Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2018

Βαρσοβία, η πιο νεαρή παλιά πόλη της Ευρώπης



Ενθουσιασμένος και γεμάτος από υπέροχες εικόνες κι ευχάριστες στιγμές μέσα από τις βόλτες στο Βρότσλαβ, πήραμε το τραίνο για την Βαρσοβία. Μέσα σε λίγες ώρες διασχίσαμε σχεδόν διαγώνια μια ολόκληρη χώρα, με τις απέραντες εκτάσεις που χάνονταν στον ορίζοντα να φανερώνουν την επίπεδη μορφολογία της πολωνικής γης. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, παρατηρούσα τους αγρούς και τις κωμοπόλεις που περνούσαμε κι αναρωτιόμουν αν τελικά θα καταφέρει η Βαρσοβία να με ενθουσιάσει το ίδιο.
Φτάσαμε απόγευμα έξω από τα προάστια της πολωνικής πρωτεύουσας. Ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει πίσω από τους θεόρατους ουρανοξύστες που είναι συγκεντρωμένοι δίπλα στο εντυπωσιακό Παλάτι του Πολιτισμού και των Επιστημών και προσπαθούν να το καλύψουν με τις αστραφτερές τους προσόψεις. Οι πρώτες εικόνες που αντικρίσαμε ήταν εντυπωσιακές. Γυάλινοι γίγαντες στο χρώμα του ουρανού ανακατεμένοι με μονόχρωμα μπαρόκ κτίρια ενώ στο βάθος διακρινόταν μια συστοιχία κτιρίων σοσιαλιστικού ύφους. Η παλιά πόλη κρυβόταν πίσω απ' αυτά.
Η πρώτη μας επίσκεψη στην παλιά πόλη της Βαρσοβίας πραγματοποιήθηκε εκείνο το βράδυ. Την νύχτα η πόλη αποκτά μια μαγική όψη. Οι προσόψεις των κτιρίων αποκτούν μια πιο ερυθρή απόχρωση, οι ατέλειες σβήνουν κι οι περιπλανώμενοι στους δρόμους έχουν μια πιο ευδιάθετη συμπεριφορά. Από τα γραφικά σοκάκια της Παλιάς Πόλης βγήκαμε στην μεγάλη πλατεία με το βασιλικό ανάκτορο και τη στήλη του Zygmunt. Μια μεγάλη βεράντα προς τον ποταμό. Από κει ξεκινάει η στενόμακρη βασιλική οδός που ενώνει την Παλιά Πόλη με το παλάτι Wilanow, το οποίο βρίσκεται σε ένα από τα ομορφότερα πάρκα της Ευρώπης. Βιαστικοί και κουρασμένοι, χαρτογραφήσαμε την περιοχή που θα περιπλανόμασταν για τις επόμενες μέρες.
Κινηθήκαμε πρώτα προς την πλατεία της αγοράς, την οποία βρήκαμε άδεια και σκοτεινή καθώς όλα τα μαγαζάκια ήταν κλειστά. Παρ' όλα αυτά, η πλατεία έλαμπε μες στο σκοτάδι ως μια αυτόφωτη οντότητα κάτω από τον έναστρο ουρανό. Στο κέντρο της μας καλωσόριζε αγέρωχη με το σπαθί στον αέρα και την ασπίδα παρατεταγμένα, η γοργόνα της Βαρσοβίας, το άγαλμα σύμβολο της πόλης που στάθηκε όρθιο κι ανέπαφο από τους ανελέητους βομβαρδισμούς των Γερμανών.
Έχοντας πάρει μια πρώτη γεύση και κουρασμένοι από το ταξίδι με το τραίνο, επιστρέψαμε νωρίς στο ξενοδοχείο μαζεύοντας δυνάμεις για τις επόμενες μέρες. Η ομορφιά της Βαρσοβίας αποκαλύφθηκε στο φως του ζεστού φθινοπωρινού ήλιου. Η πολύχρωμη παλιά πόλη ήταν ονειρική. Ένα παραμύθι που προσπαθούσε να προφυλάξει την αγνότητά του πίσω από τα κόκκινα τείχη του παλιού κάστρου. Μια τάφρος κι ένα ερυθρό οχυρό χώριζαν την καλαισθησία της παλιάς πόλης με την ομορφιά του σύγχρονου κομματιού της Βαρσοβίας. Το ιδιαίτερο όμως της υπόθεσης είναι πως όλα αυτά τα κτίρια που τόσο πολύ διέφεραν μορφολογικά κι αρχιτεκτονικά, έχουν την ίδια ηλικία.
Για να μάθουμε τα αίτια που προκάλεσαν τη συγκεκριμένη ιδιαιτερότητα, πρέπει να γυρίσουμε εβδομήντα χρόνια πίσω. Μετά από μια ηρωική εξέγερση, η οποία θεωρείται η μεγαλύτερη στην κατεχόμενη Ευρώπη, οι Γερμανοί για εκδίκηση ισοπέδωσαν όλη την παλιά πόλη κι εκτέλεσαν τους κατοίκους της. Όλα αυτά τα έκτροπα έγιναν με εντολή του Χίμλερ. Η Βαρσοβία έπαψε να υπάρχει ως πόλη μετά το τέλος του πολέμου. Κι όμως, όσοι από τους κατοίκους επιβίωσαν, την ξανάχτισαν όπως ακριβώς την θυμούνταν. Η μόνη αλλαγή που έκαναν ήταν η όψη του Καθεδρικού του Αγίου Ιωάννη, τον οποίον ξανάχτισαν στην μεσαιωνική του μορφή. Όπως συνέβη και στο Πόζναν με τον Καθεδρικό των Αγίων Παύλου και Πέτρου.
Σήμερα η Παλιά Πόλη της Βαρσοβίας είναι μια πανέμορφη συνοικία γεμάτη πολύχρωμα σπίτια. Περπατάς ανάμεσά τους κι αμέσως η ψυχή σου γαληνεύει από τον φωτισμό, τα γήινα χρώματα, τις λιτές διακοσμήσεις, τις υπέροχες ζωγραφικές πινελιές στις προσόψεις και την ηρεμία που εκπέμπει το τοπίο. Καλαίσθητες καφετέριες και μυρωδάτα παγωτατζίδικα δεν είναι τίποτα παραπάνω από το κερασάκι στην τούρτα.
Η πλατεία της Παλιάς Αγοράς έχει μια τελείως διαφορετική όψη την μέρα. Τα μαγαζάκια είναι ανοιχτά και τα εστιατόρια έχουν στρωμένα τα τραπεζάκια τους έξω. Ζωγράφοι στέκονται σε διάφορα ανοίγματα κι εκθέτουν τα έργα τους. Παρέες μας προσπερνούν ευδιάθετες ενώ διάφορα τουριστικά γκρουπ μας φράζουν εκνευριστικά το δρόμο. Πόσες φορές έτυχε να πέσω πάνω σε περιστατικούς επειδή το βλέμμα μου περιφερόταν χαμένα στις λεπτομέρειες των κτιρίων. Επιχρυσωμένα ανάγλυφα, μορφές με παραδοσιακές ενδυμασίες, μικρά αγαλματίδια στις κόγχες των κτιρίων και ηλιακά ρολόγια. Μια ατέρμονη πανδαισία διακοσμητικών στοιχείων. Άραγε με τι καρδιά βομβάρδισαν οι ναζί αυτό το στολίδι; Αλλά και με τι πάθος οι εναπομείναντες κάτοικοι το ξανάχτισαν όπως ακριβώς ήταν. Η αναστύλωση ήταν τόσο επιτυχής που η Παλιά Πόλη χαρακτηρίστηκε μνημείο της Unesco.
Από ένα στενό σοκάκι περάσαμε από την Πλατεία της Αγοράς στο Βασιλικό Κάστρο. Στο ενδιάμεσο του περιπάτου μας συναντήσαμε τον Καθεδρικό. Η λιτή και φοβιστική του όψη προκαλεί ένα μούδιασμα στους διαβάτες. Ίσως παίζει ρόλο η δυσαναλογία του ύψους που έχει ο ναός με το στενό σοκάκι που περνάει από μπροστά του. Ωστόσο ο εσωτερικός χώρος του ναού είναι λιτός κι άχρωμος. Μόνο ο ήχος του εκκλησιαστικού οργάνου μ' εντυπωσίασε όταν το άκουσα ένα απόγευμα καθώς περνούσαμε από εκεί.
Η μεγάλη πλατεία με το βασιλικό κάστρο σφύζει κι αυτή από κόσμο καθ' όλη τη διάρκεια της μέρας. Πλανόδιοι ταχυδακτυλουργοί, μουσικοί του δρόμου και ηθοποιοί προσθέτουν με την παρουσία τους μια ακόμη πινελιά ομορφιάς στο ήδη όμορφο τοπίο που ξεδιπλώνεται μπροστά μας. Στο κέντρο δεσπόζει η στήλη Zygmunt, αφιερωμένη στον βασιλιά Zygmunt III Waza που μεταφέρθηκε το 1596 από την Κρακοβία στην Βαρσοβία.
Αφήνουμε την πανέμορφη παλιά πόλη πίσω και κατηφορίζουμε την βασιλική οδό. Κι εδώ επικρατούν τα αναστυλωμένα κτίρια γύρω μας. Μόνο που εδώ είναι εμφανείς οι νέες επεμβάσεις. Τα λευκά κτίρια φαίνονται ξεκάθαρα πως είναι πρόσφατα. Ακόμη και στο προεδρικό μέγαρο είναι εμφανές πως μόνο τα μαρμάρινα λιοντάρια της αυλής είναι παλιά κάτι που αντιλαμβανόμαστε από τις ουλές του πολέμου που μέχρι σήμερα είναι ανεπούλωτες πάνω στα σώματά τους.
Ο δρόμος αυτός είναι το πιο ζωντανό κομμάτι της πόλης, καθώς εδώ βρίσκεται το πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας. Δεκάδες βιβλιοπωλεία συνυπάρχουν με όμορφα μπαρ, τα οποία λειτουργούν ως σημεία αναφοράς στις καθημερινές δραστηριότητες των φοιτητών. Αυτόν τον δρόμο τον διασχίσαμε σε όλες τις φάσεις της μέρας. Τον είδαμε γεμάτο κόσμο τα πρωινά που οι φοιτητές έτρεχαν στα μαθήματά τους, τα βράδια που αντροπαρέες μαζεύονταν έξω από τα μπαρ για να δουν μπάλα, στις πλατείες όπου κορίτσια συγχρονίζονταν στους ρυθμούς μοντέρνων χορών κι ενός νεαρού που ντυμένου στα μαύρα έπαιζε εντυπωσιακά με την ηλεκτρική του κιθάρα αγαπημένα κομμάτια των Metallica.
Η Βαρσοβία από την πρώτη στιγμή, μας φανέρωσε πως είναι η πρωτεύουσα των αντιθέσεων, όπου δύσκολα μπορεί κανείς να αντισταθεί στο κάλεσμά της.
Δεν είναι τυχαίο μάλιστα, που έχει την πιο νεαρή παλιά πόλη της Ευρώπης.

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2018

Hey! Fascists! Leave them kids alone!


Βαγγέλης Χερουβείμ, 27.11.18

Την Δευτέρα έφυγε από τη ζωή ένας από τους αγαπημένους μου δημιουργούς. Στον Μπερνάρντο Μπερτολούτσι δεν εκτίμησα μόνο τη σκηνοθετική μαεστρία του αλλά και την ισχυρή πολιτική του άποψη που κατάφερνε να περάσει με έναν υπέροχο λυρικό τρόπο. Μέσα από την αριστουργηματική του ταινία «Novecento» συνειδητοποίησα πως ο φασισμός είναι η έρπις των κοινωνιών. Ένας ύπουλος ιός που κρύβεται ανέκαθεν μες στην κοινωνία κι εμφανίζεται όταν η αστική τάξη ασθενεί.
Ο έρπις του φασισμού στην Ελλάδα είναι μια χρόνια ασθένεια για την οποία ποτέ δεν επιχειρήσαμε να θεραπεύσουμε. Ίσως φταίει που πολλές γενιές μεγάλωσαν με το τρίπτυχο «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένειαα», το οποίο εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι σήμερα στις πιο συντηρητικές κοινωνίες της χώρας μας, όπως είναι κι αυτή της Χίου.
Τα πρώτα συμπτώματα του έρπητα μετά την δικτατορία, φάνηκαν πως ήταν ήπια και παροδικά καθώς εκφράστηκαν με τις ρατσιστικές ιαχές κατά την διάρκεια των πανηγυρισμών του ευρωπαϊκού τίτλου στο ποδόσφαιρο. Την ώρα που νεοναζί κυνηγούσαν και βαρούσαν μετανάστες στην Ομόνοια, οι υπόλοιποι τραγουδούσαμε «δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Αλβανέ, Αλβανέ».
Από την ανάκαμψη της εθνικής υπερηφάνειας μέσω των ευρωπαϊκών διακρίσεων και των Ολυμπιακών Αγώνων φτάσαμε στην οικονομική και κοινωνική ισοπέδωση. Ο φασισμός έπαψε να εκφράζεται μόνο μέσα από τα συνθήματα. Οι ακροδεξιοί είχαν αποκτήσει πια εκπροσώπους στη πολιτική σκηνή δημιουργώντας δίοδο στους νεοναζί που κατάφεραν τελικά να εισχωρήσουν στο κοινοβούλιο για πρώτη φορά το 2012.
Με το πέρασμα του χρόνου, η ηθική κατάπτωση της κοινωνίας γινόταν όλο και πιο εμφανής. Τάγματα εφόδου κατά αριστερών και μεταναστών, προσβολές κι ακροδεξιές κραυγές εντός της Βουλής, δολοφονίες και τραμπουκισμοί. Ήταν θέμα χρόνου, οι φασίστες να επιχειρήσουν και τον προσηλυτισμό των μαθητών, ευελπιστώντας στη δημιουργία νεολαίων ταγμάτων εφόδου. Δυστυχώς ελεύθερος χώρος δράσεων γι’ αυτό το έγκλημα υπήρχε πατώντας πάνω στη κοινωνική αδιαφορία και την αριστερή αδράνεια. Αφορμή αναζητούσαν οι φασίστες και την βρήκαν με το μακεδονικό.
Είναι εξοργιστικό που η μεγαλύτερη μερίδα της κοινωνίας παραμένει ατάραχη σ’ αυτό το έγκλημα. Καλό όμως είναι να αναλογιστούμε λίγο τις συνέπειες που θα υπάρξουν αν μπολιαστεί το δηλητήριο του φασισμού στις νεώτερες γενιές. Ήδη προκαλούν ανατριχίλα τα συνθήματα που ακούστηκαν από μαθητές σχολείων της Πτολεμαΐδας. Κραυγές μίσους που μόνο σε παρελάσεις λοκατζήδων και ταγμάτων εφόδου έχουμε ακούσει. Μ’ αυτές τις ανατριχιαστικές εικόνες ένιωσα πως σκοτείνιασε κι άλλο η κοινωνία μας.
Οι αναλύσεις κι οι συζητήσεις πλέον είναι πολυτέλεια. Είτε υπάρχει ακόμη χρόνος είτε όχι, οφείλουμε να μην αφήσουμε την νεολαία έρμαια στο φασισμό. Το σκοτάδι είναι πια εδώ και τα τέρατά του έχουν αποθρασυνθεί επικίνδυνα. Πρωτεύον μέλημά μας είναι να σώσουμε την ανθρωπιά, την αλληλεγγύη, τα όνειρα και τη γνώση διότι το φίδι μόλις δάγκωσε το μέλλον μας και το γέμισε δηλητήριο. Ή θα γιατρέψουμε τη μολυσμένη πληγή για να σώσουμε τις νέες γενιές ή θα σταθούμε άπραγοι θεατές απέναντι στο πτώμα της κοινωνίας μας έχοντας όμως το βάρος της συνενοχής αυτού του εγκλήματος.

Πρώτη δημοσίευση: aplotaria.gr

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2018

Τι έχουν να χωρίσουν οι μαθητές και οι νέοι των Βαλκανίων;




Οι μαθητές

Στα μισά σχολεία της πόλης Μπίτολα οι μαθητές ξεκίνησαν τη σχολική τους χρονιά χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα αφού τα σχολεία δεν είχαν να πληρώσουν τους λογαριασμούς. Στην πόλη Γκόστιβαρ η σχολική χρονιά ξεκίνησε με ελλείψεις σε προσωπικό και μη-λειτουργία των οχημάτων που μεταφέρουν μαθητές από απομακρυσμένα χωριά. Σε δεκάδες σχολεία των ίδιων περιοχών δεν υπάρχουν εκτυπωτές, προτζέκτορες, βιβλιοθήκες και εγκαταστάσεις υγιεινής.
Στην πόλη Κίτσεβο πριν λίγα χρόνια οι μαθητές έχασαν μαθήματα ενός μήνα γιατί μες στο καταχείμωνο, ο Δήμος δήλωσε ότι δεν έχει χρήματα για πετρέλαιο.
Στην Ελλάδα, μόνο το φετινό φθινόπωρο δεκάδες ήταν οι μαθητικές καταλήψεις πανελλαδικά (Λαμία, Πτολεμαϊδα, Αθήνα, Θεσσαλονίκη) για ελλείψεις εκπαιδευτικών ακόμα και σε μαθήματα κατεύθυνσης αλλά και κτιριακά ζητήματα, το εξεταστικό σύστημα. Οι καταλήψεις αυτές δεν έτυχαν φυσικά μεγάλης προβολής αλλά ένα απλό google search φτάνει...

Και οι φοιτητές

Στα Σκόπια στη φοιτητική εστία "Στιβ Ναούμοφ" τα πρώτα κρύα του Οκτώβρη βρήκαν τους φοιτητές χωρίς θέρμανση και ζεστό νερό για μπάνιο. Ζεστό νερό δεν υπάρχει, Νοέμβρη μήνα, ούτε στη φοιτητική εστία "Γκότσε Ντέλτσεφ" των Σκοπίων.
Προβλήματα υγιεινής αλλά και έλλειψης βασικών υποδομών όπως εύκολη πρόσβαση στο διαδίκτυο αντιμετωπίζουν και οι φοιτητές που μένουν στις φοιτητικές εστίες της Σόφιας.
Ταυτόχρονα, στη Βουλγαρία, τα χρέη των φοιτητών από τα φοιτητικά δάνεια που θεσπίστηκαν το 2010 για να καλύπτουν οι φοιτητές τα δίδακτρα των σπουδών τους και το κόστος της στέγασης έχουν ήδη ανέλθει σε 1,5 εκατομμύριο ευρώ.
Στην Ελλάδα οι φοιτητές σε διάφορες πόλεις (Χανιά, Κέρκυρα) κινητοποιήθηκαν καθώς η έλλειψη φοιτητικών εστιών και τα υψηλά ενοίκια λόγω τουρισμού καθιστά τη φοίτησή τους σχεδόν απαγορευτική. Αλλά και όπου υπάρχουν φοιτητικές εστίες τα προβλήματα δεν είναι μικρά. Στην Β' Φοιτητική Εστία Πανεπιστημίου Αθηνών οι φοιτητές καταγγέλλουν διακοπή της θέρμανσης λόγω απλήρωτων λογαριασμών, πτώση σοβάδων και έλλειψη συντήρησης. Από το 1976 έχει να συντηρηθεί και η παλιά φοιτητική εστία του ΕΜΠ ενώ αντίστοιχη είναι κι η κατάσταση στην φοιτητική εστία του ΑΠΘ.
Στην Αλβανία, την προηγούμενη εβδομάδα, στις 22 Νοέμβρη οι φοιτητές ξεσηκώθηκαν απαιτώντας μείωση των διδάκτρων, αύξηση των κρατικών δαπανών και δωρεάν συγγράμματα για τις σπουδές τους.
Συνολικά σε όλες τις βαλκανικές χώρες οι φοιτητές σπρώχνονται στον δανεισμό από τις τράπεζες για να ανταπεξέλθουν στα βάρη των σπουδών τους.

Η ανεργία των νέων είναι μία και είναι βαλκανική

Σε 42,87% υπολογιζόταν η επίσημη ανεργία των νέων στην Ελλάδα για το 2017. Μια θέση κάτω από τους ακατανόμαστους γείτονές μας όπου η ανεργία των νέων για το ίδιο έτος ανήλθε στο 46,87%. Από κοντά κι η Αλβανία κι η Σερβία με 30,2% και 33,7% αντίστοιχα. Στην κορυφή των Βαλκανίων βρίσκεται το Κόσοβο με την ανεργία των νέων να αγγίζει το 60%. Δεύτερη σε ποσοστό άνεργων νέων η Βοσνία-Ερζεγοβίνη με 55%. Αλλά πώς εργάζονται όσοι και όσες εργάζονται στις ίδιες χώρες; Η κατάσταση είναι παρόμοια. 10ωρα και 12ωρα, χωρίς πληρωμή υπερωριών, απλήρωτα δώρα χριστουγέννων και πάσχα, ανασφάλιστη εργασία χωρίς ένσημα, άλλοι μισθοί στα χαρτιά - άλλοι στην πραγματικότητα, πίεση και προσβολές από τα αφεντικά, εκμετάλλευση για μήνες και χρόνια από άλλους με την υπόσχεση της μελλοντικής πρόσληψης. Αυτά καταγγέλλουν οι νέοι/ες εργαζόμενοι/ες από όλες τις παραπάνω χώρες όποτε τους δίνεται ο χώρος να μιλήσουν. Αν κοιτάξει κάποιος στα μαγειρία, τις αποθήκες και το πίσω μέρος της τουριστικής γκλαμουριάς στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες τουριστικές ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Μάλτα θα δει κακοπληρωμένους και κακοπληρωμένες Βαλκάνιους και Βαλκάνιες να δουλεύουν δίπλα-δίπλα, ατελείωτες ώρες για ένα μεροκάματο.

Και η μετανάστευση

Η ανεργία των νέων φυσικά θα ήταν πολύ μεγαλύτερη αν δεν είχαν αναγκαστεί να μεταναστεύσουν εκατοντάδες χιλιάδες νέοι και νέες των Βαλκανίων.
Η βαλκανική νεολαία δε γειτονεύει μόνο γεωγραφικά επειδή έτυχε να γεννηθεί σ' αυτή τη μεριά του κόσμου, γειτονεύει πλέον και στα μεγάλα αστικά κέντρα της Γερμανίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας. Στις ίδιες πολυκατοικίες πάνω-κάτω, στα ίδια διαμερίσματα δίπλα-δίπλα, στις ίδιες γειτονιές με τα ίδια προβλήματα.
Σε περίπου 250.000 υπολογίζονται οι κάτω των 35 ετών Έλληνες και Ελληνίδες που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό την τελευταία 8ετία ενώ 6 στους 10 δηλώνουν έτοιμοι/ες να αλλάξουν πόλη η χώρα για να βρουν δουλειά.
Κάπου 30.000 Βούλγαροι/ες εγκαταλείπουν τη χώρα τους ετησίως. Συνολικά από το 1990 πάνω από 1 εκατομμύριο έχουν μεταναστεύσει σε διάφορα σημεία του πλανήτη, το μεγαλύτερο ποσοστό των οποίων είναι νέοι και νέες.
Πάνω από τους μισούς νέους και νέες του Μαυροβουνίου δήλωσαν σε πρόσφατη έρευνα κοινωνικού ινστιτούτου ότι επιθυμούν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους ενώ μόνο πέρυσι 58.000 Σέρβοι και Σέρβες μετανάστευσαν στο εξωτερικό (και πάλι στην πλειονότητά τους νέοι και νέες).
Στη γειτονική Δημοκρατία της Μακεδονίας, πρόσφατη κοινωνική έρευνα αποκάλυψε ότι το 85% των τελειόφοιτων των πανεπιστημίων της χώρας δηλώνει ότι βλέπει το μέλλον του εκτός της χώρας του.
Το ίδιο ισχύει και για 7 στους 10 Αλβανούς/ες νέους/ες που μες στο 2018 δήλωσαν ότι θα ήθελαν να μεταναστεύσουν για κάποια χώρα της Ε.Ε.
Είναι καθαρό. Σ' αυτή τη γωνιά της γης τα κράτη κι οι κυβερνήσεις μας μας θέλουν διαιρεμένους και φτωχούς, τα αφεντικά μας μας θέλουν φθηνούς κι υπάκουους, το ΝΑΤΟ μας θέλει έτοιμους να πολεμήσουμε για τις μεγάλες ιδέες του. Για πόσο ακόμα θα τους κάνουμε τη χάρη;

Πηγή: Our Balkans

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2018

Φόρος Τιμής στον Μπερνάρντο Μπερτολούτσι μέσω του Βασίλη Ραφαηλίδη




Επιμέλεια: Ξένια Πηρούνια

1900 (Νovecento, 1976)
Σκηνοθεσία: Μπερνάρντο Μπερτολούτσι
Μουσική: Ένιο Μορικόνε
Πρωταγωνιστούν: Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Ζεράρ Ντεπαρντιέ, Στεφανία Σαντρέλι, Ντομινίκ Σαντά, Ντόναλντ Σάδερλαντ, Μπαρτ Λάνκαστερ, κ.ά.
Διάρκεια: 320'

Πολύ γνωστός στο πλατύ κοινό ο Μπερτολούτσι απ΄το χρυσοφόρο βούτυρο της προτελευταίας ταινίας του Τελευταίο ταγκό στο Παρίσι (1972) και λιγότερο γνωστός από το Πριν απ΄την επανάσταση (1964). Η στρατηγική της αράχνης (1969) και Ο Κομφορμίστας (1970), έρχεται με την ταινία ποταμό των έξι ωρών 1900 (1976) να καταπλήξει για μία φορά ακόμα. Και το πετυχαίνει.
Πρώτον, με τη διάρκεια. Δεύτερον, με το οικονομικοπολιτικό «σκάνδαλο»: Όντας κομμουνιστής και μαχητικό μέλος του Κ.Κ.Ιταλίας, καταφέρνει να πάρει μερικά τσουβάλια δολάρια από τους τραπεζίτες της Ευρώπης για να φτιάξει μια ταινία ολοκάθαρα και απροσχημάτιστα επαναστατική. (Αυτή που την «επιχείρηση» την ονομάζει ο ίδιος «εκμετάλλευση των αντιφάσεων του καπιταλισμού»- και πράττει σοφά εκμεταλλευόμενος (!) τον καπιταλισμό , ο οποίος στη βάση της αρχής «μην αφήνεις για αύριο ό,τι μπορείς ν΄αρπάξεις σήμερα» ποτέ δεν νοιάστηκε για τα μακροπρόσθεσμα συμφέροντά του. Και τρίτον, με την υπέρμετρη φιλοδοξία της πρόθεσης, που επιτείνεται και από το σχετικό νεαρόν της ηλικίας του (γεννήθηκε το 1940).
Πρόθεση του πρώην τρομερού παιδιού του ιταλικού κινηματογράφου, είναι να φτιάξει ένα ιστορικό φρέσκο που αρχίζει με τον αιώνα μας για να καταλήξει στη σημαδιακή για την ταινία και την ιταλική ιστορία ημερομηνία: 25 Απριλίου 1945. Πρόκειται για τη μέρα που η πρώτη μεταπολεμική κυβέρνηση, στην οποία μετέχουν και κομμουνιστές, ξεκινάει να φτιάξει την «καινούργια Ιταλία». Δεν την έφτιαξε, αλλά οι Ιταλοί χωριάτες υπέδειξαν τότε αυθόρμητα έναν τρόπο φτιαξίματος καταλαμβάνοντας τσιφλίκια και ιδρύοντας καλλιτεχνικές κολεκτίβες. Ο Μπερτολούτσι πιστεύει ότι το σταμάτημα αυτής της εξέλιξης είναι μια ιστορική παρένθεση που πολύ σύντομα θα κλείσει. Και ερευνά το ιστορικό, κοινωνικό και οικονομικό προτσές που οδήγησε στην 25η Απριλίου.
Η έρευνα γίνεται με την μυθιστορηματικής δομής αφήγηση της παράλληλης ιστορίας δύο οικογενειών (κατά το δημοφιλέστατο στην Ιταλία πρότυπο του λαϊκού «οικογενειακού μυθιστορήματος»): μιας τσιφλικάδων και μιας κολήγων , που είναι τα σε σμίκρυνση μοντέλα δυο τάξεων, οι οποίες με τη σειρά τους εκπροσωπούνται , στο επίπεδο της δραματουργίας, από δυο άτομα της δεύτερης γενιάς: τον γιο του τσιφλικά (Ρόμπερτ Ντε Νίρο) και το νόθο παιδί ενός φτωχού αγρότη (Ζεράρ Ντεπαρτιέ). Τα δυο αγόρια γεννιούνται την ίδια μέρα (πρόκειται για τυπικό σύμβολο) και μένουν στενοί φίλοι μέχρι που ο νεαρός τσιφλικάς θα διαδεχθεί τον πατέρα (Μπάρτ Λάνγκαστερ). Το τέλος της εφηβείας ορίζει και το τέλος της ιδανικής «φυσικής κοινωνίας». Από κει και κάτω, οι σχέσεις ιδιοκτησίας θα αποκατασταθούν και το κληρονομικό (ιδιοκτητικό) δίκαιο, θα εξαφανίσει το φυσικό δίκαιο, πράγμα που θα συνεχιστεί μέχρι την πρώτη μεγάλη νίκη του φυσικού δικαίου: την 25η Απριλίου.
Στην πραγματικότητα, τα δύο κύρια πρόσωπα του φιλμ είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: Ο δρών και αγωνιζόμενος για τη μοίρα του άνθρωπος που κόβεται στα δύο από κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες που μάχονται την «αταξική ανθρώπινη φύση»: Οι δύο παιδικοί φίλοι, ουσιαστικά, παραμένουν φίλοι μέχρι τo τέλος, ενώ το ανοιχτό, ιδεολογικά, φινάλε αφήνει ανοιχτή και την πιθανότητα μιας οριστικής συμφιλίωσης, που ωστόσο θα είναι αποτέλεσμα της οριστικής ιστορικής ήττας του ιδιοκτήτη. Για τον Μπερτολούτσι, ο εικοστός αιώνας, αυτός της ταινίας του, θα περάσει στην ιστορία σαν ο αιώνας της εξαφάνισης του αφεντικού. Μπορεί να κάνει λάθος στα νούμερα, αλλά αν αυτό ο αιώνας δεν είναι ο 20ος, αποκλείεται να μην είναι ο 21ος. (Συνεπώς, οι κεφαλαιοκράτες δεν έχουν και τόσο άδικο με το «μην αφήνεις για αύριο ό,τι μπορείς ν΄αρπάξεις σήμερα»: το δικό τους αύριο είναι το πιο αβέβαιο που μπορεί να υπάρξει, και η αίσθηση της προσωρινότητας έχει ριζώσει βαθιά στο υποσυνείδητό τους).
Η ιδεολογία της ταινίας παραείναι απλή και το φινάλε παραείναι αισιόδοξο. Είθε και στην πραγματικότητα τα πράγματα να ήταν τόσο απλά. Πάντως, η ταινία κινείται στο χώρο του συμβολικά ιστορικού και όχι του ρεαλισμού. Και σ΄αυτόν τον χώρο και η απλότητα και η αισιοδοξία δικαιολογούνται, τουλάχιστον για έναν μαρξιστή που δεν μεμψιμοιρεί, που αντιμετωπίζει, τις ήττες σαν παρενθέσεις και που δεν βιάζεται, όπως ο αστός, να την βολέψει «τώρα και αμέσως». Υποτίθεται πως ο μαρξιστής είναι ον που έχει επίγνωση του ιστορικού γίγνεσθαι και που πιστεύει πως ο κόσμος δεν εξαφανίζεται με το δικό του αφανισμό.
Η ιστορία εισβάλλει στο φιλμ σταδιακά, και το ντοκουμέντο διαβρώνει αργά τη φιξιόν: η ταινία είναι δομημένη σαν μια Κοσμογονία, και όπως σε όλες τις Κοσμογονίες «'Εν ἀρχή ἦν τὸ Χάος». Σιγά σιγά, το κοινωνικό χάος μορφοποιείται- και αυτή ακριβώς η μορφοποίηση καθορίζει και το στυλ της ταινίας: Όσο προχωράει η δράση, τα κοινωνικοποιημένα άτομα παίζουν περισσότερο ενεργό ρόλο, ενώ η επιτρεπτή από τη φαντασία ασυδοσία δίνει τη θέση της στη σαφήνεια του ντοκουμέντου. Ταυτόχρονα, η άνοιξη όπου τοποθετείται το χρονικά τελευταίο μέρος του φιλμ, έπεται του φθινοπώρου, όπου τοποθετείται η φασιστική περίοδος, κι αυτό έπεται του θέρους όπου τοποθετείται η παιδική και η εφηβική ηλικία, κι όπου κάρπισε το φυσικό δίκαιο. Η διαδοχή των εποχών αποτελεί κύκλο στον οποίο το φθινόπωρο είναι μια παρένθεση ενώ η άνοιξη ορίζει το γεμάτο υποσχέσεις μέλλον.

Βασίλης Ραφαηλίδης,
Βήμα, 14-12-1976

Πηγή: cinemood.gr

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2018

«Η ωριμότητα είναι το παν»: Μια συνέντευξη με τον Μπερνάρντο Μπερτολούτσι




Μια παλιά συζήτηση του Παύλου Νεράντζη με τον Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, τον μεγάλο Ιταλό σκηνοθέτη που έφυγε σήμερα από τη ζωή.

Είχα δει σχεδόν όλες τις ταινίες του ακόμη την εποχή που βρισκόμουν στην Ιταλία. Κάποτε τον είχα συναντήσει στη Μπολόνια και πολλά χρόνια αργότερα στη Θεσσαλονίκη. Αυτό που ξεχωρίζει στην κινηματογραφική του ματιά είναι ο λυρισμός, η διεισδυτικότητα και η κοινωνική κριτική. Οι πρωταγωνιστές του πάντα βρίσκονται μπροστά σε ρήξεις, προσωπικές ή/και πολιτικές και κοινωνικές. Είναι ο μοναδικός Ιταλός σκηνοθέτης που έλαβε βραβείο Όσκαρ σκηνοθεσίας. Το 2007 βραβεύτηκε στη Βενετία και το 2011 στις Κάννες.
Σήμερα, διαβάζοντας την είδηση του θανάτου του, θυμήθηκα αυτήν την παλιά, αλλά πάντα επίκαιρη συζήτηση, που έγινε στα μέσα της δεκαετίας του ’90.
Ο Μπερτολούτσι μιλά για τη ζωή του, το έργο του, για τον Παζολίνι και τον Φελίνι, για την τηλεόραση και τη σύγχρονη κοινωνία. «Βαδίζουμε -λέει ο Μπερτολούτσι- σε μια κοινωνία τρομακτική, όπου θα κυριαρχεί ο ένας και μοναδικός πολιτισμός».

  • Τι είναι για εσάς το σινεμά; Τι σηματοδοτούν οι ταινίες σας; 

Κάνω ταινίες, γιατί δεν ξέρω ούτε να τραγουδώ, ούτε να χορεύω. Η μηχανή λήψης είναι ένα όργανο γνώσης. Είναι τρόπος για να γνωρίσεις τον κόσμο, να σκεφτείς. Οι ταινίες μου είναι κατά κάποιο τρόπο αποσπάσματα της ζωής μου. Άρχισα να κάνω ταινίες το 1962, πέρασαν 34 χρόνια, σκηνοθέτησα 13 ταινίες και από την αρχή είχα αυτή την αίσθηση. Οι ταινίες μου με βοήθησαν να γνωρίσω, να αγαπήσω, να εμβαθύνω σε διαφορετικές κουλτούρες. Το σινεμά με πήγε στην Κίνα, τη Σαχάρα, στο Νεπάλ, με πήγε παντού. 

  • Κάποτε είχατε πει σε μια συνέντευξη που παραχωρήσατε ότι «ο χρόνος των ταινιών μου μοιάζει με το χρόνο των ονείρων. Το σινεμά είναι φτιαγμένο από το υλικό των ονείρων». Βλέποντας, ωστόσο τις ταινίες σας διαπίστωσα ότι αναφέρονται στην πραγματικότητα. Χρησιμοποιούν τη γλώσσα της πραγματικότητας και ασκούν μάλιστα έντονη κριτική στην κοινωνία, την ιστορία. 

Όταν μία μηχανή λήψης μπαίνει μπροστά σ΄ ένα γεγονός, περιγράφει την πραγματικότητα. Συνεπώς ο κινηματογράφος είναι κατά κάποιο τρόπο η γλώσσα της πραγματικότητας. Ο Παζολίνι έλεγε ακριβώς αυτό: «Η πραγματικότητα χρησιμοποιεί το σινεμά για να εκφραστεί. Αυτό ισχύει και στη σχέση του κινηματογράφου με τον ηθοποιό. Κατ΄αρχήν υπάρχει ένα πρόσωπο που περιγράφεται στο σενάριο και στη συνέχεια ο ηθοποιός καλείται να υποδυθεί αυτόν το ρόλο. 
Εκείνο που επιχειρώ να κάνω είναι να αναμείξω, να συνδέσω το περιγραφόμενο πρόσωπο με την προσωπικότητα του ηθοποιού. Για να γίνω κατανοητός θα σας αναφέρω ένα παράδειγμα. Γυρνάμε μία εξωτερική σκηνή. Έχει ήλιο. Περνά ένα σύννεφο και το φως αλλάζει. Αυτό μ΄ αρέσει. Αυτό που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή. Το απρόβλεπτο. Εάν ένας ηθοποιός φθάσει το πρωί, μετά από μία τρελή νύχτα με κουρασμένο πρόσωπο, αντί να τον μακιγιάρω, χρησιμοποιώ εκείνο το κουρασμένο πρόσωπο. Μπορεί ένα σενάριο να το έχω σκεφτεί και να το έχω επεξεργαστεί πάμπολλες φορές, αλλά μ΄ αρέσει να αναδεικνύω το απρόβλεπτο.  

  • Μιλήσατε για τον Παζολίνι, ένα μεγάλο σκηνοθέτη. Στα πρώτα σας βήματα, ποιος ήταν ο πνευματικός πατέρας, ο δάσκαλος ; 

Υπάρχει ένας πατέρας-ποιητής που ζει στη Ρώμη, 85 ετών, πολύ αγαπητός σ΄ όλη την Ιταλία. Και μετά, υπάρχουν κι άλλοι «πατέρες». Ο πρώτος δάσκαλός μου στον κινηματογράφο ήταν ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Ήμουν βοηθός του σε ηλικία 20 ετών. Κοντά του ανακάλυψα το σινεμά. Ο Πιέρ Πάολο προερχόταν από τη λογοτεχνία, δεν ήταν κινηματογραφιστής, όπως ήμουν εγώ. Ο Παζολίνι επινοούσε, ανακάλυπτε το σινεμά. ΄Όταν τον έβλεπες να κάνει travelling, ήταν σαν να παρακολουθούσες την ανακάλυψη του carello. 

  • Εργαστήκατε αρκετά κοντά στον Παζολίνι. 

Η πρώτη μου ταινία έγινε από μια ιδέα του Παζολίνι. Όταν αποφάσιζε να κάνει ένα πρώτο πλάνο, δεν το έκανε γιατί του το επέβαλε ο κινηματογράφος. Σου έδινε την εντύπωση ότι ανακάλυπτε το πρώτο πλάνο, ότι εκείνη τη στιγμή γεννιόταν το σινεμά. 

  • Θέλω να μου πείτε με δύο λόγια τι αντιπροσωπεύει, τι εκφράζει για σας η κάθε ταινία σας. Ξεκινώντας από την «Πριν την Επανάσταση» του 1964 και την «Αγωνία» και… φθάνοντας μέχρι την «Κλεμμένη Ομορφιά». 

Το πρώτο φιλμ το σκηνοθέτησα το ΄62. Ήταν ο «Βίαιος θάνατος». 

  • Αρχίσατε να κάνετε ταινίες, να γράφετε σενάρια σε ηλικία 13 ετών, όταν σταματήσατε να γράφετε ποιήματα. 

Έγραφα ποιήματα, αλλά κάποια στιγμή κατάλαβα ότι η ποίηση ανήκει στον πατέρα μου. Το «Πριν την Επανάσταση» είναι μία αυτοβιογραφική ταινία, που οφείλει να κάνει κάθε σκηνοθέτης στα πρώτα του βήματα. Είναι η ιστορία ενός νέου που έχει την ηλικία, που είχα εγώ τότε, με αστική καταγωγή, κομμουνιστής, «διασπασμένος» ανάμεσα στην καρδιά και τη λογική, ερωτευμένος με τη θεία του. Η ιστορία ενός νέου, όπως ήταν οι νέοι της δεκαετίας του ΄60. Έτσι επιχείρησα να εξωτερικεύσω τα προσωπικά μου βιώματα. Στη συνέχεια πέρασα μια μακρά περίοδο απραξίας. Ήθελα να βάλω βόμβες στους κινηματογράφους, γιατί δεν μου επέτρεπαν να κάνω ταινίες. Μισούσα τον εμπορικό κινηματογράφο. Ήταν η δεκαετία του ΄60. Ωραία χρόνια. Τότε άλλαξε το σινεμά. Έγινε επανάσταση στον κινηματογράφο, όπως έγινε στη μουσική και στις άλλες τέχνες. 

  • Ήταν η εποχή που κυριαρχούσαν οι ιδεολογίες σ΄ όλους τους τομείς της τέχνης. 

Κυριαρχούσε το πάθος της πολιτικής. Η ανάγκη να αλλάξουν όλα. Το ίδιο μήνυμα δίνεται και στην ταινία «Ο Σωσίας» το ΄68, που αναφέρεται στους νέους και στα συνθήματα της εποχής. Μία ταινία που βασίζεται σ΄ ένα διήγημα του Ντοστογιέφσκι, τον «Σωσία». Ακολουθεί «Η Στρατηγική της Αράχνης», που βασίζεται στο διήγημα του Μπόρχες και συμπίπτει με την εποχή που άρχισα να κάνω ψυχανάλυση.

  • Γνωρίζω ότι κάνατε για αρκετό καιρό ψυχανάλυση. 

Έκανα, πράγματι, για πολύ καιρό. Δεν θέλω να πω για πόσο. Ντρέπομαι…. Όταν σκηνοθέτησα τη «Στρατηγική της Αράχνης», ένιωσα ν΄ ανοίγομαι, καθώς αντιλήφθηκα ότι ο κινηματογράφος δεν είναι μόνο μέσο έκφρασης, αλλά και επικοινωνίας. Είναι η ιστορία ενός νέου, που επιστρέφει στο χωριό του, εκεί όπου ζούσε ο πατέρας του, ήρωας του αντιφασιστικού αγώνα και ανακαλύπτει την αλήθεια σχετικά με το θάνατό του. Είχε δολοφονηθεί από φασίστες, αν και στην πραγματικότητα, όπως διαπίστωσε στη συνέχεια, ο πατέρας του ήταν ήρωας και προδότης. Είχε προδώσει για να γίνει ήρωας. Είναι μία ταινία στην οποία η φυσιογνωμία τους πατέρα προσεγγίζεται από μία ψυχαναλυτική, φροϋδική σκοπιά. 

  • Ακολουθεί ο «Κονφορμίστας»…. 

Η ταινία στηρίζεται σ΄ένα ρομάντζο του Μοράβια, με χρονικό σημείο αναφοράς, τη δεκαετία του ΄30, κατά την οποία η φυσιογνωμία του πατέρα είναι ισχυρή. Ο «Κονφορμίστας» είναι ένα πρόσωπο που αισθάνεται τόσο διαφορετικό ώστε κάποια στιγμή θέλει να εξομοιωθεί με τους άλλους, που είναι φασίστες, γίνεται ο ίδιος φασίστας για να «πνίξει» την αίσθηση του διαφορετικού, που βιώνει. Ακολούθησε το «Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι», μία ταινία που απαγορεύτηκε στην Ιταλία, μετά από τρεις μήνες προβολής, στη διάρκεια των οποίων έσπασε ρεκόρ στις πωλήσεις εισιτηρίων. Απαγορεύτηκε για 15 χρόνια, από το 1973 έως το 1987, γεγονός που με λύπησε ιδιαίτερα. Στην ταινία αυτή περιγράφεται η σχέση ενός άνδρα και μιας γυναίκας, που θέλουν να επικοινωνήσουν, έξω από την κοινωνική τους ταυτότητα. Έτσι αναζητούν μια καθαρότητα στην επικοινωνία τους. Η ταινία είχε χαρακτηριστεί σκανδαλώδης, αλλά στην πραγματικότητα ήταν ρομαντική. Δύο άνθρωποι, ο Μάρλον Μπράντο και η Μαρία Σνάιντερ, συναντιούνται σ΄ ένα κενό δωμάτιο, κάνουν έρωτα και αποφασίζουν να ξανασυναντηθούν χωρίς να πουν ούτε τα ονόματά τους, ούτε ποιοι είναι. Κρατούν μυστικές τις ταυτότητές τους ώστε να επιτρέψουν μια ζωώδη επικοινωνία μεταξύ τους για να πετύχουν την καθαρότητα στη σχέση τους. 

  • Ακολούθησε το «1900» μετά από μία περίοδο σιωπής. 

Όχι και μεγάλη. Πέρασαν τέσσερα χρόνια. Άλλωστε για το «1900» εργάστηκα πολύ τόσο στη φάση της προετοιμασίας όσο και της υλοποίησης. Η ταινία αναφερόταν στη γέννηση του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού στην περιοχή μου, στην Εμίλια. Ήταν ένα επικό φίλμ, που το σκηνοθέτησα, γιατί ήθελα να θυμίσω στον κόσμο ότι οι παππούδες μας, δούλευαν, περπατούσαν, διασκέδαζαν, ζούσαν σ΄έναν τόπο, όπου η αγροτική κουλτούρα ήταν πλουσιότατη. Μία κουλτούρα, έναν πολιτισμό, που τη δεκαετία του ΄60 είχαμε αρχίσει να τον ξεχνούμε. Ήθελα λοιπόν, να αγωνιστών, ενάντια σ΄αυτήν τη λήθη, που σήμερα πλέον έχει λάβει τραγικές διαστάσεις, αφού το παρελθόν ακόμη και το πρόσφατο, έχει ξεχαστεί. Επόμενη ταινία μου «Το Φεγγάρι». Περνώ όπως βλέπετε, από ταινίες επικές, με πολιτικό περιεχόμενο, σε ταινίες εσωτερικές, όπως «Το Φεγγάρι», που αναφέρεται στην ιστορία μιας μητέρας και του γιου της, που έχουν μια δύσκολη σχέση… 

  • Σε κάθε περίπτωση όμως, οι ταινίες σας, δείχνουν ότι ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι είναι στρατευμένος, όπως εννοούσαν στην Ιταλία τη στράτευση των διανοουμένων στη δεκαετία του ΄70. 

Στρατευμένος; (χαμογελά)… Αντιλαμβάνομαι τι εννοείτε. Ο κινηματογράφος εκφράζει την πραγματικότητα. Στις δεκαετίες του ΄60 και του ΄70, το σπουδαιότερο όχι μόνο για μένα, αλλά για όλους, ήταν η πολιτική, το πάθος που είχαμε για την πολιτική. Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ. Συνεπώς άλλαξε και ο κινηματογράφος. Γιατί ο κινηματογράφος υπηρετεί την πραγματικότητα. 
Πράγματι οι ταινίες μου είναι κατά κάποιο τρόπο στρατευμένες. Με εξαίρεση όμως το «1900» που ήταν αφιερωμένο στο ΙΚΚ. (Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα), ποτέ δε σκέφθηκα ούτε και απαίτησα από το κοινό που είδε τις ταινίες μου, να ενταχθεί σε κάποιο κόμμα της αριστεράς, από την οποία και προέρχομαι. Θα ήταν μία ψευδαίσθηση. Ο κινηματογράφος είναι τμήμα ενός μεγάλου πολιτιστικού κινήματος, που είχε σημείο αναφοράς την αριστερά. «Η τραγωδία ενός γελοίου ανθρώπου» αναφέρεται στα «χρόνια του μολυβιού», τα χρόνια της τρομοκρατίας. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου, που δεν αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει γύρω του. Όπως εγώ και πολλοί που δεν καταλάβαιναν όσα διαδραματίζονταν την περίοδο εκείνη στην Ιταλία. 

  • Ακολούθησαν «Ο τελευταίος Αυτοκράτορας», «Ο μικρός Βούδας» και το «Εγώ χορεύω μόνη μου» (Η Κλεμμένη Ομορφιά»). Πώς εξηγείτε αυτή τη στροφή από μία ταινία στρατευμένη, μία μεγάλη παραγωγή, σε μία ταινία συναισθηματική, αν είναι σωστός ο χαρακτηρισμός; 

Η τελευταία μου ταινία είναι λυρική, ποιητική. Είναι ένα φιλμ που μ΄ εκφράζει πολύ. Εγώ έχω αλλάξει, όπως άλλαξαν και τα πρόσωπα και το σινεμά. Διακατέχομαι από ένα φόβο. Να μην επαναλαμβάνομαι. Να μην κάνω ταινίες με ίδιο ή ανάλογο περιεχόμενο. Υπάρχουν συνάδελφοι τους οποίους θαυμάζω και εκτιμώ. Αλλά από τη στιγμή που βρήκαν το δρόμο τους, επαναλαμβάνουν την ίδια ταινία, αντιγράφουν τον εαυτό τους. Εμένα μου αρέσει να ριψοκινδυνεύω, να μπαίνω σε περιπέτειες ακόμη και σε χώρες που δε γνωρίζω, όπως συνέβη λ.χ. στην Κίνα. 

  • Είπατε ότι ο κινηματογράφος, περιγράφει την πραγματικότητα. Το ίδιο όμως, κάνει και η τηλεόραση. 

Η πραγματικότητα δεν αποτυπώνεται μόνο μέσα από τη μηχανή λήψης, αλλά και από τα πρόσωπα που συμμετέχουν σ΄ αυτή. Η τηλεόραση, δυστυχώς, έχει μετατραπεί σε μία βιτρίνα, για να πουλά προϊόντα. Κυρίως η ιδιωτική τηλεόραση φρενάρισε μια εξέλιξη, αυτό που πραγματικά μπορούσε να δώσει η τηλεόραση. Η δημόσια τηλεόραση ακολούθησε τον ίδιο δρόμο λόγω του ανταγωνισμού όχι όμως προς τα πάνω, προς την ποιότητα, αλλά προς τα κάτω, την ευκολία. 

  • Η τηλεόραση, ταυτόχρονα, έδιωξε το κοινό από τις κινηματογραφικές αίθουσες. Ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος βρίσκεται σε μια φάση παρακμής. 

Φταίει η τηλεόραση και ο χολιγουντιανός κινηματογράφος. Γι΄αυτό ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος, αγωνιά, βρίσκεται σε βαθύ κώμα. 

  • Και πώς θα βγει απ΄αυτήν την κρίση; 

Ο Φελίνι, κουνώντας το κεφάλι του, έλεγε πως η τηλεόραση έχει γίνει πια ένα φυσικό γεγονός, όπως είναι η βροχή, ο άνεμος, το χιόνι. Πρέπει να την αποδεχθούμε και αν είμαστε ικανοί, να επιχειρήσουμε να την αλλάξουμε. Αντίθετα σ΄ό,τι αφορά το χολιγουντιανό κινηματογράφο, στην Ευρώπη τουλάχιστον, οφείλουμε να επιβραδύνουμε αυτό το φαινόμενο της αποικιοκρατίας. Και για έναν ακόμη λόγο. Ο πολιτισμός μεταφέρεται διαμέσου των οπτικοακουστικών μέσων. Και το σινεμά αγγίζει το θυμικό, την καρδιά του κόσμου. Θεωρώ λοιπόν, ιδιαίτερα σημαντικό να παραμείνουν οι κουλτούρες, τα ιδιαίτερα πολιτισμικά στοιχεία, η εθνική ταυτότητα κάθε λαού. Γιατί βαδίζουμε σε μια κοινωνία τρομακτική, όπου θα κυριαρχεί ο ένας και μοναδικός πολιτισμός. 

  • Εννοείτε την αμερικανική κουλτούρα. 

Την αμερικανική, που δεν είναι μόνον αμερικανική. Είναι η κουλτούρα του καταναλωτισμού. 

  • Μπορεί να μπει φραγμός, κατά τη γνώμη σας, σ΄αυτήν την τάση, φορολογώντας λ.χ. στην Ευρώπη όπως είπατε, τις παραγωγές του Χόλυγουντ; Μήπως έτσι θέτοντας «εκτός νόμου» τα πολιτιστικά προϊόντα αμερικανικής προέλευσης, τα διαφημίζουμε; 

Οι φόροι που θα εισπράττονται θα δίνονται σ΄ένα κοινό ταμείο για τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο με στόχο αφενός την ενίσχυση των δικτύων διανομής του και αφετέρου τη δημιουργία σχολών κινηματογράφου. 

  • Σε ηλικία 23 ετών επικαλεστήκατε τον Παβέζε για να πείτε ότι η «ωριμότητα είναι το παν». Σήμερα σε ηλικία 55 ετών τι λέτε; Ποιο μήνυμα θέλετε να δώσετε ως σκηνοθέτης, ως άνθρωπος της τέχνης; 

Ωριμότητα… Ίσως ήμουν πιο ώριμος τότε, στα 23 μου χρόνια, παρά σήμερα. 

  • Πράγματι; 
Αρκεί να σκεφτείτε τη λευκή γενειάδα του βασιλιά Λιρ, από τον οποίο και προέρχεται η απάντησή μου. Διότι και ο Παβέζε αναφερόταν στον Σαίξπηρ. Ο βασιλιάς Λιρ, όταν είναι πια εντελώς τρελός, λέει: «Η ωριμότητα είναι το παν».  

Πηγή: parallaximag.gr

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2018

The kids are alt-right (?)




του Λάμπρου Παπαδήμα

Τα τελευταία χρόνια έχουμε γίνει μάρτυρες μιας συστηματικής προσπάθειας της ακροδεξιάς να αποκτήσει ζωτικό χώρο στην εκπαιδευτική καθημερινότητα. Μεταχειριζόμενοι τους όρους της δημόσιας σφαίρας κυρίως (καθότι η προσπάθεια διείσδυσής τους σε συνδικαλιστικά ή θεσμικά όργανα κρίνεται ως αποτυχημένη), οι εκπρόσωποι αυτής της διεργασίας στήνουν διάφορα σόου, ποντάροντας στην αναπαραγωγή των γεγονότων μέσα από τα ΜΜΕ. Μέχρι στιγμής αυτή η τακτική δεν τους έχει προδώσει. Τηλεοπτικές εκπομπές, ενημερωτικές σελίδες, δημόσια πρόσωπα μέσω social media φροντίζουν για τη διάχυση των γεγονότων, πάντοτε με εκείνον τον περίτεχνο τρόπο που ως δια μαγείας φυσικοποιεί το ακραίο, χωρίς να δίνεται χώρος στην κριτική διερεύνηση. Η κριτική, άλλωστε, κοστίζει στην εποχή της κατανάλωσης.
Αγανακτισμένοι «γονείς» που προσπαθούν να εμποδίσουν τη φοίτηση προσφυγόπουλων στα σχολεία, διακριτική ή εμφανής συμπόρευση σε συντονισμένες ενέργειες ενάντια στα νέα αναλυτικά προγράμματα των Θρησκευτικών και της Ιστορίας είναι μερικά μόνο από τα παραδείγματα στα οποία ποντάρει η ακροδεξιά ώστε να ισχυροποιήσει την παρουσία της και να διεκδικήσει παρεμβατικό ρόλο. Λίγο πριν τις 17 Νοέμβρη, γίνεται γνωστό πως σημαντικός αριθμός ιδιωτικών σχολείων αποφάσισε να παραβιάσει την εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας που αφορούσε τον εορτασμό της επετείου του Πολυτεχνείου. Η Χρυσή Αυγή χαιρέτισε την απόφασή αυτή με ικανοποίηση. Τις προηγούμενες μέρες, εθνικιστικοί και φασιστικοί πυρήνες καλούσαν τους μαθητές σε μαζικές καταλήψεις. Το διεκδικητικό πλαίσιο περιλάμβανε: Μακεδονία, Β. Ήπειρο, υπόθεση Κατσιφά.
Δεν είναι και τόσο παρήγορο το γεγονός ότι αυτές οι υποκινούμενες κινητοποιήσεις ξεφούσκωσαν σχετικά σύντομα, καθώς είμαστε υποχρεωμένοι να προβληματιστούμε όχι μόνο με το γεγονός αυτό καθαυτό, αλλά και με τις πολλαπλές συνυποδηλώσεις του. Σε πανό μαθητικής κατάληψης στη Θεσσαλονίκη «αποκαλύπτεται» ο εχθρός εναντίον του οποίου στρατεύονται οι μαθητές: «Η Δημοκρατία πούλησε τη Μακεδονία». Ο εχθρός δεν είναι ένα «πουλημένο κόμμα», δεν είναι ένα σύνολο «άχρηστων πολιτικών» –είναι το ίδιο το πολίτευμα της Δημοκρατίας. Πολύ σοβαρό για να το κάνουμε γαργάρα.
Η προσπάθεια του ακραίου εθνικιστικού τόξου να οικειοποιηθεί χώρους όπου –μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον– η αντιπροσώπευσή του ήταν ισχνή δεν είναι καινούργιο φαινόμενο και δεν είναι μόνο ελληνικό. Η τελευταία, ωστόσο, προσπάθεια της κινητοποίησης μαθητικών μαζών σε έναν ακτιβιστικό –κατά τη βορίδεια ερμηνεία– αγώνα και, συνακόλουθα, η απουσία οποιασδήποτε συντονισμένης απάντησης απέναντι σε αυτό το ανοσιούργημα προδίδουν τουλάχιστον την έλλειψη αντανακλαστικών. Απέναντι στην προσπάθεια στρατολόγησης ενός μελλοντικού ακροατηρίου από την ακροδεξιά, η λύση του προσχηματικού κλεισίματος των σχολείων, λ.χ., ώστε να μεθοδευθεί η αποτυχία της κατάληψης είναι εύκολο να χρησιμοποιηθεί από την απέναντι πλευρά για να ενισχύσει τις ακραίες ροπές που προσπαθεί να καλλιεργήσει στη μαθητική νεολαία. «Μας φοβούνται – έχουμε δίκιο».
Η υποτίμηση, η αμηχανία και ο φόβος απέναντι στην πιο σκοτεινή σελίδα της ανθρωπότητας δεν είναι τα κατάλληλα οχυρά –κι έχει αποδειχθεί πολλαπλώς κι επανειλημμένως. Ούτε ο συντονισμός μιας αντίρροπης κινηματικής δράσης μπορεί να δώσει μακροπρόθεσμα αποτελέσματα (εκτός αν ο στόχος είναι απλώς να κάνουμε την ακροδεξιά να σωπάσει).
Η εκπαίδευση, ωστόσο, δεν είναι ένας κοινωνικός χώρος όπως όλοι οι άλλοι· είναι ένας χώρος με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Μέσα στο πλαίσιό της, δεν θεωρείται επιτυχία η απομόνωση μιας ακραίας θέσης ή μιας μαθητικής ομάδας που την υποστηρίζει. Πίσω από μια ακραία θέση υπάρχει το παιδί / ο έφηβος που αναζητά τον χώρο έκφρασής του, εκείνη την ευκαιρία που θα τον κάνει να νιώσει σημαντικός, εκείνο το βήμα που θα του επιτρέψει να κάνει το άλμα από την εξαρτημένη ύπαρξη στην αυτόνομη οντότητα. Ο μαθητής που φωνάζει ότι η «Μακεδονία είναι ελληνική» βρήκε απλώς έναν πολύ επικίνδυνο τρόπο να φωνάξει «υπάρχω». Μιλώ ασφαλώς για όσους συνειδητά –όσο είναι δυνατόν σε αυτή την ηλικία– ασπάζονται αυτές τις απόψεις κι όχι για όσους ανακάλυψαν έναν φτηνό τρόπο για να χάσουν μάθημα. Απομονώνοντας λοιπόν αυτούς τους μαθητές, δικαιώνουμε μέσα τους κάθε σταγόνα από το δηλητήριο του φασισμού.
Μπορούμε να αποδομήσουμε κριτικά την ιδεολογία αυτών των μαθητών, χωρίς να αποδομήσουμε τους ίδιους ως υπάρξεις; Μπορεί το σχολείο να ορθώσει ένα τείχος απέναντι σε αυτό το κύμα; Πώς απαντά το σημερινό σχολείο στη θέση «η Μακεδονία είναι μία και ελληνική», όταν το μάθημα της Ιστορίας (όπως και όλα τα υπόλοιπα) αντιμετωπίζεται σαν ένας κατάλογος θεμάτων που απλώς πρέπει να αποστηθιστεί; Πώς μπορεί να απαντήσει στην αμφισβήτηση των νεκρών του Πολυτεχνείου; Με τις σχολικές γιορτές-αγγαρείες που είναι πλήρως αποκομμένες από το γνωστικό πλαίσιο; Πώς μπορεί να απαντήσει στα ρατσιστικά φαινόμενα απέναντι σε μαθητές άλλων χωρών; Πώς μπορεί να θέλει το σημερινό σχολείο να θέσει σε αμφισβήτηση τον παλιό κόσμο και τις αγκυλώσεις του, όταν διατηρεί λ.χ. τις στρατιωτικού τύπου μαθητικές παρελάσεις;
Φοβάμαι πως δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτα αισιόδοξοι. Το σημερινό σχολείο αποτελεί ένα κοινωνικό προϊόν το οποίο βρίσκεται σε συγχρονία με τα προτάγματα των καιρών του. Το 1985, ο Neil Postman, στο βιβλίο του Διασκεδάζοντας μέχρι θανάτου – Ο δημόσιος λόγος στην εποχή του θεάματος, ανατέμνει το φαινόμενο μιας κοινωνίας όπου κυριαρχεί η ταχύτητα-ποσότητα της πληροφορίας και η απουσία της δυνατότητας αξιολόγησής της από το υποκείμενο. Ο κόσμος μας είναι δομημένος με τρόπο που εξυπηρετεί την ταχύτατα διαδεδομένη πληροφορία, με αποτέλεσμα να είναι ανεπαρκώς επεξεργασμένη από τον δέκτη. Το σχολείο της εποχής μας είναι ένα οικοδόμημα στο οποίο ο όγκος της πληροφορίας δεν προσφέρεται για κριτική επεξεργασία, αλλά για αποστήθιση, εκγύμναση δεξιοτήτων και κατανάλωση στις τελικές εξετάσεις. Αυτό έχει ως συνέπεια την υποβάθμιση της κριτικής ικανότητας και την αμηχανία μεγάλου ποσοστού των μαθητών όταν καλούνται να σκεφτούν έξω από το προκαθορισμένο πλαίσιο. Γόνιμο έδαφος για τον φασισμό, ο οποίος, καθώς πλασάρεται ως κάτι εύπεπτο, τρέφεται από τις ενστικτώδεις ορμές, τις οποίες και εκμεταλλεύεται για να προσελκύσει νέα θύματα-θύτες στο ιδεολογικό του σφαγείο.
Οι παραπάνω θέσεις χρησιμεύουν κυρίως ως προβληματισμοί για τα όρια και τις δυνατότητες μιας παρέμβασης στον χώρο της εκπαίδευσης, ενάντια στο νεοφασιστικό κύμα που έχει δείξει ήδη τα δόντια του. Το τι πρέπει να συμβεί εκτός σχολείων είναι κάτι τελείως διαφορετικό –και το αντιφασιστικό κίνημα, τα θύματα και οι συγγενείς θυμάτων του φασισμού δεν έχουν καμία ανάγκη υποδείξεων από τον γράφοντα.

Πηγή: skra-punk.com

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2018

Ιταλικό βραχυκύκλωµα




του Γιώργου Καπόπουλου

Δίχως αµφιβολία, η κυβέρνηση Σαλβίνι - Ντι Μάιο δεν επιθυµεί να χρεωθεί την ευθύνη µιας δηµοσιονοµικής κρίσης, αλλά όλες οι εναλλακτικές επιλογές έχουν υψηλότατο, απαγορευτικό κόστος.

Μια συνολική αναδίπλωση και προσαρµογή του προϋπολογισµού του 2019 στις απαιτήσεις της Κοµισιόν θα έθετε σε αµφισβήτηση τη σταθεροποίηση της Λέγκας και του Κινήµατος των Πέντε Αστεριών ως του νέου δικοµµατισµού-διπολισµού της χώρας.
Το ίδιο ισχύει και για τα σενάρια αναζήτησης εναλλακτικών κυβερνητικών συµµαχιών από τους δύο κυβερνητικούς εταίρους, της Λέγκας προς τη µεριά της Φόρτσα Ιτάλια του Μπερλουσκόνι και των Ιταλών Αδελφών, και του Κινήµατος των Πέντε Αστέρων προς το ∆ηµοκρατικό Κόµµα του Ρέντσι. Οποιος χρεωθεί τη διάσπαση της κυβέρνησης Κόντε θα πριµοδοτήσει δηµοσκοπικά και εκλογικά τον άλλον.
Ενα είναι βέβαιο: στον ορίζοντα των επόµενων µηνών είναι αναπόφευκτη µια νέα προσφυγή στις κάλπες, είτε στην κορύφωση της αντιπαράθεσης Ρώµης - Βρυξελλών, είτε ύστερα από ανατροπές συµµαχιών και συµπλεύσεων στην πολιτική σκηνή της χώρας.
Μια δεύτερη βεβαιότητα είναι ότι σε όποια χρονική στιγµή και αν γίνουν οι εκλογές, δεν υπάρχει περίπτωση να πλειοψηφήσουν πολιτικές δυνάµεις που θα εγγυώνται επιστροφή στην ευρωπαϊκή κανονικότητα.
Εξάλλου, ο Μπερλουσκόνι έχει µεταµορφωθεί σε Ευρωπαίο µόλις πριν από έναν χρόνο, ενώ το ∆ηµοκρατικό Κόµµα, που αγωνίζεται να αποφύγει περαιτέρω φθορά, θέλει µε κάθε δυνατό τρόπο να µην ταυτιστεί µε τις θέσεις της Κοµισιόν.
Ακόµη και στην περίπτωση που η κυβέρνηση Κόντε βρει µια συµβιβαστική φόρµουλα µε τις Βρυξέλλες που να περισώζει τα προσχήµατα και για τις δύο πλευρές, η ιταλική κρίση θα απέχει µακράν από το να έχει επιλυθεί και απλώς θα έχει εισέλθει σε µια περίοδο ολιγόµηνης ανακωχής µέχρι τις ευρωεκλογές.
Αυτός είναι ο πραγµατικός ορίζοντας, ότι δηλαδή δεν θα υπάρξει µε επίκεντρο τη Ρώµη ντόµινο αποσταθεροποίησης στην Ευρωζώνη και πως ταυτόχρονα Λέγκα και Κίνηµα των Πέντε Αστέρων θα κρατήσουν ζωντανή τη ρητορική της ανταρσίας, περιµένοντας καλύτερους συσχετισµούς µετά τις ευρωεκλογές.

Πηγή: Έθνος

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2018

Βρότσλαβ, η γοητεία του πρωσικού ρομαντισμού



Πριν από κάθε ταξίδι τοποθετώ τα μέρη που θα επισκεφθώ σε σειρά προσδοκιών. Αυτό έχει ως συνέπεια κάποιες φορές να απογοητεύομαι διότι περιμένω περισσότερα κι άλλες φορές να εκπλήσσομαι σε μεγάλο βαθμό από την ομορφιά, την ιστορία και τα μνημεία ενός τόπου. Βάση αυτής της χρόνιας συνήθειάς μου, θεωρώ πως το Βρότσλαβ είναι μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις των μέχρι σήμερα ταξιδιών μου.
Η επιλογή της συγκεκριμένης πόλης ήταν τυχαία καθώς αναζητούσα προορισμούς στην Πολωνία μετά τα υπέροχα ταξίδια που πραγματοποίησα σε Κρακοβία και Γκντανσκ. Έχοντας μεγαλύτερη προσμονή για Πόζναν και Βαρσοβία, υπέθεσα πως το Βρότσλαβ θα λειτουργούσε ως ενδιάμεσος κρίκος των δυο αυτών πόλεων. Τα πρώτα λεπτά μετά την άφιξή μας στην πόλη, έτειναν να επιβεβαιώσουν την λάθος άποψη που είχα σχηματίσει για την πόλη. Όλα όμως άλλαξαν όταν άρχισαν οι μεγάλες περιπλανήσεις στην άτυπη πρωτεύουσα της Σιλεσίας.
Ο πρώτος ενθουσιασμός έκανε την εμφάνισή του μόλις αντίκρισα την παραμυθένια πλατεία. Ο δεύτερος όμως ενθουσιασμός που ήταν και μεγαλύτερος, εκτινάχθηκε μόλις βγήκαμε στην όχθη του ποταμού Όντερ. Απέναντί μας απλωνόταν σε όλο του το μεγαλείο το Νησί του Καθεδρικού, το Ostrow Tumski. Μία πανέμορφη καστροπολιτεία που επέπλεε ανάλαφρα στην ήπια ροή του ποταμού, πάνω στην οποία συναγωνίζονταν σε ύψος δυο επιβλητική ναοί, χωρίς να μπορώ να καταλάβω ποιος από τους δυο έβγαινε νικητής. Το βέβαιο όμως είναι πως κι οι δυο κατάφεραν να με εντυπωσιάσουν το ίδιο. Αριστερά με τον τεράστιο πύργο και την απότομη κόκκινη στέγη είναι ο ναός του Τιμίου Σταυρού και του Αγίου Βαρθολομαίου, μία διώροφη γοτθική εκκλησία, η οποία λειτουργούσε από τους εθνοτικούς Γερμανούς της πόλης ενώ αργότερα μετατράπηκε σε Ελληνοουκρανική καθολική εκκλησία. Στα δεξιά δεσπόζει ο Καθεδρικός ναός του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, ο οποίος είναι η έδρα της ρωμαιοκαθολικής επισκοπής και αποτελεί το ορόσημο της πόλης. Ο καθεδρικός χτίστηκε στη θέση ενός μικρότερου ναού. Ίσως αυτό να του δωσε κακοτυχία καθώς ο ναός υπέστη πολλές καταστροφές σ' ολόκληρη τη διάρκεια της ύπαρξής του. Επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές κατέστρεψαν την οροφή του ενώ στο τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο ναός σχεδόν ισοπεδώθηκε από τους βομβαρδισμούς του Κόκκινου Στρατού. Άρχισε όμως άμεσα η αναστήλωσή του, με τελευταία επέμβαση να πραγματοποιείται στους δύο πύργους το 1991. Πέρα από το μέγεθός του και το ύψος του, ο ναός περηφανεύεται και για το μεγαλύτερο εκκλησιαστικό όργανο της Πολωνίας, το οποίο μέχρι πρόσφατα θεωρούταν το μεγαλύτερο στον κόσμο.
Η περιοχή ανάμεσα στις δυο εκκλησίες είναι ο τόπος που ξεπετάχτηκε η πόλη του Βρότσλαβ καθώς ανασκαφές έχουν φέρει στο φως θεμέλια ενός ναού και μικρών σπιτιών που περιβάλλονταν από ένα τείχος και χρονολογούνται από τον 10 αι. Μία πόλη που έζησε ανόδους και καταστροφές μέχρι να γίνει πρωτεύουσα της Σιλεσία. ενώ τον 13 αι. μετατράπηκε σε μικρό θρησκευτικό κράτος. Επίσης στην πόλη αυτή έζησαν δυο μεγάλες προσωπικότητες του ευρωπαϊκού χώρου. Τον 15ο αι. το επισκεπτόταν τακτικά ο Νικόλας Κοπέρνικος ενώ τον 17ο αι. έζησε ο Τζάκομο Καζανόβα.
Το νησί των Καθεδρικών επικοινωνεί με την υπόλοιπη πόλη μέσω των γεφυρών Mosty Mlynskie. Σ΄αυτό το σημείο στις 4 Απριλίου του 1503 τερμάτισε η Ιερά Εξέταση στην Πολωνία με τη δοκιμασία του ύδατος. Οι δικαστές έριξαν μια γυναίκα με δεμένα χέρια και ντυμένη με ένα κόκκινο παλτό στο ποτάμι. Αν ήταν αθώα, ο Θεός θα την έσωζε. Όπως κι έγινε τελικά. Στο σημείο αυτό συνάντησα αρκετές κοπέλες που σκυμμένες στα κάγκελα της γέφυρας παρακολουθούσαν τη ροή του ποταμιού. Άλλες χαμένες στις σκέψεις τους κι άλλες σε παρέες να συζητάνε μεταξύ τους. Προσπάθησα να θεωρήσω πως δεν ήταν συμπτωματική η κυριαρχία του γυναικείου φύλου σ' εκείνο ακριβώς το σημείο.
Περπατώντας παράλληλα με το ποτάμι, συναντάμε δυο σημαντικά σημεία του Βρότσλαβ. Το μοναδικής ομορφιάς Εθνικό Μουσείο για το οποίο δεν είχαμε την τύχη να επισκεφθούμε και του Πανοράματος Ρατσλαβίτσκα, το οποίο είναι μια ροτόντα μήκους 114 μέτρων όπου στο εσωτερικό της αναπαριστά τη μάχη του πεζικού της Πολωνίας με τον Ρωσικό στρατό το 1794. Η επίσκεψή μας στο Πανόραμα, μας μετέφερε αιώνες πίσω. Στην εποχή όπου δεν υπήρχαν τηλεοράσεις, κινηματογράφοι κι άλλα μέσα με τα οποία θα μπορούσε κανείς να παρουσιάσει μεγαλειώδεις στιγμές του παρελθόντος. Στημένοι πάνω σε μια εξέδρα, περπατήσαμε κυκλικά στο εσωτερικό του κτιρίου, παρακολουθώντας απέναντί μας να αποκτούν κίνηση οι μάχες. Σαν να ζωντάνεψαν οι μορφές με μας να μετατρεπόμαστε από απλούς επισκέπτες σε αυτόπτες μάρτυρες ενός σημαντικού ιστορικού γεγονότος. Ως λάτρης του κινηματογράφου, ένιωσα μεγάλη συγκίνηση που συναντήθηκα με έναν "πρόγονο" της συγκεκριμένης τέχνης.
Στο βάθος του ποταμού, όπου τελειώνει ανατολικά το αστικό κομμάτι της πόλης, ταλαντεύεται κάτω από τα βάρη των οχημάτων, η γέφυρα Most Grunwaldski η οποία θεωρείται η δεύτερη μεγαλύτερη γερμανική γέφυρα διότι στήθηκε όταν η πόλη άνηκε ακόμη στη Γερμανία.
Από το βορειοανατολικό τμήμα της πόλης βρέθηκα κατευθείαν στο νότιο, όπου σε ένα σημείο πέρα από τα αδιάκριτα βλέμματα των τουριστών, απλώνεται μια ήσυχη πλατεία όπου φιλοξενεί την λυρική σκηνή η οποία στεγάζεται σε ένα καλαίσθητο μπαρόκ κτίριο και το μέγαρο μουσικής που εντυπωσιάζει με τον όγκο και το σχέδιό του. Η όψη του έχει το πρωσικό κόκκινο που συναντούμε σε αρκετά κτίρια του περασμένου αιώνα ενώ ένα μεγάλο κομμάτι της πρόσοψης αποτελείται από μια πελώρια τζαμαρία που αφήνει ελεύθερο το φως να διεισδύει στα ενδότερα του μεγάρου.
Όπως είχα αναφερθεί στην πρώτη μου ανάρτηση για το Βρότσλαβ, η πόλη προσπαθεί να διατηρήσει τις μνήμες της ζωντανές. Πέρα από τους νάνους που έχουν κυριεύσει την πόλη, μεγάλη ανατριχίλα με έπιασε όταν επισκέφθηκα τα Γλυπτά των Ανώνυμων Πεζών (Pomnik Anonimowego Przechodnia). Μία μπρούτζινη σύνθεση του καλλιτέχνη Jerry Kallim στην οδό Pilsudskiego 56, εις ανάμνηση του στρατιωτικού νόμου που εφαρμόστηκε το 1981 και για δυο περίπου χρόνια αρκετοί πολίτες εξαφανίστηκαν δια παντός μέσα σε μια νύχτα. Μορφές βυθίζονται σε ένα σταυροδρόμι κι επανεμφανίζονται στο απέναντι πεζοδρόμιο. Άνθρωποι που χάθηκαν ξαφνικά...
Δύσκολα όμως θα χαθούν οι εικόνες αυτής της πόλης από το μυαλό μου. Ως μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις των ταξιδιών μου, το Βρότσλαβ θα μείνει ως μία πόλη που δεν λειτούργησε ως πέρασμα αλλά ως ένας από τους κεντρικούς σταθμούς των περιπλανήσεών μου. 

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2018

Το έγκλημα των νοικοκυραίων




Και να που το πόρισμα των ιατροδικαστών επιβεβαίωσε πως το περιστατικό της οδού Γλάδστωνος ήταν ξεκάθαρα δολοφονία. Μία δολοφονία για την οποία έγιναν προσπάθειες να καπελωθεί απ’ όσους συμμετείχαν στο λιντσάρισμα αλλά κι απ’ αυτούς που έκαναν την πρόστυχη προπαγάνδα τους πάνω στη σωρό του άτυχου νέου. Μία απάνθρωπη σκύλευση νεκρού που κράτησε δυο μήνες.
Πλέον οι δυο δολοφόνοι που χτυπούσαν με μανία τον νεαρό, θα λογοδοτήσουν στη δικαιοσύνη. Πολύ φοβάμαι πως η τιμωρία θα είναι λιγότερο αυστηρή από τα δέκα χρόνια που έριξαν στην καθαρίστρια του Βόλου επειδή είχε πλαστό απολυτήριο λυκείου.
Όμως στο λαό οφείλουν να λογοδοτήσουν όλοι οι ηθικοί αυτουργοί της συγκεκριμένης δολοφονίας. Οι τραμπούκοι που με τον κομπλεξισμό τους ξέσπασαν πάνω στον νεαρό, αναγκάζοντάς τον να μπει σε ένα κοσμηματοπωλείο για να κρυφτεί. Οι περαστικοί που στάθηκαν αμέτοχοι (εκτός από έναν που προσπάθησε να σταματήσει τους δολοφόνους) απέναντι στο αποτρόπαιο έγκλημα. Το μεγάλο κομμάτι της αστυνομίας που έχει μάθει να ασκεί βία και να πουλά μαγκιά στους αδύναμους και σε όσους μάχονται ενάντια στο φασισμό και στο άδικο. Οι δημοσιογράφοι των μέσων μαζικής προπαγάνδας κι οι παρουσιαστές των μεσημεριανών τηλεσκουπιδιών που αμέσως έβγαλαν το τελεσίδικο συμπέρασμα πως τα ‘θελε και τα ‘παθε ο νεαρός αφού ήταν ένα πρεζάκι που προσπάθησε να κλέψει τον κοσμηματοπώλη. Οι νοικοκυραίοι που αμέσως υποστήριξαν τη δολοφονία θεωρώντας υποδεέστερη την αξία της ζωής άλλων συνανθρώπων τους.
Οι παραπάνω αυτουργοί δεν είναι τίποτα παραπάνω από το πρόσωπο του σύγχρονου σκοταδισμού. Του φασισμού που εκκολάπτεται μέσα στην αστική τάξη και συντηρείται από τους κρατικούς μηχανισμούς.
Να όμως που έφερε αποτελέσματα το πείσμα κάποιων ανθρώπων για την ηθική δικαίωση του νεκρού. Ο νεαρός δε μπήκε στο κοσμηματοπωλείο να κλέψει καθώς δε πείραξε ούτε την ταμειακή ούτε το εμπόρευμα του κοσμηματοπώλη. Το μαχαίρι που τάχα κρατούσε δεν ήταν δικό του κι ούτε βρέθηκε γενετικό υλικό πάνω του. Πλέον γνωρίζουμε πως δεν ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών. Και με μιας οι αντιφατικές καταθέσεις των αστυνομικών διαψεύδονται, κάτι που μαρτυρά τον μη δημοκρατικό και μη σοβαρό χαρακτήρα της αστυνομίας ενώ τα ρεπορτάζ κι οι αναλύσεις των άριστων δημοσιογράφων πετάχτηκαν μεμιάς στο κάλαθο των αχρήστων μαζί μ’ αυτούς που τις ξεστόμισαν.
Αυτό όμως που φανερώνει την ηθική κατάπτωση της κοινωνίας μας, είναι πως κανείς απ’ αυτούς δεν έχει βγει μέχρι στιγμής να πει μια συγνώμη. Κι αυτό οφείλεται στ’ ότι όλοι αυτοί οι αυτουργοί είναι δέσμιοι της ανασφάλειας και του κομπλεξισμού τους, κάτι που τους κάνει επιθετικούς, κυκλοθυμικούς, αποβλακωμένους, νάρκισσους και ξερόλες. Αναλογιστείτε με πόσους απ’ αυτούς συνυπάρχετε στην καθημερινότητά σας.
Εν κατακλείδι, η δολοφονία της οδού Γλαδστώνος δεν ηρωοποιεί τον Ζακ. Ο θάνατός του όμως μπορεί να θεωρηθεί ως μια θυσία πάνω στην οποία θα πατήσουν οι αδύναμοι κι οι αδικημένοι της σύγχρονης κοινωνίας ώστε να βροντοφωνάξουν επιτέλους ένα «φτάνει πια!».

Πρώτη δημοσίευση: aplotaria.gr

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2018

Στρατηγικό διαζύγιο για ΗΠΑ -Τουρκία




του Γιώργου Καπόπουλου

Μια µελέτη του έγκυρου Συµβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων των ΗΠΑ που μόλις κυκλοφόρησε εκτιµά ότι η Ουάσιγκτον και η Άγκυρα είναι πλέον ανταγωνίστριες. Συνιστά εναλλακτικές λύσεις που να υποκαθιστούν τη βάση του Ιντσιρλίκ, απόρριψη του αιτήματος της Τουρκίας για τερματισμό της στήριξης των Κούρδων της Συρίας, αλλά και σκληρή δηµόσια τοποθέτηση σε πολιτικές επιλογές της Αγκύρας που υπονομεύουν την πολιτική των ΗΠΑ.
Σύμφωνα µε τον συντάκτη του κειμένου οι ΗΠΑ θα πρέπει να εξακολουθήσουν να συνεργάζονται µε την Αγκυρα όπου είναι δυνατόν, να την παρακάµπτουν όπου είναι αναγκαίο και να δρουν εναντίον της εκεί που πρέπει.
Προφανώς τα παραπάνω υποκρύπτουν την εκτίµηση ότι ο Ερντογάν τείνει να σταθεροποιηθεί στο νέο θεσµικό πλαίσιο της εκτελεστικής προεδρίας καθώς και ότι η σύγκρουση µε την Αγκυρα δεν µπορεί να χρεώνεται µόνο στο σηµερινό καθεστώς έτσι όπως αυτό διαµορφώθηκε από το αποτυχηµένο πραξικόπηµα τον Ιούλιο του 2016 µέχρι και σήµερα. Πρόκειται για την κορύφωση µιας αντιπαράθεσης που καταγράφεται τα τέσσερα τελευταία χρόνια, όταν σηµειώθηκαν δύο σηµαντικές για τις διµερείς σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας εξελίξεις:
Πρώτον, µετά την επέλαση των τζιχαντιστών σε Συρία και Ιράκ τον Ιούλιο του 2014 οι ΗΠΑ άρχισαν να ενισχύουν την Κουρδική Πολιτοφυλακή YPG στη Βορειοανατολική αλλά και στη Βορειοδυτική Συρία.
Δεύτερον, λίγους µήνες αργότερα τον Απρίλιο του 2015, όταν στις βουλευτικές εκλογές το κυβερνών κόµµα ΑΚΡ έχασε την κοινοβουλευτική αυτοδυναµία λόγω της εισόδου του κουρδικού κόµµατος HDP στη Βουλή, ο Ερντογάν κήρυξε ξανά έπειτα από παρατεταµένη εκεχειρία τον πόλεµο στο ΡΚΚ και διέκοψε τις σχεδόν καθηµερινές συνοµιλίες του επικεφαλής της Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΜΙΤ), Φιντάν, µε τον έγκλειστο στο Ιµραλί, Οτσαλάν, µε προφανή στόχο την αναζήτηση πολιτικής λύσης. 
Την ώρα δηλαδή που οι ΗΠΑ έκαναν στροφή προς το παρακλάδι του ΡΚΚ στη Συρία, ο Ερντογάν συνειδητοποιούσε ότι η απόλυτη εξουσία στην οποία στόχευε ήταν ασύµβατη µε οποιαδήποτε πολιτική λύση στο Κουρδικό εντός συνόρων.

Πηγή: Έθνος

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2018

Οι 7 θάνατοι του Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι




Υπόδειγμα επαναστάτη ο αναρχικός εργάτης Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι, ο άνθρωπος που ζούσε με δυο αλλαξιές ρούχα, δυο πιστόλια και ένα ζευγάρι κιάλια, και με μόνη προσδοκία να εφορμήσει στον ουρανό, να τσακίσει τον φασισμό. Η συμβολή του στον ισπανικό εμφύλιο θα μείνει ανεπανάληπτη.
«Δεν θέλουμε παράσημα, ούτε ζώνες στρατηγών, δεν θέλουμε να μετέχουμε σε επιτροπές ούτε να γίνουμε υπουργοί. Θέλουμε την επανάσταση».
Έζησε και έδρασε σαν αληθινός επαναστάτης, που η δράση και η ανιδιοτέλεια του ενόχλησε πολλούς εχθρούς και συντρόφους, και ίσως για αυτό δεν ξέρουμε ποιος τον δολοφόνησε σαν σήμερα το 1936, στη Μαδρίτη, όπου είχε προστρέξει με την αναρχική ταξιαρχία του για να βοηθήσει το δημοκρατικό μέτωπο να αναχαιτίσει τις φασιστικές ορδές.
Ανυποχώρητος, έντιμος και ατρόμητος, αυτός ήταν ο μεγάλος επαναστάτης Ντουρούτι, ένα γνήσιο παιδί της εργατικής τάξης, για αυτό κι πίστευε βαθιά στην απελευθερωτική της δύναμη, αφού όπως είπε ο ίδιος:
»Πάντα σε καλύβια και τρύπες μέναμε, θα καταφέρουμε λοιπόν να ζήσουμε εκεί μέσα για λίγο καιρό. Μην ξεχνάτε όμως πως ξέρουμε και να χτίζουμε. Εμείς είμαστε εκείνοι που χτίσαμε τα παλάτια και τις πόλεις στην Ισπανία, στην Αμερική και σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Εμείς οι εργάτες μπορούμε να χτίσουμε καινούργια στη θέση τους, καινούργια και καλύτερα. Δεν φοβόμαστε τα συντρίμμια. Τη γη εμείς θα την κληρονομήσουμε, γι’ αυτό δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία. Ας κάνει η αστική τάξη τον κόσμο της κομμάτια προτού αποχωρήσει από τη σκηνή της ιστορίας.»

Α.Μ

Επτά εκδοχές για το θάνατο του Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι. Aπόσπασμα από το βιβλίο του Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ «Το σύντομο καλοκαίρι της Αναρχίας» εκδ. Οδυσσέας 1981 (via phorum.gr)

Θάνατος 1ος

«Είμαι σίγουρος ότι ήταν δολοφονία. Δεν πρόλαβε ο Ντουρρούτι να πεθάνει και εξαφανίστηκαν από τη Μαδρίτη οι σπουδαιότεροι ηγέτες του ισπανικού αναρχισμού.Το πολιτικό κλίμα άλλαξε μέσα σε μια νύχτα. Πολλοί αναρχικοί αισθάνθηκαν καταδιοκώμενοι, περιττό να πούμε από ποιους, από τους κομμουνιστές φυσικά.Αυτές τις νύχτες ήταν πιο επικίνδυνο να κυκλοφορείς στους δρόμους της Μαδρίτης με ταυτότητα της CNT-FAI στην τσέπη παρά με την ταυτότητα ενός κόμματος των εξτρεμιστών δεξιών.»

Μαρτίνεθ Φράϊλε

Μερικές μέρες μετά την αποτυχία των αναρχικών στο λόφο Γκαραμπίτας, έπεσε ο Ντουρρούτι στο μέτωπο.Γενικά πιστεύεται ότι τον δολοφόνησαν οι άνθρωποί του γιατί υποστήριξε τη δραστήρια συμμετοχή των αναρχικών στον πόλεμο και τη συνεργασία με την κυβέρνηση του Καμπαλιέρο. 
Πολλοί αναρχικοί ενδιαφέρονταν τότε να ιδρύσουν στην Ισπανία μια ελεύθερη ιδανική δημοκρατία. Δεν σκέφτονταν να κάνουν το παραμικρό με τους σοσιαλιστές , τους κομμουνιστές ή τους αστούς δημοκρατικούς. Δε σκέφτονταν καθόλου να ρισκάρουν το κεφάλι τους για την κυβέρνηση Καμπαλιέρο. Στα μάτια τους κάτι τέτοιο δεν ήταν σπουδαίο.»

Λουίς Φίσερ

O Nτουρρούτι έπεσε αναμφισβήτητα θύμα μιας απερισκεψίας. Ήρθε το απόγευμα στο μέτωπο , στη συνοικία του Πανεπιστημίου. Εκεί επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Ακριβώς για αυτό, αυτή ήταν μια τρομερά επικίνδυνη στιγμή, αφού οι άντρες κινούνταν ξένοιαστα.
Η μεγάλη του Πάκαρντ βρισκόταν κοντά στην γραμμή μάχης των ανθρώπων του. Απέναντι έστεκε η κλινική του Πανεπιστημίου, ένα μεγάλο εξαώροφο ή επταώροφο κτίριο, όπου πρόσφερε θαυμάσιο πεδίο βολής. Ο εχθρός κρατούσε τα πάνω πατώματα οι δικοί μας τα κάτω.
Όταν ο εχθρός, που όπως φαίνεται αγρυπνούσε, είδε το αυτοκίνητο να σταματά σε απόσταση ενός χιλιομέτρου, περίμενε μέχρι που κατέβηκαν οι επιβάτες. Όταν στάθηκαν σε ελεύθερο χώρο, χωρίς καμιά κάλυψη, έριξε μια ριπή πολυβόλου που τραυμάτισε το Ντορρούτι θανάσιμα και λιγότερο τους δύό συνοδούς του.

Ρικάρντο Σανθ

Την επόμενη μέρα κυκλοφόρησε η φήμη ότι ο Ντουρρούτι δολοφονήθηκε από έναν από τους άντρες του, όταν θέλησε να σταματήσει μια πανικόβλητη οπισθοχώρηση των στρατιωτών του. Όταν λίγο μετά επιβεβαιώθηκε η είδηση του θανάτου του, οι συνθήκες που πέθανε δυνάμωσαν τον πόνο μας για τον χαμό αυτού του ατρόμητου αγωνιστή και αξιωματικού.Όσον αφορά τη μονάδα του, το μόνο που δεν κατάφερε ήταν να εκδιώξει τον εχθρό από τις θέσεις του. Αντίθετα ο εχθρός ήταν εκείνος που την κατεδίωξε. Μετά το θάνατο του Ντουρρούτι αυτές οι μονάδες αντικαταστάθηκαν αμέσως, Ήταν πραγματικός κίνδυνος για ολόκληρο το μέτωπο της Μαδρίτης.

Ενρίκε Λίστερ

Ο σοφέρ του Ντουρρούτι μου διηγήθηκε τι συνέβη. Με συνόδεψε στα γραφεία της Solidaridad Obrera στη Μαδρίτη, για να μπορέσουμε να μιλήσουμε ανενόχλητα.
»Πες μου όλη την αλήθεια» παρακάλεσα το σύντροφο Χούλιο Γκράβες.
»Δεν υπάρχουν πολλά να πω. Μετά το μεσημεριανό φαγητό, πήγαμε στο μέτωπο, στη συνοικία του Πανεπιστημίου. Μας συνόδευε ο σύντροφος Μανθάνα. Φτάσαμε στην πλατεία Κουάτρο Καμίνος. Έστριψα στη λεωφόρο Πάμπλο Ιγκλέσιας και πάτησα γκάζι. Τρέχαμε μπροστά από μια σειρά ξενοδοχεία που βρίσκονται στο τέλος της λεωφόρου και μετά στρίψαμε δεξιά.
Οι μονάδες του Ντουρρούτι είχαν αλλάξει θέσεις μετά τις βαριές απώλειες που είχαν υποστεί στην πλατεία Μονκλόα και μπροστά στα τείχη της υποδειγματικής φυλακής. Είχε φως. Ένας φθινοπωρινός ήλιος πλανιόταν στους δρόμους. Φτάσαμε στη διασταύρωση, όταν ήρθε προς το μέρος μας μια ομάδα από πολιτοφύλακες. Ο Ντουρρούτι κατάλαβε αμέσως ότι αυτοί οι νεαροί ήθελαν να εγκαταλείψουν το μέτωπο. Με διέταξε να σταματήσω. Σταθήκαμε στο πεδίο βολής του εχθρού. Οι μαυριτανικές ομάδες που είχαν καταλάβει την κλινική, εξουσίαζαν την πλατεία. Σταμάτησα για ασφάλεια το αυτοκίνητο στη γωνία ενός από αυτά τα μικρά ξενοδοχεία. Ο Ντουρρούτι κατέβηκε και πήγε προς τους φαντάρους που έφευγαν. Τους ρώτησε που πήγαιναν. Δεν ήξεραν τι να του απαντήσουν. Τους κατσάδιασε με τη βαριά του φωνή και τους διέταξε με κοφτό τόνο να γυρίσουν πίσω στις θέσεις τους. Οι στρατιώτες υπάκουσαν και γύρισαν πίσω.
Ο Ντουρρούτι στράφηκε προς το αυτοκίνητο. Το πυρ έγινε σφοδρότερο. Η τεράστια κοκκινωπή μάζα της κλινικής έστεκε απέναντί μας ακούγαμε τις σφαίρες να σφυρίζουν. Ο Ντουρρούτι άπλωνε το χέρι του προς την πόρτα του αμαξιού όταν ξαφνικά έπεσε κάτω. Είχε χτυπηθεί στο στήθος. Ο Μανθάνα και εγώ ορμήσαμε έξω από το αμάξι και τον ξαπλώσαμε στο πίσω κάθισμα. Γύρισα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και όρμισα με τρελή ταχύτητα προς την πόλη για το νοσοκομείο των Καταλανικών Πολιτοφυλακών.Τα υπόλοιπα τα ξέρεις. Αυτά είναι όλα»

Αριέλ


Θάνατος 2ος

Βασικά μπορούμε να στηριχτούμε μόνο σε υποθέσεις. Ξέρω μόνο, μάλιστα όχι από πρώτο χέρι, ένας γνωστός μου το είπε, σίγουρα κάποιος που ήταν καλά πληροφορημένος, ξέρω λοιπόν μόνο ότι ο Αουγκούστ Λεκέρ, ένας από τους σημαντικότερους άντρες του Κ.Κ. Γαλλίας-μέχρι τη διαγραφή του για το ζήτημα του Στάλιν ήταν ο δεύτερος άνθρωπος στο κόμμα μετά τον Τορέζ- ότι αυτός λοιπόν ο Λεκέρ, σήμερα αντισταλινικός, είχε πει στους φίλους του, εντελώς ανοιχτά, πως οι κομμουνιστές ήταν οι ένοχοι. Αυτοί είχαν δολοφονήσει τον Ντουρρούτι.

Γκαστόν Λεβάλ

Αναρχική νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου στη Βαρκελώνη και το Παρίσι. Του ανταποκριτή μας .23Νοέμβρη.

Κατά την Echo de Paris, ο Καταλανός αναρχικός ηγέτης Ντουρρούτι, που ήταν η ψυχή της αντίστασης στη Μαδρίτη, δεν έπεσε, όπως μετέδωσαν οι μπολσεβίκοι, στον αγώνα ενάντια στα εθνικιστικά στρατεύματα, αλλά δολοφονήθηκε από κομμουνιστές.
Στη Μαδρίτη συνέβησαν και πάλι συγκρούσεις ανάμεσα σε κομμουνιστές και αναρχικούς για το μοίρασμα της λείας από τη λεηλασία των αριστοκρατικών μεγάρων.
Σε μια τέτοια διαμάχη ο Ντουρρούτι απείλησε τους κομμουνιστές ότι θα γυρίσει στη Βαρκελώνη με τους αναρχικούς του και θα αφήσει τη Μαδρίτη στην τύχη της. Το βράδυ της ίδιας μέρας ο Ντουρρούτι δέχθηκε επίθεση μπροστά στην πόρτα του σπιτιού του από κομμουνιστές που τον χτύπησαν θανάσιμα.
Όπως αναφέρει η Echo de Paris από τη Βαρκελώνη, οι αναρχικοί εγκαθίδρυσαν βασίλειο τρόμου στην καταλανική πρωτεύουσα. Όταν έγινε γνωστή η είδηση της δολοφονίας του φυλάρχου τους Ντουρρούτι από κομμουνιστές της Μαδρίτης, οι αναρχικοί οργάνωσαν ένα είδος νύχτας του αγίου Βαρθολομαίου. Οι φρικτές παρεκτροπές ενόχλησαν στο τέλος και την ηγεσία των αναρχικών ομάδων, έτσι που με βιαστικές εκκλήσεις τους να απαιτήσουν την κατάπαυση του αιματηρού τρόμου.

Volkischer Beobachter

Τηλεγράφημα του Γενικού Γραμματέα του Κ.Κ.Ισπανίας που στάλθηκε στην Solidaridad Obrera.: 

Με βαθύ πόνο πληροφορηθήκαμε τον ένδοξο θάνατο του κοινού μας συντρόφου Ντουρρούτι, αυτού του αφιλοκερδούς γιου της εργατικής τάξης, αυτού του ενθουσιώδους και ενεργητικού υπερασπιστή της ενότητας του προλεταριάτου. Το δολοφονικό μολύβι των φασιστών ληστών πήρε από κοντά μας μια νεαρή αλλά πλούσια σε θυσίες ζωή. Ενωμένοι όσο ποτέ άλλοτε στην υπεράσπιση της Μαδρίτης, μέχρι την εξόντωση των φασιστικών συμμοριών που λερώνουν τη χώρα με αίμα... Για τον ενιαίο αγώνα σε όλα τα μέτωπα της Ισπανίας. Εκδίκηση για τους ήρωές μας. Για το θρίαμβο του Ισπανικού λαού.

Χοσέ Ντιαθ


Θάνατος 3ος

Αργότερα η χήρα του Ντουρρούτι ή μήπως ήταν η κεντρική επιτροπή της CNT- μου έστειλε για μια έκθεση σε ανάμνηση του Ντουρρούτι, το πουκάμισο που φορούσε τη μέρα του θανάτου του. Κοίταξα την τρύπα που είχε από τη σφαίρα. Μετά κάλεσα ένα ειδικό. Φτάσαμε και οι δύό στο συμπέρασμα ότι η σφαίρα πρέπει να είχε πέσει από πολύ κοντά, γιατί το ύφασμα του πουκαμίσου έδειχνε καθαρά ίχνη καψίματος και μπαρούτης.
Ξέραμε βέβαια πολύ καλά τη νοοτροπία των αναρχικών. Ξέραμε ότι στη Μαδρίτη ο Ντουρρούτι δεν ήταν ο παλιός γκεριλέρο. Είχε γίνει κανονικότατος στρατιωτικός. Ξέραμε επίσης ότι είχε επιτεθεί χωρίς έλεος ενάντια σε αρχηγούς αναρχικών ομάδων που είχαν ξεχάσει τα καθήκοντά τους. Μάλιστα είχε εκτελέσει και μερικούς από αυτούς.
Έτσι φτάσαμε τότε στο συμπέρασμα ότι μπορεί και να ήταν μια πράξη εκδίκησης.

Χαουμέ Μιραβίτλιες

ο ίδιο βράδυ (σημ.: Της έκθεσης προς τιμή των υπερασπιστών της Μαδρίτης όπου εκτέθηκε το πουκάμισο του Ντουρρούτι ένα χρόνο μετά τον θάνατό του-) ανέθεσα σε ειδικούς του ινστιτούτου της ιατροδικαστικής να εξετάσουν το πουκάμισο. Κατέληξαν ομόφωνα στο συμπέρασμα ότι το βλήμα είχε ριχτεί από απόσταση το πολύ δέκα εκατοστά . Μερικές μέρες αργότερα συναντήθηκα με τη γυναίκα του Ντουρρούτι, μια Γαλλίδα, για δείπνο.
»Πως πέθανε» τη ρώτησα»Ξέρετε σίγουρα την αλήθεια.»
»Εγώ , εγώ τα ξέρω όλα»
»Πως έγινε;»
Με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια.
»Μέχρι την ημέρα του θανάτου μου» είπε μετά, »θα υποστηρίζω την επίσημη ανακοίνωση. Ένας αστυνομικός της Guardia Civil τον πυροβόλησε ψηλά από ένα παράθυρο». Και λίγο αργότερα συμπλήρωσε: »Γνωρίζω όμως ποιος τον σκότωσε. Ήταν ένας απ αυτούς που στέκονταν δίπλα του. Ήταν πράξη εκδίκησης.»

Χαουμέ Μιραβίτλιες


Θάνατος 4ος

Ο Ντουρρούτι ήταν ένας άντρας που έζησε και ανέπνευσε μέσα στον αέρα του αναρχισμού του 19ου αι. Έβλεπε τον εαυτό του σαν κληρονόμο του Μπακούνιν και για αυτό ήταν βαμμένος εχθρός των Μαρξιστών. Ακόμα, ήταν άντρας με μεγάλη εξυπνάδα, άντρας που ήθελε να βοηθήσει τη δημοκρατία στη νίκη, ενάντια στους οπαδούς του στρατηγού Φράνκο.
Στο μέτωπο της Αραγωνίας δε γινόταν και τίποτε σπουδαίο. Στη Βαρκελώνη, οι αναρχικοί κρατούσαν ένα μεγάλο αριθμό αυτόματα όπλα, που χρειάζονταν πολύ στις μάχες της Μαδρίτης, με την ελπίδα να υπερκεράσουν τους κομμουνιστές. Την ιδεολογική τους θέση την είχαν ήδη μισοπουλήσει, όταν δέχτηκαν να πάρουν μέρος στην κυβέρνηση. Η στρατιωτική τους θέση όμως ήταν αδιαφιλονίκητη: ήταν πάντα ικανοί να κερδίζουν οδομαχίες, να καταλαμβάνουν ραδιοφωνικούς σταθμούς και άλλα κέντρα επικοινωνίας, ή αν το απαιτούσαν οι αντιαυταρχικές τους αρχές, να ανοίξουν τις πύλες στον εχθρό για να εμποδίσουν τους κομμουνιστές να πάρουν τον έλεγχο της δημοκρατίας. (Για κάτι τέτοιο πάλι δεν ήταν σε θέση οι κομμουνιστές, αφού η νίκη τους στην Ισπανία θα οδηγούσε σε παγκόσμιο πόλεμο, πού ή Μόσχα εκείνη την εποχή δεν επιθυμούσε καθόλου). Δημιουργήθηκε λοιπόν μια κατάσταση, οπού οι «καθαροί ιδεολόγοι» κι από τις δυο μεριές: οι κληρονόμοι του Μαρξ από τη μια κι από την άλλη οι κληρονόμοι του Μπακούνιν βρέθηκαν αναγκασμένοι να συνεργαστούν με λιγότερο καθαρούς ανθρώπους, πού ήθελαν σε πρώτη γραμμή να κερδίσουν τον πόλεμο. Είναι υπέρ του Nτουρρούτι ότι προθυμοποιήθηκε να πάει στη Μαδρίτη για να κλείσει μια συμφωνία με το κομμουνιστικό κόμμα και την κεντρική κυβέρνηση. Εισέβαλαν με τη σωματοφυλακή του πάνοπλοι στα εστιατόρια της Γκράν Βία, ενώ οι χειροβομβίδες του Φράνκο έπεφταν στους δρόμους. Οι κάτοικοι της Μαδρίτης δεν είχαν ξαναδεί πολεμιστές πού να είναι τόσο βαριά οπλισμένοι. Ή ιδέα ότι αυτοί οι πάνοπλοι άντρες είχαν έρθει επιτέλους για βοήθεια, τους γέμιζε ενθουσιασμό. Ο Ντουρρούτι εγκατέλειψε τη σωματοφυλακή του. Πήγε μόνος του σε μια συνάντηση με τους κομμουνιστές. Ένα τέταρτο αργότερα πυροβολούνταν μέσα στο δρόμο από πράκτορες μιας αναρχικής ομάδας πού έφερε το όνομα «Φίλοι του Ντουρρούτι». Οι ιστορικοί του εμφύλιου παρουσιάζουν αυτό το επεισόδιο εντελώς λανθασμένα όταν αρκούνται στην ανακοίνωση ότι ο Ντουρρούτι πήγε στο μέτωπο και κει πυροβολήθηκε από αγνώστους. Για λόγους πού είναι εντελώς φανεροί, οι κομμουνιστές και ή δημοκρατική κυβέρνηση παρουσίασαν τότε στον κόσμο αυτή την εκδοχή. Και οι δυο ενδιαφέρονταν να ασημαντοποιήσουν τη διένεξη ανάμεσα στους αναρχικούς και τους κομμουνιστές. Υποστηρίχθηκε μάλιστα ότι ο Ντουρρούτι έπεσε θύμα μιας εξοστρακισμένης σφαίρας από τα χαρακώματα του Φράνκο. Σ αυτό τίποτα δεν είναι αλήθεια. Πυροβολήθηκε μέσα στο δρόμο και μάλιστα πισώπλατα. Πολύς κόσμος είδε το τέλος του. Ο θάνατος του είναι ακραία εκδήλωση του αναρχικού τρόπου σκέψης. Σε κάθε περίπτωση όμως μαρτυρεί ότι η διαφορά ανάμεσα στους κομμουνιστές και τους αναρχικούς είναι αξεπέραστη. Οι «Φίλοι του Ντουρρούτι» είχαν οργανώσει από πολύ πριν τη δολοφονία του. Η ομάδα όφειλε να αντιπροσωπεύει το πνεύμα του «αληθινού» αναρχισμού και την αντιπολίτευση ενάντια στις αυταρχικές τάσεις του κομμουνισμού. Ότι ό Ντουρρούτι πυροβολήθηκε από τους ίδιους τους φίλους του είναι, αν το δει κανείς έτσι, πολύ λογικό. Ο θάνατος του ήταν ή τελευταία πράξη της διαμάχης μεταξύ Μπακούνιν και Κάρλ Μαρξ.


Θάνατος 5ος

Όταν ένας άντρας σκοτωθεί σε καιρό πολέμου μέσα στο δρόμο, δεν είναι δύσκολο να θεωρήσεις υπεύθυνο τον εχθρό ή τη δική του πλευρά. Ή θανάσιμη σφαίρα έπεσε σε μια συνοικία, απ’ οπού μόλις είχαν εκδιωχθεί τα εθνικιστικά στρατεύματα. Είναι αδύνατο ο σκοπευτής να τον αναγνώρισε και τον πυροβόλησε με τη συνείδηση ότι είχε μπροστά του τον Ντουρρούτι. Γιατί ο Μπουεναβεντούρα δε φορούσε διακριτικά στη στολή του. Ο σκοπευτής πυροβολούσε λοιπόν προελαύνοντες πολιτοφύλακες οπού τους έβρισκε άρα πρέπει να στεκόταν στην πλευρά του Φράνκο. Είναι αλήθεια ότι ο Ντουρρούτι πυροβολήθηκε από πίσω. Η πιστολιά όμως έπεσε από κάπου ψηλά, από τα κτίρια εκείνα πού βρίσκονταν ακόμα στα χέρια του εχθρού.Αργότερα ανάμεσα στους δημοκρατικούς υπήρξαν διαφωνίες σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα. Μερικοί αναρχικοί υπαινίσσονταν ότι ο Ντουρρούτι δολοφονήθηκε από του κομμουνιστές. Αυτό είναι απίθανο. Το μόνο σωστό εδώ είναι ότι ο θάνατος του έφερε στους κομμουνιστές μεγάλα τακτικά πλεονεκτήματα. Με τον Ντουρρούτι εξαφανίστηκε ή μοναδική μορφή του αναρχικού κινήματος πού το κύρος της θα έφτανε για να περιορίσει την ανερχόμενη επιρροή των κομμουνιστών. Η ομάδα «Φίλοι του Ντουρρούτι» δημιουργήθηκε πολλούς μήνες μετά το θάνατο του. Αυτό φαίνεται και από τ όνομα της. Είναι παράδοση των αναρχικών να ονομάζουν τις ομάδες τους μ’ αυτόν ή εκείνον το νεκρό του κινήματος, ένα φιλόσοφο ή έναν πολιτικό αρχηγό, ποτέ όμως με κάποιο πού ζει ακόμα. Ή πρώτη ομάδα μ’ αυτό το όνομα δημιουργήθηκε στο Παρίσι. Μια δεύτερη στην Ισπανία. Καταπολεμούσε τη συμβιβαστική πολιτική της CΝΤ και τις παραχωρήσεις από τις πιέσεις των κομμουνιστών. Δεν είναι επίσης αλήθεια ότι ο Ντουρρούτι ήταν έτοιμος να «συνεργαστεί» με τους κομμουνιστές. Οι κομμουνιστές δεν ήταν την εποχή του θανάτου του σε θέση να ασκήσουν πίεση στους αναρχικούς. Αυτό στάθηκε δυνατό μετά το θάνατο το Ντουρρούτι, όταν ή ρώσικη επιρροή στην Ισπανία είχε αυξηθεί. Σε συνεντεύξεις πού ο Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι είχε δώσει λίγο πριν το θάνατο του στην αναρχική Ρωσίδα Έμμα Γκόλντμαν, ξεκαθάριζε απολύτως τη θέση του. Στην ερώτηση μήπως εμπιστεύεται πολύ τους πάντες, είχε απαντήσει: «»Αν οι Ισπανοί εργάτες έχουν να διαλέξουν ανάμεσα στις δικές μας ελευθεριακές μεθόδους και στο είδος του κομμουνισμού πού γνωρίζουν από τη Ρωσία, θα κάνουν οπωσδήποτε τη σωστή εκλογή. Δεν έχω κανένα φόβο γι’ αυτό». Ή Έμμα Γκόλντμαν τον ρώτησε τι θα γινόταν αν οι κομμουνιστές ήταν τόσο δυνατοί, ώστε δεν έμενε καμιά άλλη εκλογή στους εργάτες. Και ο Ντουρρούτι: «Με τους κομμουνιστές θα ξεμπερδέψουμε εύκολα, όταν θα έχουμε βγάλει από τη μέση τον Φράνκο, και αν ήταν αναγκαίο, και πιο πριν». «Ίσως να είχε συμβεί αυτό, αν είχε μείνει ζωντανός.

Άλμπερτ Μέλτζερ


Θάνατος 6ος

Εκεί οπού ποτέ δεν έδωσα πίστη και που εναντιώνομαι πάντα ενεργητικά είναι ή φήμη ότι η ίδια η φρουρά του Ντουρρούτι τον πυροβόλησε πισώπλατα. Αυτό είναι βδελυρό ψέμα. Κανένας από τους ανθρώπους του δεν ήταν ικανός για τέτοιο κακούργημα. Αργότερα ακούστηκε, εδώ και κει, ότι οι κομμουνιστές ήταν οι δράστες. Σας το λέω εντελώς ειλικρινά, δεν πιστεύω ούτε σ’ αυτή την εκδοχή. Ότι οι αναρχικοί δολοφόνησαν τον Ντουρρούτι, αυτό το ψέμα σερβιρίστηκε από μερικούς δημοσιογράφους και ιστορικούς, μαριονέτες των κομμουνιστών. Οι κομμουνιστές είχαν τότε δοκιμάσει τα πάντα για να δυσφημήσουν το αναρχικό κίνημα. «Άλλοι επανέλαβαν αυτό το ψέμα. Μερικοί άνθρωποι δυστυχώς κατεβάζουν ο,τι τους σερβιριστεί.

Φεντερίκα Μοντσενύ 


Θάνατος 7ος

Ο αυτόπτης μάρτυρας

Αυτό έχει συμβεί εδώ και τριανταπέντε χρόνια τώρα, και παρ’ όλα αυτά θυμάμαι όχι μόνο την ημερομηνία αλλά και την ώρα και όλες τις λεπτομέρειες. «Ήμασταν στρατωνισμένοι στην οδό Μιγκέλ «Ανχελ 27, οπού ήταν και το διοικητήριο του Ντουρρούτι. Ήταν το ανάκτορο του δούκα του Σοτομαγιόρ, ανιψιού του βασιλιά Άλφόνσου XIII. Το απόγευμα, ήταν 19 Νοέμβρη, ήρθε ένας αγγελιοφόρος από το μέτωπο. Το νοσοκομείο είχε πέσει στα χέρια του εχθρού. Ανεβήκαμε αμέσως στο αμάξι. Ήταν περίπου τέσσερις ή ώρα το απόγευμα, τέσσερις παρά δέκα ή τέσσερις και δέκα. Πήγαμε κατευθείαν στο μέτωπο, όσο πιο κοντά μπορούσαμε στο νοσοκομείο, για να εξετάσουμε την κατάσταση. Μπροστά στο τιμόνι καθόταν ο σοφέρ Χούλιο, δίπλα του όπως πάντα ο Ντουρρούτι. Δεν μπορούσε να ανεχτεί το πίσω κάθισμα. Πίσω κάθονταν ο Μανθάνα, ο Μπονίγιο κι εγώ. Περάσαμε μέσα από την πόλη και φτάσαμε στην πλατεία Μονκλόα, μέσα από τη λεωφόρο Ροσάλες, λίγο πριν τη γωνία της οδού Άντρες Μπεγιάνο. Ακούγαμε τις σφαίρες να σφυρίζουν. Σταματήσαμε. Δεν πήγαινε παρακάτω. Το αυτοκίνητο πρόσφερε πολύ καλό στόχο για τους εχθρικούς σκοπευτές. Έτσι ο Χούλιο σταμάτησε και κατέβηκε να ερευνήσει την κατάσταση. Ο Ντουρρούτι θέλει να τον ακολουθήσει. Παίρνει το αυτόματο του, ένα Ναρανχέρο, ανοίγει την πόρτα και χτυπά με το όπλο στο σκαλοπάτι. Το όπλο εκπυρσοκροτεί, ή σφαίρα τον βρίσκει στο στήθος, εντελώς διαμπερώς. «Ήμουν ήδη έτοιμος να κατέβω, μόνο ένας είχε μείνει μέσα στο αμάξι. Σηκώνουμε τον Ντουρρούτι, πλημμύρα στο αίμα, αλλά είχε τις αισθήσεις του, το αίμα έβγαινε απ’ το στήθος του, εμείς προσπαθούσαμε να το σκουπίσουμε, δε γινόταν τίποτε. Τον βάλαμε στο αμάξι, ανεβήκαμε και ξεκινήσαμε οσο πιο γρήγορα μπορούσαμε για το ξενοδοχείο Ritz, οπού βρισκόταν το νοσοκομείο των καταλανικών πολιτοφυλακών. Παραδώσαμε τον Ντουρρούτι στους γιατρούς. Προσπάθησαν πολύ για να τον σώσουν. Μέχρι τις δύο το πρωί είχε τις αισθήσεις του. Δεν ξέρω αν είπε τίποτα ακόμη, δεν ήμουν πια εκεί. Ξέρω όμως ότι πέθανε κατά τις τέσσερις το πρωί, έντεκα ή δώδεκα ώρες μετά το ατύχημα. Ο θάνατος του Ντουρρούτι μας έκανε τέτοια εντύπωση πού δεν μπορούσαμε ούτε εμείς οι ίδιοι να το πιστέψουμε, κι ας ήμασταν αυτόπτες μάρτυρες. Κανένας δεν τόλμησε να γνωστοποιήσει την είδηση, κανένας δεν ήθελε να πει την αλήθεια. Γι’ αυτό το λόγο αναφερόταν στην ανακοίνωση ότι πέθανε από εχθρική σφαίρα. Αυτό είναι εντελώς νοητό, μόνο πού φυσικά δεν συνέβη έτσι. Μετά άρχισαν φυσικά οι φήμες, άλλοι έλεγαν οι κομμουνιστές ήταν οι ένοχοι, άλλοι εμείς, η φρουρά του τον είχε σκοτώσει, άλλοι πάλι το απέδιδαν στην Πέμπτη φάλαγγα και τα λοιπά, . Την αλήθεια δεν την έμαθε κανένας, ότι δηλαδή ήταν ένα ατύχημα, ότι ο Ντουρρούτι σκοτώθηκε μόνος του.

Ραμόν Γκαρθία Λόπεθ

Υποστήριξα παλιότερα ότι ο Ντουρρούτι έπεσε θύμα μιας απόπειρας. Σε αυτό το συμπέρασμα είχα φτάσει, γιατί είχα στα χέρια μου ένα είδος corpus delicti: το πουκάμισο. Αυτό αποδείκνυε ότι η σφαίρα είχε πέσει από πολύ κοντά. Ακόμη ήξερα ότι και ή χήρα του Ντουρρούτι είχε αμφιβολίες για την επίσημη εκδοχή. Από τότε μίλησα με πολλούς ανθρώπους γι αυτό το θέμα, ακόμα και με φίλους της Εμιλιέν. Φαίνεται σαν το πράγμα να είχε γίνει διαφορετικά απ΄ ο,τι σκεφτόμουνα, σαν να είχε πάρει μόνο του μπροστά το αυτόματο του Ντουρρούτι, ένα Ναρανχέρο (δεν κατάλαβα ποτέ γιατί αυτά τα όπλα ονομάζονταν πορτοκαλιές), την ώρα πού κατέβαινε από το αυτοκίνητο και τον χτύπησε θανάσιμα. Αν ήταν έτσι, γίνεται κατανοητή και ή συμπεριφορά της CΝΤ. Αυτό το είδος του θανάτου είχε μια γεύση θανάσιμης ειρωνείας. Οι μάζες δεν θα είχαν πιστέψει μια τέτοια εκδοχή. Ένας άντρας πού η σχέση του με τα όπλα είναι τόσο αυτονόητη όσο και μιας γραμματέως με τη γραφομηχανή της. Είναι λογικό ότι οι αναρχικοί δεν είχαν καμιά διάθεση να διαλύσουν το μύθο πού είχε φτιαχτεί γύρω απ’ τον Ντουρρούτι με μια τόσο κοινότυπη εξήγηση. Ήταν ακατανόητο. Δεν επιτρεπόταν να γίνει. 

Χαουμέ Μιραβίτλιες 

Κανένας δεν έμαθε ποτέ την αλήθεια, και αυτό γιατί μας άρχισαν. Μέχρι το τέλος του πολέμου οφείλαμε να σωπάσουμε, και ούτε στους γονείς μας, στις γυναίκες μας, ούτε στους φίλους μας να πούμε κάτι. Αρχικά γιατί αυτός ο θάνατος είχε κάτι το γελοίο για έναν αναρχικό αρχηγό* κατά δεύτερο λόγο, για να εκλείψει ή υποψία ότι ο Ντουρρούτι δολοφονήθηκε από τους ανθρώπους του. Μας έβαλαν να ορκιστούμε, ή Φεντερίκα Μοντσενυ, πού ήταν τότε υπουργός και ο «Μαριάνετ», δηλαδή Μαριάνο Ρ. Βασκέθ γραμματέας της εθνικής επιτροπής της CNT. Ο δόκτωρ Σανταμαρία με τον όποιο μίλησα, δεν ήξερε να πει από που μπορούσε να είχε έρθει το βλήμα. Με διαβεβαίωσε όμως ότι πρέπει να ρίχτηκε από απόσταση το πολύ 15 εκατοστά.

Γιεσούς Αρνάλ Πένα 

Μερικοί δε θέλουν ακόμα και σήμερα να ακούσουν για την υπόθεση, επειδή δεν κολλάει στις βρομιές τους, μα την αλήθεια την ξέρουν τόσο καλά όσο εγώ. Ακούσαμε συντρόφους πού ήταν μαζί του, τον Μανθάνα για παράδειγμα, πού ήταν ο επιτελάρχης του στη Μαδρίτη, το σοφέρ Έστάνθιο και έναν ακόμα πού τον συνόδευε, και τι μας είπαν; Ότι το όπλο πήρε από μόνο του φωτιά. Καθόταν κάπως έτσι [ο Ριόντα τον παριστάνει] και έτσι κρατά το όπλο, με την κάννη προς τα πάνω. Το παίρνει και θέλει να κατέβει, μπλέκεται τότε ή σκανδάλη στο σκαλοπάτι και μπαμ φεύγει ή σφαίρα και του μπαίνει κατευθείαν στά πνευμόνια. Ξέρω από όπλα. Από τότε πού ήμουν εικοσιδύο χρονών δεν βγήκα ποτέ από το σπίτι χωρίς πιστόλι. Δεν ξέρεις τι γίνεται, ιδιαίτερα τις νύχτες. Δεν πήγα ποτέ σε συγκέντρωση χωρίς το πιστόλι μου. Το είχα πάντα στο χέρι, στη ζώνη. Πρέπει να μπορείς να υπερασπιστείς τον εαυτό σου. Ο Ντουρρούτι όμως ήταν πάντα απρόσεκτος.Αυτό ήταν το λάθος του. Του το είχα πει πολλές φόρες. Δεν έδινε σημασία. Αυτή ήταν κι ή γνώμη του Μανθάνα. Όταν τρέχεις με το αυτοκίνητο δεν κρατάς έτσι το όπλο πού ή κάννη να είναι στραμμένη επάνω σου. Και πιο πολύ ακόμα στην αποβίβαση. Ο Μανθάνα όμως με διαβεβαίωσε πως έτσι έγινε. Το Ναρανχέρο είναι φοβερό όπλο, παίρνει μόνο του φωτιά. Το ξέρω πολύ καλά, γιατί αργότερα πήρα αυτό το όπλο μαζί μου. Το κράτησα μέχρι που πήγα στη Γαλλία. Στη φυγή αναγκάστηκα να το αφήσω στα σύνορα…….

Ρικάρντο Ριόντα Κάστρο

Πηγή: mao.gr

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2018

Οι φασίστες θέλουν νεκρούς που πέφτουν στις επελάσεις του έθνους κι όχι στα μετερίζια της δημοκρατίας





Συνέντευξη του Χάρη Αθανασιάδη, καθηγητή για τη Δημόσια Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και το ΕΑΠ, στην Πόλυ Κρημνιώτη για την «Αυγή»

«Τα Πολυτεχνεία είναι τα αντίδοτα στη γενικευμένη υποτέλεια, τον κυνισμό και τη χαμέρπεια. Είναι οι ανατάσεις που ξαναδίνουν στις κοινωνίες αξιοπρέπεια και αυτοσεβασμό. Δίχως αυτά, οι κοινωνίες μαραζώνουν, πεθαίνουν πνευματικά» λέει ο ιστορικός Χάρης Αθανασιάδης καθώς συζητάμε για την εξέγερση του '73. Με τη γνώση και την απόσταση των 45 χρόνων που μεσολάβησαν από τότε, ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και διευθυντής του Μεταπτυχιακού του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου για τη Δημόσια Ιστορία, το έργο του οποίου επικεντρώνεται στην ιστορία της εκπαίδευσης και του εργατικού κινήματος καθώς και τη Δημόσια Ιστορία, μας βοηθάει να δούμε τις πολλαπλές προσλήψεις και χρήσεις της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Μιλάει για την αμφισβήτησή του από την Ακροδεξιά, για την αδυναμία της Δεξιάς να ενσωματώσει τη μνήμη του στην ταυτότητά της αλλά και για τις αναθεωρητικές απόψεις που εκφράζονται, όπως και για την επίδραση του ιστορικού γεγονότος στη διαμόρφωση πολλαπλών ταυτοτήτων στον χώρο της Αριστεράς. Εξηγεί πώς ένα πολιτικό γεγονός έγινε σχολική γιορτή αλλά και γιατί η ιστορική κοινότητα, εν πολλοίς, δεν έχει ακόμα καταπιαστεί μ' αυτό.

Η Άκρα Δεξιά ισχυρίζεται πως δεν υπήρξαν νεκροί στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Ποιο είναι το νόημα μιας τέτοιας αμφισβήτησης; 

Οι ιδανικοί νεκροί, αυτοί που έδωσαν τη ζωή τους για έναν ευρύτερο, μη ιδιοτελή σκοπό, βρίσκουν μια διακριτή θέση στη συλλογική μνήμη των ανθρώπων και, υπό ορισμένες συνθήκες, αποκτούν συμβολική δύναμη ικανή να συντηρήσει κινήματα ή να δημιουργήσει νέα. Οι φασίστες το ξέρουν καλά αυτό, τα φασιστικά κινήματα λάτρευαν τον θάνατο, θέλουν νεκρούς, μα θέλουν όσους πέφτουν στις επελάσεις του έθνους κι όχι στα μετερίζια της δημοκρατίας. Το πρόβλημα της εγχώριας Άκρας Δεξιάς είναι ακριβώς αυτό, ότι, για περισσότερο από μισό αιώνα τώρα, δεν έχει να επιδείξει δικούς της νεκρούς, ήρωες που έπεσαν για τους δικούς της σκοπούς. Οι πολιτικοί τους πρόγονοι -οι πιο πρόσφατοι, όσοι στελέχωσαν τη δικτατορία των συνταγματαρχών- όχι μόνο δεν τους κληροδότησαν με ηρωικές μορφές, αλλ’ αντιθέτως παρήγαγαν με τη βάναυση και απελέκητη πολιτική τους τους ήρωες της δημοκρατίας. Μπροστά στο πρόβλημα, οι επίδοξοι γκαιμπελίσκοι δοκίμασαν να ισοφαρίσουν εξαφανίζοντας τους νεκρούς του Πολυτεχνείου. Βασίστηκαν ίσως στη μεταμοντέρνα συνθήκη και τη διαδικτυακή ελαφρότητα που επιτρέπουν την εύκολη και ευρεία διάδοση ατεκμηρίωτων ισχυρισμών. Ανόητη προσπάθεια. Αφενός διότι η ίδια η δικτατορία είχε από τότε αναγνωρίσει την ύπαρξη 11 νεκρών και πάνω από 100 τραυματιών (εφ. Μακεδονία, 20.11.1973), αφετέρου διότι η επισταμένη ιστορική έρευνα και συγκεκριμένα ο ιστορικός Λεωνίδας Καλλιβρετάκης του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, ήδη βεβαίωσε έναν κατάλογο 24 νεκρών και αναζητεί στοιχεία για τουλάχιστον 16 ακόμη. 

Ωστόσο, εκτός από την Άκρα Δεξιά, και η λεγόμενη φιλελεύθερη Δεξιά ουδέποτε ενσωμάτωσε στην ταυτότητά της τη μνήμη του Πολυτεχνείου. Τελευταία μάλιστα, ακουμπάει τα όρια του αναθεωρητισμού, με απόψεις που αμφισβητούν και την ιστορική σημασία και την αξία της μνήμης του Πολυτεχνείου. 

Πράγματι, θα περίμενε κανείς πως η μεταπολιτευτική Δεξιά δεν θα είχε πρόβλημα να αγκαλιάσει το Πολυτεχνείο, εφόσον τα κεντρικά διακυβεύματα και τα κεντρικά συνθήματα της εξέγερσης ήταν η Ελευθερία και η Δημοκρατία, αξίες στις οποίες ομνύει και η φιλελεύθερη παράδοση. Αλλά, ως φαίνεται, η εγχώρια Δεξιά, παρά τις προσπάθειες του ιστορικού της ηγέτη να τη μεταμορφώσει σε ευρωπαϊκή, δεν κατάφερε να ξεκόψει ουσιωδώς από το σκοτεινό της παρελθόν. Φάνηκε αυτό ήδη από το 1974, όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής όρισε τις πρώτες βουλευτικές εκλογές ακριβώς στις 17 Νοεμβρίου, ώστε να αποτρέψει τη διαφαινόμενη εκδίπλωση της πρώτης επετείου. Οι πρώτες εκείνες προσπάθειες δεν απέδωσαν και η Δεξιά αναγκάστηκε για δεκαετίες να παρακολουθεί αμήχανη και απολογητική την ηγεμονία της Αριστεράς στη συλλογική μνήμη και στις δημόσιες τελετουργίες της εξέγερσης. Τα τελευταία χρόνια, όμως, εκτιμώντας προφανώς πως η γοητεία του Πολυτεχνείου ξεθώριασε, οι φιλελεύθεροι στοχαστές καταγίνονται να στιγματίσουν και να απαξιώσουν τόσο τις επετειακές εκδηλώσεις, όσο και κυρίως το ίδιο το ιστορικό γεγονός. Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, για παράδειγμα, σε παλιότερο άρθρο του στην Καθημερινή διατείνεται πως τη χούντα «δεν την έριξε καμιά λαϊκή εξέγερση», αλλά οι «καταστάσεις που η ίδια δημιούργησε» (εννοώντας το Κυπριακό) και λοιδορεί τους πολλούς που «στο Πολυτεχνείο γιορτάζουν χωρίς να ξέρουν τι γιορτάζουν». Ωστόσο, ο κάθε Θεοδωρόπουλος σφάλλει περισσότερο από τον «αμαθή» που νομίζει πως η χούντα έπεσε το '73. Πρώτον, διότι πράγματι η αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησαν στην πτώση ξεκίνησε από το Πολυτεχνείο - ειδάλλως, θα ολοκληρωνόταν πιθανότατα ο κατ’ ευφημισμόν εκδημοκρατισμός που δρομολόγησε ο Παπαδόπουλος και, ακολούθως, η μακρά μαθητεία της κοινωνίας στην ανάπηρη ελευθερία. Δεύτερον, διότι τα Πολυτεχνεία είναι τα αντίδοτα στη γενικευμένη υποτέλεια, τον κυνισμό και τη χαμέρπεια· είναι οι ανατάσεις που ξαναδίνουν στις κοινωνίες αξιοπρέπεια και αυτοσεβασμό - δίχως αυτά, οι κοινωνίες μαραζώνουν, πεθαίνουν πνευματικά. 

Αντίθετα με τη Δεξιά, η Αριστερά φαίνεται να συνομιλεί με τη μνήμη του Πολυτεχνείου με πολλούς τρόπους. Πώς το Πολυτεχνείο επέδρασε στη διαμόρφωση ταυτοτήτων στο χώρο της Αριστεράς; 

Το Πολυτεχνείο, τόσο ως ιστορικό γεγονός όσο και ως μνήμη, αναφορά και ετήσια τελετουργία, αξιοποιήθηκε πολλαπλά απ’ όλες τις συνιστώσες της Αριστεράς. Αρχικά, οι τότε βασικές εκδοχές της, το ΚΚΕ και το ΚΚΕ Εσωτερικού, είναι αλήθεια πως στάθηκαν καχύποπτα απέναντι στις εξελίξεις που τους ξεπερνούσαν. Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ γνωρίζουν πως το ΚΚΕ Εσωτερικού, πριν ξεκινήσει η εξέγερση, έβλεπε στο σχέδιο Μαρκεζίνη, το σχέδιο για μερικό και ελεγχόμενο εκδημοκρατισμό, μια κάποια διέξοδο από τη δικτατορία. Γνωρίζουν, επίσης, πως η Αντι-ΕΦΕΕ, η «μετωπική» οργάνωση του ΚΚΕ στον φοιτητικό χώρο, κατήγγειλε τους ανένταχτους του Πολυτεχνείου ως προβοκάτορες και πράκτορες του καθεστώτος. Αρκετά στελέχη τους, ωστόσο, είχαν αυτονομηθεί ευθύς εξαρχής και συνεισέφεραν πολλαπλά στη δυναμική της εξέγερσης. Στη Μεταπολίτευση, οι αρχικές αμφιθυμίες ξεχάστηκαν και οι νεολαίες των δυο κομμάτων, η ΚΝΕ και ο Ρήγας, ανταγωνίζονταν για το ποιος ερμηνεύει πιο αυθεντικά ή πιο δημιουργικά το πνεύμα του Πολυτεχνείου. Για τις πιο ακραίες εκδοχές της Αριστεράς, το Πολυτεχνείο λειτούργησε ως κεντρικό συγκροτητικό γεγονός. 
Ο αναρχικός χώρος στις ουρές της πορείας πρωτοεμφανίστηκε, οι ποικιλώνυμες οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς εκεί πρωτίστως επεδείκνυαν τον δυναμισμό τους, σχεδόν πάντα σε αντιπαράθεση με το ΚΚΕ, κι αυτή ακόμα η πλέον μακρόβια τρομοκρατική οργάνωση, η 17 Ν, απ’ την εξέγερση θέλησε ν’ αντλήσει νομιμοποίηση. Με δυο λόγια, το Πολυτεχνείο, ήδη από τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, έπαψε να είναι ιστορικό γεγονός, αναδείχθηκε σε σύμβολο της επαναστατικής κουλτούρας και οι πολλαπλές ερμηνείες του σε δομικά υλικά για τη συγκρότηση ιδεολογικών ταυτοτήτων. Στη διαδικασία αυτή, η οποία ενέχει πολλαπλές διαστάσεις, όχι μόνο πολιτικές αλλά και ψυχολογικές, κάποιοι αναγορεύουν εαυτούς σε θεματοφύλακες της μνήμης του Πολυτεχνείου. Προχθές μόλις είχαμε ένα ακόμα τέτοιο κρούσμα. Πενήντα μέλη της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς απέκλεισαν την είσοδο του Πολυτεχνείου και εμπόδισαν την αντιπροσωπεία του ΣΥΡΙΖΑ να αποτίσει τιμές στους πεσόντες. Η ολοκληρωτική κουλτούρα δεν είναι ξένη σε ορισμένες συνιστώσες της Αριστεράς. 

Όπως σωστά είπατε, παρά τα εμπόδια η επέτειος του Πολυτεχνείου τελικά επιβλήθηκε, έγινε πορεία και σχολική γιορτή. Πώς, αλήθεια, χώρεσε μια πολιτική γιορτή σε ένα θεσμό όπως το σχολείο που κατά κανόνα γιορτάζει θρησκευτικά και εθνικά αφηγήματα και κατά πόσο επιτελεί τον ρόλο της; 

Αυτό είναι στ’ αλήθεια αξιοσημείωτο. Όσο γνωρίζω, δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχο σε καμιά ευρωπαϊκή χώρα. Ούτε στις χώρες της Ιβηρικής που υπέστησαν μακρόχρονες δικτατορίες - ίσως ακριβώς επειδή διήρκεσαν δεκαετίες και οι μεταβάσεις στη δημοκρατία έγιναν δίχως εξεγέρσεις, δίχως τομή και κάθαρση. Μόνο αν δούμε την πρώτη Μεταπολίτευση ως έναν δικό μας Μάη του '68 μπορούμε να το εξηγήσουμε. Διότι, όπως η πορεία, έτσι και η σχολική γιορτή επιβλήθηκε στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια από μαχητικές μαθητικές νεολαίες - αρχικά σε λύκεια των πόλεων, αλλού με συγκρούσεις κι αλλού με τη διακριτική συναίνεση των καθηγητών. Έτσι, ωσότου η πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ θεσμοθετήσει τη σχολική γιορτή, το 1981, η επέτειος του Πολυτεχνείου γιορταζόταν ήδη ακόμα και στις επαρχιακές κωμοπόλεις, όπως στο Λύκειο Φαρκαδόνας όπου τότε ήμουν μαθητής. Υπάρχει ένα ερώτημα κατά πόσο η σχολική αυτή γιορτή επιτελεί τον σκοπό της -την ανάδειξη της Δημοκρατίας σε αγαθό που αξίζει διαρκώς να προασπίζουμε- τώρα που πλέον δεν υφίσταται μαθητικό κίνημα. Νομίζω πως η απάντηση ποικίλλει ανάλογα με την έγνοια και το μεράκι των δασκάλων. Έχω παραστεί σε έξοχες διοργανώσεις που μεταδίδουν την αίσθηση και το πνεύμα της αντίστασης στην αυθαίρετη εξουσία και σε άλλες που βουλιάζουν στην αδιαφορία και τη βαρεμάρα. Κι εδώ, οι πρακτικές της Δημόσιας Ιστορίας μπορούν να συνεισφέρουν πολλαπλά: Να δώσουν ιδέες και να παραγάγουν υποδείγματα. 

Πορεία και σχολική γιορτή, λοιπόν, παγιώθηκαν και άντεξαν μέχρι σήμερα. Όμως πόσο ανταποκρίνονται στην αξία του ιστορικού γεγονότος και πόσο προσαρμόζονται στο πνεύμα των καιρών; Είναι το Πολυτεχνείο ζώσα ιστορία ή αποστεωμένη; 

Είναι αρκετοί εκείνοι, από δεξιά και αριστερά, που διατείνονται πως η πορεία του Πολυτεχνείου στερείται πλέον νοήματος. Μια ευαίσθητη, μελαγχολική Αριστερά θλίβεται με την απώλεια της θέρμης των πρώτων ετών, με τις πολλαπλές «στρεβλώσεις» του αρχικού νοήματος ή με το «εμπόριο» ιδεών και τους κενούς λόγους των επισήμων. Η Δεξιά δεν θα είχε καμιά αντίρρηση να τελειώνουμε με όλα τούτα και να επιστρέψουμε όλοι στην ηρεμία της οικογενειακής ζωής ή στις μάχες της παραγωγής και της κατανάλωσης. Κι η Άκρα Δεξιά θα προτιμούσε, βέβαια, να βλέπει τους νέους στα εθνικιστικά συλλαλητήρια για τη Μακεδονία ή τη Βόρειο Ήπειρο κι όχι στην πορεία του Πολυτεχνείου ή τα κοινωνικά κινήματα. Όμως, η επέτειος ενός σημαντικού ιστορικού επεισοδίου διατηρεί τη συμβολική και παιδαγωγική του αξία ακόμη κι όταν χάνει την πρώτη του φρεσκάδα - κι άλλωστε τίποτε δεν αποκλείει, αν η συγκυρία το επιβάλει, μια βαριεστημένη τελετουργία να αποκτήσει αίφνης ζωντάνια και νόημα, όλοι μας άλλωστε θυμόμαστε ήδη δυο - τρεις απροσδόκητα ξεχωριστούς Νοέμβρηδες. Δε βλέπω επίσης γιατί ορισμένοι φιλελεύθεροι ενοχλούνται αφόρητα από τα «σουβλάκια» της πορείας και τον «ξύλινο» αριστερό λόγο, αλλά διόλου από τα σημαιάκια των παρελάσεων και τους μεγαλόστομους πανηγυρικούς. 

Παρ' ότι η δεκαετία του '40 φαίνεται να έχει μελετηθεί επαρκώς, το Πολυτεχνείο δεν έχει ακόμα αποτελέσει αντικείμενο συστηματικής έρευνας. Η ιστορική κοινότητα φαίνεται να μην τολμά ακόμα να το αγγίξει. Γιατί; 

Διότι το συμβολικό του φορτίο είναι υπερβολικά μεγάλο. Όποιος αναμετρηθεί με την ιστορία του Πολυτεχνείου δεν έχει ν’ αντιμετωπίσει μόνο τις αρχειακές πηγές, τα εναπομείναντα ίχνη του παρελθόντος. Έχει να αναμετρηθεί με έναν τεράστιο όγκο αφηγήσεων, προσλήψεων και χρήσεων που ήδη οικοδόμησαν και παγίωσαν συγκεκριμένες εικόνες. Όπως και στον Εμφύλιο, μια Δημόσια Ιστορία για το Πολυτεχνείο γράφτηκε ήδη, ερήμην των ιστορικών, από τους πρωταγωνιστές και τους «χρήστες» των γεγονότων. Κι αυτή η Ιστορία θέτει προς ώρας εμπόδια στη συστηματική ιστορική έρευνα, υπό την έννοια πως καθοδηγεί υπερβολικά το βλέμμα του ιστορικού, επιβάλλει αδιόρατα αυτολογοκρισία ή, αντιθέτως, εξωθεί σε αδόκιμες αναθεωρήσεις. Ίσως, όπως συνέβη και με τον Εμφύλιο, οι πιο έγκυρες ιστορικές έρευνες γραφούν όταν οι γενιές που ενεπλάκησαν αποχωρήσουν από την ενεργό δράση κι έρθουν ιστορικοί με βλέμμα λιγότερο φορτισμένο και περισσότερο κριτικό και στοχαστικό. Αυτό, φυσικά, διόλου δεν σημαίνει πως η τωρινή συστηματική δουλειά στερείται νοήματος - απλώς έχει τα όριά της.

Γι' αυτό η Δημόσια Ιστορία δεν εμπλέκεται ακόμα με την 17η Νοεμβρίου 1973; Αλήθεια, πόσο και τι μπορεί να συνεισφέρει η Δημόσια Ιστορία στη μνήμη του Πολυτεχνείου; 

Για τη Δημόσια Ιστορία, το στοίχημα είναι η αλλαγή της ηγεμονικής ιστορικής κουλτούρας επί το εγκυρότερο. Υπάρχουν δύο προϋποθέσεις για να γίνει αυτό: Να έχουμε αρκετές αξιόπιστες ιστορικές μελέτες για το επεισόδιο που μας ενδιαφέρει, εν προκειμένω για την εξέγερση του Πολυτεχνείου, εντός του ιστορικού της πλαισίου, και παράλληλα ειδικές μελέτες για τις υπάρχουσες προσλήψεις και αναπαραστάσεις του γεγονότος στη δημόσια σφαίρα. Εκτιμώ πως αυτό θα γίνει σύντομα. Το ενδιαφέρον των ιστορικών για τη δεκαετία του '40 τείνει να εξαντληθεί και ήδη στρέφεται προς την Επταετία και τη Μεταπολίτευση, με μια ίσως επετειακή παρένθεση για το '21, λόγω των 200 χρόνων από την Επανάσταση. Τότε πλέον, ξεκινώντας από ασφαλείς βάσεις, θα μπορέσουμε να εκπονήσουμε πολυτροπικές αφηγήσεις, κατάλληλες για τη δημόσια σφαίρα. Κατάλληλες, δηλαδή εύληπτες, ελκυστικές και γι’ αυτό επιδραστικές. Σήμερα, λοιπόν, δεν είμαστε ακόμη έτοιμοι. Θα είμαστε όμως σίγουρα στα πενηντάχρονα της εξέγερσης.

Πηγή: Αυγή