Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017

Μια κριτική ιστορία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων



του Κώστα Δουζίνα

Μετά από τη Νυρεμβέργη, η ανθρωπότητα χωρίστηκε για πάντα σε τρεις ρόλους: θύματα, θύτες και σωτήρες. Οι θύτες και τα θύματα προέρχονται από τα «σκοτεινά» μέρη του κόσμου, ενώ οι σωτήρες τους από τη Δύση. Ακόμη και σήμερα η γλώσσα των δικαιωμάτων δεν αφορά μόνο συνθήκες και συντάγματα. Είναι σύνθημα και πρόσκληση σε αγώνα προς αμφισβήτηση της υπάρχουσας τάξης.
Μετά το 1989 τα ανθρώπινα δικαιώματα (ΑΔ) έγιναν η ιδεολογία μετά «το τέλος των ιδεολογιών», η τελευταία «ουτοπία» σε έναν κόσμο χωρίς αξίες. Παρά τις ρητορικές εξάρσεις όμως, η μεταχείριση των προσφύγων, των μειονοτήτων και των φτωχών, η μόνιμη κατάσταση εξαίρεσης και οι «ανθρωπιστικοί» πόλεμοι, δείχνουν ότι ο «θρίαμβός» τους συμπίπτει με τις μεγαλύτερες παραβιάσεις τους, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, της μεταδημοκρατικής συνθήκης και της αντικατάστασης της κοινωνικής δικαιοσύνης από το νεοφιλελευθερισμό. Οι ενθουσιώδεις υποστηρικτές τους επαναλαμβάνουν μερικές ανακουφιστικές κοινοτοπίες, ζητώντας μας να μη το ψάχνουμε πολύ, αλλά να συστρατευτούμε, να «σώσουμε» τον κόσμο. Έχουμε συμβάσεις και νόμους, επιτροπές και δικαστήρια. Τι χρειαζόμαστε την κριτική και πολιτική σκέψη; Αυτό το άρθρο επιδιώκει να ξεκινήσει μια συζήτηση για έναν από τους πιο σημαντικούς θεσμούς της εποχής, που υποφέρει στα χέρια φανατικών εχθρών και άσπονδων φίλων. [1]

Η ηθική στον προνεωτερικό κόσμο

Τα ΑΔ είναι δημιούργημα του 20ού αιώνα, αλλά η θεωρητική τους καταγωγή ανάγεται στο αρχαιοελληνικό φυσικό δίκαιο. Στον προνεωτερικό κόσμο έμψυχα και τα άψυχα όντα έχουν μια μοναδική φύση, η οποία καθορίζει το τέλος ή το σκοπό τους ως μελών του οργανικά δομημένου κόσμου. Ο σκοπός της κληματαριάς είναι να δημιουργεί το γλυκύτερο κρασί, του τσαγκάρη να φτιάξει τα καλύτερα σανδάλια, του στρατιώτη να γίνει ο πιο γενναίος πολεμιστής. Μια πόλη είναι δίκαιη, αν δίνει στους κατοίκους της τη δυνατότητα να φτάσουν την τελειότητα σύμφωνα με τη μοναδική τους φύση και σκοπό. Η επινόηση της ιδέας της «φύσης» επέτρεψε στον Σωκράτη και τον Αριστοτέλη, στους Σοφιστές και τους Στωικούς, να εξετάσουν τι είναι «δίκαιο και ορθό», σύμφωνα με τη φύση κάθε οντότητας και σχέσης, χρησιμοποιώντας τη λογική ενάντια στην ιερατική και προγονική αυθεντία. Η «φύση» ήταν λοιπόν αρχικά η πιο πολιτισμική και επαναστατική ιδέα. Σήμερα, πολλοί καταφεύγουν στη φράση «είναι φυσικό», όταν δεν έχουν καλά επιχειρήματα.
Μία κοινή αντίληψη για το αγαθό και το ήθος ένωνε τον αρχαιοελληνικό κόσμο, χωρίς αυστηρή διάκριση ανάμεσα στο ηθικό και το νόμιμο. Ατομικά δικαιώματα δεν υπήρχαν, καθώς η σύγχρονη έννοια του υποκείμενου ήταν άγνωστη. Οι ισχυροί οικογενειακοί και κοινοτικοί δεσμοί δημιουργούσαν καθήκοντα και αρετές. Όπως είχε πει η Χάνα Άρεντ, οι σκλάβοι στην αρχαία Αθήνα ζούσαν καλύτερα από τις απάτριδες μειονότητες του μεσοπολέμου – ή τους πρόσφυγες σήμερα – που θεωρητικά έχουν διάφορα δικαιώματα, αλλά πρακτικά ελάχιστη προστασία.
Αργότερα, οι στωικοί φιλόσοφοι μετέτρεψαν το φυσικό δίκαιο σε έναν οικουμενικό «σπερματικό λόγο» που ενώνει τα πάντα. Όταν το φυσικό δίκαιο πέρασε από τους Έλληνες Στωικούς, που δίδασκαν την «αταραξία», στους Ρωμαίους αυτοκράτορες και νομικούς, βοήθησε στην οικοδόμηση της αυτοκρατορίας. Ο Κικέρωνας μετέτρεψε τον οικουμενικό λόγο και τις «κοινές έννοιες» των Στωικών σε jus gentium, το «αιώνιο και αμετάβλητο» δίκαιο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Έκτοτε, ο φιλοσοφικός οικουμενισμός οδηγεί, αταλάντευτα, στις διάφορες μορφές του ιμπεριαλισμού.
Με τον εκχριστιανισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το ορθολογικό φυσικό δίκαιο αντιπαρατέθηκε στις θεολογικές προτεραιότητες, στις οποίες ο Θεός είναι ο παντοδύναμος νομοθέτης. Οι «κοινές έννοιες» των Στωικών και το εκλεπτυσμένο ρωμαϊκό δίκαιο μετατράπηκαν σταδιακά σε ένα σύνολο βιβλικών εντολών. Η νέα μορφή του δοσμένου από το Θεό φυσικού δικαίου ανακηρύχθηκε ανώτερη από το κρατικό δίκαιο και έγινε ισχυρό όπλο στον αγώνα της Εκκλησίας για επικράτηση. Όταν εδραιώθηκε όμως η εκκλησιαστική ανωτερότητα, το φυσικό δίκαιο μετατράπηκε σε μέσο νομιμοποίησης της κρατικής εξουσίας. Το μεγάλο πλεονέκτημα του φυσικού δικαίου ήταν η ελαστικότητά του και η δύναμη που έδινε στους ερμηνευτές του. Τα ΑΔ έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά.
Το 14ο αιώνα, οι «νομιναλιστές» θεολόγοι Γουλιέλμος του Όκαμ και Ντανς Σκότος υποστήριξαν ότι η βούληση του Θεού υπερισχύει της λογικής. Το φυσικό δίκαιο έχει επιβληθεί από το Θεό και Εκείνος μπορεί να το αλλάξει ριζικά. Ο Θεός μπορεί να ορίσει ότι δύο και δύο κάνει πέντε, είπε ο Καρτέσιος, ή ότι η μοιχεία δεν είναι αμαρτία, αλλά αρετή. Οι νομιναλιστές εγκατέλειψαν την κλασική πίστη στην ορθολογικότητα του κόσμου και υποστήριξαν ότι τα άτομα -και όχι οι κοινότητες- είναι οι θεμελιώδεις οντότητες και ότι οι σχέσεις τους είναι εξωτερικές και όχι εμμενείς. Αφηρημένες έννοιες όπως «το δίκαιο» ή «η πόλη» είναι τεχνητά κατασκευάσματα. Αποκτούν υπόσταση επειδή τους έχουμε δώσει όνομα (από δω και ο «νομιναλισμός»), αλλά δεν είναι τίποτα παραπάνω από το σύνολο των στοιχείων που τις απαρτίζουν. Όπως το έθεσε η Μάργκαρετ Θάτσερ (που ήταν μια σύγχρονη νομιναλίστρια), δεν υπάρχει κοινωνία, μόνο άτομα και οικογένειες. Με τον νομιναλισμό όλες οι κλασικές θεολογικές έννοιες – η παντοδυναμία του Θεού, η απεριόριστη βούληση και νομοθετική του εξουσία, ο καθορισμός της ιστορικής κίνησης – μεταφέρθηκαν στον Κυρίαρχο, το «θνητό Θεό» του Χομπς, και η εσχατολογία έγινε ανθρωπολογία και φιλοσοφία της ιστορίας. Η πολιτική θεολογία αποτελεί την μεταφυσική της Νεωτερικότητας.
Στις σημερινές συζητήσεις μια σημαντική διαμάχη είναι ανάμεσα σε εκείνους που πιστεύουν ότι τα ΑΔ ισχύουν οικουμενικά και στους κοινοτιστές και σχετικιστές που το αρνούνται. Οι σχετικιστές μοιάζουν με τους φιλοσόφους της κλασικής Ελλάδας. Κάθε ηθικός κώδικας αναδύεται οργανικά μέσα από τη κοινωνία και μπορεί να λειτουργήσει μόνο εφόσον ανταποκρίνεται στις αξίες της. Η εξωτερική επιβολή είναι και λαθεμένη και αναποτελεσματική. Αντίθετα, οι οικουμενιστές ακολουθούν το νομιναλισμό: οι καθολικοί νόμοι και αξίες μπορούν και πρέπει να επιβάλλονται απ’ έξω σε κοινωνίες που αντιστέκονται. Εφόσον οι κοινωνικές σχέσεις είναι επιφανειακές και τεχνητές, ακόμα και απρόθυμες κοινωνίες θα πειθαρχήσουν τελικά και θα αποδεχτούν τον οικουμενικό κώδικα. Οι πόλεμοι στο Κόσοβο, το Αφγανιστάν και το Ιράκ είχαν σαν πρόσχημα την εξαγωγή των οικουμενικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας, επαναλαμβάνοντας στην ύστερη Νεωτερικότητα τη νομιναλιστική θεολογική παράδοση. Τα αποτελέσματα τους δείχνουν την ανοησία του οικουμενισμού.

Ατομικά δικαιώματα της Νεωτερικότητας

Η Νεωτερικότητα και ο καπιταλισμός αφαίρεσαν το πνεύμα από τη φύση και μετέτρεψαν την κοινωνία σε άθροισμα ιδιοτελών ατόμων. Το αρμονικό φυσικό δίκαιο διαιρέθηκε στους αμετάβλητους νόμους της φύσης και στο κρατικό δίκαιο που πειθαρχεί και τιμωρεί τους ανθρώπους που δεν είναι πια ενάρετοι. Το «δίκαιο» σύμφωνα με τη φύση μετατράπηκε στα «φυσικά δικαιώματα»: ένα σύνολο από ατομικές εξουσίες και ελευθερίες, που ακολουθούν τη μορφή του περιουσιακού δικαιώματος. Αυτό ήταν το πρώτο δικαίωμα και το πρότυπο για όλα τα υπόλοιπα. Τα δικαιώματα στη ζωή, την ελευθερία ή την επιδίωξη της ευτυχίας δημιουργήθηκαν από τις επαναστάσεις, αλλά ανακηρύχθηκαν αιώνια και απόλυτα. Οι φιλόσοφοι παρατηρούσαν τις δραστηριότητες και επιδιώξεις των πρώιμων καπιταλιστών και τις πρόβαλαν ως βασικές ανάγκες και επιθυμίες της ανθρώπινης φύσης, σχεδιάζοντας συντάγματα τα οποία ακολουθούν κάποιο φανταστικό «κοινωνικό συμβόλαιο». Τα ατομικά δικαιώματα έγιναν έτσι τα εργαλεία μέσω των οποίων τα νεωτερικά άτομα, έχοντας χάσει την κοινή αντίληψη για το «αγαθό» και το «ευ ζην», επιδιώκουν ανταγωνιστικά τις ιδιαίτερες επιλογές τους για την ευτυχία.
Οι διακηρύξεις του 18ου αιώνα, αποτέλεσμα επαναστάσεων, περιελάμβαναν και το δικαίωμα στην αντίσταση. Ωστόσο, το ανατρεπτικό δυναμικό του, προφανές για στους θριαμβευτές επαναστάτες, σύντομα ατρόφησε, μαζί με τα φυσικά δικαιώματα. Ο 19ος αιώνας ήταν η εποχή της κοινωνικής μηχανικής. Τα φυσικά δικαιώματα αντιμετωπίζονταν σαν αντιδραστικά εμπόδια στην πρόοδο. Όπως το έθεσε ο Τζέρεμι Μπένθαμ, τα περί φυσικών δικαιωμάτων είναι «ανοησίες, ανοησίες σε ξυλοπόδαρα» (nonsense on stilts). Ο Ντιρκέμ, ο Μαρξ και ο Βέμπερ κατέρριψαν το μύθο των φυσικών δικαιωμάτων και του κοινωνικού συμβολαίου, των πρώτων μεγάλων ιδεολογικών κατασκευών. Οι αγώνες για τη χειραφέτηση των σκλάβων, για την ψήφο, τα δικαιώματα των γυναικών, την προστασία της εργασίας και των μειονοτήτων ήταν πολιτικοί, όχι νομικοί. Τα λίγα δικαιώματα ανήκαν στους πολίτες και όχι γενικά στους ανθρώπους. Ήταν εργαλεία για την κοινωνική κινητοποίηση, όχι για δικαστικούς αγώνες. Ακόμη και σήμερα η γλώσσα των δικαιωμάτων δεν αφορά μόνο συνθήκες και συντάγματα. Είναι σύνθημα και πρόσκληση σε αγώνες για την αμφισβήτηση της υπάρχουσας τάξης. Υπάρχουν λοιπόν δύο είδη δικαιωμάτων: τα νομικά δικαιώματα και τα δικαιώματα του «δρόμου». Χωρίς τα δεύτερα, χωρίς δηλαδή την ανυπακοή και την αντίσταση, κανένα από τα νομικά δικαιώματα που θεωρούμε δεδομένα δεν θα είχε γεννηθεί. 
Μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα η θεωρία των φυσικών δικαιωμάτων είχε απορριφθεί συνολικά. Το φυσικό δίκαιο επανεμφανίστηκε στη Νυρεμβέργη, στις δίκες των ναζί εγκληματιών πολέμου, με τη μορφή των «εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας». Το δικαστήριο, έχοντας να αντιμετωπίσει το κυρίαρχο θετικιστικό επιχείρημα ότι οι κατηγορούμενοι εφάρμοζαν ισχύουσα νομοθεσία, αποφάσισε ότι η συστηματική εξολόθρευση Εβραίων, Ρομά, κομμουνιστών και ομοφυλόφιλων, παραβίαζε το διεθνές εθιμικό δίκαιο και τις αρχές των «πολιτισμένων» εθνών. Η Δύση είχε διαπράξει επανειλημμένα αποτρόπαια εγκλήματα με τη δουλεία, την εξολόθρευση ιθαγενών πληθυσμών και τις αγριότητες των αποικιοκρατών. Τώρα που κάποιοι Ευρωπαίοι εξολόθρευσαν άλλους Ευρωπαίους, η έννοια των «εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας» μπήκε στο νομικό λεξιλόγιο. Μετά από τη Νυρεμβέργη, η ανθρωπότητα χωρίστηκε για πάντα σε τρεις ρόλους: θύματα, θύτες και σωτήρες. Οι θύτες και τα θύματα προέρχονται από τα «σκοτεινά» μέρη του κόσμου, ενώ οι σωτήρες τους από τη Δύση.

Είναι οικουμενικά τα ανθρώπινα δικαιώματα;

Η Οικουμενική Διακήρυξη του 1948 αποτέλεσε δημιούργημα της σύντομης ανακωχής μεταξύ ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης μετά το τέλος του πολέμου. Περιλαμβάνει μακρύ κατάλογο οικονομικών και συλλογικών δικαιωμάτων που έκανε τον Πρόεδρο Ρήγκαν να την ονομάσει «γράμμα στον Αη Βασίλη». Αλλά με την αρχή του Ψυχρού Πολέμου, τα δικαιώματα έγιναν ιδεολογικό όπλο της Δύσης. H Συνθήκη της Γενεύης ίσχυε μόνο για πρόσφυγες από την Ευρώπη (επεκτάθηκε στην υφήλιο μόλις το 1967) και χρησιμοποιήθηκε για να προστατεύσει τους αντιφρονούντες από τα νεοσύστατα κομμουνιστικά καθεστώτα. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1951 ήταν προσπάθεια της απονομιμοποιημένης Ευρωπαϊκής δεξιάς να αποκτήσει ηθικό πλεονέκτημα απέναντι στο Δεύτερο και τον Τρίτο κόσμο. Δεν περιελάμβανε κανένα οικονομικό δικαίωμα, εκτός από την ιδιοκτησία, και είναι γεμάτη ψυχροπολεμικές προβλέψεις περί κατάστασης ανάγκης.
Ο ιστορικός Σάμιουελ Μόιν έχει δείξει στο βιβλίο του «Η τελευταία ουτοπία» [2] ότι τα ΑΔ απέκτησαν τη σημερινή σημασία τους μόλις στη δεκαετία του 1970. Οι αγώνες για την αποαποικιοποίηση, το 1950 και 1960, δεν χρησιμοποίησαν τη γλώσσα των δικαιωμάτων. Ο Γκάντι, ο Φανόν, ο Σεζέρ και ο Νκρούμα τα θεωρούσαν σαν μια προσπάθεια της Δύσης να επιβάλει μια νομική νεο-αποικιοκρατία στα πρόσφατα ανεξαρτητοποιημένα κράτη. Μόνο όταν οι ΗΠΑ χρειάστηκαν νέα νομιμοποίηση μετά από την ήττα στο Βιετνάμ και το τέλος των κινημάτων του 1968, ο πρόεδρος Κάρτερ επανέφερε την ρητορική των ΑΔ. Με την πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» τα δικαιώματα έγιναν η επίσημη ιδεολογία της Δύσης.
Τα διεθνή ΑΔ επινοήθηκαν ως ένα είδος ανώτερου νόμου που θα υπερίσχυε των εθνικών δικαιϊκών τάξεων. Για να παραφράσουμε τον Νίτσε, αν ο Θεός, η πηγή του φυσικού δικαίου, είναι νεκρός, έχει αντικατασταθεί από το διεθνές δίκαιο. Άραγε λοιπόν, είναι τα ΑΔ δυτικά ή οικουμενικά; Το οικογενειακό τους δέντρο είναι αναμφίβολα δυτικό. Ο κομφουκιανισμός, ο ινδουισμός, ο ισλαμισμός και οι αφρικανικές θρησκείες έχουν τις δικές τους προσεγγίσεις για την ηθική, την αξιοπρέπεια και την ισότητα. Οι μη δυτικές φιλοσοφίες και θρησκείες διατηρούν μια ισχυρή κοινοτική βάση, δίνοντας έμφαση στα καθήκοντα που απορρέουν από στέρεους κοινωνικούς δεσμούς. Δεν αποτέλεσαν μέρος της πρώιμης ανάπτυξης του κινήματος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο Τζον Χάμφρεϊ, που ετοίμασε το προσχέδιο της Οικουμενικής Διακήρυξης, θυμάται ότι του είχε ζητηθεί να μελετήσει κινεζική φιλοσοφία πριν καταπιαστεί με το έργο του. «Δεν πήγα στην Κίνα ούτε μελέτησα τα γραπτά του Κομφούκιου», έγραψε αργότερα.
Είναι οικουμενικά τα δικαιώματα του ανθρώπου; Η ιστορία τους είναι δυτική. Σήμερα έχουν παγκοσμιοποιηθεί. Το αν είναι οικουμενικά με την κανονιστική έννοια του όρου είναι ένα σημαντικό ερώτημα. Θα απαντήσουμε σε επόμενο σημείωμα.

* Ο Κώστας Δουζίνας είναι καθηγητής Νομικής στο Κολλέγιο Birkbeck του Λονδίνου, βουλευτής ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και Πρόεδρος της Επιτροπής Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής.

[1] Κώστας Δουζίνας, Το Τέλος των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Παπαζήσης, 2007.
[2] Samuel Moyn, The Last Utopia, Harvard, 2010.

Πηγή: Αυγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου