντάρι και το στερεώνει με τις τέσσερις ζώνες. Η σημαία των νικητών ανεμίζει πια στον ουρανό τής χιτλερικής πρωτεύουσας. Είναι μια κόκκινη σημαία, με ένα σφυροδρέπανο στην μια άκρη της. Μια κόκκινη σημαία που στέλνει το μήνυμά της στα πέρατα του κόσμου: το τέρας πέθανε.
Πανευτυχείς, οι τέσσερις άνδρες κατεβαίνουν από την στέγη. Ο Μίνιν σπεύδει να αναφέρει το γεγονός στον στρατηγό Κουζνετσόφ, ο οποίος ήταν επί κεφαλής τής επιχείρησης κατάληψης του Ράιχσταγκ. Αμέσως ο Κουζνετσόφ ενημερώνει τον στρατάρχη Ζούκοφ κι εκείνος τηλεφωνεί στον Στάλιν για να τον ενημερώσει πως το όνειρό του πραγματοποιήθηκε: η σημερινή Πρωτομαγιά θα ήταν διπλή γιορτή. Μαζί με την δική τους γιορτή, οι εργάτες όλου του κόσμου θα γιόρταζαν και την νίκη κατά του φασισμού.
Είναι λογικό πως η πράξη του Μίνιν και των συντρόφων του δεν θα μπορούσε να απαθανατιστεί από κάποιον φωτογραφικό φακό. Ούτε οι συνθήκες αλλά ούτε η προχωρημένη ώρα επέτρεπαν τέτοια πολυτέλεια. Έτσι, την επόμενη και την μεθεπόμενη μέρα κάποιοι σοβιετικοί φωτογράφοι σκηνοθέτησαν το περιστατικό με άλλους πρωταγωνιστές. Η πιο γνωστή από τις φωτογραφίες που τραβήχτηκαν είναι μία από εκείνες του ουκρανού Γιεβγένυ Χάλντεϊ, η οποία έγινε το σύμβολο της νίκης κι αργότερα δημοσιεύθηκε στο εξώφυλλο του περιοδικού Όγκανιοκ.
Αυτή η φωτογραφία πόνεσε και εξακολουθεί να πονάει πολλούς, οι οποίοι επί 70 χρόνια τώρα δεν έχουν πάψει να χύνουν δηλητήριο προσπαθώντας να αμαυρώσουν την σημασία της. Για παράδειγμα, τους πειράζει που είναι “στημένη”, λες και η αντίστοιχη φωτογραφία των πολιτειακών στρατιωτών με την σημαία των ΗΠΑ στην Ιβοζίμα είναι τραβηγμένη σε πραγματικό χρόνο. Για την φωτογραφία της Ιβοζίμας δεν έχουν τίποτε να πουν. Τους καταλαβαίνουμε. Τί πόνο να προκαλέσει η αστερόεσσα; Ενώ η κόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο, καρφωμένη μάλιστα στην καρδιά τού ναζισμού… ε! όπως να το κάνουμε και πονάει και τσούζει.
Λένε, ακόμη, ότι ο Χάλντεϊ επεξεργάστηκε ακόμη κι αυτή, την στημένη φωτογραφία. Σκούρηνε, ας πούμε, τον καπνό στο βάθος, για να την κάνει πιο δραματική ή εξαφάνισε ένα από τα δυο ρολόγια που φοράει ένας στρατιώτης για να μη φανεί ότι οι άνδρες τού Κόκκινου Στρατού έκαναν πλιάτσικο. Λες και κάνουν κριτική τέχνης, λες και κόπτονται για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας ή λες και δεν ξέρουν τον άγραφο νόμο που λέει ότι όλοι οι στρατιώτες όπου γης παίρνουν τα πορτοφόλια και τα ρολόγια όσων συναδέλφων τους πέφτουν δίπλα τους νεκροί για να τα επιστρέψουν στους οικείους τους.
Φυσικά, ούτε για την τέχνη νοιάζονται όλοι αυτοί ούτε η ιστορική αλήθεια τούς ενδιαφέρει. Σκοπός τους είναι να μειώσουν τον πανίσχυρο συμβολισμό αυτής της φωτογραφίας και να αποδυναμώσουν το ηχηρό μήνυμα που έστειλε σε όλον τον κόσμο ο Μιχαήλ Πέτροβιτς Μίνιν με την ενέργειά του. Δεν τα έχουν καταφέρει και δεν πρόκειται να τα καταφέρουν ποτέ.
Για τους απλούς ανθρώπους όλου του κόσμου, η εικόνα τής κόκκινης σημαίας στον τρούλλο τού Ράιχσταγκ θα σημαίνει πάντοτε μια μεγάλη αλήθεια: ο φασισμός πεθαίνει μόνο αν τον καρφώσεις στην καρδιά με το σφυροδρέπανο.

Πηγή: Άτεχνος

Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Νάπολη, η πρωτεύουσα του ιταλικού νότου



Πάνω σε μία συζήτηση είχα ακούσει πως οι Ιταλοί συνηθίζουν να λένε «Vedi Napoli e poi muori!», δηλαδή "να δω την Νάπολη κι ας πεθάνω". Στην Ελλάδα όσους ρώτησα για την πόλη αυτή μου συνέστησαν ιδιαίτερη προσοχή διότι υπάρχει μεγάλη εγκληματικότητα και φτώχεια.
Η αλήθεια τελικά βρίσκεται κάπου στη μέση και περιγράφεται πολύ εύστοχα από έναν ελληνόφωνο Ναπολιτάνο στο ντοκιμαντέρ "Black μπεεε" (το οποίο αξίζει να δείτε). Ο συμπαθής νεαρός εξηγεί πως η Ελλάδα και η Ιταλία (κυρίως η Νάπολη) έχουν εντυπωσιακές ομοιότητες, οπότε κάθε Έλληνας που επισκέπτεται την πόλη αυτή θα πρέπει να νιώθει απόλυτη οικειότητα με το ναπολιτάνικο αστικό περιβάλλον. Κοιτώντας την Νάπολη από το Καστέλ Σαντ' Έλμο, δηλώνει ότι ήταν η πιο πυκνοκατοικημένη πόλη της Ευρώπης και γι' αυτόν τον λόγο πολλές αρρώστιες και λιμοί ξεκίνησαν από εκεί. Παράλληλα δείχνει προς τον Βεζούβιο αποκαλώντας τον τέρας, αλλά του δίνει την ίδια στιγμή κι ένα κύρος, αναφέροντας πως το ηφαίστειο επιδρά πάνω στο χαρακτήρα των Ναπολιτάνων. Η επικινδυνότητά του αλλά κι η επερχόμενη έκρηξή του, έχει αναγκάσει τους κατοίκους της πόλης να ζουν την κάθε μέρα έντονα σαν να είναι η τελευταία. Κι αυτό φαίνεται από τη πρώτη στιγμή που πατάει κανείς το πόδι του στην πρωτεύουσα της Καμπάνια.
Γι' αυτό το λόγο σκέφτηκα να ξεκινήσουμε την φωτογραφική μας βόλτα από το Καστέλ Σαντ' Έλμο (00:07-01:12), διότι από εκεί μπορούμε να παρατηρήσουμε ολόκληρη την πόλη από ψηλά και να βρούμε πάνω στον επίγειο χάρτη τα σημαντικότερα αξιοθέατα και μνημεία της, όπως την στενή οδό της Σπακαναπολι (00:25), το ψηλό καμπαναριό της Σάντα Κιάρα, την γυάλινη οροφή της Γκαλερία Ουμπέρτο Α' (00:17), το Καστέλ Νουόβο (00:17), την τεράστια Πιάτσα ντελ Πλεμπισίτο με την εκπληκτική νεοκλασική εκκλησία του Σαν Φραντσέσκο ντι Πάολα (00:13) και φυσικά τον Βεζούβιο στο βάθος.
Το Καστέλ Σαντ' Έλμο (00:32-01:12) αξίζει να το επισκεφθεί κανείς για να θαυμάσει την θέα πίνοντας το καφεδάκι του στις γύρω καφετέριες ή βολτάροντας πάνω στα τείχη. Αξίζει όμως και σαν μνημείο για το περίεργο σχήμα του. Η πρώτη οχύρωση έγινε το 1330 αλλά την τελική του μορφή την έδωσε ένας από τους μεγαλύτερους στρατιωτικούς αρχιτέκτονες εκείνης της εποχής, ο Πέντρο Σκρίμπα. Περιπλανώμενοι στα τείχη του κάστρου συναντήσαμε και τον πρώτο ελληνόφωνο Ιταλό, ο οποίος μας έπιασε κουβέντα μόλις αντιλήφθηκε πως μιλάμε ελληνικά. Από τα λεγόμενά του διαπίστωσα πως κι εκείνος προσπαθούσε να μας πείσει για την ομοιότητα των Ναπολιτάνων με τους Έλληνες. Στο μόνο που διαφέρουμε έλεγε, είναι στην οδήγηση, θεωρώντας τους Ιταλούς πιο επικίνδυνος στους δρόμους. Και δεν είχε πολύ άδικο...
Στο κάστρο ανεβήκαμε με το οδοντωτό τελεφερίκ αλλά κατηφορίσαμε από τα σκαλιά των συνοικιών του Βομέρο. Τα στενά σοκάκια μας οδήγησαν στην εντυπωσιακή Πιάτσα ντελ Πλεμπισίτο (01:13-01:52). Η πλατεία αυτή εν μέρει προδίδει το κρυφό πόθο των Ναπολιτάνων να ξεπεράσουν την Αιώνια Πόλη σε μεγαλειότητα κι ομορφιά. Οι δυο σειρές δωρικών κιονοστοιχίων είναι μία "αποτυχημένη" αντιγραφή της πλατείας του Αγίου Πέτρου στο Βατικανό ενώ η πρωτότυπη μορφή του ναού είναι αντιγραφή από το Πάνθεον της Ρώμης. Το τελικό σύνολο μας δίνει έναν επιβλητικό ναό ύψους 53 μέτρων με έναν ιδιαίτερα ψυχρό κι αυστηρό ρυθμό. Η όψη του, τόσο από ψηλά (στο κάστρο) όσο κι από κοντά, δίνουν την εντύπωση ενός κτιριακού συγκροτήματος που δεν έχει σχέση με την αύρα της υπόλοιπης πόλης. Παρ' όλα αυτά σε κερδίζει με τον όγκο του, ενώ η αμφιθεατρική του πλατεία σου δίνει την αίσθηση μίας ανοιχτής αγκαλιάς που είναι έτοιμη να σε φιλοξενήσει στους κόλπους της. Καθίσαμε αρκετή ώρα στα σκαλιά της εκκλησίας, έχοντας από την μία πλευρά μία παρέα παιδιών που παίζανε ποδόσφαιρο κι από την άλλη ένα τεθωρακισμένο με φαντάρους που φύλαγαν την κεντρική πλατεία από ενδεχόμενες τρομοκρατικές επιθέσεις. Παρά τους φόβους και τις υποψίες που πλανιόνταν πάνω από την Ευρώπη για ενδεχόμενο τρομοκρατικό χτύπημα, ο κόσμος απολάμβανε ανέμελα την ηλιόλουστη μέρα προσπερνώντας αδιάφορα τις χακί στολές. Είναι λογικό να γίνεται ο καθένας παράτολμος σ' αυτήν την πόλη, όταν μεγαλώνει έχοντας ένα ενεργό ηφαίστειο πάνω από το κεφάλι του.
Στο τελείωμα της πλατείας βρίσκεται η κομψότατη Γκαλερία Ουμπέρτο Α' (01:53-02:05), η οποία θυμίζει πολύ την αντίστοιχη του Μιλάνο. Η στοά κατασκευάστηκε το 1884 λίγο μετά την επιδημία χολέρας που έπληξε την πόλη. Την προσοχή του επισκέπτη κλέβει ο μωσαϊκός μαρμάρινος διάκοσμος και τα ψηφιδωτά στις όψεις των κτιρίων. Όμως την μεγαλύτερη εντύπωση την προκαλεί ο τρούλος και οι οροφές που είναι από σίδερο και γυαλί, αφήνοντας όλο το φως να περνάει στο εσωτερικό χώρο. Περπατώντας μέσα στη στοά, ένιωθα πως εκεί μέσα χτυπάει ο αστικός παλμός της πόλης. Παλιά στέκια με όμορφη διακόσμηση και καλλιτεχνικό ύφος κι έναν κόσμο τελείως διαφορετικό απ' αυτόν που συναντήσαμε στις άλλες γειτονιές της Νάπολης.
Βγαίνοντας από τη δυτική έξοδο, πέσαμε πάνω στο Κάστελ Νουόβο (02:06-02:35). Το οχυρό αυτό πήρε την συγκεκριμένη ονομασία για να ξεχωρίζει από το Καστελ Ντελ' Όβο και το Καπουάνο. Από το αρχικό του σχήμα (ξεκίνησε να κατασκευάζεται το 1279), έχει διατηρηθεί η Καπέλα Παλατίνα αλλά αυτό που κέρδισε το θαυμασμό μας είναι η υπέροχη Άρκο ντι Τριόνφο (Αψίδα του Θριάμβου) και οι πέντε επιβλητικοί πύργοι. Η πανέμορφη αψίδα είναι ένα σημαντικό δείγμα πρώιμης Αναγέννησης για την Νότια Ιταλία. Στην κορυφή της συναντάμε τις αλληγορικές φιγούρες των Τεσσάρων Αρετών, της Εγκράτειας, της Δικαιοσύνης, της Ευψυχίας και της Γενναιοφροσύνης, ενώ ακριβώς από πάνω τους στέκουν δύο ποταμοί κι ο αρχάγγελος Μιχαήλ (02:26).
Από το Κάστελ Νουόβο πήραμε τον παραλιακό δρόμο (02:36-03:08) για να βρεθούμε σε ένα άλλο πανέμορφο κάστρο, το Καστέλ Ντελ' Όβο, ή αλλιώς το Κάστρο του Αυγού (03:09-03:30), το οποίο είναι και το παλιότερο οχυρό της πόλης. Χτίστηκε πάνω στο νησάκι Μεγαρίδα από τον Ρωμαίο πατρίκιο Λούκουλλο. Τον 5 αι. μετατράπηκε σε μοναστήρι. Το κτιριακό συγκρότημα πέρασε από πολλούς κατακτητές οι οποίοι αλλοίωναν με επεμβάσεις τους την όψη του μέχρι που καταστράφηκε από την πολιορκία του Φερδινάδου Β' της Ισπανίας. Αν και ξαναχτίστηκε έπεσε σε αχρηστία μ' αποτέλεσμα να προταθεί η κατεδάφισή του. Ευτυχώς όμως το 1975 ξεκίνησε η αναστήλωσή του κι έτσι σήμερα κάτοικοι κι επισκέπτες μπορούν να θαυμάζουν από τις πολεμίστρες του τα ηλιοβασιλέματα της Δυτικής Μεσογείου.
Πριν πέσει η νύχτα επιστρέψαμε πάλι στο κέντρο της πόλης για να περπατήσαμε κατά μήκος του στενού δρόμου που ονομάζεται Σπακανάπολι. (03:30-04:41). Ο συγκεκριμένος δρόμος είναι μία από τις τρεις κεντρικές οδούς της ελληνορωμαϊκής Νάπολης. Εκεί συναντήσαμε και τις σημαντικότερες εκκλησίες της παλιάς πόλης. Πρώτη στάση στην πλατεία του Τζέζου Νουόβο με την ομώνυμη εκκλησία (03:49-04:11). Η τραχιά κι άσχημη πρόσοψή της αποτελούσε τμήμα του Παλάτσο Σανσεβερίνο (15ου αι.), το οποίο αγοράστηκε από τους Ιησουίτες, οι οποίοι και διατήρησαν όταν το μετέτρεψαν σε εκκλησία. Όσο όμως άσχημο δείχνει το κτίριο εξωτερικά τόσο εντυπωσιακός είναι ο εσωτερικός του διάκοσμος με υπέροχες νωπογραφίες και πολύχρωμα μωσαϊκά δάπεδα. Δίπλα στον Τζέζου Νουόβο βρίσκεται το μοναστήρι της Σάντα Κιάρα. Το κτίριο καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά το 1943. Μετά από προσπάθειες αποκατάστασης έχουμε σήμερα την λιτή του όψη η οποία ταιριάζει για φραγκισκανή εκκλησία. Σ' έναν παράδρομο της Σπακανάπολι βρίσκεται η Καπέλα Σανσεβέρο με την πολυτελή γλυπτή διακόσμηση. Δυστυχώς όμως δεν μας επέτρεψαν να φωτογραφίσουμε τα υπέροχα γλυπτά. Αξίζει όμως να την επισκεφθεί κανείς για να θαυμάσει τα "διάφανα" γλυπτά της.
Ο δρόμος μας οδήγησε στην Βία ντεϊ Τριμπουνάλι (04:18-04:44) με την ιδιαίτερη μοναστηριακή εκκλησία Τζερολάμινι, τον Σαν Πάολο Ματζόρε και την οδό Σαν Γκρεγκόριο Αρμένο με τα ερείπια της αρχαίας πόλης που βρίσκονται κάτω από τη συνοικία. Σ' αυτήν την γειτονιά κάποτε υπήρχε η ελληνική Αγορά και μετέπειτα το ρωμαϊκό Φόρουμ. Στη θέση του Σαν Πάολο Ματζόρε έστεκε ο ναός των Διόσκουρων, ο οποίος μετατράπηκε τον 8 αι σε χριστιανική βασιλική. Σήμερα έχουν μείνει μόνο δύο κίονες του παλιού ναού, οι οποίοι στέκουν στην πρόσοψη της εκκλησίας.
Τελευταία στάση της βόλτας μας είναι ο μεγάλος καθεδρικός που χτίστηκε τέλη του 13ου με αρχές του 14ου αι. (04:45-05:11). Το κτίριο είναι ένα σύμπλεγμα παλιότερων χριστιανικών κτιρίων, όπως της μεσαιωνικής βασιλικής της Σάντα Ρεστιτούτα και του βαπτιστηρίου Σαν Τζιοβάνι ιν Φόντε. Μεταγενέστερη είναι και η Κρύπτη η οποία χτίστηκε κάτω από την κόγχη τον 16ο αι. για να στεγάσει τα λείψανα του Αγίου Ιανουαρίου, προστάτη της πόλης. Πέρα από τα όμορφα βιτρό, αξίζει να θαυμάσει κανείς τα πανέμορφα ψηφιδωτά του βαπτιστηρίου, τα οποία ανάγονται στον 6ο αι.
Η Νάπολη είναι η τρίτη μεγαλύτερη σε πληθυσμό πόλη της Ιταλίας. Ξεχωρίζει όμως για την έντονη ζωή τόσο σε καθημερινή βάση όσο και σε νυχτερινή διασκέδαση. Τη μέρα επικρατεί το αδιαχώρητο στους στενούς δρόμους της Σπακανάπολι από τουρίστες, κατοίκους, οχήματα και μηχανάκια, ενώ τη νύχτα μετατρέπεται σε ένα υπαίθριο μπαρ γεμάτο νέους που πίνουν στις μικρές πλατείες και στα γύρω στενά. Εντύπωση επίσης προκαλεί κι η ψαραγορά της πόλης. Γι' αρκετή ώρα στάθηκα σε μία λευκή λεκάνη με νερό όπου μέσα ένα ζωντανό χταπόδι ξεφυσούσε με οργή το νερό περιμένοντας την επερχόμενη σφαγή του σε κάποια κουζίνα. Πήγα κοντά του και είδα το βλέμμα μου. Ένιωσα πως είχε συνείδηση της κατάστασή τους και σαν να εκλιπαρούσε κάπως να είναι σύντομος κι ακαριαίος ο θάνατός του. Γύρισα την πλάτη κι έφυγα με γοργό κι ενοχικό βήμα.
Από την άλλη, η πόλη φημίζεται για το πανεπιστήμιό της, το οποίο θεωρείται ως ένα από τα παλαιότερα της Ευρώπης. Αυτό δίνει μία επιπλέον ζωντάνια τόσο στους ρυθμούς της πόλης όσο και στις προσόψεις των κτιρίων, οι οποίες είναι γεμάτες από πολιτικοποιημένα γκράφιτι. Περιμετρικά του πανεπιστημίου υπάρχουν διάφορα μικρά μπαρ και κάβες ενώ οι γύρω πεζόδρομοι γεμίζουν το βράδυ παρέες για ποτό, πίτσα και ζωντανή μουσική.
Η πρωτεύουσα της Καμπάνια είναι ιδιαίτερη πόλη. Με το πέρασμα των αιώνων έχει διατηρήσει ένα κομμάτι της ιταλικής φινέτσας που έχει εξαφανιστεί στο βορρά. Έχει κρατήσει ζωντανό τον μύθο της κι αυτό την κάνει να παραμένει δεμένη με το μακρινό της παρελθόν, κάτι το οποίο έπαψε να ισχύει στη δικιά μας χώρα.
Γι' αυτό είναι έντονο το ελληνικό στοιχείο σε κάθε στενό της πόλης.
Ακόμη και στο όνομά της.
Η Νάπολη καταφέρνει και πείθει τον κάθε επισκέπτη πως είναι και θα είναι επάξια η ιστορική πρωτεύουσα της Magna Grecia.

Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

Ζώντας σε μία εύφλεκτη γειτονιά



Η χρονική περίοδος την οποία διανύουμε χαρακτηρίζεται για την απίστευτη ταχύτητα των εξελίξεων στα πολλαπλά ανοιχτά μέτωπα. Πριν προλάβουμε να παρακολουθήσουμε και να ερμηνεύσουμε ένα γεγονός, αμέσως ξεπετάγεται ένα άλλο. Ο προβληματισμός όμως διογκώνεται όταν μια-μια οι γειτονικές μας χώρες αρχίζουν να φλέγονται επικίνδυνα.
Κι ενώ στην Τουρκία, η κοινωνία κοχλάζει για την οριακή και «μαγειρεμένη» επικράτηση του ερντογανικού «ναι» και στην Βουλγαρία η εξουσία έχει καταληφθεί από εθνικιστές, ήρθε κι η σειρά των Σκοπίων να μπουν σε ακόμη πιο επικίνδυνα μονοπάτια.
Η μεγάλη σε διάρκεια ακυβερνησία της γειτονικής χώρα, έχει προκαλέσει ένα βαθύ κι επικίνδυνο χάσμα μεταξύ των Σκοπιανών και των αλβανόφωνων κατοίκων. Η αβεβαιότητα θυμίζει αρκετά την κατάσταση που επικρατούσε λίγο πριν την ένοπλη εξέγερση των Αλβανών της ΠΓΔΜ το φθινόπωρο του 2001. Αυτή τη φορά όμως υπάρχει υπαρκτός κίνδυνος εμφύλιας σύρραξης και διαίρεσης της χώρας.
Μπροστά σ’ αυτό το εκρηκτικό κυβερνητικό αδιέξοδο, κάποια κόμματα αποφάσισαν να δώσουν ψήφο εμπιστοσύνης στον Αλβανό αντιπρόεδρο της DUI, Ταλάτ Τζαφερί, προσφέροντάς του το αξίωμα του Προέδρου της Βουλής των Σκοπίων. Οι 61 ψήφοι προήλθαν από τους βουλευτές της Σοσιαλιστικής Ένωσης, της Συμμαχίας των Αλβανών και του κινήματος BESA. Αντιθέτως οι βουλευτές του εθνικιστή Νικολά Γκρούεφσκι, όχι μόνο απείχαν από την ψηφοφορία αλλά κατέλαβαν και την έδρα του Προέδρου της Βουλής τραγουδώντας τον εθνικό τους ύμνο.
Το παραπάνω γεγονός μπορεί να χαρακτηριστεί ιστορικό για την χώρα διότι είναι η πρώτη φορά που ένας Αλβανός πολιτικός εκλέγεται σε μία από τις υψηλότερες θέσεις του κράτους.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να συγκεντρωθούν εθνικιστές οπαδοί του Νικολά Γκρούεφσκι στο κοινοβούλιο, με αρκετούς απ’ αυτούς να εισβάλουν σ’ αυτό, χτυπώντας βουλευτές του σοσιαλιστικού κόμματος και δημοσιογράφους.
Μετά απ' αυτή τη δραματική τροπή, είναι φανερός πλέον ο τερματισμός του διαλόγου ενώ παράλληλα είναι βέβαιη η είσοδο της χώρας σε επικίνδυνες εμφυλιοπολεμικές καταστάσεις.
Την ίδια στιγμή φουντώνουν οι φήμες για πιθανό πραξικόπημα από τη μεριά του πρότινος πρωθυπουργού και του Προέδρου της χώρας, Γκεόργκι Ιβάνοφ (ο οποίος αρνείται να δώσει εντολή για κυβέρνηση).
Καλό όμως είναι πριν αρχίσουν κάποιοι κακεντρεχείς να πανηγυρίζουν για τις άσχημες εξελίξεις αυτής της χώρας, να αναλογιστούν πως οι πυριτιδαποθήκες των Βαλκανίων έχουν ανοίξει ξανά, κι αν γίνει έκρηξη σε μία σίγουρα οι φλόγες θα θέσουν σε κίνδυνο και τις υπόλοιπες.

Πρώτη δημοσίευση: aplotaria.gr

Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Afterimage


Μετά από δύο βδομάδες κινηματογραφικής αποχής, μαζεύτηκαν κάμποσες ταινίες στην λίστα αναμονής μου. Χωρίς δεύτερες σκέψεις ως πρώτη επιλογή διάλεξα την πολωνική πρόταση της περασμένης βδομάδας. Αναφέρομαι στο κύκνειο άσμα του θρυλικού Αντρέι Βάιντα, ο οποίος μας αποχαιρέτησε το περασμένο φθινόπωρο. 
Το Afterimage ή αλλιώς Μετείκασμα στα ελληνικά, είναι ένα από τα αξιοπρεπέστατα αριστουργήματα που περνούν διακριτικά από τις σκοτεινές αίθουσες. Είναι από τις ταινίες που επιλέγει να δει κανείς έχοντας εξαρχής την βεβαιότητα πως η ταινία σίγουρα έχει κάτι να του προσφέρει. Και το Afterimage προσφέρει πολλά.
Η ιστορία αναφέρεται στη ζωή του διάσημου Πολωνού ζωγράφου Βλαντίσλαβ Στρεμίνσκι, ο οποίος θεωρείται ο σημαντικότερος avant-garde καλλιτέχνης της χώρας του κι ένας από τους καλύτερους παγκοσμίως. Έχοντας συνεργαστεί με διάσημους καλλιτέχνες όπως τον Καντίνσκι και τον Σαγκάλ, δημιούργησε την "Θεωρία του Ουνισμού" κι έγραψε το επαναστατικό βιβλίο "Η θεωρία της Όρασης". Έχοντας αποκτήσει φήμη, έγινε ένας από τους κορυφαίους δασκάλους καλών τεχνών στο Λοντζ. 
Η πορεία του όμως ανακόπηκε απότομα από την παράνοια του σταλινικού καθεστώτος, αρνούμενος να ακολουθήσει την εντολή του Κόμματος, στο να υπηρετήσει στην προπαγάνδα του σοβιετικού ρεαλισμού. Η στάση του απέναντι στην καθεστωτική προπαγάνδα τον καθαίρεσε από τη θέση του δασκάλου αλλά και την ιδιότητα του καλλιτέχνη. Πιστός στις ιδέες του άρχισε να μαραζώνει και να ζει επώδυνα τον αργό του θάνατο, τόσο τον καλλιτεχνικό όσο και τον φυσικό. 


Η ταινία είναι άκρως ενδιαφέρουσα διότι μπορεί να χωριστεί και να αναγνωσθεί σε πολλά επίπεδα. Στο πολιτικό κομμάτι, ο Βάιντα αναθεματίζει τον καταστρεπτικό ρόλο του σταλινικού καθεστώτος (και κάθε καθεστώτος) απέναντι στην ελευθερία έκφρασης των ανθρώπων. Μάλιστα είναι εντυπωσιακό το πως οι απόψεις επιφανών ανθρώπων μπορούν να μεταλλαχθούν από αρεστές σε καχύποπτες και καταστροφικές στο πέρασμα του χρόνου και των καταστάσεων. Οι επαναστατικές απόψεις του Στρεμίνσκι που είχαν ειπωθεί το 1930 κι έγιναν ευρέως αποδεκτές στο τότε καθεστώς, μετατράπηκαν το 1950 σε ριζοσπαστικές κι επικίνδυνες θεωρίες για την νέα πολιτική πραγματικότητα. Κι εκεί είναι που έρχεται ο άνθρωπος σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Και το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής, να απαρνηθεί τον εαυτό του και τα πιστεύω του για να επιβιώσει ή να συνεχίσει την πορεία που από καιρό έχει χαράξει αποδεχόμενος όλες τις συνέπειες.
Ο Πολωνός σκηνοθέτης παρουσιάζει πολύ εύστοχα το δίλημμα αυτό. Δεν ωραιοποιεί τη στάση του ζωγράφου ούτε τον παρουσιάζει ως ήρωα. Αντιθέτως επικεντρώνεται στην ανθρώπινη υπόστασή του και στις στιγμές της εσωτερικής του πάλης για το κατά πόσο αξίζει να αντισταθεί για τις ιδέες του σε μία άνιση μάχη. Εκπληκτικοί και οι διάλογοι που γίνονται μεταξύ του ζωγράφου κι ενός φίλου του ποιητή, ο οποίος έχει υποκύψει στις απαιτήσεις του καθεστώτος.
Στο άλλο κομμάτι όπου επικεντρώνεται η ταινία, είναι η Τέχνη κι ο ρόλος της τόσο στη ζωή του καθενός μας όσο και στο κοινωνικό σύνολο. Καθ' όλη τη διάρκειά του έργου ζούμε τη μάχη που γίνεται μεταξύ της αφαιρετικής τέχνης και του σοβιετικού ρεαλισμού. Δεν υπήρξα ποτέ λάτρης των δυο αυτών κινημάτων, αλλά παρ' όλα αυτά μ΄εντυπωσίασε τόσο το πείσμα του πρωταγωνιστή όσο κι η παρελθοντική μεταστροφή του, όπου πέρασε από τον κοινωνικό ρεαλισμό (με τον οποίον ξεκίνησε την πορεία του) στον αφαιρετικό ρυθμό. Ο ίδιος μέσα από τους διαλόγους που έχει με τους μαθητές του, εξηγεί με όμορφο, ειλικρινή και ξεκάθαρο τρόπο την προδοσία που νιώθει κάθε οραματιστής. Αναφέρεται με παράπονο για τα όνειρα και τα σχέδια που γίνονται για έναν καλύτερο κόσμο, τα οποία συνήθως διακόπτονται πάνω στην απάθεια του κοινωνικού συνόλου κι ορισμένες φορές συνθλίβονται κάτω από την επικίνδυνη στάση διαφόρων καθεστώτων. Η απογοήτευση αυτή είναι που οδηγεί αρκετούς καλλιτέχνες σε εσωτερικές αναζητήσεις κι ισορροπίες, κάτι το οποίο τους μετατρέπει σε δημιουργούς νέων κινημάτων τα οποία είναι γενικώς δυσνόητα για τον απλό λαό (απολύτως ακατανόητα για μένα). Το ότι παρακολούθησα για πρώτη φορά, μια "απολογία" ενός αφαιρετικού καλλιτέχνη, ο οποίος προσπάθησε να εξηγήσει (πρώτα στους μαθητές του κι έπειτα στους θεατές του έργου) τα πρωτοποριακά κινήματα εκείνης της εποχής, με κάνει να θεωρήσω την ταινία τελείως ξεχωριστή από άλλες βιογραφικές ταινίες που έχω δει.


Σκηνοθετικά το έργο ήταν εξαιρετικό. Τα πλάνα είχαν απόλυτη ισορροπία ενώ οι εύστοχες χρωματικές πινελιές τόνιζαν απίστευτα το μουντό κλίμα της σταλινικής Πολωνίας. Καταπληκτική η σκηνή όπου ο πρωταγωνιστής καθώς ετοιμάζεται να ζωγραφίσει στο διαμέρισμά του, ένα σοβιετικό πανό του Στάλιν σκεπάζει όλη τη πρόσοψη του κτιρίου και κοκκινίζει το διαμέρισμά του. Τελείως ποιητική η σκηνή όπου ο πρωταγωνιστής "βαφτίζει" ένα μπουκέτο λουλούδια που θέλει να αφήσει στον τάφο της γυναίκας του.
Επίσης, η ερμηνεία του Μπόγκουσλαβ Λίντα είναι συγκλονιστική. Το βλέμμα του ειδικά είναι εκπληκτικό. Ως δάσκαλος εξηγεί στους μαθητές το ρόλο των ματιών και το κατά πως το είδωλο προκαλεί διαφορετικά ερεθίσματα από μάτι σε μάτι. Κι ο ίδιος μέσα από το βλέμμα του καταφέρνει να μας παρουσιάσει μία Πολωνία που αγαπάει και πονάει. Μέσα από το βλέμμα του διακρίνουμε την δίψα για ζωή κι έρωτα, η οποία δυστυχώς στερεύει από χέρια ψυχρά. Μέσα από το βλέμμα του βλέπουμε τα όνειρά του να ξεθωριάζουν και το έργο του να σβήνεται από τους καθεστωτικούς. Γι' αυτό κι ο ίδιος λίγο πριν πεθάνει εκμυστηρεύτηκε πως θέλει να αφήσει πίσω του ένα βιβλίο, όπου θα αναλύει τη δικιά του θεωρία. Εξαιρετική και η ερμηνεία της νεαρής ηθοποιού που υποδύεται την κόρη του ζωγράφου.
Οι προβολές της ταινίας ευτυχώς συνεχίζονται κι αυτήν την εβδομάδα.
Αξίζει να την απολαύσετε.

Βαθμολογία: 8/10 

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Η παρακμή του ιερού



του Θανάση Γιαλκετσή

Το ακόλουθο κείμενο του Πολωνού φιλοσόφου Λέζεκ Κολακόφσκι (1927-2009) είναι απόσπασμα από το βιβλίο του «Besoin religieux» (La Baconnière, 1973).

Οσο πειστικές κι αν είναι οι κοινωνιολογικές έρευνες που δείχνουν τις διασυνδέσεις μεταξύ της θρησκευτικής συμπεριφοράς και ενός μεγάλου αριθμού κοινωνικών μεταβλητών, όπως η ηλικία, το φύλο, η απασχόληση, η κοινωνική τάξη κ.λπ., δεν υπάρχουν αλάθητες μέθοδοι για να διεισδύουμε στα κρυφά, τα υπόγεια στρώματα της κουλτούρας, που συνήθως είναι ελάχιστα ορατά και προικισμένα με μια δύναμη η οποία αποκαλύπτεται τη στιγμή των κρίσεων ή των κοινωνικών καταστροφών.
Οσο πειστικές κι αν είναι οι κοινωνιολογικές έρευνες που δείχνουν τις διασυνδέσεις μεταξύ της θρησκευτικής συμπεριφοράς και ενός μεγάλου αριθμού κοινωνικών μεταβλητών, όπως η ηλικία, το φύλο, η απασχόληση, η κοινωνική τάξη κ.λπ., δεν υπάρχουν αλάθητες μέθοδοι για να διεισδύουμε στα κρυφά, τα υπόγεια στρώματα της κουλτούρας, που συνήθως είναι ελάχιστα ορατά και προικισμένα με μια δύναμη η οποία αποκαλύπτεται τη στιγμή των κρίσεων ή των κοινωνικών καταστροφών.
Η κατανομή των δυνάμεων της παράδοσης, που κατασταλάζουν στην πορεία των χιλιετιών, δεν μας επιτρέπει να τις συλλάβουμε σε ποσοτική μορφή, πράγμα που καθιστά τις μεγάλες ιστορικές εκρήξεις και τις εκβάσεις τους τόσο λίγο προβλέψιμες όσο είναι και οι συμπεριφορές των ατόμων μπροστά σε βίαιες κρίσεις.
Το πεπρωμένο της θρησκευτικής πίστης δεν αποτελεί εξαίρεση, τόσο στο προσωπικό όσο και στο συλλογικό επίπεδο.
Στα στρατόπεδα συγκέντρωσης υπήρξαν πιστοί που έχασαν την πίστη τους και άθεοι που τη βρήκαν.
Οι δύο αντιδράσεις είναι για μας διαισθητικά κατανοητές: τόσο η στάση με την οποία δηλώνεται ότι «αν είναι δυνατό να διαπράττονται τέτοιες ωμότητες, τότε δεν υπάρχει Θεός», όσο και η άλλη, η αντίθετη: «Μπροστά σε τέτοιες ωμότητες, μόνον ο Θεός μπορεί να διασώσει το νόημα της ζωής».
Οι πλούσιοι και οι ικανοποιημένοι μπορεί να γίνονται αδιάφοροι ή θεοσεβείς επειδή είναι πλούσιοι και ικανοποιημένοι. Οι φτωχοί και οι ταπεινωμένοι μπορεί να γίνονται αδιάφοροι ή θεοσεβείς επειδή είναι φτωχοί και ταπεινωμένοι και όλα αυτά είναι ευεξήγητα.
Εκείνοι που γνωρίζουν καλά τη Ρωσία έχουν λόγους για να υποθέτουν ότι, αν σε αυτή τη χώρα υπήρχε ελάχιστη θρησκευτική ελευθερία, θα έπρεπε να περιμένουμε μια αληθινή θρησκευτική έκρηξη.
Η απελπισία μπορεί να γίνει ο τάφος της θρησκευτικής πίστης ή να προαναγγέλλει την αναγέννησή της.
Οι πόλεμοι, η καταπίεση, οι μεγάλες συμφορές μπορεί να ενισχύσουν τα θρησκευτικά συναισθήματα ή μπορεί να τα αποδυναμώσουν, ανάλογα με τις πολλαπλές περιστάσεις που μπορούμε να υποθέσουμε ότι θα ασκήσουν την επίδρασή τους, των οποίων όμως είναι σχεδόν αδύνατο να προβλέψουμε τις σωρευτικές επιπτώσεις.
Υπάρχει ένα ερώτημα που δεν μπορούμε να μη θέσουμε και είναι τούτο: πλάι σε όλες τις «εγκόσμιες» λειτουργίες που η θρησκεία έχει αναλάβει, πλάι στους χίλιους δεσμούς που έχουν εξαρτήσει το πεπρωμένο της από εκείνο της «κοσμικής» κοινωνίας, καθιστώντας την αδιαχώριστη από όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες και από όλες τις συγκρούσεις, διασώζεται ή όχι ένα ακατάλυτο κατάλοιπο από το θρησκευτικό φαινόμενο ως τέτοιο;
Αυτό αποτελεί ή όχι ένα αναπαλλοτρίωτο μέρος της κουλτούρας; Θα θέλαμε να γνωρίζουμε αν η θρησκευτική ανάγκη είναι ανεξάλειπτη, αν μπορεί να αντικατασταθεί ή να απωθηθεί από άλλες ικανοποιήσεις.
Σε αυτά τα ερωτήματα δεν υπάρχουν απαντήσεις νομιμοποιημένες από επιστημονικά αλάθητες μεθόδους.
Οι απαντήσεις ανήκουν μάλλον στον φιλοσοφικό στοχασμό.
Ορισμένες υποδείξεις -σίγουρα όχι οριστικές απαντήσεις- μπορεί να μας δώσει ο στοχασμός για τις επιπτώσεις της παρακμής που έχει υποστεί το φαινόμενο του ιερού στις κοινωνίες μας.
Ο όρος «ιερό» εφαρμόστηκε σε όλα εκείνα με τα οποία η επαφή μας ήταν τιμωρητέα.
Επεκτάθηκε επομένως και στην εξουσία και στην ιδιοκτησία, στην ανθρώπινη ζωή και στον νόμο.
Η ιερή διάσταση της εξουσίας καταργήθηκε με την απώλεια του μοναρχικού χαρίσματος.
Η ιερή διάσταση της ιδιοκτησίας καταργήθηκε με τα σοσιαλιστικά κινήματα. Αυτές είναι μορφές του ιερού για την απώλεια των οποίων δεν πρέπει να θρηνούμε.
Τίθεται ωστόσο το ερώτημα αν η κοινωνία είναι ικανή να επιβιώνει και να καθιστά υποφερτή τη ζωή των μελών της στην περίπτωση που το συναίσθημα του ιερού και το φαινόμενο του ιερού θα εξαλείφονταν ολοκληρωτικά.
Τίθεται το ερώτημα αν ορισμένες αξίες, των οποίων η δύναμη είναι αναγκαία για την ίδια τη διατήρηση της κουλτούρας, μπορούν να επιβιώνουν χωρίς να απλώνουν τις ρίζες τους στο βασίλειο του ιερού. 
Σημειώνουμε πριν απ’ όλα ότι υπάρχει και ένα άλλο νόημα του όρου «εκκοσμίκευση».
Με αυτό το τελευταίο νόημα, η εκκοσμίκευση δεν συνεπάγεται την παρακμή της θεσμοθετημένης θρησκείας· την παρατηρούμε ακόμη και στις Εκκλησίες και στις θρησκευτικές δοξασίες: αυτή η εκκοσμίκευση ορίζεται ως κατάργηση του συνόρου μεταξύ ιερού και βέβηλου, ως τέλος του διαχωρισμού τους. Είναι η τάση που έγκειται στο να αποδίδουμε ιερό νόημα στο καθετί.
Το να κάνουμε καθολικό το ιερό ισοδυναμεί με το να το καταργούμε.
Το να λέμε ότι όλα είναι ιερά σημαίνει να λέμε στην πραγματικότητα ότι τίποτα δεν είναι ιερό, επειδή οι δύο ιδιότητες -το ιερό και το βέβηλο- μπορούν να γίνουν κατανοητές μόνο μέσα από την αμοιβαία αντίθεσή τους.
Περισσότερο από όσο με την άμεση μορφή της άρνησης του ιερού, η εκκοσμίκευση του χριστιανικού κόσμου πραγματοποιείται με μεσολαβημένη μορφή, δηλαδή μέσω μιας καθολίκευσης του ιερού η οποία, καταργώντας τη διάκριση μεταξύ ιερού και βέβηλου, οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα. Είναι η χριστιανοσύνη που απαρνιέται τις γνωστικές της πηγές, η χριστιανοσύνη που σπεύδει να καθαγιάσει αμέσως όλες τις μορφές της κοσμικής ζωής, οι οποίες θεωρούνται επίσης αποκρυσταλλώσεις της θεϊκής ενέργειας. Είναι η χριστιανοσύνη χωρίς το κακό, η χριστιανοσύνη του Τεγιάρ ντε Σαρντέν.
Είναι η πίστη στην οικουμενική σωτηρία όλων, η πίστη που μας διαβεβαιώνει πως, ό,τι κι αν κάνουμε, μετέχουμε στο έργο του Δημιουργού και συμβάλλουμε στη μεγαλειώδη θεμελίωση της μελλοντικής αρμονίας.
Είναι η εκκλησία αυτής της παράξενης λέξης: aggiornamento, που συγχέει δυο ιδέες όχι μόνο διαφορετικές αλλά και -σε ορισμένες ερμηνείες- αντιφατικές: μία που λέει ότι το να είμαστε χριστιανοί σημαίνει να είμαστε όχι μόνον έξω από τον κόσμο, αλλά και μέσα στον κόσμο· και την άλλη που λέει ότι το να είμαστε χριστιανοί σημαίνει να μην είμαστε ποτέ εναντίον του κόσμου.
Η μία θέλει να υποστηρίξει ότι η Εκκλησία πρέπει να θεωρήσει δική της την υπόθεση των φτωχών και των καταπιεζόμενων.
Η άλλη συνεπάγεται ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να παλεύει εναντίον των κυρίαρχων μορφών της κουλτούρας, ότι αυτή οφείλει επομένως να στηρίζει αξίες και τρόπους ζωής που αναγνωρίζονται στην κοσμική κοινωνία και ότι σε τελευταία ανάλυση πρέπει να παίρνει το μέρος των ισχυρών και των νικητών.
Διακατεχόμενη από τον πανικό ότι περιορίζεται όλο και περισσότερο στη θέση μιας απομονωμένης σέχτας, η χριστιανοσύνη φαίνεται να κάνει φρενιτιώδεις προσπάθειες μιμητισμού -αντίδραση φαινομενικά αμυντική, αλλά στην πραγματικότητα αυτοκαταστροφική- για να μην καταβροχθιστεί από τους εχθρούς της.
Στην πραγματικότητα χάνει την ταυτότητά της, που βασίζεται ακριβώς στη διάκριση μεταξύ ιερού και βέβηλου και στην ιδέα τής πάντοτε ενδεχόμενης και συχνά αναπόφευκτης σύγκρουσής τους.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Η Αριστερά και ο ρεαλισμός



του Κύρκου Δοξιάδη

Παραθέτω την καταληκτική παράγραφο ενός παλαιότερου άρθρου μου στην «Εφ.Συν.» (7.2.2017 – «Το ψέμα ως πολιτική έννοια»): «Για την Αριστερά η ειλικρίνεια δεν είναι ζήτημα “ηθικής συνέπειας”. Θα ήταν λάθος να το βλέπει έτσι. Ηθικολογώντας περί ειλικρίνειας, θα έδινε στον εαυτό της τη δυνατότητα να δικαιολογεί την ασυνέπεια και την ανειλικρίνειά της στο όνομα του ρεαλισμού.
»Αντιθέτως, ακριβώς επειδή στην κυριαρχούσα αφήγηση περί πολιτικής το ψέμα είναι ταυτισμένο με τα αστικά κόμματα, θα ήταν ρεαλιστικό εγχείρημα για την Αριστερά να κερδίσει τον κόσμο πείθοντάς τον ότι “κάνει τη διαφορά” τουλάχιστον σε αυτό».
Ενα από τα πιο διαδεδομένα προπαγανδιστικά τεχνάσματα και ιδεολογικά στρατηγήματα του διεθνούς και εγχώριου κοινωνικο-πολιτικού καθεστώτος εναντίον της Αριστεράς είναι η άποψη πως η Αριστερά -από γεννησιμιού της- έχει «πάρει διαζύγιο» από τον ρεαλισμό.
Θα χρειαζόταν ολόκληρο βιβλίο ίσως για να περιγραφεί επαρκώς η ποικιλομορφία και η ευρηματικότητα με τις οποίες διαρκώς ανακύπτει, διαχέεται και σε μεγάλο βαθμό επικρατεί στον δημόσιο, τον πολιτικό αλλά και τον επιστημονικό/φιλοσοφικό λόγο τούτη η αντίληψη περί Αριστεράς.
Δύο πράγματα μόνο σημειώνω, προτού θίξω την ουσία του ζητήματος. Το πρώτο είναι πως κατά τις τελευταίες δεκαετίες, μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και την παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού, η πραγματική αδυναμία αν όχι απουσία της Αριστεράς έχει καταστήσει ιδιαίτερα εύκολο το να μιλούν άλλοι για λογαριασμό της και να την καταδικάζουν ως «εξωπραγματική». Και το δεύτερο, βέβαια, έχει να κάνει με το ότι και η ίδια η Αριστερά φέρει μέρος της ευθύνης γι' αυτήν τη «μη ρεαλιστική» εικόνα της.
Θες γιατί και πολλοί αριστεροί έχουν πειστεί και οι ίδιοι για την «εξωπραγματικότητα» των ιδεών τους, θες γιατί στην αριστερή θεωρία, επίσης κατά τις τελευταίες δεκαετίες, τείνει να επικρατεί μια «μεταμοντερνίζουσα» διάθεση που συχνά καταλήγει στο να γράφονται και να λέγονται ασυναρτησίες, έχουμε πλέον μια κατάσταση στην οποία λησμονείται ότι οι μόνοι που κερδίζουν -και κερδίζουν πολλά- από το γεγονός ότι η Αριστερά αναπαρίσταται ως περίπου ο αντίποδας του ρεαλισμού είναι οι αντίπαλοί της.
Η ουσία του ζητήματος τώρα. Είναι μάλλον προφανές ότι, στις πολλαπλών ειδών «κριτικές» που υφίσταται η Αριστερά για την «έλλειψη ρεαλισμού» που τη χαρακτηρίζει, υφέρπει μια βαθύτατα ιδεολογική χρήση του όρου «ρεαλισμός». Θα λέγαμε μάλιστα ότι ο «ρεαλισμός» με αυτή την έννοια είναι ίσως το πιο κομβικό συνεκτικό στοιχείο της ιδεολογίας της αστικής τάξης και του καπιταλισμού, ιδίως στην τωρινή, νεοφιλελεύθερη φάση του.
«Ρεαλισμός» είναι το TINA («Δεν υπάρχει εναλλακτική») της Μάργκαρετ Θάτσερ. «Ρεαλισμός» είναι η πίστη πως, ακόμη και όταν όλα δείχνουν ότι οι πολιτικές λιτότητας είναι καταστροφικές, οφείλουμε να τις ακολουθούμε με θρησκευτική ευλάβεια μέχρι τελικής πτώσεως διότι δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά.
Ενώ αντίθετα «μη ρεαλιστική» είναι οποιαδήποτε πολιτική τολμά να αμφισβητήσει ριζικά και στην πράξη το αλάθητο του νεοφιλελεύθερου δόγματος. Ο «ρεαλισμός», ως ιδεολογία της άρχουσας τάξης, είναι η άκριτη αποδοχή του ισχύοντος συστήματος ως της μόνης εφικτής πραγματικότητας. 
Αντίθετα, ο ρεαλισμός της Αριστεράς δεν είναι ιδεολογία, είναι πρώτα απ’ όλα η κριτική της (κυρίαρχης) ιδεολογίας. Είναι η υλιστική προσέγγιση της ιστορίας, καθώς και η έμφαση στην ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, η προσεκτική χάραξη της στρατηγικής για την ανατροπή του καπιταλισμού και την πορεία προς τον σοσιαλισμό, η διαρκής συνεκτίμηση των πραγματικών συσχετισμών δύναμης και οι συνακόλουθες επιλογές ως προς τη συγκρότηση κοινωνικο-πολιτικών συμμαχιών.
Με άλλα λόγια, ο ρεαλισμός της Αριστεράς είναι αυτό που την καθιστούσε υπολογίσιμη δύναμη και πραγματική απειλή για τον καπιταλισμό και την κυρίαρχη τάξη πραγμάτων γενικότερα, τουλάχιστον από την εποχή του Μαρξ.
Στην κυρίαρχη ιδεολογία και στη διάχυτη προπαγάνδα περί «ρεαλισμού» του συστήματος και «αντι-ρεαλισμού» της Αριστεράς, η Αριστερά είναι «συνεπής» και «ειλικρινής» όταν παρουσιάζεται ως αυτό που «πράγματι» είναι ή που θα έπρεπε να είναι – δηλαδή σαν μια ομάδα γραφικών τύπων που νοσταλγούν τη χαμένη επανάσταση ή που κηρύσσουν την έλευση μιας «ουτοπίας».
Ετσι, η Αριστερά φαίνεται μέχρι και «συμπαθητική». Οι κάθε λογής εκπρόσωποι του κοινωνικο-πολιτικού καθεστώτος αισθάνονται άνετοι στη συγκατάβασή τους: «Τι ωραία που τα λέει η (σωστή και συνεπής) Αριστερά, μακάρι να μπορούσαμε να τα πιστεύουμε κι εμείς που είμαστε ρεαλιστές...».
Η Αριστερά, όμως, γίνεται αντιπαθητική και εγκαλείται για υποκρισία έτσι και τολμήσει να προβάλει τον δικό της ρεαλισμό. Ακόμα πιο ενοχλητική καθίσταται όταν υπενθυμίζει πως ο δικός της ρεαλισμός δεν την υποχρεώνει να λέει ψέματα.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Ανακαλύπτοντας την Μεγάλη Ελλάδα


Το περσινό ταξίδι ήταν ένας ξεχωριστός τρόπος γνωριμίας με ένα κομμάτι της γειτονιάς μας. Τα Δυτικά Βαλκάνια ήταν μία πραγματική αποκάλυψη για χώρες όπως τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και το Μαυροβούνιο. Με το φετινό οδοιπορικό όμως ανακαλύψαμε μία άλλη Ελλάδα που βρίσκεται στην καρδιά της Μεσογείου. Την Μεγάλη Ελλάδα.
Η νότια γωνιά της Ιταλίας ξεχασμένη και φτωχότερη σε αντίθεση με τον βιομηχανικό και πλούσιο βορρά, κατάφερε να διατηρήσει στο πέρασμα των αιώνων και των συνεχόμενων κατακτητών, παραδόσεις και στοιχεία από το πολύ μακρινό της παρελθόν. 
Για τους κατοίκους της Καλαβρία και των Μπασιλικάτων, η Ελλάδα έχει το ρόλο της μυθικής Αρκαδίας. Κι επειδή η ουτοπία είναι ένας κόσμος μικρός που κανείς δεν μπορεί να τον φτάσει και να τον αγγίξει, μας έλεγαν με τρυφερότητα κι αγάπη "πικολίνα Γκρέτσια", κάθε φορά που αναφέραμε την καταγωγή μας. 
Διασχίσαμε το στενό που κάποτε φύλαγαν οι τρομερές Σκύλλα και Χάρυβδη, για να φτάσουμε στην Σικελία, την πατρίδα της Αίτνας, του καλού κρασιού, των Συρακουσών που κατατρόπωσαν την αθηναϊκή υπερδύναμη και της μαφίας. 
Θαυμάσαμε από κοντά την ανήσυχη Αίτνα, η οποία έχει ξυπνήσει ξανά τις τελευταίες βδομάδες. Από το εκπληκτικό θέατρο της Ταορμίνα βλέπαμε τους καπνούς να ανεβαίνουν στον ουρανό και την αιθάλη να καλύπτει τον κάμπο που απλώνεται από το ηφαίστειο ως τη θάλασσα. 
Στη Κατάνια ζήσαμε με κατάνυξη τη λειτουργία της Ανάστασης των καθολικών, για να διαπιστώσουμε για μία ακόμη φορά πως η ελληνορθόδοξη πίστη βρίσκεται σε καιρούς σκοταδισμού και βαρβαρότητας. Ερωτευτήκαμε τα υπέροχα χωριά του νότου, συγκεκριμένα την Ραγκούσα, την Μόντιτσα και τον Νότο. Περιπλανηθήκαμε με δέος στην Κοιλάδα των Ναών του αρχαίου Ακράγαντα (σημερινό Αγκριτζέντο) και ζήσαμε την σικελιώτικη dolve vita του Παλέρμο. 
Πριν όμως κατεβούμε στον νότο, βολτάραμε πρώτα στους στενούς δρόμους της Νάπολη ενώ πάνω από το κάστρο της θαυμάσαμε τον επιβλητικό όγκο του Βεζούβιου. Λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη γυρίσαμε δύο χιλιάδες χρόνια πίσω, καθώς περιπλανιόμασταν στην Αρχαία Πομπηία ανάμεσα σε υπερπολυτελείς κατοικίες μ' εκπληκτικές τοιχογραφίες. 
Κατά την επιστροφή μας κάναμε μία στάση στην Ματέρα. Ίσως μία από τις εντυπωσιακότερες πόλεις της Ευρώπης, η οποία μου έκλεισε το μάτι για να με πείσει να την επισκεφθώ ξανά σε δύο χρόνια που θα είναι πολιτισμική πρωτεύουσα της Ευρώπης. Μία πόλη απλωμένη σε μία βραχώδη γούβα. Ίσως το πρώτο σημείο που κατοικήθηκε από ανθρώπους στην ιταλική χερσόνησο. 
Καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού νοιώθαμε μία έντονη οικειότητα με τον τόπο. Η φύση ήταν παρόμοια με την Ελλάδα ενώ πολλά χωριά έμοιαζαν αρκετά με τα δικά μας. Αλλά ήταν και οι κάτοικοι που συνέχεια μας υπενθύμιζαν την Ελλάδα, όπως σε μία καφετέρια που ο μπάρμαν μας ρώτησε αν είμαστε Αμερικάνοι. Του απαντήσαμε πως είμαστε "Γκρέτσι" για να μας πει μ' ενθουσιασμό και καθαρή προφορά "Αααα Έλληνες". 
Το ταξίδι στην Μεγάλη Ελλάδα δεν ήταν ένα οδοιπορικό για να αναγνωρίσουμε έναν άλλον τόπο αλλά για να δούμε πως θα ήταν η χώρα μας αν δεν είχαμε γίνει η αποικία των τελευταίων δεκαετιών. Αν δεν γκρεμίζαμε τα πάντα για χάρη της εικονική προόδου των δεκαετιών του '60 και '70. Δε μας δόθηκε η εντύπωση πως ταξιδέψαμε στο εξωτερικό αλλά σε μία απομακρυσμένη και κάπως ξεχασμένη γωνιά της πατρίδας μας. 
Να όμως που όλα τα όμορφα πράγματα έχουν κι ένα τέλος. Αυτό όμως δεν είναι αφορμή για να μελαγχολήσουμε. Οι εμπειρίες, οι μνήμες και οι φωτογραφίες είναι εφόδια που μας βοηθούν να ταξιδεύουμε ξανά σε μέρη που αγαπήσαμε. 
Και φυσικά, το τέλος κάθε ταξιδιού είναι η αρχή για το επόμενο...

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Επαναλαμβάνοντας το όνειρο...

Ηλιοβασίλεμα στην Αίτνα

Το περσινό μας οδοιπορικό ταξίδι ήταν ένα όνειρο ζωής που υλοποιήθηκε με απρόσμενη επιτυχία, γεμίζοντάς μας εικόνες, στιγμές και πολύωρες συζητήσεις, σε μια γωνιά της Ευρώπης που πολλοί φοβούνται να θίξουν. Τα Δυτικά Βαλκάνια μας απέδειξαν πως όταν θέλουμε κάτι πολύ, το υλοποιούμε χωρίς πολλά λόγια κι υπεκφυγές. 
Τρεις φίλοι διασχίσαμε έξι χώρες. Από την παρεξηγημένη Αλβανία φτάσαμε μέχρι την πολυπολιτισμική Τεργέστη, περνώντας μέσα από τα σπαράγματα που άφησε ο πόλεμος της Γιουγκοσλαβίας. Μαυροβούνιο, Κροατία, Σλοβενία και Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Τόσο όμοιες αλλά και τόσο διαφορετικές οι παραπάνω βαλκανικές γειτονιές.
Η επίτευξη του ταξιδιού ήταν παράλληλα κι εκπλήρωση ενός ονείρου, δίνοντάς μας το έναυσμα να το επαναλάβουμε.
Αυτή τη φορά το βλέμμα μας στράφηκε στην άλλοτε Μεγάλη Ελλάδα. Η διαδρομή μπορεί να περιορίζεται σε μία χώρα και συγκεκριμένα στο νότιο κομμάτι της Ιταλίας αλλά θα είναι γεμάτη από ιστορικές πόλεις, υπέροχα χωριά, πανέμορφα μνημεία, εκπληκτικές διαδρομές και μαγευτικά τοπία.
Ήρθε λοιπόν η στιγμή να γνωρίσουμε τους θρύλους που κρύβουν η Καμπάνια, η Καλαβρία, η Σικελία και τα Μπασιλικάτα. Από την πυκνοκατοικημένη Νάπολη με το αριστοκρατικό παρελθόν της Πομπηία και την κοσμοπολίτικη ακτογραμμή της Αμάλφι, θα κατηφορίσουμε προς τις ελληνόφωνες πόλεις του νότου κι από εκεί θα περάσουμε στο επιβλητικό νησί με την περίφημη Κοιλάδα των Ναών και τα πανέμορφα χωριά που εναρμονίζονται με την άγρια ομορφιά του σικελιώτικου τοπίου, συντροφιά με τα δυο ενεργά ηφαίστεια της Ιταλίας, τον Βεζούβιο και την Αίτνα.
Η προσμονή κι αυτού του ταξιδιού είναι μεγάλη. Σχέδια με γεύση τσίπουρου κι εκλεκτών μεζέδων άρχισαν να μπαίνουν στο τραπέζι από τον Γενάρη, και να που τώρα μας μένουν λίγες ώρες πριν την υλοποίησή τους. Μία διαδικασία γεμάτη σκέψεις και συναισθήματα που εκτιμώνται όλο και περισσότερο με την πάροδο του χρόνου.
Οι εμπειρίες αυτές παίρνουν μία επιπλέον αξία καθώς πραγματοποιούνται σε μία περίοδο όπου όλα βρίσκονται σε τεντωμένο σκοινί. Οι Η.Π.Α. βομβαρδίσουν την Συρία, η Ρωσία εξοργίζεται και το Ιράν απειλεί ανοιχτά την Αμερική, τη στιγμή που η Β.Κορέα δηλώνει έτοιμη να επιτεθεί στους Αμερικανούς ενώ στην Τουρκία ο Ερντογάν προετοιμάζει την δικτατορία του μέσα από ένα δημοψήφισμα-παρωδία. Και σ'όλα αυτά μία Ευρώπη που σιωπά καθώς γνωρίζει πως το οικοδόμημά της γκρεμίζεται όλο και πιο πολύ. Όλα αυτά έχουν κάνει το ταξίδι να δείχνει πιο σημαντικό, ως μία σύντομη απόδραση απέναντι στην εσχατιά του κόσμου μας αλλά και της καθημερινής μας μιζέριας.
Λίγες μέρες πριν την αναχώρηση, μίλησα στο τηλέφωνο μ' έναν φίλο. Μου έβγαλε το παράπονό πως με όσους συναντιέται και συζητάει, του βγάζουν μια μεμψιμοιρία που τον πνίγει. Χωρίς να προλάβω να μιλήσω, συμφώνησε σε μία παλιότερη δήλωσή μου πως τα ταξίδια είναι η ουτοπική μας όαση σε μία καθημερινότητα που έχει εγκλωβιστεί στη στασιμότητα και στην ανασφάλεια.
Όσο για τους συνοδοιπόρους μου τον Σπύρο και τον Γιάννη, αποδείξαμε μαζί πέρσι πως μπορούμε να πετύχουμε πολλά όταν δίνεται βαρύτητα στο εμείς. Έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον κι αυτό μας δίνει τη σιγουριά πως θα γυρίσουμε ακόμη πιο πλούσιοι σε εικόνες κι εμπειρίες.
Και φυσικά θα επιστρέψουμε απολύτως ικανοποιημένοι έχοντας δώσει για δεύτερη φορά νόημα σε μία ακόμη Χαμένη Άνοιξη.
Αυτή τη φορά το οδοιπορικό ταξίδι θα έχει αέρα ιταλικό.
Μέχρις ότου ολοκληρωθεί κι αυτό,
υγιαίνετε...

Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

Η μυθολογία του ανίκητου Ερντογάν



Του Νίκου Μούδουρου*

Μερικές βδομάδες πριν από το δημοψήφισμα της 16ης Απριλίου στην Τουρκία, οι δημοσκοπήσεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας αφήνουν ακόμα όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά. Συγκεκριμένα, η πλειοψηφία των δημοσκοπήσεων δίνει προβάδισμα στο «ναι» με ποσοστά μεταξύ 52-54%, εφόσον προηγηθεί ο διαμοιρασμός των αναποφάσιστων.
Παράλληλα σχεδόν όλες οι δημοσκοπήσεις συμφωνούν ότι ένα μέρος της εκλογικής βάσης του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), αλλά και ένα πολύ μεγάλο μέρος της εκλογικής βάσης του ΚόμματοςΕθνικιστικής Δράσης (ΜΗΡ), δεν έχουν πειστεί οριστικά για τα θετικά του προεδρικού συστήματος. Η αντίληψη που καλλιεργείται σχεδόν από όλες τις εταιρείες δημοσκοπήσεων σε σχέση με τον καθορισμό του τελικού αποτελέσματος επικεντρώνεται ουσιαστικά στους εξής δύο άξονες: Ο πρώτος είναι η τάση που θα επικρατήσει τελικά στους αναποφάσιστους. Ο δεύτερος είναι ο βαθμός επιρροής που θα έχει η προσωπικότητα του ίδιου του Έρντογαν τόσο στο σώμα των αναποφάσιστων, όσο και στην τεράστια μάζα των ψηφοφόρων των συντηρητικών περιοχών της Κεντρικής και Ανατολικής Ανατολίας.
Η επιρροή του Προέδρου της Τουρκίας, η ικανότητα του να αλλάζει τους όρους της πολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά και η δυνατότητα κινητοποίησης σχεδόν όλων των θεσμών εξουσίας για την υλοποίηση των στόχων που θέτει, είναι μερικά από τα στοιχεία εκείνα που συγκροτούν την ηγεμονική θέση Έρντογαν στο πολιτικό σύστημα της χώρας. Είναι ακριβώς αυτά τα στοιχεία που καλλιεργούν την ηττοπάθεια σε μεγάλα τμήματα της αντιπολίτευσης. Όμως την ίδια στιγμή η βαριά σκιά του Έρντογαν λειτουργεί και αντιφατικά. Γιατί συνεχίζει να είναι και μια από τις σημαντικές πτυχές που θολώνουν περισσότερο την τελική έκβαση ενός δημοψηφίσματος που στην πορεία μετατράπηκε σχεδόν σε μια «προσωπική υπόθεση».
Με λίγα λόγια, η κάλπη της 16ης Απριλίου στην Τουρκία επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την καλλιέργεια της «μυθολογίας του ανίκητου» Έρντογαν. Αυτή η μυθολογία λοιπόν αξίζει περισσότερης προσοχής και αποκωδικοποίησης γιατί διαθέτει σημαντικές διαστάσεις, οι οποίες θα επανέλθουν στο προσκήνιο μετά το δημοψήφισμα και θα υιοθετήσουν δυναμικές και περιεχόμενο αναλόγως του τελικού αποτελέσματος.

Το ΑΚΡ και ο Έρντογαν ως κατασκευαστές ηγεμονίας

Η επιτυχία του ΑΚΡ και του Έρντογαν τα τελευταία 14 χρόνια στην Τουρκία, συνίσταται μεταξύ πολλών άλλων, στο ότι προκάλεσε δύο καθοριστικές εξελίξεις στο πολιτικό σύστημα της χώρας. Η πρώτη εξέλιξη είναι η καθιέρωση της έννοιας της «εκλογικής ηγεμονίας» του κυβερνώντος κόμματος και ιδιαίτερα του Έρντογαν. Η συνεχής επικράτηση του Έρντογαν στην πλειοψηφία των εκλογικών αναμετρήσεων που έγιναν στην Τουρκία τα τελευταία χρόνια, προκάλεσε όχι μόνο ένα είδος αλαζονείας στις τάξεις του ΑΚΡ, αλλά επιπλέον εμπέδωσε την πεποίθηση στους ψηφοφόρους της αντιπολίτευσης, ότι τα δικά τους κόμματα δεν μπορούν ποτέ να γίνουν εξουσία. Η έννοια της «εκλογικής ηγεμονίας» μπορεί να φωτίσει περισσότερο τη σημασία που αποδίδει ο Έρντογαν και το κόμμα του στην κάλπη. Επίσης μπορεί να εξηγήσει εν μέρει και την εμφάνιση ενός συστήματος συγκεντρωτικής και αυταρχικής εξουσίας, χωρίς ισχυρή και δραστήρια αντιπολίτευση. Μέσα από αυτή τη διαδικασία τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια, ένα πολύ μεγάλο μέρος της κοινωνίας φαίνεται να αποδέχεται ότι η κάλπη αποτελεί τη δημοκρατία και όχι ένα από τα βασικά της χαρακτηριστικά. Όμως το πιο σημαντικό είναι ότι η συνεχής εκλογική επικράτηση του ΑΚΡ, ιδιαίτερα μέχρι και τον Ιούνιο του 2015 όταν για πρώτη φορά έχασε τη δυνατότητα σχηματισμού μονοκομματικής κυβέρνησης, έγινε η βάση μετατροπής του κόμματος σε δυναμική παραγωγής και αναπαραγωγής ενός συγκεκριμένου τύπου πλειοψηφικής-δημοψηφισματικής δημοκρατίας.
Η δεύτερη εξέλιξη των τελευταίων 14 χρόνων στην Τουρκία, είναι ότι ο Έρντογαν και το ΑΚΡ κατάφεραν σε κάποιο βαθμό να δημιουργήσουν «κύκλους επικυριαρχίας». Κατάφεραν δηλαδή να μετατρέψουν την εκλογική επιτυχία σε πραγματική εξουσία. Διεύρυναν τον πυρήνα της κοινωνικής τους στήριξης, επέκτειναν την επιρροή τους σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης (από το τοπικό στο κεντρικό), ενώ την ίδια στιγμή δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για να καθορίσουν κατά αποκλειστικότητα το περιεχόμενο της συλλογικής ταυτότητας της κοινωνίας.
Όλα τα προαναφερθέντα βασίστηκαν σε μεγάλο βαθμό στις αλλαγές που γίνονται στην Τουρκία τουλάχιστον τα τελευταία 30 χρόνια. Βασίστηκαν ακόμα στις διεθνείς και περιφερειακές ανακατατάξεις. Το ΑΚΡ και ο Έρντογαν ήταν προϊόντα της ευρύτερης αλλαγής που προηγήθηκε, αλλά και οι κεντρικοί πυρήνες της αλλαγής της χώρας που ακολούθησε. Συνεπώς η σημερινή εξουσία της Τουρκίας είναι αποτέλεσμα κοινωνικού μετασχηματισμού, αλλά είναι και δυναμική που προκαλεί νέους μετασχηματισμούς ακόμα και στον ίδιο της τον εαυτό. Ακριβώς σε αυτό το σημείο εντοπίζεται και μια σημαντική διαφορά από την πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης του ΑΚΡ στην Τουρκία: η αλλαγή της στρατηγικής θέσης του Έρντογαν στις ισορροπίες του πολιτικού συστήματος, σε σημείο μάλιστα που να θεωρείται ως «αιώνια ανίκητος».

Η επιρροή Έρντογαν ως παράγοντας της κάλπης

Αυτή λοιπόν η «μυθολογία του ανίκητου» σήμερα θεωρείται ένα από τα κύρια στοιχεία καθορισμού του τελικού αποτελέσματος του δημοψηφίσματος. Η δύναμη και η επιρροή που διαθέτει ένα πολιτικό πρόσωπο ή ένας πολιτικός οργανισμός, μπορούν να πολλαπλασιάζονται και επειδή το ευρύτερο περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούν τους προσδίδει περισσότερη δύναμη από ότι στην πραγματικότητα διαθέτουν. Επομένως πρόκειται για μια «ηγεμονική μυθολογία». Κάτι τέτοιο συμβαίνει σήμερα στην Τουρκία. Το ενδιαφέρον δε είναι ότι σε σχέση με τον Έρντογαν, τα πιο πάνω δεν ίσχυσαν από την αρχή της πολιτικής του σταδιοδρομίας. Αντίθετα ακόμα και στις δημοτικές εκλογές του 1994 στην Κωνσταντινούπολη, ο Έρντογαν δεν είχε θεωρηθεί ως ένας υπολογίσιμος αντίπαλος από τους υποψήφιους των άλλων κομμάτων. Έστω και αν η επικράτηση του στις δημοτικές του 1994 σηματοδότησε την πορεία του προς την κορυφή, ακόμα και στα πρώτα χρόνια της πρωθυπουργίας του το «παλιό σύστημα» εξακολουθούσε να τον θεωρεί ως «ένα περαστικό». Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, ο Έρντογαν αποτελούσε μια «μουσουλμανική παρένθεση» που με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο θα έκλεινε.
Στην εξέλιξη της ιστορίας όμως και ιδιαίτερα μετά το 2008, η «προσωρινότητα» του Έρντογαν όχι μόνο άρχισε να αμφισβητείται, αλλά για ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας είχε εξαφανιστεί. Τη θέση της άρχισε να παίρνει η αντίληψη ότι «αυτός μπορεί να κάνει ότι θέλει», «δεν μπορεί να ηττηθεί», «ότι και να γίνει, αυτός θα είναι εκεί».
Ήταν μια περίοδος στην οποία, ο Έρντογαν και το κόμμα του, άρχισαν να καλλιεργούν ακόμα πιο έντονα την εντύπωση ότι ο «Αρχηγός» ακόμα και να χάσει έχει πάντα τον τρόπο να γυρίζει το παιχνίδι υπέρ του. Μάλιστα η «μυθολογία του ανίκητου» έφτασε σε σημεία τέτοια που θα μπορούσε κάποιος να χρεώσει στον Έρντογαν «την σκηνοθεσία» του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016 με στόχο την περαιτέρω ενδυνάμωση της εξουσίας του. Μέσα από αυτό το ηγεμονικό πλέγμα το ΑΚΡ αλλά ιδιαίτερα ο Έρντογαν, εμπεδώθηκαν ως «η μοίρα της χώρας», ως μια «αιώνια εξουσία» και μόνιμη κατάσταση, στην οποία όχι μόνο η αντιπολίτευση θα έπρεπε να υποταχθεί, αλλά και το διεθνές περιβάλλον θα έπρεπε να προσαρμοστεί.
Βεβαίως για την καλλιέργεια και την αναπαραγωγή της ηγεμονικής μυθολογίας περί του ανίκητου, καθοριστικός δεν ήταν μόνο ο ρόλος των συγκεκριμένων δικτύων εξουσίας, αλλά και ο ρόλος κάποιων πραγματικών γεγονότων και δεδομένων. Τα τελευταία 14 χρόνια της διακυβέρνησης ΑΚΡ/Έρντογαν, πολλές ήταν οι θετικές και αρνητικές προκλήσεις που αντιμετωπίστηκαν. Η κάθε μια εξέλιξη και η τελική της εξουδετέρωση με πολιτικούς όρους, είχαν τη δική τους επιρροή στην οικοδόμηση της προαναφερθείσας ηγεμονίας. Η πετυχημένη εξουδετέρωση των πραξικοπηματικών σχεδίων εναντίον της κυβέρνησης με αφορμή την αποδοχή του Σχεδίου Αννάν, η περιθωριοποίηση της παρακρατικής ιδιότητας της κοινότητας Γκιουλέν και η δραστική μείωση της πολιτικής επιρροής του στρατού, ήταν μερικές από τις νίκες Έρντογαν σε επίπεδο κρατικών δομών. Την ίδια στιγμή η βίαιη καταστολή της εξέγερσης του Γκεζί το καλοκαίρι του 2013, βοήθησε ακόμα περισσότερο τον Έρντογαν στη νομιμοποίηση των σχεδιασμών για τη μεταμόρφωση της αστυνομίας της Τουρκίας σε ένα «νέο θεματοφύλακα» του νέου καθεστώτος.
Πέραν από τα προαναφερθέντα, η αδυναμία παραγωγής μιας ολοκληρωμένης εναλλακτικής πρότασης εξουσίας επίσης συνέτεινε στην οικοδόμηση ενός προφίλ «ανίκητου Έρντογαν». Κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων η αντιπολίτευση, ιδιαίτερα έτσι όπως εκφράζεται από τα κόμματα της Εθνοσυνέλευσης, δεν κατάφερε σχεδόν σε καμιά κρίσιμη στιγμή να αμφισβητήσει το πολιτικό πρόγραμμα της εξουσίας. Αυτό το κενό με τη σειρά του ευνόησε τον πολλαπλασιασμό της επιρροής του Έρντογαν στο πολιτικό σύστημα. Επιπλέον όμως δημιούργησε μια σειρά πολλών αναπάντητων ερωτηματικών για το πώς θα είναι η εξουσία στην Τουρκία την εποχή μετά τον Έρντογαν. Έτσι διευκόλυνε τον εγκλωβισμό μιας κρίσιμης μάζας ψηφοφόρων στην «σιγουριά» της σημερινής κατάστασης πραγμάτων. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα σε αυτό το πλαίσιο, είναι η αποτυχία σχηματισμού κυβέρνησης συνεργασίας εκτός ΑΚΡ, μετά τις εκλογές του Ιουνίου 2015.

Έξω από τα όρια του μύθου… Οι κοινωνικές αντιρρήσεις

Όμως είναι γεγονός ότι μέσα από τα πιο κρίσιμα γεγονότα των τελευταίων χρόνων, οι στιγμές της αδυναμίας του «ανίκητου» δεν απουσιάζουν. Υπάρχουν σημαντικά παραδείγματα φυγόκεντρων δυναμικών αμφισβήτησης της ηγεμονίας Έρντογαν, τόσο στο επίπεδο της κρατικής εξουσίας, όσο και στο επίπεδο των κοινωνικών δυναμικών. Στο πρώτο επίπεδο, η ίδια η πραξικοπηματική απόπειρα της 15ης Ιουλίου 2016 ήταν από μόνη της μια ένδειξη κενού και μιας βαθιάς κρίσης στο κράτος. Το ίδιο περίπου θα μπορούσε να λεχθεί και για τις αρνητικές συνέπειες που προκαλεί στη χώρα η πολιτική που ακολούθησε η κυβέρνηση σε σχέση με τη Συρία.
Στο δεύτερο επίπεδο, η κατάσταση είναι επίσης περίπλοκη. Η εξέγερση του Γκεζί ήταν η πρώτη ουσιαστική μαζική αντιπολίτευση ενάντια στην κυβέρνηση «από τα κάτω», ενώ δύο χρόνια μετά στις εκλογές του 2015, η είσοδος του κουρδικού Δημοκρατικού Κόμματος των Λαών στην Εθνοσυνέλευση αποτέλεσε ιστορική τομή και πραγματικό εμπόδιο για τη συνέχιση της μονοκομματικής κυβέρνησης ΑΚΡ. Η στρατηγική σημασία των εκλογών Ιουνίου 2015 φαίνεται ακριβώς από τον τρόπο αντίδρασης της εξουσίας. Η Τουρκία οδηγήθηκε σε επαναληπτικές εκλογές τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου μέσα σε ένα καθεστώς έκτακτης ανάγκης, το οποίο τελικά καθόρισε και την επιστροφή της μονοκομματικής κυβέρνησης. Υπό αυτή την έννοια, το τι ακολούθησε την αποτυχημένη πραξικοπηματική απόπειρα με την επαναλαμβανόμενη κήρυξη καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, ήταν ουσιαστικά η εμβάθυνση της κρίσης του προηγούμενου έτους. Σε όλα αυτά θα πρέπει να προστεθεί και η εκρηκτική κατάσταση που δημιουργεί η οικονομική στασιμότητα των τελευταίων χρόνων. Η αγωνία της κυβέρνησης να ανατρέψει τις αρνητικές οικονομικές συνέπειες μέσα από την ανακοίνωση μιας σειράς επενδυτικών πακέτων σε συγκεκριμένες περιοχές, επαναφέρουν τις δομικές αδυναμίες της πολιτικής «κρατικής φιλανθρωπίας» ως αντικατάσταση μιας ολοκληρωμένης πρόνοιας.
Συνεπώς, η δυσκολία των δημοσκοπήσεων να εντοπίσουν με ακρίβεια την τάση των ψηφοφόρων ενόψει του δημοψηφίσματος, εξηγείται εν μέρει και από την κρισιακή κατάσταση που βιώνει η κοινωνία της Τουρκίας τα τελευταία δύο χρόνια. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον πολλά θα εξαρτηθούν από την επιλογή των ψηφοφόρων, η οποία θα επηρεαστεί τις τελευταίες μέρες υπό το βάρος της ιδεολογικής πόλωσης.
Τουλάχιστον με βάση το παράδειγμα των πιο πρόσφατων εκλογικών αναμετρήσεων στην Τουρκία, βασική συνιστώσα για τον καθορισμό του τελικού αποτελέσματος της 16ηςΑπριλίου θα είναι εάν τελικά θα επικρατήσουν παρόμοιες συνθήκες με εκείνες πριν τις εκλογές του Ιουνίου 2015, ή εάν θα επιβληθούν οι «έκτακτες συνθήκες» του πολεμικού πεδίου έτσι όπως βιώθηκαν πριν από τις επαναληπτικές εκλογές του Νοεμβρίου 2015. Υπό αυτή την έννοια η κάλπη του δημοψηφίσματος θα αναδείξει είτε τις δυνατότητες της εκσυγχρονισμένης «ισλαμο-τουρκικής σύνθεσης», είτε το βαθμό επιρροής που έχουν οι αντιρρήσεις μιας πολυδιασπασμένης και σιωπηλής αντιπολίτευσης. Στο επίκεντρο αυτών των διλημμάτων κρίνεται με ουσιαστικό τρόπο η νέα αρχιτεκτονική εξουσίας που σχεδιάζει ο Έρντογαν και το ηγεμονικό του πλαίσιο.

*Ο Νίκος Μούδουρος είναι Μεταδιδακτορικός Ερευνητής στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Κύπρου

Πηγή: anatolikotera.wordpress.com

Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Ghost In The Shell


Έχοντας απολαύσει πρόσφατα το θρυλικό πλέον anime "Ghost in the Shell" (1995) αποφάσισα να παρακολουθήσω και την κινηματογραφική του μεταφορά από τα στούντιο του Hollywood. Μέχρι να το δω όμως είχα ακούσει απόψεις που άγγιζαν τα δύο άκρα. Σε φίλους που είχαν λατρέψει το anime, έλαβα αρνητικά σχόλια ενώ από τους υπόλοιπους εισέπραξα έναν απροσδόκητο ενθουσιασμός. 
Μπαίνοντας λοιπόν χθες βράδυ στην σκοτεινή αίθουσα, αποφάσισα να αφήσω στην άκρη το anime για να απολαύσω την ταινία χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν πολύ καλύτερο απ' αυτό που περίμενα. 
Πριν αναφερθώ στην ταινία, θα ήθελα να μιλήσω λίγο για το anime. Το συγκεκριμένο έργο του 1995 κερδίζει  από τους τίτλους αρχής τις εντυπώσεις με την επιβλητική μουσική και την "Matrix" αισθητική (βασικά το Matrix αντέγραψε από το anime). Έπειτα το δυστοπικό περιβάλλον των μεγαλουπόλεων ήταν εκπληκτικά δοσμένο μέσα από καλοδουλεμένα σχέδια με υπέροχα πλάνα. Η εξέλιξη είναι απίστευτα γρήγορα, έχοντας ως αποτέλεσμα από την μία να καθηλώνει τον θεατή κι από την άλλη να του αφήνει αρκετά αναπάντητα ερωτήματα, αναγκάζοντάς τον να δει την ταινία δυο με τρεις φορές για να καταλάβει το τι συμβαίνει. 
Η κινηματογραφική μεταφορά του anime προσφέρει λύσεις και καλύπτει αρκετά κενά. Μπορεί το έργο να χάνει λίγο από την ατμόσφαιρα του κινουμένου σχεδίου αλλά το τελικό αποτέλεσμα είναι ικανοποιητικό. Η ταχύτητα της ταινίας είναι νορμάλ, δίνοντάς μας την δυνατότητα να επεξεργαστούμε κάθε νέα πληροφορία που δεχόμαστε κατά την εξέλιξη της πλοκής. Η ταινία ενώ πατάει πάνω στο σενάριο του anime, προτιμά τελικά να δώσει μία νέα όψη στην ιστορία, έχοντας παράλληλα φανερές επιρροές από Blade Runner και Matrix. 


Όσον αφορά την ιστορία, μας πηγαίνει στο μέλλον όπου η τεχνολογία έχει εξελιχθεί τόσο ώστε να παράγει ανθρωποειδή με ρομποτικό σώμα κι ανθρώπινο εγκέφαλο. Όντα ανώτερα από τους ανθρώπους αλλά και κάθε μορφής τεχνητής νοημοσύνης. Μία τέτοια μορφή είναι η Μοίρα, μία αστυνομικός η οποία προσπαθεί να εξιχνιάσει μία σειρά δολοφονιών με θύματα στελέχη της εταιρίας που την κατασκεύασαν. Όσο όμως φτάνει στον στόχο της, τόσο περισσότερα ερωτήματα της δημιουργούνται για το παρελθόν της αλλά και για διάφορα οράματα που αρχίζει να βλέπει μπροστά της. Φτάνουμε λοιπόν σε ένα σημείο όπου οι ρόλοι αντιστρέφονται με τους καλούς να γίνονται κακοί και το αντίστροφο. Την ίδια ώρα η ηρωίδα προσπαθεί να διατηρήσει την ανθρώπινη συνείδησής της έχοντας από την μία να λύσει ένα μυστήριο κι από την άλλη να αντιμετωπίσει τους "δημιουργούς" της, οι οποίοι προσπαθούν να κρατήσουν σε νάρκη τα ανθρώπινα ένστικτά της.
Ο δημιουργός Ρούπερτ Σάντερς (δεν έχω παρακολουθήσει άλλη ταινία του) δείχνει έναν καλοπροαίρετο σεβασμό στο anime του 1995 προσπαθώντας να μπαλώσει σκηνοθετικά την ταινία αντιγράφοντας κινηματογραφικά στοιχεία από Blade Runner και Matrix. Αυτό δεν μειώνει το τελικό αποτέλεσμα μιας και το πάντρεμα των παραπάνω ταινιών είναι αρκετά καλό.
Βέβαια η ταινία στηρίζεται και στην πολύ καλή ερμηνεία της Σκάρλετ Γιόχανσον. Η ηρωίδα είναι κυριολεκτικά κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της κι αυτό φαίνεται διότι μετά το τέλος της ταινίας δυσκολεύεσαι να βρεις άλλη ηθοποιό που θα μπορούσε να υποδυθεί το συγκεκριμένο ρόλο. Επίσης η ψυχρή της ερμηνεία δεν κατάφερε να σβήσει την ερωτική της αύρα, προσφέροντας παράλληλα με τη δράση και μία ιδιαίτερη ερωτική επιθυμία. Εξαιρετικοί στους ρόλους τους ήταν οι Ζιλιέτ Μπινός κι ο Τακέσι Κιτάνο.


Ένα ακόμη στοιχείο που έκανε την ταινία ενδιαφέρουσα είναι οι αιχμές που αφήνονται για την επικίνδυνη πορεία που έχει πάρει η ανθρωπότητα. Θέτει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τον περιορισμό της ελευθερίας και των δικαιωμάτων των ανθρώπων απέναντι σε μία τεχνολογία που καλπάζει. Επίσης ξεμπροστιάζει την επικίνδυνη πολιτική του νεοφιλελευθερισμού. Εκπληκτική η σκηνή όπου ένα πολιτικό πρόσωπο δηλώνει σε έναν επιχειρηματία πως "αναφορά δίνει μόνο στον πρωθυπουργό κι όχι στην εν λόγω εταιρία". Τέλος θίγει με πολύ έξυπνο τρόπο τον ρόλο της καταστολής αλλά και της κοινωνικής αποχαύνωσης. 
Το "Φάντασμα στο Κέλυφος" είναι ένα από τα καλά κι αξιοπρεπή έργα επιστημονικής φαντασίας που έχω δει τα τελευταία χρόνια. Η δράση δε ξεπερνάει τα όρια του υπερβολικού, ενώ υπάρχουν κι αρκετές συγκινητικές σκηνές ανθρωπιάς. 
Αξίζει να το απολαύσετε.

Βαθμολογία: 7/10

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Ποιος να το προκάλεσε;



Η περασμένη βδομάδα μας άφησε μουδιασμένους κι άναυδους μ’ ένα ακόμη φρικιαστικό έγκλημα πολέμου αλλά και μ’ έναν αδικαιολόγητο κι ανόητο βομβαρδισμό, κάτι που κατέστρεψε την μέχρι πρόσφατα «ειρηνευτική» συμφωνία μεταξύ Πούτιν, Τραμπ κι Άσαντ για τον Συριακό πόλεμο.
Για το απάνθρωπο έγκλημα με τα τοξικά αέρια δημιουργήθηκε αμέσως το ερώτημα «ποιος να το προκάλεσε».
Από την μία έχουμε το καθεστώς του Άσαντ. Γι’ αυτήν την πλευρά τίθενται τα εξής υποερωτήματα. Για ποιο λόγο να κάνει ο Άσαντ αυτό το φρικιαστικό έγκλημα από τη στιγμή που είχε αρχίσει να εξουδετερώνει τους τζιχαντιστές με τη βοήθεια των Ρώσων, κι έχοντας ανακαταλάβει το μεγαλύτερο μέρος της χώρας του, αποκόπτοντας τους μυστικούς ανεφοδιασμούς των ισλαμοφασιστών από την Τουρκία και την CIA. Κι από την άλλη για ποιο λόγο να στρέψει την διεθνή κοινή γνώμη εναντίον του από τη στιγμή που είχε γίνει συμφωνία μεταξύ Η.Π.Α. και Ρωσίας για το πολιτικό του μέλλον (το οποίο θα κριθεί από τον συριακό λαό);
Από την άλλη έχουμε τους ισλαμοφασίστες. Για ποιο λόγο να επαναλάβουν το φρικιαστικό έγκλημα που έπραξαν τον Αύγουστο του 2013 στη Γούτα με τους εκατοντάδες νεκρούς, από τη στιγμή που τότε οι Η.Π.Α. δεν προέβησαν σε επίθεση (παρ’ όλο που η Χίλαρι Κλίντον πίεζε τον Μπαράκ Ομπάμα να διατάξει στρατιωτική επέμβαση ενάντια στον Άσαντ).
Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο περίπλοκη (ίσως και πιο ξεκάθαρη) μετά το πρωινό της Παρασκευής, όταν μάθαμε πως ο Ντόναλντ Τράμπ πάτησε τελικά το κουμπί, καταστρέφοντας την σημαντικότερη αεροπορική βάση του καθεστώτος Άσαντ, με 59 πυραύλους Τόμαχοκ.
Ποιος ο λόγος που οδήγησε την Αμερική σε ένα προσχεδιασμένο (όπως φαίνεται) χτύπημα, χωρίς να περιμένει την «ταυτοποίηση» των χημικών όπλων κι αποφεύγοντας με άγαρμπο τρόπο τα διπλωματικά προσχήματα;
Τα παραπάνω ερωτήματα βγάζουν το συμπέρασμα ότι η Συρία θα έχει την ίδια μοίρα που είχαν Ιράκ και Λιβύη κι ο Άσαντ πιθανότατα το ίδιο τέλος που είχαν ο Σαντάμ Χουσεΐν κι ο Καντάφι. Δημιουργούν όμως κι ένα νέο ερώτημα. Ως πότε θα παραπλανιόμαστε από την προπαγάνδα των ισχυρών κι μέχρι πότε θα μετράμε τα θύματα των ολιγαρχικών συμφερόντων;

Πρώτη δημοσίευση: aplotaria.gr

Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

O διάχυτος φασισμός



του Περικλή Κοροβέση

Κλείνουν πενήντα χρόνια από τότε που η Χρυσή Αυγή ήρθε στην εξουσία για εφτά χρόνια.
Η χούντα των συνταγματαρχών της 21ης Απριλίου του 1967 ήταν το μεγάλο τάγμα εφόδου που φώλιαζε στον Εθνικό Στρατό.
Ο εγχώριος ναζισμός της 4ης Αυγούστου του εθνοσωτήρα Ιωάννη Μεταξά δημιούργησε ένα βαθύ πολιτικό ρεύμα που κυριαρχεί ακόμα στην πολιτική σκηνή, με βασικό διαχειριστή τη Χ.Α. των 380.000 ψηφοφόρων.
Συνειδητά ή ασυνείδητα δέχονται να είναι μέλη, οπαδοί ή ψηφοφόροι μιας εγκληματικής οργάνωσης.
Ψυχροί εγκληματίες, συνεργάτες των ναζί κατακτητών, παρακρατικοί τραμπούκοι, με τις ευλογίες του κράτους και της επίσημης εκκλησίας, κυριάρχησαν περίπου για τέσσερις δεκαετίες.
Στη μεταπολίτευση, μετά τον διαχωρισμό Δεξιάς και Ακρας Δεξιάς, η πολιτική τους υπόσταση συρρικνώνεται, αλλά όχι οι ιδέες τους, που διαχέονται σε όλη την κοινωνία και σε όποιο κόμμα.
Φυσικά, υπήρχε και αντίσταση, αλλά νικήθηκε.
Από δικά μας «προσωπικά» γκάλοπ, τι δεν έχουμε ακούσει για τους Εβραίους, τους μουσουλμάνους, τους Γυφτοσκοπιανούς, τους καθολικούς, που είναι όλοι Ελληνες με διαφορετικές θρησκείες ή έχουν άλλη μητρική γλώσσα.
Ακόμα, για τις γυναίκες ή για τους ανθρώπους που έχουν τις δικές τους προσωπικές, σεξουαλικές προτιμήσεις...
Και να μη μιλήσουμε για το δράμα των πολιτικών προσφύγων που ξέφυγαν από έναν σίγουρο θάνατο για να έρθουν σε μια αβέβαιη ελπίδα.
Και αντί να τους συμπονέσουμε βρίσκουμε πάντα αυτούς τους ξένους πολλούς και τους θεωρούμε απειλή.
Αυτός είναι ο διάχυτος φασισμός που θεωρείται φυσιολογική συμπεριφορά, ακόμα και για οπαδούς και στελέχη δημοκρατικών κομμάτων.
Σε όλα αυτά πρέπει να προσθέσουμε και τα κυρίαρχα ΜΜΕ που είναι προσηλωμένα στο ασήμαντο. 
Αν μια γάτα στο Τορόντο ανέβει σε ένα δέντρο και δεν μπορεί να κατέβει, έρχονται πυροσβέστες-σταρ και την κατεβάζουν με ασφάλεια.
Και η εικόνα αυτή κάνει τον γύρο του κόσμου. Αντίθετα, είκοσι εκατομμύρια άνθρωποι κινδυνεύουν να πεθάνουν άμεσα από την πείνα και δεν υπάρχει κανένα πλάνο γι’ αυτούς.
Ή ακόμα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, αρμόδιος για την αντιμετώπιση των θανατηφόρων επιδημιών, κάτι που αφορά τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, έχει ετήσιο προϋπολογισμό κατώτερο από τις ημερήσιες στρατιωτικές δαπάνες παγκοσμίως.
Και γι’ αυτό τσιμουδιά. Το ασήμαντο του «Survivor» ή του «Μπρούσκου» και των άλλων συναφών θεαμάτων διαμορφώνει τη βάση του φασισμού μπλοκάροντας τη σκέψη των ανθρώπων, κάνοντάς τους λάτρεις του ασήμαντου.
Το ενσωματώνουν και περιμένουν τον μεσσία-φίρερ της όποιας μορφής σχηματίζοντας πλειοψηφίες. 
Η χώρα μας ποτέ δεν ήταν ανεξάρτητη.
Οι μεγάλες δυνάμεις ήθελαν να δημιουργήσουν «ένα ευρωπαϊκό Ισραήλ» (πριν από την ώρα του) στην καρδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την οποία επιδίωκαν να διαμελίσουν - στόχος που επετεύχθη σχεδόν έναν αιώνα αργότερα με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε η αυτοκρατορία έδωσε τη θέση της στο συρρικνωμένο εθνικό κράτος της Τουρκίας.
Η εξουσία του ελληνικού κράτους ήταν μια ηγεσία των ιθαγενών στην υπηρεσία των αποικιοκρατών (αν και είχαμε βασιλιάδες εισαγωγής). 
Και αυτό το βλέπουμε καθαρά σήμερα με τους εταίρους-αφέντες μας.
Μπορεί να γίνεται πολύς λόγος για τις γενναίες διαπραγματεύσεις μας, αλλά στο τέλος θα τα υπογράψουμε όλα. Και γι’ αυτό βάζω στοίχημα (αν και δεν παίζω ποτέ μου τυχερά παιχνίδια). Αλλά εδώ δεν είναι παιχνίδι της τύχης. Είναι μια βεβαιότητα που θα επαληθευτεί το επόμενο χρονικό διάστημα.
Στην περίπτωση που η κυβέρνηση εξακολουθεί κατά τα λεγόμενά της να βάζει «κόκκινες γραμμές» και τις τηρήσει, τότε κανονικά θα πρέπει να κηρυχθούν εκλογές και θα δούμε τον κ. Τσίπρα να κάνει παρέα με τον κ. Λεβέντη ή τον κ. Θεοδωράκη.
Η επιλογή της καρέκλας θα κυριαρχήσει. Το πολιτικό μας σύστημα είναι μια μηχανή σχεδιασμένη για να κάνει μια συγκεκριμένη και αποσαφηνισμένη δουλειά, άσχετα από το ποιος χειρίζεται τη μηχανή.
Αυτή η μηχανή παράγει φτώχεια και εξαθλίωση για την κοινωνία και περισσότερο πλούτο για τους πλούσιους. 
Και λειτουργεί το ίδιο με όλες τις κυβερνήσεις. Από τη μεταπολίτευση και μετά, πάνω-κάτω, τα ίδια γίνονται, με καλύτερες ή χειρότερες περιόδους.
Και ήρθαν τα μνημόνια για να δείξουν σε όλους ποια είναι αυτή η απαστράπτουσα μηχανή της εξουσίας και ποια οφέλη παρέχει στους υψηλόμισθους χειριστές της.
Σε όλα τα προβλήματα υπάρχει μια λύση. Και θα πρέπει να αναζητηθεί εκτός πολιτικού συστήματος.
Είναι η κοινωνία. Αλλά βρίσκεται εν υπνώσει. Ο,τι κινείται στην κοινωνία, όσο αξιόλογο κι αν είναι, δεν φτάνει στους ανθρώπους που έχουν επιλέξει να χάσουν τον εαυτό τους στα φτηνά και χυδαία προγράμματα της ΤV και να χουχουλιάζουν στην ασημαντοσύνη τους.
Γι’ αυτό μας χρειάζεται ένας νέος διαφωτισμός, που νομίζω είναι υπαρκτός, αλλά με μικρή απήχηση.
Και εδώ να ξαναθυμηθώ ένα σύνθημα: «Μόνο οι τρελοί είναι αυτοί που πιστεύουν πως μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Αλλά είναι οι μόνοι που το κάνουν».
Και να προσθέσω κι εγώ πως μόνο έτσι μπορούμε να προχωρήσουμε. Παίρνοντας σοβαρά ό,τι κινείται.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Δυο Κούροι του Εμπορειού και η Χια κόρη της Ακρόπολης κοσμούν τον πολιτισμό μας



Δύο αγάλματα Κούρων και ένα αντίγραφο αγάλματος της Χίας Κόρης που εκτίθεται στο Μουσείο της Ακρόπολης κοσμούν εδώ και λίγα εικοσιτετράωρα το Αρχαιολογικό Μουσείο Χίου. Εκτίθενται στο μόνιμο εκθεσιακό χώρο και αποτελούν δύο από τα σημαντικότερα εκθέματα του μουσείου. 
Σύμφωνα με τη διευθύντρια της Εφορείας Αρχαιοτήτων Χίου, Όλγα Βάσση, τα ανδρικά αγάλματα βρέθηκαν στο Ιερό του λιμανιού του Εμπορειού και ανήκουν στη χρονική περίοδο των μέσων του 6ου αιώνα π.Χ..
«Το Ιερό του λιμανιού έχει ανασκαφεί τη δεκαετία του 1950 από την ομάδα του Άγγλου αρχαιολόγου Bordman και είναι αφιερωμένο στον Απόλλωνα και την Αρτέμιδα», δηλώνει.
Οι Κούροι ανασκάφηκαν το 2004 από την αρχαιολόγο Κοκόνα Ρούμπου της τότε Κ’ Εφορείας Κλασσικών και Προϊστορικών Αρχαιοτήτων στο οικόπεδο Βασίλη. Ο ένας προέρχεται από εργαστήριο της Πάρου και ανήκει στην περίοδο του 560 π.Χ.. Ο δεύτερος έχει κατασκευασθεί από Χιακό εργαστήριο και κατατάσσεται στην περίοδο 575 έως 550 π.Χ.. Τα σημαντικά ευρήματα έχουν δημοσιευθεί σε ανακοίνωση του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου.
Από τότε παρέμειναν σε αποθήκη της Υπηρεσίας. Η Ολγ. Βάσση προσπάθησε επανειλημμένα να τα μεταφέρει στο χώρο των περιοδικών εκθέσεων για να τα θαυμάσει το κοινό, αλλά η προσπάθεια μόλις τελεσφόρησε.

Μεταφορά

Στο μόνιμο εκθεσιακό χώρο μεταφέρθηκαν από τους συντηρητές του Μουσείου Ακρόπολης Γιώργο Χατζελένη και Δημήτρη Κιλκή.
«Η συμβολή του Μουσείου Ακρόπολης ήταν πολύ σημαντική. Ο διευθυντής του Δημ. Παντρεμαλής μας διευκόλυνε άμεσα. Οι συντηρητές τα μετέφεραν στη θέση που εκτίθενται με τη συνεργασία υπαλλήλων μας. Το πρόβλημα της στήριξης λύθηκε με την τεχνολογία του Μουσείου Ακρόπολης. Τα τμήματα που λείπουν συμπληρώθηκαν με βιδωτούς ανοξείδωτους ράβδους χάλυβα», συμπληρώνει.
Η περιοδική έκθεση δεν υλοποιήθηκε, γι’ αυτό το καλοκαίρι του 2016 τους κατέβασαν στο μόνιμο εκθεσιακό χώρο. Όταν πραγματοποιηθεί η περιοδική έκθεση θα μεταφερθούν μόνιμα πια στο τμήμα όπου εκτίθενται τα ευρήματα του Εμπορειού, για να βλέπουν οι επισκέπτες τη συνολική εικόνα των ανασκαφών και των ευρημάτων της περιοχής.

Χία Κόρη

Το εξαιρετικής τεχνοτροπίας και εμφάνισης αντίγραφο του αγάλματος της Χίας κόρης δωρίθηκε από Χιώτισσα των Αθηνών η οποία επιθυμεί να μη γνωστοποιηθεί το όνομα της. Έχει τοποθετηθεί στο χώρο υποδοχής του μουσείου από το τέλος του 2016 και μαγνητίζει τα βλέμματα με την τεχνική αρτιότητα και τα χρώματα του.
«Αποτελεί ένα από τα αναθήματα του Παρθενώνα στον ιερό βράχο και ονομάζεται Χία Κόρη γιατί έχει κατασκευαστεί από Χιώτικο εργαστήριο».
Η ίδια χορηγός δώρισε στο Μουσείο αντίγραφα μίας κεφαλής Μ. Αλεξάνδρου και ένα άγαλμα της Θεάς Αθηνάς.

Πηγή: Πολίτης

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Το Κρύο της Τραπεζούντας


Απ' ότι φαίνεται, για μία ακόμη χρονιά η Τουρκία έχει την τιμητική της στις σκοτεινές αίθουσες. Ο τουρκικός κινηματογράφος μου χει δώσει την εντύπωση πως τα τελευταία χρόνια έχει μπει σε μία εσωστρεφής αναζήτηση κάτι το οποίο έχει ως αποτέλεσμα να μας προσφέρει υπέροχα διαμάντια. Κάποια απ' αυτά έχουν πολιτική σκοπιά όπως οι Υποψίες και κάποια άλλα είναι καθαρά ανθρωποκεντρικά, με αποκορύφωμα την Χειμερία Νάρκη. Το Κρύο της Τραπεζούντας φέρνει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με την επιβίωση και την εσωτερική του αναζήτηση, η οποία γίνεται ακόμη πιο αισθητή καθώς η οικογένεια (κυρίως ο πατέρας), βρίσκονται απομονωμένοι στην άγρια φύση της Τραπεζούντας.
Η ιστορία αναφέρεται σε έναν πάμπτωχο και χρεωμένο Τούρκο, ο οποίος ζει με την οικογένειά του σε ένα χαμόσπιτο στις πλαγιές των βουνών της Τραπεζούντας. Για να καλύψει τις οικονομικές του ανάγκες, αναζητάει φλέβες χρυσού στα βραχώδεις τοπία της περιοχής του. Η έλευση όμως του χιονιά θα τον εμποδίσει, αναγκάζοντάς τον να γυρίσει ξανά στο σπίτι. Εκεί είναι που αποφασίζει να ρισκάρει παίρνοντας μέρος σε μία τοπική ταυρομαχία, αγνοώντας τα παράπονα της γυναίκας του. Η ζωή όμως δεν τα φέρνει όλα όπως τα θέλουμε κι ονειρευόμαστε να 'ρθουν.


Καταρχήν η ταινία είναι από μόνη της ένα σπάνιο έργο ανθρωπολογικής αξίας. Μας παρουσιάζει την άγνωστη πλευρά των γειτόνων μας, η οποία έχει ξεμείνει δεκαετίες πίσω. Ο τρόπος ζωής των ανθρώπων της τουρκικής υπαίθρου, οι οποίοι εξακολουθούν να κοιμούνται μαζί με τα ζώα, θυμίζει αρκετά την Ελλάδα στις αρχές του περασμένου αιώνα.
Έπειτα παρατηρούμε την έντονη ανισότητα που υπάρχει μεταξύ των κοινωνικών τάξεων της Τουρκίας. Σου δίνει την εντύπωση πως στην αχανής γειτονική μας χώρα, κάποιους ανθρώπους τους έχει ξεχάσει ο θεός (ως θεό εννοώ το χρήμα). Την ίδια αίσθηση έχουν και οι ήρωες της ιστορίας, οι οποίοι θεωρούν το χρήμα ως θείο δώρο κι έτσι το αναζητούν στην τύχη, είτε ψάχνοντας για φλέβα χρυσού είτε σε ταυρομαχίες.
Πέρα από τις καλές ερμηνείες των ηθοποιών, σπουδαίο ρόλο στην ταινία παίζει η φύση. Μέσα από τις καταπληκτικές φωτογραφίες του Σεβαΐρ Σαχίν και Κιουρσάτ Ουρεζίν, παρατηρούμε όλες τις όψεις της μητέρας γης. Στοργική και φιλεύσπλαχνη κι άλλες φορές μυστήρια και τιμωρός στις επιπολαιότητες του ανθρώπου. Τα τοπία είναι εκπληκτικά όπως και οι γωνίες λήψεις που έχουν επιλεχθεί σε διάφορα πλάνα. Αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν η χορογραφία των σύννεφων πάνω στις κορυφογραμμές του Πόντου. Μυσταγωγικά είναι τα πλάνα και στους εσωτερικούς χώρους όπως οι σκηνές που ο πρωταγωνιστής βρίσκεται μέσα στις σπηλιές ή οι οικογενειακές μαζώξεις γύρω από την οικιακή φωτιά.
Σκηνοθετικά ο Μουσταφά Καρά δείχνει φανερά την επιρροή του από έργα του Αντρέι Ταρκόφσκι (συγκεκριμένα τον Καθρέφτη).  Παρ' όλα αυτά καταφέρνει να περάσει με μινιμαλιστική γραφή την αγωνία ενός οικογενειάρχη που νιώθει αδύναμος να φροντίσει την οικογένειά του. Με σκηνές που επικρατεί μία επιβλητική σιωπή, ο δημιουργός προσπαθεί να μας ερμηνεύσει τον μοναχικό αγώνα που δίνει ο καθένας μας καθημερινά.
Όμως η ταινία θύμιζε και σε κάτι άλλο την τουρκική κοινωνία. Ήταν ένα έργο δύο ταχυτήτων, με την ταινία χωρίζεται σε εκπληκτικές σκηνές με ποιητική αύρα κι όμορφους διαλόγους και σε αργά πλάνα τα οποία δεν είχαν τόσο μεγάλη ουσία και πολλές φορές κούραζαν.


Αυτό όμως που θα μου μείνει αξέχαστο, είναι η εξιστόρηση της γιαγιάς προς τον μεγάλο της εγγονό, που ξεκίνησε όταν εκείνος της είπε πως θα πάει να μαζέψει σαλιγκάρια. Τον συμβουλεύει να πάει στο ερειπωμένο μοναστήρι διότι εκεί θα βρει πολλά. Η λέξη μοναστήρι όμως θα σταθεί η αφορμή να μνημονεύσει τα παλιά χρόνια όπου Έλληνες και Τούρκοι ζούσαν αρμονικά σε 'κείνον τον τόπο. Ο διωγμός τους, άφησε πίσω έρημη γη, η οποία στοιχειώθηκε από ξωτικά κι ερινύες. Όταν ο μικρός ρώτησε τη γιαγιά του αν νίκησαν οι Τούρκοι στον πόλεμο (μιας κι οι Έλληνες εκδιώχθηκαν από εκεί), η γιαγιά δίνει την πιο αποστομωτική απάντηση "Έτσι νομίζω...". Ένα ισχυρό χαστούκι απέναντι στον παραλογισμό του πολέμου, των σφαγών και των διώξεων. Με δύο λέξεις κατάφερε να μπει αυτή η γυναίκα στην καρδιά μου.
Το Κρύο της Τραπεζούντας είναι μία ακόμη ποιητική κι ανθρώπινη ταινία από την Τουρκία αλλά πολύ φοβάμαι πως είναι απρόσιτη στο ευρύ κοινό.

Βαθμολογία: 7/10

Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Η σημασία της αυτοπυρπόλησης



Η αυτοπυρπόληση είναι μία μορφή αυτοκτονίας που παίρνει τον χαρακτήρα αυτοθυσίας με ιστορικό, πολιτικό και πολιτιστικό περιεχόμενο. Η πρόσφατη αυτοπυρπόληση του Σύριου πρόσφυγα στην ΒΙΑΛ, δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί λιγότερο από μία αυτοθυσία όχι για τα δικά του δικαιώματα, αλλά των συνανθρώπων του που βρίσκονται στην ίδια μοίρα μ’ αυτόν. Το γεγονός αυτό συγκλόνισε αρκετό κόσμο. Όμως πολύ φοβάμαι πως σύντομα θα ξεχαστεί, διότι το προσφυγικό δράμα θα επιφέρει κι άλλα θύματα.
Ωστόσο το γεγονός αυτό στάθηκε αφορμή σε μερικούς συμπατριώτες μας να εκφράσουν για μία ακόμη φορά μικροψυχία απέναντι στο δράμα των συνανθρώπων μας. Είναι όμως άκρως αντιφατικό από την μια να συγκινούμαστε με αντίστοιχες περιπτώσεις του παρελθόντος κι από την άλλη να επικαλούμαστε την αυτοπυρπόληση ως ένδειξη βαρβαρότητας των ξένων που ήρθαν να καταπατήσουν τη χώρα μας.
Θα ήθελα από την μεριά μου να υπενθυμίσω κάποιες θυσίες που εξακολουθούν να μας συγκινούν, με απώτερο σκοπό να τις συσχετίσω με το πρόσφατο συμβάν. Ίσως έτσι καταφέρω να εξηγήσω σε κάποιους πως η επιλεκτική συγκίνηση φανερώνει έλλειψη ειλικρίνειας και σεβασμού.
Η πιο γνωστή παγκοσμίως αυτοπυρπόληση ήταν του βιετναμέζου βουδιστή μοναχού, ονόματι Τιτς Κουανγκ Ντουκ, ο οποίος την 11η Ιουνίου του 1963, θυσιάστηκε για να διαμαρτυρηθεί ενάντια στην πολιτική της κυβέρνησης του Νότιου Βιετνάμ, το οποίο υποστηριζόταν από τις Η.Π.Α. Η πράξη αυτή ανάγκασε τον πρόεδρο Κένεντι να αναθεωρήσει την στάση της Αμερικής απέναντι στο Βιετνάμ, ενώ παράλληλα προκάλεσε έντονες διαδηλώσεις στην Σαϊγκόν.
Και στην δικιά μας ιστορία μνημονεύουμε αντίστοιχες περιπτώσεις με σημαντικότερη την αυτοπυρπόληση ενός Έλληνας φοιτητή στην Γένοβα τον Σεπτέμβριο του 1970, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την χούντα. Λίγο πριν ξεψυχήσει φώναξε «Το έκανα χάρη της Ελλάδος, ζήτω η δημοκρατία, όλοι οι Ιταλοί ας αναφωνήσουν Ζήτω η Ελεύθερη Ελλάδα». Το γεγονός αυτό αποσιωπήθηκε στην Ελλάδα αλλά προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην υπόλοιπη Ευρώπη. Οι Ιταλοί τον τίμησαν με μία αναθηματική πλάκα στην πλατεία Ματτεότι στην Γένοβα. Το όνομά του, Κώστας Γεωργάκης.
Όσον αφορά τον Σύριο πρόσφυγα, οι λόγοι που τον οδήγησαν στην αυτοπυρπόληση, είναι οι ίδιοι για τους οποίους καλέσαμε τον κόσμο στις 18 Μαρτίου να διαδηλώσει ενάντια της συμφωνίας της Ε.Ε. με την Τουρκία. Η θυσία του νεαρού πρόσφυγα ήταν μία κραυγή απόγνωσης στην άδικη κι απάνθρωπη πολιτική που ασκείται απέναντι στο προσφυγικό ζήτημα. Ήταν μία απεγνωσμένη απόδραση από τα νησιά-φυλακές μας. Το όνομά του είναι Amer Mohamed Ali, ετών 28…

Πρώτη δημοσίευση: aplotaria.gr

Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Η Βαρκελώνη στρέφεται σε κοινωνικό νόμισμα



της Χριστίνας Πάντζου

(...και οι τράπεζες δεν χαίρονται καθόλου γι’ αυτό)

Ο Δήμος της Βαρκελώνης σχεδιάζει ένα τοπικό κοινωνικό νόμισμα για να ευνοήσει και διευκολύνει το «εμπόριο της εγγύτητας», δηλαδή την οικονομία της πόλης και την κοινωνική της διάσταση. Στόχος είναι να αποτελέσει εργαλείο προώθησης του τοπικού εμπορίου, αποτρέποντας να δαπανάται το χρήμα εκτός του δήμου, και συγχρόνως να λειτουργήσει ως κίνητρο ανάπτυξης της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας.
Το νόμισμα θα κυκλοφορήσει αφού πρώτα υπάρξει μια εξάμηνη διαδικασία ενημέρωσης και εκπαίδευσης των δημοτών. Οπως εξηγεί ο επικεφαλής των υπηρεσιών Εμπορίου, Κατανάλωσης και Αγορών του Δήμου Βαρκελώνης, Μιγέλ Ορτέγα, «θα υπάρξει αυτή η παιδαγωγική διαδικασία για να δούμε με ποιον τρόπο θα εφαρμόσουμε το τοπικό νόμισμα, να παραθέσουμε και εξηγήσουμε θετικές εμπειρίες και πώς εφαρμόστηκαν, δημιουργώντας παράλληλα το κατάλληλο πλαίσιο για να μπορέσει να λειτουργήσει αποτελεσματικά αυτό το νόμισμα».
Η λογική του δήμου είναι πως οποιαδήποτε πρωτοβουλία κοινωνικής οικονομίας χρειάζεται μια διττή προϋπόθεση για να είναι αποτελεσματική: η κοινωνία πρέπει να την υιοθετήσει και η τοπική αυτοδιοίκηση να τη στηρίξει.
Θα ξεκινήσει φέτος σε τρεις κοινότητες με στόχο η πιλοτική λειτουργία του να καταδείξει τις αλλαγές και προσαρμογές που απαιτούνται, ώστε το 2019 το νόμισμα να έχει υιοθετηθεί από ολόκληρο τον δήμο. Χρήσιμη θα είναι και η εμπειρία της Σάντα Κολόμα, του πρώτου δήμου της Καταλονίας που καθιέρωε τοπικό νόμισμα: κυκλοφορεί από φέτος τον Ιανουάριο και ήδη χρησιμοποιείται σε 108 επιχειρήσεις.
Πρόκειται για ένα ψηφιακό νόμισμα που χρησιμοποιείται μέσω κινητών, τάμπλετ και υπολογιστών, ενώ ο δήμος είναι υπεύθυνος για να εξασφαλίζει την ισοδυναμία του με το ευρώ.
Οι δημοτικές αρχές θα το χρησιμοποιούν στη μισθοδοσία όσων υπαλλήλων συμφωνήσουν να πληρώνονται μέσω αυτού, αλλά και στις επιδοτήσεις, τα τοπικά δάνεια, τις προμήθειες και άλλες συναλλαγές τους, ενώ το νόμισμα θα μπορεί να δαπανηθεί στο δίκτυο των εμπορικών επιχειρήσεων και υπηρεσιών που θα έχουν ενταχθεί στο σύστημα.
Οι δημοτικές συναλλαγές και πληρωμές θα αποτελέσουν τον βασικό πυρήνα για την αρχική κυκλοφορία του νομίσματος, αλλά η επιτυχία του θα εξαρτηθεί από εάν θα υπάρξει μια «κρίσιμη μάζα» καταστημάτων, επιχειρήσεων και πολιτών πρόθυμων να το χρησιμοποιήσουν.
Εχει ενδιαφέρον, όπως σημείωνε η «El Pais», πως οι τραπεζικές αρχές φοβούμενες τις απώλειες που θα σημάνει για τα κέρδη τους το κοινωνικό νόμισμα, μόλις η Αντα Κολάου ανακοίνωσε το σχέδιο, δήλωσαν πως «δεν είναι μόνο ανέφικτο αλλά και ανεπιθύμητο». Ωστόσο, αυτή η εκτίμηση διαψεύδεται από την υπάρχουσα εμπειρία.
Ο δήμος της Βαρκελώνης συνεργάστηκε στενά κατά τον σχεδιασμό αυτού του νομίσματος με τον βρετανικό δήμο του Μπρίστολ, όπου από το 2012 κυκλοφορεί το Bristol Pound: χρησιμοποιείται ήδη από 600 επιχειρήσεις, οι οποίες ανάμεσα στα άλλα πληρώνουν μέρος του μισθού των υπαλλήλων τους με αυτό.
Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι επίσης η εμπειρία της Σαρδηνίας, όπου έξι δήμοι, για να αντιμετωπίσουν την κρίση, καθιέρωσαν το Sardex, ένα νόμισμα που πλέον μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ολόκληρο το νησί και επιτρέπει ανάμεσα στα πολλά άλλα και την πρόσβαση σε φτηνά δάνεια. Η γαλλική Νάντη έχει επίσης καθιερώσει ένα ψηφιακό νόμισμα που επιτρέπει στους δημότες να πληρώνουν από φόρους ώς και το ενοίκιο των κατοικιών τους.
Και άλλωστε ένα τοπικό κοινωνικό νόμισμα δεν φαντάζει τόσο απίθανο όσο προπαγανδίζουν οι τραπεζίτες, αν λάβει κανείς υπόψη πως το σχέδιο της Βαρκελώνης εντάσσεται στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα «Urban Innovative Action», το οποίο και χρηματοδοτεί την πιλοτική εφαρμογή του.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Είναι η Χρυσή Αυγή, προσωπική υπόθεση όλων μας;



Είναι η Χρυσή Αυγή, προσωπική υπόθεση όλων μας;
Η Ελληνογαλλίδα δημιουργός Ανζελίκ Κουρούνη, μας απαντάει καταφατικά, αποκαλύπτοντας μέσα από το συγκλονιστικό της ντοκιμαντέρ τον φασισμό της διπλανής πόρτας αλλά και τον φασισμό που κρύβουμε μέσα μας.
Ως ανταποκρίτρια γαλλόφωνου Μ.Μ.Ε. στην Ελλάδα, ασχολήθηκε με την νεοναζιστική οργάνωση όταν είχε ακόμη χαμηλά ποσοστά. Με έξυπνο τρόπο κέρδισε την εμπιστοσύνη των μελών της Χρυσής Αυγής, κάτι που την βοήθησε να εισχωρήσει στα ενδότερα της οργάνωσης. Με μία κάμερα στο χέρι κατέγραψε όλες τις εξελίξεις των τελευταίων χρόνων, τόσο τις δημόσιες (όπως για παράδειγμα εκδηλώσεις, ομιλίες κ.α.) όσο και τις παρασκηνιακές. Το εκτενές υλικό που συγκέντρωσε για να γυρίσει το ντοκιμαντέρ, προέρχεται από μία πενταετή έρευνα.
Ωστόσο η δημιουργός δεν επικεντρώθηκε στον φανερό φασισμό (τραμπουκισμοί, ξυρισμένα κεφάλια, μαύρες μπλούζες, άρβυλα κι όπλα) αλλά στον αφανή φασισμός, ο οποίος είναι πιο ύπουλος κι επικίνδυνος. Εστιάζει κυρίως στις συντηρητικές (κι ενίοτε φασίζουσες) αντιλήψεις της ελληνικής κοινωνίας αλλά και στη ρατσιστική ιδεολογία την οποία διατηρούμε εδώ και δεκαετίες.
Επίσης η ταινία ξεσκεπάζει τις σχέσεις «συγκοινωνούντων δοχείων» της Χρυσής Αυγής με την αστυνομία, την εκκλησία αλλά και την κυβέρνηση της περιόδου 2012-15. Παράλληλα όμως παρουσιάζει και την αντίπερα όχθη της εκκλησίας, η οποία καταδικάζει τις ρητορικές μίσους και τις επιθέσεις κατά των μειονοτήτων.
Η οικονομική κρίση στάθηκε η αφορμή να ξεπεταχτεί ο φασισμός από την ελληνική κοινωνία, ο οποίος βρήκε πρόσφορο έδαφος μέσω του πολιτικού συστήματος, των εγχώριων Μ.Μ.Ε. κι ενός μέρος της εκκλησίας.
Το κατηγορώ όμως της δημιουργού δεν απευθύνεται μόνο στους νεοναζί και στους υποστηρικτές τους (κανάλια, κόμματα κτλ) αλλά και στην ελληνική κοινωνία, η οποία μέχρι σήμερα δεν έχει αντιδράσει στην εδραίωση του φασισμού.
Η ταινία λειτουργεί ως ένα κάτοπτρο με το οποίο κάνει τον κάθε θεατή να ‘ρθει αντιμέτωπος με τον φασισμό που κρύβει μέσα του αλλά και με την ευθυνόφοβη στάση του απέναντι στην επικίνδυνη επέλαση ενός σκοταδιστικού κινήματος.


Την Τρίτη 4 Απριλίου στις 21:15 στο Αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου Αιγαίου θα προβληθεί η ταινία της Angélique Kourounis «Χρυσή Αυγή: Προσωπική Υπόθεση».
Την προβολή της ταινίας, που διοργανώνουν η Επιτροπή Αλληλεγγύης στους Πρόσφυγες Χίου «ΛΑΘΡΑ;» και η νεοσυσταθείσα Κινηματογραφική Ομάδα του Πανεπιστημίου Αιγαίου «Cine Aegean», θα ακολουθήσει συζήτηση.

Πρώτη δημοσίευση: aplotaria.gr

Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Αριστουργήματα του παρελθόντος: La Antena (2007)


Πρώτη φορά που άκουσα γι' αυτήν την ταινία ήταν πριν από σχεδόν δέκα χρόνια, όταν διαφημιζόταν ως μία από τις πιο σουρεαλιστικές ποιητικές ταινίες εκείνης της δεκαετίας. Μάλιστα προκαλούσε εντύπωση η βουβή της σκηνοθεσία (δεν είχε γίνει ακόμη της μόδας με το The Artist). Αν και μου τράβηξε την προσοχή, δεν την απόλαυσα. Το παράπτωμά μου αυτό με στοίχειωνε για χρόνια, κι αυτό συνέβαινε διότι κάθε φορά που πήγαινα στον κινηματογράφο Μικρόκοσμο, έβλεπα την τεράστια αφίσα της δίπλα στο ταμείο. Υπήρξαν αρκετές φορές που ρωτούσα τον ιδιοκτήτη του κινηματογράφου αν άξιζε αυτό το έργο. Πάντα με τον ίδιο ενθουσιασμό μου απαντούσε πως την θεωρεί ως μία από τις κορυφαίες ταινίες που έχει προβάλλει στο χώρο του. Οπότε, μετά από αρκετά χρόνια, αποφάσισα να καλύψω ένα ακόμη κινηματογραφικό μου κενό. 
Η ιστορία μας γυρνάει σε έναν απροσδιόριστο παρελθοντικό χρόνο, όπου μία πόλη έχει χάσει την φωνή της. Οι άνθρωποι ζουν και κινούνται βουβά με την μοναδική τους επικοινωνία να γίνεται με τις λέξεις (όπως αναφέρει ορθά ο πατέρας του πρωταγωνιστή "μπορεί να χάσαμε τη φωνή μας αλλά μας σώζουν οι λέξεις"). Η πόλη αυτή ελέγχεται από τον πανίσχυρο κ.Τηλεόραση (Mr.TV), ο οποίος αποχαυνώνει καθημερινά τους κατοίκους με τηλεοπτικά σκουπίδια. Αυτό όμως που τους μαγεύει είναι η Φωνή. Η Φωνή είναι μία τραγουδίστρια, η οποία έχει διατηρήσει το χάρισμα της ομιλίας με αντάλλαγμα να κρύβει το πρόσωπό της και να τραγουδά για τους θεατές. Παράλληλα η Φωνή είναι μητέρα ενός μικρού παιδιού, το οποίο δεν έχει μάτια. Προσπαθώντας να πείσει τον κ.Τηλεόραση να την βοηθήσει το θέμα του παιδιού της, εκείνος θα την παγιδεύσει, με απώτερο σκοπό να την χρησιμοποιήσει για να κλέψει μέσω μίας Κεραίας, τις συνειδήσεις των πολιτών, για να μπορέσει να σταθεροποιήσει περισσότερο την κυριαρχία του στην πόλη. Τα πλάνα του όμως γίνονται γνωστά από έναν επισκευαστή τηλεοράσεων και την κόρη του, ο οποίοι θα προσπαθήσουν όχι μόνο να αποτρέψουν τα σχέδια αλλά να επιστρέψουν και τη φωνή των κατοίκων.


Θα μπορούσε να χαρακρηριστεί ως ένα εκπληκτικό παραμύθι της σύγχρονης εποχής, κάτι που πετυχαίνει από τα πρώτα λεπτά, με ένα μαγευτικό πλάνο όπου κάποια δάχτυλα "παίζουν" πιάνο πάνω στα πλήκτρα μιας γραφομηχανής, καθώς μας εξηγεί με υπέροχο τρόπο την βουβή μοίρα της πόλης. Η εκτίμησή μου για την ταινία γίνεται μεγαλύτερη καθώς εξελίσσεται στην οθόνη ένα εκπληκτικό χορογραφικό παιχνίδι εικόνων και λέξεων. Με έναν υπέροχο τρόπο, ο σκηνοθέτης Esteban Sapir ενσωματώνει τις λέξεις μέσα στις μορφές και στα πλάνα. Είναι η πρώτη φορά που βλέπω τόσο όμορφους υπότιτλους σε ταινία. Η επιτυχία της συγκεκριμένης πρωτοτυπίας φαίνεται και στην δυσκολία που ο καθένας προσπαθεί να περιγράψει το παραπάνω χαρακτηριστικό.
Σεναριακά η ταινία πατάει στο παραμύθι που ανέφερα. Η ουσία του όμως κρύβεται αλλού. Είναι η ποίηση που είναι κομμάτι της καθημερινότητάς μας αλλά κανείς δε μπορεί να το αντιληφθεί. Είναι η φαντασία, η οποία μπορεί να σώσει τελικά τον κόσμο. Είναι η σύγχρονη μορφή του φασισμού, η οποία εκδηλώνεται μέσα από τους τηλεοπτικούς μας δέκτες (εκπληκτική η εμφάνιση της σβάστικας όταν ο κ.Τηλεόρασης αποφασίζει να κλέψει τις συνειδήσεις των πολιτών, αντιθέτως άκυρο το αστέρι του Δαβίδ σε μία άλλη σκηνή). Είναι ο έρωτας που πάντα παραμονεύει μέσα μας, έτοιμος να εκδηλωθεί ακόμη και στις πιο δύσκολες καταστάσεις. Είναι η πολυπόθητη κραυγή που περιμένουμε χρόνια τώρα να ακουστεί. 
Παράλληλα η ταινία γίνεται ένας εξαιρετικός φόρος τιμής στα μεγαθήρια του βωβού κινηματογράφου όπως ο Ζωρζ Μελιές (Ταξίδι στη Σελήνη), Φρίντριχ Βίλχελμ Μούρναου (Νοσφεράτου), Τζίγκα Βερτόφ (Kino-eye) και Φριτς Λανγκ (Μετρόπολις). Σε παρένθεση οι ταινίες που θυμήθηκα βλέποντας την Κεραία. Επίσης η ατμόσφαιρα της ταινίας ήταν ένα πάντρεμα γερμανικού εξπρεσιονισμού με τα αγαπημένα μας φιλμ νουάρ.  
Σκηνοθετικά η ταινία είναι πρωτότυπη σε σκηνικά και κοστούμια ενώ τα ειδικά εφέ κεντούν την ποιητική διάθεση στα κινηματογραφικά καρέ, προσφέροντάς μας ένα πρωτόγνωρο έργο. 


Η Κεραία είναι ένα πανέξυπνο κατηγορώ απέναντι στην αποχαύνωση της σύγχρονης κοινωνίας αλλά και στην έλευση του νεοφασισμού. Παράλληλα δίνει μία ποιητική ώθηση στην επαναστατική μας φύση, η οποία έχει πέσει σε χειμερία νάρκη εξαιτίας της υλιστικής μας υποδούλωσης. 
Όσο για την ποίηση που ξεχειλίζει, η ταινία με άφησε το ίδιο άφωνο με τους κατοίκους της πόλης.
Δύσκολη ταινία αλλά αξίζει να την αναζητήσετε.

Βαθμολογία: 9/10