Κυριακή, 31 Μαρτίου 2019

Φερράρα, η διακριτική αναγεννησιακή ομορφιά



Η πρωινή ομίχλη που κυριαρχούσε στην ύπαιθρο της Εμίλια-Ρομάνα είχε αγκαλιάσει τα μουντά προάστια της Φερράρα που μεσολαβούσαν κατά τη διαδρομή μας από το σιδηροδρομικό σταθμό  στο ιστορικό κέντρο της πόλης. Εκείνο το πρωινό κατέβηκαν μαζί με μας κι αρκετοί φοιτητές. Μάλιστα ένας κουβαλούσε από την Μπολόνια μια τεράστια μακέτα. Σχέδια κι όνειρα αποτυπωμένα σε συγκολλημένα κομμάτια που είχαν κοπεί από φθηνές χαρτόκουτες.
Μια μεγάλη για το μέγεθος της πόλης λεωφόρος μας έβγαλε στο Καστέλο Εστένσε όπου μια βαθιά κι ανοιχτή τάφρος προστάτευε τα θεόρατα τείχη με τους ψηλούς πύργους. Το κόκκινο χρώμα των παραθύρων μας ταξίδευε κατευθείαν στις μέρες του ιταλικού μεσαίωνα. Σου δινόταν η εντύπωση πως μες στην ομίχλη θα ξεπροβάλλουν τα άλογα ορμώμενα προς την πύλη του φρουρίου. Η κατασκευή του συγκεκριμένου οχυρό δεν είχε κάποιον αμυντικό χαρακτήρα καθώς οι εχθροί της πόλης είχαν λιγοστέψει. Ήταν δημιούργημα της οικογένειας του Μαρκήσιου Νικολό Β' Ντ' Εστέ για να προφυλάσσει τους ευγενείς συγγενείς του από την οργή του λαού. Αφορμή για την κατασκευή του υπήρξε ο ξεσηκωμός των κατοίκων της πόλης στις 3 Μαΐου του 1385 εξαιτίας των πλημμυρών αλλά και των φόρων που τους είχαν εξουθενώσει. Αφού πολιόρκησαν την παλιά έδρα των ευγενών της πόλης, τα έβαλαν με τον Τομάσο Ντα Τορτόνα θεωρώντας τον υπεύθυνο για τα δεινά που είχαν υποστεί. Η οργή του πλήθους ήταν τόσο έντονη που έθετε σε κίνδυνο όλα τα μέλη της αριστοκρατικής οικογένειας. Αμέσως τότε δόθηκε διαταγή να κληθεί σε δυσμένεια ο Τομάσο, ο οποίος αφού εξομολογήθηκε και μετάλαβε, παραδόθηκε στο πλήθος, που κυριολεκτικά τον έκανε κομμάτια. Για να αποφύγουν αντίστοιχο κίνδυνο σε επόμενες εξεγέρσεις, χτίστηκε το Καστέλο Εστένσε πάνω στα παλιά τείχη της πόλης. Υψώθηκαν νέοι πύργοι και στήθηκαν εναέριες γέφυρες που πρόσφεραν περισσότερη ασφάλεια στους ενοίκους του. Με τον καιρό, χτίστηκαν κι άλλα διαμερίσματα εντός του καθώς το φρούριο τέθηκε σε οριστική αμυντική αχρηστία. Η σημερινή του όψη προέρχεται από την τελευταία ανακαίνιση του κάστρου που πραγματοποιήθηκε μετά από μια μεγάλη πυρκαγιά. Οι τελευταίες καταστροφές που υπέστη ήταν από τους βομβαρδισμούς του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και το σεισμό του 2012. Οι επιδιορθώσεις από τον πόλεμο άργησαν να πραγματοποιηθούν καθώς έπρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια για να υλοποιηθεί το πρόγραμμα "Το Κάστρο για την Πόλη" το οποίο ολοκλήρωσε τις σωστικές επεμβάσεις το 2006.
Ωστόσο αυτός ο σεισμός άφησε πολλές πληγές πίσω του, οι οποίες δεν έχουν επουλωθεί ακόμα. Πολλά ιστορικά κτίρια παρέμεναν κλειστά κι άλλα καλυμμένα με σκαλωσιές όπως η περίτεχνη πρόσοψη του Καθεδρικού την οποία δυστυχώς δεν είχαμε την δυνατότητα να θαυμάσουμε. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αρκεστούμε στα γραφικά σοκάκια της πόλης.
Από το φρούριο Εστένσε κατηφορίσαμε στην εβραϊκή συνοικία. Ένας ζωντανός πεζόδρομος γεμάτος καφετέριες και μικρά καταστήματα, μας καλημέριζε καθώς βαδίζαμε προς την παλιότερη οδό της πόλης, την Via delle Volte. Μακριά από τους θορύβους της πόλης και τα κορναρίσματα, και περιπλανώμενοι από πέτρινα ντουβάρια και τοξωτές καμάρες με μικρά παραθυράκια, ταξιδέψαμε πίσω στο χρόνο. Ο ήλιος που είχε ήδη πάρει ύψος, ξεχυνόταν πάνω από τα κεραμίδια, δημιουργώντας μια ονειρική ατμόσφαιρα καθώς οι ακτίνες του έσπαγαν τα τελευταία ίχνη της ομίχλης. Μικρές γλαστρούλες με πολύχρωμα λουλούδια έσπαγαν την κυριαρχία της πέτρας ενώ τα παρκαρισμένα ποδήλατα έξω από τις πόρτες χρησίμευαν ως διακοσμητικά στοιχεία για φωτογραφίσεις.
Η πόλη ξυπνούσε σιγά σιγά. Η γειτονιά με το πανεπιστήμιο γέμιζε φωνές φοιτητών ενώ κοντά στα μεσαιωνικά τείχη είχαν απλώσει τις πραμάτειες τους διάφοροι περιπλανώμενοι έμποροι.
Εισχωρώντας στη ροή του κόσμου μπαίνοντας διακριτικά στη καθημερινότητά τους. Με αυτόν τον τρόπο θαυμάσαμε τα πιο καλοδιατηρημένα μεσαιωνικά τείχη της Ιταλίας και περάσαμε κάτω από τις μεγάλες πόρτες που συνέδεαν κάποτε την πόλη με την υπόλοιπη χώρα.
Ακολουθώντας μια παρέα φοιτητών φτάσαμε στο Παλάτσο Ντέι Ντιαμάντι το οποίο ξεχωρίζει με την κατάλευκή του πρόσοψη απ την οποία προεξέχουν τριγωνικές κορυφές που δίνουν το σχήμα πολλών παραταγμένων διαμαντιών. Η περιέργειά μας όμως μας οδήγησε λίγο ακόμη πιο πάνω, όπου βρίσκεται ο San Cristoforo alla Certosa, ένα πανέμορφο μοναστηριακό συγκρότημα το οποίο σήμερα λειτουργεί ως νεκροταφείο. Ο πανύψηλος ναός, κλειστός λόγω αποκαταστάσεων, λειτουργούσε ως φρουρός των ψυχών που αναπαύονται στη σκιά του. Οι στοές και τα γύρω κτίσματα κουβαλούν μια αιώνια ήρεμη αρμονία που δημιουργούν την ανάγκη στο να περιπλανηθούν οι επισκέπτες άσκοπα στα καταπράσινα μονοπάτια του νεκροταφείου.
Κατά το απόγευμα επιστρέψαμε στην κεντρική πλατεία, κουρασμένοι από το ολοήμερο περπάτημα στην πόλη. Ήταν η στιγμή που στα γύρω στενά κυριαρχούσαν με τη μουσική τους τα μπαράκια, προσκαλώντας κατοίκους κι επισκέπτες να απολαύσουν τη βραδιά τους εκεί. Μέσα σ' αυτά ανήκει και η παλιότερη μπυραρία του κόσμου που είχε ξεκινήσει να προσφέρει τις υπηρεσίες της από το 1435, η Al Brindisi. Αμέσως μου ήρθαν στο μυαλό εικόνες που πιθανότατα εκτυλίχθηκαν εκεί τρία χρόνια μετά το άνοιγμά της. Μέσα σ' αυτό το μικρό μπαράκι να βρίσκονται μαζεμένοι Ιταλοί κι Έλληνες διανοητές συζητώντας για την Σύνοδο της Φερράρα, της οποίας οι εργασίες πραγματοποιήθηκαν στον Καθεδρικό του Αγίου Γεωργίου.
Λίγο πριν την έλευση της νύχτας, απολαύσαμε ένα εντυπωσιακό ηλιοβασίλεμα από τα μεσαιωνικά τείχη και θαυμάσαμε ένα βαρύ μπλε πέπλο που σκέπασε τις οροφές των σπιτιών λίγο πριν μαυρίσει για τα καλά ο ουρανός. Τα ερυθρά φώτα των δρόμων, αναβίωναν κατά έναν περίεργο τρόπο τις μεσαιωνικές νύχτες της Φερράρα, δίνοντας τη ψευδαίσθηση πως ανά πάσα στιγμή από κάποιο στενό θα ακουστούν καλπασμοί ή θα εμφανιστούν φιγούρες τους παρελθόντος.
Επιστρέφοντας προς τον σταθμό, η πόλη άρχισε σταδιακά να κρύβεται μέσα στο σκοτάδι, σαν να προσπαθούσε να σβήσει την αδιάφορη όψη της, δίνοντας μ' αυτόν τον τρόπο την δυνατότητα στους επισκέπτες να κρατήσουν μόνο την μεσαιωνική αύρα του ιστορικού της κέντρου.
Έφυγα από την Φερράρα με μια μικρή πίκρα. Από την μια γνωρίσαμε μια πανέμορφη καλοδιατηρημένη πόλη αλλά από την άλλη τα σημαντικότερα στολίδια της ήταν κρυμμένα στις σκαλωσιές. Ίσως αυτό να γίνει αφορμή για μια ακόμη μελλοντική επίσκεψη στη συγκεκριμένη πόλη. 

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2019

Στα μισά της τέταρτης δεκαετίας...


Το 34 έτος μου ξεκίνησε με την απώλεια ενός δικού μου προσώπου (ακολούθησαν άλλες τρεις απώλειες) κι ολοκληρώνεται με ένα εκνευριστικό συνάχι που κρατάει τρεις μέρες τώρα. Κάπως έτσι ασθμαίνοντας και τρεκλίζοντας πορεύτηκα στις 365 μέρες του. Εν ολίγοις κλείνει ένας από τους χειρότερους (ίσως ο χειρότερος) ετήσιους κύκλους. Γονάτισα, απογοητεύτηκα, πήρα λίγες ανάσες, προσπάθησα να ορθοποδήσω αλλά και πάλι κάτι συνέβαινε και παραδινόμουν. Πολλές φορές σκέφτηκα να τα παρατήσω και να απομονωθώ μέχρι να περάσει η ανηλεής καταιγίδα που μ' έπληξε. Όμως δεν είναι της φύσης μου να κρατάω μια παθητική στάση απέναντι σε κάθε πρόβλημα. Πείσμωσα, πάλεψα και τα πρώτα φωτεινά σημάδια άρχισαν να εμφανίζονται στο λυκόφως του ατομικού μου ετήσιου κύκλου.
Φτάνοντας λοιπόν στα μισά της τέταρτης δεκαετίας μου, αισθάνομαι πως βρίσκομαι σε ένα ακόμη κομβικό σημείο αλλά όχι καθοριστικό, καθώς κάθε μέρα είναι από μόνη της μια αφορμή να αναθεωρήσουμε σκέψεις, στάσεις και συμπεριφορές. Όμως τα 35 είναι κι η καρδιά της ενεργής μας ζωής. Οφείλουμε ως τότε να χουμε στήσει τις κατάλληλες βάσεις που θα μας στηρίξουν από τώρα και στο εξής. Στην ερώτηση λοιπόν αν έχω στήσει αυτές τις βάσεις, θα απαντούσα αβίαστα πως δεν ξέρω, κι αυτό διότι δε μπορώ να διαχωρίσω τα "πρέπει" με τα "θέλω". Αυτό μου προκαλεί σύγχυση που καλό είναι να κατασταλάξει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Για να επιτευχθεί αυτό χρειάζεται ηρεμία και χρόνος και το κυριότερο λίγη νοητική ανάπαυση.
Χρειάζομαι ένα ησυχαστήριο και την ανάγκη να αφιερώνω μέσα σ' αυτό λίγο χρόνο σιωπής και μοναχικότητας στον εαυτό μου. Το καλό είναι πως το ησυχαστήριο βρέθηκε οπότε πλέον αφήνομαι στο χρόνο και στον ήλιο να επουλώσουν κάθε μου πληγή και να φωτίσουν το νέο μου μονοπάτι.
Καλώς ήρθε λοιπόν το τριάντα πέντε.
Ελπίζω να είναι λιγότερο αυστηρό και σκληρό μαζί μου.  

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

Ο Διερμηνέας



Μετά από ένα κενό δύο σχεδόν βδομάδων επισκέφθηκα ξανά τις σκοτεινές αίθουσες για να απολαύσω ένα φεστιβαλικό διαμαντάκι, το οποίο κι αυτό μας συστήθηκε διακριτικά και ταπεινά. Ο Διερμηνέας που προβάλλεται μόνο σε Άστυ και Πτι-Παλαί, είναι ένα γλυκόπικρο οδοιπορικό δυο ηλικιωμένων ανθρώπων που αποφασίζουν μαζί να σκαλίσουν το παρελθόν προσπαθώντας να φτάσουν στο σημείο που οι διαφορετικές τους ιστορίες είχαν αλληλεπιδράσει. Μνήμες, συζητήσεις, συγκινήσεις, πόνος αλλά και σεβασμός, δένουν όμορφα στα καταπράσινα πλάνα που προσφέρει η ύπαιθρος της Σλοβακίας.
Χωρίς χρονοτριβές, ο σκηνοθέτης μας τοποθετεί κατευθείαν στην ουσία της ιστορίας. Ένας υπέργηρος μεταφραστής επισκέπτεται την Βιέννη για να βρει και να δολοφονήσει έναν αξιωματικό των SS που εκτέλεσε τους γονείς του κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Τελικά όμως συναντάει τον γιο του, έναν σχεδόν συνομήλικό του άνδρα, ο οποίος διατηρεί ένα νεανικό κι ανέμελο ύφος. Η πρώτη τους συνάντηση θα έχει επεισοδιακή κατάληξη. Όμως θα σταθεί αφορμή για τη δημιουργία μιας ιδιαίτερης φιλίας που θα τους οδηγήσει στην σλοβακική ενδοχώρα μετά την απόφαση του Αυστριακού να ανακαλύψει τη δολοφονική δράση του πατέρα του σε μια κατεχόμενη χώρα.
Περιπλανώμενοι από πόλη σε πόλη θα συναντήσουν διάφορους ανθρώπους που ο καθένας κουβαλάει τη δική του ιστορία, άλλες φορές ενδιαφέρουσα κι άλλες παγερά αδιάφορη. Μέσα σ' αυτούς θα συζητήσουν και με απογόνους προσώπων που συμμετείχαν στα σημαντικά γεγονότα του πολέμου. Το τελικό συμπέρασμα που βγαίνει μετά από μια σειρά διαλόγων κι αποκαλύψεων είναι πως οι πληγές όχι μόνο δεν έχουν κλείσει αλλά εξακολουθούν να στοιχειώνουν και τις επόμενες γενιές. Μαζί με τον πόνο κληρονομείται άτυπα κι η ενοχή. Όταν ρωτάνε τον υπέργηρο μεταφραστή, τι δουλειά έχει με έναν ναζί, εκείνος θα υπερασπιστεί τον νέο του φίλο με τα επιχειρήματα πως δεν υποστηρίζει τις ιδέες του πατέρα του και πως δεν γνωρίζει τις φρικαλεότητες του πράξεών του.
Το σημαντικότερο για μένα στοιχείο της ιστορίας είναι οι διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες των δυο πρωταγωνιστικών προσώπων. Οι δυο ηλικιωμένοι φίλοι εκπροσωπούν επιτυχώς δυο κοινωνικές ομάδες που πορεύονται στην ίδια γραμμή με διαφορετική όμως ταχύτητα. Από την μια έχουμε τους φύλακες της μνήμης που προσπαθούν να περισώσουν ότι έχουν συλλέξει απ'το παρελθόν έπειτα από θυσίες αρκετών όμορφων στιγμών και χαρών από την καθημερινότητά τους κι από την άλλη έχουμε ένα παράδειγμα της κοινωνίας που χάνεται στην άχρωμη κι απρόσωπη μάζα λόγω άγνοιας κι αδιαφορίας. Ζουν ξέφρενα προσπαθώντας να καλύψουν το ενοχικό τους σύνδρομο και να κρυφτούν από ένα παρελθόν που τον κυνηγά. Είναι άραγε η δειλία ή η ευθυνοφοβία που του αποτρέπει να κοιτάξουν την αλήθεια κατάματα; Όταν όμως κάποιοι παίρνουν την απόφαση να κοιτάξουν πίσω, γνωρίζουν πολύ καλά πως γυρισμός δεν υπάρχει. Η ζωή που μέχρι πρότινος έκαναν γκρεμίζεται κάτω από τα πόδια τους κι ένας νέος κόσμος ξεπροβάλλει. Πιο σκληρός, πιο ειλικρινής αλλά σίγουρα πιο αληθινός. Στη συγκεκριμένη ιστορία παρακολουθούμε το γκρέμισμα ενός υλιστικού κόσμου και την αναγέννηση μιας νέας προσωπικότητας.
Με σταθερά βήματα ξεσκεπάζεται το μαρτυρικό παρελθόν των κατατρεγμένων κατοίκων της Σλοβακίας από τους ναζί μέσα από ντοκουμέντα, φωτογραφίες, τα κείμενα από την αλληλογραφία πατέρα-γιου αλλά κι από τις μαρτυρίες απογόνων. Εβραίοι που σφάχτηκαν, Σλοβάκοι που εκτελέστηκαν επειδή προστάτευσαν άμαχους συνανθρώπους τους και πολιτοφύλακες που κάρφωναν για να συγκεντρώσουν τον πλούτο των κατατρεγμένων.
Τα λόγια που ακούγονται σε πολλούς διαλόγους είναι τρυφερά κι ανθρώπινα, σπάζοντας τις σκληρές αποκαλύψεις που ξεπηδούν. "Τελικά τι είναι πιο δύσκολο; Να είσαι γιος θύματος ή δολοφόνου;" ρωτάει ο Αυστριακός την κόρη του διερμηνέα φίλου του, μετά από δική της λεκτική επίθεση. "Όλοι οι τότε φίλοι μου έχουν πια πεθάνει. Δεν έχω κανέναν για παρέα" ομολογεί με πόνο ένα γεροντάκι που υπήρξε εκείνα τα χρόνια πολιτοφύλακας αποκτώντας μια πλούσια περιουσία από τους Εβραίους που εκτελέστηκαν. "Τους έβλεπα να τους τουφεκίζουν και πονούσα αλλά δεν μπορούσα να κάνω κάτι". Μπορεί η φωνή του να είναι αθώα αλλά δεν διακρίνεται κάποιο ίχνος μεταμέλειας. Η συγχώρεση όμως έρχεται από τον Σλοβάκο διερμηνέα που ενώ πονάει μ' αυτά που ακούει εξακολουθεί να τον ταΐζει ευλαβικά στο στόμα.
Πέρα από τις αποκαλύψεις που γίνονται σταδιακά, ο σκηνοθέτης προσπάθησε να προσθέσει κι αρκετούς συμβολισμούς στο έργο του. Κάποιοι ήταν καλοί αλλά σε αρκετούς προσέδωσε περισσότερο μελό απ' όσο χρειαζόταν, μ' αποτέλεσμα να τους κάψει. Όμως μια σκηνή με συντάραξε πολύ. Κάπου στα μισά του ταξιδιού, οι δυο φίλοι τσακώνονται κι ο διερμηνέας αποφασίζει να επιστρέψει στη Μπρατισλάβα. Ο Αυστριακός τον προλαβαίνει στον σταθμό και του εκμυστηρεύεται ένα κομμάτι του παρελθόντος του. Είναι το πρώτο του άνοιγμα κι η αρχή του προσωπικού του ταξιδιού προς την αυτογνωσία. Ο διερμηνέας ενώ είναι αποφασισμένος να φύγει, θα μαλακώσει όταν το βλέμμα του πέφτει πάνω σε δυο μαυροφορεμένες γυναίκες, φαντάσματα του παρελθόντος που προσπαθούν να τον πείσουν πως ο ρόλος του σ' αυτό το ταξίδι είναι σημαντικός. Αυτά τα πρόσωπα του έδωσαν τη δύναμη και την όρεξη που χρειαζόταν για να συνεχίσει.
Οι ερμηνείες των δυο πρωταγωνιστών είναι εξαιρετικές κι η χημεία που σχηματίζεται μεταξύ τους σπάνια κι απολαυστική. Σιγά σιγά ξεδιπλώνουν τις πτυχές των προσωπικοτήτων τους καλύπτοντας με έξυπνο τρόπο τα κενά διαστήματα του ταξιδιού.
Επίσης τα ντοκουμέντα που παρουσιάζονται φανερώνουν μια αξιόλογη μελέτη του παρελθόντος. Όμως θα ήθελα περισσότερες αναφορές στο παρελθόν για δύο λόγους. Πρώτον, για να γίνει η ταινία από μόνη της μια προστατευτική κάψουλα μνήμης και δεύτερον για να γίνει σε όλους μας φανερό ο κοινός πόνος που προκάλεσε ο ναζισμός στους λαούς της Ευρώπης. Αν δινόταν περισσότερη έμφαση στα ιστορικά ντοκουμέντα και λιγότερη στις ανοησίες του Αυστριακού, θα είχαμε ένα πραγματικά εξαιρετικό και σπάνιο έργο.
Παρ' όλα αυτά, ο Διερμηνέας είναι ένα γλυκόπικρο οδοιπορικό στο οποίο ζυγίζονται ευγενικά οι συγκρούσεις του παρελθόντος, ωθώντας τους δυο πρωταγωνιστές στο να αναθεωρήσουν αρκετά στοιχεία της ζωής τους αλλά και του τρόπου σκέψης τους.

Βαθμολογία: 7/10

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

Πάρμα, πανδαισία χρωμάτων και γεύσεων



Η Αγγλίδα συγγραφέας Ίντιθ Τέμπλτον είχε γράψει ένα υπέροχα περιγραφικό κι άκρως διασκεδαστικό κείμενο για τον Καθεδρικό της Πάρμα, το οποίο θυμήθηκα όταν στάθηκα μπροστά από τον επιβλητικό ναό της πόλης. Θα χαρακτήριζα τη γραφή της ως μια αναγνωστική απόλαυση μέσα στην οποία κάθε της περιγραφή ταίριαζε απόλυτα σε ότι έβλεπα μπροστά μου. Οπότε θα ήταν μεγάλο μου λάθος να την αγνοήσω στη συγκεκριμένη ανάρτηση. Καθώς λοιπόν υπάρχει αυτή η αξιοζήλευτη περιγραφή του καθεδρικού της Πάρμας, δεν μου πάει η καρδιά να γράψω κάτι άλλο καθώς το παρακάτω απόσπασμα με καλύπτει απόλυτα.
"Σειρά έχει τώρα ο καθεδρικός. Αναθερμαίνω λίγο το ενδιαφέρον μου με άλλη μια ματιά στον ταξιδιωτικό οδηγό. Ο οδηγός τον αποκαλεί εντυπωσιακό. Η λέξη εντυπωσιακός είναι πάντοτε κακός οιωνός. Σημαίνει απλώς ότι ο συγγραφές του οδηγού έσπαγε το κεφάλι του αναζητώντας ανεπιτυχώς κάποια άλλη κατάλληλη λέξη. Εξάλλου μια εντύπωση ενδέχεται να είναι καλή ή κακή. Οπότε η λέξη τον εξυπηρετεί μια χαρά. 
Μόλις φτάνω στην πλατεία του καθεδρικού ναού, παθαίνω αποπληξία από την αποστροφή. Θα τον αποκαλούσα απλώς λειτουργικό. Αγνοούσα παντελώς ότι ο δωδέκατος αιώνας μπορούσε να δημιουργήσει κάτι τόσο ακαλαίσθητο. 
Ατενίζοντας την υπέρμετρα ψηλή πρόσοψη να υψώνει το κλιμακωτό της περίγραμμα, θυμήθηκα τα οδοντωτά αετώματα των παλιών αποθηκών στο Λύμπεκ και σκέφτηκα πως συνέβη μάλλον το εξής: Οι κάτοικοι της Πάρμα συλλογίστηκαν πως πρέπει επιτέλους να αποκτήσουν κι αυτοί έναν καθεδρικό, όπως τόσες και τόσες πόλεις. Ωστόσο ο αρχιτέκτονας που επωμίστηκε το έργο της ανέγερσης του, προφανώς δεν πίστευε στον Θεό με τον τρόπο που πίστευαν οι περισσότεροι άνθρωποι της εποχής. Υποθέτω πως τον φανταζόταν σαν μαθηματικό τύπο, σχεδόν όπως τον συνέλαβαν οι Έλληνες προσωκρατικοί φιλόσοφοι, δηλαδή: "Ο Θεός έχει σχήμα σπείρας, περιστρέφεται όλο και ψηλότερα, πάντοτε όμως επιστρέφει στον εαυτό του" ή "Ο Θεός είναι φυλάκισμένος στον εαυτό του" ή "Η ουσία του Θεού είναι γεωμετρία". Κάτι τέτοιο, τέλος πάντων, εντελώς ανιαρό. 
Εκτός αυτού, δεν έτρεφε κανένα πραγματικά ενδιαφέρον για τον Θεό. Δεν ευκαιρούσε επίσης για αγίους κι αγγέλους. Θα προτιμούσε να χτίσει ο άνθρωπος ένα εργοστάσιο, αλλά τότε δεν υπήρχε ζήτηση για εργοστάσια. Στρώθηκε λοιπόν στη δουλειά και κατασκεύασε ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο κάθετο και στενό, το οποίο μάλιστα στην κορυφή κατέληγε στην πλέον απλοϊκή πιθανή απόληξη. Την εποχή εκείνη ήταν πολύ της μόδας οι μικρές τοξωτές κιονοστοιχίες, σαν εξώστες ολόγυρα στους τοίχους, οι οποίες βέβαια δεν υποβάσταζαν απολύτως τίποτα. Τις κόλλησε στους εξωτερικούς τοίχους λέγοντας "Ευχαριστώ για το τίποτα", και πλαισίωσε με τις ίδιες κιονοστοιχίες την κλιμακωτή κορυφή, η οποία καταλήγει σε αιχμή. Επίσης διαδεδομένη εκείνο τον καιρό ήταν η τοποθέτηση πέτρινων λιονταριών μπροστά από την κεντρική πύλη, ώστε να φρουρούν την κλίμακα που οδηγούσε στο εσωτερικό. Στρίμωξε, λοιπόν κακήν κακώς ένα ζεύγος λεόντων και μάλιστα λίαν κακοδιάθετων και με εξαιρετικά δύστροπο ύφος. Έτσι, οι κάτοικοι της Πάρμας δεν απέκτησαν καθεδρικό, αλλά ένα εργοστάσιο για προσευχή, μια αποθήκη για άφεση αμαρτιών καθώς επίσης και ένα κέντρο διανομής και διάδοσης της δόξας του Θεού. 
Μπαίνω. Εξάλλου τι έχω να χάσω. Τι ομορφιά! Κάθε εκατοστό του τοίχου καλυμμένο με τοιχογραφίες, ενώ τα λεπτά τόξα του θόλου είναι πλούσια επιχρυσωμένα. Στον τρούλο, πάνω από τη χορωδία υπάρχουν νωπογραφίες του Κορέτζιο και στέκω εκεί αποσβολωμένη, σαν βόδι μπροστά στην πύλη. Φαίνονται υπέροχες. Σε κάνουν να νιώθεις όπως όταν σου θέτουν το ερώτημα "θα θέλατε λίγη τούρτα;" κι απαντάς "Ναι, ναι, θα πάρω ένα κομμάτι. Φαίνεται θαυμάσια". Με άλλα λόγια, η ζωγραφική του Κορέτζιο δείχνει πολλά υποσχόμενη και είμαι βέβαια ότι θα με ενθουσίαζε, αν την έβλεπα σωστά...
Πασχίζω να αντιμετωπίσω το στραβολαίμιασμά μου και προσηλώνω το βλέμμα μου στον εξαιρετικά ευχάριστο ουρανό του Κορέτζιο, ανοιχτό ροζ, ανοιχτό γαλάζιο, νεφελώδες λευκό, χερουβείμ που σκορπίζουν ολόγυρα άνθη. Είναι η αναπαράσταση της Κοίμησης της Θεοτόκου, όντως απολαυστικής ζωντάνιας. 
Πάνω στην ψηλή αγία τράπεζα υπάρχει μια σειρά μπαρόκ κηροπήγια, γιγάντια κι αργυρά με τρία πόδια διακοσμημένα με έλικες. Με το θέαμα θα αγαλλίαζε αναμφίβολα κάθε διακοσμητής εσωτερικού χώρου του Μέιφερ. Ευχάριστη έκπληξη να τα βλέπεις, έστω για μια φορά, στο φυσικό τους χώρο, να υπηρετούν τον πραγματικό τους σκοπό, αντί να στέκουν στερημένα από τις κατάλευκες σαν κρίνα λαμπάδες τους, καλωδιωμένα χάριν του ηλεκτρικού φωτισμού και σκεπασμένα με πάσης φύσεως καπέλα, ώστε να φωτίζουν τις βραδιές κάποιου χρηματιστή.
Όπως θα μπορούσε να καταλάβει ο καθένας, ο Καθεδρικός της Πάρμα είναι μια ξεχωριστή περίπτωση ναών. Πράγματι εξωτερικά εντυπωσιάζει μόνο για το μέγεθός του. Είναι αξιοπερίεργο που το μαρμάρινο βαπτιστήριον έχει πιο καλαίσθητη πρόσοψη απ' αυτόν. Περνώντας όμως την είσοδο του οικοδομήματος εισχωρείς σε έναν κόσμο γεμάτο χρώματα, αγγελικές μορφές και απόκοσμα συναισθήματα. Δεν υπήρχε σημείο που να μην κοντοστάθηκα για να απολαύσω τις λεπτομέρειες των νωπογραφιών. Δεν είναι τυχαίο πως ο Καθεδρικός της Πάρμα είναι η μοναδική εκκλησία που επισκέφθηκα τρεις φορές μέσα σε μια μέρα καθώς δε χόρταινα να την θαυμάζω.
Θα μπορούσαμε να πούμε πως κι η πόλη έχει υιοθετήσει την ίδια αύρα που έχει κι ο Καθεδρικός. Βολτάροντας στους δρόμους της, δεν βρίσκεις κάτι ικανό να σε γοητεύσει. Η αρχιτεκτονική είναι στιβαρή με λιτές γραμμές και τα χρώματα συνηθισμένα που θύμιζαν περισσότερο Λομβαρδία παρά Εμίλια-Ρομάνια. Κι όμως, όσο περπατούσαμε στα σοκάκια της και ρεμβάζαμε στις ηλιόλουστες καφετέριές της, τόσο πιο οικεία νιώθαμε με τον αέρα της πόλης. Μια ευχάριστη διάθεση που προερχόταν από τους κατοίκους της.
Πόλη μικρή και καθόλου τουριστική, η Πάρμα είναι περισσότερο γνωστή για το γευστικότατο τυρί της και την ποδοσφαιρική της ομάδα παρά για τα λαμπρά μνημεία και τις τεράστιες πλατείες που συνήθως συναντάμε σε άλλες ιταλικές πόλεις. Οι καθημερινοί ρυθμοί ήρεμοι και διακριτικοί. Η πόλη σε υποδέχεται με έναν απλό σιδηροδρομικό σταθμό χωρίς τουρίστες και καταστήματα γεμάτα αναμνηστικά ενώ τα πεζοδρόμια άνετα κι άδεια σε οδηγούν προς το ιστορικό κέντρο.
Πρώτα συναντάς το Palazzo della Pilotta όπου στεγάζεται η σχολή καλών τεχνών. Στο προαύλιο χώρο ορθώνεται ένα αξιοπρόσεκτο μνημείο για τους Ιταλούς παρτιζάνους που απελευθέρωσαν την πόλη από τους Γερμανούς ναζί. Κάτω απ' τον αγέρωχο στρατιώτη που κρατά με δυναμισμό το όπλο στο χέρι, βολτάρουν φοιτητές γεμίζοντας το μέρος χαμόγελα και ζωντάνια.
Ακολουθεί η επιβλητική βασιλική της Santa Maria della Steccata. Ο ναός μοιάζει σα να προσπαθεί να κρυφτεί από τα περίεργα βλέμματα των λιγοστών επισκεπτών της πόλης καθώς στέκει στριμωγμένος ανάμεσα σε μικρά παλάτζα. Όμως κι αυτός εντυπωσιάζει εσωτερικά με τον γλυπτό και ζωγραφιστό του διάκοσμο.
Στους ηλιόλουστους περιπάτους μας συναντήσαμε εικόνες συνηθισμένες για ιταλική πόλη, μ' αποτέλεσμα να περιφερόμαστε άσκοπα χωρίς να μας τραβάει κάτι την προσοχή.
Τι είναι όμως αυτό που μας κέρδισε τελικά; Μα φυσικά οι μικρές στιγμές της πόλης που ήταν αυθεντικές και ζεστές όπως οι Τέσσερις Εποχές του Βιβάλντι που παίζονταν στα υπαίθρια τραπεζάκια μιας γλυκύτατης καφετέρια στην οποία απολαύσαμε το πρωινό μας εσπρέσο. Στα χαμόγελα των ανθρώπων που μας εξυπηρετούσαν ευδιάθετα χωρίς να γνωρίζουν ούτε μία λέξη στα αγγλικά. Αξέχαστο θα μου μείνει το κακαριστό γέλιο μιας πωλήτριας που προσπαθούσε να μου εξηγήσει κάτι για τα προϊόντα που πουλούσε. Κι είχα τόσο πολύ ανάγκη το γέλιο εκείνες τις μέρες. Στους φοιτητές που λιάζονταν στο γρασίδι δίπλα στο ποτάμι και στα ξέφωτα του τεράστιου κήπου δίπλα στο Palazzo Ducale. Στα γεροντάκια που είχαν αφήσει τα ποδήλατά τους δίπλα στα παγκάκια και φλυαρούσαν ασταμάτητα. Στιγμές ανέμελες, σπάνιες και πάνω απ' όλα ανθρώπινες.
Αυτήν την Πάρμα αγάπησα, κι αυτό το κομμάτι της επέλεξα να κρατήσω μέσα μου. Επιστρέφοντας με το τραίνο στην Μπολόνια ένιωθα πως δεν άφηνα πίσω μια ακόμη άγνωστη πόλη αλλά ένα μέρος που γνώριζα καλά από παλιά.