Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Κατακτώντας την αθανασία εν ζωή



Η παραπάνω φωτογραφία από την συναυλία που πραγματοποιήθηκε στο Καλλιμάρμαρο προς τιμή του μεγάλου μουσικοσυνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, έχει αποθανατίσει σίγουρα μία από τις σημαντικότερες στιγμές του τρέχοντος έτους.
Η ολοκλήρωση της πλούσιας πορείας ενός σπουδαίου ανθρώπου συνοδεύτηκε με το τραγούδι «Στο περιγιάλι το κρυφό». Όμως πριν σιγήσουν οι χορωδοί και τα μουσικά όργανα, ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης έκρυψε με την παλάμη του το δακρυσμένο του πρόσωπο. Πόσες εικόνες θα πέρασαν εκείνη τη στιγμή από το μυαλό του, πόσα συναισθήματα και πρόσωπα της ζωής του.
Την ίδια στιγμή, μαρμαρωμένος πάνω στις κερκίδες του Παναθηναϊκού Σταδίου, επανέφερα στο νου μου όλες τις εικόνες αυτού του ανδρός που σημάδεψαν τη δική μου ζωή.
Πρώτη εικόνα που έρχεται στο μυαλό μου είναι η φωτογραφία του 19χρονου τότε Μίκη Θεοδωράκη στην πλατεία Συντάγματος κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών. Αγέρωχος και στητός περιφέρεται μέσα στο πλήθος με μία αιματοβαμμένη ελληνική σημαία. Έπειτα θυμήθηκα από την εφηβική μου ηλικία, τον λόγο που έβγαλε κατά τη διάρκεια της συναυλίας που πραγματοποίησε στο Σύνταγμα ενάντια στους βομβαρδισμούς στη Σερβία το 1999. Ως φοιτητής ανατρίχιαζα κάθε φορά που παρακολουθούσα τα «Τραγούδια της Φωτιάς». Έχοντας νικήσει τους εφιάλτες και τους φόβους του, ο Μίκης Θεοδωράκης στεκόταν βαρύς στη μέση τη σκηνής και διεύθυνε τους μουσικούς και τους τραγουδιστές. Εντυπωσιάστηκα με το θάρρος του όταν κατήγγειλε από το μικρόφωνο την προβοκάτσια με το κομμένο καλώδιο στα μισά της συναυλίας.
Στη ζωή μου στάθηκα τυχερός να βρεθώ κοντά του δυο φορές. Τον Μάιο του 2011 άκουσα το κάλεσμά του και πήγα στην εκδήλωση που οργάνωσε στα Προπύλαια. Χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκα στους γύρω δρόμους εκείνο το απόγευμα. Ο λόγος του ξεσήκωνε τον καταπιεσμένο παλμό της κοινωνίας. Είναι κρίμα που δίπλα του στέκονταν πολιτικοί που σήμερα έχουν υπογράψει δυο ακόμη μνημόνια. Προδόθηκε κι εκείνος όπως κι εμείς. Τον συνάντησα ξανά τον Φλεβάρη του 2012, τη μέρα που κάηκε Αθήνα. Είχα την τιμή να βρίσκομαι στην αλυσίδα που κάναμε όσοι βρισκόμασταν στην πλατεία Συντάγματος για να τον βοηθήσουμε να περάσει μαζί με τον Μανώλη Γλέζο, με απώτερο σκοπό να μπουν στη Βουλή. Με τα μάτια μου είδα τους ματατζήδες να τους ψεκάζουν με δακρυγόνα. Ο Μανώλης Γλέζος έφυγε υποβασταζόμενος κι ο Μίκης Θεοδωράκης πάνω σε ένα αναπηρικό καροτσάκι το οποίο έσπρωχνε ο δήμαρχος Στυλίδας Απόστολος Γκλέτσος. Λίγα λεπτά αργότερα κι αφού ηρέμησαν τα πνεύματα, οι δυο σπουδαίοι άνδρες της νεώτερης ιστορίας μας, επιχείρησαν για δεύτερη φορά να σπάσουν το μπλοκ της αστυνομίας. Και τα κατάφεραν κάτω από ιαχές, χειροκροτήματα και συγκινημένες φωνές που τραγουδούσαν το «Θα σημάνουν οι καμπάνες».
Ο χρόνος κυλάει σαν νερό. Δεν το συνειδητοποιούμε. Οι παραπάνω εικόνες μου φαίνονται να έγιναν σαν χθες. Κι όμως, πέντε χρόνια μετά, είμασταν όλοι εδώ και προσπαθούμε να τονώσουμε το εθνικό μας φρόνημα με τα τραγούδια ενός σπουδαίου ανθρώπου.
Τη Δευτέρα το Καλλιμάρμαρο σείστηκε κάτω από μελωδίες διαχρονικές. Διέφερε όμως από τις παλιότερες συναυλίες, διότι οι χίλιοι χορωδοί και το κοινό δεν τραγούδησαν Μίκη Θεοδωράκη. 
Τραγούδησαν για τον Μίκη Θεοδωράκη.
Ενώσαμε τις φωνές μας για να τον ευχαριστήσουμε.
Άραγε πόσο ευλογημένος νιώθει ένας άνθρωπος όταν γνωρίζει πως έχει κατακτήσει την αθανασία;

Πρώτη δημοσίευση: aplotaria.gr

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Εχει μέλλον ο καπιταλισμός;



του Θανάση Γιαλκέτση

Το πνεύμα του καπιταλισμού, στις πιο πρόσφατες μεταμορφώσεις του, φαίνεται να απαιτεί να υποταχθούν τα πάντα στην εμπορευματική μορφή: εξωτερική φύση, ανθρώπινη φύση, βιολογία, βιόσφαιρα, νοημοσύνη (συμπεριλαμβανομένων των αντικειμενικών εκδηλώσεων του πνεύματος).
Χρήμα και αγορά αποκτούν τα πρωτεία ακόμη και σε σχέση με την επιχείρηση: η δημιουργική καταστροφή συντελείται στο χρηματιστήριο. Κατά συνέπεια, όλα όσα μέχρι τώρα αντιστέκονταν (για λόγους ιστορικούς, ανθρωπολογικούς, πολιτικούς και ηθικούς) σε αυτή την απορρόφηση-καθυπόταξη θα σαρωθούν.
Οι τρεις εμπλεκόμενες συνιστώσες που υφίστανται μαζική εξάλειψη είναι: το κοινωνικό, το δημόσιο και το κοινό.
Με συνέπεια μια δραστική μείωση της θεσμικής ποικιλότητας, των διαθέσιμων ηθικών και πολιτισμικών πόρων, μια δραματική συρρίκνωση των κινήτρων για κοινωνική δράση.
Είναι προς το παρόν ανεξιχνίαστο το πού μπορεί να οδηγήσει μια παρόμοια συντριπτική τάση, η οποία είναι ικανή να τροποποιήσει ριζικά τις μέχρι σήμερα γνωστές συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ολος ο κοινωνικός δεσμός επαφίεται-ανατίθεται σε συμβόλαια μεταξύ ιδιωτών τόσο στην ιδιωτική ζωή όσο και στη διεθνή οικονομία, με μια έντονη μείωση του ρόλου των (δημοκρατικών) εθνικών κυβερνήσεων και των παγκόσμιων οργανισμών.
Δεν πρόκειται όμως πλέον για το συμβόλαιο του Χομπς ή του Λοκ, που επιτρέπει να περάσουμε από τη φυσική κατάσταση στην πολιτισμένη και θεσμισμένη με βάση κοινά συμφωνημένους κανόνες, επειδή αυτή, με τη μορφή των σύγχρονων συνταγμάτων, ακυρώνεται και θεωρείται ασύμβατη με τις επιταγές της (χρηματοπιστωτικής κυρίως) παγκόσμιας οικονομίας.
Παράλληλη είναι και η εξέλιξη του εργατικού δικαίου στην Ευρώπη, με τη μετάβαση από τις συλλογικές συμβάσεις στις ατομικές.
Το πρωτείο του συμβολαίου σε σχέση με τον νόμο εναρμονίζεται με την επέκταση του νομικού και δικαστικού ελέγχου της κοινωνικής ζωής, με τους μηχανισμούς ιδιωτικής ασφάλισης, με την ιδιωτικοποίηση του κινδύνου και της αβεβαιότητας ακόμη και απέναντι σε φυσικούς ή κοινωνικούς κινδύνους συλλογικής ή παγκόσμιας κλίμακας.
Το συμβόλαιο δεν είναι πλέον εργαλείο κοινωνικής ειρήνευσης, που αποτρέπει τη διαρκή σύγκρουση και την ανταρσία, αλλά γίνεται αντιληπτό ως εσωτερική λειτουργία του εμφύλιου πολέμου όλων εναντίον όλων.
Μπορούμε να αναρωτηθούμε αν αυτός ο ακραίος ή υπερβολικός καπιταλισμός είναι μακροπρόθεσμα συμβατός με το οικοσύστημα και με την ανθρώπινη κατάσταση (η οποία άλλωστε δεν είναι στατική αλλά εξελίσσεται συνεχώς).
Στο πρώτο σημείο το ζήτημα είναι αρκετά σαφές και καταλυτική θα είναι εδώ η εξέλιξη της κλιματικής κρίσης.
Στο δεύτερο σημείο ο καπιταλισμός φαίνεται να έχει ήδη απαντήσει: το ανθρώπινο βίωμα αναλώνεται μέσα στο μεγάλο πείραμα της παγκοσμιοποίησης (γη και αέρας μολυσμένα, ναυάγια μεταναστών, επιδημίες και λιμοί που δεν αντιμετωπίζονται έγκαιρα, εργασία υποβαθμισμένη σε δουλεία), και όλες οι τραυματικές προσαρμογές είναι νοητές και πιθανές, καθώς θεωρείται ουσιαστικά ασήμαντο το ζήτημα του ανθρώπινου και κοινωνικού κόστους.
Με αυτή την έννοια, ο καπιταλισμός, μετά την αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό, τους παγκόσμιους πολέμους και διάφορες οικολογικές καταστροφές, αποδέχεται, με ολύμπια αταραξία και αδιαφορία για την τύχη των ανθρώπων, οι κρυφές του παρορμήσεις να οδηγηθούν στα άκρα (εμπόριο ανθρώπινων οργάνων, πατέντες για προϊόντα της φύσης, οικολογικές εκατόμβες κ.λπ.).
Με δυο λόγια, αποδέχεται να οικοδομηθούν προς τιμήν του νέες πυραμίδες θυσιών, τέτοιες ώστε να επισκιάσουν ακόμη και εκείνες του υπαρκτού κομμουνισμού, που είναι τόσο εύκολο να τις καταγγέλλουμε και να τις ξεπερνάμε.
Σύμφωνα με ορισμένους αναλυτές (ιδιαίτερα τον Βόλφγκανγκ Στρέεκ), ο καπιταλισμός, διαβρώνοντας κάθε όριο ή σύνορο ή διαφορά, θα προκαλέσει τον θάνατό του.
Πράγματι, ιστορικά αυτοί οι παράγοντες έχουν αποβεί σημαντικοί για την επιτυχία του, ως κίνητρο και ως εκτόνωση.
Ορισμένοι από αυτούς ήταν κληρονομιά του παρελθόντος, όπως και πολλά κοινά αγαθά, πολλές από τις αρετές ή τα ηθικά συναισθήματα, στα οποία τόσο πολύ βασιζόταν ο Ανταμ Σμιθ, καθώς και αρκετές κρατικές δομές.
Αλλοι ήταν προϊόντα των κοινωνικών συγκρούσεων και της ταξικής πάλης (όπως τα ίδια τα σύγχρονα συντάγματα και το εργατικό δίκαιο).
Αυτοί οι περιορισμοί διέσωσαν θεσμική ποικιλότητα αναγκαία για ένα πολύπλοκο σύστημα, αντισταθμίζοντας τις «αρπακτικές» τάσεις της καπιταλιστικής συσσώρευσης.
Ο αχαλίνωτος καπιταλισμός θα πέσει υπό το βάρος της υπερβολικής διόγκωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα, της στασιμότητας της ζήτησης που οφείλεται τόσο στην πλουτοκρατία και τις ανισότητες όσο και στις αυξανόμενες δυσκολίες ενός νέου τεχνολογικού παραδείγματος, που δεν είναι σε θέση να αναζωογονήσει τη ζήτηση.
Θα πέσει επίσης υπό το βάρος της αυξανόμενης κοινωνικής αποδιάρθρωσης και της απώλειας ηθικής νομιμοποίησης εξαιτίας της διαδεδομένης διαφθοράς.
Ολα αυτά τα φαινόμενα είναι υπαρκτά, όπως είναι και η απουσία ενός ανταγωνιστικού υποκειμένου, που θα μετατρέψει τις απορίες σε συγκρουσιακές αντιφάσεις.
Ο καπιταλισμός, ενώ θριαμβεύει παγκόσμια, πρόκειται να καταρρεύσει υπό το βάρος του;
Σύμφωνα με τον Στρέεκ, ο καπιταλισμός φθίνει ακριβώς επειδή δεν υπάρχει πλέον ο ανταγωνιστής του και οι σωτήριοι περιορισμοί του.
Δεν μπορούμε να συμμεριστούμε αυτή την κρίση, επειδή ο καπιταλισμός υπήρξε πάντοτε πολύ «άτακτος», ανισόρροπος και καταστροφικός, εξαιτίας της ιδιαίτερα δυναμικής φύσης του.
Μόνον η «ένδοξη» μεταπολεμική τριακονταετία δημιούργησε την εντύπωση ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια (δημοκρατική) τάξη του καπιταλισμού.
Επρόκειτο όμως μάλλον για ένα μοναδικό ιστορικό φαινόμενο. Μεγάλο μέρος της αβεβαιότητάς μας στην απάντηση του ερωτήματος συνδέεται με την παγκοσμιοποίηση.
Η καπιταλιστική Δύση μπορεί να είναι σε κρίση, αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο έχουν μπει στο παιχνίδι πολλά νέα υποκείμενα, τα οποία πρέπει να διανύσουν πολύ δρόμο ακόμα στον καπιταλισμό.
Ενώ η διάδοση δημοκρατικών συνταγμάτων είναι κατά βάση υποκριτική, η διάδοση του καπιταλισμού είναι πολύ πραγματική.
Ακριβώς η παγκοσμιοποίηση επιτρέπει στον καπιταλισμό να ξεφεύγει από τα όριά του, συνεχίζοντας σε πρωτόγνωρη κλίμακα τη διάβρωση των θεμελίων του και των ευεργετικών περιορισμών του. 
Αλλά το έργο αυτό δεν έχει τελειώσει. Εξάλλου, αν η κρίση γίνει ενδημική ή καταστροφική, καθώς απουσιάζει ένα εναλλακτικό σχέδιο, θα βρεθούμε στην Αποκάλυψη.
Ο καπιταλισμός είναι σε θέση να ζει με τα δεινά του περισσότερο από κάθε άλλον προηγούμενο ιστορικό σχηματισμό.
Τελικά το ερώτημα «Πώς –αλλά εννοούν πότε;– θα τελειώσει ο καπιταλισμός;» φαίνεται να είναι ρητορικό και άστοχο. Φαίνεται πιο ευφυής και ωφέλιμη «η ικανότητα να αντιμετωπίζουμε υπομονετικά τις επείγουσες καταστάσεις» (Απαντουράι).
Εξάλλου, σχετικά με τις κρίσεις του καπιταλισμού, τις αληθινές ή υποθετικές, τις περισσότερο ή λιγότερο τελικές, έχουμε παραπλανηθεί πάρα πολλές φορές. […]

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Padre Padrone (1977)


Η περασμένη Κυριακή στάθηκε αφορμή να δείξει διαδικτυακά ο καθένας μας την αγάπη προς τον πατέρα του. Για μένα αυτού του είδους οι γιορτές τις βρίσκω ανούσιες κι ανόητες διότι η πραγματική αγάπη συνηθίζεται να είναι διακριτική και χρόνια, μακριά από likes και σχολιασμούς. Την μέρα εκείνη προτίμησα να παρακολουθήσω ένα ακόμη αριστούργημα του παρελθόντος. Και λόγω της ιδιαιτερότητας αυτής της μέρας επέλεξα το "Padre Padronne" των αδελφών Ταβιάνι. 
Η ιστορία μας επιστρέφει μερικές δεκαετίες πίσω σε ένα ξεχασμένο χωριό της Σαρδηνίας. Η αυτοβιογραφική φύση του έργου γίνεται εμφανής από τη πρώτη στιγμή, όπου μας παρουσιάζεται ο αφηγητής της ιστορίας. Μιλώντας για τις δυσκολίες της ζωής φτιάχνει ένα ραβδί το οποίο και προσφέρει ευλαβικά στον πατέρα του, δίνοντας έτσι το έναυσμα για το ξεκίνημα του έργου. Παράλληλα με την κίνησή του αυτή επιβεβαιώνει πως οι σχέσεις αίματος ποτέ δε τελειώνουν παρ' όλες τις δυσκολίες αλλά και τις λάθος συμπεριφορές. 
Ο πατέρας του ήρωα είναι ένας αυταρχικός άνθρωπος, ο οποίος παλεύει στα χωράφια για να μπορέσει να θρέψει την οικογένειά του. Μόνος του όμως δε μπορεί να τα βγάλει πέρα. Γι' αυτό εξαναγκάζει τον μεγαλύτερο γιο του, τον Γκαβίνο, να παρατήσει το σχολείο για να τον βοηθήσει στη φροντίδα των ζώων. Αυτό έχει ως συνέπεια, ο μικρός να βρεθεί αντιμέτωπος απέναντι σε ευθύνες δύσκολες για το νεαρό της ηλικίας του. Η αυστηρότητα κι η βιαιότητα του πατέρα του όμως είναι υπερβολική. Το καθημερινό ξύλο γίνεται μάθημα κι ο νεαρός μεγαλώνει απομονωμένος στα όρια του χωραφιού του. Οι αδελφοί Ταβιάνι καταφέρνουν να δείξουν με εκπληκτικό τρόπο την διοχέτευση της βίας από πρόσωπο σε πρόσωπο κι από κατάσταση σε κατάσταση. Ο πατέρας χτυπάει τον γιο του για τον σκληραγωγήσει κι ο γιος ξεσπάει με την ίδια βιαιότητα στα ζώα. 
Διάφορες συγκυρίες από παλιές βεντέτες, θα σταθούν αφορμή να κερδίσει ο πατέρας ένα στρέμμα με ελιές. Όμως το αίσθημα της καλοτυχίας και της οικονομικής ευημερίας θα προσκρούσει πάνω στην πολιτική της τότε Ε.Ο.Κ. Το ιταλικό λάδι ήταν αναγκασμένο να συμμορφωθεί με τους οικονομικούς νόμους της ευρωπαϊκής κοινότητας και με τον παραλογισμό της διεθνούς ελεύθερης αγοράς να ανταγωνιστεί σε φθήνια τις ελληνικές και τουρκικές παραγωγές, οι οποίες είχαν πολύ πιο χαμηλή τιμή (άρα και καλύτερη εξαγωγή στις άλλες χώρες). 
Οι οικονομικές δυσκολίες της ευρύτερης αγροτικής περιοχής θα οδηγήσουν αρκετούς νέους στην μετανάστευση. Μέσα σ' αυτούς κι ο Γκαβίνο, ο οποίος τελικά δε θα καταφέρει να φύγει διότι ο πατέρας του δεν έδωσε στις αρχές την απαραίτητη έγκρισή του. Εκεί είναι που ο πρωταγωνιστής διαπιστώνει πως είναι απόλυτα εγκλωβισμένος κάτω από την επιβολή του πατέρα του. 
Η ευκαιρία της φυγής θα του δοθεί όταν ο πατέρας του αποφασίζει να τον στείλει σε στρατιωτική σχολή στην κεντρική Ιταλία. Ο αναλφαβητισμός του, η χρόνια απομόνωσή του στα χωράφια και η μη εξοικείωσή του στα ιταλικά (μιας και μέχρι τότε μιλούσε μόνο στη διάλεκτο της Σαρδηνίας), θα σταθούν μεγάλο εμπόδιο στο νέο του αυτό βήμα. Αυτό όμως είναι που θα τον πεισμώσει. Θα καταφέρει να ολοκληρώσει τις σπουδές του όχι για να φανεί άξιος στον πατέρα του αλλά κυρίως στον εαυτό του, ότι μπορεί να πετύχει πολλά μόνος.


Η επιτυχία του στη στρατιωτική σχολή το προσφέρει την όρεξη να συνεχίσει τις σπουδές σε κάτι που πραγματικά τον γεμίζει. Επιλέγει να ειδικευτεί στη γλωσσολογία (συμβολική ρήξη με τον απομονωτισμό). Μία απόφαση χωρίς την έγκριση του πατέρα του κάτι που ο ίδιος θα το αναγνώσει ως μπαϊράκι από τη μεριά του γιου του. Η ρήξη των σχέσεών τους έρχεται με την απαγόρευσή του πατέρα προς τον γιο, απαιτώντας του να μη ξαναγυρίσει στο χωριό.
Η αγάπη όμως για τον τόπο και τις ρίζες θα τραβήξουν τον Γκαβίνο στην Σαρδηνία. Αυτή τη φορά όμως όχι ως γιου αλλά ως μίας άλλη προσωπικότητας ανεξάρτητης. Η επιστροφή του βασίστηκε στην καταγραφή της γλώσσας και του πολιτισμού του τόπου του, ο οποίος κάποτε υπήρξε φορέας της καταπίεσής του. Έχει πλέον ανοίξει φτερά γι' άλλους ορίζοντες κάτι το οποίο του δίνει δύναμη στο να αντιμετωπίσει το παρελθόν αλλά στέκεται κι ως αιτία οικογενειακού πολέμου.
Από εκείνο το σημείο κι έπειτα αρχίζει μία σειρά εκπληκτικών συμβολισμών μέχρι το τέλος της ταινίας. Ο νεαρός απαρνιέται τον πατέρα του λεκτικά και σωματικά. Οι μάχες είναι καθημερινές και ψυχοφθόρες. Ο συντηρητισμός πολεμάει με την εξέλιξη σε έναν αγώνα αμφίρροπο. Η στιγμή της παράδοσης του πατέρα είναι συγκλονιστική. Έχεις την αίσθηση πως παρακολουθείς σκηνές από αρχαία ελληνική τραγωδία. Ο πατέρας ηττημένος αποσύρεται στο δωμάτιό του κι ο γιος φεύγει από το σπίτι όχι από φόβο αλλά κυρίως από σεβασμό προς το πρόσωπο του πατέρα του.
Πέρα όμως από την σκληρότητα των σχέσεων, κρύβεται και μία τρυφερότητα που δύσκολα εξωτερικεύεται. Στην ταινία περιγράφεται σε δύο εκπληκτικές στιγμές κι από τις δύο πλευρές όπου η μία σχετίζεται με το τέλος της ιστορίας κι η άλλη με το ξεκίνημά της. Ο νεαρός παίρνοντας τη βαλίτσα κάτω από το κρεβάτι του πατέρα του ακουμπάει το μέτωπό του στα πόδια του, προσπαθώντας μ' αυτόν τον τρόπο να του δείξει πως θέλει συμφιλίωση. Η άλλη σκηνή αναφέρεται στην αρχή της ταινίας όταν ο πατέρας παίρνει με το ζόρι τον μικρό από το σχολείο επειδή τον χρειάζεται στα χωράφια. Ακούγοντας τον περίγελο των συμμαθητών του μετά την απομάκρυνσή τους από την αίθουσα, επιστρέφει και χτυπάει το ραβδί πάνω σε ένα θρανίο απαιτώντας τον σεβασμό των νεαρών στο πρόσωπο του γιου του. "Σήμερα έτυχε στον Γκαβίνο. Αύριο θα τύχει σε σας" φωνάζει αυστηρά και οι πιο σκληροί τοίχοι ραγίζουν σ' αυτήν την σπάνια εξωτερίκευση πατρικής αγάπης.
Το Padre Padrone είναι μία ποιητική ωδή απέναντι στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα πατέρα γιου. Μία χρόνια πάλη παρεξηγημένη κι αποσιωποιημένη τόσο μέσα στις κοινωνίες όσο και στο χώρο της τέχνης.
Παράλληλη το έργο κρατάει κι ένα ντοκιμαντερίστικο ύφος απέναντι στο τρόπο ζωής των κατοίκων της Σαρδηνία. Η σκληραγώγηση των παιδιών στα χωράφια, η φτώχεια που οδήγησε πολλούς νέους στη ξενιτιά, η έλλειψη επικοινωνίας αλλά κι ερωτικής επιθυμίας που οδηγούσε αρκετούς νέους στη κτηνοβασία.
Η ταινία όμως κρατάει κι έναν εκπληκτικό ποιητικό τόνο που έχουμε συνηθίσει σε έργα των Ταβιάνι, όπως η σκηνή που ο νεαρός Γκαβίνο παρατηρώντας τους αγρούς ακούει μία φανταστική μουσική, η μελωδία της οποίας ερμηνεύεται με υπότιτλους από κάτω.
Κάτι ακόμη που με συγκλόνισε στην ταινία ήταν η εκπληκτική ομοιότητα των εκεί καταστάσεων κι ανθρωπίνων σχέσεων με την ελληνική νοοτροπία των κλειστών κοινωνιών στα χωριά. Ένιωθα πως διάβαζα Καζατζάκη και Χατζή ή πως παρακολουθούσα το "Δέντρο που Πληγώναμε" του Δήμου Αβδελιώδη.
Το Padre Padrone είναι ένα σκληρό αριστούργημα μπρεχτικού ύφους. Δύσκολο στην ανάγνωσή του αλλά άκρως διαχρονικό στην ουσία του.

Βαθμολογία: 9/10

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Οταν το gentrification δολοφονεί



του Άρη Χατζηστεφάνου

Πώς θα εξηγούσε ο Ενγκελς τη μεγάλη πυρκαγιά στον πύργο Γκρένφελ στο Λονδίνο; Ηταν οι ένοικοι θύματα ενός τυχαίου δυστυχήματος ή ανθρώπινες απώλειες σε έναν ταξικό πόλεμο που μαίνεται από τη δεκαετία του ’80;

"Οι διαβόητες τρύπες και τα κελάρια, όπου καταχωνιάζει τους εργάτες το καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής, δεν καταργούνται, απλώς μετακομίζουν"

Ενγκελς, «Για το ζήτημα της κατοικίας» 

Ο Αλεχάντρο Νιέτο έδειχνε εξαντλημένος εκείνο το πρωινό της 21ης Μαρτίου του 2014 στο πάρκο του Μπέρναλ Χιλ στο Σαν Φρανσίσκο. Είχε μόλις τελειώσει τη νυχτερινή εργασία του, σαν πορτιέρης σε κλαμπ, και έτρωγε μηχανικά ένα σάντουιτς.
Λίγα μέτρα μακρύτερα ο Εβαν Σνόου, ένας λευκός γραφίστας, έκανε το πρωινό του τζόκινγκ με τον σκύλο του, ο οποίος μόλις είδε τον Αλεχάντρο τού επιτέθηκε για να του φάει το σάντουιτς.
Οταν ο σκουρόχρωμος Νιέτο απείλησε να χτυπήσει το σκυλί με ένα taser (συσκευή ηλεκτρικής εκκένωσης), αρκετοί λευκοί περίοικοι κάλεσαν την αστυνομία λέγοντας ότι ένας ένοπλος Λατίνος κινείται ύποπτα στη γειτονιά τους. Δέκα λεπτά αργότερα ο Αλεχάντρο κειτόταν νεκρός με το κεφάλι του πολτοποιημένο από τις 14 σφαίρες που άδειασαν πάνω του τέσσερις αστυνομικοί.
Ο Νιέτο γεννήθηκε και μεγάλωσε σε εκείνη τη γειτονιά. Η μητέρα του ήταν καθαρίστρια και ο πατέρας του έκανε διάφορες δουλειές για να συντηρεί την οικογένειά του.
Αυτοί που κάλεσαν την αστυνομία είχαν μετακομίσει πριν από μερικούς μήνες, όταν το Μπέρναλ Χιλ άρχισε να βιώνει το λεγόμενο gentrification – τον εξωραϊσμό και την «αναβάθμιση» μιας γειτονιάς, που συνοδεύεται από εκτίναξη των ενοικίων και σταδιακή εκκένωση της περιοχής από τους παλιούς, φτωχούς κατοίκους του.
Το gentrification, με τη μορφή που το γνωρίζουμε σήμερα, θεωρείται φαινόμενο της δεκαετίας του ’80 – την εποχή που οι όμιλοι του real estate γιγαντώνονταν ενώ τα στεγαστικά προγράμματα του κράτους συρρικνώνονταν. Στις ΗΠΑ, βέβαια, συναντάμε μορφές gentrification ήδη από το 1968 και συγκεκριμένα μετά τις εξεγέρσεις για τη δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.
Τα δεκάδες καμένα κτίρια και ο διαρκής φόβος νέων συγκρούσεων σε περιοχές μαύρων οδήγησαν σε κατάρρευση των τιμών των ακινήτων και επέτρεψαν σε μεγάλες εταιρείες real estate να αγοράσουν μαζικά ολόκληρες γειτονιές.
Κάποιοι θα εντοπίσουν βέβαια μορφές gentrification ακόμη στο έργο του Ενγκελς, ο οποίος εξηγούσε πώς το γαλλικό κράτος του Βοναπάρτη έφτιαχνε μεγάλες λεωφόρους, με πολυτελή καταστήματα και κατοικίες, μέσα στις πιο πυκνοκατοικημένες εργατικές γειτονιές.
Με τον τρόπο αυτό, σημείωνε ο Ενγκελς, όχι μόνο γινόταν πιο δύσκολο να στήνονται χαρακώματα στο κέντρο μιας πόλης αλλά δημιουργούνταν και θύλακες πολυτελούς διαβίωσης σε όποιο σημείο το επιθυμούσε η αστική τάξη.
Το gentrification που περιέγραφε ο Ενγκελς περιελάμβανε τρομακτικές ποσότητες φυσικής και «πολεοδομικής βίας». Πόσο καλύτερη είναι όμως η κατάσταση σήμερα;
Ο μύθος του πρωτοπόρου χίπστερ, που μετακομίζει στην αστική ζούγκλα μιας φτωχογειτονιάς και χάρη στον καινοτόμο χαρακτήρα του τη μετατρέπει σε μποέμικο κέντρο των τεχνών και των γραμμάτων, κρύβει πίσω του έναν τρομακτικό μηχανισμό ταξικής «εθνοκάθαρσης».
Εταιρείες ακινήτων, κατασκευαστικές και αλυσίδες σούπερ μάρκετ και εστιατορίων χρησιμοποιούν το μονοπώλιο της κρατικής βίας, που τους προσφέρει η αστυνομία, για να καθορίσουν τον βαθμό ασφάλειας μιας περιοχής και μέσω αυτής τις τιμές των ακινήτων.
Οι παλιοί ένοικοι, όταν δεν νιώθουν τη σιδερένια γροθιά της κρατικής καταστολής, αισθάνονται να τους διώχνει το «αόρατο χέρι της αγοράς» που εκτινάσσει στα ύψη τις τιμές των ακινήτων μετατρέποντάς τες σε νησίδες κέρδους.
Στα νέα Ελντοράντο του real estate οι εύποροι κάτοικοι θυμίζουν τους πρώτους εποίκους που εξόντωναν τους Ινδιάνους ή τους Ισραηλινούς που κατέλαβαν τα παλαιστινιακά εδάφη. Ολοι θα μιλήσουν για το δικαίωμά τους στην επιβίωση. Λίγοι θα αναρωτηθούν τι στον διάολο γυρεύουν εκεί. 
Ο λευκός χίπστερ που καλεί την αστυνομία για να εκδιώξει τους ενοχλητικούς ντόπιους δεν το κάνει λόγω κάποιας αφηρημένης ή έμφυτης έννοιας ρατσισμού (συνήθως μάλιστα δηλώνει φιλελεύθερος και φανατικός οπαδός των ατομικών δικαιωμάτων).
Γνωρίζει όμως ότι μια παρέα μαύρων παιδιών που παίζει στη γειτονιά δημιουργεί αίσθημα φόβου («ο νέγρος είναι φοβογενετικό αντικείμενο» έλεγε ο μαύρος διανοητής Φραντζ Φανόν) και μπορεί να ρίξει την αξία μετενοικίασης του διαμερίσματός του. Για τον χίπστερ–έποικο αυτό το διαμέρισμα δεν είναι απλώς το σπίτι του αλλά μια επένδυση με την οποία κερδοσκοπεί, όπως θα έκανε και με ένα πακέτο μετοχών.
Ο ενοικιαστής μπορεί να φύγει σε μερικούς μήνες ενώ κάποια από τα παιδιά θα έχουν καταλήξει σε ένα σωφρονιστικό κατάστημα για... μεταπτυχιακό στην εγκληματικότητα. Στην πιο ακραία εκδοχή κάποιος σαν τον Αλεχάντρο μπορεί να πέσει νεκρός από τις σφαίρες ενός αστυνομικού. Η ταξική εθνοκάθαρση έχει μόλις ολοκληρωθεί χωρίς κανείς να καταλάβει τους μηχανισμούς που ενεπλάκησαν.
Οι κάτοικοι του πύργου του Λονδίνου βρέθηκαν σε μια ιδιότυπη μάχη αυτού του ταξικού πολέμου. Δεν ήταν η παρουσία τους αλλά η άσχημη πολυκατοικία τους που χαλούσε τη θέα (και συνεπώς έριχνε την αξία) στα πολυτελή διαμερίσματα της περιοχής.
Ο οργανισμός που διαχειριζόταν το κτίριο, προκειμένου να ομορφύνει τη γειτονιά, αποφάσισε να καλύψει τον πύργο με μια εξωτερική κατασκευή, αδιαφορώντας για τις συνθήκες στο εσωτερικό του κτιρίου. Εξαιτίας όμως αυτού του περιβλήματος η φωτιά κατάφερε μέσα σε μόλις δεκαπέντε λεπτά να καταπιεί ολόκληρο το κτίριο. Το «έγκλημα» των ενοίκων ήταν ότι χαλούσαν τη βιτρίνα σε μία από τις ακριβότερες περιοχές του Λονδίνου.

 Διαβάστε:

Εξεγερμενες πόλεις (Εκδόσεις ΚΨΜ) Ο μαρξιστής γεωγράφος Ντέιβιντ Χάρβεϊ σε ακόμη μια συναρπαστική ταξική ανάλυση για τις σύγχρονες μεγαλουπόλεις.
Για το ζήτημα της κατοικίας (εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή) Ο Ενγκελς στην πρώτη μαρξιστική ανάλυση του gentrification από την εποχή του Βοναπάρτη.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Ταορμίνα, Σικελικό λιακωτό με θέα την Αίτνα




Πρωινό Μεγάλου Σαββάτου διασχίσαμε το στενό που χωρίζει την Ιταλία με τη Σικελία. Εκείνη τη μέρα φαινόταν από το Ρήγιο όλη η ανατολική σικελική ακτογραμμή μαζί με την Αίτνα η οποία δε σταματούσε λεπτό να καπνίζει. Αφού πρώτα απολαύσαμε το πρωινό μας καφέ στη Σκύλλα της Μεσσήνης, περιμέναμε καρτερικά τη σειρά μας για να μπούμε στο καράβι που θα μας περνούσε απέναντι.
Η θάλασσα ήταν ήρεμη και το ελαφρύ αεράκι μας έφερνε την αλμύρα της θάλασσας, καθώς στεκόμασταν στο κατάστρωμα κι αγναντεύαμε την Μεσσήνη. Ένα χρυσό άγαλμα μας καλωσόριζε στο λιμάνι της. Η υπόλοιπη όμως πόλη φαινόταν εντελώς αδιάφορη. Ήταν όμως το πρώτο σημείο όπου πατήσαμε το πόδι μας πάνω στη Σικελία, κι εκεί ήταν που αισθανθήκαμε έντονα πως βρισκόμαστε σε μία πανάρχαια πλωτή πολιτεία που αιώνες τώρα περιπλανιέται στην καρδιά της Μεσογείου.
Το μποτιλιάρισμα στους δρόμους της Μεσσήνης κράτησε λίγο. Μέσα σε λίγα λεπτά βρεθήκαμε στον περιφερειακό που κατευθυνόταν προς το νότο. Ένας όμορφος δρόμος γεμάτος φραγκοσυκιές, βράχια και με μία απέραντη θάλασσα από την αριστερή μεριά, μας οδήγησε προς τον πρώτο μας προορισμό, την Ταορμίνα.
Το Ταυρομένιον υπήρξε αποικία της Νάξου Σικελίας κι αποτέλεσε σημαντική πόλη στην Μεγάλη Ελλάδα. Μετέπειτα μετατράπηκε σε σημαντικό εμπορικό κέντρο κατά τη ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδο. Αυτό είχε ως συνέπεια η πόλη να πέσει στα χέρια πολλών κατακτητών, όπως Άραβες και Νορμανδοί, προσφέροντάς μας σήμερα υπέροχα κτίρια αραβικής αρχιτεκτονικής πλούσια σε γοτθικά διακοσμητικά στοιχεία. Η πόλη έγινε ξανά γνωστή με την ενοποίηση της Ιταλίας και την έλευση των σιδηροδρομικών γραμμών, οι οποίες την μετέτρεψαν σε δημοφιλή τουριστικό προορισμό.
Η πόλη βρίσκεται σε υψόμετρο 200 μέτρων από τη θάλασσα. Οι απότομες στροφές μας οδήγησαν στην είσοδο της πόλης όπου υπήρχαν αρκετά ιδιωτικά πάρκινγκ. Εκεί αφήσαμε το αμάξι αφού πρώτα διαπιστώσαμε πως η οδήγηση επιτρεπόταν μέχρι ενός σημείου και δεν υπήρχε πουθενά ελεύθερος χώρος στάθμευσης.
Στην είσοδο της πόλης βρίσκεται η πύλη της Μεσσήνης, κι από εκεί ξεκινούν δύο βασικές αρτηρίες. Η μία οδηγούσε προς την κεντρική πλατεία κι η άλλη προς το αρχαίο θέατρο, το οποίο είναι και το στολίδι της πόλης.
Επιλέξαμε να δούμε πρώτα το θέατρο μιας κι ήταν πιο κοντά. Μία μικρή ανηφόρα γεμάτη αναμνηστικά μας οδήγησε στην είσοδό του. Στο ταμείο συναντήσαμε μία σχετικά μεγάλη ουρά να περιμένει κάτω από το ζεστό ήλιο της Σικελίας. Πάνω από την είσοδο ήταν γραμμένο με μεγάλα γράμματα το Teatro Greco, όπως είναι γνωστό στην Ιταλία.
Το αρχαίο θέατρο της Ταορμίνα (02:09-03:00) είναι το δεύτερο μεγαλύτερο στην Σικελία με διάμετρο 109 μέτρα (το πρώτο είναι στις Συρακούσες με διάμετρο 150 μέτρα). Είναι όμως το πιο όμορφο καθώς πέρα από τον καλαίσθητο αρχιτεκτονικό του διάκοσμο, έχει και μια υπέροχη θέα. Από τις κερκίδες του το κοινό δε θαυμάζει μόνο τις παραστάσεις και τις λοιπές εκδηλώσεις αλλά κι ένα κομμάτι της ανατολικής σικελικής ακτογραμμής μαζί με την Αίτνα.
Ήταν συναρπαστικό το τοπίο που έβλεπα πίσω από τη σκηνή. Ένα θεόρατο ηφαίστειο με χιονισμένη κορυφή κι έναν κρατήρα που έβγαζε όλη την ώρα καπνούς ενώ από τις πλαγιές κατέβαινε μία αιθάλη που κάλυπτε ολόκληρο τον κάμπο μέχρι τη θάλασσα. Όσο για το μνημείο, περισσότερο ενδιαφέρον μου τράβηξε το τοπίο γύρω απ' αυτό. Οι απότομες πλαγιές που έστεκε το θέατρο προσέφεραν μία απίστευτη θέα προς τη θάλασσα. Περιπλανηθήκαμε στις κερκίδες αλλά και στη σκηνή του θεάτρου. Στο μικρό μουσείο που βρίσκεται μέσα στον αρχαιολογικό χώρο, υπήρχαν αρχαιοελληνικές επιγραφές και βάσεις γλυπτών, πιθανότατα χορηγών των παραστάσεων.
Φεύγοντας από το θέατρο, περιπλανηθήκαμε στα γραφικά σοκάκια της πόλης. Εντύπωση μου προκάλεσε ο αραβικός πύργος με τα γοτθικά παράθυρα και τα μπαλκόνια των σπιτιών που ήταν γεμάτα πολύχρωμα λουλούδια.
Ο δρόμος κατέληγε σε μία άλλη πύλη. Στο ενδιάμεσο όμως ανοιγόταν η κεντρική πλατεία της πόλης με τον λιτό ναό του Σαν Τζουζέπε. Δυο γέροι μουσικοί έπαιζαν μελωδίες Nino Rota. Σταθήκαμε σε ένα παγκάκι και ταξιδέψαμε νοητά με τις μελωδίες τους. Έχει άλλη χάρη το να ακούει κανείς τα γνωστά κομμάτια του Νονού σε σικελικό έδαφος.
Η πλατεία κατέληγε σε μία τεράστια βεράντα. Πλήθος από τουρίστες και κατοίκους, στέκονταν στα κάγκελα κι αγνάντευαν μία το πέλαγος και μια την ανήσυχη Αίτνα. Σταθήκαμε κι εμείς για λίγο εκεί. Το μάτι μας χάθηκε στον ορίζοντα. Έβλεπα τους καπνούς από το ηφαίστειο και προσπαθούσα να διακρίνω το πόσο μακριά φτάνουν. Σχεδόν άγγιζαν τα βουνά της Καλαβρία.
Βολτάροντας στην Ταορμίνα, συναντούσα υπέροχες γωνιές μίας αρκετά όμορφης πόλης, η οποία δυστυχώς θυσίασε την αίγλη της και την προσωπικότητά της στο βωμό του τουρισμού. Μία πόλη στολίδι που μετατράπηκε σε φο μπιζού για να τραβάει περισσότερο την προσοχή των επισκεπτών.
Φεύγοντας έριξα μία τελευταία ματιά ψηλά στην κορυφή του βουνού όπου βρίσκεται το Castelmola, ευελπιστώντας πως εκεί έχει σωθεί κάτι από την διαχρονική γραφικότητα που αποζητούσαμε στο ταξίδι.
Η πόλη είναι όμορφη κι αρμονικά απλωμένη στο τοπίο. Δυστυχώς όμως δεν ήταν η Ταορμίνα που μνημονεύει ο Κώστα Ουράνη στο παρακάτω ποίημα που μου έστειλε μία φίλη όσο ήμουν εκεί.

Όλο λέω να φύγω μιαν ημέρα,
όλο λέω να πάω στην Ταορμίνα...
Σε πέλαο γαλάζιας νοσταλγίας
τ' Όνειρο τραγουδάει σα σειρήνα:
- Ταορμίνα! Ταορμίνα! Ταορμίνα!...

Ω κάλεσμα γλυκό σαν των πουλιώνε
σε πρωινές βραγιές το Μάη μήνα!

Κι όλο λέω να φύγω, κι όλο λέω
τα πάντα στη ζωή μου ναν τ'αφήσω,
να διπλομανταλώσω όλες τις πόρτες και,
δίχως καν τα μάτια να γυρίσω,
μ' άτρεμα τα φτερά - ν' αποδημήσω.

Πώς τρικυμίζει μέσα μου η λαχτάρα
ν' αφήσω τη ζωή μου - για να ζήσω!

Τα βράδια, πλάι στη λάμπα μου σκυμμένος,
ξέθωρους χάρτες ναυτικούς κοιτάω,
μπροστά μου έχω παμπάλαια βιβλία,
που κάθε τόσο τα φυλλομετράω:
το δρόμο που θα πάρω μελετάω.

Μα τα χρόνια περνάνε κι όλο μένω,
πάντα κάτι τυχαίνει - και δεν πάω...

Κι ούτε θα πάω ποτές! Η Ταορμίνα
(κι αν υπάρχει) για μένα θε να μένει
του εξόριστου τ' Όνειρου μου η Πατρίδα,
σα μια Ευτυχία που μου 'ναι ταγμένη
και που, ό,τι κι αν συμβεί - με περιμένει,

ενώ, αν είχα πάει, τι θα 'χα τώρα
την άχαρη ζωή μου να γλυκαίνει;

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Όσα δε φτάνει η αλεπού… τα κάνει άβατο



Μεγαλώσαμε έχοντας μάθει πως μοναδικό άβατο στην Ελλάδα είναι το Άγιο Όρος, με την απαγόρευση των γυναικών στην χερσόνησό του. Όμως με τα χρόνια επισημοποιήθηκαν κι άλλα άβατα.
Το άβατο των Εξαρχείων ξεκίνησε πριν από μερικές δεκαετίες. Ο χαρακτηρισμός του βοήθησε τις εκάστοτε κυβερνήσεις που προσπαθούσαν να συσχετίσουν αλλά και να μετατρέψουν ένα μέρος πολιτικής και κοινωνικής ελευθερίας σε κέντρο διακίνησης ναρκωτικών και σαββατοβραδινών μπαχαλάκηδων. 
Στα χρόνια της κρίσης ξεπετάχτηκε και το άβατο του Αγίου Παντελεήμονα. Αγανακτισμένοι κάτοικοι κι επηρεασμένοι από τις δηλώσεις του τέως πρωθυπουργού περί ανακατάληψης των πόλεών μας, ζητούσαν τη βοήθεια της Χρυσής Αυγής για περιφρούρηση των περιοχών τους και την εκδίωξη μεταναστών από τις γειτονιές και τα πάρκα του κέντρου.
Μετά το θλιβερό θάνατο του μικρού μαθητή από «αδέσποτη» σφαίρα, ήρθε κι η σειρά του Μενιδίου να ενταχθεί στη λίστα με τα άβατα αυτής της χώρας.
Όμως η συνεχής επανάληψη του χαρακτηρισμού «άβατο», έκανε τη λέξη να χάσει το νόημα της. Πλέον κάθε φορά που χρησιμοποιείται ο συγκεκριμένος όρος, συνοδεύεται και με την έλλειψη κράτους κι ασφάλειας . Το κενό που αφήνουν οι ευθυνόφοβες αρχές, καλύπτεται με την οργή και το μίσος, μ’ αποτέλεσμα περιοχές όπως ο Άγιος Παντελεήμονας και το Μενίδι, να γίνονται πρόσφορα εδάφη στον φασισμό.
Ωστόσο υπάρχει μία μεγάλη διαφορά μεταξύ των στόχων του Αγίου Παντελεήμονα και του Μενιδίου. Η διαφορά είναι πως στη νέα έκρυθμη κατάσταση υπάρχει μία μερίδα των κατοίκων Ρομά οι οποίοι είναι οπλισμένοι, έτοιμοι να αντιδράσουν απέναντι στην οργή των κατοίκων και στη δράση ορισμένων φασιστικών ομάδων.
Οι συνθήκες διαβίωσης στο Μενίδι είναι χρόνια γνωστές. Τα γεγονότα που έχουν ακολουθήσει μετά τη δολοφονία του νεαρού μαθητή δεν τίποτα παραπάνω από μία επερχόμενη σκάση ενός καζανιού που χρόνια κόχλαζε. Αυτό όμως που πυροδοτεί παραπάνω την κατάσταση είναι ο χαρακτηρισμός της ως άβατο. Ήρθε ο καιρός να σταματήσει η χρόνια τακτική των κυβερνήσεων να βαπτίζουν έτσι τις περιοχές που δε μπορούν ή δε θέλουν να ελέγξουν.
Καλό είναι να αναλογιστούμε την αρχή του κακού, η οποία δεν είναι άλλη από την επιλογή ορισμένων περιοχών των αστικών κέντρων, ως χαβούζες ανθρώπινων ψυχών. Όσο εφαρμόζεται η άδικη αυτή τακτική τόσο θα ανθεί η εγκληματικότητα, η ανομία κι ο θάνατος.
Είναι απαράδεκτο να υπάρχουν κάτοικοι πρώτης και δεύτερης κατηγορίας. Όλοι στο ίδιο λεκανοπέδιο ζούμε κι αναπνέουμε.

Πρώτη δημοσίευση: aplotaria.gr

Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Amarcord (1973)


Το καλοκαίρι ακόμα δεν έχει αποφασίσει αν θέλει να ρθει στα μέρη μας. Οι θερινοί όμως συνεχίζουν το αιώνιο έργο τους, να μαγεύουν και να δροσίζουν τις ζεστές μας νύχτες. Ένας από τους μαέστρους των θερινών (κι όχι μόνο) προβολών μας, είναι ο πολυαγαπημένος μας τραγικός γελωτοποιός, Φεντερίκο Φελίνι. 
Η λίστα των αριστουργηματικών ταινιών του Ιταλού δημιουργού είναι μεγάλη. Μπορεί να μας έρχονται συνήθως στο μυαλό εικόνες από το Dolce Vita και το 8 1/2, αλλά τα πραγματικά του διαμάντια είναι οι λιγότερο πιο γνωστές του ταινίες, όπως το La Strada, οι Νύχτες της Καμπίρια και το Amarcord. Θα ήθελα πάρα πολύ να μιλήσω γι' αυτό.
Το Amarcord είναι μία εκπληκτική συμβολική ταινία κι ανήκει στις σπάνιες περιπτώσεις όπου περνάει με εξαιρετικά εκλεπτυσμένο τρόπο το σκοτεινό πρόσωπο του φασισμού. Με αναπάντεχο τρόπο, ο Φεντερίκο Φελίνι χρησιμοποιεί μία κωμική σκοπιά για να αποτυπώσει τον σύγχρονο σκοταδισμό της αστικής τάξης, η οποία όμως μετατρέπεται απότομα σε μία αρκετά ύπουλη κι αποτελεσματική γροθιά στο στομάχι του κάθε ευσυνείδητου θεατή. Όμως ο δημιουργός δεν επικεντρώνεται μόνο σ' αυτό το μελανό κομμάτι της ιταλικής (κι ευρωπαϊκής) ιστορίας. 
Όλα ξεκινούν κι εξελίσσονται σε μία παραθαλάσσια πόλη της Ιταλίας. Το θαλασσινό αεράκι κι οι ανοιχτοί ορίζοντες της πόλης, λειτουργούν ως βασικοί παράγοντες στην ελεύθερη φύση των κατοίκων της. Ο τρελός της πόλης παρομοιάζει την ψυχή των κατοίκων με τους "κλέφτες", τους σπόρους που δε γνωρίζουν όρια, φράχτες και σύνορα κι ελεύθεροι αφήνονται στη δίνη του αέρα και ταξιδεύουν παντού (μπορείτε να το δείτε εδώ)
Μετά το υπέροχο ποιητικό ξεκίνημα, έρχεται η σειρά να γνωρίσουμε τα πρόσωπα της ιστορίας. Ο Φεντερίκο Φελίνι τους συγκεντρώνει όλους στην κεντρική πλατεία του χωριού όπου αναβιώνει ένα παγανιστικό έθιμο το οποίο πέρασε στην καθολική Ευρώπη ως το "κάψιμο της μάγισσας" (κάτι αντίστοιχο με το "κάψιμο του Ιούδα" στη χώρα μας). Όλοι οι κάτοικοι, προερχόμενοι απ' όλα τα κοινωνικά στρώματα, αυτοσυστήνονται, χαιρετίζονται και γιορτάζουν τον ερχομό της άνοιξης. Πέρα όμως από τους πρωταγωνιστές, υπάρχουν κι οι μορφές που παίζουν σημαντικό ρόλο στους καθημερινούς ρυθμούς. Αναφέρομαι στους τρελούς αλλά και τους περίεργους του κάθε χωριού. Την όμορφη πόρνη με τα καταθλιπτικά μάτια, τον τρελό πωλητή με το τρίκυκλο που του αρέσει να μοιράζεται με περαστικούς τα ψεύτικα κατορθώματά του σε υποτιθέμενα σεξουαλικά όργια, τον τυφλό που παίζει υπέροχα ακορντεόν, τον μοναχικό μοτοσικλετιστή που περιφέρεται άσκοπα στους δρόμους προκαλώντας θόρυβο και πανικό στους πεζούς που συναντά μπροστά του, στην χυμώδης χοντρή μπακάλισσα που γίνεται τα βράδια κρυφός πόθος στους νεαρούς της πόλης και τον δικηγόρο που είναι γνώστης της ιστορίας του τόπου αλλά αδιάφορος στους συμπολίτες του, όπως κι οι σημαντικές του γνώσεις. Πόσοι από μας που έχουμε ζήσει σε μικρές πόλεις, έχουμε κρατήσει στη μνήμη μας αντίστοιχες προσωπικότητες. Η Χίος είχε κι έχει πολλούς. 


Και μετά από την ευχάριστη παρουσίαση των προσώπων, προχωράμε στους τρεις βασικούς παράγοντες απ' όπου πηγάζει ο φασισμός. Ο Ιταλός σκηνοθέτης τους τοποθετεί με την εξής σειρά, το σχολείο όπου οι δάσκαλοι δυσκολεύονται να μεταβιβάζουν ορθά τις γνώσεις στους μαθητές. Είναι εκπληκτικός ο τρόπος που παρουσιάζει διάφορες περιπτώσεις δασκάλων με χούγια και είναι συγκινητικό που στα πρόσωπα αρκετών διακρίνουμε φυσιογνωμίες δικών μας δασκάλων (γέλασα υπερβολικά με τον τρόπο που κρατούσε το τσιγάρο του ο καπνιστής ιστορικός και με την οργισμένη έκρηξη του κοκκινοτρίχη διευθυντή). Έπειτα είναι η οικογένεια. Η έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των μελών φέρνει εντάσεις, καβγάδες κι αρνητικά συναισθήματα, τα οποία εξωτερικεύονται στις κοινωνικές συναθροίσεις και συμπεριφορές. Και τέλος είναι η εκκλησία, την οποία την παρουσιάζει σε ένα ξεκαρδιστικό σκηνικό όπου νέοι πάνε να εξομολογηθούν στον παπά αλλά εκείνος περισσότερο ενδιαφέρεται για τον εσωτερικό διάκοσμο της εκκλησίας. Οι διάλογοι μεταξύ παπά και νεαρών φανερώνουν μία απίστευτα κωμική εξυπνάδα.
Όμως ο φασισμός δεν είναι διασκεδαστικός. Ο Φεντερίκο Φελίνι σου παίρνει αμέσως το χαμόγελο από τα χείλη με την έλευση των μελανοχιτώνων στη πόλη. Σε μία τελετή υποδοχής του Μουσολίνι, όλοι οι κάτοικοι χαιρετούν φασιστικά (με τον ρωμαϊκό τρόπο όπως τον αποκαλούν οι φασίστες στην ταινία, θυμίζοντάς μας τους εγχώριους φασίστες που υποστηρίζουν πως χαιρετούν με τον αρχαιοελληνικό τρόπο). Όμως η έλευση των φασιστών έρχεται με αμμοθύελλα, περιορίζοντας αρκετά το οπτικό πεδίο των παρευρισκομένων (εκπληκτικός συμβολισμός κι εδώ). Οι επίσημοι προσκεκλημένοι γιορτάζουν τη μέρα με πατριδογνωσία και με αθλητικές ασκήσεις νεαρών μαθητών. Το βράδυ όμως, την ώρα που πίνουν τα κονιάκ τους επευφημώντας τον φασισμό, ένα γενικό μπλακ άουτ θα τους σαστίσει. Αυτό όμως που θα τους τρομοκρατήσει θα ναι ο ύμνος της Διεθνούς, ο οποίος απλώνεται σ' ολόκληρη την πόλη. Μες στο σκοτάδι ψάχνουν να βρουν την πηγή, εκνευρισμένοι από το θράσος των κομμουνιστών. Αυτό θα χει σαν συνέπεια στους κατοίκους της πόλης, να μετατραπεί η εορταστική μέρα σε εφιαλτική νύχτα.
Η ζωή όμως συνεχίζεται, κι ο σκηνοθέτης επιθυμεί να επικεντρωθεί σ' αυτό ως το μέγιστο θαύμα της ύπαρξής μας, η δύναμη του οποίου πηγάζει από τον έρωτα. Και τι πιο όμορφο να παρουσιάσεις την επιθυμία αυτή, μέσα από τις φωνές ενός τρελού, ο οποίος ανεβασμένος πάνω σε ένα δέντρο, ουρλιάζει πως θέλει μία γυναίκα.


Θα μπορούσα να συνεχίσω να γράφω κι άλλες σκηνές από την ταινία αλλά θα χάσει η ανάρτηση το νόημά της. Σκοπός είναι να αφεθείτε κι εσείς στον ποιητικά σουρεαλιστικό κόσμο του Φεντερίκο Φελίνι και να νιώσετε τη συγκίνηση της κάθε στιγμής. Να γελάσετε με τις κωμικές καθημερινές καταστάσεις, να αισθανθείτε τον πόνο της απώλειας αλλά και το πάθος της ερωτικής έξαψης. Αλλά περισσότερο να μαγευτείτε από την εκπληκτική μουσική που έγραψε ο Nino Rota γι' αυτήν την ταινία.
Αυτό που θα ήθελα να επισημάνω κλείνοντας είναι πως το τελείωμα μου θύμισε απίστευτα το φινάλε του αριστουργηματικού Underground του Κουστουρίτσα, ενώ η προηγούμενη σκηνή με τον χορό των νεαρών στην ομίχλη, μου έφερε στο μυαλό το εξαιρετικό πλάνο με το χορό στο ομιχλώδες τοπίο του Σαράγεβο, από το "Βλέμμα του Οδυσσέα" του δικού μας κ.Θόδωρου Αγγελόπουλου. Συμπτωματικά οι δυο αυτές ταινίες κοντραρίστηκαν στις Κάννες το 1995, με νικητή τον Κουστουρίτσα (ο κ.Θόδωρος Αγγελόπουλος δε το χώνεψε ποτέ).
Όσο για τους "τρελούς" της ιστορίας, θα ήθελα να μνημονεύσω τον τυφλό ακορντεονίστα με το εκπληκτικό του παίξιμο, τις εξαιρετικές του κινήσεις, το γέρσιμο του κεφαλιού του σε κάθε νότα αλλά και για τη στιγμή που με συγκίνησε αφάνταστα, όπου όλη η πόλη πήρε τις βάρκες της και βγήκε στα ανοιχτά για να προϋπαντήσει ένα τεράστιο υπερωκεάνιο που θα περνούσε από εκεί. Κι ενώ όλοι ήταν συγκινημένοι με το θέαμα της πλωτής πολιτείας, ο τυφλός έβγαλε τα γυαλιά του φανερώνοντάς μας τα θαμπά του μάτια τα οποία δε μπορούσαν να κρύψουν την συγκίνηση αλλά και την απορία, Με σπασμένη φωνή ρωτούσε τους συνεπιβάτες του στην βάρκα να του περιγράψουν το θέαμα που αντίκριζαν.
Το Amarcord είναι ένα αξεπέραστο αριστούργημα που αξίζει πολύ να θαυμάσουμε ξανά σε κάποιο θερινό σινεμά.

Βαθμολογία: 9/10

Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

4 χρόνια από το «μαύρο»: Οι ήρωες είναι ήρωες και όταν ηττώνται



Το τελευταίο άρθρο του Κώστα Εφήμερου, ο οποίος πέθανε σήμερα από ανακοπή καρδιάς

Αυτό το κλάμα υπάρχει ακόμα μέσα μου. Είναι πολύ εντυπωσιακό ότι ενώ ο ανθρώπινος εγκέφαλος μαθαίνει να ξεχνάει το κλάμα για να μπορεί να συνεχίζει να ζει, έχει ένα ειδικό κουτάκι που αποθηκεύει τα κλάματα που έρχονται από χαρά ή περηφάνια. Αυτά σκεφτόμουν σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά, τώρα που η πίκρα έχει αντικαταστήσει την χαρά για την επαναλειτουργία της ΕΡΤ.
Στα χρόνια που πέρασαν από εκείνο το συγκλονιστικό βράδυ χάθηκαν και κερδήθηκαν μια σειρά από μάχες. Άνθρωποι που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή της αντίστασης στο «μαύρο» θυμήθηκαν τις παλιές τους συνήθειες, άλλοι παραιτήθηκαν, άλλοι παραγκωνίστηκαν και άλλοι απλά φιμώθηκαν. Κοιτάζοντας τη σημερινή δημόσια τηλεόραση και ραδιοφωνία βρίσκω λίγες στιγμές ικανοποίησης. Η ΕΡΤ μου φαίνεται κυβερνητική, ανούσια, αδιάφορη.
Δεν ανήκα ποτέ σε αυτούς που ήθελαν τη μετατροπή της ΕΡΤ σε ένα ERTOPEN μετά την επαναλειτουργία. Για μένα η ΕΡΤ είναι ο πιο καλά χρηματοδοτημένος δημοσιογραφικός οργανισμός της χώρας και οφείλει να προστατέψει την δημοσιογραφική δεοντολογία. Δεν είναι επαναστατικός μηχανισμός. Πιστεύω ότι η σωστή και πολύπλευρη ενημέρωση είναι η τροφή της δημοκρατίας. Αν σήμερα η ορθή δημοσιογραφική λειτουργία ακούγεται επαναστατική είναι γιατί δεν λειτουργεί η δημοκρατία.
Νιώθω περήφανος για τη μάχη ενάντια στο «μαύρο» που ξεκίνησε σαν σήμερα πριν από τέσσερα χρόνια. Δεκαέξι μέρες συνεχόμενες σχεδόν χωρίς ύπνο μέχρι να αναλάβει η EBU τη μετάδοση του σήματος. Έφυγα από το κτίριο με ασθενοφόρο. Δεν ήμουν ο μόνος. Η επαναλειτουργία της ΕΡΤ βάφτηκε με αίμα.
Νιώθω περήφανος για τους ανθρώπους που γνώρισα εκείνες τις ημέρες. Ξέρουν πολύ καλά ποιοι είναι αυτοί. Με κάποιους μιλάμε ακόμα πότε-πότε. Με άλλους χαθήκαμε τελείως.
Αναρωτιέμαι σήμερα πώς να νιώθουν αυτοί που κράτησαν την ΕΡΤ ανοιχτή και σήμερα βλέπουν το αποτέλεσμα της μάχης τους. Φαντάζομαι όχι χαρούμενοι. Πρέπει να έγραψα πάνω από 10 φορές κάτι για την σημερινή εικόνα της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης. Κείμενα γεμάτα πίκρα και απογοήτευση. Δεν τα ανάρτησα όμως. Κάτι μέσα μου έλεγε ότι δεν πρέπει. Πριν από λίγους μήνες μίλησα με την Μαρίνα. Μια από τις γυναίκες του αγώνα που με σημάδεψαν τότε. Αυτή με βοήθησε να καταλάβω τι ήταν αυτό που με κρατούσε.
Σήμερα ξέρω ότι όλοι όσοι έδωσαν τη μάχη εκείνες τις ημέρες, αυτοί οι ήρωες, αξίζουν τον «σεβασμό της στιγμής». Χωρίς αυτούς δεν θα μπορούσαμε σήμερα να μιλάμε για το πόσο απογοητευτήκαμε από την κατάληξη. Χωρίς τις θυσίες τους δεν θα ξέραμε ότι γίνεται να αντισταθείς. Όπως η εξέγερση του 2008 μετά τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου ήταν η μαγιά για τους αγανακτισμένους του 2011. Όπως οι αγανακτισμένοι ήταν η μαγιά για την αντίσταση στο μαύρο. Όπως η αντίσταση στο μαύρο ήταν η μαγιά για την κατάρρευση του δικομματικού μοντέλου και την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι όλα όσα παθαίνουμε ως κοινωνία που αναζητά ένα καλύτερο αύριο γίνονται μαθήματα για την επόμενη κρίσιμη στιγμή. Και καμία επόμενη απογοήτευση, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν μπορεί να αμαυρώνει τις μεγαλειώδεις στιγμές της μάχης που κερδήθηκε για να φτάσουμε ως εκεί.
Σαν σήμερα πριν από τέσσερα χρόνια κοίταζα το παράθυρο από τον 3ο όροφο στο κτίριο της Μεσογείων και έκλαιγα. Δεν δάκρυσα, έκλαψα κανονικά με λυγμούς. Μετά περπάτησα το δαιδάλωδες κτίριο και κοίταζα τους ανθρώπους στους διαδρόμους. Στις τρεις περίπου τα χαράματα μια κοπέλα ήρθε και μου είπε αν μπορούσα να βγω στην εκπομπή της Αγλαΐας Κυρίτση που εξέπεμπε εκείνη τη στιγμή ζωντανά. Θυμάμαι που από την αίθουσα σύνταξης προσπαθούσα να μη λιποθυμήσω στον αέρα και αν κάποιος ψάξει και βρει το βίντεο από εκείνο το βράδυ θα δει ότι όσο περίμενα να μου μιλήσει η Αγλαΐα μουρμούριζα χωρίς φωνή ένα ποίημα για να κρατήσω το μυαλό μου σε λειτουργία. Στους μήνες που ακολούθησαν γνώρισα υπέροχους ανθρώπους. Ήρωες. Έμαθα να περπατάω το κτίριο και ακόμα και σήμερα όταν περνάω από έξω το κοιτάζω και σκέφτομαι περήφανα ότι μπορώ να το περπατήσω με κλειστά τα μάτια.
Οι ήρωες εκείνης της περιόδου σήμερα μπορεί να μη είναι ήρωες. Μπορεί να είναι και λιποτάκτες. Από εκείνο το βράδυ κρατάω τον ενθουσιασμό. Από το τέλος του 2013 και έπειτα θυμάμαι αμυδρά μόνο απογοητεύσεις. Λυπήθηκα όταν στην επαναλειτουργία της δεν με κάλεσε κανείς, παρά μόνο η Μαρίνα φρόντισε να υπάρχει μια δήλωσή μου σε ένα τρίλεπτο ρεπορτάζ για το δελτίο. Στεναχωρήθηκα πολύ όταν το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του Γιώργου Αυγερόπουλου για το «Χαμένο σήμα της Δημοκρατίας» δεν ασχολήθηκε καθόλου με το ότι το διαδίκτυο και μια χούφτα ανθρώπων έδωσε τη δυνατότητα στους χιλιάδες εργαζόμενους της ΕΡΤ να συνεχίζουν να εκπέμπουν από το πρώτο δευτερόλεπτο του «μαύρου». Απογοητεύτηκα από την σημερινή εικόνα της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης που δεν είναι ούτε δημόσια, αλλά μερικές φορές, ούτε καν ραδιοτηλεόραση. 
Ακόμα όμως και αν οι ήρωες εκείνης της περιόδου δεν είναι σήμερα ήρωες, αυτό δεν κάνει λιγότερο ηρωική την μάχη που έδωσαν τότε. Γιατί όπως ακριβώς οι μεγάλοι ήρωες ήταν οι δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι που ξενυχτούσαν τις πρώτες ημέρες στο προαύλιο της ΕΡΤ συμμετέχοντας στο μεγαλύτερο σε διάρκεια φεστιβάλ της σύγχρονης Ελλάδας έτσι και σήμερα οι ίδιοι είναι επίσης μέρος της ήττας. 
Ίσως δηλαδή αν και εμείς παραμέναμε εκεί να είχαν μεγαλύτερα ψυχικά αποθέματα και αυτοί που βρίσκονταν μέσα στο κτίριο.
Και με αυτές τις σκέψεις σας αφήνω με μια ελπίδα: Να μη ξεχάσουμε τι έγινε τότε. Ίσως μια μέρα να χρειαστεί να αναζητήσουμε αυτό το συναίσθημα ως εφόδιο σε μια επόμενη μάχη.

Πηγή: ThePressProject

Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

Το μετανεωτερικό ζωτικό χάος



του Θανάση Βασιλείου

Τι μας λέει η Ιστορία, η εμπειρία; Αν πάρουμε τον Χέγκελ τοις μετρητοίς, μας λέει ότι οι άνθρωποι και οι κυβερνήσεις δεν διδάχτηκαν ποτέ τίποτα από την Ιστορία∙ ότι ενώ θα μπορούσαν να επιλέξουν άλλες συνθέσεις, να γυρίσουν σελίδα, επέλεξαν αυτά που επιτάχυναν την εξέλιξή τους και, κατόπιν εορτής, προχώρησαν σε λυτρωτικές συνθέσεις. Ισχύει κάτι τέτοιο για τον 21ο αιώνα;
Οχι, γιατί ο 21ος αιώνας είναι ακόμα μικρός. Η εικόνα που δίνουν τα σήματά του «μοιάζει» απλώς με την εικόνα των σημάτων στις αρχές του 20ού αιώνα. Ομως, ο 20ός αιώνας εις πείσμα πολλών αντίθετων έγκαιρων και επαναλαμβανόμενων σημάτων απέδειξε τελικά ότι το πικρό συμπέρασμα –δεν μαθαίνουμε τίποτα από την Ιστορία–, εν μέρει, ήταν εσφαλμένο.
Στο μέτρο που μας αφορά, οι ευρωπαϊκές χώρες έψαξαν τα διδάγματα του παρελθόντος και, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ανέπτυξαν ανάλογα τις πολιτικές τους, άλλες σωστές, άλλες λανθασμένες. 
Ωστόσο, η περιγραφή της Ιστορίας από τον Κικέρωνα ως testis temporum, magister vitae -«μάρτυρας χρόνου, δάσκαλος ζωής»– χαρακτήρισε ευεργετικά και για πολλές ειρηνικές δεκαετίες την εμπειρία του προηγούμενου αιώνα. Το ζητούμενο είναι ο 21ος αιώνας.
Ποιο είναι το μεγάλο κάδρο; Κατ’ αρχάς είναι το ξήλωμα. Η δυτική συμμαχία βρίσκεται σε κενό, ακριβώς εβδομήντα χρόνια από την ομιλία του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, του στρατηγού Τζορτζ Μάρσαλ στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ τον Ιούνιο του 1947, όταν είχαν τεθεί τα θεμέλια της βοήθειας προς την Ευρώπη - γνωστής ως Σχέδιο Μάρσαλ.
Μετά την πρόσφατη επίσκεψη του Τραμπ στην Ευρώπη, η προεκλογική Ανγκελα Μέρκελ έφτασε κοντά στη διακήρυξη του θανάτου της Βορειοατλαντικής σχέσης: «Οι εποχές στις οποίες μπορούσε κανείς να βασιστεί στους άλλους έχουν σε έναν βαθμό παρέλθει, όπως συνειδητοποίησα τις τελευταίες ημέρες. Εμείς οι Ευρωπαίοι πρέπει να πάρουμε τις τύχες μας στα χέρια μας…» Βέβαια, η παραδοχή δεν είναι μονοσήμαντη. Δεν είναι όμως και ευοίωνη.
Κατά δεύτερον είναι η μετανεωτερική ανομία. Ο Αμερικανός πρόεδρος, χωρίς καθαρή ευρωπαϊκή ατζέντα, τορπιλίζοντας τη συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή, ασκεί διεθνή πολιτική (με τα μέλη της οικογένειάς του) τουιτάροντας καταιγιστικούς χρησμούς και αφορισμούς: «Πρέπει να σταματήσουμε να είμαστε πολιτικά ορθοί…
Αν δεν φερθούμε έξυπνα, η κατάσταση θα χειροτερέψει». Σε ένα από τα τρία νέα tweets που έκανε μέσα σε μισή ώρα με αφορμή το νέο τρομοκρατικό χτύπημα στο Λονδίνο, επιτέθηκε στον μουσουλμάνο δήμαρχο του Λονδίνου, Σάντικ Καν.
Η ηρωίδα του Nickelodeon, η Αριάνα Γκράντε, εκφράζοντας τη δυτική ποπ κουλτούρα, ανάρτησε στον λογαριασμό της στο twitter σκηνές live από τη συναυλία One Love Manchester που διοργανώθηκε στη μνήμη των 22 θυμάτων του Μάντσεστερ, δύο εβδομάδες μετά την επίθεση. Και οι Εργατικοί και Συντηρητικοί ανοίγουν προεκλογικό blame game για την αποδυνάμωση της αστυνομίας. Και στην Παναγία των Παρισίων, οι παρευρισκόμενοι θεωρούν αυτονόητο να έχουν ψηλά τα χέρια. Βέβαια, μέσω των λογαριασμών τους στο twitter μεταδίδουν ειδήσεις όλες οι ιστοσελίδες, οι εφημερίδες και τα πρακτορεία της Μέσης Ανατολής.
Στη «γηραιά» ήπειρο των οικονομικών-πολιτικών κύκλων, του αξεδιάλυτου Brexit, η ένταση της οικονομίας -ο παράγοντας που θα έπρεπε να επηρεάζει τις αποφάσεις των ψηφοφόρων- έχει υποκατασταθεί από την ένταση της τρομοκρατίας και η «ψήφος του φόβου» υπονομεύει τη δυτική δημοκρατική νομιμοποίηση, μαζί με την ασφάλεια.
Το μεγαλύτερο μέρος του στρατηγικού πλαισίου της συμφωνίας Ε.Ε.-Τουρκίας παραμένει ασταθές. Η Ελλάδα της μακροχρόνιας ανεργίας και των νεοπληβείων, του αξεδιάλυτου χρέους και των μνημονιακών υποχρεώσεων, αντιμετωπίζει έναν εξηκονταετή νάρθηκα (!) στην οικονομία και την κοινωνία, που είναι παράλογος και δεν βοηθά.
Η τουρκική κυβέρνηση, μετά το δημοψήφισμα, είναι όλο και πιο αυταρχική και απρόβλεπτη και ο νεοσουλτάνος της Τουρκίας δεν σταματά την αντιευρωπαϊκή ρητορική και τα περιφερειακά παιχνίδια με επίκεντρο το Κουρδικό.
Και ενώ η Ευρώπη υποφέρει από την αρχιτεκτονική της, τη λιτότητα και τα σχέδια προσαρμογής, οι εθνικές κυβερνήσεις της δείχνουν να υποφέρουν από διάφορες ταυτόχρονες πολιτικές κρίσεις που σχετίζονται με τη μετανάστευση, αλλά κυρίως δείχνουν να υποφέρουν από την τρομοκρατία, την οποία συνδέουν με τη μετανάστευση και την προσφυγική ροή από τη Μέση Ανατολή και την Αφρική.
Τέλος, η Συρία αλλά και η Λιβύη -οι κύριες εστίες του τζιχαντισμού- παραμένουν βυθισμένες στο χάος και στον εμφύλιο αποτελώντας τις βασικές δεξαμενές της βίαιης μετακίνησης και της διόγκωσης του προσφυγικού.
Εν τω μεταξύ, στις περιφερειακές συγκρούσεις ανοίγει ο κύκλος των διαφορών Σαουδικής Αραβίας και Κατάρ ενώ, μ’ αυτά και με τ’ άλλα, ο γιος του Μπιν Λάντεν, ο Χάμζα Μπιν Λάντεν, ετοιμάζεται να αναβιώσει το παγκόσμιο δίκτυο της Αλ Κάιντα με κέντρο όχι μόνον το Αφγανιστάν και το Πακιστάν, σχεδιάζοντας μελλοντικές αναβιώσεις της 11ης Σεπτεμβρίου.
Ολα αυτά είναι ένα ζωτικό μετανεωτερικό χάος, και όχι το νηφάλιο τέλος της κρίσης. Μπορεί και όχι. Οι δεκαετίες θα δείξουν.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

Ματέρα, η αρχαιότερη πόλη της ιταλικής χερσονήσου




Ένας παράγοντας που κάνει κάποιους προορισμούς αξέχαστους στα ταξίδια, είναι οι πόλεις που πηγαίνεις ανυποψίαστος και φεύγεις απίστευτα εντυπωσιασμένος.
Η Ματέρα ήταν μία από τις πόλεις που μπήκαν στο πρόγραμμα του οδοιπορικού την τελευταία στιγμή μετά από κάποιες αλλαγές. Δεν είχα προλάβει να συλλέξω αρκετές πληροφορίες, οπότε άφησα την διαίσθησή μου να μας οδηγήσει εκεί. Και το αποτέλεσμα ήταν να την λατρέψουμε κι οι τρεις μας. Όσο για μένα, την έχω εντάξει στη λίστα με τις πόλεις που θέλω να επισκεφθώ ξανά (όπως συνέβη με το Σπλιτ στην Κροατία).
Η Ματέρα είναι ένας αρκετά καλά κρυμμένος θησαυρός στην Ιταλία. Αλλά τώρα που το ξανασκέφτομαι, από τη στιγμή που η ωραιότερη χώρα της Ευρώπης δε ξέρει ποιο στολίδι της να πρωτοαναδείξει, κι ο ανταγωνισμός ομορφιάς κάποιων πόλεων είναι μεγάλος, είναι λογικό κάποιες πόλεις της να αδικούνται. Κι η αλήθεια είναι πως από τις βόλτες μου στη χώρα αυτή, συνάντησα αρκετές πόλεις που η ομορφιά τους παραμένει ακόμα καλά κρυμμένη κι άγνωστη στο ευρύ κοινό.
Εικάζεται από ιστορικούς πως η περιοχή της Ματέρα, είναι το πρώτο σημείο που κατοικήθηκε από ανθρώπους στην ιταλική χερσόνησο, και θεωρείται πως ανήκει στους παλαιότερους οικισμούς του κόσμου. Η πόλη έχει λάβει αρκετούς χαρακτηρισμούς. Κάποιοι την αποκαλούν ως την Καππαδοκία της Ιταλίας διότι τα πρώτα σπίτια είναι λαξευμένα στους βράχους της ευρύτερης περιοχής, κάποιοι άλλοι την λένε Σαντορίνη για το οριζόντιο κι άλλες φορές κάθετο χτίσιμο των σπιτιών μέσα στα βράχια, ενώ κάποιοι άλλοι την έχουν ονομάσει Υπόγεια Πόλη λόγω του σχήματός της, το οποίο απλώνεται μέσα σε μία βραχώδης γούβα. Από το 1993 το ιστορικό κομμάτι της πόλης ανήκει στα μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς της Unesco.
Όπως και σε κάθε άλλη ιταλική πόλη, δυσκολευτήκαμε να βρούμε χώρο στάθμευσης. Με το φόβο κάποιας κλήσης, αναγκαστήκαμε να παρκάρουμε το αμάξι λίγο πιο έξω από το κέντρο της πόλης. Αυτό όμως στάθηκε αφορμή να γνωρίσουμε και το σύγχρονο κομμάτι της Ματέρα, στο οποίο ξεχωρίζει η χλιδή κι η ιταλική φινέτσα. Ίσως να είναι από τα λίγα σημεία του ιταλικού νότου όπου οι κάτοικοι είναι οικονομικά άνετοι και το δείχνουν. Βαδίζοντας προς το ιστορικό κέντρο, το τοπίο άρχισε να μεταβάλλεται. Τα κτίρια γινόντουσαν παλιότερα με μία πιο καλαίσθητη αρχιτεκτονική διακόσμηση.
Λίγο πριν αντικρίσουμε την παλιά πόλη, βρεθήκαμε σε μία μεγάλη πλατεία. Πιθανότατα σημείο αναφοράς, μιας κι εκεί ξεκινούσαν όλοι οι πεζόδρομοι. Δίπλα σε ένα μικρό εκκλησάκι υπήρχε ένα στεγασμένο μπαλκόνι. Απροετοίμαστοι για τη θέα του, πήγαμε προς τα εκεί. Το τοπίο που ανοίχτηκε μπροστά μας ήταν κάτι παραπάνω από μαγευτικό.
Μία ολόκληρη πόλη απλωνόταν κάτω από τα πόδια μας. Πολλά σπίτια κολλημένα πάνω στις βραχώδης πλαγιές κατηφόριζαν προς μία ανοιχτή γούβα. Η αρμονία τοπίου και κτιρίων ήταν εκπληκτική. Στο βάθος ο καθεδρικός έστεκε σαν λευκό στέμμα πάνω από την παλιά πόλη.
Η σύγχρονη πόλη σταματάει στο χείλος της γούβας, με υπέροχα μπαλκόνια σαν αυτό που βρισκόμασταν εμείς. Από το μπαλκόνι που καθόμασταν βλέπαμε κι άλλους επισκέπτες να στέκονται σε άλλα σημεία και να θαυμάζουν το τοπίο που απλωνόταν μπροστά τους. Αυτά τα μπαλκόνια λειτουργούσαν σαν μηχανές του χρόνου. Ενώ πίσω μας είχαμε ένα σύγχρονο κομμάτι, από την άλλη μεριά γυρνούσαμε χιλιετίες πίσω.
Περιμετρικά της παλιάς πόλης υπάρχουν μικρές στοές που σε οδηγούν στην καρδιά της Υπόγειας Πόλης. Όσο κατεβαίνεις τόσο περισσότερο αφήνεις το παρόντα χρόνο πίσω σου. Πολλά σπίτια παραμένουν κολλημένα στους βράχους, ενώ άλλα πετάγονται σαν μανιτάρια πάνω από τη βραχώδης επιφάνεια του τοπίου. Τα χρώματα είναι γήινα. Το γκρίζο των βράχων δένει απόλυτα με το μπεζ των κτιρίων. Διάφορες χρωματικές πινελιές των κατοίκων σπάνε αυτήν την αρμονία τραβώντας την προσοχή των ματιών μας. Χρωματιστές γλάστρες, πολύχρωμα άνθη, διακοσμητικά στοιχεία στις βεράντες κι άλλα πολλά.
Είναι εντυπωσιακό πως αυτή η πόλη θα εξαφανιζόταν αν δεν μεσολαβούσε το ιταλικό κράτος πριν από μερικές δεκαετίες, όταν αποφάσισε να παραχωρήσει για 99 χρόνια τα σπίτια-σπηλιές σε διάφορους Ιταλούς, με το σκεπτικό να τα επισκευάσουν και να τα αναδείξουν. Όσοι ρίσκαραν τότε, σήμερα απολαμβάνουν τα τεράστια οφέλη του τουρισμού σε μία πόλη που ακόμη δεν έχει γίνει ευρέως γνωστή.
Μέχρι το 1980 η πόλη είχε βρεθεί στην απόλυτη παρακμή της. Μη ξεχνάμε πως πριν γίνει τουριστικό και πολιτισμικό θέρετρο, η Ματέρα ήταν καθαρά αγροτική πόλη. Οι συνθήκες διαβίωσης μέσα στα βράχια ήταν άσχημη. Άνθρωποι με ζώα και πρώτες ύλες στοιβάζονταν σε μικρές κοιλότητες, οι οποίες ήταν χτισμένες μόνο από την μία μεριά. Οι Ιταλοί που αποφάσισαν να επενδύσουν στην περιοχή, παρέλαβαν κτίρια που λειτουργούσαν πλέον ως αποθηκευτικοί χώροι.
Όλα ξεκίνησαν όταν ο πολιτικός Aλντιντσε ντε Γκάσπαρι, συγκλονισμένος με το βιβλίο του Κάρλο Λέβι «Ο Χριστός σταμάτησε στο Eμπολι»,αποφάσισε να βελτιώσει τη ζωή των κατοίκων της πόλης προσφέροντάς τους νέα σπίτια. Η μετακίνηση των κατοίκων μετέφερε τα σπίτια-σπηλιές κάτω από την ιδιοκτησία του κράτους, το οποίο ευαισθητοποιήθηκε μερικές δεκαετίες αργότερα όταν αποφάσισε να το αναδείξει.
Όμως η Ματέρα έζησε και στιγμές ευημερίας. Η πρώτη ήταν όταν η πόλη πέρασε στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (μετά τη πτώση της Δυτικής), αλλά αυτό την οδήγησε στα πρόθυρα του εμφυλίου κατά την περίοδο της Εικονομαχίας. Μετά απ' αυτήν την ταραχώδη περίοδο, αρκετοί μοναχοί από Συρία και Καππαδοκία μετανάστευσαν εκεί, ενισχύοντας την ελληνικότητα της πόλης. Με την κατάληψη των Νορμανδών, η Ματέρα έγινε διοικητικό κέντρο της Μπασιλικάτα, προσφέροντάς της μία ακόμη περίοδο ευημερίας μέχρι το 18ο αι. όταν και μεταφέρθηκε η πρωτεύουσα στην Ποτέντσα, κάτι που την οδήγησε σε μόνιμη παρακμή μέχρι τις μέρες μας.
Πολιτιστικά, η πόλη είναι πλούσια σε εκκλησίες. Πέρα από τον εντυπωσιακό λευκό Καθεδρικό, ο οποίος στέκει επιβλητικά πάνω από την παλιά πόλη, ενδιαφέρουσα είναι κι η εκκλησία του San Pietro Caveoso, η οποία έχει διατηρήσει πανέμορφες βραχώδεις αγιογραφίες αλλά και ο Άγιος Νικόλαος των Ελλήνων (San Nicola del Greci) που βρίσκεται μέσα σε σπηλιά.
Η Ματέρα μας έπιασε πραγματικά απροετοίμαστους. Μπορεί να τη γυρίσαμε όλη και να την θαυμάσαμε από κάθε της σημείο αλλά φύγαμε έχοντας την αίσθηση πως δεν την χορτάσαμε όσο θα θέλαμε.
Αυτό όμως που μάθαμε είναι πως η πόλη έχει επιλεχθεί ως πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης για το 2019. Γι' αυτόν τον λόγο υπήρχε κι ένα όργιο αναστηλώσεων κι αποκαταστάσεων στις προσόψεις των κτιρίων.
Από την άλλη είναι μία αφορμή να επισκεφθώ ξανά μια κρυμμένη ομορφιά της Ιταλίας.

Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Κόκκινη Έρημος (1964)


Το καλοκαίρι είναι πλέον εδώ κι οι θερινοί μπορούν να προσφέρουν μαγευτικές βραδιές ειδικά όταν για τις προβολές τους επιλέγουν υπέροχα διαμάντια του κινηματογράφου. Από το "Ζούσε τη Ζωή της" του πολυαγαπημένου Γκοντάρ μεταφερόμαστε στην επαναστατική ματιά του Μικελάντζελο Αντονιόνι, ο οποίος μας πρόσφερε πριν από μισό αιώνα μία από τις πιο φεμινιστικές ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου. Αναφέρομαι στην "Κόκκινη Έρημο". 
Η ταινία επικεντρώνεται στην ψυχοσύνθεση μιας γυναίκας, της Τζουλιάνα, η οποία είναι σύζυγος ενός μεγαλοβιομήχανου κάτι που την έχει αναγκάσει να ζει και να μεγαλώνει το παιδί της σε ένα δηλητηριασμένο βιομηχανικό περιβάλλον. Οι γρήγοροι ρυθμοί, οι θόρυβοι των εργοστασίων, το μολυσμένο ποτάμι, τα ανθυγιεινά καυσαέρια των εργοστασίων κι η μονοτονία της καθημερινότητάς της την έχουν οδηγήσει σε μία επικίνδυνη κατάθλιψη. Ένα τροχαίο ατύχημα (ίσως κι απόπειρα αυτοκτονίας) στάθηκε η αφορμή να ξεχειλίσει το ποτήρι της αντοχής της, μ' αποτέλεσμα να υποστεί νευρικό κλονισμό. Ο άνδρας της έχει απελπιστεί με την όλη κατάσταση, κάτι που τον έχει απωθήσει σε μία σιωπηλή αποστασιοποίηση. Η αδιαφορία του συζύγου, ωθεί την Τζουλιάνα προς την αγκαλιά ενός συναδέλφου του, ο οποίος δε κρύβει τον έρωτά του γι' αυτήν. Ευελπιστώντας πως θα βρει την ηρεμία της μέσα στο ερωτικό τρίγωνο που δημιουργείται, η Τζουλιάνα θα διαπιστώσει πως στην ψυχολογική της κρίση δεν υπάρχουν λύσεις από τους ανθρώπους γύρω της. Ή θα πρέπει να κάνει την επανάστασή της ή να συμβιβαστεί με τη ζωή που έχει αναγκαστεί να κάνει.
Είναι εκπληκτικό το πόσο μπροστά ήταν το βλέμμα του σκηνοθέτη σχετικά με τις συνέπειες που έχουν οι σύγχρονοι και γρήγοροι ρυθμοί των βιομηχανικών κοινωνιών. Η αποξένωση, η μοναξιά, η έλλειψη επικοινωνίας, η ασέβεια προς τη φύση, η αποκοπή από τις ρίζες μας, η λήθη των παιδικάτων μας. Η ταινία ήταν μία αφύπνιση προς το ομιχλώδες τοπίο που βάδιζε κι εξακολουθεί να βαδίζει ο δυτικός κόσμος.


Πολλά είναι τα χαρακτηριστικά της ταινίας που μου έκαναν μεγάλη εντύπωση, προσφέροντάς μου μία υπέροχη κινηματογραφική βραδιά. Πρώτα απ' όλα θα αναφερθώ στην εκπληκτική ερμηνεία της Μόνικα Βίτι. Είναι πρώτη φορά που παρακολούθησα ερμηνεία της και πραγματικά θαμπώθηκα από τη διαχρονική της γοητεία και το εκφραστικότατο βλέμμα της. Η ερμηνεία της είναι ένα από το στοιχείο που εκτινάσσουν την ταινία. Οι βαθιές τις ανάσες, το απλανές της βλέμμα, η ασυναρτησία των σκέψεών της, η εξωτερίκευση των ψυχικών της αδιεξόδων. Σου περνούσε με έντονο τρόπο τις κραυγές απόγνωσης και μοναξιάς. Μέσα όμως στις δύσκολες καταστάσεις υπήρχαν κι ορισμένες στιγμές ψυχικής αναλαμπής, όπως το πρωτότυπο ερωτικό της κάλεσμα στο κόκκινο δωμάτιο μιας παράγκας δίπλα στη θάλασσα. 
Ένα άλλο στοιχείο που με κέρδισε στην ταινία είναι οι ευφάνταστες κόκκινες πινελιές σε αρκετά πλάνα. Μ' αυτόν τον τρόπο, το κόκκινο χρώμα γίνεται το βασικότερο στοιχείο της ταινίες. Η ποσότητά του και το πόσο έντονο είναι, συσχετίζεται με τις διαθέσεις των προσώπων, ερεθίζοντας υποσυνείδητα και τα δικά μας συναισθήματα ως θεατές. Επίσης εξαιρετική ισορροπία έχουν τα κάδρα που επιλέγει ο σκηνοθέτης. Κάθε πλάνο μπορεί να σταθεί από μόνο του ως μία εκπληκτική φωτογραφία. Ωστόσο τα πλάνα με τα θολά τοπία, τα διαφανή δέντρα και την ομίχλη θύμισαν απίστευτα διάφορα πλάνα από ταινίες των Ταρκόφσκι κι Αγγελόπουλο. Καταπληκτική η σκηνή που εμφανίζεται το πλοίο μέσα από την ομίχλη. 
Οι διάλογοι είναι λιτοί. Τα λόγια είναι λίγα αλλά η συναισθηματική φόρτιση που κουβαλούν είναι έντονη. Με μία φράση τόσο η Μόνικα Βίτι όσο κι υπόλοιποι ηθοποιοί περνούσαν εκατοντάδες προβληματισμούς, σκέψεις και συναισθήματα. Είναι εξαιρετικό προτέρημα τα λίγα λόγια με νόημα, με την συγκεκριμένη ταινία να παίρνει άριστα σ' αυτό. 


Η μουσική είναι ανύπαρκτη, εκτός από τους τίτλους αρχής. Πιθανότατα ο σκηνοθέτης ήθελε να δώσουμε βάση στους θορύβους που μας περιβάλλουν καθημερινά, τους οποίους μπορεί να έχουμε συνηθίσει και να αγνοούμε αλλά τη ζημιά τους την κάνουν. Αυτό φαίνεται στα ξαφνικά βουητά που ακούει η ηρωίδα σε διάφορες στιγμές ησυχίας, σα να υπάρχει ένας μηχανισμός όπου ενεργοποιεί τους εσωτερικούς μας θορύβους κάθε φορά που οι εξωτερικοί παύουν να είναι ενοχλητικοί. 
Η Κόκκινη Έρημος δε βρίσκεται κάπου μακριά, σε κάποια τροπική ζώνη. 
Η Κόκκινη Έρημος είναι το αστικό περιβάλλον στο οποίο κινούμαστε, αναπνέουμε, ερωτοτροπούμε, μιζεριάζουμε, φθειρόμαστε και πεθαίνουμε χωρίς να χουμε καταφέρει να πιάσουμε τη ζωή από τα μυαλά. 
Η Κόκκινη Έρημος είναι μέσα μας αλλά και γύρω μας. Εσωτερικά θάβει κάθε συναισθηματική μας φόρτιση ενώ εξωτερικά μας τυφλώνει και μας πνίγει. Μας απομονώνει. 
Στην Κόκκινη Έρημο λειτουργούμε ως ρομπότ, χωρίς ευαισθησίες, χωρίς σκέψεις, χωρίς όνειρα. Ζωντανοί-νεκροί που απώτερο σκοπό μας είναι η οικονομική ενίσχυση του εργοδότη μας. 
Η ταινία είναι ένα αξεπέραστο αριστούργημα του κινηματογράφου, η οποία όσο περνούν τα χρόνια τόσο περισσότερο ανεβαίνει η αξία της, διότι 53 χρόνια μετά παραμένει επίκαιρη και διδακτική στους διαχρονικούς συμβολισμούς της. 
Οι ερμηνείες, τα πλάνα κι οι κόκκινες πινελιές καθιστούν την ταινία ως μία εξαιρετική επιλογή για θερινή προβολή. 

Βαθμολογία: 9/10

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

Η διαφορά ως ισότητα



του Περικλή Κοροβέση

Κάποια παιδιά γεννιούνται διαφορετικά. Και δεν εννοώ τα παιδιά που εκ γενετής έχουν κάποια αναπηρία ή δυσπλασία. Μιλάω για υγιέστατα μωρά που από τα πρώτα τους βήματα διαφέρουν από τα άλλα. Το τι τα κάνει διαφορετικά ένας θεός το ξέρει.
Για μας τους θνητούς πρέπει να επιλέξουμε κάποια εξήγηση είτε από τους γενετιστές (DNA) είτε από τους κοινωνιστές (περιβάλλον). Αυτά τα παιδιά δεν προσαρμόζονται εύκολα στον κοινωνικό τους χώρο και συχνά χαρακτηρίζονται προβληματικά, ενώ μπορεί να είναι ιδιαίτερα ταλαντούχα και να μην αισθάνονται καμιά διαφορά με τα άλλα.
Και εδώ με σιγουριά μπορούμε να πούμε πως αυτό το «διαφορετικό» είναι ένας αυθαίρετος χαρακτηρισμός που ξεκινάει από την οικογένεια, διαμορφώνεται στο σχολείο και εμπεδώνεται στην κοινωνία. Στην πραγματικότητα όλοι οι άνθρωποι είμαστε διαφορετικοί, αλλά η κοινωνία μάς θέλει ομοιόμορφους. Και εδώ έχουμε φασισμό, ακόμα και σε κοινωνίες που θέλουν να λέγονται δημοκρατικές.
Ας καταφύγουμε λοιπόν στην ψυχανάλυση. Ο Λακάν στα «Γραπτά» του μιλάει για το στάδιο του καθρέφτη. Το παιδί που κοιτάζεται στον καθρέφτη δεν μπορεί να αποκτήσει συνείδηση του εαυτού του. Δηλαδή το πιστό του είδωλο δεν τον κάνει να καταλάβει ποιος είναι.
Αυτό το κατακτά μόνο όταν έρθει σε συναναστροφή με τους άλλους. Οπως πάλι και η προσωπικότητα ενός ατόμου αναδεικνύεται μόνο μέσα από μια συλλογικότητα. Αλλιώτικα έχουμε τυράννους, μικρούς ή μεγάλους, που θέλουν να επιβληθούν, κατά κανόνα με αξιώματα, γιατί απλά ο λόγος τους, δηλαδή το επιχείρημά τους, δεν έχει καμιά πέραση. Και έτσι αισθάνονται ασφαλείς μόνο όταν διατάζουν.
Αυτό ισχύει ακόμα και για τις παρέες. Οταν οι άνθρωποι διαμορφώνονται ομοιόμορφα, χάνουν την προσωπικότητά τους και τότε ψάχνουν για αρχηγό. ‘Η ακόμα κάποιο μεταφυσικό φαινόμενο, π.χ. θρησκεία, που έχει ζωντανό εκπρόσωπο στη Γη. Τότε, ο ακραίος φανατισμός που συνοδεύεται από φρικαλέες πράξεις παίρνει το όνομα της πίστης και της ευλάβειας.
Αυτοί που ξεφεύγουν από την ομοιομορφία είναι κατά κανόνα οι καλλιτέχνες. Τι κάνει μια νεαρή κοπέλα ή ένα νέο αγόρι να επιλέξει να γίνει ηθοποιός, ζωγράφος, χορευτής, ποιητής κ.λπ. όταν έχει εξασφαλισμένη την πείνα και οι ελπίδες να ζήσει από το επάγγελμά του είναι μηδαμινές έως ανύπαρκτες; Γιατί δεν προτίμησε να ενταχθεί σε κάποιο κόμμα εξουσίας και να εξασφαλίσει μια σίγουρη θέση στο Δημόσιο;
Ή ακόμα να αναζητήσει μια θέση σε κάποια τράπεζα ή μεγάλη επιχείρηση, που θεωρούνται σίγουρες δουλειές (τουλάχιστον μέχρι πρότινος); Νομίζω, θεωρητικά τουλάχιστον, η δημιουργία είναι η αναζήτηση του πραγματικού εαυτού μας, που είναι θαμμένος στις κοινωνικές προκαταλήψεις και μας κάνει να παίζουμε έναν ρόλο σε μια κοινωνία θεάματος. Δηλαδή ζούμε στο ψέμα.
Αυτό βέβαια μοιάζει λιγάκι μανιχαϊκό. Γιατί υπάρχουν καλλιτέχνες που έχουν τη νοοτροπία του δημόσιου υπαλλήλου, κυρίως αυτοί που επιδιώκουν διευθυντικές θέσεις, ανάλογα με τα πολιτικά τους βύσματα. Οπως υπάρχουν και υπάλληλοι που μας έχουν αφήσει θαυμάσια έργα (κυρίως λογοτεχνία).
Και μια που το ‘φερε η ρύμη του λόγου... Δημιουργία δεν είναι μόνο το καλλιτεχνικό έργο. Είναι κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα που προσφέρει στην κοινωνία και αποσκοπεί στη συνεκτικότητά της, υφαίνοντας τον ιστό της αλληλεγγύης, και όχι στο κέρδος. Από αυτές τις δραστηριότητες εξαιρούμε την κρατική βία, τον πόλεμο και την αισχροκέρδεια που θεμελιώνουν τις σημερινές κοινωνίες. Πριν από μερικά χρόνια είχε γίνει μια έρευνα στην Αγγλία για το ποια είναι τα πιο χρήσιμα επαγγέλματα.
Την πρώτη θέση είχαν οι καθαρίστριες των νοσοκομείων και ειδικότερα στα λοιμωδών και τη δεύτερη θέση οι οδοκαθαριστές. Χωρίς αυτούς τους ανθρώπους θα είχαμε επιδημίες. Στην τελευταία θέση ήταν οι χρηματιστές και οι τραπεζίτες. Αλλά ας κοιτάξουμε λιγάκι και τα δικά μας. Τους ανθρώπους που μας δίνουν την τροφή μας -γεωργοί, κτηνοτρόφοι, ψαράδες- δεν τους λέμε χωριάτες και βλάχους ή αγροίκους και άξεστους; Τιμήθηκε ποτέ, έστω και συμβολικά, κάποιος από αυτούς; 
Αντίθετα, η αριστερή μας κυβέρνηση ετοιμάζεται να δώσει μια ύψιστη διάκριση σε έναν αστέρα της χούντας. Εδωσε ποτέ καμιά επιβράβευση σε κάποιον αντιστασιακό; ‘Η τουλάχιστον στον ΣΦΕΑ (Σύνδεσμος Φυλακισθέντων - Εξορισθέντων Αντιστασιακών 1967-1974); Και αυτό βέβαια εξηγείται με τη συνέχεια του κράτους. Αν οι πρωθυπουργοί έκαναν και αυτοί έναν σύλλογο, θα έβαζαν και τον Παπαδόπουλο μέσα; Ρώτησα κάποιους φίλους μου νομικούς.
Ποιοι νόμοι των δικτατόρων Μεταξά-Παπαδόπουλου έχουν καταργηθεί; Και η απάντηση ήταν: Σχεδόν κανένας. Και έθεσα στον εαυτό μου το ερώτημα: Είναι ποτέ δυνατόν μια κυβέρνηση της Αριστεράς να έχει ακόμα σε ισχύ φασιστικούς νόμους; Ας μας δώσουν μια απάντηση οι βουλευτές της πλειοψηφίας.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Τι δουλειά έχουν οι Γερμανοί με την εμπορική ναυτιλία;



Οι δηλώσεις το Γερμανού υπουργού οικονομικών σχετικά με τους Έλληνες εφοπλιστές, προκάλεσε απορίες στον ελληνικό λαό και το εξής ερώτημα, «τι δουλειά έχουν οι Γερμανοί με την εμπορική ναυτιλία;»
Κι όμως, σύμφωνα με στοιχεία της περασμένης πενταετίας, οι Γερμανοί εφοπλιστές κατείχαν τον μεγαλύτερο στόλο πλοίων εμπορευματοκιβωτίων (ήλεγχαν 1.800 από τα 5.000 σκάφοι σ’ όλο τον κόσμο). Απ’ αυτά όμως μόνο 400 είχαν γερμανική σημαία.
Μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, η γερμανική ναυτιλία έπεσε σε βαθιά προβλήματα, αναγκάζοντας του Γερμανούς εφοπλιστές να ζητήσουν κρατική διάσωση.
Κι ενώ οι τράπεζες ταλαντευόντουσαν στο αν άξιζε να σωθεί ο συγκεκριμένος κλάδος, η Γερμανίδα καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ πήρε την απόφαση να δώσει μία ακόμη ευκαιρία στην γερμανική ναυτιλία ανακοινώνοντας το φθινόπωρο του 2015 φορολογικές απαλλαγές για τους εφοπλιστές, ευελπιστώντας πως οι εταιρίες τους θα ανακάμψουν.
Ωστόσο, δυο χρόνια αργότερα, οι γερμανικές τράπεζες ξεκίνησαν μία νέα σειρά προειδοποιήσεων για πρόσθετες ζημιές δισεκατομμυρίων από ναυτιλιακά δάνεια, δηλώνοντας πως όλα αυτά τα χρόνια πετούσαν τα λεφτά τους σ’ έναν κλάδο ο οποίος κατέρρεε, μετατρέποντας τα δάνεια σε τοξικό χρέος. Παρ' όλα αυτά, το γερμανικό κράτος εξακολουθεί να παρέχει φοροαπαλλαγές στους εφοπλιστές του.
Παρατηρώντας την πρόσφατη καταρρέουσα ιστορία της γερμανικής ναυτιλίας, μπορούμε να διαπιστώσουμε πως μόνο τυχαίες δεν ήταν οι πρόσφατες δηλώσεις του Γερμανού υπουργού οικονομικών. Δεν τον έπνιξε το άδικο που οι Έλληνες πολιτικοί δεν τα βάζουν με τους εφοπλιστές. Απλά του ξέφυγε ασυνείδητα ένα νεοφιλελεύθερο παράπονο για την δικιά τους αποτυχία.
Οι «ατυχείς» δηλώσεις του Γερμανού υπουργού οικονομικών φανερώνουν τον αθέμιτο, αθόρυβο κι ίσως ανήθικο ανταγωνισμό των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάτι που αναιρεί την παρελθοντική ιδέα της Ευρώπης των Λαών.
Κύριε Σόιμπλε πιστεύω πως γνωρίζετε καλά πως οι ανταγωνιστές δεν μπορούν να είναι κι εταίροι.

Πρώτη δημοσίευση: aplotaria.gr

Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017

Μπασιλικάτα, περιπλανήσεις στα ορεινά χωριά της Κάτω Ιταλίας




Από την απομονωμένη χερσόνησο της Καλαβρία, περάσαμε στο ορεινό κομμάτι της Κάτω Ιταλίας. Η Μπασιλικάτα ίσως να μην ανήκει στις διάσημες περιοχές της χώρας αλλά μπορεί να αισθάνεται περηφάνια για δυο λόγους. Ο ένας είναι η Ματέρα που θα την αναφέρω στην επόμενη ανάρτηση κι ο άλλος για το πανέμορφο χωριό Καστελμετζάνο. Η περιπλάνησή μας θα ξεκινήσει απ' αυτό.
Το Καστελμετζάνο (00:05-02:20) βρίσκεται ακριβώς στην καρδιά της Μπασιλικάτα. Κρυμμένο ανάμεσα σε τεράστια βουνά και προστατευμένο κάτω απ' τη σκιά κάθετων βράχων. Οι Ιταλοί το αποκαλούν Μετέωρα της Ιταλίας ενώ η ταξιδιωτική έκδοση του Budget Travel το τοποθέτησε στα δέκα πιο άγνωστα μέρη του κόσμου που αξίζει κανείς να επισκεφθεί. Επίσης ανήκει στην ομάδα των πιο όμορφων χωριών της Ιταλίας.
Η ιστορία του χωριού ξεκινάει από τις κοιλάδες της περιοχής οι οποίες κατοικήθηκαν από Έλληνες αποίκους τον 5ο αι. π.Χ. Μερικούς αιώνες αργότερα και συγκεκριμένα τον 10 αι. μ.Χ., εξαντλημένοι οι κάτοικοι από τις συνεχείς επιδρομές των Σαρακηνών, ανηφόρισαν σε υψηλότερα επίπεδα μέχρι που εγκαταστάθηκαν στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το χωριό. Τον 11ο και 13ο αι. μ.Χ. η περιοχή καταλήφθηκε από τους Λομβαρδούς κι έπειτα από τους Νορμανδούς, οι οποίοι κι έχτισαν ένα κάστρο στις ρίζες των βράχων (σήμερα διασώζονται μόνο κάποια τμήματα) και το ονόμασαν Castrum Medianum, δηλαδή το Μεσαίο Κάστρο διότι βρισκόταν ανάμεσα σε δυο άλλα κοντινά κάστρα, το Pietrapertosa και το Albano di Lucania. Από 'κει πήρε το χωριό τη σημερινή του ονομασία. Η περίοδο ειρήνης ήταν μικρής διάρκειας ενώ οι διαδοχικές κατακτήσεις του, το έφεραν σε διαρκής παρακμή. Μάλιστα τον 19ο αι. η γύρω περιοχή είχε μετατραπεί σε άντρο ληστών οι οποίοι κρυβόντουσαν στις κουφάλες των βράχων. Η τελευταία καταστροφή του χωριού ήταν η μετανάστευση του περασμένου αιώνα, όταν πολλές οικογένειες επέλεξαν το δρόμο της ξενιτιάς για έναν καλύτερο τρόπο ζωής. Τα τελευταία όμως χρόνια ξεκίνησε πάλι μια νέα περίοδος καθώς το χωριό έχει μετατραπεί σε τουριστικό προορισμό πολλών δραστηριοτήτων. Εκεί πραγματοποιείται το παγκόσμιο πρωτάθλημα ενός περίεργου αθλήματος όπου "ιπτάμενοι" άνθρωποι διασχίζουν τη κοιλάδα με σύρματα που είναι δεμένα από τον έναν βράχο στον άλλον. Αναφέρομαι στο άθλημα "Volo dell'Angelo" . Επίσης είναι ιδανικός τόπος για πεζοπορίες κι αναρριχήσεις.
Επειδή το χωριό είναι σχετικά μικρό κι ο αριθμός των επισκεπτών μεγάλος, έχει απαγορευτεί η κυκλοφορία οχημάτων στους δρόμους του. Έτσι αναγκαστήκαμε να αφήσουμε το αμάξι στο απέναντι βουνό και να περπατήσουμε με τις βαλίτσες στο χέρι ως την άλλη άκρη του χωριού που βρισκόταν το σπίτι. Ο ιδιοκτήτης μιλούσε μόνο γαλλικά (πέρα από τα ιταλικά) και μ' αυτά προσπαθούσε να μας περιγράψει την ιστορία του τόπου. Μας έδειξε πάνω στα βράχια μία λεπτή λωρίδα η οποία ανέβαινε μέχρι την κορυφή τους. Λαξευμένα σκαλοπάτια μας είπε. Τα είχαν σμιλεύσει οι Νορμανδοί για να ανεβαίνουν στα βράχια και να ελέγχουν την γύρω περιοχή. Επίσης μας έδειξε και κάποιες άλλες περίεργες ευθείες στις πλαγιές των βράχων. Αυτά ήταν υδρορροές για να συλλέγουν το νερό της βροχής. Ο ίδιος μας σύγκρινε τη περιοχή του με τα Μετέωρα λέγοντας το πόσο πολύ μοιάζουν. Τέλος μας είπε και το παράπονό του για τους βόρειους Ιταλούς. "Διαφέρουμε απ' αυτούς. Εμείς είμαστε μαύροι ενώ αυτοί είναι λευκοί. Πιο πολλά κοινά έχουμε με σας (τους Έλληνες) παρά με τους βόρειους".
Αφού αφήσαμε τις βαλίτσες στο σπίτι, ανεβήκαμε προς τα βράχια. Μέχρι κάποιο σημείο είχαν βάλει αλουμινένιες σκάλες, οι οποίες μας οδήγησαν μέχρι τα μισά όπου υπήρχε ένα μεγάλο φυσικό μπαλκόνι. Από εκεί η θέα ήταν μαγευτική. Από την μία είχαμε όλο το χωριό κάτω από τα πόδια μας κι από την άλλη την άγρια ομορφιά των βουνών της περιοχής. Ο ήλιος άρχισε να δύει, δίνοντας μία κόκκινη απόχρωση στις δασώδεις πλαγιές των γύρω ορεινών όγκων. Για λίγα λεπτά επικράτησε μία απίστευτη ηρεμία. Σταθήκαμε πάνω στα κάγκελα που μας χώριζαν από το χάος για να νιώσουμε την γαλήνη του τοπίου και το δροσερό αεράκι των ιταλικών βουνών. Το βράδυ το περάσαμε σε μία παραδοσιακή τρατορία όπου κι εκεί η οικοδέσποινα μας κέρασε πιάτα με προϊόντα του τόπου τους. Κι ενώ την μέρα ο καιρός ήταν αίθριος, το βραδινό κρύο ήταν ανυπόφορο.
Την επόμενη μέρα ανηφορίσαμε πιο βόρια και πήγαμε στη πόλη Μέλφι (02:21-03:16). Η πόλη αυτή βρίσκεται αρκετά κοντά στην Νάπολη και οικονομικά στηρίζεται στο εργοστάσιο της FIAT που βρίσκεται εκεί. Η πόλη ιδρύθηκε από τους Νορμανδούς τον 13ο με 14ο αι. Εκείνοι έχτισαν και το μεγάλο τείχος της, το οποίο την έκανε σημαντικό κέντρο για την Κάτω Ιταλία εκείνα τα χρόνια. Αξιόλογα μνημεία της πόλης είναι το κάστρο του Φρειδερίκου Β' όπου βρίσκεται η φημισμένη σαρκοφάγος της Μέλφι (μικρασιατικής προελεύσεως) κι ο καθεδρικός ναός με το ψηλό καμπαναριό. Παρατηρώντας τη Μέλφι από το κάστρο, διαπίστωσα πως δεν μοιάζει καθόλου με ιταλική πόλη αλλά περισσότερο με κεντροευρωπαϊκή, κάτι στο οποίο οφείλεται ότι η ίδρυσή της προήλθε από κεντροευρωπαϊκά φύλα.
Την πόλη την βρήκαμε έρημη. Κυριακή πρωί κι όλοι οι δρόμοι άδειοι. Κατηφορίζοντας προς την κεντρική πλατεία με τον καθεδρικό, είδαμε στις γύρω καφετέριες κόσμο να πίνει τον καφέ του περιμένοντας να ξεκινήσει η θεία λειτουργία. Το καμπαναριό από εκεί φαινόταν ακόμη πιο ψηλό κι αστραποβολούσε με την λευκή του μαρμάρινη επιφάνεια. Μ' εντυπωσίασαν τα μοτίβα στη κορυφή του και τα σπαράγματα που βρισκόντουσαν εντοιχισμένα στις πλευρές.
Ένα ακόμη χωριό της Μπασιλικάτα είναι το Μοντεσκαλιόσο (03:17-03:41), ένα μικρό χωριό νοτιοανατολικά της συγκεκριμένης υπαίθρου. Φημίζεται για το αβαείο της που είναι αφιερωμένο στον Αρχάγγελο Μιχαήλ μ' έναν όμορφο νορμανδικό καμπαναριό. Το χωριό αυτό είναι πλούσιο από μικρές εκκλησίες. Τη μέρα που πήγαμε υπήρχε μία μαθητική εκδήλωση, όπου πιτσιρικάδες στέκονταν έξω από κάθε εκκλησία και καλούσαν κόσμο να τον ξεναγήσουν στους εσωτερικούς τους χώρους. Η ευγένειά τους μας παρακίνησε να μπούμε σε ορισμένες εκκλησίες. Η λεκτική επικοινωνία ήταν δύσκολη μιας και τα παιδιά δε μιλούσαν (ή ντρεπόντουσαν να μιλήσουν) αγγλικά. Παρ' όλα αυτά είχαν όλη τη διάθεση να μας δείξουν κάποιες αγιογραφίες και χειροποίητες φάτνες που διακοσμούσαν το εσωτερικό των ναών. Η πιο όμορφη στιγμή ήταν όταν ανταλλάζαμε στο τέλος χαμόγελα, από την μεριά μας για να τα ευχαριστήσουμε κι από τη μεριά τους για την εκτίμηση που τους δείξαμε. Από τις πιο ανθρώπινες στιγμές που έχω ζήσει σε ταξίδια.
Τέλος θα ήθελα να αναφερθώ και στο χωριό Τούρσι (03:42-04:00) το οποίο βρίσκεται στα θεμέλια της αρχαίας ελληνικής αποικίας Θυρσοί. Μέχρι τον 9ο αι. η πόλη ήταν ορμητήριο των Σαρακηνών ενώ από το 968 και μετά έγινε η πρωτεύουσα της βυζαντινής επαρχίας της Λουκανίας. Σήμερα το Τούρσι είναι ένα παραδοσιακό ορεινό χωριό το οποίο φαίνεται όμορφο από μακριά αλλά τελείως αδιάφορο όταν περιφέρεται κανείς στα σοκάκια του.
Η Μπασιλικάτα μας εντυπωσίασε για την άγρια ομορφιά των βουνών της και για το απέραντο πράσινο των πλαγιών της. Είναι περίεργο να βλέπεις μία μεγάλη περιοχή γεμάτη βουνοκορφές κι ορεινά χωριά. Εκείνο όμως που πραγματικά εντυπωσιάζει στη συγκεκριμένη επαρχία είναι η Ματέρα την οποία θα αναφερθώ στην επόμενη ανάρτηση. 

Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

H κινεζική ζώνη στην Ευρώπη



της Θεοδώρας Σταθούλια

Από τον πρωτοπόρο Αγγλο συγγραφέα Αρθουρ Γιανγκ και τις παρατηρήσεις του για τις οικονομικές συνθήκες της ζωής στην επαρχία και την από πολύ νωρίς διακήρυξή του ότι «όλοι παρεκτός από τους χαζούς γνωρίζουν ότι οι κατώτερες τάξεις πρέπει να κρατηθούν φτωχές, αλλιώς δεν θα εκβιομηχανιστούν ποτέ» (1771), στην επέλαση του καπιταλισμού με την Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών και την πανίσχυρη Αγγλική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών από τη Χιλή μέχρι την Κίνα που διαμόρφωσε την οικονομία, αφού μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα το 50% του εμπορίου που γινόταν στον κόσμο περνούσε από τους Αγγλους, σήμερα, η εκπροσώπηση των νέων καπιταλιστικών επιθετικών πολιτικών περνά από το εμπόριο και την αξιοποίηση ολόκληρων κρατών και περιοχών που κρατήθηκαν ή που έχουν καταστεί φτωχά.
Ετσι, «η Ιστορία μοιάζει να μην είναι παρά μια κινούμενη ολότητα, της οποίας μπορούμε να κατανοήσουμε την ενότητα και να συλλάβουμε το νόημα των εσωτερικών κινήσεων...» (Αλτουσέρ, Μοντεσκιέ). Και αν κάθε μέρος της Ιστορίας είναι σαν το όλον, pars totalis, τότε η κινεζική στρατηγική «Μια ζώνη, ένας δρόμος» παράγει κατανοησιακά ιστορικά αποτελέσματα και γίνεται η τιμή της δικής μας βλακείας στο να κατανοήσουμε την κινητήρια δύναμη της Ιστορίας. Με 368,5 εκατομμύρια εκποιήσαμε το 51% του λιμανιού του Πειραιά στην Cosco.
Και θα χαρίσουμε ακόμα 16% του λιμανιού σε πέντε χρόνια για επενδύσεις 300 εκατομμυρίων (sic!) φτιάχνοντας έτσι με τη δική μας φτώχεια τον κινεζικό διάδρομο στην Ευρώπη, στην πραγματικότητα την κινεζική ζώνη στην Ευρώπη.
Το 2012, η Κίνα δημιουργεί την πρωτοβουλία «16+1», δηλαδή 16 κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και η δική της συμμετοχή, μια πολιτική και επεκτατική πλατφόρμα που περιλαμβάνει κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας αλλά και βαλκανικά κράτη, την Αλβανία, την ΠΓΔΜ, το Μαυροβούνιο, τη Βοσνία και τη Σερβία.
Ο «δρόμος του μεταξιού», με την «οικονομική ζώνη και του ναυτικού δρόμου» για τον 21ο αιώνα δεν φέρνει μεταξοσκώληκα και την εκτροφή του, αλλά φτιάχνει το δίκτυο υποδομών για το εμπόριο που θα συνδέει την Κίνα με την Ευρώπη μέσω της ζώνης (γη) και του δρόμου (θάλασσα). Για να καταστήσει τη διώρυγα του Σουέζ κόμβο του δρόμου της, η Κίνα πέρυσι μοίρασε μερικά δισεκατομμύρια σε δανεισμό στην αιγυπτιακή κυβέρνηση και υποσχέθηκε μεγάλες επενδύσεις. Οι Αιγύπτιοι δεν πούλησαν όμως. Υπέγραψαν μνημόνιο συνεργασίας με τους Κινέζους.
Στο Νόβι Σαντ της Σερβίας το 2015, ο Σέρβος πρωθυπουργός και ο Κινέζος αναπληρωτής επικεφαλής της Εθνικής Επιτροπής Αναπτύξεως ξεκίνησαν το σιδηροδρομικό έργο Βελιγραδίου - Βουδαπέστης.
Η κατασκευή υψηλής ταχύτητας σιδηροδρομικής γραμμής 350 χλμ. μεταξύ του Βελιγραδίου και της Βουδαπέστης ξεπερνά τα όρια της οικονομικής της, τεράστιας αξίας και κτίζει μια υποδομή με σοβαρές αλλαγές στους γεωστρατηγικούς φίλους της Κίνας στην Ασία, στην Αφρική και όχι μόνο στην Ευρώπη.
Ο Ούγγρος πρωθυπουργός δεν ήταν παρών, γιατί φαίνεται ότι επιτηρούσε την κατασκευή του φράκτη υψηλής ασφαλείας που κτίζει η Ουγγαρία για τους πρόσφυγες στα σύνορά της με τη Σερβία. Αλλά το γεγονός αυτό έχει πολύ μικρή σημασία μπροστά στο έργο.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διερευνά τους όρους των συμβάσεων για αυτό το εμβληματικό έργο. Στο πλαίσιο του προγράμματος «One Belt One Road» - «Μία ζώνη, ένας δρόμος», των 900 δισ. δολ., αυτή η σιδηροδρομική γραμμή θα έχει μερίδιο 2,89 δισεκατομμύρια δολάρια. Δυο χρόνια αφότου ξεκίνησε το έργο, οι εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ελέγχουν αν οι όροι των συμβάσεων του έργου είναι σύμφωνοι με το ευρωπαϊκό δίκαιο.
Αν δεν είναι συμβατοί, τότε θα επιβληθούν πρόστιμα. Και αυτό αφορά την πλευρά της Ουγγαρίας που έχει συμφωνήσει με την Κίνα στο πλαίσιο του έργου ότι η κινεζική πλευρά είναι ο χρηματοδότης του έργου αλλά και ο κατασκευαστής του. Αρα δεν χρειαζόταν να προκηρύξει το έργο ύψους 1,8 δισ. ευρώ που αφορά το ουγγρικό έδαφος. Από πολύ νωρίς ήξερε η Ε.Ε. ότι το έργο θα ξεκινήσει με τους όρους της Κίνας. Σήμερα, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να έχει ακόμα ένα ανοικτό μέτωπο.
Ενα μέτωπο που διευρύνεται όσο η ηγεσία της βιομηχανικής αντεπίθεσης της γερμανικής Ε.Ε. έχει απορροφηθεί από τα σχέδιά της να προλάβει τις πρωτοβουλίες για το Industry 4.0 που θα της δώσει ένα παγκόσμιο προβάδισμα.
Ούτως Ή άλλως, η Ευρώπη της Ρώμης (ιδρυτικό) και της Λισαβόνας (Συνθήκη) ήταν η Ευρώπη των εσωτερικών ισορροπιών και της αναδιανομής του πλούτου υπέρ του Βορρά. Εμείς δώσαμε το λιμάνι στους Κινέζους δικαιώνοντας τις εκτιμήσεις για το γιατί η Ελλάδα θα πρέπει να κρατηθεί φτωχή για να περάσουν τα σχέδια της εκποίησής της.
Μήπως τώρα με το έργο της σιδηροδρομικής γραμμής Βελιγραδίου - Βουδαπέστης καταλαβαίνουν οι πολιτικές ηγεσίες ότι χωρίς το λιμάνι του Πειραιά ακυρώνεται ο δρόμος και ως εκ τούτου μπορούν -έστω και τώρα- να καταλάβουν την τεράστια αξία του λιμανιού;

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών