Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

Η ξεχασμένη τέχνη της σιωπής


Γαϊτης Γιάννης «Η δολοφονία της ελευθερίας», 1968

του Θανάση Βασιλείου

Υπήρξε μια περίοδος στην Ευρώπη, περίπου στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, που αρκετοί στοχαστές, περισσότερο Γάλλοι και λιγότερο Άγγλοι, έβλεπαν τις διακηρύξεις πολιτικών δικαιωμάτων, της ελευθερίας του λόγου, τον διαχωρισμό κράτους και εκκλησίας κ.ά. να υλοποιούνται στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού με την Αμερικανική Επανάσταση.
Την ίδια περίοδο στη Γαλλία, το 1764, ο Βολταίρος, ο μεγαλύτερος εχθρός της εξ αποκαλύψεως γνώσης και της μισαλλοδοξίας, ξέροντας ότι δεν ζούσε στον καλύτερο δυνατό κόσμο, υπερασπιζόταν τη λογική και την ανεκτικότητα ως κοινή κληρονομιά της ανθρωπότητας. «Ολοι έχουμε ζυμωθεί με αδυναμίες και σφάλματα∙ ας συγχωρήσουμε λοιπόν ο ένας τον άλλο για τις ανοησίες μας∙ αυτός είναι ο πρώτος νόμος της φύσης».
Καταγγέλλοντας ως τέρας οποιονδήποτε καταδίωκε συνάνθρωπό του επειδή είχε κάποια διαφορετική άποψη, ο Βολταίρος και άλλοι προσέγγιζαν έναν κοινωνικό νόμο που προάσπιζε την ελευθερία των λόγων ‒ μια κατάσταση η οποία αναγνωρίστηκε αργότερα ως ένα από τα πολυτιμότερα δικαιώματα του ανθρώπου στη Γαλλική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη (1789) αλλά και σε νεότερες δικές μας διακηρύξεις δικαιωμάτων.
Στον αντίποδα, το 2018 ‒σε φάση που η απόσταση μεταξύ διευθυντηρίου Βρυξελλών και ευρωπαίων λαών βαθαίνει‒ η Ε.Ε. τονίζει επανειλημμένως ότι δεν επιθυμεί «ούτε κουβέντα» εις βάρος της, σπεύδοντας με φούρια να προεικάζει ότι οποιαδήποτε κριτική εκπορεύεται από λαϊκιστές, ευρωσκεπτικιστές και ΜΜΕ καθοδηγούμενα από αντιευρωπαϊκά λόμπι κ.λπ. Έτσι, μεταξύ άλλων οργανισμών, η Ε.Ε. κρατώντας για τον εαυτό της την πολιτική ορθότητα σαν τη γριά χελώνα που φυλάει το καβούκι της, αφήνει απλόχερα στις χώρες μέλη όπως η Ελλάδα, αλλά και σε υποψήφιες χώρες μέλη, όπως τα Σκόπια ή η Τουρκία, το διμερές δικαίωμα στην ανοησία.
Ας το πούμε αλλιώς. Οφείλουμε να είμαστε ενάντιοι σε κάθε προσπάθειας που επιτρέπει τα πάντα εκτός από το να σκέφτεται κάποιος. Οφείλουμε να είμαστε απέναντι σε κάθε μορφή λογοκρισίας∙ και απέναντι στον φόβο. Αλλά, επίσης, οφείλουμε να ξέρουμε ότι όταν βάζουμε ένα σπίρτο αναμμένο μπροστά σε μία κάμερα, η εικόνα στην οθόνη μας θα δείχνει φωτιά.
Λοιπόν, στο ερώτημα «θα έχουμε πόλεμο με την Τουρκία;» Η απάντηση είναι όχι. Αλλά επειδή σε εποχές καχυποψίας κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος για τον άλλο, καλύτερα να μοχθεί για ειρήνη και να σκέφτεται την ευημερία κι όχι τον πόλεμο.
Αν το παραπάνω είναι πράγματι δύσκολο, μία καλή άσκηση ‒χωρίς να υπονοώ νέες μορφές λογοκρισίας, δουλείας ή υποταγής σε υπέρτερες δυνάμεις ευρωπαϊκού ή τουρκικού τύπου‒ είναι η τέχνη της σιωπής ως τρόπος διατήρησης στοιχειώδους αυτοσεβασμού και αυτοπροστασίας. Πολύ δε περισσότερο όταν η κουβέντα έχει να κάνει με ειδήσεις και κοινωνικοπολιτικά, εσωτερικά ή διμερή, ελληνοτουρκικά, ευρωπαϊκά ή παγκόσμια τρέχοντα θέματα. Μήπως δεν ισχύει πως υπάρχει συγκεκριμένος χρόνος που πρέπει κανείς να σιωπά και συγκεκριμένος χρόνος που πρέπει κανείς να μιλά;
Μήπως είναι πρωτόγνωρη η κατάσταση του πλήθους σχολιαστών και αναλυτών που είναι σίγουροι ότι εφόσον γνωρίζουν γραφή, γνωρίζουν και να γράφουν, ή όλων εκείνων των «ειδικών» που νομίζουν ότι εφόσον έμαθαν να ομιλούν, μπορούν να εκφράζουν γνώμη περί παντός ξεπερνώντας τα όρια της ανοησίας; Μήπως δεν παραβιάζεται καθημερινά η αρχή ότι «μερικές φορές η σιωπή εκλαμβάνεται ως φρονιμάδα στον στενόμυαλο και ως δεινότητα στον αμαθή;»
Σίγουρα, η απόσταση μεταξύ εθελούσιας σιωπής και των ψηγμάτων χρυσού στη λογοκρισία, την υποκρισία, το αντιπολιτευτικό κράξιμο ή τη χονδροειδέστατη βλακεία, είναι μεγάλη. Δεν είμαι καν σίγουρος ότι όλοι θα συμφωνούσαν με τον Ρουσσώ όταν, στο «Κοινωνικό Συμβόλαιο», υποστήριζε ότι «αν ήμουν ηγεμόνας ή νομοθέτης, δεν θα έχανα τον καιρό μου, λέγοντας αυτό που θα έπρεπε να κάνω∙ θα το έκανα ή θα σώπαινα».
Αλλωστε, και ο Τόμας Χομπς προηγουμένως στον «Λεβιάθαν» είχε προκαταλάβει τους αναγνώστες του σε σχέση με αρκετές υποτιθέμενες σοφίες: «Στο πλαίσιο μιας πολιτικής κοινότητας θα πρέπει κάθε φορά να επισημαίνω ποια πράγματα θα πρέπει να διορθωθούν. Ανάμεσα σε αυτά είναι και η πληθώρα των λόγων δίχως νόημα… »
Διότι μέτρα των φρονίμων είναι οι λέξεις, αφού χάρη σε αυτές λογαριάζουν. Είναι όμως και το νόμισμα των ανόητων...» Και ο Καμύ, στο σημείο αυτό, στεκόταν κάπου ανάμεσα στον Ρουσσώ και τον Χομπς όταν έλεγε: «Απεχθάνομαι εκείνους που πάνε πιο μακριά με τα λόγια, απ’ ό,τι με τις πράξεις τους».
Ωστόσο, σε περίοδο που τα άκοπα λόγια γίνονται προπαρασκευή πολέμου, γείτονες, όμηροι, σύνορα, νησιά και προσδοκίες, γίνονται ολοένα και πιο σύνθετα και η αντίληψή μας ολοένα πιο χοντοκομμένη, πολύ δε περισσότερο όταν η σωφροσύνη και η ηθική σπανίως παρεμβάλλονται σε ζητήματα πολιτικού κέρδους ή ζημιάς, ειρήνης ή πολέμου, αυτός που με τη σιωπή του αφήνει στους ήδη χτυπημένους χώρο για να σκεφτούν περισσότερο, τουλάχιστον, δεν θα γίνεται επικίνδυνος και θα φαντάζει λιγότερο ανόητος.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου