Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

Ριζοσπαστισμός, ριζοσπαστικοποίηση, ασάφεια και ιδεολογία



της Μάρω Παντελίδου-Μαλούτα*

Η χρήση της έννοιας της ριζοσπαστικοποίησης, ως διαδικασίας διαμόρφωσης πολιτικών ταυτοτήτων, γίνεται τα τελευταία χρόνια όλο και πιο ευρεία αλλά και διφορούμενη, αφού αποστασιοποιείται από την κλασική, στην Ευρώπη τουλάχιστον, εννοιολόγηση του ριζοσπαστισμού. Κι αυτό, τόσο στο πεδίο του καθημερινού πολιτικού λόγου όσο και σε αυτό των επιστημονικών αναλύσεων, που νομιμοποιούν την αποδόμηση του ριζοσπαστισμού ως κινητήριας δύναμης στις κοινωνικο-πολιτικές εξελίξεις πάντα υπέρ της κοινωνικής διεύρυνσης των δικαιωμάτων. Αντίθετα, ο ριζοσπαστισμός ανάγεται πλέον πρωτίστως σε κάτι που πρέπει να προληφθεί ή/και να καταπολεμηθεί, ταυτιζόμενος με τον τυφλό φανατισμό και συχνά τη βία και την τρομοκρατία. Επιπλέον, επανέρχονται συστηματικά αναφορές στο ριζοσπαστισμό σε συνδυασμό και με την (άκρα κυρίως) Δεξιά, υπονοώντας ότι ριζοσπαστικό σημαίνει ακραίο – και ως εκ τούτου απορριπτέο, στο πεδίο της ιδεολογίας αλλά και της πολιτικής πράξης. Μετατρέπεται έτσι ένα εννοιολογικό εργαλείο –με συγκεκριμένη ιστορική αναφορά που παραπέμπει σε συγκεκριμένο όραμα κοινωνίας– σε έννοια με έντονα αρνητικό περιεχόμενο, που λίγο ως πολύ ταυτίζεται με τον εξτρεμισμό και με δράσεις εκτός της καθιερωμένης πολιτικής.
Στο πεδίο της κοινωνικής έρευνας, η έννοια γίνεται έτσι δύσχρηστη και δυσλειτουργική, προβάλλοντας την ανάγκη θεωρητικής επαν-επίσκεψης τόσο στην «ριζοσπαστικοποίηση» ως διαδικασία, όσο και στο ριζοσπαστισμό ως πολιτική θέαση και σύστημα ιδεών (πρωτίστως), που έχει συγκεκριμένο ιστορικό περιεχόμενο και ιδεολογική κατεύθυνση. Πολιτικά δε, η αλλαγή που παρατηρείται στην εννοιολόγηση του ριζοσπαστισμού γίνεται ενίοτε αποδεκτή ακόμη και από αναλυτές/-ριες που «θα έπρεπε να ξέρουν καλύτερα», αφού η ταύτιση του ριζοσπαστισμού με τον εξτρεμισμό ή την τρομοκρατία έρχεται σε απόλυτη αντίφαση με άλλες συνιστώσες μιας αριστερής κοσμοαντίληψης που εξ ορισμού συγκροτείται ως ριζοσπαστική, και από την οποία εμφορούνται. Κάτι που αποτελεί ένα επιπλέον δείγμα της σημερινής ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού στο πεδίο των ιδεών και καθιστά ακόμη πιο αναγκαία την αποσαφήνιση της έννοιας.
Ο όρος «ριζοσπαστικός» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στο τέλος του 18ου, αρχές του 19ου αιώνα και αφορούσε πρωτίστως τη δημοκρατική διεύρυνση του εκλογικού δικαιώματος και τη συμπερίληψη λαϊκών στρωμάτων στην πολιτική διαδικασία. Εμφανίστηκε και διαδόθηκε πρώτα στη Μεγάλη Βρετανία, ενώ περιλάμβανε και αντιλήψεις πολύ προχωρημένες που διεκδικούσαν κατάργηση των τίτλων και βαθιά κοινωνική αλλαγή, υπό την επήρεια, προφανώς, της Γαλλικής Επανάστασης. Ο Thomas Paine και τα Ανθρώπινα δικαιώματά του (1791/1995), που είχαν ως στόχο την υπεράσπιση της τελευταίας, αποτέλεσαν σημείο αναφοράς της ριζοσπαστικής σκέψης με την προαγωγή της δημοκρατίας και της οικουμενικότητας των δικαιωμάτων τις οποίες υποστήριζαν. Στη Γαλλία οι «ριζοσπάστες» εμφανίστηκαν ως τέτοιοι από το 1840 και μετά, δήλωναν εκφραστές του αληθινού πνεύματος της Επανάστασης και ήταν υπέρμαχοι της διεύρυνσης των δημοκρατικών δικαιωμάτων και πρωτίστως της καθολικής ψηφοφορίας (ανδρικής βεβαίως). Σε πάρα πολλές χώρες της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής οι ιστορικές καταβολές του ριζοσπαστισμού είναι αντίστοιχες: έχουν πάντα ως βάση τη διεύρυνση των δικαιωμάτων –ιδιαίτερα των πολιτικών, της δημοκρατίας και του κοινοβουλευτισμού–, την κατάργηση προνομίων, όπως και την εκκοσμίκευση και συχνά ένα αντικληρικό πνεύμα, καθώς και αναφορές πρωτίστως στα λαϊκά και εργατικά στρώματα. Στην Αγγλία, για παράδειγμα, τα κοινωνικά αυτά στρώματα, μέσω των ριζοσπαστών trade unionists αποτέλεσαν αργότερα τη βάση του Εργατικού Κόμματος, με το ριζοσπαστισμό να έχει συμβάλει ουσιαστικά στην ανάπτυξη του εργατικού κινήματος (Thompson, 1980). Ενώ δε, σε ορισμένες συγκυρίες, ριζοσπάστες και φιλελεύθεροι είχαν πολλές διασυνδέσεις μεταξύ τους και κάποτε οι πρώτοι θεωρούνταν ως υποσύνολο των δεύτερων, παράλληλα ήταν πάντα πιο «προοδευτικοί», με πιο ρηξικέλευθες αντιλήψεις και με ισχυρότερους δεσμούς με τα λαϊκά στρώματα από τους δεύτερους.
Συνεπώς ο ριζοσπαστισμός, όπως διαμορφώθηκε ιστορικά, στοχεύει σε ριζικές κοινωνικές αλλαγές υπέρ του λαού, με πρώτο τον εκδημοκρατισμό του δικαιώματος της ψήφου, συνδεόμενος παραδοσιακά με αρχές και αξίες της Αριστεράς. Εκτός δε από το στόχο του, που είναι οι εκ βάθρων αλλαγές υπέρ του λαού, ο ριζοσπαστισμός ενίοτε ταυτίζεται και με τα πιο ανατρεπτικά μέσα για την εξυπηρέτηση του στόχου αυτού. Δηλαδή αφορά τόσο το πεδίο της σκέψης, όσο και αυτό της πράξης. Ωστόσο, τοποθετείται πρωτίστως στο πρώτο, αφού με καμία έννοια ανατρεπτικές πράξεις, από μόνες τους, δεν ανάγουν μια πολιτική σε ριζοσπαστική.
Ο ριζοσπαστισμός εμπεριέχει και μια συγκριτική διάσταση: Όταν στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα η αντιπαράθεση εντός της Αριστεράς είχε κυρίως ως επίκεντρο την επιλογή «μεταρρύθμιση ή επανάσταση», ριζοσπάστες/-ριες ήταν προφανώς οι υπέρμαχοι/ες της επανάστασης. Οι πιο ρηξικέλευθες και κοινωνικά ανατρεπτικές αντιλήψεις υπέρ της δημοκρατίας και της κοινωνικής διεύρυνσης των δικαιωμάτων πάντα εντάσσονταν ταυτολογικά στο πεδίο του ριζοσπαστισμού και ενίοτε συνοδεύονταν από ανατρεπτικά μέσα για την επίτευξή τους. Ο ριζοσπαστισμός συνδέθηκε και με εθνικο-απελευθερωτικούς αγώνες, σε συγκεκριμένες συγκυρίες, αλλά οι παραπάνω βασικές συνιστώσες του ήταν πάντα παρούσες. Ριζοσπάστης/-ρια δεν είναι, δηλαδή, κάποιος/-α που επιδιώκει ριζικές αλλαγές, ανεξαρτήτως κατεύθυνσης και περιεχομένου, ούτε κάποιος/α που χρησιμοποιεί ανατρεπτικά μέσα, ανεξαρτήτως στόχου. Αν ο ριζοσπαστισμός, ως σύστημα ιδεών ή ως πολιτική στάση τοποθετείται απόλυτα στην κατεύθυνση της αλλαγής, η «αλλαγή» αυτή δεν μπορεί να είναι η οποιαδήποτε.
Μερική εξαίρεση στα παραπάνω αποτελούν οι ΗΠΑ. Ήδη πριν από τον εμφύλιο πόλεμο υπήρχε ένα κομμάτι των Ρεπουμπλικάνων που ονομάζονταν ριζοσπάστες και προωθούσαν ρηξικέλευθες πολιτικές υπέρ των σκλάβων και της απελευθέρωσής τους και μετέπειτα υπέρ των πολιτικών δικαιωμάτων τους (Trefousse, 1969). Αυτό επέτρεψε τη διεύρυνση της ταυτότητας του/ης ριζοσπάστη/-ριας, συμβάλλοντας στην αποδοχή οποιασδήποτε καινοτόμου πολιτικής υπέρ της κοινωνικής διεύρυνσης των δικαιωμάτων ως ριζοσπαστικής, ανεξάρτητα από άλλα συμφραζόμενα της κοσμοαντίληψης του φορέα της. Αλλά και πάλι στην περίπτωση αυτή πρόκειται, όπως βλέπουμε, για διεύρυνση δικαιωμάτων υπέρ των αδυνάτων στην κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού. Ωστόσο, από το 1950 ιδιαίτερα, με επίκεντρο τον μακαρθισμό, πρωτοεμφανίστηκαν και εν μέρει καθιερώθηκαν στις ΗΠΑ πολιτικές αλλά και, κυρίως, πολιτολογικές αναφορές στη «ριζοσπαστική Δεξιά», ταυτίζοντας απόλυτα το ριζοσπαστικό με το ακραίο. Οι αναφορές αυτές, ειδικά όσον αφορά το σχήμα του Lipset, 1955, που εισήγαγε και τον όρο, δέχτηκαν έντονη κριτική για την ασάφεια στην οποία βασίζονταν. Η «ριζοσπαστική Δεξιά», θεωρήθηκε ακόμη και ως σχήμα οξύμωρο (Outwaithe, Bottomore, 1996, σ. 542), ενώ δεν υιοθετήθηκε τότε για παραπλήσια φαινόμενα εκτός ΗΠΑ. Στην Ευρώπη και αλλού, αντίστοιχα πολιτικά ρεύματα χαρακτηρίζονταν ως «δεξιός εξτρεμισμός» ή παρέπεμπαν σε οργανώσεις της άκρας Δεξιάς που αποκαλούνταν φασίζουσες ή νεοφασιστικές, φιλο- ή νεο-ναζί κ.λπ. Ανεξάρτητα αν τα ίδια αυτοχαρακτηρίζονταν ως ριζοσπαστικά, ιδιοποιούμενα μια έννοια που θεωρούσαν κοινωνικά ελκυστική.

Παιχνίδια στο πεδίο της ιδεολογίας

Τι άλλαξε σήμερα; Ή, τι είδους παιχνίδια παίζονται στο πεδίο της ιδεολογίας με σημείο αναφοράς το ριζοσπαστισμό; Η χρήση της έννοιας της ριζοσπαστικής Δεξιάς, που έχει εν μέρει καθιερωθεί με όλες τις αρνητικές συνδηλώσεις που συνεπάγεται για την πρόσληψη του ριζοσπαστισμού, επιβεβαιώνει την επιθυμία γενικευτικής αναγωγής του τελευταίου σε ρεύμα αυτονόητα αρνητικό και απορριπτέο. Κάτι που βεβαίως στο παρελθόν δεν ίσχυε ούτε από την πλευρά της ευρωπαϊκής Δεξιάς, που σε ορισμένες συγκυρίες διεκδικούσε τον σχετικό επιθετικό προσδιορισμό για τον εαυτό της, κυρίως για να τονίσει τις λαϊκές αναφορές της. (Στα καθ’ ημάς, αρκεί να σκεφτεί κανείς την ΕΡΕ.)
Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι πάντα στην ιστορία υπήρχαν ξεσηκωμοί και εξεγέρσεις εναντίον της ιδιοκτησίας –είτε δούλων, είτε μεγάλων εκτάσεων γης– και αργότερα εναντίον της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Με σημείο αναφοράς, έστω άρρητο, μια άλλη κοινωνική οργάνωση και μια πιο δίκαιη κοινωνία. Αλλά ενώ σε εξεγέρσεις αυτού του τύπου υφέρπει το πρόταγμα της γενικευμένης απελευθέρωσης, μόνο στη νεωτερικότητα, και συνεπώς μόνο σε συνθήκες καπιταλισμού, μπορούμε να μιλάμε για ριζοσπαστισμό με τη σύγχρονη έννοια, αφού ως εννοιολογικό εργαλείο αυτός συγκροτείται με βάση το ότι περιλαμβάνει σωρρευτικά τα παρακάτω: 
  • Καθοδηγείται από ένα όραμα ριζικών αλλαγών υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης και επιδιώκει κοινωνική διεύρυνση των δικαιωμάτων. 
  • Προωθεί μιαν αντίληψη περί αυτονομίας των υποκειμένων, που συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση της μοίρας τους. 
  • Έχει πραγματιστική και εκκοσμικευμένη γείωση, και αποστρέφεται υπερβατικές ερμηνείες και προσδοκίες. 
  • Χαρακτηρίζεται από μιαν αντίληψη για τη συλλογικότητα, η οποία παραπέμπει στη διάκριση που διατύπωσε ήδη τον 16ο αιώνα ο De la Boetie (2012) «όλοι έκαστοι/όλοι ένας», και ταυτίζεται ανεπιφύλακτα με το «όλοι έκαστοι», αποστρεφόμενος εγγενώς το «όλοι-ένας», που συνδέεται με απολυταρχικές ή μεσσιανικές λύσεις. 
Δηλαδή, τελικά, ο ριζοσπαστισμός συνδέεται άρρηκτα με τη δημοκρατία και την εμβάθυνσή της και αποτελεί ανατρεπτική πολιτική έκφραση στο πλαίσιο της νεωτερικότητας και με βάση βασικές παραδοχές της. Έχει ταξικό υπόβαθρο, εμπεριέχει έντονη κοινωνική κριτική και αντιπαρατίθεται de facto στον καπιταλισμό, αναφέρεται σε ένα όραμα κοινωνίας ριζικά διαφορετικό από την υπάρχουσα πραγματικότητα, που αφορά πρωτίστως αξίες όπως η κοινωνική ισότητα και η ελευθερία ενώ είναι πραγματιστικό, ακόμη και αν είναι δύσκολα προσεγγίσιμο. Η ορθολογική αναφορά στις κοινωνικές εξελίξεις και τις δυνάμεις που τις προκαλούν, χωρίς μεταφυσικές αποχρώσεις και συνωμοσιακές ερμηνείες, είναι συνεπώς εγγενές χαρακτηριστικό του, όπως είναι και η επιδίωξη κοινωνικής δικαιοσύνης, πέρα και έξω από μεσσιανικές λύσεις.
Όταν χρησιμοποιείται ως επιθετικός προσδιορισμός (ριζοσπαστικός φεμινισμός, ριζοσπαστική οικολογία, κ.ά.) εμπεριέχει πάντα τα παραπάνω συστατικά με έμφαση σε μια πρόσθετη παράμετρο, η οποία θεάται από τη σκοπιά του ριζοσπαστισμού, δηλαδή της εκ βάθρων αλλαγής στην κοινωνική οργάνωση που την αφορά. 
Ριζοσπάστης/-ρια δεν είναι λοιπόν ο/η εξτρεμιστής/-ρια, ο/η απελπισμένος/-η που ξεσπάει και ενίοτε θυσιάζεται γι αυτό που πιστεύει, προσβλέποντας σε καλύτερη ζωή με υπερβατικούς όρους, ούτε γενικά ο/η εξεγερμένος/-η ανεξαρτήτως κοινωνικού πλαισίου. Και δεν «ριζοσπαστικοποιείται» στη Γαλλία μέρος της νεολαίας από τη δεύτερη γενιά μεταναστών, ούτε «ριζοσπαστικοποιήθηκαν» οι νέοι που προβαίνουν σε επιθέσεις αυτοκτονίας. Οι ερμηνείες του ριζοσπαστισμού ιστορικά δεν εναποθέτουν ποτέ ευθύνες για το μέλλον έξω από την κοινότητα των ανθρώπων. Κάτι που σημαίνει ότι σημείο αναφοράς είναι συλλογικότητες και όχι μονάδες – όπως μπορεί να γίνει στις υπερβατικές ερμηνείες, που εύκολα περνούν από το θείο στον χαρισματικό ηγέτη. H δημοκρατία σε όλα τα πεδία αποτελεί εγγενώς πρώτιστη προϋπόθεση για ένα ριζοσπαστικό όραμα κοινωνίας. Όπως δεν ήταν ριζοσπάστες/-ριες, με σύγχρονους όρους, εξεγερμένοι/ες πριν από τη νεωτερικότητα, όσοι/ες χρησιμοποιούσαν ακραία μέσα διαμαρτυρίας και διεκδίκησης. Ούτε βέβαια η ακροδεξιά κοσμοαντίληψη αναφέρεται σε κάποια «ριζοσπαστική Δεξιά», αφού εξ ορισμού αποστρέφεται τη δημοκρατία και τη διεύρυνση των δικαιωμάτων. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι –κυρίως μετά την κατάρρευση του σοσιαλισμού στην Ανατολική Ευρώπη– εμφανίζονται συχνότατα αναφορές στη «ριζοσπαστική Δεξιά», και μάλιστα κυριαρχούν στο λόγο πολιτικών επιστημόνων της γεωγραφικής αυτής περιοχής. 
Όσο δε για το ρήμα «ριζοσπαστικοποιούμαι», αυτό μοιάζει με κάτι που παθαίνει κάποιος/-α ως έρμαιο των συνθηκών της ζωής του/ης: λόγω της φτώχειας, της αμορφωσιάς, της αίσθησης αδικίας που συνδέεται με ιμπεριαλιστικές παρεμβάσεις και υποβοηθείται από θρησκευτικό φανατισμό. Τι σχέση έχει αυτό με τις ενεργητικές πολιτικο-ιδεολογικές επεξεργασίες, την επιδίωξη συγκεκριμένων ριζικών αλλαγών και την συνειδητή στράτευση που χαρακτηρίζει ριζοσπάστες και ριζοσπάστριες; Με τους/ις οποίους/-ες, το μίσος, οι μεταφυσικές ανησυχίες και οι υπερβατικές «λύσεις» μέσω εξτρεμιστικών πράξεων εκδίκησης, δεν έχουν καμία σχέση; 
Ιδεολογικά, η χρήση της «ριζοσπαστικοποίησης» με αυτή τη νέα έννοια, αποτελεί ισχυρό όπλο στον ιδεολογικό πόλεμο Αριστεράς-Δεξιάς υπέρ της δεύτερης, με ένα σημαντικό κομμάτι της κοινής γνώμης που δεν εμφορείται αναγκαστικά από τη σχετική (δεξιά) κοσμοαντίληψη, να προσβλέπει καλοπροαίρετα σε πολιτικές για την καταπολέμηση της φτώχειας, την οικονομική βοήθεια και την ανάπτυξη κράτους πρόνοιας, όχι διότι είναι κοινωνικά επιβεβλημένες, αλλά εργαλειακά, ως «λύση» στο πρόβλημα του υποτιθέμενου ριζοσπαστισμού των νέων, κυρίως μουσουλμάνων. Ταυτίζοντας βεβαίως, εν προκειμένω, ριζοσπαστισμό και τρομοκρατία. Πόσα επιστημονικά συνέδρια, ερευνητικά προγράμματα, Ινστιτούτα, πόσες μελέτες δεν ασχολούνται με σχετικές πιθανές λύσεις στο «πρόβλημα του ριζοσπαστισμού των νέων»; Πόσες «ευρωπαϊκές δράσεις» δεν σχεδιάζονται με στόχο την «καταπολέμηση της ριζοσπαστικοποίησης και του εξτρεμισμού» (sic); Ο ριζοσπαστισμός ανάγεται στο απόλυτο κακό μ’ αυτόν τον τρόπο, με την καταπολέμησή του να νομιμοποιείται –ακόμη και να επιβάλλεται– ως στόχος. Όντας ασαφές εννοιολογικά το για τι ακριβώς μιλάμε, η «νομιμοποιημένη» αυτή απόρριψη του ριζοσπαστισμού αποτελεί ουσιαστικό πεδίο για την εμπέδωση της ηγεμονίας μιας νεοφιλελεύθερης κοσμοαντίληψης. 
Αντίστοιχες παρατηρήσεις, τηρουμένων των αναλογιών, θα μπορούσαμε να κάνουμε και για τη χρήση της έννοιας του λαϊκισμού, όταν συγχέεται το φιλολαϊκό με το δημαγωγικό, όπως και για τη συμπερίληψη κάτω από το καπέλο του ευρω-σκεπτικισμού εθνικιστικών απορριπτικών στάσεων με κριτικές θέσεις απέναντι στη σημερινή δομή της ΕΕ, ή για τη θεωρία των δύο άκρων, που τελικά είναι ένα και κακό (όπως ο «ριζοσπαστισμός»;) κ.λπ. 
Ας διευκρινιστεί δε, ότι όχι, δεν μπορούμε να δεχτούμε τη νέα εννοιολόγηση του ριζοσπαστισμού ως αναμενόμενη διεύρυνση, με βάση το ότι οι έννοιες εξελίσσονται μαζί με τη γλώσσα και προσαρμόζονται στη συγκυρία. Διότι δεν πρόκειται για εξέλιξη, αλλά για ακύρωση της ουσίαςτης έννοιας αυτής, ενώ μέσω της νέας χρήσης της δομείται ιδεολογικά μια άλλη (ανάγνωση της) πραγματικότητα(ς). Όσο και αν στην ιστορική του πορεία ο ριζοσπαστισμός χρωματίζεται από το συγκείμενο, έχει συγκριτική διάσταση και όντως εξελίσσεται, δεν νοείται τέτοια αλλοίωση, παρά μόνο ως ηθελημένη ιδεολογική παρέμβαση στο πεδίο των κοινωνικών αναπαραστάσεων. 
Συνεπώς, αν είναι επιστημονικά λανθασμένη αυτή η εννοιολόγηση του ριζοσπαστισμού, αφού δεν βασίζεται στην ιστορία του, πολιτικά αποτελεί όπλο. Όπλο σε έναν αγώνα ανηλεή, μεταξύ δύο διαφορετικών οραμάτων κοινωνίας, που εξυπηρετεί τους πολέμιους της δημοκρατίας και υπηρετεί μια φοβική αντίληψη της κοινωνικής συμβίωσης, όπου κάθε τι που αμφισβητεί καθιερωμένες ισορροπίες –είτε είναι εξτρεμιστικό και μισαλλόδοξο ή φιλολαϊκό και προοδευτικό, αυταρχικό ή δημοκρατικό είτε όχι– (πρέπει να) απορρίπτεται. Δεν υπάρχει δε επιλογή, παρά μόνο η όχι καλή εκδοχή που ήδη ξέρουμε, αφού η «ριζοσπαστική», εξ ορισμού κακή «απ’ όπου κι εάν προέρχεται», είναι ακόμα χειρότερη. Η τάση απαξίωσης ριζοσπαστικών κοινωνικών οραμάτων –που εγκαθιδρύθηκε με την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και η οποία μοιάζει να έχει παρασύρει και τον «ανύπαρκτο»–, κερδίζει περαιτέρω έδαφος στο πεδίο του λόγου και της ιδεολογίας, μέσω της αλλοίωσης και έτσι της νομιμοποιημένης απόρριψης της έννοιας και της ουσίας του ριζοσπαστισμού. 
Ας μη συμβάλλουμε κι εμείς, απερίσκεπτα, προς αυτή την κατεύθυνση: Ο ισλαμιστής εξτρεμιστής, που αυτοκτονεί εκδηλώνοντας την εκδικητική του στάση απέναντι σε αυτούς που θεωρεί άπιστους/υπεύθυνους για τα δεινά της κοινότητάς του προσβλέποντας σε υπερβατική δικαίωση, έχει τόση σχέση με τον ιστορικό ριζοσπαστισμό, όση έχει με το φεμινισμό η παραδοσιακή γυναίκα που ρίχνει βιτριόλι στον άνδρα ο οποίος τη βασάνιζε επί δεκαετίες.  

Βιβλιογραφικές αναφορές 

Ε. De la Boetie, 2012, Πραγματεία περί εθελοδουλείας, Αθήνα: Πολιτεία. 
S. M. Lipset, 1955, “The Radical Right: A Problem for American Democracy”, The British Journal of Sociology, Vol. 6, No. 2 (Jun., 1955), σσ. 176-209. 
W. Outwaithe, T. Bottomore (eds), 1996, The Blackwell Dictionary of twentieth-century Social Thought, Oxford: Blackwell. 
Th. Paine, 1995, Rights of Man, Oxford: Oxford Paperbacks. 
E.P. Thompson, 1980, The Making of the English Working Class, Harmondsworth: Penguin. 
H. L. Trefousse, 1969, The Radical Republicans, New York: Knopf Publishing. 

*Η Μάρω Παντελίδου-Μαλούτα είναι καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο ΕΚΠΑ

Πηγή: Χρόνος

Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

Το μεγάλο βήμα των Κούρδων



του Στρατή Αγγελή

Καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές, σφίγγει η τανάλια των κυβερνητικών δυνάμεων στο τελευταίο σημαντικό οχυρό της οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος στο βόρειο Ιράκ, στην πόλη Ταλ Αφάρ. Εκεί κρίνεται η τύχη μερικών δεκάδων χιλιάδων αμάχων και μερικών εκατοντάδων -το πολύ δύο χιλιάδες τους υπολογίζουν Δυτικοί στρατιωτικοί αναλυτές- αποφασισμένων για όλα τζιχαντιστών. Το Ταλ Αφάρ και οι κάτοικοί του θα έχουν πιθανώς την ίδια τύχη με τη Μοσούλη, ογδόντα χιλιόμετρα ανατολικά, όπου ισοπεδώθηκαν ολόκληρες συνοικίες προκειμένου να εξοντωθούν οι πολεμιστές του άλλοτε κραταιού «Χαλιφάτου». Το ίδιο συμβαίνει στη Ράκα, την «πρωτεύουσα» των τζιχαντιστών στη βόρεια Συρία, που είναι περικυκλωμένη από την κουρδο-αραβική συμμαχία και τους Αμερικανούς.
Αν πιστέψουμε τις αναφορές από την περιοχή (που μέχρι πέρυσι γίνονταν αυτόματα πιστευτές από Δυτικά ΜΜΕ καθώς τότε αφορούσαν τους «κακούς» φονιάδες, ενώ τώρα αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη ακόμα και οι ανακοινώσεις του ΟΗΕ και της Διεθνούς Αμνηστίας), σκοτώνονται καθημερινά δεκάδες άνθρωποι, μα οι απώλειες αυτές αντιμετωπίζονται περισσότερο ως στατιστικά δεδομένα από εμάς στην «πολιτισμένη» Ευρώπη που οχυρώνεται ακόμα περισσότερο, μετά από τα τρομοκρατικά χτυπήματα στην Ισπανία. Και όμως, στις κοιλάδες, στα βουνά και στις ερήμους της Συρίας και του Ιράκ, ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο της μακροχρόνιας σύγκρουσης για αυτοδιάθεση, εδάφη, πλουτοπαραγωγικές πηγές, απότοκο της λύσης που δόθηκε στο Ανατολικό Ζήτημα στις αρχές του 20ού αιώνα με την κατάπνιξη του κουρδικού αγώνα για ανεξαρτησία, τη δημιουργία του Παλαιστινιακού, τη δική μας μικρασιατική περιπέτεια και καταστροφή.
Καθώς διαλύεται το «χαλιφάτο» και οι πολεμιστές του διαχέονται στους σουνιτικούς πληθυσμούς, που είναι οι μεγάλοι χαμένοι του πολέμου, ήλθε η ώρα των Κούρδων να διεκδικήσουν τη δημιουργία ενός δικού τους κράτους πάνω στα ερείπια του Ιράκ και της Συρίας, σε μια περίοδο εξαιρετικής αδυναμίας και εξάρτησης των κυβερνήσεων της Βαγδάτης και της Δαμασκού από ξένους «συμμάχους». Η περιφερειακή κυβέρνηση των Κούρδων του Ιράκ (KRG) ετοιμάζεται να κάνει το μεγάλο βήμα, να στήσει στις 25 Σεπτεμβρίου τις κάλπες ενός ιστορικού δημοψηφίσματος για ανεξαρτησία. Ο Μασούντ Μπαρζανί, πρόεδρος του ιρακινού Κουρδιστάν από το 2005 και αρχηγός του Δημοκρατικού Κόμματος από το 1979, δηλώνει αποφασισμένος να προχωρήσει παρά τις τουρκικές απειλές, τις ιρανικές προειδοποιήσεις, τις αμερικανικές «νουθεσίες» για αναβολή του δημοψηφίσματος.

Ανταγωνισμοί και λυκοφιλίες

Την περασμένη εβδομάδα έκανε περιοδεία στην περιοχή ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας Τζέιμς Μάτις και συνέστησε εκ νέου στους Κούρδους να μην βιαστούν, για να μην θέσουν σε κίνδυνο τις επιχειρήσεις κατά του ΙΚ. Ο Μπαρζανί έθεσε το ερώτημα «τι θα μπορούσε να αλλάξει στη στάση της Βαγδάτης σε περίπτωση αναβολής του δημοψηφίσματος». Δεν έλαβε ουσιαστική απάντηση, τουλάχιστον δημοσίως. Στον επόμενο σταθμό του ταξιδιού του, στην Άγκυρα, ο Αμερικανός υπουργός άκουσε πάλι τα παράπονα του Ταγίπ Ερντογάν για τον εξοπλισμό των Κούρδων αλλά και τις απειλές για στρατιωτική επέμβαση προκειμένου να μην υπάρξει κουρδικό κράτος «στα νότια σύνορα της Τουρκίας».
Ο Ερντογάν -ο οποίος τη μια θυμάται και την άλλη ξεχνά τη Συνθήκη της Λωζάνης- έστρεψε τα πυρά του ειδικά κατά των Κούρδων «τρομοκρατών» στη βόρεια Συρία. Προηγουμένως είχε υποδεχθεί τον αρχηγό του ιρανικού επιτελείου, ο οποίος επισκέφθηκε την Τουρκία για να στείλει το μήνυμα ότι η Τεχεράνη δεν σκοπεύει να μείνει απλός θεατής των εξελίξεων.Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί η αυξανόμενη επιρροή του Ιράν στη Βαγδάτη σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο. Οι φιλοϊρανοί σιίτες πολιτοφύλακες αποτελούν σημαντική δύναμη του ιρακινού στρατού στις επιχειρήσεις κατά των τζιχαντιστών, τις οποίες συντονίζουν και καθοδηγούν οι Αμερικανοί, οι οποίοι κατά τα άλλα επιδιώκουν την οικονομική, στρατιωτική και πολιτική απομόνωση της Τεχεράνης, πολύ περισσότερο επί προεδρίας Τραμπ που θέλει να αποσύρει τις ΗΠΑ από τη διεθνή συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.
Από την εξίσωση αυτή δεν θα μπορούσε να λείψει το Ισραήλ που ανησυχεί σφόδρα για την επέκταση της επιρροής του Ιράν στη Μέση Ανατολή. Μέσω Ιράκ και Συρίας οι Ιρανοί στρατιωτικοί, πολιτοφύλακες, εθελοντές κ.λπ. δημιουργούν ένα «τόξο» που ξεκινά από την Τεχεράνη και φτάνει στους «αδελφούς» της Χεζμπολά στον Λίβανο, στην ανατολική Μεσόγειο. Ο πρωθυπουργός Νετανιάχου ταξίδεψε στα μέσα της εβδομάδας στο Σότσι για να μεταφέρει τις ισραηλινές ανησυχίες στον Ρώσο Πρόεδρο Πούτιν και να του επισημάνει την αύξηση της ιρανικής επιρροής σε περιοχές της Συρίας όπου σε τελική ανάλυση έχει το πάνω χέρι η Μόσχα ως βασική σύμμαχος του καθεστώτος Άσαντ. Άγνωστο παραμένει αν ο Νετανιάχου έλαβε κάποιες εγγυήσεις. Είναι όμως σαφές ότι το Ισραήλ είναι από τις λίγες, αν όχι η μόνη χώρα της περιοχής που υποστηρίζει τη διεξαγωγή του κουρδικού δημοψηφίσματος. Ένα ανεξάρτητο κουρδικό κράτος θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ανάχωμα στο Ιράν και να αποτελεί εν δυνάμει σύμμαχο του Ισραήλ απέναντι στους εξασθενημένους σήμερα Άραβες.

Ο Μπαρζανί καθησυχάζει εχθρούς και φίλους

Στο ανεξάρτητο και κυρίαρχο Κουρδιστάν θα γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα όλων των μειονοτήτων, υποσχέθηκε ο πρόεδρος Μπαρζανί, ο οποίος επιχείρησε ταυτόχρονα να βάλει οριστικό τέλος στη φημολογία ότι μέσω του δημοψηφίσματος σκοπεύει να παρατείνει κι άλλο την παραμονή του στην εξουσία, δηλαδή να κερδίσει πόντους ενόψει των προγραμματισμένων για τον Νοέμβριο προεδρικών εκλογών. Καθώς θεωρεί βέβαιη τη νίκη τού «ναι» στο δημοψήφισμα του Σεπτεμβρίου ο Μπαρζανί διαβεβαίωσε ότι ούτε ο ίδιος ούτε κάποιο άλλο μέλος της οικογένειάς του θα είναι υποψήφιος για την προεδρία του ανεξάρτητου Κουρδιστάν. Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι μόνο το ιστορικό δημοψήφισμα αλλά ποιος θα κυβερνά το μελλοντικό κράτος, ποια θα είναι τα σύνορά του και από πού θα εξάγεται ο μαύρος χρυσός.
Αντιπρόεδρος του KRG είναι σήμερα ο Κοσράτ Ρασούλ Αλί, Νο2 του Πατριωτικού Μετώπου του Κουρδιστάν που ιδρύθηκε το 1975 και έχει αρχηγό τον Τζαλάλ Ταλαμπανί, τον πρώτο μη Άραβα πρόεδρο του Ιράκ, ο οποίος αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Τα κόμματα των Μπαρζανί και Ταλαμπανί συνεργάστηκαν με τις ΗΠΑ στους δύο πολέμους του Ιράκ (εξάλλου στη «ζώνη ασφαλείας» του βορείου Ιράκ δημιουργήθηκε η πρώτη κουρδική ημιαυτόνομη οντότητα). Έχουν επίσης μακρά ιστορία συγκρούσεων για την πρωτοκαθεδρία σε μια κοινωνία που εξελίσσεται από ένα σύστημα κοτζαμπασισμού και εξαρτήσεων σε ένα σύγχρονο σύστημα με αστική δημοκρατία αλλά και διαπλοκή Δυτικού τύπου. Και τα δυο στρατόπεδα έχουν μακρά ιστορία σχέσεων λυκοφιλίας με την Άγκυρα. Ειδικά ο Μπαρζανί βρίσκεται σε ανοιχτή σύγκρουση με το PKK ενώ προς τιμήν του κυμάτισε η κουρδική σημαία στο αεροδρόμιο της Άγκυρας τον περασμένο Φεβρουάριο, κατά την επίσκεψή του για συνομιλίες με τον πρόεδρο Ερντογάν.
Ένα ανεξάρτητο κουρδικό κράτος στο έδαφος του σημερινού βόρειου Ιράκ θα αποτελεί στρατηγική ήττα για την Τουρκία, ανεξάρτητα πώς θα το παρουσιάσει ο πρόεδρος Ερντογάν. Προς το παρόν η Άγκυρα πιέζει με μοχλό τη μειονότητα των Τουρκομάνων ελπίζοντας ότι θα βρεθεί τρόπος να μην διακοπούν πλήρως οι ομοσπονδιακοί δεσμοί ανάμεσα στο Ερμπίλ και τη Βαγδάτη, ότι θα συνεχιστούν οι εξαγωγές του κουρδικού πετρελαίου από τους αγωγούς του Βορρά και ότι οι ενδοκουρδικές διενέξεις θα αποδειχτούν ισχυρότερες από το όραμα της ανεξαρτησίας και της δημιουργίας του μεγάλου Κουρδιστάν. Η μάχη του Ταλ Αφάρ δεν αφορά μια μικρή πόλη του βορείου Ιράκ, αλλά ακόμα ένα κομμάτι του παζλ στον χάρτη της επόμενης ημέρας.

Πηγή: Αυγή

Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

Βολικοί συμψηφισμοί και ιστορικές ρεβάνς



του Κωστή Παπαϊωάννου

Η καταδίκη των σταλινικών εγκλημάτων και ο διαρκής στοχασμός για τη μήτρα τους είναι καθήκον κάθε δημοκράτη και κατά μείζονα λόγο κάθε αριστερού δημοκράτη. Αυτός ο στοχασμός και η διαπάλη των ιδεών στη βαριά σκιά του «υπαρκτού σοσιαλισμού» γέννησαν λαμπρές στιγμές της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής Αριστεράς. Στιγμές δύσκολες, με διασπάσεις, με συγκρούσεις, με στιγματισμούς, με προσωπικές και συλλογικές δοκιμασίες. Είναι σε μεγάλο βαθμό επίτευγμα επώδυνο του ευρωκομμουνισμού, αλλά και ποικιλώνυμων άλλων εκφάνσεων της Αριστεράς, η μελέτη των αποτρόπαιων όψεων του σταλινισμού: προσωπολατρία, απόλυτος συγκεντρωτισμός, κρατική και κομματική γραφειοκρατία, προνόμια της νομενκλατούρας, εξευτελισμός κάθε δημοκρατικής αρχής, πολιτικά εγκλήματα, εκτοπίσεις, εξοντώσεις.
Η Αριστερά αυτή, η «καθ’ ημάς Αριστερά», έκανε δική της υπόθεση να καταδείξει το απεχθές πρόσωπο του «υπαρκτού», το καθεστώς των διώξεων και του φόβου, τις δίκες της Μόσχας, τον θρίαμβο της αστυνομίας και της καταστολής. Δεν φοβήθηκε να μιλήσει για την ασφυκτική λογοκρισία, την πανοπτική επιτήρηση, τον χαφιεδισμό, τις εσωκομματικές εκκαθαρίσεις, τη βίαιη κολεκτιβοποίηση με τα εκατομμύρια θύματα. Η δημοκρατική Αριστερά στάθηκε απέναντι στην καταστολή κάθε ελευθερίας στις ανατολικές χώρες. Ταυτοτικό, τραυματικό βίωμά της είναι η απόλυτη αντίθεση σε όσα επιβλήθηκαν στη Βουδαπέστη και την Πράγα με τα τανκς.
Με όλα αυτά και παρ’ όλα αυτά, η εξίσωση του σταλινισμού και συνεκδοχικά του κομμουνισμού με τον ναζισμό αποτελεί στην καλύτερη περίπτωση ιστορικό ατόπημα· στη χειρότερη, λαθροχειρία ολκής. Κάποιοι φαντασιώνονται μια ρεβάνς δεκαετιών. Προσπαθούν το πιο τερατώδες καθεστώς που γέννησε η νεότερη ιστορία, τον ναζισμό, να το ξεπλύνουν στο αίμα των αμέτρητων θυμάτων του σταλινισμού, του μαοϊσμού, του «πολποτισμού» ή άλλων εφαρμογών στο όνομα του κομμουνισμού. Ηταν κομμουνισμός; Αυτό ανοίγει μεγάλη συζήτηση, εν προκειμένω όχι απαραίτητη για να κρίνει κανείς τις θεωρίες εξίσωσης κομμουνισμού και ναζισμού.
Γιατί όσοι μιλούν για «μαύρο» και «κόκκινο» φασισμό επιχειρούν, στο όνομα του αίματος, να απαλείψουν ή να υποβαθμίσουν άλλα καίρια ιστορικά δεδομένα. Την καθοριστική συμβολή της ΕΣΣΔ στην ήττα του ναζισμού. Τα εκατομμύρια πολιτών της που χάθηκαν στη μάχη αυτή. Την αναμφισβήτητη συνεισφορά που είχαν οι σοσιαλιστικές ιδέες και οι συλλογικές διεκδικήσεις στους αγώνες για κοινωνική δικαιοσύνη. Οι κατακτήσεις των εργαζομένων και το μεταπολεμικό κοινωνικό κράτος σε μια σειρά από χώρες της Δύσης πιστώνεται σε αυτές τις «καταραμένες» ιδέες. Οταν όμως ακόμα και η αριστερή Σοσιαλδημοκρατία έφτασε σήμερα να φαντάζει εξτρεμισμός, αυτή η ιστορική παρακαταθήκη της Αριστεράς γίνεται φορτίο τοξικό. Η Ελλάδα πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος στον ναζισμό. Υπήρξαν λαοί που πλήρωσαν με πολύ αίμα τον σταλινισμό. Δεν θα βάλουμε στη ζυγαριά τις εκατόμβες· είναι πολύ μακάβρια τα μαθηματικά των εκατομμυρίων νεκρών. Οι αναθεωρητές ιδίως είναι εξπέρ στην αριθμητική του τρόμου: λίγο να μικρύνουμε τον κατάλογο των θυμάτων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του Ολοκαυτώματος, λίγο να αυξήσουμε τα θύματα του «κόκκινου φασισμού», ήρθαμε ίσα βάρκα ίσα νερά. Η εξίσωση ναζισμού και κομμουνισμού είναι ανιστόρητη, γιατί παραβλέπει τη βαθιά ουσία των πραγμάτων, την «κοινοτοπία του κακού», το απόλυτο πρόσωπο του κακού που αποτελεί ο εθνικοσοσιαλισμός της φυλετικής εκκαθάρισης. Στον ναζισμό η θεωρία νοηματοδοτεί πλήρως την πράξη και η πράξη εκπληρώνει πλήρως τη θεωρία, εκεί όπου η εξολόθρευση είναι ο σκοπός και το μέσο, εκεί όπου άνθρωποι, πράξη και θεωρία συμπίπτουν.
Οι δηλώσεις Τραμπ, με τις οποίες εξίσωνε οπλισμένους νεοναζί και μέλη της Κου Κλουξ Κλαν με αντιφασίστες διαδηλωτές, έχουν κάτι κοινό με τις δηλώσεις εγχώριων οπαδών της θεωρίας των δύο άκρων και τις κραυγές έξαλλων αντιπολιτευόμενων δημοσιογράφων και δημοσιολογούντων. Είναι η ενοχοποίηση συλλήβδην της Αριστεράς και η κατίσχυση του δόγματος TINA που οδηγούν στη δεξιόστροφη μετατόπιση του πολιτικού άξονα διεθνώς.
Ακόμα και σήμερα, με τις δυνάμεις και τις ιδέες της Αριστεράς σε διεθνή υποχώρηση, αυτή η μάχη για το παρελθόν δίνεται λυσσαλέα. Το παρελθόν νοηματοδοτεί το σήμερα και γι’ αυτό πρέπει να ρηγματωθεί ένας διαχρονικός κοινός τόπος. Οτι, δηλαδή, υπάρχουν κατασκευές εγκληματικές από τη φύση τους, που δεν μπορούν να υπάρξουν παρά μόνο ως εγκληματικές. Και υπάρχουν και ιδεολογικές κατασκευές που μπορούν -θέλουμε να μπορούν, ψάχνουμε πώς θα μπορούν- να υπάρξουν χωρίς εγκληματικές στρεβλώσεις.
Ο ναζισμός νοείται και υπάρχει μόνο ως εγκληματική μαζική βία. Ως τέτοια γεννήθηκε, εφαρμόστηκε και ηττήθηκε. Σπέρνοντας θάνατο. Κανείς δεν μίλησε ποτέ για ναζισμό με ανθρώπινο πρόσωπο. Κανείς δεν υποστήριξε πως ο φασισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα είναι φασισμός. Κανείς δεν κατηγόρησε τον Χίτλερ ότι διαστρέβλωσε και απανθρωποποίησε τον ναζισμό. Αλλά και κανείς δεν διανοήθηκε να πει ότι ο Χριστιανισμός είναι εγκληματικός από τη φύση του επειδή στο όνομα του Χριστού έγιναν φριχτά εγκλήματα και μαζικές εξοντώσεις πληθυσμών. Σε επιστημονικό επίπεδο δεν βρίσκουν σοβαρή υποστήριξη οι θεωρίες εξίσωσης ναζισμού και κομμουνισμού. Ακόμα και στην πρόσφατη εγχώρια συζήτηση ήταν εμφανές αυτό. Πρόκειται για απλουστεύσεις αντιεπιστημονικές.
Ο ιστορικός αναθεωρητισμός δυσκολεύεται να καταπιεί την ιστορική καταδίκη του φασισμού. Μιλά για «κόκκινο» και «μαύρο» φασισμό ακριβώς επειδή ο φασισμός είναι το απόλυτο μέτρο του κακού. Η νίκη του αναθεωρητισμού δεν θα είναι η εξίσωση ναζισμού και κομμουνισμού. Αυτό είναι το πρώτο βήμα. Η νίκη του θα επέλθει όταν το απόλυτο μέτρο του κακού γίνει ο κομμουνισμός. Οταν, δηλαδή, θα φτάσουν να μιλούν για «κόκκινο» και «μαύρο» κομμουνισμό. Τότε είναι που θα έχουν καταγάγει νίκη λαμπρή όσοι σήμερα δηλώνουν ότι είναι «η σπορά των νικημένων του ’45». Προς το παρόν, απλώς απολαμβάνουν την ενίσχυση που απλόχερα προσφέρουν στην Ακροδεξιά οι οπαδοί της θεωρίας των δύο ίδιων άκρων από τηλεοράσεις και πρωτοσέλιδα «σοβαρών» εφημερίδων.

* Εκπαιδευτικός, τ. γενικός γραμματέας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 27/08/2017

Πηγή: www.antiphono.wordpress.com 

Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

Γιατί φοβούνται τον κομμουνισμό;



του Σάββα Μιχαήλ*

Μετά τη ναζιστική παρέλαση κι επιδρομή, με μία νεκρή και πολλούς τραυματίες στο Σάρλοτσβιλ της Βιρτζίνια (ΗΠΑ), σάλος προκλήθηκε από τις πανάθλιες, όσο και αναμενόμενες, δηλώσεις του Τράμπ που κάλυψε τον φασισμό, ταυτίζοντάς τον με την «alt-left» –την «εναλλακτική Αριστερά»– σύμφωνα με τον νεολογισμό του εξυπνάκια εγκάτοικου του Λευκού Οίκου, ο οποίος θέλησε να ταυτίσει Αριστερά και κομμουνισμό με την «alt-right» – την αμερικανική φασιστική Δεξιά. 
Αντίθετα, στα καθ’ ημάς, σάλος προκλήθηκε στον στάβλο της αντίδρασης και υστερία πάθανε όλοι οι καραδεξιοί, από τον Αδωνι και τη Μαριέττα Γιαννάκου ώς τον Λοβέρδο και τον Βενιζέλο, τα αστικά ΜΜΕ, τη ναζιστική Χρυσή Αυγή και τον βουλευτή της συμπολίτευσης Δημήτρη Καμμένο, επειδή η κυβέρνηση Τσίπρα αρνήθηκε να συμμετάσχει στην αντικομμουνιστική φιέστα που οργάνωσε η εσθονική προεδρία της Ε.Ε., ταυτίζοντας, όπως ο Τραμπ και οι όμοιοί του, τον ναζισμό με τον κομμουνισμό.
Η κυβέρνηση, βέβαια, του ΣΥΡΙΖΑ, που στηρίζεται στην καρέκλα της εξουσίας από τους αντικομμουνιστές, ακροδεξιούς ΑΝ.ΕΛΛ., πήρε μια αυτονόητη απόφαση για τους δικούς της οπορτουνιστικούς λόγους. Μαζεύοντας τις πεσμένες και μαραμένες δάφνες της «αριστεροσύνης» της, κοιτάζει να μη χάσει όλα τα αριστερά ερείσματα, προσπαθώντας να διαφοροποιήσει, υποτίθεται, την εικόνα της από εκείνη της Δεξιάς... αν και την πολιτική της Δεξιάς και της Ε.Ε. εφαρμόζει – και μάλιστα με στοχοπροσήλωση. Εξάλλου, η αντικομμουνιστική-αντισοβιετική φιέστα δεν ξεκινάει από τους καραμπινάτους νοσταλγούς των ναζί στην Εσθονία.
Ξεκινάει από την Ε.Ε. και την Ευρωβουλή, που ψήφισε τη «Διακήρυξη της Πράγας σχετικά με την ευρωπαϊκή συνείδηση και τον κομμουνισμό» (στις 3 Ιουνίου 2008) και ανακήρυξε την 23η Αυγούστου ετήσια «Ημέρα Μνήμης των εγκλημάτων ναζισμού και κομμουνισμού»! Είναι γελοία η προσπάθεια της «πρώτη φορά αριστερής» κυβέρνησης να κρυφτεί και να δικαιολογηθεί στους αστούς και όλους τους αντικομμουνιστές και αντισοβιετικούς, εκτός και εντός Αριστεράς, υπενθυμίζοντας την απόσταση που κράτησαν άλλοτε... ο νεοδημοκράτης Βαρβιτσιώτης και η εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ!
Το ερώτημα, ως εκ τούτου, παραμένει: Γιατί τέτοιο μίσος, μανία και υστερία σήμερα για το φόβητρο του κομμουνισμού που υποτίθεται πως, κατά την επικρατούσα αστική ιδεολογία και προπαγάνδα, «πέθανε» μαζί με την Ιστορία το 1989-1991; Την απάντηση, ίσως, θα μπορούσαν να τη βρουν οι παραληρηματίες στον τίτλο του πρόσφατου άρθρου του Martin Sandbu, πριν από λίγες μέρες (15 Αυγούστου 2017), στην έγκυρη εφημερίδα του διεθνούς καπιταλισμού, τους «Financial Times». 
Ανεξάρτητα από το τι πρεσβεύουν το άρθρο και ο συγγραφέας του, ο τίτλος λέει χαρακτηριστικά: «From Lenin to Lehman - the Big Lies» («Από τον Λένιν στη Λίμαν Μπράδερς - Τα μεγάλα ψέματα»). Αν και ψευδώς εξισώνονται σαν «Μεγάλα ψεύδη» οι προσδοκίες που γέννησε η Οκτωβριανή Επανάσταση με τις υποσχέσεις του φιλελεύθερου καπιταλισμού, ο αναλυτής των «Financial Times» παραδέχεται την ιστορική χρεοκοπία του τελευταίου και καθόλου τυχαία συνδέει την Επανάσταση του 1917 με την παγκόσμια κρίση που ξεσπά το 2007 και δεν έχει λυθεί μέχρι τώρα.
Το γεγονός αυτό τρομοκρατεί τις άρχουσες τάξεις και επαναφέρει τον τρόμο τους για την κομμουνιστική απειλή: 100 χρόνια από τον Κόκκινο Οκτώβρη, ο παγκόσμιος καπιταλισμός βουλιάζει σε μια χωρίς προηγούμενο κρίση και επιστρέφει το θρυλικό «φάντασμα του κομμουνισμού», σε Βορρά και Νότο, Δύση και Ανατολή! ...

Ο τίτλος του άρθρου στους «Financial Times» πρέπει να τροποποιηθεί: «Από τον Λένιν στη Λίμαν Μπράδερς και ξανά στον Λένιν - Η μεγάλη αλήθεια».

* Γιατρός, συγγραφέας, ποιητής, γ.γ. του ΕΕΚ (Εργατικό Επαναστατικό Κόμμα)

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Σάββατο, 26 Αυγούστου 2017

Ρομαντισμός και εθνικισμός



του Θανάση Γιαλκέτση

Συμπληρώνονται φέτος είκοσι χρόνια από τον θάνατο του Αϊζάια Μπερλίν (1909-1997). Φιλόσοφος και ιστορικός των ιδεών, ο Μπερλίν θεωρείται δίκαια ένας από τους σημαντικότερους φιλελεύθερους στοχαστές του εικοστού αιώνα. Το ακόλουθο κείμενο είναι απόσπασμα συνέντευξης που έδωσε στο ιταλικό περιοδικό Reset τον Απρίλιο του 1994

• Γιατί το ενδιαφέρον σας επανέρχεται για άλλη μια φορά στον γερμανικό Ρομαντισμό;

Επειδή είμαστε όλοι θύματά του. Επί 2.500 χρόνια οι άνθρωποι πίστευαν σε μια βασική θεωρία, ότι για κάθε υπαρκτό ερώτημα υπάρχει μια αληθινή απάντηση και ότι όλες οι άλλες απαντήσεις είναι εσφαλμένες.Ηταν πεισμένοι γι’ αυτό ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Αυγουστίνος και έπειτα η Αναγέννηση, ο Σπινόζα, ο Ντεκάρτ, οι Γάλλοι διαφωτιστές και στη συνέχεια ο Καντ και όλοι όσοι μπορεί να μας έρθουν στον νου, συμπεριλαμβανομένων των Μαρξ και Φρόιντ. Η αληθινή απάντηση στα υπαρκτά ερωτήματα είναι μία και μοναδική. Επειτα ωστόσο τέθηκε ένα πρόβλημα.

• Ποιο; Και πώς φτάνουμε από αυτή την οδό στον Ρομαντισμό;

Είναι το πρόβλημα της διαφοράς. Εμείς θέτουμε ερωτήματα: Τι είναι η πραγματικότητα; Πώς θα έπρεπε να ζούμε; Τι είναι καλό; Τι είναι κακό; Ποια είναι η καλύτερη μορφή κοινωνικής ζωής; Γιατί δεν πρέπει να σκοτώνουμε τους ανθρώπους; Γιατί δεν πρέπει να γίνονται εθνοκαθάρσεις; Για όλα αυτά τα ερωτήματα, οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των ανθρώπων αφορούν τη μέθοδο.

• Τι εννοείτε ως μέθοδο;

Εννοώ ότι οι άνθρωποι δίνουν διαφορετικές απαντήσεις όχι επειδή κάποιος αρνείται ότι υπάρχει μια αληθινή απάντηση, αλλά επειδή υποστηρίζουν διαφορετικές μεθόδους. Ορισμένοι λένε ότι μια ορισμένη απάντηση είναι αληθινή επειδή το έχει πει ο Θεός στη Βίβλο, άλλοι επειδή είναι το πόρισμα εργαστηριακών ερευνών, άλλοι επειδή την εδραιώνουν κάποιες μεταφυσικές αρχές. Αλλοι λένε ότι η αληθινή απάντηση βρίσκεται στην καρδιά ενός απλού χωρικού ή ενός παιδιού. Εξαιτίας αυτών των διαφορών μεθόδου διεξάγονται αιματηροί πόλεμοι, επειδή κάθε φορά η «σωτηρία» εξαρτάται από τη μέθοδο που επιλέγεται. Αν η δική μου μέθοδος είναι ορθή, η δική σας μέθοδος είναι εσφαλμένη και εγώ πρέπει να σας σκοτώσω, επειδή διαφορετικά δεν θα πετύχουμε τη σωτηρία. Αυτό είναι το κέντρο της «αιώνιας φιλοσοφίας», ο πυρήνας της φιλοσοφικής ζωής της ανθρωπότητας: ότι η αλήθεια είναι μόνο μία. Οσες διαφορές κι αν υπάρχουν μεταξύ μεταφυσικών και εμπειριστών, μεταξύ άθεων και πιστών, μεταξύ αρχαίων Ελλήνων και νεότερων φιλοσόφων, μεταξύ θετικιστών και αντιθετικιστών, σε αυτό συμφωνούν όλοι: μία μόνον είναι η αληθινή απάντηση και όλες οι άλλες είναι εσφαλμένες.

• Αυτή η συμφωνία της «αιώνιας φιλοσοφίας» γύρω από τη μοναδικότητα της αληθινής απάντησης σε ένα ορισμένο σημείο όμως παύει να υπάρχει.

Παύει να υπάρχει με τον Ρομαντισμό. Αυτό είναι το αποφασιστικό σημείο. Ο πρώτος που έσπασε αυτή την ενότητα είναι ο Βίκο, επειδή υπήρξε ο πρώτος που κατανόησε τι είναι η διαφορά των πολιτισμών. Αν και ήταν επίσημα ένας πιστός καθολικός, πολύ ευσεβής, αντιλήφθηκε το γεγονός ότι εκείνο που πίστευε ο Ομηρος δεν ήταν αυτό που πιστεύουμε εμείς, ότι διαφορετικοί πολιτισμοί παράγουν διαφορετικά ποιήματα. Ο Βίκο ήταν ο πρώτος που κατανόησε τι είναι ένας πολιτισμός. Και ήταν μια μεγάλη ανακάλυψη.

• Ο Βίκο ανοίγει τον δρόμο στην ιδέα της διαφοράς μεταξύ των πολιτισμών. Και έπειτα;

Επειτα έρχεται ο Χέρντερ. Αυτός ο Γερμανός πίστευε στα ίδια πράγματα με τον Βίκο, αλλά, επιπλέον, στην ιδέα ότι υπάρχουν πολλοί πολιτισμοί ταυτόχρονα: εκείνο που πιστεύουν οι Γάλλοι, σκεφτόταν, δεν είναι αυτό που πιστεύουμε εμείς οι Γερμανοί, εκείνο που πιστεύουν οι Ιταλοί διαφέρει από εκείνο που πιστεύουν οι Σουηδοί. Ο μοναδικός τρόπος για να ανακαλύψουμε την αλήθεια επομένως είναι μέσα από κάποιον τύπο βαθιάς συμπάθειας μεταξύ των πολιτισμών και όχι από μόνοι μας. Είναι ένα είδος πλουραλισμού της γνώσης και μαζί μια μορφή αντικειμενισμού. Αυτό που θέλουμε εμείς οι Γερμανοί είναι διαφορετικό από εκείνο που θέλουν οι Πορτογάλοι, και εμείς έχουμε δίκιο να το θέλουμε ως Γερμανοί, έτσι όπως έχουν δίκιο να θέλουν το δικό τους ως Πορτογάλοι. Η ιδέα μιας οικουμενικής αλήθειας, μιας αληθινής απάντησης σε όλα τα ερωτήματα, όπως εκείνη στην οποία πίστευαν ο Βολτέρος, ο Ρουσό, ο Καντ, δεν είναι πλέον ορθή. Οι αλήθειες δεν είναι αιώνιες, οι αλήθειες είναι τοπικές. Αν περάσουμε στον 19ο αιώνα, βρίσκουμε τους ήρωες του Μπάιρον που αμφισβητούν τις συμβάσεις, τον Ντον Τζιοβάνι που είναι άλλο ένα πρόσωπο εναντίον των συμβάσεων, βρίσκουμε τον Μπετόβεν ο οποίος αδιαφορεί για τους κανόνες («Γράφω αυτό που έχω στην καρδιά μου»). Βρίσκουμε έπειτα σε αυτό τον δρόμο τον Νίτσε και άλλους.

• Δεν υπάρχει όμως ένα άλμα ανάμεσα στα ονόματα που αναφέρατε και στο φαινόμενο του εθνικισμού;

Τι είναι ο εθνικισμός; Είναι εκείνη η στάση με βάση την οποία κάποιος λέει: κάνω αυτό το πράγμα όχι επειδή είναι σωστό, όχι επειδή είναι καλό ή ωφέλιμο, όχι επειδή κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους, αλλά επειδή είμαι Γερμανός και αυτός είναι ο γερμανικός τρόπος για να ενεργεί κανείς. Το να είμαστε Γερμανοί σημαίνει να ανήκουμε σε ένα οργανικό σώμα που αποκαλείται Γερμανία. Και εγώ υπάρχω μόνον ως μέρος αυτού του μεγάλου οργανισμού, αυτού του θαυμαστού πολιτισμού που είναι ο γερμανικός.

• Δεν έχω ακόμη καταλάβει πού καταλήγει ο συλλογισμός σας. Με τον Βίκο και με τον Χέρντερ έχουμε την ανακάλυψη της πολλαπλότητας των πολιτισμών, των απόψεων. Με αυτόν τον τρόπο όμως ανοίγουμε τον δρόμο στον πλουραλισμό, στη συμβίωση των διαφορών. Ο εθνικισμός αντίθετα μπορεί να είναι μισαλλόδοξος, φιλοπόλεμος, φανατικός.

Στον 18ο αιώνα, αρχίζει όχι μόνον ο εθνικισμός αλλά και ένα φαινόμενο που μπορούμε να το ορίσουμε ως υπαρξισμό: εγώ αφοσιώνομαι σε ορισμένα ιδεώδη και δεν το κάνω επειδή αυτά είναι αντικειμενικές αλήθειες, επειδή υπάρχει κάποιος μεταφυσικός λόγος που με οδηγεί να το κάνω. Οχι, το κάνω επειδή η ζωή μου είναι αφιερωμένη σε αυτή τη στράτευση, το κάνω επειδή αυτό είναι το νόημα που έχω δώσει στη ζωή μου. Και τα ιδεώδη τι είναι; Δεν είναι ανακαλύψεις, είναι επινοήσεις. Τα ιδεώδη δεν τα βρίσκουμε, τα φτιάχνουμε. Οταν φτάνουμε σε αυτό το σημείο βρισκόμαστε μπροστά σε κάτι εντελώς νέο και επικίνδυνο.

• Και αυτό ισχύει για τον εθνικισμό;

Οχι μόνον. Ισχύει, για παράδειγμα, για την αναρχία, για την Εκκλησία, για την τάξη, για το κόμμα. Οι άνθρωποι κάνουν αυτό που κάνουν επειδή έχουν αφιερώσει τη ζωή τους σε εκείνο που θέλουν το έθνος, η Εκκλησία, η κοινωνική τάξη, το κόμμα. Εκείνο που λένε οι άλλοι δεν με ενδιαφέρει επειδή είμαι μέρος ενός κινήματος και ανήκω σε έναν οργανισμό που μπορεί να αποκαλείται «έθνος», που μπορεί να αποκαλείται «Βοσνία» ή «Σερβία». […]

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017

Η αποενοχοποίηση του Ναζισμού



του Σπύρου Γκουτζάνη

Η ναζιστική ιδεολογία είναι φυλετική, στον πυρήνα της έχει το ιδεολόγημα περί ανώτερων και κατώτερων φυλών, των μη καθαρών, των μιαρών που προέκυψαν από τις επιμειξίες. Η ανώτερη Αρεία Φυλή, δηλ. η γερμανική και οι συγγενείς τους, έχουν φυσικό δικαίωμα όχι μόνο να εκμεταλλεύονται ή να καταπιέζουν ή να υποδουλώνουν τις κατώτερες αλλά να τις εξαφανίζουν από προσώπου γης. Σύμφωνα με τον Ντεριντά στο βιβλίο του περί Συγχώρεσης «για τον Γερμανό, το έγκλημα του Εβραίου είναι ανεξιλέωτο», δηλαδή απαράγραπτο. Το έγκλημά του συνίσταται στο γεγονός ότι απλώς και μόνο υπάρχει.
Το έγκλημα του ναζισμού δεν είναι μόνο ποσοστικό έτσι ώστε να συγκρίνεται με άλλα παρόμοια μαζικά εγκλήματα. Έχει ιδιαίτερο απεχθή χαρακτήρα. Ο ναζισμός έχοντας σαν ιδεολογικό υπόβαθρο τον φυλετισμό, εκμεταλλεύτηκε τις τεχνολογικές και επιστημονικές εξελίξεις, και δημιούργησε όχι απλώς στρατόπεδα συγκέντρωσης ή εργασίας, αλλά βιομηχανία θανάτου, μία βιομηχανία που έβαζε μέσα ανθρώπους και έβγαζε σε ορισμένες περιπτώσεις σαπούνι ή καπνοσακούλες από ανθρώπινο δέρμα. Και φυσικά χρησιμοποιούσε τους ανθρώπους για πειράματα προκειμένου να εξελίξει την τεχνολογία της εποχής. Γι αυτό και ο Τζώρτζ Στάινερ στο βιβλίο του «ο Πύργος του Κυανοπώγωνα», λέει ότι ο δυτικός πολιτισμός δεν θα μπορέσει ποτέ να ξεπλύνει το άγος και όνειδος του ναζισμού. 
Τις τελευταίες δεκαετίες, κυρίως μετά την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ, γίνονται προσπάθειες αποενοχοποίησης του ναζισμού μέσα από την σύγκρισή του με τον σταλινισμό ή χειρότερα με τον κομμουνισμό. Φυσικά ο κομμουνισμός ακόμη και στην σταλινική εκδοχή του δεν έχει καμία σχέση με το ναζισμό, τον οποίο πολέμησε και νίκησε με βαρύ τίμημα αίματος, λυτρώνοντας τον κόσμο από την κτηνωδία. Η τοποθέτηση των δύο στο ίδιο κάδρο, έστω και αν αναγνωρίζονται οι ιδεολογικές διαφορές τους είναι μία προσπάθεια αφενός να ενοχοποιηθεί ο κομμουνισμός σαν ιδεολογία και πρακτική και μαζί όλη η κουλτούρα των δικαιωμάτων και της ταξικής πάλης και να απενοχοποιηθεί ο ναζισμός. Συμπίπτει αυτή η προσπάθεια αποενοχοποίησης με την άνοδο ξανά της Γερμανίας στο ευρωπαϊκό και διεθνές προσκήνιο. Στο βιβλίο του «Ναζισμός και Γερμανικός χαρακτήρας», - ένας άλλος μεγάλος διανοούμενος του 20ου αιώνα ο Νόρμπερτ Ελίας - υποστηρίζει ότι ο ναζισμός μπόρεσε να αναπτυχθεί στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του γερμανικού εθνικού χαρακτήρα - κυρίως στην προσήλωσή του λαού στην εκάστοτε ηγεσία του. Γιατί ο ναζισμός δεν είναι απλώς μία μορφή φασισμού. Ίσως με το μόνο που μπορεί να συγκριθεί είναι με τα καπιταλιστικά καθεστώτα της Λατινικής Αμερικής, όπως του Πινοσέτ στην Χιλή -νεοφιλελεύθερο ως προς την οικονομική του πολιτική μετά την συνεργασία του με την σχολή του Σικάγο του Μίλτον Φρίντμαν- που εφάρμοσαν μαζικές τακτικές εξαφάνισης αντιφρονούντων. Πώς θα ένιωθαν άραγε οι φιλελεύθεροι αν η ΕΕ καθιέρωνε ημέρα μνήμης για τα θύματα του καπιταλισμού ή του φιλελευθερισμού - όχι των δικτατορικών ή απολυταρχικών καθεστώτων.
Μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο προκαλεί εντύπωση η αντίδραση της αντιπολίτευσης στην άρνηση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ να συμμετάσχει στην «Ημέρα μνήμης των εγκλημάτων του ναζισμού και του κομμουνισμού», που διοργάνωσε η Εσθονική προεδρία της ΕΕ. Για την ιστορία στο πολύ καλό άρθρο του στον «Ημεροδρόμο», ο δημοσιογράφος Νίκος Μπογιόπουλος, παρέθεσε πληθώρα στοιχείων για το πως στην χώρα αυτή της Βαλτικής τιμώνται ακόμη μέχρι σήμερα τα εσθονικά τάγματα των SS που έδρασαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των αντίστοιχων γερμανικών. Φυσικά και δεν συνιστά διεθνή απομόνωση η υπεράσπιση των αρχών και αξιών της χώρας, έναντι μάλιστα της Εσθονίας. Ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση προκαλεί ότι ΝΔ και ΠΑΣΟΚ μετέβαλαν την στάση τους, σε σχέση με την θέση τους το 2009 όταν είχαν αρνηθεί να ψηφίσουν σχετικό ψήφισμα του ευρωκοινοβουλίου που είχε φέρει το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, που όλως τυχαίως ελέγχεται και τότε και τώρα από τα γερμανικά συντηρητικά κόμματα.
Έχει ενδιαφέρον η σύγκριση της θέσης που είχε πάρει τότε ο Ευάγγελος Βενιζέλος και αυτή που πήρε πριν από μερικές ημέρες για το ίδιο θέμα. Τι άλλαξε άραγε; Όπως και η θέση που είχε πάρει ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής σε σχέση με την τωρινή του Κυριάκου Μητσοτάκη. 
Προφανώς για ορισμένους η αντιπολίτευση κατά του ΣΥΡΙΖΑ νομιμοποιεί κάθε μέσο και κάθε κριτική. Όχι όμως και να φθάνει μέχρι την αποενοχοποίηση του ναζισμού και την απαξίωση του διεθνούς αριστερού κινήματος. Τότε εκτρέπεται σε πόλεμο δίχως κανένα πλαίσιο αρχών και αξιών. Και όπως είχε πει και ο Μάνος Χατζηδάκις, όταν το πρόσωπο του κτήνους δεν μας τρομάζει έχουμε αρχίσει να του μοιάζουμε.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017

"Η απόφασή σας υπενθύμισε τις αληθινές ευρωπαϊκές αξίες"



«Αξιότιμε Υπουργέ Σταύρο Κοντονή,

Θέλω να εκφράσω την αληθινή ευγνωμοσύνη και τον σεβασμό μου για την απόφασή σας και την απόφαση της Ελληνικής Κυβέρνησης να μη συμμετάσχει στο αποτρόπαιο συνέδριο με θέμα «Η κληρονομιά στον 21ο αιώνα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από τα κομμουνιστικά καθεστώτα». Η αιτιολόγηση της απόφασής σας ήταν απλά τέλεια!
Δυστυχώς, τέτοιου είδους προσπάθειες σιωπηρής δικαιολόγησης του ναζιστικού καθεστώτος και της ναζιστικής ιδεολογίας είναι έντονα παρούσες στη σημερινή πολιτική ζωή της Εσθονίας. Η δική μου απόφαση να γιορτάσω την 9η Μαΐου ως ημέρα νίκης για τις συμμαχικές δυνάμεις στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο προκάλεσε οργή σε πολλούς δημοσιογράφους και πολιτικούς.
Προκάλεσε όμως και ένα κύμα υποστήριξης. Επομένως, επιτρέψτε μου να σας διαβεβαιώσω ότι η Εσθονία δεν είναι μία χώρα ναζί και ότι εδώ, όπως και οπουδήποτε αλλού, οι ναζί και οι συμπαθούντες αυτούς είναι μια μειοψηφία.
Η απόφασή σας υπενθύμισε τις αληθινές ευρωπαϊκές αξίες και έδωσε δύναμη σε όλους όσους ανησυχούν για την αύξηση του κλίματος ψυχρού πολέμου, σε όλους όσους δεν ξεχνούν την ιστορία και που γνωρίζουν ότι ο σοσιαλισμός και η ελευθερία μπορούν όχι μόνο να συνδυαστούν, αλλά ότι ο σοσιαλισμός είναι απαραίτητος για την ελευθερία.
Το συνέδριο αυτό είναι μία ντροπή, αλλά είμαι σίγουρη ότι θα υπάρξει μέλλον όταν δεν θα οργανώνονται πλέον εκδηλώσεις σαν και αυτήν. Εσείς απλώς βοηθήσατε αυτό το μέλλον να έρθει λίγο νωρίτερα.

Με εκτίμηση, 
Oudekki Loone 
Μέλος του Εσθονικού Κοινοβουλίου, της Επιτροπής Άμυνας 
& της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων». 


(Η κα. Loone είναι μέλος του κεντρώου κόμματος της Εσθονίας, του μεγαλύτερου από τον κυβερνητικό συνασπισμό, στο οποίο ανήκει και ο Εσθονός πρωθυπουργός. Είναι η ίδια που όταν πρότεινε να γιορτάσει η Εσθονία την 9η Μαίου ως μέρα απελευθέρωσης από τους Ναζί, βρέθηκε αντιμέτωπη με απίστευτες αρνητικές αντιδράσεις στην χώρα της.)

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Ιστορικός αναθεωρητισμός: κομμουνισμός=ναζισμός



του Άγγελου Ελεφάντη
Το κείμενο δημοσιεύθηκε στα «Ενθέματα» της Αυγής, 16.9.2001

Διάβαζα προ ημερών ένα από τα γνωστά για την "τσαχπινιά" τους κείμενο του κ. Πρετεντέρη στο Βήμα. Κι αφού καθάρισα και ξανακαθάρισα τα γυαλιά μου πείστηκα ότι, τελικά, δεν είχα κάνει λάθος στην ανάγνωση. Τετρακόσια εκατομμύρια, έγραφε το κείμενο, ήταν οι φόνοι που διέπραξαν ο Στάλιν, ο Πολ Ποτ, ο Μάο Τσε Τούνγκ και οι ανά τον κόσμο κομμουνιστές. Καϋμένε Στεφάν Κουρτουά που υποστήριξες στη γνωστή Μαύρη Βίβλο ότι τα θύματα του κομμουνισμού ήταν μόνον εκατό εκατομμύρια... Σε είχαν όλοι αποπάρει, ακόμη και συνεργάτες σου στη Μαύρη Βίβλο, έτσι που αναγκάστηκες να περιορίσεις το φονικό κατά μερικά εκατομμύρια. Αν είχες υπόψη σου τα νούμερα του Πρετεντέρη δεν θα αναγκαζόσουν να ρίξεις νερό στο κρασί σου.
Το πρόβλημα όμως, ειλικρινά, δεν είναι ο Πρετεντέρης, αλλά η γιγαντιαία επιχείρηση του "ιστορικού αναθεωρητισμού", την οποία ξεκίνησαν Γερμανοί ιστορικοί, ήδη από τη δεκαετία του '60, την συνέχισαν επαξίως Γάλλοι, Άγγλοι, Αμερικανοί, εσχάτως προστέθηκαν και οι ημέτεροι ιστορικοί Στάθης Καλύβας και Νίκος Μαραντζίδης, με τις "ακριβείς" καταμετρήσεις σκοτωμένων από την ΟΠΛΑ αφ' ενός, τους ταγματασφαλίτες και λοιπούς δωσίλογους αφ' ετέρου. Σύμφωνα όμως με αυτές τις καταμετρήσεις η κόκκινη τρομοκρατία ήταν αγριότερη και μαζικότερη από τη μαύρη τρομοκρατία.
Για τους μη εξοικειωμένους σ' αυτού του είδους την ιστορική μπακαλική, να προσθέσω ότι ο "ιστορικός αναθεωρητισμός", όχι όμως και το τέκνο του ο "ιστορικός αρνητισμός" (:"δεν υπήρξε ολοκαύτωμα") κ.λπ. – δεν αποσιωπούν τα εγκλήματα του ναζισμού. "Απλώς", λιγοστεύουν, τεχνηέντως ή χονδροειδώς, το μερίδιο αίματος του ναζισμού κατά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, το επιρρίπτουν στην ευθύνη αποκλειστικά μιας μερίδας γνωστών ηγετών ναζί και των SS – μέχρι του σημείου ώστε οι θανατωθέντες Εβραίοι στα στρατόπεδα να μην ξεπερνούν, κατ' αυτούς, τα δύο με τρία το πολύ εκατομμύρια. Απ' την άλλη μεριά αυγατίζουν τα θύματα εις βάρος των Γερμανών και των συμμάχων τους, π.χ. εξαιτίας των συμμαχικών βομβαρδισμών πόλεων και μη στρατιωτικών εγκαταστάσεων, και έτσι, στον σχετικό ισολογισμό, ναζί και σύμμαχοι έρχονται πάτσι.
Όχι ακριβώς: ένα μεγάλος λογαριασμός εγκλήματος μένει ανεξόφλητος, δεν συμψηφίζεται με αριθμητικώς ισόποσα εγκλήματα του ναζισμού. Πρόκειται για τα εγκλήματα, τα δεκάδες εκατομμύρια θύματα του κομμουνισμού, αυτής της άλλης μάστιγας της ανθρωπότητας που χρησιμοποίησε τον φόνο ως τρόπο άσκησης της πολιτικής: ο κόκκινος και ο μαύρος φασισμός, η μαύρη και η κόκκινη τρομοκρατία ή, κατά κομψότερο τρόπο, ο κόκκινος και ο μαύρος ολοκληρωτισμός. Αυτή είναι η "θεωρία", ήδη λεπτουργημένη στα χρόνια του Μεσοπολέμου και κύριο ιδεολογικό και θεωρητικό εργαλείο του "ελεύθερου κόσμου" τα ατέλειωτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου. Ο Ψυχρός Πόλεμος τέλειωσε, έδωσε την ήττα στα καθεστώτα του Υπαρκτού σοσιαλισμού και γενικότερα τις δυνάμεις του ιστορικού κομμουνισμού. Ίσως, θα νόμιζε κανείς, ότι τώρα πλέον η πολεμική δεν έχει ανάγκη τα μέσα που χρησιμοποίησε επί Ψυχρού Πολέμου: ο κομμουνισμός, ο σταλινισμός και οι συνοδοιπόροι αυτών είναι πεθαμένοι και νεκροί, πτώματα τυμπανιαία και οδωδώτα. Άφετε τους τεθνεώτας θάψαι τους εαυτών νεκρούς.
Α, μπα. Ουδαμώς. Οι ιδεολόγοι τους γνωρίζουν πολύ καλά αυτό που γνωρίζουμε όλοι. Ότι δηλαδή το παρελθόν νοηματοδοτεί το παρόν και στο παρόν επινοείται το μέλλον μολονότι όχι γραμμικά και όχι νομοτελειακά. Στη μεταμοντέρνα μας όμως εποχή, που εδράζεται αποκλειστικά στο παρόν, όπου τα πάντα είναι παροντικά, δεν μπορεί να επιβιώνει μια ζώσα ιστορία, ένα παρελθόν δηλαδή που κάτι ακόμη μπορεί να προσκομίσει στο παρόν. Σ' αυτή την περίπτωση οι διαχειριστές του παρόντος ανακατασκευάζουν το παρελθόν αυθαιρέτως αλλά αληθοφανώς, ώστε να συνάδει και να συνηγορεί προς τη χρεία του παρόντος. Μια κατασκευή, λέγεται, είναι η ιστορία, το πραγματικό κατασκευάζεται κι αυτό: μια αφήγηση είναι και το παρελθόν. Έκαστος και η αφήγησή του περί του παρελθόντος. Δεν μπορεί, λοιπόν, να επιβιώνουν περί της πραγματικότητος του ιστορικού κομμουνισμού αντιλήψεις που να μην τον θεωρούν εγκληματικό εκ φύσεως, διότι εκεί τον οδήγησε, στο έγκλημα, η θεωρία της πάλης των τάξεων. Η "ουσία" του κομμουνισμού αρχίζει και τελειώνει με το έγκλημα. Άρα, εις την γέενναν του πυρός. Καλά, το πράξαμε αυτό με τον ναζισμό και ορθώς. Ενώ όμως ο κομμουνισμός νικήθηκε κοινωνικά και πολιτικά, διατηρούνται ακόμη ανάμεσά μας κάποιες σκιές του παρελθόντος του με δυναμογόνα και ιδαλγικά φωτοστέφανα που τον συντηρούν ως ιστορική ενδεχομενικότητα που οι άνθρωποι (η πάλη των τάξεων) μπορεί να την επικαιροποιήσουν ξανά, διότι το φάντασμα εξακολουθεί να πλανιέται ακόμη πάνω απ' την Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο.
Πρέπει, λοιπόν, το παρελθόν να εξορκισθεί ανέκλητα και οριστικά, να μην ταράξει ξανά τις συνειδήσεις των ανθρώπων και να τους εμπνεύσει παραδείγματα. Και ιδού η εργαλειακή χρησιμότητα ορισμένων αφηγήσεων στη μεταμοντέρνα εποχή μας: από τους Ελασίτες ως τους μαχητές του Στάλινγκραντ και του Κιούρσκ, από το "κόμμα των εκτελεσμένων" (ΚΚΓ) ως τους μαχητές των Βιετκόγκ, από τα υπόγεια της παρανομίας ως τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, από το μαχόμενο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα ως τις απόπειρες θεμελίωσης λαϊκής εξουσίας, όλα αυτά, άνθρωποι, ιδέες, αγώνες ήταν όργανα του κακού. Ο τρόπος της καταδίκης και της ιστορικής αναθεώρησης είναι θεολογικός και η πρακτική συνέπεια, όπως η θεολογία επιτάσσει, είναι η ανάνηψις, ή μετάνοια. Άπειρες οι μορφές της μετάνοιας, κι όχι ίδιες μ' εκείνες που εξάγονταν παλιά στα κρατητήρια της Ασφάλειας.
Έρχεται, λοιπόν, λειτουργός της Ε.Ε., ο Σουηδός βουλευτής Λίντμπλατ, και υποβάλλει στο Συμβούλιο της Ευρώπης ένα μνημόνιο στο οποίο καταγράφεται το νέο credo: "Τα εγκλήματα στα οποία οδηγεί η κομμουνιστική θεωρία της πάλης των τάξεων δεν έχουν καταδικασθεί διεθνώς όπως αυτά των ναζί". Από την αποτίμηση της κομμουνιστικής εγκληματικής κληρονομιάς απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στον Κόκκινο Στρατό και την τεράστια προσφορά της ΕΣΣΔ στη συντριβή του ναζισμού. Απουσιάζει, επίσης, κάθε αναφορά στις κομμουνιστικής εμπνεύσεως δυνάμεις της ευρωπαϊκής Αντίστασης.
Δεν ξέρουμε τι θα ψηφίσει η κοινοβουλευτική ομάδα της Ευρωβουλής στην οποία έχει παραπεμφθεί το μνημόνιο. Στο Συμβούλιο εγκρίθηκε κατά πλειοψηφία. Ήδη όμως μεγάλα τμήματα του ευρωπαϊκού πολιτικού φάσματος, μαζί και όλα τα ελληνικά πολιτικά κόμματα καταδίκασαν το μνημόνιο του Σουηδού, αρνούμενα να εξισώσουν την εγκληματική πολιτική του ναζισμού που ερείπωσε και ματοκύλησε την Ευρώπη με την ιστορική προσφορά της ΕΣΣΔ και των κομμουνιστών στον αγώνα κατά του φασισμού. Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό• οι Ευρωπαίοι δεν μπορούν να καταπιούν το δόγμα του Σουηδού (αν και οι Ανατολικοευρωπαίοι, μέλη πλέον της Ε.Ε., τάσσονται ανεπιφύλακτα στο πλευρό του, είναι οι κυρίως επισπεύδοντες).
Υπάρχουν, βέβαια και βεβαιωμένα και τα εγκλήματα του κατά την σταλινική εκδοχή ιστορικού κομμουνισμού, αυτά που τον αμαύρωσαν και κατέστησαν αφερέγγυα την ιδέα του σοσιαλισμού. Εμείς, κομμουνιστογενείς και γενικά οι αριστεροί δεν κάνουμε γαργάρα τα γκουλάγκ, τις δίκες, τις διώξεις, τις μαζικές εκτελέσεις. Ούτε καλυπτόμαστε από την αισχυντηλή καλύπτρα της "παραβιάσεως της σοσιαλιστικής νομιμότητας", που κάποια εποχή προσπαθούσε να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Μετά την αποκάλυψη της έκθεσης Χρουστσώφ το 1956, που έριξε κάποιο φως στο τοπίο, και έκτοτε συνεχώς, οι ανανεωτικοί κομμουνιστές, οι μαρξιστές, οι αριστεροί έρχονται και επανέρχονται στα ανομήματα του σταλινισμού, αυτοί πήραν το ζήτημα στην πλάτη τους, αυτοί κατάφεραν να αναλύσουν επαρκώς τη σταλινική περίοδο, αν και το ζήτημα έχει ακόμα πολύ δρόμο μπροστά του. Απ' αυτή την κριτική προέκυψαν όλες οι θεωρητικές και πολιτικές τάσεις της σύγχρονης ευρωπαϊκής αριστεράς, αναδεικνύοντας και πληθώρα πραγματολογικών στοιχείων. Όσο και να πονούσε το ζήτημα –και πονούσε πολύ– οι κομμουνιστές καταδίκασαν την αιμόφυρτη σταλινική πολιτική, χωρίς να έχουν ανάγκη τα credo του ιστορικού αναθεωρητισμού και την αρνήθηκαν, ακριβώς, στο όνομα του σοσιαλισμού. Χωρίς να γίνουν ριψάσπιδες και ρενεγκάδες. Και πολύ πριν την κατάρρευση του Υπαρκτού όσο υπήρξαν ιδέες και αγώνες απελευθερωτικοί για την χειραφέτηση των εργαζομένων απ' αυτήν τη ρίζα, κυρίως, προέρχονται. Εκτός από κάποιους που αγκυρώθηκαν για τα καλά στη σαγήνη των ιδεών του μπρεζνιεφισμού και τον αγγελικό κόσμο που αυτός οικοδομούσε.
Από τη σκοπιά του σοσιαλισμού, ο Υπαρκτός για μας ήταν το προς αποφυγήν παράδειγμα. Θεωρητικοί μαρξιστές-κομμουνιστές ήταν εκείνοι που στην ΕΣΣΔ τα χρόνια '60 με '80 θεωρούσαν ότι στη Σοβιετική Ένωση είχε επικρατήσει ένας "τρομοκρατικός τρόπος παραγωγής" (Ανρί Λεφέβρ κι άλλοι πολλοί). Αυτά δεν είναι εκ των υστέρων αφηγήσεις, αλλά θέσεις μάχης από τη σκοπιά του σοσιαλισμού, διατυπωμένες συγχρονικά, ενώ ξετυλίγονταν η ιστορία. Από την ίδια σκοπιά συνέχιζαν οι αριστεροί να βλέπουν ότι η πραγματική "υπαγωγή" των εργαζομένων στο κεφάλαιο (Μαρξ) πραγματοποιείται με ποικίλες μορφές βίας. Κι ότι στη διάρκεια της ταξικής πάλης η βία, συμβολική και υλική, μονίμως ερχόταν από τη μεριά του κεφαλαίου και του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού κράτους. Από την παράταξή μας όμως ξεπήδησε ένας στοχαστής που έλεγε ότι ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει. Δεν ξέρω κανένα που να υποστηρίζει ότι ο καπιταλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει. Στα καπιταλιστικά λογιστήρια η δημοκρατία δεν έχει ανοιγμένη μερίδα. Ο ιστορικός αναθεωρητισμός έχει.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στα «Ενθέματα» της Αυγής, 16.9.2001
Στη φωτογραφία: Αναζητώντας τροφή στα σκουπίδια, χειμώνας 1941-1942 (Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας)

Τρίτη, 22 Αυγούστου 2017

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Ο Κονφορμίστας (1970)


Μία ακόμη θερινή κινηματογραφική σεζόν φτάνει στο τέλος της, με μοναδικές εξαιρέσεις στο φτωχό της πρόγραμμα τις δυο ισπανικές προτάσεις (Η Οργή ενός Υπομονετικού Ανθρώπου & Κανείς δε Μπορεί να μας Σώσει) και το Open Air Festival. Όμως οι θερινές προβολές γίνονται ονειρικές όταν συνδυάζονται με κινηματογραφικά διαμάντια του παρελθόντος. Με μία τέτοια κινηματογραφική βραδιά αποφάσισα να κλείσω την φετινή σεζόν. Γι' αυτό κι επέλεξα τον Ζέφυρο όπου αυτές τις μέρες προβάλλει το αξεπέραστο αριστούργημα του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, "Ο Κονφορμίστας".
Η ιστορία μας γυρνάει στην δεκαετία του '30, όπου ένας μυστικός πράκτορας της φασιστικής Ιταλίας ταξιδεύει στο Παρίσι έχοντας μυστική αποστολή να δολοφονήσει έναν πρώην καθηγητή του, ο οποίος έχει αντιφασιστική ιδεολογία και δραστηριότητα. Με βασική υπόθεση την παραπάνω αποστολή, παρακολουθούμε παράλληλα διάφορες πτυχές από τη ζωή του πρωταγωνιστή. Μέσα απ' αυτό το έξυπνο κινηματογραφικό παζλ, προσπαθούμε να συμπληρώσουμε την προσωπικότητα του φασίστα (και του κάθε φασίστα). 
Βασικότερο χαρακτηριστικό αυτών των ανθρώπων είναι το τραυματικό τους παρελθόν. Υπήρξαν αδύναμα μέλη στις σχολικές παρέες κάτι που τους μετέτρεπε συχνά σε στόχο επιθέσεων και χλευασμών από άλλους συμμαθητές, μ' αποτέλεσμα να μετατραπούν σε φοβικά άτομα. Έπειτα μεγάλο ρόλο έπαιξε η οικογένεια. Στη συγκεκριμένη ταινία παρατηρούμε τα απομεινάρια μιας πλούσιας οικογένειας με προβληματικό παρελθόν. Ο πατέρας κλεισμένος σε ένα φρενοκομείο προσπαθεί να ξεχάσει ένα παρελθόν σκοτεινό (δεν διευκρινίζεται ιδιαίτερα στην ταινία) κι η μητέρα πνιγμένη στη μοναξιά κι εθισμένη στα ναρκωτικά παλεύει ανορθόδοξα να διατηρήσει με κάθε θυσία τη χλιδή του παρελθόντος. Σημαντικό όμως ρόλο παίζουν και διάφορες άσχημες στιγμές όπως μία απόπειρα βιασμού, στην οποία ο πρωταγωνιστής γλιτώνει μετά από φονικό...
Όλα τα παραπάνω στοιχείο αποδεικνύουν και δικαιολογούν την ανανδρία, την ανευθυνότητα αλλά και τη δειλία τόσο του πρωταγωνιστή όσο και του μέσου φασίστα τόσο του παρελθόντος όσο και του παρόντος. 


Παράλληλα ο Μπερτολούτσι καταφέρνει μέσα από τη ταινία να σκιαγραφήσει εκπληκτικά τη ψυχολογία των κοινωνικών τάξεων εκείνης της περιόδου. Με έναν άκρως σατυρικό θα έλεγα τρόπο, παρουσιάζει τυφλούς όλους τους διανοούμενους της Ιταλίας, καταδικάζοντας έξυπνα την εθελοτυφλία των "διαβασμένων" απέναντι στην επέλαση του εγχώριου φασισμού. Οι δεξιώσεις τους πραγματοποιούνται σε ημιυπόγειους χώρους χωρίς παλμό και διάθεση για ζωή. Αντιθέτως στην ελεύθερη ακόμα Γαλλία, η λαϊκή τάξη ζει με παλμό κι έρωτα κι αυτό παρουσιάζεται τόσο με τον (σχεδόν) ερωτικό χορό των δυο γυναικών (ξεπέρασε σε φινέτσα μία αντίστοιχη χορογραφία που είχαμε απολαύσει στην εξαιρετική Frida) όσο και με τον κυκλικό χορό που φανερώνει τη διάθεση για ζωή όλων όσων βρίσκονται εκεί μέσα εκτός του φασίστα που "παγιδεύεται" στο κέντρο της πίστας. 
Επίσης με πολύ έξυπνο τρόπο καυτηριάζει τον ρόλο της εκκλησίας κατά τη διάρκεια εκείνων των σκοτεινών καιρών, με έναν ιερέα να ενδιαφέρεται περισσότερο για τις πολιτικές απόψεις του πιστού και για πικάντικες λεπτομέρειες του ερωτικού του παρελθόντος, παρά για την σωτηρία της ψυχής του στην μεταθάνατον ζωή. 
Στον τομέα των ερμηνειών εντυπωσιάστηκα με τον Γάλλο ηθοποιό Jean-Louis Trintignant, τον οποίον πρώτη φορά είδα σε νεαρή ηλικία και δυσκολεύτηκα να τον αναγνωρίσω (έχω συνδυάσει τη φυσιογνωμία του με την Κόκκινη Ταινία και το Amour, δηλαδή γέρο). Υποδύθηκε εκπληκτικά τον φοβικό άνδρα που δεν έχει και δε θέλει να μεγαλώσει αλλά που είναι κι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να πουλήσει την ιδεολογία του για να ικανοποιήσει το συμφέρον του. Οι σκηνές όπως αυτή που γαβγίζει σε σκυλιά κι ειρωνεύεται την μάνα του καθώς αναζητάει τον ντίλερ της, ήταν τόσο ρεαλιστικές που τις θεώρησα αυθόρμητες. 
Κι αν ο Ζαν Λουι Τρεντινιαν ήταν η ψυχή της ταινίας, οι δυο γυναικείες υπάρξεις ήταν η καρδιά της ιστορίας. Η Ντομινίκ Σάντα εντυπωσιάζει με το φεμινιστικό της πνεύμα και την αντιφασιστική της δράση ενώ η Στεφανία Σαντρέλι ξεχείλιζε από ερωτισμό (πέρα από το υπέροχό της βλέμμα ερωτεύτηκα και το λακάκι στο πηγούνι της). Ενδιαφέρουσες προσωπικότητες όμως ήταν κι ο καθηγητής-θύμα Enzo Tarasci κι ο Gastone Moschin που υποδυόταν τον άνθρωπο σκιά που παρακολουθούσε την αποστολή του φασίστα. 


Η ταινία σε ταξιδεύει πολύ όμορφα σ' εκείνη τη περίοδο τόσο από το υπέροχο ντύσιμο των ηθοποιών όσο και με τα πλάνα στο εσωτερικό χώρο των σπιτιών και των υπολοίπων κτιρίων. Εκπληκτική η αποτύπωση της φασιστικής αρχιτεκτονικής των δημοσίων κτιρίων. Πανέμορφο το σπίτι του καθηγητή, το οποίο είναι στιβαρό, γεμάτο βιβλία και μυστικά δωμάτια όπως είναι κι η προσωπικότητά του, σε αντίθεση με το σπίτι της συζύγου του φασίστα, όπου είναι δαιδαλώδες και φτωχό από διακόσμηση και γνώση. Επίσης μου άρεσε που είδα σε χρήση ξενοδοχείου το αγαπημένο μου παριζιάνικο μουσείο Ορσέ. Και τέλος λάτρεψα πολύ τα παλιά οχήματα που επιλέχθηκαν στην ταινία.
Αυτό όμως που έκανε την ταινία ξεχωριστή ήταν η άψογη συνεργασία του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι με τον φωτογράφο Βιτόριο Στοράρο, κάτι το οποίο μας πρόσφερε καταπληκτικά πλάνα με εντυπωσιακή ισορροπία τόσο στις μορφές όσο και στο χρώμα. Άνετα κάθε πλάνο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μία ξεχωριστή φωτογραφία κάποιας έκθεσης (την ίδια εντύπωση που άφησε η πολυαγαπημένη Ida). Πραγματικά δε ξέρω πιο πλάνο να πρωτοδιαλέξω για να φέρω ως παράδειγμα στην όμορφη αποτύπωση της ταινίας πάνω στη μεγάλη οθόνη. Ίσως να διάλεγα τα πλάνα της καταδίωξης μέσα στο δάσος αλλά και τα ισορροπημένα κάδρα στους εσωτερικούς χώρους των κτιρίων. Ή μήπως τον εντυπωσιακό υπαίθριο χώρο του ψυχιατρείου όπου βρισκόταν έγκλειστος ο πατέρας του ήρωα. Όπως βλέπετε το δίλημμα είναι δύσκολο.
Δε μπορώ όμως να μην αναφερθώ όμως και στην υπέροχη μουσική του έργου, η οποία ολοκλήρωνε πλήρως την αισθητική όψη του αριστουργήματος.
Φεύγοντας από τον κινηματογράφο Ζέφυρο, επέστρεφα σπίτι με ένα παράπονο. Γιατί να μη γυρίζονται πλέον τέτοιες ταινίες, ειδικά τώρα που το έχουμε ανάγκη.

Βαθμολογία: 9/10

Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Τα συγκοινωνούντα δοχεία του αίματος



του Γιώργου Τσιάρα

Νέα Υόρκη, Σεπτέμβρης του 2001, το πρωί που άλλαξαν όλα. Και μετά Μαδρίτη, Λονδίνο, Παρίσι, Βρυξέλλες, ξανά Παρίσι, Νίκαια, Βερολίνο, Μάντσεστερ, Κωνσταντινούπολη, ξανά Λονδίνο, και τώρα Βαρκελώνη, για να αναφέρουμε μόνο τους πιο σημαντικούς σταθμούς στο χωρίς φρένα τρενάκι του τρόμου.
Μία ατέρμονη αλυσίδα από «τυφλά» μακελειά, με εντελώς διαφορετικά μέσα (από αεροπλάνα και Καλάσνικοφ μέχρι κλεμμένα φορτηγά, νοικιασμένα αμάξια και κουζινομάχαιρα του ενός ευρώ), αλλά πάντα με ισλαμιστές δράστες-καμικάζι να επιτίθενται σε «μαλακούς», δηλαδή ελλιπώς φρουρούμενους στόχους, και με το ίδιο αποτέλεσμα: χιλιάδες αθώα θύματα -τρεις χιλιάδες μόνο στην Αμερική, πάνω από 600 τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη- σε βάθος 16 χρόνων.
Ενα τακτικό, πλέον, ραντεβού με τη φρίκη, όπου το ερώτημα δεν είναι πια αν θα ξαναχτυπήσουν οι τρομοκράτες, αλλά μόνο το πότε και το πού.
Αλλά αυτή είναι μόνο η μία πλευρά του δράματος –η εύκολη, μανιχαϊστική οπτική του καλού εναντίον του κακού, του άσπρου εναντίον του μαύρου, του φωτός εναντίον του σκοταδιού.
Η οπτική που λέει ότι ο «καλός» δυτικός πολιτισμός μας, το τέκνο της υψηλής διανόησης και του Διαφωτισμού, απειλείται από το «κακό» Ισλάμ που σκοτώνει αδιακρίτως γυναίκες και παιδάκια, αναγκάζοντας τις κυβερνήσεις μας –με βαριά καρδιά πάντα– να ζωστούν ξανά τα hi-tech φυσεκλίκια τους και να ξαναστήσουν οργουελικής έμπνευσης αστυνομικά κράτη, σε μόνιμη κατάσταση πολιορκίας, να κηρύξουν κι άλλους μακρινούς πολέμους, να βομβαρδίσουν κι άλλες άγνωστες πόλεις με δυσπρόφερτα ονόματα, να κλείσουν κι άλλα ορατά και αόρατα σύνορα, και γενικώς να ξεθάψουν από τον σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας όλη την ξεχασμένη ρητορική του ελιτισμού, του ρατσισμού «εμείς κι αυτοί» και της μισαλλοδοξίας, στο όνομα της «αμυντικής», και καλά, υπεράσπισης των ατομικών ελευθεριών και του χιλιοτραγουδισμένου «τρόπου ζωής μας».
Ας με συγχωρέσουν οι καλοί αναγνώστες, αλλά αυτό είναι ένα παιχνίδι που δεν μπορώ να παίξω.
Το είχα γράψει και πριν από λίγους μήνες με αφορμή το τρομοκρατικό χτύπημα στο Μάντσεστερ, θα το επαναλάβω τώρα με τη Βαρκελώνη: το χειρότερο δεν είναι ο αριθμός των νεκρών, ούτε το γεγονός ότι ο στόχος ήταν πάλι «μαλακός», ένας πεζόδρομος γεμάτος αμέριμνους τουρίστες.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι ο σταδιακός μιθριδατισμός, το γεγονός ότι σιγά σιγά, από τη μια σφαγή στην άλλη, συνηθίζουμε όλοι μας σε αυτήν την απάνθρωπη διαλεκτική της τυφλής βίας, όπου ο καθένας είναι εν δυνάμει θύμα τρομοκρατίας μόνο και μόνο επειδή βρέθηκε σε λάθος τόπο, τη λάθος στιγμή.
Σαν τον Μιθριδάτη, τον αρχαίο βασιλιά του Πόντου, που απέκτησε αντοχή σε όλα τα δηλητήρια, καταναλώνοντας μικρές δόσεις, και τελικά αναγκάστηκε να βάλει τον δούλο του να τον σκοτώσει με τη σπάθα, για να μην τον πιάσουν ζωντανό οι Ρωμαίοι επικυρίαρχοι, έτσι κι εμείς συγκλονιζόμαστε όλο και λιγότερο από το τακτικό, πλέον, τηλεοπτικό ραντεβού με τη φρίκη.
Ωσότου, σύντομα, τέτοιες τρομακτικές ειδήσεις να μη μας κάνουν πια εντύπωση -ώσπου να έρθει η ώρα που θα προσπερνάμε τα μακελειά σαν κάτι φυσιολογικό: σαν το τίμημα που δήθεν καλούμαστε να πληρώσουμε για την υποτιθέμενη «ελευθερία» των όλο και πιο αστυνομοκρατούμενων κοινωνιών μας απέναντι στην επέλαση των «βαρβάρων», που εμείς οι ίδιοι κατασκευάσαμε με τις παλιές και νέες «ηρωικές» εκστρατείες μας.
Ο μιθριδατισμός αυτός, θα το ξαναπώ, υπάρχει εδώ και δεκαετίες και απλώνεται συνεχώς, επιτρέποντας στα μεγάλα μέσα ενημέρωσης να εστιάζουν στις εικόνες του εγγύτερου τρόμου και να προσπερνάνε με ευκολία τις γενεσιουργούς αιτίες του φαινομένου -ανάμεσα σε άλλες, τις συνεχιζόμενες μετα-αποικιοκρατικού τύπου παρεμβάσεις στον ισλαμικό κόσμο και τα καθημερινά λουτρά αίματος και τις σφαγές αμάχων σε μουσουλμανικά, πρωτίστως, κράτη, όπως η Συρία και το Ιράκ.
Οι Ισπανοί, που τώρα αναρωτιούνται «porque?», «γιατί σ’ εμάς;», συμμετείχαν επικουρικά -όπως και οι περισσότερες ευρωπαϊκές δυνάμεις- σε όλες τις τυχοδιωκτικές εισβολές και κατοχές της περασμένης δεκαπενταετίας.
Μόνον προχτές, την ημέρα του νέου μακελειού, από έναν μόνο συμμαχικό βομβαρδισμό στη Ράκα της Συρίας σκοτώθηκαν άλλοι 54 άμαχοι, σε έναν εξαετή «εμφύλιο» πόλεμο χωρίς τέλος με τη συμμετοχή όλων των μεγάλων δυνάμεων και συνολικά 300.000 νεκρούς και έντεκα εκατομμύρια πρόσφυγες.
Μόνον κατά την πολύμηνη «απελευθέρωση» της Μοσούλης, μιας μεγαλούπολης που ισοπεδώθηκε συστηματικά, σκοτώθηκαν περίπου 40.000 και ξεσπιτώθηκαν σχεδόν ένα εκατομμύριο, κανείς δεν ξέρει στην πραγματικότητα πόσοι -μακριά από τις κάμερες κανείς δεν κρατά λογαριασμό.
Οι περισσότεροι θάνατοι άλλωστε είναι σιωπηλοί, βασανιστικοί, χωρίς ορατό θύτη –σαν τους καθημερινούς πνιγμούς μουσουλμάνων, κυρίως, συνανθρώπων μας προσφύγων στη Μεσόγειο ή τα αμέτρητα θύματα από τον τρομερό λιμό και τις επιδημίες στην καταραμένη Υεμένη και το νεότερο κράτος του κόσμου, το άμοιρο Νότιο Σουδάν.
Μύωπες όλοι μας, ανίκανοι να δούμε πέρα από τη μύτη μας ή μάλλον πέρα από την οθόνη των «έξυπνων» συσκευών μας, αδιαφορούμε για την αιώνια εκατόμβη της Μέσης Ανατολής και το πνίξιμο στην κούνια της «αραβικής άνοιξης», πανηγυρίζουμε για τις ήττες των «βαρβάρων» του «Ισλαμικού κράτους», αλλά δεν ενώνουμε ποτέ τις κουκκίδες για να δούμε τη μεγάλη εικόνα πίσω από τα αποσπασματικά ρεπορτάζ της φρίκης –να δούμε τα αόρατα, μετα-αποικιακά συγκοινωνούντα δοχεία του αίματος που συνδέουν τη Ράκα με τη Ράμπλας.
Ας το πάρουμε επιτέλους απόφαση: Οσα τείχη κι αν υψώσουμε, όσες βόμβες κι αν ρίξουμε από ψηλά, όσες υποχωρήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών για χάρη της ασφάλειας κι αν ανεχτούμε, δεν πετυχαίνουμε τίποτε, εκτός από το να διαιωνίσουμε τον φαύλο κύκλο της βίας. 
Μόνη βιώσιμη λύση, σε βάθος χρόνου, είναι ο τερματισμός των πολέμων και η δικαιότερη κατανομή των παγκόσμιων πόρων, ώστε να σταματήσει το μεγαλύτερο προσφυγικό κύμα στην ιστορία της ανθρωπότητας: αλλιώς, θα ζούμε πάντα με τον τρόμο της επόμενης επίθεσης και θα αναρωτιόμαστε «γιατί εμείς, και όχι οι άλλοι;»...

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Μια σχέση με διάρκεια


του Γιάνη Βαρουφάκη

Η χρεοκοπία του κράτους μας, που ξέσπασε σαν πυρκαγιά το 2010 και μαίνεται ακόμα, άλλαξε τα πάντα στην Ελλάδα. Εκτός από ένα: τη Δεξιά, και συγκεκριμένα τον αχαλίνωτο ρεβανσισμό της Νέας Δημοκρατίας και τη ροπή της προς τον ολοκληρωτισμό.
Η παράταξη που πριν από τη χούντα θεωρούσε τα στρατοδικεία ορθό και σώφρονα μηχανισμό «διαχείρισης» των πολιτικών της αντιπάλων, το κόμμα που στη Μεταπολίτευση τρομοκρατούσε τον λαό ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου οικοδομούσε αριστερή χούντα (και που έστησε ειδικό δικαστήριο για να τον φυλακίσει το 1989) έχει πραγματικά μακρά παράδοση στον ολοκληρωτισμό, τον οποίο σταθερά προσπαθεί να παρουσιάσει ως τη μετριοπαθή υπεράσπιση του δημοκρατικού καθεστώτος. 
Κάποιοι ήλπιζαν ότι η κατάρρευση του μεταπολιτευτικού κοινωνικο-οικονομικού μοντέλου, στο πλαίσιο της γενικότερης δίνης της κρίσης της ευρωζώνης, ίσως άλλαζε και τη Νέα Δημοκρατία. Φευ, πού τέτοια τύχη!
Η μεγάλη «σταθερά», ο θεμέλιος λίθος που κρατά το συγκεκριμένο κόμμα γειωμένο πολιτικά, είναι η φράση που χρησιμοποίησε (μάλλον απερίσκεπτα, εν τη ρήμη του λόγου, αλλά με απόλυτη ειλικρίνεια) ο ιδιοκτήτης της «Καθημερινής» και του ΣΚΑΪ, εφοπλιστής, κ. Αλαφούζος στο ντοκιμαντέρ του Γιώργου Αυγερόπουλου «ΑΓΟΡΑ! Από τη Δημοκρατία στην Αγορά» (2014): «Εμείς οι ιδιοκτήτες της Ελλάδας...», είχε πει, αναφερόμενος στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί της χώρας που θεωρεί ότι δικαιωματικά έχει η ολιγαρχία, την οποία η Νέα Δημοκρατία προσπαθεί να εκφράζει πολιτικά.
Το νέο καθεστώς χρεοδουλοπαροικίας της χώρας, στο οποίο περιήλθε η Ελλάδα από το πρώτο Μνημόνιο, δημιούργησε μεγάλες προσδοκίες αλλά και μέγα άγχος στη Νέα Δημοκρατία. Μετά το σύντομο αντιμνημονιακό φλερτ του Αντώνη Σαμαρά, και την καθίζηση του Γιώργου Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ, το κόμμα της Δεξιάς είδε στο Μνημόνιο την ευκαιρία να αυτοεπιβληθεί ως ο πιστός εντολοδόχος της τρόικας και ο αποτελεσματικός διαχειριστής των διατάξεών του.
Ομως, παράλληλα, τα εξυπνότερα στελέχη του έβλεπαν το αδιέξοδο να έρχεται: Ο κ. Σαμαράς υποσχόταν, καθ’ όλο το 2014, ότι και (α) δεν θα δεχόταν νέο μνημονιακό δάνειο και (β) δεν θα ζητούσε αναδιάρθρωση χρέους. Αυτές οι δύο υποσχέσεις όμως παραβίαζαν τους κανόνες της αριθμητικής καθώς, μόνο για το 2015, έλειπαν τουλάχιστον 15 δισ. (ακόμα κι αν έκλεινε την αξιολόγηση του Δεκεμβρίου του 2014, την οποία η κυβέρνηση Σαμαρά ποτέ δεν έκλεισε).
Οταν άρχισε να διαφαίνεται η εκλογική ήττα στην οποία οδηγούσε τη Νέα Δημοκρατία η απλή αριθμητική του Μνημονίου, ξάφνου ήταν σαν να έχουμε επιστρέψει στην κινδυνολογία του 1980. Με μια διαφορά, προς το χειρότερο: η κυβέρνηση Σαμαρά επένδυσε (κάτι που ο Γεώργιος Ράλλης ποτέ δεν θα έκανε τότε) στο αφήγημα: «Αν δεν εκλεγούμε, την επομένη Δευτέρα οι τράπεζες θα είναι κλειστές».
Πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας μια κυβέρνηση επενδύει στην κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος, και μάλιστα σε συνεργασία με τον διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, τον οποίο εκείνη είχε διορίσει προ μηνών, και βεβαίως με την τρόικα – μια ανίερη συμμαχία εναντίον της επικείμενης δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης.
Ας δούμε προσεκτικά, και πέραν των επιφαινομένων, το αφήγημα της Νέας Δημοκρατίας από τότε έως σήμερα:
● Ο ελληνικός λαός είναι ένοχος, εν τη μωρία του.
● Ενας λαός-νήπιο τιμωρείται από έναν αυστηρό αλλά δίκαιο γονέα (την τρόικα) και, έτσι, το μόνο που δικαιούται να κάνει είναι να αιτείται μια πιο επιεική τιμωρία.
● Η Νέα Δημοκρατία είναι η παράταξη που κατέθετε υπεύθυνα και αποτελεσματικά τα αιτήματα του λαού-ικέτη.
● Ξάφνου, ο ανόητος λαός αποφάσισε να εμπιστευτεί ένα κόμμα, τον ΣΥΡΙΖΑ, που του είπε κάτι «παρανοϊκό»: ότι πρέπει να διανοηθεί πως υπάρχει εναλλακτική, ότι μπορεί και πρέπει να απαιτήσει τη μεταμόρφωσή του από ικέτη-νήπιο σε ώριμο λαό που διαπραγματεύεται (αντί να ικετεύει για) τη διαμόρφωση πολιτικών που τερματίζουν την άσκοπη, ατέρμονη, μισανθρωπική τιμωρία του.
Οπως στο παρελθόν, έτσι και τώρα, η Δεξιά δεν μπόρεσε να αντισταθεί στις ιστορικές της καταβολές. Την ώρα που ο ελληνικός λαός σύσσωμος έλεγε «ΟΧΙ» στην τρόικα, η Νέα Δημοκρατία συσστρατεύτηκε, άνευ παραμικρού ενδοιασμού, με τους δανειστές.
Οπως έγραφα στην «Εφ.Συν.» σε άρθρο τιτλοφορούμενο «Η Νέα Δημοκρατία που χρειαζόμαστε» (31/10/2016), μια πατριωτική Νέα Δημοκρατία, τότε που ο Γερούν Ντάισελμπλουμ με επισκέφτηκε τρεις μέρες μετά την ανάληψη του υπουργείου Οικονομικών για να με απειλήσει με κλείσιμο των τραπεζών, αν δεν υποσχόμουν ότι θα αγνοήσω τη λαϊκή εντολή για αναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου, και δη του μη βιώσιμου χρέους, θα έβγαζε την εξής ανακοίνωση:
«Διαφωνούμε με τη νέα κυβέρνηση εντονότατα. Κρίνουμε ότι πρέπει να αποδεχθεί τις βασικές παραμέτρους του 2ου Μνημονίου και να μην επιδιώξει αντιπαράθεση με την τρόικα, όπως επιχειρηματολογήσαμε κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Ομως δεν θα επιτρέψουμε στον πρόεδρο του Eurogroup να απειλεί τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση με κλείσιμο των τραπεζών της χώρας επειδή εκείνη εφαρμόζει τη λαϊκή εντολή που έλαβε».
Αντ’ αυτού, η Νέα Δημοκρατία προέβη στη στρατηγική επιλογή της ποινικοποίησης της διαπραγμάτευσης και της τακτικής «Βάστα, Γερούν!» κόντρα στους «λαοπλάνους» που «παρασύρουν» τον λαό στην άποψη ότι δικαιούται να πει «ΟΧΙ» στους νέους Μέτερνιχ.
Από μια μεριά, κατανοώ την ψυχολογική διαδικασία που οδηγεί στη στάση της Νέας Δημοκρατίας. Θυμάμαι τον τότε πρέσβη της Ελλάδας στο Παρίσι να μου διηγείται, επί υπουργίας μου, τη σκηνή που το 2014 ο νυν αρχηγός του κόμματος, υπουργός της κυβέρνησης Σαμαρά τότε, καθόταν μετά τα μεσάνυκτα έξω από το δωμάτιο του ξενοδοχείου τού αρχιτροϊκανού Ντέκλαν Κοστέλο περιμένοντας πότε θα τον δεχθεί.
Οποιος υπουργός έχει αποδεχθεί τέτοιον εξευτελισμό είναι λογικό να θυμώνει με πολιτικούς του αντιπάλους που πείθουν την πλειονότητα των Ελλήνων ότι υπάρχει εναλλακτική, ότι άλλο πράγμα η ικεσία και άλλο η διαπραγμάτευση.
Η δαιμονοποίηση της διαπραγμάτευσης που υπερβαίνει την ικεσία σημαίνει βέβαια δαιμονοποίηση των τριών σχεδίων που πρέπει να έχει κανείς πριν μπει στην αίθουσα των διαπραγματεύσεων για να διαπραγματευτεί:
1. Σχέδιο με εποικοδομητικές, λελογισμένες, μετριοπαθείς προτάσεις (των οποίων η εφαρμογή θα φέρει το τέλος της σκοτοδίνης).
2. Σχέδιο για το πώς αντιδράς ώστε να αποφευχθεί τόσο η συνθηκολόγησή σου όσο και η ρήξη, όταν η τρόικα αρνηθεί να συζητήσει καν τις προτάσεις σου, απειλώντας μάλιστα με ρήξη (ιδίως με κλείσιμο τραπεζών).
3. Σχέδιο σε περίπτωση που η ρήξη συμβεί για οποιονδήποτε λόγο.
Ως αυτόκλητος υπερασπιστής της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας, την οποία ταυτίζει με την υποταγή στην τρόικα και την απαγόρευση της υπέρβασης από την ικεσία στη διαπραγμάτευση, η Νέα Δημοκρατία επιστρέφει στην προϊστορία των στρατοδικείων και ειδικών δικαστηρίων για να δικάσει όποιον τόλμησε να μπει, όπως το 2015, στις αίθουσες των Βρυξελλών έχοντας εκπονήσει αυτά τα τρία σχέδια.
Η στρατηγική τους επιλογή είναι: συλλάβετε τον Βαρουφάκη, που ακόμα και σήμερα υπεραμύνεται των σχέδιων αυτών, με απώτερο στόχο να καθίσουν στο διπλανό εδώλιο τον Τσίπρα, ο οποίος μπορεί μεν να υπέγραψε τη «δήλωση μετανοίας», αποποιούμενος τα τρία σχέδια της διαπραγμάτευσης, αλλά, από την άλλη:
(α) πρέπει να τιμωρηθεί επειδή τόλμησε, έστω και για μερικούς μήνες, να διανοηθεί τη διαπραγμάτευση και
(β) δεν έχει ακόμα παραδώσει τα κλειδιά του Μαξίμου στους «ιδιοκτήτες της Ελλάδας».
Μέσα στο πλαίσιο του παραδοσιακού της ρεβανσισμού, και της προσπάθειας να ποινικοποιήσει τη διαπραγμάτευση των πρώτων μηνών του 2015, ακολουθώντας την παράδοση της κλασικής ελληνικής Δεξιάς, η Νέα Δημοκρατία παρουσιάζει τη σημερινή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ως μια εθνικο-λαϊκή χούντα, που πασχίζει να φιμώσει την αντίθετη άποψη.
Οπως επισημαίνει ο Δημήτρης Σκλήρης σε εκτενές του άρθρο με τίτλο «Αντιστασιακός Διαφωτισμός» (βλ. ΖΗΝ, ThePressProject), αυτές τις κατηγορίες οι κυρίες και οι κύριοι της Νέας Δημοκρατίας τις εξαπολύουν την ώρα που υπόσχονται... Ειδικά Δικαστήρια για εμένα, στα οποία ευελπιστούν να σύρουν, από δίπλα, και τον Αλέξη Τσίπρα!
Οπως είναι γνωστό τοις πάσι, οι δρόμοι μας με τον πρωθυπουργό και άλλους συντρόφους έχουν χωρίσει αμετάκλητα. Το DiEM25 έχει κατακεραυνώσει την κυβερνητική άποψη ότι μετά τη συνθηκολόγηση έρχεται, οσονούπω, η έξοδος από τα μνημόνια – κι έχει εξαγγείλει τη θέση ότι οι τομές-προαπαιτούμενα για απόδραση από την κρίση πρέπει να εφαρμοστούν χωρίς καμία διαπραγμάτευση, χωρίς καμία πρότερη έγκριση από το Eurogroup ή την τρόικα.
Ομως, ανεξάρτητα από τις μεγάλες μας διαφωνίες, η Νέα Δημοκρατία πρέπει να κατανοήσει ότι η εναγώνια προσπάθειά της να ποινικοποιήσει τη διαπραγμάτευση των πρώτων μηνών του 2015 θα βρει όλους μας μπροστά της. Κι αυτό επειδή το διακύβευμα αφορά κάτι το πολύ σημαντικό, κάτι που ξεπερνά τις αντιθέσεις μας ή τα γεγονότα του 2015: τον ολοκληρωτισμό της Δεξιάς που, αντί να υποχωρεί στο Μνημονιστάν μας, ενισχύεται από τη συνεχιζόμενη, γενικευμένη πτώχευση.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Νταρ-αλ-χαρμπ και Νταρ-αλ-Ισλάμ, τα γεννήματα του καπιταλισμού



Κατέ Καζάντη

Μια δέσμη από κοινωνικούς και πολιτικούς κανόνες οι οποίοι ορίζουν τις ζωές των ανθρώπων, ένα σύνολο από ήθη και συνήθειες που διαμορφώνουν –και διαμορφώνονται από- την κουλτούρα μιας κοινωνίας, να τι είναι εν τοις πράγμασι μια θρησκεία. Ακόμα δε και η στενά προσωπική, μεταφυσική σχέση της ύπαρξης με το άγνωστο, μεταθανάτιο υπερβατό, ακόμα και τούτη μετέχει στην κοινωνικοπολιτική διαπλοκή, εφόσον ειδωθεί ως το προσφορότερο έδαφος για να ευδοκιμήσουν κάθε λογής φανατισμοί.
Ο ενοποιητικός χαρακτήρας των διαφόρων θρησκευμάτων, ιδίως των σύγχρονων μονοθεϊστικών, συνίσταται στον τρόπο που αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους: συνδεδεμένα με συγκεκριμένες κοινότητες λαών, αυτοορίζονται, όλες, ως η «μια και μοναδική αλήθεια». Οι δε λαοί τους βρίσκονται επιφορτισμένοι με το ιερό καθήκον να σώσουν τον μάταιο τούτο κόσμο, με τους όρους και τους νόμους που αυτοί αντιλαμβάνονται ως ορθούς και ηθικούς.
Η ιστορική πορεία της κουλτούρας των θρησκευμάτων είναι, προφανώς, συνδεμένη και μεταβάλλεται, αναλόγως της πορείας της γενικής πολιτικής ιστορίας της ανθρωπότητας.
Για παράδειγμα, στους πέντε στύλους του Ισλάμ -πίστη σε ένα Θεό, προσευχή, ελεημοσύνη, νηστεία, προσκύνημα στη Μέκκα- ο προστιθέμενος, και κάποτε υποδεέστερος, έκτος, ο Ιερός Πόλεμος, γίνεται, στους καιρούς μας, το απόλυτο θεϊκό πρόταγμα. Όχι μοναχά σε ιδεολογικό – θεολογικό – μεταφυσικό επίπεδο, αλλά κυρίως σε πρακτικό – πολιτικό. Τούτο δεν έγινε βέβαια τυχαία, ούτε ξαφνικά. Κατά τους αιώνες όταν ο μουσουλμανικός κόσμος έφτανε στο απόγειο της πολιτιστικής και πολιτικής ισχύος, πριν την αποικιοκρατία, για την Κοινότητα των Πιστών οι στρατιωτικές κατακτήσεις ή η πιστή εφαρμογή της Σαρία ήταν πράγματα έως και αδιάφορα. Αλλά η κατακτητική επέλαση της Δύσης, η δυτική ηγεμονία και οι ντόπιοι συνεχιστές της, ουδόλως άμβλυναν τις κοινωνικές ανισότητες, τις ταξικές αντιθέσεις. Η επικράτηση ενός στρεβλού μοντέλου, όπου ο κύκλος της φτώχειας διευρύνθηκε μαζί με την ανάπτυξη του άκρατου καταναλωτισμού των εγχώριων ελίτ, όρισαν την λεγόμενη «αποτυχία του μοντερνισμού». Ταυτόχρονα, διαμόρφωσαν έναν νέο ανθρωπολογικό τύπο πιστού: φτωχοί ή λιγότερο φτωχοί, αγράμματοι ή και με πτυχία πανεπιστημίων, άνθρωποι πάντως που αδυνατούν να πραγματώσουν το όραμα μιας ζωής όπως τη θέλουν, αγριεύουν. Η μεγαθυμία του Αλλάχ αντικαθίσταται από το τζιχάντ. Η Δύση γίνεται Νταρ-αλ-χαρμπ, Οίκος Πολέμου, σε πλήρη αντιδιαστολή με τον Νταρ-αλ-Ισλάμ, τον Οίκο του Ισλάμ.
Αλλά ταυτόχρονα με την αλλαγή προτύπου στην Ανατολή, αλλάζει, νωρίτερα ίσως, και το ανθρωπολογικό πρότυπο στη Δύση. Ο μνησίκακος, άκρως νεοφιλελεύθερος πολίτης της Δύσης, απομακρυσμένος από την κουλτούρα της αλληλεγγύης, της ισότητας και των δικαιωμάτων, κυριλέ και καταναλωτικός αλλά στο βάθος ρατσιστής, εφόσον στέκει αδιάφορος μπροστά στις θηριωδίες και στα εγκλήματα πολέμου, με σκοπό το κέρδος, κυριαρχεί. Κι έπειτα έρχεται, ως φυσικό επόμενο, η διάχυση του νεοφασισμού.
Η σιωπή, ας πούμε, για τον τρόπο με τον οποίο το ISIS διαπλέκεται με τις δήθεν υπεράνω πάσης υποψίας βιομηχανίες όπλων, αυτοκινήτων, πετρελαϊκές κ.ο.κ. είναι χαρακτηριστική. Οι ελάχιστοι που καρπώνονται τον διεθνή πλούτο και νιώθουν ταυτόχρονα να κείνται πέραν του θανάτου, φλυαρούν για τον τρόμο, αλλά ούτε κουβέντα για τις υπόγειες διαδρομές του υπερκέρδους. Πόσα, αλήθεια, τσέπωσε η Δύση από την καταστροφή κεφαλαίου – κατά Σουμπέτερ «δημιουργική» - στον πόλεμο του Ιράκ; Πόσα στο Αφγανιστάν, πόσα όπου αλλού;
Το αγριεμένο φάντασμα του καπιταλισμού, και των πολεμικών σχέσεων που δημιουργεί, πλανάται πάνω από τα κεφάλια του ανθρώπινου γένους και βάζει σε μπελάδες τους, ανάλογα με ποιον Θεό μιλάς, περιούσιους λαούς.
Εάν θα σπάσει σύντομα ή όχι ο κύκλος του φανατισμού, του τρόμου και του αίματος, εξαρτάται από το βαθμό αντίστασης των από κάτω στα επιβαλλόμενα υποδείγματα: του εξεγερμένου του Νταρ-αλ-Ισλάμ και του αδιάφορου στα δεινά του Άλλου προτεστάντη. Οι αγώνες είναι, σε κάθε περίπτωση, μπροστά ενάντια σε ένα μοντέλο – Αρμαγεδδών που διαθέτει όλα τα κακά: ανταγωνισμούς, εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, καταστροφή της φύσης, βιαιότητες κάθε λογής, ατέλειωτους πολέμους.

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Τι ήταν ο υπαρκτός σοσιαλισμός;



του Θανάση Γιαλκετσή

Τον Σεπτέμβριο του 1980, με αφορμή τα γεγονότα της Πολωνίας, ο Ιταλός φιλόσοφος Νορμπέρτο Μπόμπιο (1909-2004) έγραψε και δημοσίευσε στην εφημερίδα «La Stampa» το ακόλουθο άρθρο.
Μετά τα γεγονότα της Πολωνίας, μπορούν να δοθούν δύο διαφορετικές ερμηνείες για τον υπαρκτό σοσιαλισμό. Η πρώτη, η πιο κοινή: ο υπαρκτός σοσιαλισμός είναι ως σοσιαλισμός (όχι ως υπαρκτός) ένα τερατώδες ψεύδος.
Το κύριο επιχείρημα υπέρ αυτής της ερμηνείας είναι ακαταμάχητο: αν σοσιαλισμός σημαίνει, ιδεατά, χειραφέτηση της εργατικής τάξης και, πρακτικά, δικτατορία του προλεταριάτου, δεν γίνεται κατανοητό με ποιο δικαίωμα μπορούν να αποκαλούνται σοσιαλιστικά τα καθεστώτα στα οποία μέχρι τώρα τα κινήματα αντίστασης και εξέγερσης (εκείνα τα λίγα που η σιδερένια κομμουνιστική πειθαρχία επιτρέπει) γεννήθηκαν στους κόλπους της εργατικής τάξης.
Αυτό το επιχείρημα είναι τόσο ισχυρό, ώστε στον υπαρκτό σοσιαλισμό ως κράτος της εργατικής τάξης δεν πιστεύει πλέον κανένας. Δεν πιστεύει η πολύ μεγάλη πλειονότητα των υπηκόων αυτών των καθεστώτων. Δεν πιστεύουν σχεδόν όλοι οι πολίτες των δημοκρατικών κρατών.
Δεν πιστεύει ήδη, χρειάζεται να το πούμε καθαρά, ούτε καν το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Γι’ αυτό, το ψεύδος, εκτός του ότι είναι τερατώδες, είναι και, από μέρους των ηγετών των κομμουνιστικών κομμάτων που βρίσκονται στην εξουσία, ξεδιάντροπο.
Η δεύτερη ερμηνεία είναι πιο ριζική και γι’ αυτό λιγότερο διαδεδομένη. Ακριβώς όμως επειδή είναι πιο ριζική, θα έπρεπε να την πάρουμε πιο σοβαρά από όσο το έχουμε κάνει μέχρι τώρα.
Ο υπαρκτός σοσιαλισμός δεν είναι διόλου ένα ψεύδος. Είναι η αναγκαία συνέπεια μιας ορισμένης αντίληψης για την κοινωνία και το κράτος, για την οικονομία και την πολιτική, είναι η συνέπεια της ιδέας –που είναι παλιά όσο και η ανθρώπινη ιστορία– ότι όλα τα δεινά από τα οποία υποφέρουν οι εξελιγμένες κοινωνίες πηγάζουν από την ατομική κατοχή των αγαθών και ότι η έλευση του βασιλείου της ευτυχίας εξαρτάται από την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και από την εγκαθίδρυση ενός οικονομικού καθεστώτος βασιζόμενου αποκλειστικά στη συλλογική ιδιοκτησία. 
Αν ως σοσιαλιστική κοινωνία εννοούμε (και γιατί δεν θα ’πρεπε να εννοούμε;) μια κοινωνία στην οποία έγινε η απόπειρα να εφαρμοστεί το ιδεώδες, που εγκωμίαζαν (καλοπροαίρετα) οι ουτοπιστές όλων των εποχών, του ριζικού μετασχηματισμού των σχέσεων ιδιοκτησίας, τότε λοιπόν το σοβιετικό κράτος και όλα τα κράτη στα οποία το σοβιετικό κομμουνιστικό κόμμα έχει επιβάλει τη θεωρία του ήταν σοσιαλιστικά.
Σύμφωνα με αυτήν την ερμηνεία, ο σοσιαλισμός δεν είναι ένα ψεύδος, είναι ένα λάθος (στην καλύτερη περίπτωση μια αυταπάτη). Οχι ότι αυτό το λάθος δεν είχε προβλεφθεί.
Το ότι ο μετασχηματισμός των σχέσεων ιδιοκτησίας χωρίς μια κατάλληλη πολιτική μεταρρύθμιση, το ότι η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής χωρίς μια αντίστοιχη κοινωνικοποίηση της πολιτικής εξουσίας θα οδηγούσε στον κρατικό δεσποτισμό, στην ανεξέλεγκτη εξουσία μιας ανεύθυνης γραφειοκρατίας, είχε προβλεφθεί άπειρες φορές από τους αναρχικούς, τους ελευθεριακούς σοσιαλιστές, τους φιλελεύθερους στοχαστές όλων των τάσεων, πολύ πριν από την Οκτωβριανή Επανάσταση.
Μετά την επανάσταση, η ίδια θέση επαναλήφθηκε, μετά από στάθμιση των δεδομένων και με βάση συγκεκριμένα γεγονότα και όχι μόνον αφηρημένους συλλογισμούς, από όλους τους διαφωνούντες εκείνων των καθεστώτων.
Οποιος θα ήθελε να συλλέξει μια τεκμηρίωση για τη θέση της ισοδυναμίας: σοσιαλισμός = δεσποτισμός, σοσιαλισμός = γραφειοκρατικοποίηση, σοσιαλισμός = μονολιθική εξουσία, θα βρισκόταν σε αμηχανία για το τι να επιλέξει πρώτο.
Προξενεί εντύπωση η έκπληξη όλων εκείνων που αυτά τα χρόνια άρχισαν σιγά σιγά να αντιλαμβάνονται ότι τα σοσιαλιστικά καθεστώτα είναι καθεστώτα αθεράπευτα ανελεύθερα. Σου έρχεται να τους πεις δυνατά κατά πρόσωπο: «Μα πώς δεν το ξέρατε;».
Υπήρχε αληθινά κανείς που δεν γνώριζε ακόμα ότι η συγκέντρωση της οικονομικής εξουσίας και της πολιτικής εξουσίας, αναπόφευκτη προκειμένου να εγκαθιδρυθεί ο σοσιαλισμός νοούμενος ως κολεκτιβοποίηση των μέσων παραγωγής, θα οδηγούσε μοιραία στο ολοκληρωτικό κράτος; «Και πώς -θα μπορούσες να συνεχίσεις- θέλατε τον σοσιαλισμό και επιπλέον θέλατε και την ελευθερία;». 
Γνωρίζω καλά ότι ένα τέτοιο ερώτημα μπορεί να θεωρηθεί κακόβουλο. Είναι όμως ακριβώς αυτό το ερώτημα που η ευρωπαϊκή Αριστερά, και φυσικά και η ιταλική, οφείλει να απαντήσει. Δεν λέω ότι δεν έγιναν απόπειρες να απαντηθεί, ιδίως σε αυτό το τελευταίο διάστημα.
Ας είμαστε όμως ειλικρινείς, σε σχέση με το πρόβλημα της σύζευξης του σοσιαλισμού -νοούμενου όπως πρέπει να εννοείται, ως υπεράσπιση των αδύναμων εναντίον των ισχυρών, ως πάλη εναντίον των προνομίων, ως ισότητα των ευκαιριών- με την ελευθερία, αυτές οι απόπειρες είναι νιαουρίσματα, ιδίως αν συγκριθούν με τον λιονταρίσιο βρυχηθμό εκείνων που έχουν επανειλημμένα πει και συνεχίζουν να λένε στους Πολωνούς εργάτες: «Ο σοσιαλισμός είμαι εγώ και αλίμονο σε όποιον τον αγγίξει». Σοσιαλισμός και ελευθερία.
Αυτό είναι το πρόβλημα. Πρόβλημα άλυτο, επειδή για τους πιο διορατικούς ήταν δεδομένο το ότι, καθώς (ατομική) ελευθερία και (κοινωνική) ισότητα είναι ασύμβατες αξίες, όπως είναι εξάλλου όλες οι απόλυτες αξίες, ο σοσιαλισμός θα μπορούσε να δώσει περισσότερη ισότητα μόνον παραχωρώντας λιγότερη ελευθερία.
Με αυτό δεν θέλω να πω ότι σοσιαλισμός και ελευθερία είναι ασύμβατα. Θέλω να πω ότι εκείνος ο σοσιαλισμός, ο μοναδικός σοσιαλισμός που έχει γνωρίσει μέχρι τώρα η ιστορία της ανθρωπότητας -είτε είναι ορθό είτε όχι να τον αποκαλούμε έτσι- είναι ασύμβατος με την ελευθερία.
Και αν συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι η ελευθερία στις διάφορες μορφές της, είτε ως ελευθερία των ατόμων έναντι της υπερβολικής εξουσίας του κράτους είτε ως αυτοκαθορισμός, πρέπει να θεωρείται ένα αγαθό, αυτός ο σοσιαλισμός που οδήγησε σε αυτές τις συνέπειες που, όπως ήδη γίνεται πιο καθαρό, εμπεριέχονταν στις προϋποθέσεις του, πρέπει να καταδικάζεται τελεσίδικα. Οπως τον καταδίκασαν οι Πολωνοί εργάτες.
Επανέρχομαι στις δύο ερμηνείες του υπαρκτού σοσιαλισμού από τις οποίες ξεκίνησα. Αν θεωρούμε, αποδεχόμενοι τη δεύτερη, ότι ο υπαρκτός σοσιαλισμός πρέπει να απορριφθεί όχι ως ψεύδος, αλλά επειδή είναι εκείνο που είναι και δεν μπορούσε να είναι διαφορετικά, το πρόβλημα που θέτει η πολωνική εξέγερση γίνεται πολύ πιο σύνθετο και η λύση του, δυστυχώς, πολύ πιο αβέβαιη.
Το ζητούμενο δεν είναι πράγματι να ξεσκεπάσουμε την εξουσία, αλλά να την αλλάξουμε. Η συνδικαλιστική ελευθερία δεν είναι παρά μια αρχή.
Πώς μπορεί όμως να επιβιώσει η συνδικαλιστική ελευθερία αν δεν συνοδεύεται από την πολιτική ελευθερία; Το ελεύθερο συνδικάτο χωρίς το ελεύθερο κόμμα;
Και το ελεύθερο κόμμα σε ένα μη πλουραλιστικό σύστημα; Και πώς μπορεί να αναπτυχθεί ένα πλουραλιστικό πολιτικό σύστημα χωρίς ελεύθερες εκλογές και ελεύθερες εκλογές χωρίς ελεύθερο Τύπο;
Είτε μας αρέσει είτε όχι, αυτή είναι η λογική της δημοκρατίας. Ολες οι ελευθερίες συνδέονται αναπόσπαστα. Η μια φέρνει την άλλη, η μια δεν μπορεί να σταθεί χωρίς την άλλη. Τα στάδια της ελευθερίας είναι σαν τους κρίκους μιας αλυσίδας. Και η αλυσίδα είναι μεγάλη.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών