Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2018

Αντιφασισμός τώρα, όχι προπαγάνδα




του Μάρκο Ρεβέλι*
μετάφραση - απόδοση: Αργύρης Παναγόπουλος

Η αντιφασιστική Ιταλία βγαίνει σήμερα τους δρόμους σε ένα βαρύ κλίμα. “Κλίμα βίας”, διαλλαλούν με υποκρισία τα κύρια μέσα μαζικής ενημέρωσης, παραποιώντας και πάλι το σενάριο, σαν να υπήρχε μια συμμετρική βία. Από αντίπαλες εξτρεμιστικές μειοψηφίες, εξίσου μισαλλόδοξες, ενώ στην πραγματικότητα η βία που είδαμε όχι μόνο τις τελευταίες εβδομάδες, αλλά τους τελευταίους μήνες και τα τελευταία χρόνια είναι μια εντελώς ασύμμετρη βία, διάχυτη από μια σειρά από εκφοβισμούς, εισβολές, επιθέσεις πάντα από την ίδια πλευρά, έργο των ίδων ομάδων, με τις ίδιες στολές, τα ίδια τελετουργικά, τα ίδια σύμβολα και τατουάζ: Casa Pound και Forza Nuova, με τα αντίστοιχα παραρτήματά τους. Και πάντα με τον ίδιο πολιτικό σχεδιασμό: να καταλάβουν τμήματα των πόλεων και των περιοχών που μέχρι χθες ήταν έξω από τα όρια της άκρας δεξιάς.
Μητροπολιτικές περιφέρειες, προάστια και μικρές πόλεις, περιοχές στις οποίες η περιθωριοποίηση και η κοινωνική υποβάθμιση έχουν δημιουργήσει δυσφορία και θυμό, με το “στρατηγικό” στόχο να καταστούν πολιτικοί εκφραστές και σημείο αναφοράς αυτής της δυσφορίας και της οργής.
Βικοφάρο, στις 27 Αυγούστου του προηγούμενου έτους. Ρώμη, Τιμπουρτίνο 3, στις 6 Σεπτεμβρίου. Κόμο, 28 Νοεμβρίου. Αυτά είναι τα κύρια στάδια μόνο μιας πορείας που κορυφώθηκε με την ακραία πράξη ρατσιστικής τρομοκρατίας στη Ματσεράτα στις 3 Φεβρουαρίου. Από την άλλη πλευρά ένα επεισόδιο, στο Παλέρμο, που όσο μισητό θα μπορούσε να θεωρηθεί - και αποτελεί μια αποτρόπαια πράξη ο ξυλοδαρμός ενός δεμένου ατόμου, ασύμβατο με τις αξίες του αντιφασισμού, όποια και να μπρούσε να είναι η ιδέα των πρωταγωνιστών του - σίγουρα δεν μπορεί να αλλάξει το προφίλ ενός εξαιρετικά ανησυχητικού πολιτικού πλαισίου.
Ευτυχώς, στη Ματσεράτα στις 10 Φεβρουαρίου διαδήλωσαν περισσότερα από 30 χιλιάδες άτομα που κατάλαβαν αμέσως ποιο ήταν το σωστό και δίκαιο πράγμα που έπρεπε να κάνουν.
Ευτυχώς υπάρχει και η σημερινή κινητοποίηση, η μεγάλη πλατεία της Ρώμης και οι πολλές ιταλικές πλατείες. Ακριβώς γιατί πιστεύουμε ότι η ελαχιστοποίηση της απειλής αυτού της φρικτής και ξεδιάντροπης δεξιάς αποτελεί μια πράξη αυτοκτονίας για μια ήδη τραυματισμένη δημοκρατία. Είμαστε πεπεισμένοι ότι το να δηλώνεις ότι ο φασισμός “πέθανε και τον θάψαμε”, όπως έκανε ο υπουργός Αστυνομίας Μάρκο Μινίτι, ή μας καλούσε για να αποδραματικοποιήσει και να χαμηλώσει τους τόνους, για να μην ενοχλεί μια δύσκολη προεκλογική εκστρατεία που ανεβάζει το ενδιαφέρον του κόσμου, ή αποτελεί απόδειξη κυνισμού και ανευθυνότητας. Ακριβώς γιατί γνωρίζουμε ότι η Ιταλία δεν έχει ανοσία από το μαύρο κύμα που διασχίζει την Ευρώπη. Κάθε άλλο! Ακριβώς γι 'αυτούς τους λόγους πιστεύουμε ότι κάθε άτομο που θα βγει σήμερα στους δρόμους αποτελεί μια νίκη.
Δεν πρόκειται να διεκδικήσει κανείς τα πρωτεία, ή να παίξει το ξεφτισμένο παιχνίδι της καταγγελίας και της μομφής. Ο αντιφασισμός δεν είναι ένα ελαφρύ όπλο που θα το πας στην εκλογική μάχη για να κερδίσεις μερικά δέκατα εκλογικών ποσοστών. Πρέπει να γνωρίζεις τον κίνδυνο που παραμονεύει. Αυτός ο κίνδυνος είναι μεγάλος, ενοχλητικός, κατά κάποιο τρόπο χωρίς προηγούμενο. Δεν αναβιώνουμε σήμερα την προσφιλή για μερικούς επανέκδοση των συγκρούσεων της δεκαετίας του '70, όταν χτυπούσαν σκληρά οι μαύρες συμμορίες, στην υπηρεσία των αφεντικών, που ήταν λιγότερο ή περισσότερο κρυφά, οι μυστικές υπηρεσίες με παρακρατικά χαρακτηριστικά, οι διεθνείς μυστικές υπηρεσίες, αλλά δεν είχαν μαζική συναίνεση. Ο σημερινικός νεοφασισμός - αλλά ίσως θα ήταν καλύτερα να τον ονομάσουμε νεοναζισμό – οσφρείζεται και καταλαβαίνει ότι έχει μια νέα ευκαιρία για να ριζώσει με πρωτοφανή τρόπο στις λαϊκές μάζες, για να το πούμε έτσι απλά. Για να μπορέσει να αντλήσει νέες δεξαμενές οργής.
Μετά από τις εκλογές της 4ης Μαρτίου, δεν περιμένουμε μια ζεστή άνοιξη, αλλά ένα κρύο χειμώνα εκτός εποχής. Η Ευρώπη έχει ήδη δώσει το μήνυμά της. Δεν θα έχουμε μεγάλες εκπτώσεις. Το ευρωπαϊκό κατεστημένο είναι στη φάση της διάλυσης και η Ευρωπαϊκή Ένωση με τις ισορροπίες της αποδιοργανωμένες προετοιμάζει στην Ιταλία, που έχει ένα μη βιώσιμο χρέος, μια υποδοχή που δεν θα είναι πολύ διαφορετική από αυτή που επέβαλε – μπροστά στη σιωπή όλων – στην Ελλάδα σχεδόν πριν από τρία χρόνια. Με μια ουσιαστική διαφορά: εκεί ήταν μια ισχυρή κυβέρνηση με μια ξεκάθαρη δύναμη της Αριστεράς, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, που έσωσε όσους μπορούσε να σώσει από τα ευπαθή στρώματα του πληθυσμού και αποτέλεσε ένα φράγμα εναντίον της πρόκλησης της Χρυσής Αυγής, που υποχώρησε από τότε.
Εδώ δεν υπάρχει αυτό, γιατί θα έχουμε ή μια πολύ αδύναμη κυβέρνηση ή μια κυβέρνηση μιας θρασύτατης και διαιρεμένης δεξιάς: προϋποθέσεις για μια περαιτέρω κοινωνική ύφεση τεραστίων διαστάσεων που θα αυξήσει τις στρατιές των οργισμένων, των πικραμένων και των αγανακτισμένων. Τις υπερβολικές υποσχέσεις της προεκλογικής εκστρατείας δεν μπορεί παρά να τις ακολουθήσει μια ψυχρολουσία περαιτέρω στέρησης, με αποτέλεσμα να αυξηθεί η αίσθηση της εγκατάλειψης, της προδοσίας, της μοναξιάς, της εκδικητικότητας από την πλευρά εκείνων που αισθάνονται ότι είναι στη λάθος πλευρά του κεκλιμένου επιπέδου. Αυτό θα είναι το ιδανικό νερό στο οποίο προετοιμάζονται για να κολυμπήσουν οι καρχαρίες που τροφοδοτούνται από την μνησικακία, την έχθρα και την απογοήτευση.
Για το λόγο αυτό, αποτελεί πράξη ανευθυνότητας η απόφαση του υπουργού Εσωτερικών να δεχθεί στις εκλογές τα κόμματα που αναφέρονται ρητώς στο φασισμό, αντίθετα από ό,τι είχε συμβεί, πολύ σωστά, στις περιφερειακές εκλογές της Σικελίας. Το αίτημα για μια ταχεία και νόμιμη απαγόρευση των οργανώσεων όπως η Forza Nuova και η Casa Pound, έχει διαρκώς και μεγαλύτερη πολιτική σημασία, γιατί και μόνο με την παρουσία τους αποτελούν παράγοντα αναναραχών και βίας.

*Ο Μάρκο Ρεβέλι είναι Ιταλός πανεπιστημιακός και διανοούμενος, πρόεδρος του “Ιδρύματος Πιέτρο Γκομπέτι” του Τορίνο, αφιερωμένο στη δράση του αντιφασίστα διανοούμενου, ενώ ο πατέρας του Νούτο Ρεβέλι ήταν από τους πλέον γνωστούς διοικητές αντάρτικων ομάδων της Ιταλίας. Στο Τορίνο και το Κούνεο υπάρχει το “Ίδρυμα Νούτο Ρεβέλι”. Ο Μ. Ρεβέλι είναι από τους ιδρυτές της Άλλης Ευρώπης με τον Τσίπρα.
Το editorial δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Il Manifesto, το Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2018.

Πηγή: Αυγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου