Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

Το σόφισμα του «χρυσού μέσου όρου» ως η θεωρία των δύο άκρων



της Φιλίας Γεωργούδη

Το Σεπτέμβριο του 2012 ο Στέφανος Κασιμάτης της «Καθημερινής» έγραψε ένα άρθρο με τίτλο «Η ευκαιρία της Χρυσής Αυγής για δημοκρατία»[1]. Στο άρθρο αυτό, ούτε λίγο ούτε πολύ, ευγνωμονούσε τη Χρυσή Αυγή που ήρθε ως ευκαιρία για να αναμετρηθεί, επιτέλους, η νομιμότητα «με την οιονεί νομιμοποιημένη βία της Αριστεράς: αυτό το καρκίνωμα της Μεταπολίτευσης, που όλοι το φοβούνται και κανείς δεν το αγγίζει· αυτό που σήμερα αποτελεί το βασικό εμπόδιο στη μετάβαση της χώρας από την εποχή των σοβιέτ με αστακομακαρονάδα (ελληνικό μοντέλο του σοσιαλισμού…) στη σύγχρονη πραγματικότητα».
Στην ουσία ο Στέφανος Κασιμάτης δεν είπε κάτι καινούριο: απλά συνέχισε να αναπαράγει το αφήγημα της θεωρίας των δύο άκρων, το οποίο άρχισε να χρησιμοποιείται ευρέως στην Ελλάδα από την υπογραφή του πρώτου μνημονίου το 2010 και με αιτία την αυξημένη μαχητικότητα των συγκεντρώσεων εναντίον της λιτότητας. Ήταν μια προσπάθεια των δυνάμεων του δικομματισμού να ενοχοποιήσουν την άνοδο της Αριστεράς, εξομοιώνοντάς την με την ταυτόχρονη (ολοένα αυξανόμενη) ενίσχυση της Χρυσής Αυγής.
Η αναζήτηση ή πολύ περισσότερο η υιοθέτηση ενός αφηγήματος δεν είναι κάτι κακό. Τουναντίον, στην πολιτική η ύπαρξή του λειτουργεί ως πυρήνας συγκρότησης πολιτικής ταυτότητας, αλλά και ως μέσο συσπείρωσης. Παράλληλα, σε περιόδους μεγάλης πόλωσης -όπως στις περιόδους οικονομικής κρίσης- το πολιτικό αφήγημα λειτουργεί ακόμα περισσότερο ως προμετωπίδα του εκάστοτε πολιτικού χώρου, διαμορφώνοντας τον κεντρικό άξονα γύρω από τον οποίο κινείται σημειολογικά, πολιτικά και στρατηγικά.
Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, δε γίνεται λόγος για ένα αφήγημα ταυτοτικό. Δεν πρόκειται για την υιοθέτηση μιας αυτοπροσδιοριζόμενης πολιτικής εικόνας και ατζέντας που συνοδεύεται με ένα ταυτόχρονο όραμα, αλλά για ένα ετεροκαθοριζόμενο οικοδόμημα. Η υιοθέτηση και ο κανιβαλισμός της θεωρίας των δύο άκρων από τις δυνάμεις του κεντρώου, του κεντροφιλελεύθερου και του μέινστριμ δεξιού χώρου, εξυπηρετεί τη δαιμονοποίηση, την «απαγόρευση» στροφής στην Αριστερά κι άρα τον πολιτικό εγκλωβισμό σε «επιτρεπτά» και γνώριμα κομματικά σχήματα.
Έτσι, η Αριστερά εξομοιώνεται με την άκρα δεξιά (πέραν του ότι κόμματα της Αριστεράς τοποθετούνται εξ ορισμού στο άκρο) μέχρι και σήμερα. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το αφήγημά τους ελλοχεύουν επικίνδυνοι και άκυροι, βέβαια, επαγωγικοί συλλογισμοί:
1. Η ελληνική αριστερά ταυτίζεται με τα καθεστώτα του πρώην ανατολικού μπλοκ «τα οποία είναι ίδια με τη ναζιστική Γερμανία».
2.Προσφάτως, η ελληνική αριστερά ταυτίστηκε με την κυβέρνηση της Βενεζουέλας (που αποτελεί και την πιο πρόσφατη προσπάθεια εξομοίωσης των δύο χώρων – μιας και η κυβέρνηση εκεί φέρεται αυταρχικά, φασιστικά – άρα και επαλήθευσης της θεωρίας των δύο άκρων).
3.Όπως προαναφέρθηκε, έχουν γίνει αρκετές φορές προσπάθειες σύνδεσης της Αριστεράς απ’ ευθείας με τη Χρυσή Αυγή από τις δυνάμεις που την αντιμάχονται. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί το πρόσφατο περιστατικό στο Ελληνικό Κοινοβούλιο κατά την κοινή συνεδρίαση Επιτροπών για το πολυνομοσχέδιο. Βουλευτής της Χρυσής Αυγής χειροδίκησε εναντίον βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας και γι’ αυτό κατηγορήθηκε ως υπεύθυνη η Αριστερά. Όχι μόνο υπονοήθηκε λοιπόν, αλλά ειπώθηκε ξεκάθαρα πως η Χρυσή Αυγή βρισκόταν σε διατεταγμένη υπηρεσία υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ, προκειμένου να αποπροσανατολίσει τον κόσμο από τα προς ψήφιση μέτρα.
Η θεωρία των δύο άκρων είναι μια τεμπέλικη, αλλά «τεμπέλικα αποτελεσματική» μέθοδος εξίσωσης δύο φύσει και θέσει αντίθετων ιδεολογιών. Και είναι τεμπέλικη διότι στην προσπάθειά της να εξομοιώσει δύο αντιδιαμετρικές ιδεολογίες, δε λαμβάνει υπόψη τα συγκροτητικά στοιχεία των υποστηρικτών τους, παρά παρουσιάζει τις θεωρίες in situ. Επιπλέον, ενέχει τόσο έντονα το στοιχείο της προκατάληψης, που κάνει τους πρεσβευτές της να αγνοούν τα γεγονότα. Για παράδειγμα, δεν υπήρξε στέλεχος της Αριστεράς που να αρνήθηκε να «δώσει τον Μεταξά στη Χρυσή Αυγή»[2]. Ούτε υπήρξε ποτέ στέλεχος της Αριστεράς που διετέλεσε στέλεχος ή ιδρυτικό μέλος της ΕΠΕΝ του Παπαδόπουλου[3]. Δεν είδαμε ποτέ αφιέρωση του Παττακού σε στέλεχος της Αριστεράς[4]. Και τέλος, δεν είδαμε δολοφόνους[5].
Είναι «τεμπέλικα αποτελεσματική» επειδή είναι επικίνδυνα υπεραπλουστευμένη κι εύπεπτη. Είναι μια θεωρία που συμπυκνώνεται σε μια πρόταση- τσιτάτο, χωρίς να κουράζει ιδιαίτερα το μυαλό. Βέβαια, εφόσον δεν έχει έρεισμα, δεν είναι ικανή να πείσει για πολύ (ή/και να πείσει πολλούς), ειδικά αν ληφθούν υπόψη και τα παραδείγματα που αναφέρθηκαν λίγο παραπάνω.
Γενικά, η θεωρία αυτή αποτελεί ένα αφήγημα της φιλελεύθερης παγκόσμιας πολιτικής σκηνής, αυτού που κάποιοι αποκαλούν «ελιτίστικο αστισμό»[6]. Ούτως ή άλλως αποτελεί βασικό λάθος εργαλειακής ανάλυσης της πολιτικής ο μη- διαχωρισμός της ιδεολογίας από τη μεθοδολογία. Το γεγονός ότι τα παραδοσιακά ακροδεξιά κόμματα της Ευρώπης από τη ίδρυση τους οικειοποιήθηκαν αριστερές πλαισιώσεις ως τρόπο προσέγγισης των πιο αδύναμων κοινωνικών τάξεων, δε συνεπάγεται ότι είχαν την ίδια ιδεολογία με τα κόμματα της Αριστεράς. Έτσι, ο –προερχόμενος από σοσιαλιστικό υπόβαθρο- πατέρας του Ιταλικού φασισμού Μπενίτο Μουσολίνι, υιοθέτησε χειριστικά τα προτάγματα του σοσιαλισμού, ώστε να δώσει φιλολαϊκό προφίλ στο φασιστικό του οικοδόμημα. Τα ελάχιστα λεκτικά –κι όχι ρητορικά ή σημειολογικά- κοινά που παρατηρούνται μεταξύ της Αριστεράς και της άκρας δεξιάς ερμηνεύονται από αυτό και μόνο το γεγονός: οι ακροδεξιές ιδεολογίες οικοδομήθηκαν πάνω σε φιλεργατική παροχολογία, προκειμένου να εξωραΐσουν τη μανία τους για εθνική καθαρότητα (κι όλα όσα αυτή συνεπάγεται για την εργατική τάξη). Από εκεί και πέρα, υπάρχει η κουλτούρα, υπάρχει η ρητορική, οι ενέργειες και η αισθητική και προφανώς υπάρχουν τα πεπραγμένα.
Επιστρέφοντας στην ελληνική πολιτική σκηνή λοιπόν, η λογική παγίδα της θεωρίας των δύο άκρων μοιάζει με μια παρωχημένη καραμέλα που αυτοπαρουσιάζεται ως η έσχατη και μοναδική λύση. Είναι η διαλληλία των πολιτικών ελίτ που έχασαν τον έλεγχο της διακυβέρνησης που τόσα χρόνια κατείχαν από τον ΣΥΡΙΖΑ.
Είναι ένα λογικό σφάλμα, τόσο αβάσιμο όσο είναι και το να εξισώνει κανείς τον Χίτλερ με τον Βαν Γκογκ, επειδή ζωγράφιζαν και οι δύο με νερομπογιές.


[1] http://www.kathimerini.gr/731901/opinion/epikairothta/arxeio-monimes-sthles/h-eykairia-ths-xryshs-ayghs-gia-th-dhmokratia
[2] https://www.youtube.com/watch?v=oGlWHPclMiA 
[3] http://www.koutipandoras.gr/article/adonis-hoyntikos-o-voridis
[4] http://tvxs.gr/news/ellada/idioxeiri-afierosi-toy-patakoy-ston-georgiadi 
[5] http://bit.ly/2qfK5Pb
[6] Για παράδειγμα βλέπε: Chip Berlet and Matthew N. Lyons, Debunking Centrist/Extremist Theory. How a Discredited Theory Undermines Civil Liberties and Progressive Social Change

Η Φιλία Γεωργουδή είναι υποψήφια Διδάκτορας Πολιτικής Επικοινωνίας και Εκλογικής Συμπεριφοράς στο ΕΚΠΑ

Πηγή: commonality.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου