Σάββατο, 3 Μαρτίου 2018

Μία υπόγεια πολιτεία από αλάτι



Από τότε που έκλεισα τα αεροπορικά εισιτήρια για την Κρακοβία, πολλοί φίλοι με συμβούλευσαν να μη παραβλέψω τα αλατωρυχεία της Βιέλιτσκα. Αναζητώντας πληροφορίες για το συγκεκριμένο αξιοθέατο, έμαθα πως είναι μνημείο της Unesco και θεωρείται ένας από τους δημοφιλέστερους προορισμούς της Κεντρικής Ευρώπης. Παίρνοντας εικόνα κι από μερικές φωτογραφίες, σκέφτηκα πως έπρεπε να μπει στο πρόγραμμα κι η επίσκεψη στην πόλη αυτή. Μετά από τρεις ώρες υπόγειας περιπλάνησης, μπορώ να πω πως δεν ενθουσιάστηκα αλλά δεν μου ήταν κι αδιάφορο.
Προτελευταία μέρα στην Κρακοβία, κι ο υπέροχος καιρός άρχισε σιγά σιγά να χαλάει. Μετά από ένα πλούσιο πρωινό κι έναν απολαυστικό καφέ στην εβραϊκή συνοικία της πόλης, φύγαμε για το κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό για να πάρουμε το τραίνο για την Βιέλιτσκα. Υπάρχουν συχνά δρομολόγια του προαστιακού αλλά κι αστικών λεωφορείων καθώς η πόλη βρίσκεται μόλις 14 χλμ. έξω από την Κρακοβία.
Φτάσαμε στην πόλη μία ώρα πριν την κάθοδό μας στα αλατωρυχεία. Έτσι είχαμε την ευκαιρία να περιπλανηθούμε στην επίγεια Βιέλιτσκα για να πάρουμε μία γεύση από την καθημερινή ζωή των κατοίκων της. Δυστυχώς δεν υπήρχε κάτι αξιόλογο να δούμε πέρα από ένα πάρκο που συνέδεε την είσοδο των αλατωρυχείων με την εκκλησία και την κεντρική πλατεία της πόλης.
Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν τα κτίρια που λειτουργούν ως είσοδοι στο αλατωρυχείο. Υπήρχαν παντού διασκορπισμένα στην πόλη, με τους μεταλλικούς γερανούς να δεσπόζουν πάνω από τις στέγες τους. Παρατηρώντας τα, προσπαθούσα να καταλάβω το μέγεθος του σπηλαίου που βρισκόταν ακριβώς κάτω από τα πόδια μας.
Η ώρα όμως περνούσε κι έτσι πήγαμε κατευθείαν στην είσοδο του αλατωρυχείου περιμένοντας τον οδηγό μας. Ένας αγγλόφωνος Πολωνός μας μάζεψε κι όλοι μαζί κατεβήκαμε 67 ορόφους. Από εκείνο το χαμηλό επίπεδο ξεκίνησε η βόλτα μας στις δαιδαλώδεις στοές.
Η αλήθεια είναι πως το αξιοθέατο ως ιδέα έχει ένα ενδιαφέρον. Τεράστιες αίθουσες σχηματίζονται εκατοντάδες μέτρα κάτω από τη γη, κι αυτό προκαλεί ένα δέος. Αλλά απ' όλη τη διαδρομή, το μόνο που άξιζε ήταν το Παρεκκλήσιο της Ευλογημένης Κίνγκα. Ένας καθεδρικός ναός διαστάσεων 54 μ. επί 17 μ. και με ύψος 12 μέτρα. Ο τρόπος που μας αποκαλύφθηκε ήταν εντυπωσιακός. Ένα μεγάλο μπαλκόνι κοντά στην οροφή του ναού, βοηθούσε στο να δούμε ολόκληρη τη μεγαλοπρέπεια του χώρου. Από εκεί κατεβήκαμε στον κυρίως χώρο για να θαυμάσουμε από κοντά τις ανάγλυφες παραστάσεις, τα γλυπτά και την Αγία Τράπεζα. Όλα κατασκευασμένα από αλάτι. Ίσως να είναι κι ο μοναδικός λόγος που μας εντυπωσίαζε.
Μέχρι όμως να φτάσουμε εκεί, ο οδηγός μας πέρασε από διάφορα σημεία όπου συναντήσαμε αγάλματα σπουδαίων επισκεπτών του ορυχείου όπως ο Κοπέρνικος κι ο Σοπέν αλλά και παρουσιάζοντας διάφορες δραστηριότητες τόσο των ανθρακωρύχων όσο και των πρώτων ανθρώπων που κατοίκησαν στις περιοχές αυτές. Βασικά έχουν προσπαθήσει να κάνουν τη βόλτα λιγότερο βαρετή, αλλά με την προσπάθειά τους αυτή ανέδειξαν ένα υπόγειο κιτς πάρκο.
Σε ένα άνοιγμα υπήρχε κι η αναπαράσταση του μύθου της Αγίας Κίνγκα. Η Κίνγκα ήταν δούκισσα της Ουγγαρίας, κόρη του βασιλιά Μπέλα Δ' της Ουγγαρίας και της Μαρίας Λασκαρίνας, κόρης του Βυζαντινού αυτοκράτορα Θεοδώρου Α' Λάσκαρι. Στα 16 της αρραβωνιάστηκε το δούκα και μετέπειτα βασιλιά της Πολωνίας Βολέσλαο Ε' τον "Αγνό", ο οποίος ήταν τότε 19 ετών. Σύμφωνα με το διαδεδομένο θρύλο, η Κίνγκα ζήτησε από τον πατέρα της να της δώσει ως γαμήλιο δώρο, αντί για χρυσό και κοσμήματα, ένα αλατωρυχείο. Για να πραγματοποιηθεί η επιθυμία της, πέταξε το δαχτυλίδι των αρραβώνων της σ' ένα αλατωρυχείο στην Ουγγαρία. Μετά την τέλεση του γάμου της στην Πολωνία, η Κίνγκα, ταξιδεύοντας μιαν ημέρα στην κοντινή πόλη της Βιελίτσκα και διέταξε τους Ούγγρους αλατωρύχους, που είχε φέρει μαζί από την πατρίδα της, να ανοίξουν ένα πηγάδι. Αντί όμως για νερό, εξορύχτηκε "λευκός χρυσός", καθώς και το δαχτυλίδι της μέσα σ' ένα πέτρωμα αλατιού, το δαχτυλίδι αυτό που είχε πετάξει η δούκισσα στο αλατωρυχείο στην Ουγγαρία. Έτσι, η Κίνγκα ανακηρύχθηκε έκτοτε προστάτιδα των αλατωρύχων και από το 1690 ξεκίνησε και η λατρεία της "ως ευλογημένης Κίνγκα". Ωστόσο το αλατωρυχείο θεωρείται ως το δεύτερο αρχαιότερο της Ευρώπης καθώς άρχισε να λειτουργεί από τον 13ο αι. ενώ η πρώτη καταγραφή του λευκού χρυσού έγινε το 1119. Αλλά η παράδοση είναι παράδοση κι οφείλουμε να την σεβόμαστε.
Βγαίνοντας πάλι στην επιφάνεια, ένιωσα πως κουβαλούσα μαζί μου τη μυρωδιά του αλατιού. Περιπλανήθηκα για μία ακόμη φορά στο κέντρο της πόλης, γεμίζοντας τα πνευμόνια μου με τον δροσερό αέρα του χιονισμένου τοπίου. Γυρνώντας με το τραίνο στην πόλη, προσπαθούσα να ξεδιαλύνω ποια σημεία της υπόγειας περιπλάνησης μου άρεσαν και ποια όχι. Στο φωτογραφικό βίντεο παραθέτω όλα όσα άξιζαν. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου