Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

Γκόλγουεϊ, η πόλη με τον πέτρινο ποταμό



Η Ιρλανδία με υποδέχτηκε με μία πρωτόγνωρη για μένα καταχνιά. Τα φορτωμένα σύννεφα πάνω από το Δουβλίνο δυσκόλεψαν αρκετά την προσγείωση του αεροπλάνου. Κοιτούσα έξω από το παράθυρο προσπαθώντας να προσδιορίσω τα αίτια των συνεχόμενων τρανταγμάτων. Νότια απλωνόταν το λιμάνι της πόλης κι από την άλλη επικρατούσε μία θολούρα.
Οι ίδιες καιρικές συνθήκες με συνόδεψαν καθ' όλη τη διάρκεια της βραδινής μου περιπλάνησης στους δρόμους της πόλης. "Αυτή είναι η Ιρλανδία" μου είπε πειραχτικά ο Χρήστος, ένας φίλος που ζει δεκατρία χρόνια εκεί. Η σκέψη πως θα περιπλανηθώ στη χώρα μ' αυτόν τον καιρό μου χαλούσε λίγο τη διάθεση. Κατανοώντας το άγχος μου, με παρηγορούσε ο Χρήστος λέγοντάς μου πως ο καιρός εκεί πάνω αλλάζει συνέχεια από στιγμή σε στιγμή.
Το πρώτο βράδυ κοιμήθηκα νανουρισμένος από την καταρρακτώδη βροχή που έπεφτε έξω. Την επομένη ξύπνησα αρκετά νωρίς για να προλάβω το τρένο για Γκόλγουεϊ. Δεν είχε χαράξει ακόμα και περπατούσα στους άδειους δρόμους μαζί με τους οδοκαθαριστές που έκρυβαν τις μεθυσμένες νύχτες των Δουβλινέζων. Ο ουρανός από πάνω μου ήταν πεντακάθαρος, φανερώνοντάς μου τα τελευταία αστέρια της αυγής. Όταν έφτασα στον δυτικό σιδηροδρομικό σταθμό, είχε αρχίσει να χαράζει από τη μεριά του λιμανιού.
Ο ήλιος με βρήκε να διασχίζω την ιρλανδική ύπαιθρο. Το χρυσαφή του χρώμα έπαιζε με τους ιριδισμούς των βρεγμένων φύλλων και με το έντονο πράσινο του γρασιδιού. Πολλοί φίλοι μου είχαν πει πως θα είμαι πολύ τυχερός αν πετύχω το Γκόλγουεϊ με ήλιο. Και τελικά ήμουν.
Το Γκόλγουεϊ είναι η τέταρτη μεγαλύτερη πόλη της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας κι έκτη για ολόκληρο το νησί. Αυτό όμως που την κάνει ξεχωριστή είναι πως θεωρείται η πολιτιστική καρδιά της χώρας καθώς είναι πλούσια σε εορτασμούς και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Μάλιστα έχει επιλεχθεί ως η πολιτισμική πρωτεύουσα της Ευρώπης για το 2020 μαζί με την Ριέκα στην Κροατία.
Η πόλη δεν έχει ιδιαίτερα μεγάλη ιστορία οπότε ούτε ιδιαίτερα μνημεία. Όταν οι Βίκινγς έφτασαν εκεί το 927 μ.Χ. δεν υπήρχε καν οικισμός. Το Γκόλγουεϊ ξεκίνησε ως οχυρό για να μετατραπεί σε πόλη το 1484. Έκτοτε η ιστορία του είχε περιόδους ακμής και παρακμής. Η πόλη άκμασε με το εμπόριο ψαριού, δέρματος και μαλλιού και παρήκμασε όταν εκδιώχθηκαν οι καθολικοί. Έπειτα πήρε τα πάνω της με την κατασκευή μύλων αλλά αποδυναμώθηκε με τον Μέγα Λιμό της Ιρλανδίας, κάτι που κράτησε μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα παρ' όλο που το Γκόλγουεϊ είχε μετατραπεί σε λιμάνι αναχώρησης μεταναστών από Ιρλανδία σε Αμερική. Η πόλη άρχισε να αναβαθμίζεται ξανά όταν έγινε πανεπιστημιούπολη και τουριστικός προορισμός.
Πράγματι το πρώτο χαρακτηριστικό που με εντυπωσίασε ήταν η νεολαία της. Οι δρόμοι ήταν γεμάτη φοιτητές που πήγαιναν εκείνη την ώρα στις σχολές τους ή απολάμβαναν το πρωινό τους καφέ στην Latin Quarter. Προσπάθησα να γίνω κι εγώ ένα μ' αυτούς κι έτσι τους ακολούθησα.
Παίρνοντας ένα όμορφο μονοπάτι δίπλα στον ποταμό, βρέθηκα στον Ρωμαιοκαθολικό ναό της Ανάληψης της Θεοτόκου ή αλλιώς στον Καθεδρικό του Γκόλγουεϊ (00:05-01:28). Ο ναός όχι μόνο δεν είναι τίποτα το ιδιαίτερο, αλλά στάθηκε αφορμή πολλών αντιδράσεων την εποχή που χτιζόταν, χαρακτηρίζοντάς τον ως αρχιτεκτονικό τερατούργημα. Ο λόγος όμως που τον κάνει ξεχωριστό, είναι ότι θεωρείται ο τελευταίος πετρόχτιστος καθεδρικός στην Ευρώπη καθώς οι πόρτες του άνοιξαν το 1965.
Αν κι αρχικά δεν μου γέμισε το μάτι, τελικά αποφάσισα να μπω στο ναό για να δω την εσωτερική του διαρρύθμιση. Η αλήθεια είναι πως ενώ εξωτερικά φαίνεται χαμηλός και συμπαγής, εσωτερικά έδειχνε μεγάλος κι ευρύχωρος. Μου άρεσε πολύ ο διακοσμητικά λιτός του τρούλος, ο οποίος χρωμάτιζε με ένα έντονο μπλε την αγία τράπεζα. Εντυπωσιακό ήταν το εκκλησιαστικό όργανο κι ένα πανύψηλο ψηφιδωτό που παρουσίαζε την σταύρωση του Χριστού. Σε μία άκρη της εκκλησίας υπήρχε ένα μακρόστενο σχεδιάγραμμα που παρουσίαζε την "σύντομη" ιστορία του ναού. Κατά μία έννοια ήταν ένας προπαγανδιστικός τρόπος για να δικαιολογηθεί η ύπαρξή του (πολύ κατηγόρησαν τον επίσκοπο που έχτισε τον ναό πως το έκανε για να μαζέψει χορηγίες και κεφάλαια). Ένα ακόμη στοιχεία που δίνει μία αξία στην εκκλησία είναι πως χτίστηκε πάνω σε παλιές φυλακές.
Ακριβώς δίπλα στον καθεδρικό βρίσκεται η πανεπιστημιούπολη (01:29-02:12) με κυριότερο το αρχικό κτίσμα του πανεπιστημίου όπου φυλάσσονται όλα τα αρχεία της Unesco για τις κελτικές γλώσσες. Μπήκα στην εσωτερική αυλή του κτιρίου όπου επικρατούσε μία πρωινή ηρεμία. Που και που κάποιοι άνθρωποι εμφανίζονταν περιμετρικά του προαυλίου και χάνονταν πάλι σε μία πόρτα. Ο ήλιος είχε σηκωθεί ήδη ψηλά και φώτιζε κάποιες από τις εσωτερικές πλευρές του κτίσματος τονίζοντας μ' αυτόν τον τρόπο τα έντονα χρώματα των κισσών που είχαν αναρριχηθεί σ' όλους τους τοίχους. Έξω από το παλιό κτίριο υπήρχε ένα μεγάλο πάρκο γεμάτο ξύλινα τραπεζάκια τα οποία είχαν καταληφθεί από νεαρούς φοιτητές που κουβέντιαζαν μεταξύ του και γελούσαν. Μία κοπέλα με γήινα χρώματα και φωτεινό ξανθό μαλλί διέσχισε σαν αερικό το πάρκο, ταρακουνώντας για λίγο την ήρεμη μονοτονία που επικρατούσε.
Από την πανεπιστημιούπολη κινήθηκα προς το κέντρο της πόλης (02:43-04:16). Με μικρή απόσταση μεταξύ τους στέκονται τα κυριότερα κτίρια του Γκόλγουεϊ όπως η αγγλικανική κολλεγιακή εκκλησία του Αγίου Νικολάου (03:48), χτισμένη το 1320 και το μεσαιωνικό αρχοντικό κάστρο των Λύντς όπου κατοικούσαν οι 14 οικογένειες που διοικούσαν τότε την πόλη (02:58-03:10) ενώ στις εκβολές του ποταμού βρίσκεται το μουσείο των ψαράδων και η ισπανική αψίδα. Η αλήθεια είναι πως περισσότερο με εντυπωσίασαν τα καλαίσθητα γκράφιτι της πόλης, τα οποία την γέμιζαν χρώματα και ζωντάνια. Ένα απ' αυτά βρισκόταν σε έναν τυφλό τοίχο και παρουσίαζε μία χιονόπτωση η οποία συνοδευόταν με μία λεζάντα όπου ο καλλιτέχνης συσχετιζόταν με το χιόνι το οποίο δε ξέρει αν ανήκει στον ουρανό ή στη γη.
Αυτό όμως που αξίζει περισσότερο στο Γκόλγουεϊ είναι η βόλτα στη θάλασσα. Η προκυμαία της πόλης (04:17-05:14) είναι ένας τόπος σύνδεσης των κατοίκων με την αύρα του Ατλαντικού Ωκεανού. Συνάντησα πολλούς νέους να κάθονται και να συζητούν πάνω από τα ορμητικά νερά του ποταμού κι άλλους να περπατούν μόνοι τους απολαμβάνοντας τα ζεστά χάδια του ήλιου. Ένας απ' αυτούς ήταν μία κοπέλα με το σκύλο της οι οποίοι ερχόντουσαν προς την μεριά μου. Το σκυλί μόλις με είδε σάστισε και κοκάλωσε στη θέση του. Χαμογέλασα και γονάτισα κοντά του απλώνοντάς του το χέρι για να με μυρίσει. Όμως το σκυλί έστρεψε τη μουσούδα του αλλού. Η κοπέλα γέλασε με την αντικοινωνική της σκυλίτσα και μου είπε πως "μάλλον με ντρέπεται". Χαμογελαστός καλημέρισα και τις δυο και συνέχισα τη βόλτα μου προς το South Park. Εκεί βρίσκεται και το τέλος αυτής της μικρής πόλης.
Στάθηκα για λίγο στα βράχια της ακτογραμμής κι άφησα τον αέρα του ωκεανού να χαϊδέψει το πρόσωπό μου. Η ώρα όμως είχε περάσει κι έπρεπε να πάρω το τρένο της επιστροφής. Πέρασα πάλι από την Latin Quarter. Τα μαγαζιά ήταν ήδη ανοιχτά κι οι δρόμοι γεμάτοι κόσμο. Σε ένα άνοιγμα όπου υπήρχε ένα παγκάκι με το άγαλμα του Όσκαρ Ουάιλντ, ένα συγκρότημα νεαρών είχαν συγκεντρώσει αρκετό κόσμο με τις μελωδίες και τα τραγούδια τους. Στάθηκα κι εγώ για λίγο να τους απολαύσω. Όμως ο χρόνος δε μου άφηνε πολλά περιθώρια.
Στο τρένο της επιστροφής σκεφτόμουν όσα μου άρεσαν σ' αυτήν την πόλη. Σίγουρα θα μου μείνει η ζεστασιά των ανθρώπων. Κι αυτό το βίωσα και μέσα στο βαγόνι όπου έπιασα κουβέντα με δυο κυρίους οι οποίοι ενθουσιάστηκαν όταν έμαθαν πως είμαι Έλληνας. Κύριο θέμα συζήτησης ήταν τα λάθη τα οποία κάνουμε ως άνθρωποι κι ως λαοί, απ'τα οποία δεν μαθαίνουμε και τα επαναλαμβάνουμε ξανά και ξανά.
Ο ήλιος άρχισε να κατηφορίζει προς τη δύση. Ο ουρανός υποσχόταν πως θα είναι καλός μαζί μου και τις υπόλοιπες μέρες. Και το Δουβλίνο με περίμενε για μία απογευματινή βόλτα στις όχθες του ποταμού Λίφεϋ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου