Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

Ο Μάης του ’68: συμβιβασμένοι κι ασυμβίβαστοι




του Γιώργου Τσιάρα

Πενήντα χρόνια μετά, οι ήρωες του Μάη του ’68, είναι είτε νεκροί είτε υπερήλικες: όπως έγινε και με τους δικούς μας παρ’ ολίγον επαναστάτες της γενιάς του Πολυτεχνείου, πολλοί από αυτούς τους πρωταγωνιστές τής «εφόδου προς τον ουρανό», αντί να φέρουν τη «φαντασία στην εξουσία», γρήγορα συμβιβάστηκαν και αφομοιώθηκαν στο καπιταλιστικό σύστημα που στιγμιαία απείλησαν πως θα ανατρέψουν στα φλεγόμενα λιθόστρωτα του Καρτιέ Λατέν.
Ευτυχώς όμως, όπως και πολλοί δικοί μας, αρκετοί δεν αλλοτριώθηκαν, ούτε πούλησαν τις ιδέες τους για αντιπαροχή. Αξίζει να θυμηθούμε, εκτός από τα τιμημένα πρώτα και τον μύθο του Μάη, και τα αμφιλεγόμενα στερνά των πιο γνωστών από τους πρωτεργάτες.
Εκεί που άρχισαν όλα -στην οδό Λεγκόφ όπου στήθηκε το πρώτο οδόφραγμα, στην οδό Γκε-Λισάκ, τον δρόμο των σκληρότερων οδομαχιών με την αστυνομία, στην οδό Μεσιέ Λε Πρενς, όπου μεταφέρθηκε στις 3 Μαΐου το «στρατηγείο» της φοιτητικής εξέγερσης– τίποτε δεν θυμίζει ότι εκεί έγινε πριν πενήντα χρόνια, κάτι που λίγο έλειψε να αλλάξει τον κόσμο.
Είναι πλέον δρόμοι ήσυχοι, με παλαιοβιβλιοπωλεία και μικρά καφέ. Αλλά εκείνες τις μέρες ήταν η καρδιά του σύμπαντος, το λίκνο της νέας Κομμούνας, εκεί που πύρωνε το ατσάλι της εξέγερσης. Ηταν όλοι τους εκεί: ο Ζακ Σοβαζό της UNEF, ο Αλέν Ζεσμάρ, γραμματέας του συνδικάτου των πανεπιστημιακών, οι τροτσκιστές (Αλέν Κριβίν, Ανρί Βεμπέρ, Ντανιέλ Μπενσαΐντ), οι φοιτητές από τη σχολή της Ναντέρ με αρχηγούς τον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ και τον μετέπειτα εκδότη της Libération, τον Σερζ Ζιλί, οι μαοϊκοί του Ρομπέρ Λινχάρτ, και δίπλα τους χιλιάδες άλλοι ανώνυμοι φοιτητές και εργάτες, που όλο και πλήθαιναν - νέοι άνθρωποι επαναστατημένοι, εγγόνια του Μαρά, του Μπαμπέφ και του Μπλανκί, που στύβανε τις πέτρες και παίρνανε φαλάγγι τις φάλαγγες των ροπαλοφόρων CRS...
Οι πρωταγωνιστές... Ας ξεκινήσουμε από την περίφημη πανεπιστημιακή «τρόικα του Μάη». Πρώτος όλων, ο διάσημος Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ, ο -23χρονος το ’68- «Κόκκινος Ντάνι». Τότε δήλωνε αναρχικός, αλλά διάβαζε και Καστοριάδη: μετά το ’στριψε κι έγινε «Πράσινος», κατόπιν «Μπλε» –όντας φανατικός υπέρμαχος του ευρώ και της ασφυκτικής για την Ελλάδα και τους άλλους Νότιους, «Ζώνης» του– και τώρα πια από τα πολλά ξεπλύματα έχει γίνει εντελώς άχρωμος, σαν γαριασμένο παλιό ρούχο.
Το 1989 εκλέχτηκε δήμαρχος Φρανκφούρτης και το 1994 βουλευτής με τους Πράσινους της Γερμανίας. Λίγα χρόνια αργότερα, ηγήθηκε των Πρασίνων της Γαλλίας και τον Ιούνιο του 2009, στη Γαλλία συμμετείχε στις ευρωεκλογές ως επικεφαλής του συνδυασμού «Ευρώπη – Οικολογία», παίρνοντας το 16,3% των ψήφων.
Το βέβαιο όμως είναι πως ο Κον-Μπεντίτ εξαργύρωσε με το παραπάνω τον μύθο του Μάη, όντας περίπου... ισόβιος χρυσοπληρωμένος ευρωβουλευτής, συγγραφέας πολλών μπεστ σέλερ (το τελευταίο αναλύει τη λατρεία του για το ποδόσφαιρο!) και μόνιμος καλεσμένος των καθεστωτικών καναλιών σε Γαλλία και Γερμανία. Ενας επαγγελματίας πολιτικός, μετρ του συμβιβασμού και της ανώδυνης για το σύστημα «πολιτικής των δικαιωμάτων».
Και, φυσικά, προσωπικός φίλος και υποστηρικτής του άγριου νεοφιλελεύθερου Εμανουέλ Μακρόν, τον οποίο αποκαλεί χαϊδευτικά «πιτσιρικά» στις ζαχαρόπηκτες, «ροζουλί» συνεντεύξεις του...
Ο Ζακ Σοβαζό, ο πρόεδρευων της γαλλικής «ΕΦΕΕ», της UNEF, ήταν τότε 25 χρόνων- ένα παιδί από την Ντιζόν, που βρέθηκε από σπόντα στην καρδιά των γεγονότων. Πρώτος στις διαδηλώσεις, πρώτος και στα οδοφράγματα. Τότε ήταν μέλος του PSU, ενός μικρού κόμματος στα αριστερά των Σοσιαλιστών, σύντροφος του μετέπειτα πρωθυπουργού του Μιτεράν, Μισέλ Ροκάρ.
Αποσύρθηκε απηυδισμένος από την ενεργό πολιτική ήδη από το 1974, και αφοσιώθηκε στη δουλειά του –τη διδασκαλία της Ιστορίας της Τέχνης στη Ρεν της Βρετάνης. Από τους λίγους «επώνυμους» του Μάη που δεν εξαργύρωσε τη φήμη του είτε στο πολιτικό είτε στο συγγραφικό πεδίο. Λένε ότι απέφευγε ακόμη και να μιλήσει για τον Μάη στους φοιτητές του. Σεμνός, ταπεινός, σκοτώθηκε πέρσι τον Νοέμβρη σε τροχαίο δυστύχημα.
Ο Αλέν Ζεσμάρ ήταν 29 χρόνων το 1968, και σκληρός μαοϊκός, επαναστάτης. Το 1970 μάλιστα καταδικάστηκε σε 18 μήνες φυλακή. Αλλά μετά, μεγαλώνοντας, μας τα χάλασε: το 1986 γράφτηκε στο Σοσιαλιστικό Κόμμα του Μιτεράν και πέρασε από διάφορες κυβερνητικές θέσεις ως σύμβουλος υπουργών στις κυβερνήσεις Ροκάρ, Ζοσπέν και Κρεσόν. Συχνά βρισκόταν στο στόχαστρο των πρώην συναδέλφων του καθηγητών, που τον θεωρούσαν «πουλημένο» - ιδίως όταν καταδίκαζε δημόσια τις απεργίες τους.
Ηταν από τους πρώτους που «απομυθοποίησαν» τον Μάη, όταν υποστήριξε πως ο Μάης του ’68 πέτυχε μόνο σαν κοινωνική και όχι σαν πολιτική επανάσταση. Βέβαια, δεν είχε κι άδικο: στις εκλογές που έγιναν μόλις τον επόμενο μήνα, η «σιωπηρή πλειοψηφία» μίλησε και ο Ντε Γκολ θριάμβευσε. Η μεγαλύτερη μακράν διαδήλωση του Μάη έγινε στις 30 του μηνός, με πάνω από 300.000 κόσμο, και ήταν υπέρ της αστικής «τάξης» και του «ζενεράλ»...
Οπως δεν έχει δυστυχώς εντελώς άδικο και σε ένα άλλο συμπέρασμά του, ακόμη βαθύτερο και οδυνηρότερο: ότι αν δεν είχε προηγηθεί ο Μάης του ’68, με τον έντονο ατομισμό και ηδονισμό του, και η πολιτική ήττα του δεν θα είχε υπάρξει ο νεοσυντηρητισμός και η νεοφιλελεύθερη λαίλαπα που ακολούθησε, το «ο καθένας για πάρτη του» που ζούμε και το ξεπούλημα της πολιτικής στο ιδιωτικό κεφάλαιο που σαρώνει ώς σήμερα τα πάντα...
Μια δυσάρεστη ιδέα που τεκμηριώνει, σε μεγάλο βαθμό, και ο εξαιρετικός Γερμανός κοινωνιολόγος Στρεκ στο αιρετικό του βιβλίο «Κερδίζοντας Χρόνο».
Ενας άλλος φλογερός επαναστάτης του Καρτιέ Λατέν που «ξεπουλήθηκε», ακριβά είναι η αλήθεια, είναι ο Ανρί Βεμπέρ, ένας διδάκτωρ Φιλοσοφίας και φανατικός τροτσκιστής που πέρασε με χαρακτηριστική ευκολία από την άκρα Αριστερά στο Σοσιαλιστικό Κόμμα και μια χρυσοπληρωμένη έδρα στη Γερουσία.
Αλλος «ρεφορμιστής» από εκεί: το πρώτο βιβλίο του για τον Μάη το είχε γράψει (παρέα με τον Μπενσαΐντ) ενώ κρυβόταν από την αστυνομία στο διαμέρισμα της Μαργκερίτ Ντιράς. Δυστυχώς, έκτοτε έχει γίνει ο βασικός εκπρόσωπος της άποψης ότι «η επανάσταση απέτυχε, τουλάχιστον ας σώσουμε τη μεταρρύθμιση». Ηδη από το 1986 προσχώρησε στο γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα και υπήρξε θεωρητικός του εκσυγχρονιστικού ρεύματος και σύμβουλος του πρώην πρωθυπουργού Λοράν Φαμπιούς και, στη συνέχεια, ευρωβουλευτής και γερουσιαστής.
Από τα πιο μισητά πρόσωπα της γενιάς του Μάη. Το βιβλίο του, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Πρέπει να απαλλαγούμε από την κληρονομιά του Μάη του ’68;» το επανεκδίδει με μικρές προσθήκες κάθε δέκα χρόνια για να κονομάει. Θαυμάστε μια χαρακτηριστική αρλούμπα της έκδοσης του 2008: «Να μη γυρίσουμε την πλάτη σε κάθε ουτοπία [του Μάη], αλλά να υιοθετήσουμε τη ρεαλιστική ουτοπία της ολοκληρωμένης δημοκρατίας, της συμμετοχής στη διαμόρφωση του συλλογικού μας μέλλοντος, μιας πιο ανθρώπινης κοινωνίας, ενός κόσμου που θα κυβερνούν το δίκαιο και η συνεργασία των ανθρώπων παρά η ισχύς και ο εγωισμός των εθνών»...
Αν ο Μπεντίτ ήταν η φωνή του Μάη, το μυαλό της ήταν ο ηγέτης της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Νεολαίας, ο Αλέν Κριβίν. Αυτός, τουλάχιστον, δεν άλλαξε - τροτσκιστής τότε, τροτσκιστής ώς και σήμερα, η πιο χαρακτηριστική φιγούρα του γαλλικού επαναστατικού διεθνισμού. Απ’ όλες τις μαρτυρίες φαίνεται πως ήταν ο καλύτερος οργανωτής των οδοφραγμάτων, ο «στρατηγός» των αεικίνητων «ομάδων περιφρούρησης», που πήγαιναν από μπαρικάντ σε μπαρικάντ.
Σήμερα είναι ένας αξιαγάπητος γεροντάκος, αλλά σε αντίθεση με πολλούς συντρόφους του κατεβαίνει ακόμα στις διαδηλώσεις και δεν σταμάτησε ποτέ να μιλά και να αγωνίζεται για την Επανάσταση.Το κόμμα του, η Κομουνιστική Ενωση, απαγορεύτηκε το 1973 και επανιδρύθηκε το ‘74 ως Επαναστατική Κομμουνιστική Ενωση, για να διαλυθεί το 2009. Ο Κριβίν παραμένει ως και σήμερα ηγετικό στέλεχος του Νέου Αντικαπιταλιστικού Κόμματος και φυσικά της Τέταρτης Διεθνούς.
Δίπλα στον Κριβίν πρέπει να βάλουμε έναν πολύ λιγότερο γνωστό εκτός Γαλλίας, αλλά ισάξιό του καθηγητή Φιλοσοφίας, συγγραφέα και δημοσιογράφο, τον Ντανιέλ Μπενσαΐντ.
Στο θαυμάσιο δοκίμιο «Η διείσδυση του αδύνατου μέσα στη ρουτίνα του πραγματικού», που έγραψαν οι δυο τους το 1988 για τον Μάη, μια από τις καλύτερες απαντήσεις που δόθηκαν ποτέ στους δεξιούς και κυρίως στους... ανανήψαντες πρώην αριστερούς «ρεβιζιονιστές»- επικριτές του Μάη, δηλώνουν πως «στην ιστορία η σημασία τέτοιων γεγονότων ποτέ δεν προσδιορίζεται οριστικά» και «το παρόν πάντα ανακαλεί το παρελθόν για να το επανεξετάσει, να επαναπροσδιορίσει το περιεχόμενό του, να πετάξει στο σκοτάδι ό,τι φωτιζόταν από τους προβολείς της σκηνής και να επανακτήσει ό,τι διέλαθε την προσοχή μας, να αναδιανείμει τους ρόλους μεταξύ των νικητών και των ηττημένων του χτες».
Και συνεχίζουν: «Η γενιά του ’68 βρίσκεται τώρα [το 1988] στα καταθλιπτικά σαράντα. Οι περισσότεροι από αυτήν εξετάζουν πλέον με πάθος την ιστορία και τα προβλήματά της. Εχουν γίνει, πρώιμα, ιστορικοί. Κερδίζουν, ευημερούν, συλλογίζονται τις αναμνήσεις τους και κορδώνονται. Αλλά δεν περιμένουν πλέον τίποτα, είναι στεγνοί και οι γλώσσες τους κολλούν στους ουρανίσκους. [...] Πέρασε καιρός από τότε που νιώσαμε κάτι από κοινού με τους νεοφώτιστους, τους μεταμελημένους, τους αποστάτες όλων των τύπων... Αυτό που κάνει τον Μάη του ‘68 πραγματικά σημαντικό, αληθινό γεγονός, δεν είναι τα οδοφράγματα γύρω από τη Σορβόννη ή το Οντεόν. »
Ούτε ο μικρόκοσμος της παριζιάνικης διανόησης που από τους δρόμους επέστρεψε στα σαλόνια της. Η διαφορά ανάμεσα στο κίνημα του Μάη και στα άλλα κινήματα διαμαρτυρίας έγκειται στη σύνδεση ανάμεσα στο φοιτητικό και το εργατικό κίνημα, στη μεγαλύτερη γενική απεργία της ιστορίας μας. Αυτό το τεράστιας σημασίας γεγονός απλώς έχει διαγραφεί από τα άθλια πορτρέτα όλων αυτών που σβήνουν τις φωτεινές και σκοτεινιάζουν τις φωτεινότερες εικόνες με την πλήξη των ιδεών τους [...] Η γενική απεργία είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το απλό άθροισμα τοπικών απεργιών ή από μια εθνική ημέρα δράσης που παρατείνεται για ένα μήνα.
»Ξαφνικά ο σιδερένιος βρόχος της εκμετάλλευσης, η υποχρέωση να χτυπάς κάρτα κάθε μέρα, συντρίβονται. Τα είδωλα της καθημερινής ζωής διαλύονται: ο φετιχισμός του εμπορεύματος, ο φετιχισμός του χρήματος, ο φετιχισμός του κράτους. Οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων ανυψώνονται πάνω από τις σχέσεις μεταξύ των πραγμάτων που πριν κυριαρχούσαν πάνω τους. Για τούτο δεν υπάρχει ανάγκη να ψάξει κανείς περισσότερο για την αιτία της ξανα-ανακάλυψης των λέξεων, της επικοινωνίας και της κοινωνικότητας που βιώνονταν με κατάπληξη και μαγεία».
Κάπου εδώ πρέπει να σταματήσω - όπως και οι περισσότεροι (αληθινοί, όχι ρομαντικοί νοσταλγοί σαν και του λόγου μου) κληρονόμοι του Μάη, ξέμεινα κι εγώ από λέξεις, κι ας είναι πολλοί ακόμη οι πρωταγωνιστές - με πρώτο τον Ζιλί, που από συνιδρυτής (με τον Σαρτρ) της κορυφαίας εφημερίδας των «σέβεντις», της Libération, έγινε βασικός εκπρόσωπος της... αριστερούτσικης «συστημικής» δημοσιογραφίας και απολογητής της νεοφιλελεύθερης στροφής της Σοσιαλδημοκρατίας- που δεν χώρεσαν σε αυτό το δρομο-λόγιο.
Κλείνω λοιπόν με την ελπιδοφόρα σκέψη ότι το γνήσια ελευθεριακό και αδάμαστο αντιεξουσιαστικό πνεύμα του Μάη ζει και βασιλεύει σήμερα στα έγκατα του Παρισιού και των άλλων ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων, ακόμα κι αν οι σημερινοί εξεγερμένοι φορείς του δεν έχουν ιδέα για το τι απέγιναν οι επαναστατημένοι πρόγονοι τους.
Ζει στις μεγάλες αντι-Μακρονικές διαδηλώσεις των φοιτητών και εργατών που συγκλονίζουν αυτές τις μέρες τις γαλλικές πόλεις και στην καρδιά όλων όσοι εξακολουθούν κόντρα σε Θεούς και Αφεντικά να ελπίζουν, ουτοπικά ίσως, σε έναν καλύτερο κόσμο. Σε μια «επετειακή» δημοσκόπηση που έγινε πριν λίγες μέρες για τη HuffPost Γαλλίας, η πλειοψηφία των Γάλλων όχι απλά ελπίζουν ότι θα προκύψει ένα αντίστοιχο κίνημα το 2018, αλλά σε ποσοστό 52% το κρίνουν «απαραίτητο», ενώ το 34% είναι αντίθετοι και το 14% δεν παίρνει θέση...

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου