Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2019

Εγώ, η Όλγα



Είναι πλέον βέβαιο πως το 2019 ήρθε με σκοπό να μας τραβήξει ξανά στις αγαπημένες μας σκοτεινές αίθουσες, καθώς κάθε Πέμπτη έχουμε την είσοδο τουλάχιστον δυο ταινιών που αξίζουν την προσοχή μας, όπως το τσέχικο διαμαντάκι των Πετρ Κάζντα και Τόμας Βάινρεμπ. Τα ασπρόμαυρα πλάνα του και το εντυπωσιακό του τρέιλερ υπόσχονταν για ένα ατμοσφαιρικό δράμα που συνηθίζει να μας προσφέρει ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος. Για μία ακόμη φορά οι προσδοκίες μου επαληθεύτηκαν κι ένα ακόμη έργο προστέθηκε στις καλές ταινίες της χρονιάς. 
Η ιστορία βασίζεται σε ένα γεγονός που συνέβη το καλοκαίρι του 1973 στην Πράγα. Μια νεαρή κοπέλα οδηγώντας ένα φορτηγό ανέβηκε σ' ένα πεζοδρόμιο παρασέρνοντας είκοσι ανθρώπους και σκοτώνοντας οκτώ απ΄αυτούς. Η ίδια θα παραδεχτεί την ενοχή της στο δικαστήριο, κάτι που θα την οδηγήσει στην αγχόνη. Μ' αυτήν την κατάληξη, η 22χρονη Όλγα Χεπνάροβα έγινε η τελευταία γυναίκα που εκτελέστηκε στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας. Πάνω σ' αυτήν την μαζική δολοφονία των κατοίκων της Πράγας πάτησαν οι δημιουργοί της ταινίας, αναζητώντας τα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν την νεαρή Όλγα σ' αυτό το αποτρόπαιο έγκλημα. 
Η ταινία προσεγγίζει με αυστηρή ειλικρίνεια όλες τις πτυχές της ιστορίας. Η Όλγα είναι μία αντικοινωνική κοπέλα που ασφυκτιά στον οικογενειακό της κύκλο. Οι σχέσεις της με τους συγγενείς είναι τεταμένες και ψυχρές. Η ίδια δηλώνει στα γενέθλιά της πως θέλει να φύγει μακριά από το σπίτι μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας που την οδήγησε στον εγκλεισμό της σ' ένα ίδρυμα. Από τον χλευασμό της μάνας της που την χαρακτήρισε αδύναμη ακόμα και στο να αυτοκτονήσει πέφτει θύμα κακοποίησης από τα υπόλοιπα κορίτσια που βρίσκονται έγκλειστα στο ίδιο ίδρυμα. Η Όλγα αντιμετωπίζει βουβά την βιαιότητα που υφίσταται απ όλες τις πλευρές. Μοναδική της διαφυγή η μοναχικότητα και το γράψιμο. Δηλώνει πως νιώθει ευτυχισμένη μακριά από τους ανθρώπους και ήρεμη κάθε φορά που συμπεριφέρεται όπως η ίδια επιθυμεί. 
Φεύγοντας από το πατρικό της προσπαθεί να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή της. Το απομονωμένο σπιτάκι στο δάσος θα είναι το προσωρινό της καταφύγιο, μακριά από ανθρώπους που νιώθει πως της κάνουν κακό. Η Όλγα θα αρχίσει να εργάζεται σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων κι από αποθηκάριος θα γίνει οδηγός. Παρά την προκλητικά αργόσχολη στάση των άλλων συναδέλφων της, εκείνη δεν πτοείται και συνεχίζει να προσφέρει τις υπηρεσίες της με τυπική υπευθυνότητα. Παρηγοριά της τα βιβλία κι η αναζήτηση της σεξουαλικής της ταυτότητας. Συνειδητοποιώντας πως είναι λεσβία, αρχίζει μια νέα προσπάθεια επίτευξης μιας σωτήριας ψυχικής ισορροπίας μέσα από τις ερωτικές της σχέσεις. Όμως οι προδοσίες θα την πληγώσουν ανεπανόρθωτα, κλείνοντάς την ξανά στο καβούκι της. 
Αρχίζει πλέον να επικρατεί η παράνοια. Η αδιαφορία της Όλγας απέναντι στην κοινωνία μετατρέπεται σε μίσος. Η αυτοκτονία είναι για 'κείνην η μόνη λύση στα ατέρμονα αδιέξοδα της. Η απώλειά της όμως γίνεται συνάμα ένα δώρο σε όλους αυτούς που την μείωσαν, την ξευτέλισαν και την εκμεταλλεύτηκαν. Αποφασίζει να ορίσει το τέλος της αλλιώς. Η απολογητική της επιστολή για το έγκλημα που είναι έτοιμη να διαπράξει είναι μία κραυγή απόγνωσης όχι για την ίδια αλλά για όλες τις υπόλοιπες κακοποιημένες ψυχές που φοβούνται να μιλήσουν. Όμως ο υπέροχος λόγος της δεν την απαλλάσσει από το έγκλημά της ούτε δικαιολογεί την επιλογή της συγκεκριμένης πράξης. Την πιο σωστή απάντηση της την δίνει ο δικηγόρος της που της λέει πως η ίδια απέδωσε το κακό που έλαβε με ένα μεγαλύτερο κακό. Τίποτα παραπάνω από μια τρύπα στο νερό, καθώς στα μάτια του κόσμου η κοπέλα είναι μια τρελή δολοφόνος κι όχι μια ιδεαλίστρια. Είναι η στιγμή που η Όλγα συνειδητοποιεί πως το τέλος της θα είναι αμείλικτο τόσο για την ίδια όσο και για τις ιδέες της. 


Οι δημιουργοί της ταινίας μπορεί να μην χαρίζονται στην εύθραυστη προσωπικότητα της Όλγας αλλά δεν αφήνουν στο απυρόβλητο κι όλους αυτούς τους παράγοντες που την οδήγησαν στο έγκλημα. Ξεκινούν με την οικογένεια της πρωταγωνίστριας που στέκει απέναντί της ψυχρή κι απόμακρη. Έχουν χτίσει ένα απαίσιο τείχος προσπαθώντας να εγκλωβίσουν την αχαλιναγώγητη προσωπικότητα της κόρης τους. Όμως με το να την ελέγχουν, οδηγούν την Όλγα σε αναζήτηση λύσεων αυτοκαταστροφικών. Μπορεί σε μια δύσκολη στιγμή η μητέρα της Όλγας να αποδέχεται την επιλογή της κόρης της να φύγει από το σπίτι αλλά εξακολουθεί να κρατά κομμένα τα φτερά της με το να την χαρτζιλικώνει επιδεικτικά σε κάθε της επίσκεψη. Μία κίνηση απαίσια με την οποία υπενθυμίζει στη κόρη της πως ποτέ δεν θα καταφέρει να σταθεί επάξια μόνη της με τις δικές της δυνατότητες. Η μητέρα με τη λευκή ιατρική ποδιά και το ανέκφραστο προσωπείο, εκπροσωπεί τον κρυφό φασισμό της αγίας οικογένειας. Αδιάφορη απέναντι στα αδιέξοδα του παιδιού της, ξεσπάει μόνο στο τέλος όταν συνειδητοποιεί πως όλα έχουν τελειώσει. Όμως τότε είναι πια αργά κι η στάση της το μόνο που καταφέρνει να κάνει είναι να δημιουργήσει περισσότερες ενοχές στην ήδη καταρρακωμένη κοπέλα που περιμένει βασανιστικά την εκτέλεση της θανατικής ποινής. Η ταινία λειτουργεί ως παράδειγμα που παρουσιάζει μία από τις χειρότερες πληγές της σύγχρονης κοινωνίας, η οποία δεν είναι άλλη από τους γονείς που φορτώνουν στα παιδιά τους τις ενοχές και τα συμπλέγματα των δικών τους λαθών. 
Στη συνέχεια παρατηρούμε την λάθος λειτουργία των ιδρυμάτων, τα οποία αντί να αναμορφώνουν τους προβληματικούς νέους διεισδύοντας κι επιλύοντας τα προβλήματά τους, τους κλειδώνουν σε τέσσερις τοίχους δίνοντάς τους την δυνατότητα της επικράτησης του πιο ισχυρού. Μέσα σ' αυτήν τη ζούγκλα άρχισε να θεριεύει το κρυφό τέρας της Όλγας.
Ακολουθεί η αρρωστημένη κατάσταση των εργασιακών χώρων. Πόσοι από μας έχουν πέσει θύματα ρουφιανιάς και βιαιοπραγιών από αργόσχολους συναδέλφους. Ακριβώς το ίδιο βιώνει κι η Όλγα. Τυπική, υπομονετική κι εργατική παρατηρεί τους άλλους να κάθονται και να την κοιτούν περιφρονητικά καθώς εκείνη μοχθεί σε ένα καθαρά ανδρικό επαγγελματικό χώρο. Η τυπικότητά της είναι άψογη μέχρι που ένα ανόητο λάθος την οδηγεί σε μια άδικη τιμωρία. Όλες της οι προσπάθειες γκρεμίζονται, την πνίγει το άδικο κι η διάθεσή της για δουλειά εξανεμίζεται απότομα. Η αρχή του τέλους είναι πλέον κοντά. 
Τέλος είναι οι ανθρώπινες σχέσεις. Η Όλγα δεν έχει μάθει να συνυπάρχει με άλλους ανθρώπους. Όσο κι αν προσπαθεί να προσεγγίσει κοπέλες που την φλερτάρουν τόσο τις διώχνει μακριά. Κάθε φορά που επιδιώκει να ανοιχτεί προκαλεί φόβο παρά συμπόνοια. Η αποτυχία στο γυναικείο φύλο συμβαδίζει με την ασυνεννοησία που επικρατεί στο ανδρικό φύλο. Αν και τελικά καταφέρνει να κάνει έναν φίλο, εκείνος τελικά αποδεικνύεται πως δεν είναι τίποτα παραπάνω από έναν τύπο που θέλει να την εκμεταλλευτεί. 


Είναι λογικό πως με όλα τα παραπάνω, δεν θα αργήσει η έκρηξη της πρωταγωνίστριας. Η ίδια γνωρίζει πολύ καλά πως κανείς δεν θα τη στηρίξει. Αποδέχεται την ψυχική της διαταραχή αλλά ξέρει πολύ καλά πως δεν είναι ανόητη. Συνειδητοποιεί πως είναι μόνη απέναντι σε μια αιμοσταγής κοινωνία αλλά υποψιάζεται πως μέσα σ' αυτήν την κοινωνία υπάρχουν κι άλλες μοναχικές ψυχές. Θα μπορούσε να δώσει ένα τέλος, σβήνοντας μεμιάς την ήδη αόρατη παρουσία της όμως θέλει το κλείσιμο να γίνει με πάταγο ώστε να δώσει κουράγιο και δύναμη σε παρόμοιες με τη δική της καταστάσεις.
Η ερμηνεία της πρωταγωνίστριας είναι εντυπωσιακή. H Μιχαλίνα Ολσζάνσκα μπαίνει κυριολεκτικά στο πετσί του ρόλου. Ο βηματισμός της κι η κορμοστασιά της δείχνουν έναν άνθρωπο που έχει παραιτηθεί από τη ζωή παρ' όλο που το βλέμμα της σφύζει από συναισθήματα. Όσα δεν μπορεί να εκφράσει με λόγια, τα λέει σιωπηλά μέσα από το βλέμμα της με τις εκπληκτικές εναλλαγές του καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας. Περισσότερο με άγγιξε η σκηνή που παρατηρεί την μάνα της να κλαίει λίγο πριν την εκτέλεση. Τα λόγια με τα οποία περιγράφει την εσωτερική της κραυγή, την κατατάσσουν στην κατηγορία των αφανών καταραμένων ποιητών. Κάθε φράση της κι ένα ποίημα, κι όσο λιγότερες οι λέξεις τόσο περισσότερο το πάθος που κουβαλούν.
Σκηνοθετικά η ταινία ήταν άρτια. Υπέροχα πλάνα με άψογη ισορροπία κι όμορφες κινήσεις μέσα στο χώρο. Εξαιρετικό και το παίξιμο με το φως. Συγκλονιστική επίσης η παρουσίαση της μαζικής δολοφονίας. Λίγα δευτερόλεπτα ανατριχίλας από τη θαμπή εικόνα των περαστικών που εξαφανίζονται κάτω από το αμάξι με την ακολουθία ανατριχιαστικών ήχων και κραυγών πόνου.
Στο φινάλε η ταινία θύμισε αρκετά Κισλόφσκι, και συγκεκριμένα το συγκλονιστικό επεισόδιο που αναφέρεται στο θάνατο από τον θρυλικό Δεκάλογο. Η σπαρακτική αντίδραση σίγουρα θα προκαλέσει ένα ανατριχιαστικό μούδιασμα στο κοινό αλλά δεν φτάνει με τίποτα την φορτισμένη ατμόσφαιρα που επεφύλαξε το αξεπέραστο τελείωμα εκείνου του επεισοδίου από το Δεκάλογο.
Παρ' όλα αυτά η ταινία κέρδισε τα Βραβεία Czech Lion Καλύτερης Α και Β Γυναικείας Ερμηνείας από την Τσέχικη Ακαδημία Κινηματογράφου και ήταν ταινία έναρξης στο Panorama του φεστιβάλ Βερολίνου.
Την προτείνω ανεπιφύλακτα διότι η διαχρονικότητα των υπαρξιακών ερωτημάτων που θέτονται από την πρωταγωνίστρια, παραμένουν αναπάντητα μέχρι σήμερα.

Βαθμολογία: 7/10

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2019

"Ξεχάστε με στη θάλασσα"




Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας
Είμαι επισκέπτης
Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά
κι έπειτα δεν μου ανήκει
Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει "δικό μου είναι"
Εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία
Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε
Ότι δεν έχω καν όνομα
Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο
Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω
Ξεχάστε με στη θάλασσα
Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία.

Ανέκδοτο ποίημα του Θόδωρου Αγγελόπουλου γραμμένο το 1982, λίγο πριν τη συγγραφή του σεναρίου της ταινίας "Ταξίδι στα Κύθηρα"

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2019

Στην Πύλη της Αιωνιότητας



Έχουν γυριστεί αρκετές ταινίες για τη ζωή και το έργο του Βίνσεντ Βαν Γκογκ. Μια πλούσια συλλογή που προσφέρει μέσα από διαφορετικά πρίσματα την μοναδικότητα αυτής της προσωπικότητας. Από την αξεπέραστη ερμηνεία του Κέρκ Ντάγκλας το 1956 με την ταινία "Η ζωή ενός ανθρώπους" στον αριστουργηματικό ζωντανό πίνακα του "Loving Vincent" που απολαύσαμε πριν από δύο χρόνια στις κινηματογραφικές αίθουσες. Τι άλλο θα μπορούσαμε να δούμε λοιπόν για την μυθιστορηματική ζωή αυτού του ανθρώπου; Η απάντηση δίνεται στην τελευταία ταινία όπου ανακαλύπτουμε με ιδιαίτερη μαεστρία τον εσωτερικό κόσμο του Ολλανδού ζωγράφου. 
Ο σκηνοθέτης Τζούλιαν Σνάμπελ προσπαθεί με ένα άκρως πειραματικό τρόπο να προσεγγίσει τον τρόπο με τον οποίο ο Βαν Γκογκ έβλεπε κι ανέλυε τον κόσμο γύρω. Προσπερνώντας λοιπόν τις ιστορικές αναφορές που κάθε άλλη κινηματογραφική βιογραφία θα χε, η ταινία επικεντρώνεται στο άγχος του καλλιτέχνη κατά τη διάρκεια αναζήτησης πηγών έμπνευσης, στην επιθυμία του να δημιουργήσει και στην ανάγκη του να αλληλεπιδράσει με τους υπόλοιπους ανθρώπους. 
Η κίνηση της κάμερας κι η μουσική που τη συνοδεύει δήλωναν με άψογο τρόπο την ένταση που τυραννούσε τον Βαν Γκογκ. Ο επαναλαμβανόμενος θόρυβος ενός παραθύρου που δεν έχει κλείσει καλά, ο μουντός καιρός με τον δαιμονισμένο αέρα που κάνει τα κλαδιά να τρίζουν πάνω στο τζάμι, οι τρύπιες κάλτσες μέσα στα άβολα και φθαρμένα παπούτσια, το κρύο που διαπερνά τα γάντια και τα λιωμένα πανωφόρια, παράγοντες που αποσπούσαν την προσοχή του ζωγράφου ο οποίος αποφασίζει τελικά να αναζητήσει το φως που θα του δώσει όρεξη για ζωή και δημιουργία. 
Απηυδισμένος από την κουλτουριάρικη κάστα του Παρισιού κι έχοντας ως πρότυπο τον Πωλ Γκογκέν που τα παράτησε όλα για να βρει την έμπνευσή του στην Μαδαγασκάρη, ο Βαν Γκογκ κατηφορίζει στο χωριό Αρλ. Περιπλανώμενος στην πλούσια από χρώματα και μυρωδιές ύπαιθρο του γαλλικού νότου, αρχίζει να ζωγραφίζει έχοντας ως θέμα του τα τοπία και τους ανθρώπους. Όμως η αντικοινωνική του στάση θα τον καταστήσει ως αποδιοπομπαίο τράγο ενώ η επιθετικότητα της κλειστής κοινωνίας θα τον οδηγήσουν στο τρελοκομείο. 
Η κατάσταση όμως αρχίζει να βελτιώνεται μετά την παρέμβαση του Τεο Βαν Γκογκ, αδελφού του ζωγράφου ο οποίος χρηματίζει τον Πωλ Γκογκέν συνάπτοντας μαζί του μια συμφωνία. Θα αγόραζε κάθε μήνα έναν πίνακά του αρκεί να συντροφεύει τον Βίνσεντ Βαν Γκογκ στην Αρλ. Οι δύο ζωγράφοι θα συνάψουν μια ιδιαίτερη φιλία, η οποία στην ταινία παρουσιάζεται περισσότερο ως μια συμφεροντολογική εκμετάλλευση. Οι εύθραυστες ισορροπίες που δημιουργούνται, κλυδωνίζονται ανεπανόρθωτα όταν ο Γκογκέν φεύγει για Παρίσι καθώς του ήρθε η πολυπόθητη είδηση πως το έργο του έχει αναγνωριστεί και μπορεί άνετα να συγκαταλεγεί στην καλλιτεχνική ελίτ της γαλλικής πρωτεύουσας. Ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ νιώθοντας προδομένος, ξεσπάει πάνω στο αριστερό του αυτί. Η κίνησή του αυτή θα σημάνει και την ολοκλήρωση της παραμονής του σ' αυτήν την πόλη. Θα κλειστεί ξανά σε άσυλο αλλά η διάθεσή του για ζωγραφική θα μείνει η ίδια. Τελευταίος του σταθμός θα είναι η Οβέρ Σιρ Ουάζ όπου θα πέσει θύμα πυροβολισμού. Μία εγκληματική πράξη που θα διακόψει απότομα την προσπάθεια του ζωγράφου στο να βρει τις απαντήσεις πάνω στα υπαρξιακά ερωτήματα που ο ίδιος είχε θέσει στον εαυτό του. 


Η ζωή του Βαν Γκογκ είναι από τις περισσότερο γνωστές στην Ιστορία της Τέχνης. Ο καημός του να αναγνωριστεί το έργο του κι η πίκρα που του προκάλεσε ο κοινωνικός και καλλιτεχνικός χλευασμός στάθηκαν πυλώνες στην επιμονή του να παρουσιάσει με τον δικό του τρόπο το πως έβλεπε τον κόσμο γύρω του. Πάνω σ' αυτήν την επιμονή στηρίζεται ο σκηνοθέτης με το να εστιάζει όλη την ώρα στο βλέμμα του Γουίλιαμ Νταφόε καθώς αυτός παρατηρεί με πάθος και διακριτικότητα τη φύση και τους ανθρώπους γύρω του. Κι όταν τα μάτια του κουράζονται, τα κλείνει κι αφήνεται στην αφή και στην όσφρηση. Θα μπορούσα άνετα να χαρακτηρίσω ποιητικές τις στιγμές που ο ζωγράφος αφήνεται στα χάδια των σταχυών που χορεύουν στις ριπές του αέρα αλλά και στις σιωπηλές του ατενίσεις προς το ηλιοβασίλεμα. Για να δώσει ένταση στις στιγμές έμπνευσης, ο σκηνοθέτης μας παρουσιάζει παράλληλα και την αγωνιώδης αναζήτηση της. Σε κείνα τα πλάνα παρατηρούμε την νευρικότητα που εκπέμπει ο βηματισμός του ζωγράφου καθώς αυτός απομακρύνεται από το κοινωνικό περιβάλλον και χάνεται στην ύπαιθρο αναζητώντας το κατάλληλο κάδρο.  Βρήκα παράλληλα πολύ έξυπνα τα φίλτρα που χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης, δίνοντας ένα χρυσαφί χρώμα στα πλάνα, θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο να τονίσει το φως του ήλιου που αναζητούσε ο ζωγράφος για τα έργα του ενώ συγκίνηση προκαλούσε η θολούρα που πιθανότατα συσχετιζόταν με το δακρυσμένο βλέμμα του Βαν Γκογκ όπως στη σκηνή που μαθαίνει για την αναχώρηση του Γκογκέν και στην απρόσμενη συνάντηση με μια βοσκοπούλα. Παράλληλα η επιλογή των κοντινών πλάνων όλων εκείνων που περιέβαλαν τον ζωγράφο είχε ως σκοπό να αποτυπωθεί η ασφυξία που του προκαλούσαν. Τέλος βρήκα έξυπνη την επιλογή των κοφτών μαύρων πλάνων που εμφανίζονταν ξαφνικά και συνοδεύονταν με σκέψεις του Βαν Γκογκ. Μια απ' αυτές που με άγγιξαν περισσότερο ήταν η πρώτη που ακούστηκε, όπου ο δημιουργός αναρωτιέται γιατί δεν μπορεί να ανήκει μαζί με τους υπόλοιπους ζωγράφους. 
Για να πετύχει ο κινηματογραφικός πειραματισμός του σκηνοθέτη, χρειάστηκαν κι οι απαιτητικά καλές ερμηνείες των ηθοποιών. Συναντάμε λοιπόν τον Γουίλιαμ Νταφόε σ' έναν από τους σημαντικότερους ερμηνευτικούς σταθμούς της μέχρι τώρα καριέρας του. Οι σπασμωδικές κινήσεις του προσώπου του, το απεγνωσμένο βλέμμα του και τα βουβά του χείλη πέτυχαν μία πειστική αποτύπωση της εικόνας του Ολλανδού ζωγράφου που όλοι έχουμε πλάσει στο μυαλό μας. Συγκινητικός, ευαίσθητος, οραματιστής και συνάμα αντικοινωνικός κι απεγνωσμένος. Εξαιρετικοί όμως στις ερμηνείες τους υπήρξαν και οι υπόλοιποι ηθοποιοί. Συγκεκριμένα ο Όσκαρ Άιζακ στο ρόλο του Πολ Γκογκέν κι ο Ρούπερτ Φρεντ στο ρόλο του Τεο Βαν Γκογκ. Συγκίνηση μου προκάλεσε η παρουσία της Εμανουέλ Σενιέ που με είχε γοητεύσει στα "Μαύρα Φεγγάρια του Έρωτα" και στην "Ένατη Πύλη" ενώ επιβλητική ήταν η μικρή αλλά άκρως ενδιαφέρουσα συμμετοχή του Μαντ Μίκελσεν.
Η πετυχημένη συνταγή της ταινίας συμπληρώνεται με την εξαιρετική φωτογραφία του Μπενουά Ντελόμ ντυμένη με την ονειρική μουσική της Τατιάνα Λισόφσκαγια. Τα απαλά χάδια των πλήκτρων εξακολουθούσαν να ακούγονται στα αυτιά μου πολύ μετά το πέρας της προβολής.


Καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας κυρίαρχο στοιχείο παραμένει η εικόνα κι ακολουθεί ο λόγος του ζωγράφου, ο οποίος σαν σκέψη έρχεται και ντύνει τη μεθυστική ατμόσφαιρα, ο οποίος λιτός κι ουσιώδης, σκιαγραφεί καλύτερα την προσωπικότητα του ζωγράφου. Παράλληλα η κίνηση της κάμερας είναι απότομη και κοφτή, σαν να αντιγράφει τις πινελιές του Βαν Γκογκ, ο οποίος επιθυμούσε να ζωγραφίζει με ένταση κι όχι με ηρεμία κι απαλότητα. 
Η ταινία καταφέρνει επιτυχώς να περιγράψει την εικόνα του κόσμου μέσα από τα μάτια και την ψυχή του Βαν Γκογκ, φανερώνοντάς μας τα μονοπάτια που μόνος του περπάτησε για να καταφέρει εντέλει να δει την όψη της αιωνιότητας αντικρύζοντας τα ηλιοβασιλέματα και τα υπέροχα τοπία. Ένα χάρισμα μοναδικό που προσπάθησε να αιχμαλωτίσει μέσα από τους πίνακές του και να το δείξει στον κόσμο παρόλο που κανείς δεν μπορούσε τότε να το κατανοήσει. Γι' αυτόν τον λόγο δεν έγινε αποδεκτός.
Η Πύλης της Αιωνιότητας είναι μια ταινία που ξεφεύγει από τα συνηθισμένες βιογραφικές ταινίες. Από την μια γίνεται δυσνόητη και φλύαρη για μη εξοικειωμένο κοινό αλλά από την άλλη αναδεικνύει με τρυφερότητα την μαγεία της δημιουργίας που μόνο ένας ζωγράφος-σκηνοθέτης θα μπορούσε να προσφέρει.

Βαθμολογία: 8/10

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2019

Δέκα χρόνια έκλεισε το laternative


Μια δεκαετία laternative λοιπόν. Μια υπολογίσιμη χρονική περίοδος για την ως τώρα  ζωή μου. Μία περίοδος όπου άρχισα τις κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές μου αναζητήσεις και καταγράφηκε σ' αυτό το ιστολόγιο. 
Όλα ξεκίνησαν με τα πρώτα βήματα της ελεύθερης ζωής αμέσως μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής θητείας. Μέρες όπου κυριαρχούσε ένα αίσθημα αισιοδοξίας στη σκέψη πως όλη η ζωή είναι πλέον μπροστά μου. Όμως αυτό το αίσθημα κόπηκε απότομα την άνοιξη του 2010 με την αρχή της οικονομικής κρίσης. Πανικός, άγχος, αμφιβολίες, εσωστρέφεια κι αναζητήσεις του τι πήγε στραβά. Χρειάστηκε καιρός για να πατήσω σταθερά στα πόδια μου. Να συνειδητοποιήσω πως όσο λιγότερο υλιστής είναι κάποιος τόσο πιο εύκολα μπορεί να βρει λύσεις μέσα σε μια κοινωνία αποχαυνωμένη και μίζερη. Και να λοιπόν, δέκα χρόνια μετά, συνειδητοποιώ πως όλη μου η προσπάθεια δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια ακόμη αρχή. Κάθε μέρα είναι ένα νέο ξεκίνημα και κάθε στιγμή εμπεριέχει έναν λόγο για να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας. Σκέψεις και προβληματισμοί που αναπτύχθηκαν και μέσα απ' αυτό το ιστολόγιο, μέσα απ' το οποίο ήρθα σε επαφή με άλλους ανθρώπους που έχουν παρόμοιους προβληματισμούς.
Με το πέρασμα όμως των χρόνων συνειδητοποίησα πως η ζωή είναι εκεί έξω κι όχι πάνω από ένα πληκτρολόγιο. Οι προσωπικοί μου προβληματισμοί μεταφέρθηκαν στις συνάξεις φίλων και το προσωπικό μου ιστολόγιο μετατράπηκε σε μία ακόμη απρόσωπη ιστοσελίδα απόψεων άλλων εκφραστών που με βρίσκουν σύμφωνο. Αυτό όμως είχε ως συνέπεια να χάσει η σελίδα μου την μοναδικότητα που είχε όλα αυτά τα χρόνια. Ένα λάθος που συνειδητοποίησα τον περασμένο χρόνο. 
Ο κύκλος λοιπόν που ακολουθούσε μέχρι σήμερα το laternative κλείνει. Όχι όμως η σελίδα. Θα παραμείνει ανοιχτή αλλά θα περιοριστεί μόνο σε κείμενα δικά μου, τα οποία θα χουν σχέση με τον κινηματογράφο που λατρεύω και στα ταξίδια που κάνω αλλά και σε πολιτικές απόψεις που θα εκφράζω όταν έχω πραγματικά κάτι να πω. 
Αυτό όμως που θα θελα περισσότερο να πω είναι ένα μεγάλο ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου σε όλους εσάς που εξακολουθείτε να με τιμάτε με τις επισκέψεις σας και τα όμορφα σας σχόλια. Μου δίνετε τη δύναμη να συνεχίζω...

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2019

Η Στολή του Λοχαγού



Το νέο κινηματογραφικό έτος φαίνεται πως έχει μπει δυναμικά. Μετά την αριστουργηματική Άγρια Αχλαδιά ακολούθησε μια γερμανογαλλική παραγωγή που με εντυπωσίασε τόσο στο στήσιμο της όσο και στο θέμα που καταπιάνεται. Η Στολή του Λοχαγού, που κέντρισε το ενδιαφέρον μου από την περασμένη χρονιά, στάθηκε άξια των προσδοκιών μου, προσφέροντας ένα αριστοτεχνικό κινηματογραφικό έργο που παρουσιάζει με σκληρό τρόπο την παράνοια ενός πολέμου που βαίνει στο τέλος.
Ο γνωστός μέσα από χολιγουντιανές παραγωγές σκηνοθέτης Ρόμπερτ Σβέντκε αποφάσισε να πειραματιστεί με ένα ασπρόμαυρο έργο που καταφέρνει να αποτυπώσει το χάος των τελευταίων ημερών ενός καθεστώτος που επεδίωξε να κατακτήσει τον κόσμο. Ο πανικός που επικρατούσε στις στρατιωτικές μονάδες γίνεται εμφανής από τα πρώτα λεπτά της ιστορίας καθώς ένας φαντάρος προσπαθεί να σωθεί από μια ομάδα συμπολεμιστών του που κυνηγούν λιποτάκτες. Αφού καταφέρνει να διαφύγει τόσο από τους στρατιώτες που τον κυνηγούν όσο κι από κατοίκους της περιοχής που δολοφονούν με συνοπτικές διαδικασίες τους πλιατσικολόγους, συναντάει τυχαία ένα εγκαταλελειμένο τζιπ μέσα στο οποίο βρίσκει μια βαλίτσα με τη στολή ενός λοχαγού. Χωρίς να χρονοτριβεί υιοθετεί το νέο του ρόλο προσπαθώντας μ' αυτόν τον τρόπο να επιβιώσει από το ανελέητο κυνηγητό που έχει εξαπολύσει το Τρίτο Ράιχ σε όλους αυτούς που προδίδουν τον "ιερό σκοπό" της πατρίδας τους. 
Στη παράλογη πορεία που επιλέγει να χαράξει, ακολουθείται κι από άλλους λιποτάκτες. Σιγά-σιγά δημιουργείται μεταξύ τους μια περίεργη κατάσταση καθώς όλοι γνωρίζουν την αλήθεια αλλά επιλέγουν να παίξουν τους ρόλους τους πιστεύοντας πως μόνο έτσι θα ξεμπερδέψουν από τις ευθύνες που τους βαραίνουν. Η κατάσταση όμως ξεφεύγει όταν επισκέπτονται ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης λιποτακτών. Προσπαθώντας ο "ήρωας" να υποστηρίξει τον νέο του ρόλο μετατρέπεται σε ένα αιμοδιψές κτήνος που αναλαμβάνει την ευθύνη του σχεδιασμού ενός απάνθρωπου μακελειού των κρατουμένων. 
Η ψυχική κατάσταση της ομάδας ξεφεύγει όταν η παράνοια αποδεικνύεται αποτελεσματική και σωτήρια. Μετά από έναν βομβαρδισμό που ισοπεδώνει ολόκληρο το στρατόπεδο συγκέντρωσης, το μακελειό μεταφέρεται σε μια γερμανική πόλη μέχρι που ο ήρωας συλλαμβάνεται και γνωστοποιείται η πραγματική του ταυτότητα. Η δίκη που ακολουθεί αποκαλύπτει την τρέλα που κουβαλάει η εκάστοτε εξουσία ενώ η θεία δίκη δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια εξοργιστική ειρωνεία της όλης κατάστασης.


Παρ' όλο που η ταινία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, θα προσπαθήσω να μην αναφερθώ στο σενάριο και στην εξέλιξη της ιστορίας. Ο κυριότερος λόγος αυτής μου της στάσης είναι πως η ταινία κατάφερε να κρατήσει το ενδιαφέρον μου αμείωτο από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Ένα προσόν που σπανίζει πολύ στις μέρες μας. Οπότε δε θα θελα με τίποτα να χαλάσω την προβολή όσων αποφασίσουν να την δουν. Θα αναφερθώ όμως σε όλα αυτά που μ' έκαναν να θεωρήσω τη συγκεκριμένη ταινία ξεχωριστή κι αξιόλογη.
Πρώτα απ' όλα η ασπρόμαυρη επιλογή του σκηνοθέτη καταφέρνει να περάσει με εκπληκτικό τρόπο το ζοφερό κλίμα των τελευταίων ημερών του πολέμου. Ισορροπημένα καδραρίσματα και πεντακάθαρα πλάνα που προσθέτουν μια απόκοσμη ζωντάνια σε κάθε τι. Είναι εντυπωσιακό που ορισμένες στιγμές σου δίνεται η εντύπωση πως βλέπεις χρώματα όπως τα γαλάζια μάτια του πρωταγωνιστή, όταν η κάμερα εστιάζει στο βλέμμα του ή το κόκκινο του αίματος που αναβλύζει από τις ανοιγμένες πληγές. Εξαιρετικό όμως και το στήσιμο της κάμερας τόσο στις αποτρόπαιες σκηνές των μαζικών εκτελέσεων όπου η φρίκη προσπαθεί να κρυφτεί με διάφορα τεχνάσματα παρ' όλο που η οθόνη γεμίζει από κραυγές και πόνο ενώ παράλληλα εξαιρετική είναι η ατμόσφαιρα που κυριαρχεί στους κλειστούς χώρους. Οι άδειοι χώροι σηματοδοτούν το τέλος μιας αήττητης στρατιωτικής δύναμης ενώ τα βυθισμένα στους καπνούς και στο αλκοόλ πάρτι που πραγματοποιούνται επιβεβαιώνουν την τρέλα αυτών των ανθρώπων. Εξαιρετική ιδέα της μικρής έγχρωμης πινελιάς που παρουσιάζει σε παρόντα χρόνο την σημερινή γαλήνη της περιοχής όπου διαδραματίστηκε το μακελειό του στρατοπέδου συγκέντρωσης.
Έπειτα είναι ο ήχος κι η ατμοσφαιρική μουσική που πλαισιώνουν το έργο. Χωρίς μουσικά κομμάτια, η ταινία αφήνεται στις ριπές των όπλων που σπάνε τις σιωπηλές στιγμές ενώ σε κάθε σκηνή που η αγωνία εκτοξεύεται στα ύψη ένας επαναλαμβανόμενος εφιαλτικός ήχος μας προκαλεί ανατριχίλα. 
Επίσης σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι εκπληκτικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών και κυρίως του πρωταγωνιστή που ερμηνεύει τον σατανικό Γουίλι Χέρολντ. Ο πρωταγωνιστής καταφέρνει να κερδίσει τις εντυπώσεις εκφράζοντας όλα τα συναισθήματα μέσα από το ψυχρό του βλέμμα. Είναι εκπληκτικές οι εναλλαγές των συναισθημάτων του μέσα από τις μικρές σχεδόν ανεπαίσθητες κινήσεις των ματιών του. Από τον φόβο στην έπαρση κι από την αγωνία στο ξέσπασμα. Το μόνο που του λείπει είναι το χαμόγελο και τα ανθρώπινα συναισθήματα. Αυτό έχει ως συνέπεια να κυριαρχούν κυρίως οι μαύρες σκέψεις. Ο φόβος, το μίσος κι η οργή.
Τέλος βρήκα έξυπνους τους συμβολισμούς, οι οποίοι δεν κρύβονται πίσω από αινιγματικές σκηνές ούτε χάνονται σε δυσνόητους διαλόγους. Οι λιτές κουβέντες που ακούγονται προσφέρουν μία νότα κατάμαυρης κωμωδίας ενώ η σκηνή που εκπροσωπεί ολόκληρη την ταινία είναι η περιπλάνηση του νεαρού πρωταγωνιστή πάνω από ένα μονοπάτι σκελετών.  


Η ταινία περιγράφει με λιτό και σκληρό τρόπο το απάνθρωπο πρόσωπο του φασισμού αλλά και την αποκτήνωση του ανθρώπου όταν βρίσκεται σε θανάσιμο κίνδυνο. Με σταθερό ρυθμό παρουσιάζεται η αποσάθρωση κάθε νόμου και λογικής, παρομοιάζοντας την σήψη εκείνων των ημερών με την σημερινή πολιτική παρακμή όπου ο νεοφιλελευθερισμός κάνει τα στραβά μάτια, δίνοντας έδαφος στο ρίζωμα του φασισμού. Η δίκη παρωδία φανερώνει πως κάθε καθεστώς έχει ανάγκη τον φασισμό. Τον καμουφλάρει, τον κρύβει ή του αλλάζει όψη μόνο και μόνο για να τον διατηρήσει σε κάποια μελλοντική χρήση. 
Τέλος η ταινία φανερώνει την τρέλα που προκαλεί η εξουσία σε όσους την κατέχουν. Μια τρέλα που εντείνεται ανάλογα με την εξύψωση του κάθε ατόμου. Όσο πιο πάνω ανεβαίνει κανείς τόσο πιο πολύ χάνει τα λογικά του. Όπως ο νεαρός που μετατρέπεται μέσα σε μία στιγμή από απλός φαντάρος που έχει λιποτακτήσει σε σημαντικό λοχαγό που του έχει ανατεθεί μία μυστική αποστολή από τον ίδιο τον Χίτλερ. 
Κλείνοντας θα ήθελα να αναφερθώ στους ευφάνταστους τίτλους τέλους που έκαναν αρκετούς από τους θεατές να μείνουν στις θέσεις τους ως το τέλος. Ο φασισμός δεν νικήθηκε κι ούτε εξαφανίστηκε αλλά εξακολουθεί να περιφέρεται στις πόλεις μας. Ναι μεν ορατός αλλά δύσκολα αναγνωρίσιμος από ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας. Η συγκεκριμένη πρωτότυπη ιδέα προσθέτει επιπλέον πόντους σ' αυτήν την ταινία.
Η Στολή του Στρατιώτη μπορεί να χαρακτηριστεί αντιπολεμική, θρίλερ, δράμα αλλά και μαύρη κωμωδία. Δε ξέρω ποιο να πρωτοδιαλέξω. Σίγουρα όμως μπορώ να πω πως είναι μία πετυχημένη μίξη όλων των παραπάνω ειδών που προσφέρουν μια εξαιρετική αφορμή για συζήτηση και προβληματισμό. Μακάρι να υπάρξουν κι άλλες ανάλογες δημιουργίες.

Βαθμολογία: 8/10

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019

Πολιτική Ορθότητα: Η σύγχρονη παράνοια




του Γιώργου Πανόπουλου

Η κατάσταση έχει φτάσει σε οριακό σημείο, ή μάλλον στο ίδιο ανησυχητικό σημείο της περιβαλλοντικής καταστροφής. Η φύση ουρλιάζει για το βιασμό της με τον ίδιο τρόπο που τα ελάχιστα εγκεφαλικά κύτταρα που δεν έχουν διαβρωθεί από την περιρρέουσα ασημαντότητα ουρλιάζουν για την επέλαση της πολιτικής ορθότητας.
Φοβόμαστε μήπως χρησιμοποιήσουμε μια λάθος λέξη, μήπως θεωρηθούμε προσβλητικοί και πρωτόγονοι, ή μήπως είμαστε ρατσιστές, σεξιστές, ομοφοβικοί. Ο φόβος που πλανιέται από πάνω μας και μέσα μας δεν μας επιτρέπει να μιλήσουμε, να γράψουμε, να σκεφθούμε. Όλα πρέπει να είναι στρογγυλεμένα, χωρίς αιχμές, χωρίς πάθος, χωρίς λάθη. Η Πολιτική Ορθότητα μάς απειλεί με σηψαιμικό σοκ.
Λίγα λόγια για το έργο. Η Πολιτική Ορθότητα αναπτύχθηκε στο Ινστιτούτο των Κοινωνικών Ερευνών της Φρανκφούρτης που δημιουργήθηκε το 1923 και έγινε γνωστό ως η Σχολή της Φρανκφούρτης. Η ομάδα των διανοητών που την απάρτιζαν είχε ένα πρόβλημα: Γιατί ο κομμουνισμός δεν μπορούσε να διαχυθεί στην Δύση; Η απάντησή τους: τον εμπόδιζε η Δύση. Και ποιό ήταν το πρόβλημα με το Δυτικό Πολιτισμό; Η πίστη του στο Άτομο και στη δυνατότητά του να αναπτύξει στέρεες ιδέες, ενώ η κομμουνιστική θεωρία θεωρούσε ότι στέρεες ιδέες μπορούν να προέλθουν μόνο από τη συλλογικότητα των μαζών. Το Άτομο δεν ήταν τίποτα. Πίστευαν ότι ο μόνος τρόπος για να επεκταθεί ο κομμουνισμός (και δια της βίας ει δυνατόν) ήταν να βοηθήσουν τον Δυτικό Πολιτισμό να αυτοκαταστραφεί. Πώς θα γινόταν αυτό; Αλλάζοντας το Λόγο και το τρόπο Σκέψης τους. Επιβάλλοντας την ιδέα ότι η γλώσσα όταν εκφράζει τα πιστεύω σου απαξιώνει τους άλλους και έτσι δημιουργεί ανισότητες και αδικίες. Αυτό το ονόμασαν κάτι που ακούγεται θετικό: Πολιτική Ορθότητα.
Έτσι φτάσαμε σήμερα να ονομάζουμε τους ηλικιωμένους «πρεσβύτερους», τα γκέτο μεταμορφώθηκαν γλωσσικά σε «εσωτερικές πόλεις», το πρόβλημα έγινε «θέμα», οι φυλακές έγιναν «τόποι αναμόρφωσης», ο γιατρός έγινε «χορηγός υγείας», οι ανήλικοι εγκληματίες έγιναν «παιδιά υψηλού κινδύνου», τα Χριστούγεννα αντικαταστάθηκαν από τον όρο «Χαρούμενες Διακοπές» -ενώ στα ημερολόγια αντικαταστάθηκαν από τον όρο «Χειμερινές Διακοπές», το TΙΜΕ αντικατέστησε το Man of the Year με το «Person of the year», η περικοπή από το Ευαγγέλιο του απόστολου Ματθαίου “..man does not live by bread alone..” έγινε “… people do not live…” , γυναίκες και άντρες αστυνομικοί ονομάζονται «αστυνομικοί υπάλληλοι», η λέξη sex αντικαταστάθηκε από τη λέξη “gender” και ο Θεός αντικαταστάθηκε από το S/he God. Η προσαρμογή ήταν στην αρχή διστακτική. Περάσαμε από το «μαύρος» στο «αφροαμερικάνος», από το «διανοητικά καθυστερημένος» στο «άτομο με αναπτυξιακή υστέρηση». Η γλωσσοκάθαρση δεν ήταν ακόμα επιθετική. Ήταν ζήτημα χρόνου. Σε λίγα χρόνια η ορθότητα άρχισε να υπερδιορθώνει τον εαυτό της δημιουργώντας συνεχώς καινούργιους ευφημισμούς που μοιάζουν όλο και περισσότερο με γελοιογραφίες: ο κοντός έγινε «κάθετα μειονεκτικός », ο φαλακρός «άτομο δεν μειωμένους θύλακες τριχών» και τα ζώα «τετράποδοι μη ανθρώπινοι συνεργάτες», κλπ. Μήπως θα πρέπει να αρχίσουμε να ονομάζουμε τα θύματα της πείνας στην Αφρική «ανθρώπους με μηδενική ημερήσια κατανάλωση θερμίδων» -ή μήπως αυτός ο χαρακτηρισμός υπάρχει ήδη ;
Η Π.Ο. επανήλθε ως κράμπα στην αμερικάνικη σκέψη της δεκαετίας του 90 για να περάσει σαν γενικευμένο νευρικό τικ της δυτικής κοσμοαντίληψης στη δεκαετία του 2000 κι ύστερα στην δεκαετία του 2010 απλώνεται και μεταδίδεται σαν πανούκλα μέσα από τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης. Ο συνδυασμός new age και πολιτικής ορθότητας που είναι ούτως ή άλλως ολέθριος, στην Ελλάδα έχει εμπλουτιστεί και μ΄ ένα καλπάζοντα αντιπαθητικό μικροαστισμό κατά τον οποίο μόλις αποδράσεις από την κοινοτοπία του "καλού ανθρώπου", δηλαδή μόλις αποκτήσεις διαφορετική άποψη, γνώμη, θέση αυτόματα γίνεσαι "εμπαθής", "κακός", "φρίκ" και καλείσαι να επανέλθεις στην τάξη (τους).
Όμως κάθε φορά που απαγορεύεις και κατακεραυνώνεις μια λέξη, μια φράση, μια γνώμη αφαιρείς μια πέτρα από το δημοκρατικό οικοδόμημα. Οι δυτικές κοινωνίες επιδεικνύουν την ανικανότητά τους στην λύση ενός προβλήματος αφαιρώντας λέξεις.
Η Π.Ο. που θα μπορούσε να σημαίνει και Πληκτική Ομοιογένεια είναι μια ύπουλη ιδεολογία που βάζει το μυαλό σου στον κάδο του πλυντηρίου τραντάζοντας το μέχρις εξουθενώσεως. Στην μία πλευρά του περιγράφει μια φιλελεύθερη εκστρατεία που έχει στόχο να πείσει τους θεσμούς και το πλατύ κοινό να συμπεριφέρονται σε όλους ισότιμα ανεξάρτητα από το φύλο, το χρώμα και τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Όπως όλες οι εκστρατείες στις δημοκρατίες μπορεί να νικήσει μόνο με πειστικά επιχειρήματα. Όμως η Π.Ο έγινε ένας μισητός όρος επειδή στον πυρήνα του περιέχει τη σιωπή κάθε επιχειρήματος.
Κάποιος είπε ότι η ουσία της ελευθερίας βρίσκεται στους πολλούς που θυσιάζονται για τους λίγους. Αβανταδόρικη άποψη που μπορείς να την υιοθετήσεις χωρίς δισταγμό. Όμως στις μέρες μας, σήμερα στο 2018 δεν είναι ταμπού να σκεφτείς, να αντικρούσεις ή να κριτικάρεις την αυξημένη επιρροή και τη δύναμη των μειοψηφιών.
Το σημαντικό για όσους τουλάχιστον μιλάνε για την ελευθερία του λόγου, του τύπου, ή για την ελευθερία της έκφρασης είναι ότι οι δημοσιογράφοι, οι πολιτικοί και οι πολίτες δεν πρέπει να εκφοβίζονται και να τιμωρούνται για την έκφραση της γνώμης τους αφού υποτίθεται ότι έχουμε το δικαίωμα της απόψής μας. Και φυσικά δεν χρειάζεται να την πέφτουμε σε οποιοδήποτε εκφράζει χιούμορ, αστειεύεται ή σατιρίζει: το χιούμορ ή είναι ελεύθερο ή δεν είναι. Το χιούμορ αποτελεί βασικό συστατικό της δημοκρατίας και για τους περισσότερους ανθρώπους το γέλιο είναι μια υγιής δικλείδα ασφαλείας σε ένα γκρίζο παγκοσμιοποιημένο κόσμο.
Η πολιτική ορθότητα έχει ξεφύγει εντελώς στα αμερικάνικα πανεπιστήμια. Οι φοιτητές την απαιτούν με φανατισμό και τη θεσμοθετούν. Υπάρχει ένα κίνημα που συνεχώς απλώνεται για να μειώσει τις «μικροεπιθέσεις» -δηλαδή υπόγειες δράσεις ή δηλώσεις που ενισχύουν τα πολιτισμικά και φυλετικά στερεότυπα. Οι φοιτητές επίσης δημιουργούν κανόνες στις σχολές που περιέχουν προειδοποιήσεις για βιβλία που προκαλούν δυνατά αισθήματα. Πρόκειται για ένα κίνημα που καθαρίζει τα πανεπιστήμια από λέξεις, ιδέες και θέματα που μπορεί να προκαλέσουν δυσαρέσκεια ή να προσβάλλουν.
Οι μικρο-επιθέσεις (micro-aggressions) είναι μικρές πράξεις ή λεκτικές επιλογές που εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να κρύβουν κάτι κακό αλλά εν τούτοις θεωρούνται σαν ένα είδος βίας. Για παράδειγμα σε κάποια πανεπιστήμια είναι μικροεπίθεση να ρωτήσεις ένα Αμερικανοασιάτη, ή Λατινοαμερικάνο «Πού γεννήθηκες;» γιατί αυτό υπονοεί ότι δεν είναι πραγματικός αμερικανός. Επίσης λένε ότι Ο Μεγάλος Γκάτσμπι του Σκοτ Φιτζέραλντ περιέχει μισογυνισμό και φυσική κακοποίηση γι΄ αυτό και φοιτητές που έχουν υποστεί κακοποίηση ή ρατσιστική βία καλό είναι να αποφύγουν τέτοιου είδους βιβλία που μπορούν να ενεργοποιήσουν το τραύμα. Το περιοδικό New Yorker έγραψε πρόσφατα ότι φοιτητές της νομικής ζήτησαν από τους καθηγητές του Χάρβαρντ να μην διδάσκουν τα αδικήματα του βιασμού και να μην χρησιμοποιούν τη λέξη «παραβίαση» (σε εκφράσεις όπως «παραβίαση του νόμου») επειδή μπορεί να προκαλέσει δυσφορία στους φοιτητές. 
Βρισκόμαστε αντιμέτωποι μιας μαζικής επέλασης Π.Ο. που δεν θα σταματήσει μέχρι που η γλώσσα να γίνει γλωσσοδέτης, μέχρι που η γλώσσα να μην αντιστοιχεί σε καμία πραγματικότητα. Δημιουργείται μια γενιά από αντισηπτικούς νέους πολίτες εντελώς απροετοίμαστων για την κανονική ζωή που επί πλέον καταστρέφουν την ουσία της ανώτατης εκπαίδευσης που είναι να μην διδάσκεσαι Τι να Σκέφτεσαι αλλά Πώς να Σκέφτεσαι κι επί πλέον διακινδυνεύει την ψυχικής της υγεία με το να μην αντιμετωπίζει τίποτα από ό,τι φοβάται, περιέχει, απωθεί και αποφεύγει. Τα παιδιά μεγαλώνουν σε μια κουλτούρα που «δεν θα κρατήσουμε σκορ στο παιχνίδι γιατί δεν θέλουμε να χάσει κανείς». Με το φανατισμό που επιδεικνύουν οι σταυροφόροι της αποτοξίνωσης της γλώσσας είναι αδύνατο να μη σκεφτούμε ότι η αντεπίθεση θα έχει τόση δύναμη όσο και η επίθεση τους.

Πηγή: www.doctv.gr

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2019

Μιλώντας με το άγαλμα




της Πέπη Ρηγοπούλου

Καθόταν σε ένα παγκάκι στο λιλιπούτειο πάρκο μπροστά από το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου της Αθήνας. Είχε στα πόδια του τα λιγοστά πράγματά του, δύο τσάντες και δύο σακούλες. Το βλέμμα του ήταν συγκεντρωμένο στο άγαλμα του Παλαμά. Ξαφνικά σηκώνεται, πλησιάζει το άγαλμα και σκύβει να διαβάσει την επιγραφή. Ξαναγυρίζει στο παγκάκι του, βγάζει από τη μια τσάντα ένα μικρό μπλοκάκι και κάτι γράφει. Ισως την επιγραφή, ίσως κάτι άλλο, σχετικό ή άσχετο με αυτήν.
Αν και με τους στεγασμένους ανθρώπους πολύ συχνά δεν έχεις τίποτα να πεις και ωστόσο συνεχίζεις να τους μιλάς, με τους άστεγους υπάρχει πάντα μια αμηχανία να τους πλησιάσεις. Αφήνεις την προσπάθεια αυτή στην εκκλησία, σε διάφορες υπηρεσίες δημόσιες και ιδιωτικές, σε παλιούς γνωστούς τους που τους αναγνωρίζουν στη νέα άστεγη κατοικία τους.
Οι άστεγοι είναι το όνειδος για την κοινωνία μας. Είναι μία από τις παράπλευρες απώλειες των μνημονίων, των αδίστακτων μέτρων λιτότητας, του ξεπουλήματος της δημόσιας και της ιδιωτικής περιουσίας που συνεχώς παίρνει νέες μορφές καθώς θέλει να οδηγήσει σε ασφυξία όσους κατοικούν αυτή τη χώρα.
Ελληνες, ανθέλληνες, και λοιπούς ομο- και αλλοδόξους. Μεγάλο το τίμημα που πληρώνει αυτή η αποικία των τιμωρημένων μας στους λογής λογής σωτήρες της.
Πόσοι είναι οι τιμωρημένοι που εξεγείρονται, που δεν νιώθουν ότι τους αξίζει η τιμωρία τους; Πόσο αντέχουν στην τρομοκρατία των απειλών και των υποσχέσεων τα αφηγήματα των πρώτων δίσεκτων χρόνων που μιλούσαν για το επαχθές χρέος, για τα δύο μέτρα και δύο σταθμά, για τα κατασκευασμένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ προκειμένου να υπαχθεί η χώρα στους μηχανισμούς που ανέλαβαν να της δώσουν μηχανική, δηλαδή απάνθρωπη, «στήριξη»;
Οταν εφιαλτικές μηχανές αναλαμβάνουν τα πάντα, από τον μύθο μέχρι τις ουτοπίες και τις πραγματικότητες των κοινωνιών, προωθείται η εκμηδένιση του ανθρώπινου, δηλαδή του ανυπότακτου, με το συνεχές ακόρεστο αίτημα της ελευθερίας.
Η μηχανική υποστήριξη έχει απαραίτητο συμπλήρωμά της τη συνεχή επιτήρηση, εγκαθιδρύοντας στο όνομα της ασφάλειας και της τάξης ένα συνεχές που πνίγει όλες τις δραστηριότητες της ζωής. 
Με άμεσο επακόλουθο τον φόβο που ανθεί σε αυτό το πρόσφορο έδαφος.
Ισως γι' αυτό θυμήθηκα τον άστεγο μπροστά στο άγαλμα του Παλαμά. Και ίσως γι' αυτό η μνήμη μου με γέλασε για μια στιγμή κάνοντάς με να πιστέψω πως η επιγραφή που αντέγραψε έλεγε: «Στοχάσου και αρκεί», τα λόγια της Ελληνικής Νομαρχίας.
Ενιωσα ότι αυτός, ο ανέστιος και πένης, διεκδικούσε το δικαίωμα στον στοχασμό και σε όσα, δύσκολα, ο στοχασμός μάς προτρέπει. Εμείς που ακόμα έχουμε τα σπίτια μας θα τολμήσουμε να τον μιμηθούμε;

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2019

2019: η διαρκής επέτειος των επαναστάσεων




του Άρη Χατζηστεφάνου

Οι λάτρεις των στρογγυλών αριθμών θα τιμήσουν το 2019 τις επετείους μεγάλων επαναστάσεων και εξεγέρσεων που άφησαν το στίγμα τους στον 20ό αιώνα. Κάποιες πραγματοποιήθηκαν στο όνομα μιας μεγάλης «αφήγησης» και κάποιες εναντίον της.

"Επανάσταση είναι η μάχη, μέχρι θανάτου, ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον"

Φιντέλ Κάστρο 

«Λέτε ότι “η τάξη βασιλεύει στο Βερολίνο!” Ηλίθιοι δήμιοι! Η “τάξη” σας είναι χτισμένη πάνω στην άμμο. Αύριο η επανάσταση θα υψωθεί ξανά και βροντώντας τα όπλα της με τις σάλπιγγες να αντηχούν θα αναγγείλει προκαλώντας σας τρόμο: ήμουν, είμαι, θα είμαι». Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, λίγο μετά την ήττα της εξέγερσης των Σπαρτακιστών στο Βερολίνο, τον Ιανουάριο του 1919, και μερικά μόλις 24ωρα πριν από την εκτέλεσή της, με απόφαση των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών, προβλέπει την έλευση της επανάστασης.
Το όνειρό της δεν θα γίνει πραγματικότητα για τη Γερμανία. Ο 20ός αιώνας, όμως, θα φέρει αρκετές επιτυχημένες και λιγότερο επιτυχημένες επαναστάσεις, που φέτος θα γιορταστούν με επετείους για τα 40, τα 60 ή τα 70 χρόνια τους.
Η Κουβανική Επανάσταση, που συμπληρώνει 60 χρόνια από την ημέρα που ο δικτάτορας Μπατίστα εγκατέλειψε το νησί, γιορτάστηκε ήδη στην Αβάνα. Εξίσου δυνατά φώτα δημοσιότητας θα διεκδικήσει φυσικά και η Κινεζική Επανάσταση, για τα 70 της. Δύο επαναστάσεις που αμφισβήτησαν το κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο της Δύσης, αλλά αντιμετωπίστηκαν με εντελώς διαφορετικό τρόπο από την Ουάσινγκτον στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου: η Κίνα, μετά τη διπλωματία του πινγκ πονγκ από το δίδυμο Νίξον - Κίσινγκερ, αντιμετωπίστηκε κυρίως σαν ανάχωμα απέναντι στην επιρροή της Σοβιετικής Ενωσης.
Αντίθετα, η Κούβα τιμωρήθηκε με ένα από τα πιο σκληρά και μακροχρόνια εμπάργκο στην ανθρώπινη ιστορία, ακριβώς λόγω της συμμαχίας της με την πρώην ΕΣΣΔ. Στην πρώτη περίπτωση, το σταδιακό άνοιγμα του Ντενγκ Χσιαοπίνγκ στην οικονομία της αγοράς θα δημιουργήσει, ύστερα από μερικές δεκαετίες, μια οικονομική υπερδύναμη που στηρίζεται όμως σε τρομακτικές ανισότητες και μεσαιωνικού τύπου εκμετάλλευση εργαζομένων από ξένες πολυεθνικές. Αντίθετα, στην αποκλεισμένη Κούβα τα πρώτα σημάδια ανισότητας θα κάνουν την εμφάνισή τους μόλις τα τελευταία χρόνια, μετά το μετριοπαθές άνοιγμα του Ραούλ Κάστρο στην οικονομία της αγοράς.
Το έτος 1979 θα έχει επίσης την τιμητική του φέτος, καθώς συμπληρώνονται σαράντα χρόνια από την Επανάσταση του Ιράν, της Νικαράγουας αλλά και της Γρενάδας. Και τα τρία γεγονότα, που σημειώθηκαν στη δεύτερη κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου, ανέτρεψαν αυταρχικά, δικτατορικά καθεστώτα τα οποία είτε επιβίωναν με τη στήριξη των ΗΠΑ ή είχαν τοποθετηθεί απευθείας από την Ουάσινγκτον (όπως στην περίπτωση του σάχη της Περσίας, που ανέλαβε την εξουσία μετά την ανατροπή του Μοσαντέκ με το αμερικανο-βρετανικό πραξικόπημα του 1953).
Ενώ όμως οι επαναστάσεις στη Νικαράγουα και τη Γρενάδα, που καθοδηγούνταν από αριστερά και μαρξιστικά κινήματα, έφεραν άμεσα κοινωνικές αλλαγές, στο Ιράν οι ισλαμιστές απομόνωσαν από την πρώτη στιγμή τις πιο προοδευτικές δυνάμεις, μετατρέποντας μια γνήσια κοινωνική επανάσταση σε θρησκευτική.
Η αντίδραση των ΗΠΑ πάντως ήταν λυσσαλέα και στις τρεις περιπτώσεις: Προκειμένου να απομονώσουν το Ιράν, πυροδότησαν και στήριξαν τον πόλεμο με το Ιράκ αλλά και το πραξικόπημα στη γειτονική Τουρκία. Στη Νικαράγουα ο Ρέιγκαν χρηματοδότησε και εκπαίδευσε τα τάγματα θανάτου των Κόντρας απέναντι στην επαναστατική κυβέρνηση των Σαντινίστας, ενώ το σοσιαλιστικό εγχείρημα της Γρενάδας τερματίστηκε ολοκληρωτικά με την αμερικανική στρατιωτική εισβολή του 1983.
Οπως παρατηρούσε μερικά χρόνια αργότερα ο Νόαμ Τσόμσκι, «όσο φτωχότερη και πιο αδύναμη είναι η χώρα […] στην οποία πραγματοποιείται έστω και η μικρότερη κοινωνική επανάσταση, τόσο πιο υστερική είναι η αντίδραση της Ουάσινγκτον. Αποκορύφωμα αποτέλεσε η μικροσκοπική Γρενάδα των 100.000 κατοίκων, η οποία, σύμφωνα με τον επιτελάρχη των ΗΠΑ, “σε περίπτωση σοβιετικής επίθεσης, θα παρεμπόδιζε τη μεταφορά πετρελαίου στη δυτική Ευρώπη, αφήνοντας τους συμμάχους των ΗΠΑ ανυπεράσπιστους”!».
Το 2019, όμως, φέρνει και τις επετείους εξεγέρσεων (που έλαβαν καταχρηστικά τον τίτλο της επανάστασης), οι οποίες θα τερματίσουν προηγούμενες επαναστάσεις. Σε αυτή την περίπτωση οι ΗΠΑ δεν είναι ο εχθρός αλλά πολύ συχνά υποκινητής και συνοδοιπόρος. Φέτος, συμπληρώνονται τριάντα χρόνια από τις «επαναστάσεις» του 1989 στην Ανατολική Ευρώπη που ξεκίνησαν από το αναίμακτο ντόμινο της Πολωνίας, της Ουγγαρίας, της Ανατολικής Γερμανίας, της Βουλγαρίας και της Τσεχοσλοβακίας και κατέληξαν στις βίαιες συγκρούσεις και την εκτέλεση του ζεύγους Τσαουσέσκου στη Ρουμανία, τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς.
Είναι, λοιπόν, το 2019 μια χρονιά με επετείους κερδισμένων ή χαμένων και αλλοιωμένων επαναστάσεων; Ισως το ίδιο το ερώτημα να χρειάζεται επαναδιατύπωση. «Οι μάχες της επανάστασης ξεχωριστά η κάθε μία καταλήγουν στην τυπική ήττα» έγραφε στο ίδιο κείμενο η Ρόζα Λούξεμπουργκ και συνέχιζε: «Η επανάσταση όμως είναι η μόνη μορφή “πολέμου” –κι αυτός είναι ένας αξιοπερίεργος νόμος της ιστορίας– στην οποία η τελική νίκη μπορεί να προετοιμαστεί μόνο με μια σειρά από “ήττες”».

Διαβάστε Ρόζα (εκδόσεις Πόλις) Ο Τζόναθαν Ραμπ μετατρέπει την επανάσταση της Γερμανίας και την εξέγερση των Σπαρτακιστών σε αστυνομικό μυθιστόρημα.

Πηγή: info-war.gr

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2019

Η δημοκρατία σε κίνδυνο




του Θανάση Γιαλκέτση

Γεννημένος στο Μόναχο το 1982, ο Γιάσα Μουνκ διδάσκει σήμερα Πολιτική Θεωρία στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του «Popolo vs democrazia» (Feltrinelli 2018), ο Μουνκ έδωσε στο ιταλικό ηλεκτρονικό περιοδικό Reset τη συνέντευξη που ακολουθεί.

● Η θέση σας για τον εκφυλισμό των φιλελεύθερων δημοκρατιών βασίζεται σε μιαν εννοιολογική και μεθοδολογική διάκριση: τη διάκριση ανάμεσα στους δύο πόλους που συνθέτουν τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Γιατί θεωρείτε ότι δημοκρατία και φιλελευθερισμός θα πρέπει να διαχωρίζονται; 

Με μιαν ορισμένη έννοια δεν διαχωρίζονται. Ζούμε πράγματι σε ένα πολιτικό σύστημα που αντλεί τη νομιμοποίησή του από την ικανοποίηση δύο αξιών: της ατομικής ελευθερίας, που αντιπροσωπεύει θα λέγαμε το φιλελεύθερο σκέλος, και του συλλογικού αυτοκαθορισμού, που ενσαρκώνει το δημοκρατικό σκέλος. Για να κατανοήσουμε όμως αυτό που συμβαίνει στον κόσμο, είναι σημαντικό να σκεφτόμαστε ως διακριτά αυτά τα δύο σκέλη. 
Αν ορίζουμε τη δημοκρατία με τέτοιον τρόπο ώστε να συμπεριλαμβάνει όλα όσα μας φαίνονται επιθυμητά, γίνεται αδύνατο να κατανοήσουμε, για παράδειγμα, αυτό που έγινε στην Ελβετία, όπου η πλειοψηφία των πολιτών ψήφισε να απαγορευτεί η κατασκευή ενός τζαμιού. Μια ψήφος που είναι ταυτόχρονα δημοκρατική, επειδή εξέφρασε σαφώς τη βούληση της πλειοψηφίας των πολιτών μέσα από ένα δημοψήφισμα, αλλά και μη φιλελεύθερη. 
Η διάκριση επομένως μας βοηθάει να κατανοήσουμε καλύτερα την ανάδυση δύο νέων πολιτικών συστημάτων, που είναι υπό διαμόρφωση. 
Από τη μια μεριά, εδώ και πολλά χρόνια ζούμε σε συστήματα που αποτελούν έκφραση ενός ανεπαρκώς δημοκρατικού φιλελευθερισμού, στα οποία τα δικαιώματα ατομικής ελευθερίας γίνονται λίγο ώς πολύ σεβαστά, αλλά οι άνθρωποι μένουν με την εντύπωση ότι δεν διαθέτουν πλέον τη δύναμη για να παίρνουν αληθινά σημαντικές αποφάσεις. 
Από την άλλη μεριά, επικρατούν οι μη φιλελεύθερες δημοκρατίες, εκείνα δηλαδή τα συστήματα στα οποία ορισμένοι ηγέτες, συχνά δημοφιλείς, όπως ο Ματέο Σαλβίνι στην Ιταλία, αρχίζουν να παραβιάζουν τα ατομικά δικαιώματα, να αρνούνται τα δικαιώματα των μειονοτήτων, να υπονομεύουν την ανεξαρτησία των θεσμών και των κρατικών οργανισμών, όπως συμβαίνει στην Ιταλία με τη δημόσια τηλεόραση. 

● Για να το πούμε διαφορετικά, ο μη δημοκρατικός φιλελευθερισμός αντιστοιχεί στην ολιγαρχική τεχνοκρατία, ενώ η μη φιλελεύθερη δημοκρατία αντιστοιχεί στον αυταρχικό λαϊκισμό. Ποιοι είναι οι κίνδυνοι του λαϊκισμού αυτής της μορφής; 

Πρόκειται για έναν διπλό κίνδυνο. Σε μια πρώτη φάση, ο αυταρχικός λαϊκισμός στρέφεται εναντίον των μειονοτήτων, αποδυναμώνει τους θεσμούς, αρνείται το κράτος δικαίου, ασκώντας μια βία εναντίον της πρώτης από τις αξίες μας, της ατομικής ελευθερίας. 
Από τη στιγμή όμως που οι μη φιλελεύθεροι πολιτικοί έχουν αποδυναμώσει τους ανεξάρτητους θεσμούς, έχουν αλλάξει τον χαρακτήρα των συνταγματικών ισορροπιών, έχουν εξασφαλίσει την εκλογή των δικών τους ανθρώπων στις εκλογικές επιτροπές, γίνεται αδύνατο να απομακρυνθούν από την κυβέρνηση με δημοκρατικά μέσα. 
Εδώ βρίσκεται ο διπλός κίνδυνος. Φοβάμαι ότι η μη φιλελεύθερη δημοκρατία είναι ένα πολιτικό καθεστώς όχι μόνο διαφορετικό από τα άλλα, αλλά και μεταβατικό: θα μπορούσε να οδηγήσει σε αληθινές δικτατορίες, όπως συμβαίνει στην Ουγγαρία. 
Στο βιβλίο μου υποστηρίζω ότι ο λαϊκισμός έχει βαθιές αιτίες διαφορετικού χαρακτήρα, οικονομικές, πολιτισμικές, τεχνολογικές. Και ισχυρίζομαι ότι η πολιτική τάξη πρέπει να δράσει επειγόντως, για να επιλύσει τα προβλήματα που γεννούν τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Πρέπει όμως να γνωρίζουμε ότι η ενίσχυση του αυταρχικού λαϊκισμού θα επιδεινώσει ακόμη περισσότερο αυτά τα προβλήματα και θα μπορούσε να οδηγήσει ώς τα πρόθυρα της δικτατορίας. 

● Αναφερθήκατε στις τρεις κυριότερες αιτίες της ανόδου των μη φιλελεύθερων δυνάμεων, τις οποίες αναλύετε διεξοδικά στο βιβλίο σας: την οικονομική, την πολιτισμική και την τεχνολογική. Πώς εντοπίσατε αυτές τις τρεις αιτίες και γιατί τις θεωρείτε πρωταρχικές; 

Κάθε φορά που ταξιδεύω σε διάφορες χώρες, οι άνθρωποι μου αφηγούνται ιστορίες αρκετά «τοπικές» προκειμένου να εξηγήσουν την ανάπτυξη των λαϊκιστικών κινημάτων στις κοινωνίες τους. 
Στη Γερμανία, συχνά μου λένε ότι ο λαϊκισμός ενισχύθηκε επειδή η Μέρκελ υιοθέτησε μια μετριοπαθή, κεντρώα πολιτική και έτσι άνοιξε χώρους στα δεξιά του πολιτικού φάσματος. 
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, μου λένε ότι η αιτία της εκλογής του Τραμπ είναι το ότι το Ρεπουμπλικανικό κόμμα έγινε όλο και πιο ακροδεξιό και αυτό διευκόλυνε τον Τραμπ. Βρίσκω παράδοξο το ότι δύο τόσο διαφορετικές ερμηνείες μπορεί να οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα. 
Ως πολιτειολόγος, μπροστά σε ένα φαινόμενο αρκετά όμοιο σε πολλές διαφορετικές χώρες, αναζητώ τις αιτίες που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο ισχύουν σε όλες τις περιπτώσεις παρ’ όλη τη διαφορετικότητά τους. 
Η πρώτη αιτία είναι η στασιμότητα του βιοτικού επιπέδου, ιδιαίτερα προφανής στην Ιταλία, μια χώρα όπου μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο το επίπεδο ευημερίας ενός μέσου Ιταλού ή των λαϊκών τάξεων αυξήθηκε γρήγορα, ενώ δεν άλλαξε ή και μειώθηκε στις τελευταίες δεκαετίες. Αυτό αλλάζει εντελώς την άποψη που οι Ιταλοί πολίτες έχουν για το πολιτικό σύστημα στο οποίο ζουν. 
Ο δεύτερος παράγοντας είναι η μετάβαση από μια κοινωνία λιγότερο ή περισσότερο μονοεθνική ή μονοπολιτισμική σε μια πολυεθνική κοινωνία. Μια διαδικασία σημαντικού μετασχηματισμού που γεννάει φόβους και αντιστάσεις. 
Ο τρίτος παράγοντας έγκειται στο γεγονός ότι σήμερα οι πολίτες που είναι δυσαρεστημένοι ή οργισμένοι με τους πολιτικούς μπορούν να οργανωθούν και μπορούν να συντονίσουν τις φωνές τους πιο εύκολα σε σχέση με το παρελθόν, χάρη στο διαδίκτυο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. 
Η συζήτηση για τις αιτίες του λαϊκισμού επικεντρώνεται συνήθως γύρω από το ερώτημα: Οι λόγοι είναι πολιτισμικού ή οικονομικού χαρακτήρα; Εγώ βρίσκω άτοπο αυτό το ερώτημα, επειδή οι δύο παράγοντες διαπλέκονται και ενισχύουν ο ένας τον άλλο. 
Ενα πρόσωπο που νομίζει ότι έχει βελτιώσει τη θέση του στη ζωή, που πιστεύει ότι όλα πάνε καλά και θα πάνε ακόμη καλύτερα για τα παιδιά του, θα φοβάται ίσως λιγότερο έναν νέο μετανάστη της διπλανής πόρτας. Αν αυτός ο μετανάστης κατορθώσει μια κάποια οικονομική επιτυχία, το πρόσωπο αυτό δεν θα τον αντιλαμβάνεται ως απειλή, ακόμη κι αν ο μετανάστης προέρχεται από έναν ξένο πολιτισμό. 
Αντίθετα, ένα πρόσωπο που νομίζει ότι δεν έχει μπροστά του ευκαιρίες ή που παραπονιέται για τη μείωση των δημόσιων υπηρεσιών και του κοινωνικού κράτους, θα τείνει να αναρωτιέται γιατί θα πρέπει να ανέχεται έναν μετανάστη, και μάλιστα από διαφορετικό πολιτισμό, αφού ήδη «δεν υπάρχουν αρκετά για μένα». 
Οι πολιτισμικοί και οι οικονομικοί παράγοντες μπορεί να αλληλοτροφοδοτούνται. Ταυτόχρονα, έχει θεμελιώδη σημασία να παίρνουμε στα σοβαρά τις πολιτισμικές αιτίες. 
Ας δούμε τη Σουηδία, μιαν αρκετά πλούσια κοινωνία, στην οποία το κοινωνικό κράτος είναι ακόμη ισχυρό, όπου οι πολίτες στα τελευταία είκοσι χρόνια γνώρισαν μια βελτίωση των συνθηκών ζωής τους πολύ ανώτερη, για παράδειγμα, από εκείνη των Ιταλών. Και ωστόσο στη Σουηδία οι δεξιοί λαϊκιστές δεν έχουν βέβαια την ίδια δύναμη που έχουν στην Ιταλία, αλλά έχουν και εκεί μια σημαντική παρουσία. 
Αυτό καταδεικνύει ότι, αν αναλύσουμε μόνο την οικονομική αιτία, καταλήγουμε να παραγνωρίζουμε ορισμένα σημαντικά φαινόμενα. 

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2019

Η Άγρια Αχλαδιά


Πόσο αισιόδοξος μπορεί να νιώθεις όταν ξεκινάς την κινηματογραφική χρονιά με το λυρικό αριστούργημα του πολυαγαπημένου Τούρκου σκηνοθέτη Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν. Η Άγρια Αχλαδιά είναι ένα ακόμη συγκλονιστικό έργο που συνεχίζει επάξια την εκπληκτική κληρονομία που έχουν αφήσει το "Κάποτε στην Ανατολία" και η λατρεμένη "Χειμερία Νάρκη". Ένα έργο που εισήλθε σε δυο μόνο κινηματογραφικές αίθουσες της Αθήνας χωρίς υπερβολικές διαφημίσεις σε τηλεοπτικά κανάλια και sites. Παρόλο που η "Άγρια Αχλαδιά" είναι η πρώτη ταινία που βλέπω φέτος, αμέσως παίρνει το χρίσμα της καλύτερης ταινίας της χρονιάς καθώς δύσκολα θα βρεθεί κάποια άλλη που θα με μαγέψει τόσο πολύ. 
Αυτή τη φορά, ο Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν μας ταξιδεύει στους άγνωστους κι άγριους τόπους του Τσανάκκαλε. Στα ξεχασμένα ορεινά χωριά των Δαρδανελλίων όπου επιστρέφει ο νεαρός Σινάν μετά τις σπουδές του. Έχοντας φύγει λίγα χρόνια από τους συντηρητικούς κι ασφυκτικούς κοινωνικούς κύκλους της κλειστής κοινωνίας των μικρών πόλεων, συνειδητοποιεί πως η θέση του δεν βρίσκεται εκεί. Νιώθει ξένος μέσα στο σπίτι του και στις παιδικές του παρέες. Αφήνει πίσω του παλιούς παιδικούς φίλους κι ανολοκλήρωτους έρωτες και περιφέρεται ανάμεσα στην πόλη και στο χωριό των γονιών του αναζητώντας κάτι που ακόμη κι ο ίδιος δεν έχει ακόμα προσδιορίσει. 
Παρ' όλο που όλοι τον κρυφοθαυμάζουν καθώς έχει σπουδάσει δάσκαλος ακολουθώντας το επάγγελμα του πατέρα του, ο Σινάν γνωρίζει πως δύσκολα θα βρει δουλειά πάνω στο αντικείμενό του. Φοβούμενος πως ίσως βρεθεί σε κάποιο απομακρυσμένο χωριό της ανατολικής Τουρκίας σκέφτεται την περίπτωση να ενταχθεί στα σώματα ασφαλείας κάτι το οποίο έρχεται σε σύγκρουση με τα πιστεύω του. Μέσα σ' αυτήν την επαγγελματική ανασφάλεια, τον ταλαιπωρεί μια ακόμη επιθυμία, η έκδοση ενός βιβλίου που έχει γράψει. Έχοντας όμως βρει τα πάντα στη ζωή του έτοιμα, έχει την εντύπωση πως και το βιβλίο θα εκδοθεί στηριζόμενος στις πλάτες άλλων. Προσπερνώντας τα οικονομικά προβλήματα του σπιτιού, ζητάει βοήθεια από τον τοπικό δήμαρχο και στη συνέχεια από έναν μεγαλοεργολάβο της πόλης. Κι οι δυο αρνούνται ευγενικά με τον δεύτερο μάλιστα να του εξηγεί πλαγίως πως κάθε επίτευγμα χρειάζεται μόχθο και πείσμα κι όχι παρακάλια. 


Οι απανωτές απογοητεύσεις του Σινάν τόσο στο θέμα διορισμού στο επάγγελμα του δασκάλου όσο και στην έκδοση του βιβλίου θα του εντείνουν την αντιδραστική του φύση. Έχοντας ξεφύγει από τη νοοτροπία της μικρής του πόλης, αγνοεί τη σκέψη πως η συμπεριφορά του γίνεται δυσάρεστη και πικρόχολη στους δικούς του ανθρώπους. Χωρίς να το θέλει, προσβάλλει τον παιδικό του έρωτα για τις επιλογές που έκανε καθώς η κοπέλα παράτησε τις σπουδές της, φόρεσε μαντίλα κι αποφάσισε να παντρευτεί νέα διότι απώτερος σκοπός της πατριαρχικής κοινωνίας είναι η δημιουργία νέων οικογενειών. Μια πραγματικά εκπληκτική σκηνή αναπτύσσεται στη σκιά της πυκνής φυλλωσιάς ενός πλατάνου όπου οι δύο νεαροί συναντιούνται. Η προσοχή επικεντρώνεται πάνω στο υπέροχο βλέμμα της κοπέλας. Το παιχνιδιάρικο και ναζιάρικο ύφος της αγριεύει σιγά σιγά και τα μισόκλειστα μάτια της γίνονται ολοστρόγγυλα έτοιμα να πετάξουν φλόγες στον άνθρωπο που έχουν απέναντί τους. Κι επειδή δεν υπάρχει ίχνος κακίας μέσα τους, ο θυμός εκφράζεται με κλάμα. Ένα κλάμα που ο ήρωας δεν μπορεί να ερμηνεύσει. Το αποχαιρετιστήριο φιλί με το οποίο ολοκληρώνεται η συνάντηση, τελειώνει με το δάγκωμα του κάτω χείλους του πρωταγωνιστή. Μόνο μ' αυτόν τον τρόπο μπορούσε η κοπέλα να εκφράσει τον πόνο που της προκάλεσε.
Μετά τον γάμο της κοπέλας μαζεύεται η παιδική παρέα του πρωταγωνιστή σε μία λίμνη για να συμπαρασταθούν στον πρώην σύντροφο της κοπέλας που παντρεύεται. Μόνος του στέκεται σε έναν βράχο κι αγναντεύει την κρυστάλλινη επιφάνεια του νερού. Δίπλα του πηγαίνει και στέκεται ο πρωταγωνιστής, είτε από τύψεις καθώς κι εκείνος ήταν ερωτευμένος μ' αυτό το κορίτσι είτε από έπαρση καθώς δεν κατάφερε ούτε ο φίλος του να την παντρευτεί. Όταν εκείνος του φανερώνει τις υποψίες του πως είχε καταλάβει την ερωτική επιθυμία του φίλου του προς την κοπέλα εκείνος δε διστάζει να το επιβεβαιώσει. Μια κίνηση που γίνεται είτε γιατί θέλει να είναι ειλικρινής με τους γύρω του είτε επειδή θέλει να τσιγκλίσει τον πονεμένο του φίλο. Η ρήξη της παιδικής φιλίας είναι πλέον ανεπανόρθωτη. 
Ο ήρωας όμως δεν μένει εκεί. Ακολουθεί η ρήξη και μες στην οικογένειά του, ιδίως με τον πατέρα του τον οποίον θεωρεί πηγή όλων των δεινών. Η επιλογή του πατέρα ως αποδιοπομπαίου τράγου, οφείλεται στη περιφρόνηση που ο γονιός του δέχεται τόσο από τη γυναίκα και την κόρη του όσο κι από τον παππού του. Αλαφροΐσκιωτος, ονειροπόλος, με ευαίσθητη ψυχή μικρού παιδιού αλλά και με ένα θανάσιμο ελάττωμα, τον εθισμό του στο τζόγο. Ο πατέρας του συνειδητοποιεί την εικόνα που έχει σχηματίσει ο γιος του γι' αυτόν και προσπαθεί να τον "βοηθήσει" σ' αυτήν την αποδέσμευση, την ιερή πράξη του ιδεαλιστή "πατροκτόνου" αλλά ο γιος αποφεύγει κάθε πρόκληση διότι κι ο ίδιος νιώθει αδύναμος κι ευάλωτος. Έχει την ανάγκη ενός αδύναμου συμπαίκτη για να νιώθει ακόμα χρήσιμος σε μια κοινωνία και μία οικογένεια που ο ίδιος απαρνιέται. 


Όμως οι πιο δυνατές συγκρούσεις στην ταινία γίνονται με έναν αναγνωρισμένο τοπικό συγγραφέα και με δυο νεαρούς ιμάμηδες. Με τον πρώτο ο πρωταγωνιστής συναντιέται σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο, όπου μέσα από έναν ακόμη χορταστικό διάλογο φανερώνεται η κενότητα των κυρίαρχων μορφών κάθε καλλιτεχνικού κλάδου αλλά κι η αγένεια των μη αναγνωρισμένων προσώπων που προσπαθούν να αναρριχηθούν στην εκάστοτε ελίτ. Η ανελέητη σύγκρουση δύο κόσμων. Και τα δύο πρόσωπα έχουν τα δίκια τους αλλά κι οι δυο γίνονται εμπαθείς. Ο ένας ξεχνάει το σημείο απ' όπου ξεκίνησε η πορεία του, αδιαφορώντας και σνομπάροντας όσους προσπαθούν να χαράξουν τη δική τους πορεία κι ο άλλος εκμηδενίζει το έργο αναγνωρισμένων προσώπων προσπαθώντας να καλύψει μ' αυτόν τον τρόπο το δικό του φτωχό βιογραφικό. Εξαιρετική η ερώτηση που κάνει ο ήρωας στον αναγνωρισμένο συγγραφέα αν τα βιογραφικά των συγγραφέων σε μια εκδήλωση που είχε γίνει στην πόλη ήταν γραμμένα από τους ίδιους ή από άλλους. Επίσης εξαιρετική η στάση του αναγνωρισμένου συγγραφέα απέναντι στο ηλίθιο (με συγχωρείτε για τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό) μανιφέστο ενός άλλου συγγραφέα που αρνήθηκε να συμμετάσχει στην εκδήλωση. Οι επαναστάσεις κι η αντικοινωνικότητα ορισμένων προσώπων δεν εκφράζονται με γλυκανάλατες ανακοινώσεις αλλά με αθόρυβες κι αξιοπρεπείς πράξεις. Η έπαρση του πρωταγωνιστή διακόπτεται απότομα όταν ο συγγραφέας τον βάζει στη θέση του με φωνές. Για το ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο, αφήνεται στη κρίση του θεατή. Η ουσία όμως είναι μια. Καλές οι φιλοσοφίες κι οι προβληματισμοί αλλά η μανιώδης προσπάθεια στο να αποδείξουμε πως είμαστε κάποιοι μας κάνει να χάνουμε τη ζωή που κυλάει αδιάκοπα. 
Η δεύτερη δυνατή σκηνή είναι ο αντίλογος που δημιουργείται μεταξύ του ήρωα και δυο νεαρών ιμάμηδων. Οι δυο ιερείς χάνονται σε μια αόριστη ανάλυση της θρησκείας τους και των ιερών κειμένων. Ο ένας είναι υπέρ της βαθιάς μελέτης για την αναζήτηση της μιας και μοναδικής αλήθειας κι ο άλλος είναι υπέρ της τυφλής υποταγής στη πίστη. Ένας πραγματικά ενδιαφέρον διάλογος με μία πολύ όμορφη σύγκρουση την οποία απόλαυσα χωρίς να παίρνω θέση καθώς καμία θέση δεν με εξέφραζε. Όμως μου άρεσε πολύ το πολιτισμένο κλίμα μέχρι που έρχεται μια στιγμή να γκρεμιστούν όλα όταν οι δυο νεαροί κρίνουν τον πατέρα του πρωταγωνιστή που έχει εθιστεί στον τζόγο. Η απάντηση του ήρωα τους αποστομώνει. "Τελικά ποιος έχει μεγαλύτερη ηθική, αυτός που εργάζονται και ξοδεύει όλα τα λεφτά του στον τζόγο ή αυτοί που φιλοσοφούν και λειτουργούν σε τζαμιά με μισθό που προέρχεται από τα χαμένα λεφτά του λαού στον τζόγο;". 


Η επιμονή όπως κι η υπομονή έχουν κάποια όρια κι αυτά εμφανίζονται όταν ξεκινάει η επικράτηση της απογοήτευσης. Το βιβλίο τελικά εκδίδεται, η αναγνώριση δεν έρχεται καθώς ούτε οι δικοί του άνθρωποι, ή έστω αυτοί που ο πρωταγωνιστής θεωρεί δικούς του δεν κάθονται να το διαβάσουν. Η ιδέα της εξάσκησης του επαγγέλματός του αρχίζει να ξεθωριάζει. Η στρατιωτική του θητεία λειτουργεί ως μια περίοδος μοναχισμού όπου αρχίζει να αναθεωρεί αρκετές καταστάσεις ρίχνοντας λίγο νερό στο κρασί του. 
Επιστρέφοντας στην πόλη βρίσκει την οικογένειά του διαλυμένη και τα βιβλία του μουχλιασμένα σε μια γωνιά. Τελευταία του διαφυγή είναι πλέον οι ρίζες, το χωριό και το ρημάδι όπου ζει πλέον ο πατέρας του. Με μιας, τα μέρη και τα πρόσωπα που αποστρεφόταν μετατρέπονται σε μια ζεστή αγκαλιά. Το πηγάδι, σύμβολο αποτυχίας των οραμάτων του πατέρα του, γίνεται σημείο αναφοράς ενός εκκρεμούς θανάτου πάνω από έναν βράχο που εμποδίζει τις προσδοκίες και τα όνειρα ενός αναλλοίωτου κι άκρως ευγενικού προσώπου. Ο ήρωας συνειδητοποιεί την αδικία του απέναντι στο πρόσωπο του πατέρα κι αποφασίζει να "σκοτώσει" την έπαρση και τον εγωισμό του κι όχι τον γονιό του καθώς συνειδητοποιεί πως δεν τον μισεί επειδή κατέστρεψε την οικογένειά του λόγω τζόγου αλλά τον μισεί επειδή εκείνος είναι περισσότερο άνθρωπος, οραματιστής κι αγνός απ' ότι είναι ο ίδιος. 
Η αγνότητα κι η άγια φύση του πατέρα φαίνεται στην αγάπη που έχει για τον σκύλο. Μια αγάπη που κανείς δεν κατανοεί καθώς μόνο ο πατέρας γνωρίζει πως ο σκύλος είναι ο μοναδικός που δεν τον επικρίνει. Η μητέρα εκφράζεται με παράπονο πως ο πατέρας θα τρέξει περισσότερο αν πάθει κάτι ο σκύλος παρά κάποιο μέλος της οικογένειας. Ο γιος παραμελεί τον σκύλο και τελικά τον θυσιάζει για να εκδώσει το βιβλίο. Η θυσία αυτή θα τον ακολουθεί σαν σκιά. Εντυπωσιακές οι σκηνές με τον σκύλο-φάντασμα που ακολουθεί τον πρωταγωνιστή σε κάθε του βήμα. Αλλά συνταρακτική κι η σκηνή του πατέρα που την ώρα του μαθήματος σχεδιάζει την αναγγελία για την εξαφάνιση του αγαπημένου του φίλου. Το κουρασμένο του βλέμμα, η τρεμάμενη φωνή και τα μουδιασμένα του χέρια έγιναν μεμιάς μαχαιριά στην καρδιά μου. Από τις σπάνιες στιγμές του ευρωπαϊκού κινηματογράφου όπου φέρνω ξανά και ξανά την ίδια σκηνή στο μυαλό μου και συγκινούμαι το ίδιο.
Ο πατέρας που χλευάστηκε απ όλους, ο άνθρωπος αυτός που αποδέχτηκε την αποστροφή του ίδιου του του γιου είναι αυτός που τελικά αναγνώρισε κι αποδέχτηκε ανιδιοτελώς τον εσωτερικό κόσμο του παιδιού του. Και με μιας αυτός ο άνθρωπος έγινε άγιος κι από δεύτερος ρόλος έγινε ο πρωταγωνιστής της συγκεκριμένης ιστορίας. Ο πατέρας είναι η αυθεντική άγρια αχλαδιά, ο άνθρωπος που δέθηκε περισσότερο με τη φύση πάρα με τους ανθρώπους. Μια στάση όχι αντιδραστική αλλά ξεκάθαρα ως ένας ειλικρινής τρόπος ζωής που επιβεβαιώνεται στη σκηνή όπου ο γιος του τον βρίσκει ξαπλωμένο κάτω από ένα δέντρο. Τρέχοντας κοντά του με τον φόβο πως κάτι έπαθε (ή ότι αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει) τον βλέπει να κοιμάται γαλήνια με αρκετά μυρμήγκια να τρέχουν πάνω του. Όταν τον ρωτάει πως και δεν τον ενοχλούσαν τα ζωύφια που έτρεχαν πάνω στο δέρμα του εκείνος του απαντά ήρεμα πως "τον ξέρουν και γι' αυτό δεν τον τσιμπάνε". Μία λιτή απάντηση που στα αυτιά μου ακούστηκε ως ένα υπέρτατο ποίημα.  


Ο Σινάν εκπροσωπεί επάξια τη νέα γενιά που θέλει να αλλάξει τον κόσμο αλλά φοβάται να αλλάξει τον εαυτό της. Αποτραβηγμένη από τα βαρίδια του παρελθόντος φοβάται να κάνει το επόμενο βήμα προς το μέλλον διότι δεν έχει μάθει να παίρνει αποφάσεις, να αγωνίζεται, να κυνηγά το όνειρο αλλά και να αποδέχεται με θάρρος την ευθύνη των πράξεων της. Μια γενιά που βουλιάζει μες στην ανασφάλεια και την ανόητη αντίδραση. Μια γενιά που έχει εγκλωβιστεί στο σκοτεινό παρόν μας και θα εξαφανιστεί μεμιάς όταν περάσει από τη μια στιγμή στην άλλη στο παρελθόν. 
Η οικογένεια του Σινάν είναι το αδιάφορο βλέμμα της κοινωνίας που έχει μάθει να κρίνει αλλά όχι να κρίνεται. Του συνόλου που κρύβει τα λάθη του ρίχνοντας τις ευθύνες στους αδύναμους. Κι ο πατέρας συμβολίζει το αγνό παρελθόν που σβήνει μες στην ταπεινότητά του, με βλέμμα θλιμμένο καθώς η αξιοπρέπεια που κουβαλά δεν του επιτρέπει να ζητήσει βοήθεια επιβίωσης. Παραμένει ακόμα ορατός μόνο σε όσους μπορούν να δουν κι όσους προλάβουν να δουν πριν το παρελθόν σβήσει οριστικά. 
Ο Σινάν είναι η Τουρκία αλλά κι η Ελλάδα που έχουν εγκλωβιστεί σε ένα πλούσια φορτωμένο παρελθόν και δεν μπορούν να ανοίξουν τα φτερά τους προς ένα καλύτερο μέλλον. Εγκλωβίζονται και μένουν στάσιμοι κάτι που οδηγεί σε καθεστωτικές καταστάσεις. Η αδιαφορία, η νευρικότητα, η πνευματική νέκρωση κι η οργή είναι καταστάσεις που επισπεύδουν τον ερχόμενο σκοταδισμό. 
Ο Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν μας προσφέρει ένα ακόμη αριστούργημα με πλάνα που μαγεύουν όπου μπλέκονται υπέροχα γήινα χρώματα μέσα στη γαλήνη που μόνο η φύση μπορεί να προσφέρει ενώ η ατμόσφαιρα ντύνεται υπέροχα με τη μυσταγωγική μουσική του Μπαχ. Η κινηματογράφησή του παραμένει η ίδια ενώ οι επιρροές του από Ταρκόφσκι, Αντονιόνι κι Αγγελόπουλο εξακολουθούν να είναι εμφανείς σε κάθε του πλάνο. Ένα ακόμη στοιχείο που με εντυπωσιάζει στο συγκεκριμένο σκηνοθέτη είναι οι επιλογές των ηθοποιών. Όλοι δένουν απόλυτα με τους ρόλους τους προσφέροντας αξεπέραστες ερμηνείες. Στη συγκεκριμένη ταινία λάτρεψα τον ρόλο του πατέρα.
Η νέα ταινία του πολυαγαπημένου Τούρκου δημιουργού όχι μόνο ικανοποίησε τις προσδοκίες μου αλλά μου πρόσφερε έναν υπέροχο θησαυρό σκέψεων μέσα από ένα τρίωρο περίπατο στα μονοπάτια του Τσανάκκαλε συντροφιά με επίκαιρους και διαχρονικούς προβληματισμούς κι όνειρα που σπανίως υλοποιούνται όταν κανείς δεν τα πιστεύει και δεν επιδιώκει να τα πραγματοποιήσει. 
Η Άγρια Αχλαδιά είναι ένα ακόμη αριστούργημα που δυσκολεύομαι να αναλύσω διότι θέλω τόσα να πω κι άλλα τόσα να γράψω. Είναι όμως μια ταινία στην οποία εύκολα και με μεγάλη ευχαρίστηση βυθίστηκα μέσα της κι έζησα την κάθε στιγμή που μου πρόσφερε. Για μένα είναι σίγουρα η καλύτερη ταινία της χρονιάς που μόλις ξεκίνησε.

Βαθμολογία: 9/10

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2019

Ο (Ευρωπαίος) επαναστατημένος άνθρωπος




της Κατέ Καζάντη

«…Πάνω στην πονεμένη γη υπάρχει η ακούραστη ήρα, η πικρή τροφή, ο δυνατός άνεμος που έρχεται από τη θάλασσα, η παλιά και νέα αυγή. Χάρη σ’ αυτή θα ξαναφτιάξουμε, με τις μάχες, την ψυχή τούτης της εποχής και μιαν Ευρώπη που δεν θα αποκλείει τίποτα…» 
Αλμπέρ Καμύ 


Δυο τρεις δεκαετίες μόλις πίσω, ο Ευρωπαίος άνθρωπος μπορούσε να θριαμβολογεί πως είχε -σχεδόν- τελειώσει με τα αφηγήματα των μεγάλων χειραφετήσεων. Πως είχε, επίσης, ξεμπερδέψει με τα πισωγυρίσματα της Ιστορίας καθώς και με τις τυραννίες εκείνες που στοχεύουν στην υποδούλωση της διάνοιας και στην υπαγωγή της έννοιας του πολίτη σε μιαν αρχαϊκή αντίληψη του ανθρώπινου όντος, σύμφωνα με την οποία μπορεί να αρκείται στα αναγκαία και τα ολίγιστα. Πίστεψε, ακόμα, πως είχε τελειώσει με τα κάθε λογής επαναστατικά προτάγματα.
Αλλά από την αλαζονική εποχή του καπιταλισμού της κατανάλωσης, που σκέπαζε πονηρά τις κοινωνικές ανισότητες, η πανουργία της ιστορίας επανέφερε τον άνθρωπο στο βασίλειο της ανάγκης, σε μια νέα εποχή δυστοπίας, όπου η εκμετάλλευση της εργασίας, με την ξεδιάντροπη εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο, να κατέχουν, πάντα, τον πρώτο ρόλο..
«Μέσα», λοιπόν, «στην κοινή δυστυχία αναγεννάται πάλι η παλαιά απαίτηση» (από τον Επαναστατημένο Άνθρωπο). Να σπάσει δηλαδή ο παραλογισμός της απελπισίας και να αναγεννηθεί το επαναστατικό πνεύμα, το πνεύμα της εξέγερσης και της χειραφέτησης.
Ποιος είναι όμως ο επαναστατημένος άνθρωπος; Ακολουθώντας τον Καμύ, είναι ο άνθρωπος που λέει όχι, ο σκλάβος «που απορρίπτει την ταπεινωτική διαταγή του αφέντη του, ο υποταγμένος που απορρίπτει την ίδια την κατάσταση του υποταγμένου».
Η ιστορική στιγμή της εξέγερσης είναι το σημείο – μηδέν που σπάει το φράγμα του μύθου πως «τίποτα δεν αλλάζει»: ο άνθρωπος υπερβαίνει τα όρια που του θέτει η κυριαρχία, τάσσεται αλληλέγγυος στον συν-άνθρωπο και βαδίζει προς την ελευθέρωση. Το παράδοξο του ατομικού πόνου αντικαθίσταται από τη βεβαιότητα πως ο πόνος είναι συλλογική υπόθεση. Και η επανάσταση εναντίον του υποχρέωση του καθενός.
Αλλά «η εξέγερση δεν μπορεί να κάνει χωρίς μια παράξενη αγάπη». Ακόμα λοιπόν κι αν τώρα «η Ευρώπη δεν αγαπά πλέον τη ζωή», πάντα θα βρίσκονται κάποιοι που εκλαμβάνουν τούτο το συναίσθημα, της παράδοξης αγάπης, ως την κατεξοχήν ουσία της ζωής. Και, συνακόλουθα, θα εκλαμβάνουν την ύπαρξη της αδικίας ως το μέγα σκάνδαλο της ανθρωπότητας.
«Η ιστορία προχωρά χάρη σ’ αυτούς που ξέρουν να εξεγείρονται στην κατάλληλη στιγμή, ακόμα και εναντίον της», λέει ο στοχαστής. «Στην άκρη του σκότους υπάρχει οπωσδήποτε ένα φως που το μαντεύουμε κιόλας και για το οποίο πρέπει να αγωνιστούμε μόνο και μόνο για να υπάρχει».
Κάθε κυριαρχία, κάθε αυταρχισμός, θα δημιουργούν πάντα την ανάγκη της χειραφέτησης. Και, παρά τα δυσοίωνα μηνύματα του εκφασισμού των κοινωνιών, παρά τις πολιτικές του σκοτεινού παρελθόντος που αναφύονται ξανά, «η τέχνη και η εξέγερση θα πεθάνουν μόνο με τον τελευταίο άνθρωπο». Η ιστορία δεν τέλειωσε ενώ τα φαντάσματα, που δεν έπαψαν να πλανώνται πάνω απ’ την Ευρώπη, όσο προχωρούμε μέσα στο χρόνο, ίσως να λάβουν σάρκα και οστά.
Ο Γάλλος φιλόσοφος, Αλμπέρ Καμύ, σκοτώθηκε στις 4 του Γενάρη του 1960, σε τροχαίο δυστύχημα.

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2019

Οι καλύτερες ταινίες του 2018



Το 2018 ήταν μια από τις φτωχότερες κινηματογραφικές χρονιές με πολλές απογοητεύσεις. Οι περισσότερες πολυβραβευμένες ταινίες ήταν αφελέστατες όπως η Μορφή του Νερού κι αδιάφορες όπως το Roma που διαφημίστηκε όσο καμία άλλη ταινία τα τελευταία χρόνια, ενώ για τρίτη συνεχόμενη χρονιά απογοητεύτηκα με τον νικητή του Χρυσού Φοίνικα, με τους Κλέφτες Καταστημάτων. 
Παρ' όλα αυτά, υπήρξαν κάποιες ταινίες που με άγγιξαν και λειτούργησαν ως τροφή προβληματισμών και συζητήσεων αλλά καμία τους δεν ξεχώρισε ιδιαίτερα σε αντίθεση με τις ταινίες περασμένων ετών.
Όμως σ' αυτή τγ χρονιά μετριότητας, ξεχώρισε με τη λάμψη του ένα αριστούργημα που σίγουρα σημάδεψε τη δική μου κινηματογραφική χρονιά κι αμέσως τοποθετήθηκε στις διαχρονικά αγαπημένες μου ταινίες.
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με τις δικές μου καλύτερες ταινίες της χρονιάς (για περισσότερη κριτική, πατήστε πάνω στους τίτλους των ταινιών):





Όταν έπεσε στην αντίληψή μου η παραπάνω ταινία, υπέθεσα πως είναι ένα ακόμη κομεντί του ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου. Ακόμη και το trailer επιβεβαίωνε αυτές μου τις εντυπώσεις, καθώς μου παρουσίαζε μία αδιάφορη ιστορία για την εφηβεία ενός κοριτσιού. Παρ' όλα αυτά κάτι με τραβούσε να το δω. Κι η αλήθεια είναι πως η ταινία ήταν πραγματικά απολαυστική. Η πλοκή κυλούσε ευχάριστα και γρήγορα χωρίς να δημιουργεί κοιλιές, ενώ το χιούμορ ήταν αστείρευτο κι αρκετά έξυπνο. Η ιστορία βασίστηκε στη σχέση μάνας-κόρης καθώς η μάνα προσπαθεί να κόψει τα φτερά του παιδιού της, κυριευμένη από το φόβο της επερχόμενης αποδέσμευσης του. Με πιο απλά λόγια παρουσιάζει τα γονεϊκά συμπλέγματα που κουβαλούν τα παιδιά. Στο τέλος υπερισχύει η επιθυμία της κόρης κάτι που φέρνει τη ρήξη. Μία ρήξη που οφείλεται περισσότερο στην καταπάτηση του εγωισμού παρά στην εκδήλωση αγάπης. Κι εκεί που το παιδί αναπνέει πλέον ελεύθερα, συνειδητοποιεί εκ του ασφαλούς, την έλλειψη μιας σωστής κι αγνής επικοινωνίας με τον γονιό του. Αυτή η ανάγκη παρουσιάζονται με ένα γλυκόπικρο τρόπο, προσφέροντας ένα ειλικρινές και συγκινητικό φινάλε. Το Lady Bird δεν παρουσιάστηκε ως αριστούργημα όπως συνέβη με τις φετινές αποτυχημένες κινηματογραφικές προτάσεις. Είναι όμως μία αξιοπρεπέστατη προσπάθεια ταξινόμησης της εφηβικής μνήμης και μία νοσταλγική διάθεση για μια περίοδο που δυστυχώς για πολλούς από μας πέρασε ανεπιστρεπτί. Η σκηνοθέτης Γκρέτα Γκέργουικ μας προσφέρει ένα γλυκό κι ειλικρινές δημιούργημα με μία ισορροπημένη πλοκή χωρίς πολλά λόγια και δήθεν διαθέσεις. Γι' αυτό και κέρδισε τις εντυπώσεις πολλών κινηματογραφόφιλων αλλά και της δικής μου. 





Βλέπω με συμπάθεια κάποιες ταινίες που με εκπλήσσουν παρόλο που έχουν υποτιμηθεί αρχικά από μένα λόγω τρέιλερ ή κακών κριτικών. Μία απ' αυτές τις ταινίες είναι το Κτήνος. Εκτίμησα την ταινία για πάρα πολλούς λόγους, κι οι περισσότεροι ανήκουν στο κοινωνικό κομμάτι που θίγει. Όσο πιο συντηρητική και φιλήσυχη είναι μια κοινωνία τόσο περισσότερο καταπνίγονται τα πάθη, οι επιθυμίες και κυρίως η ατομική ελευθερία των ανθρώπων που ζουν μέσα σ' αυτήν. Πίσω από τα παγερά χαμόγελα και τις τυπικές ευγένειες, σιωπούν κραυγές απελπισίας και πόνου. Η επιβολή κυριαρχεί με τα αναθεματισμένα "πρέπει" που έχουμε μεγαλώσει πολλοί από μας. Μόνο που αυτά τα πρέπει δημιουργούν κτήνη. Ανθρώπους κτήνη που δεν πρόλαβαν να επαναστατήσουν. Που δεν κατάφεραν να αρπάξουν τη ζωή από τα μαλλιά και να καλπάσουν μπροστά, έχοντας συνειδητοποιημένοι την κάθε ευθύνη των πράξεών τους. Η ταινία ξεχωρίζει διότι έχει προσωπικότητα. Με ειλικρινής ευαισθησία παρουσιάζει την ψυχική αρρώστια με μία πιο ανθρώπινη ματιά. 





Απ' ότι φαίνεται η άνοιξη του ιρανικού κινηματογράφου καλά κρατεί και σίγουρα έχει να μας προσφέρει αρκετές ακόμη εκπλήξεις. Από το αριστουργηματικό Persepolis της Μαρζάν Σατραπί στα κοινωνικά διαμάντια του Ασγκάρ Φαραντί, το Ιράν μας έχει χαρίσει αρκετές δόσεις προβληματισμού κι αναστοχασμού. Αυτό που σε κερδίζει απ' αυτές τις ταινίες είναι η απλότητα, η ειλικρίνεια κι η λιτή περιγραφή των γεγονότων. Ανθρώπινες ιστορίες της διπλανής πόρτας που προσπαθούν να μείνουν μυστικές για να διαφυλαχτεί η αξιοπρέπεια των προσώπων-πρωταγωνιστών. Αυτό που με εκπλήσσει επίσης απ'τον ιρανικό κινηματογράφο είναι το πόσο πολύ μοιάζουμε ως Έλληνες σε νοοτροπία και τρόπο ζωής με τους ανθρώπους της μεγάλης αυτής χώρας που έχει παρουσιαστεί ως ένα από τα μέλη του σημερινού άξονα του κακού. Η "Περίπτωση Συνείδησης" είναι μία διεισδυτική ματιά στην αστική κοινωνία του Ιράν και προσεγγίζει με ειλικρίνεια την ταξική πάλη μεταξύ πλουσίων και φτωχών χωρίς υπερβολές, δημιουργώντας έναν υγιή προβληματισμό στους θεατές.





Θα ομολογήσω με όλη μου την ειλικρίνεια τους δύο βασικότερους λόγους που με ώθησαν να δω αυτήν την ταινία. Πρώτα απ' όλα, ήταν το poster του Dark Side of The Moon που φαίνεται στο τρέιλερ της ταινίας διότι για μένα όπου υπάρχουν οι Pink Floyd υπάρχει ουσία, προβληματισμός και ποιότητα. Ο δεύτερος λόγος ήταν ο Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ, τον οποίον εκτιμώ βαθύτατα ως ηθοποιό αλλά κι ως πολιτικοποιημένο ον, με εξαιρετικές κινηματογραφικές επιλογές κι αξιόλογες πολιτικοκοινωνικές απόψεις που έχει αναπτύξει σε συνεντεύξεις του. Οι δυο παραπάνω λόγοι όσο αβάσιμοι κι αν φανούν σε αρκετούς, όχι μόνο κάλυψαν τις προσδοκίες μου, αλλά μου έδωσαν την ευκαιρία να απολαύσω μία άκρως ενδιαφέρουσα ταινία, η οποία πέρα από την άρτια σκηνοθετική δουλειά, πρόσφερε μπόλικη τροφή για σκέψεις και συζητήσεις. Η ιστορία μας γυρνάει στα μέσα της αγαπημένης μας δεκαετία των 80s όπου δυο τριαντάρηδες αποφασίζουν τη νύχτα των Χριστουγέννων να ληστέψουν πολύτιμα εκθέματα από το μουσείο ανθρωπολογίας του Μεξικού. Η επιχείρησή τους στέφεται με απόλυτη επιτυχία, αλλά η πορεία δείχνει πολύ πιο δύσκολη απ' όσο φαντάζονται καθώς αδυνατούν να βρουν πλούσιους συλλέκτες που να ενδιαφέρονται για τα κλοπιμαία. Όμως κατά τη διάρκεια της αναζήτησης αγοραστών, φουντώνει εντός τους μια ανιδιοτελής αγάπη για την χώρα τους και τον πολιτισμό. Μία αγάπη που θα τους μετατρέψει από θύτες σε λάτρεις της ιστορίας και των τεχνών. Από καταζητούμενους σε ήρωες ενός ουτοπικού κόσμου όπου ο σεβασμός κι η γνώση υπερτερούν από το ατομικό συμφέρον και την πλεκτάνη. Σίγουρα η ιστορία με ληστείες μουσείων έχει παιχτεί σε πολλές ταινίες, και παρ' όλες τις εναλλακτικές εκδοχές, παραμένει ως μια συνηθισμένη πετυχημένη συνταγή για όποιον θέλει να απολαύσει ένα δίωρο δράσης κι αγωνίας. Όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ληστεία περνάει σε δεύτερη μοίρα. Για να το θέσω καλύτερα λειτουργεί ως αφορμή για να αναπτυχθούν διάφορα σημαντικά ερωτήματα και να αναλυθούν οι ενδιαφέροντες χαρακτήρων των πρωταγωνιστών και των οικογενειακών τους κύκλων. Η «Ληστεία στο Μουσείο» δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια έξυπνη κι ενδιαφέρουσα αντιπαράθεση ανάμεσα στο εφήμερο και το μυθικό. Στο πως μπορεί η δική μας μικρή κι ασήμαντη ιστορία να παίξει σημαντικό ρόλο στην Επίσημη Ιστορία ενός τόπου. Επίσης η ταινία μας δίνει την δυνατότητα να δούμε με ευαισθησία και περισσότερο ενδιαφέρον τον πολιτισμό του κάθε έθνος.





Σίγουρα κάποιος κινηματογραφόφιλος γενετιστής θα διαπιστώσει πως η δυστοπική ταινία "Σπόρος" του Σεμίχ Καπλάνογλου, είναι ένα πάντρεμα μεταξύ γονιδίων που προήλθαν από το "Stalker" του Αντρέι Ταρκόφσκι και το "Πι" του Ντάρεν Αρονόφσκι. Επίσης για τη συγκεκριμένη ταινία θα ήθελα να πω πως έχω σε μεγάλη εκτίμηση τον δημιουργό της από τότε που είδα το αριστουργηματικό "Μέλι", μία από τις πιο ανθρώπινες ευρωπαϊκές ταινίες των τελευταίων ετών (το "Γάλα" και το "Αυγό" από την τριλογία του Γιουσούφ όπου ανήκει και το "Μέλι", δεν με κέρδισαν τόσο). Η ιστορία μας μεταφέρει σε ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον όπου η γενετική έχει προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις τόσο στη φύση όσο και στον άνθρωπο. Η ανισορροπία που έχει επέλθει χώρισε τους ανθρώπους σε δυο ομάδες. Σ' αυτούς που ζουν σε ένα αστικό κι ελεγχόμενο περιβάλλον και σ' αυτούς που περιφέρονται ως νομάδες στον υπόλοιπο πλανήτη, στους Νεκρούς Τόπους όπως δηλώνονται στην ταινία. Μια ιδιαίτερη δυστοπική ταινία με απαιτήσεις από τον θεατή, ώστε να μπορέσουν να γίνουν απόλυτα κατανοητοί οι προβληματισμοί που θέτει. Προσωπικά με μάγεψε τόσο στα σημεία που κατάλαβα όσο και σ' αυτά που μου ήταν απολύτως δυσνόητα, κάτι το οποίο μ' έχει κάνει έκτοτε να αναζητώ απαντήσεις.





Αν και δεν είμαι θαυμαστής της μέχρι σήμερα δουλειάς του Τάσου Μπουλμέτη, όταν παρακολούθησα για πρώτη φορά το τρέιλερ του "1968", σκέφτηκα πως αυτήν την ταινία δε πρέπει να την χάσω. Το "1968" είναι μία ταινία μνήμης, της φανερής και της κρυφής. Ενός πολύτιμου φορτίου που κουβαλάει ο καθένας μας. Ο σύνδεσμος με το παρελθόν μας που αυτομάτως μετατρέπεται σε φως για να μας δείχνει το δρόμο που οφείλουμε να διαβούμε. Επίσης το "1968" δεν απευθύνεται μόνο σε αεκτζήδες αλλά σε όλους τους φιλάθλους κι ως Ολυμπιακός την συνιστώ ανεπιφύλακτα. Τη συγκεκριμένη ταινία, παρά τα σκηνοθετικά της λάθη και την ανάλαφρη σεναριακή της ανάπτυξη, την κατέταξα αμέσως στις αγαπημένες ταινίες της χρονιάς από τη στιγμή που άναψαν τα φώτα στην αίθουσα και είδα τα βουρκωμένα μάτια γερόντων θεατών, πιθανότατα οπαδών της ΑΕΚ που θυμήθηκαν εκείνες τις μέρες. 





Το "Μαζί ή Τίποτα" του Φατίχ Ακίν δεν είναι μόνο μία δυνατή κινηματογραφική εμπειρία αλλά παράλληλα γίνεται κι ένα ισχυρό χαστούκι απέναντι στον νεοναζισμό κι όλο το αρρωστημένο σύστημα της αστικής δημοκρατίας που εν μέρει "καλύπτει" τα εγκλήματά του. Κι όσο μεγαλύτερη είναι η ανοχή που δείχνει το σύστημα κι η κοινωνία τόσο πιο πολύ θεριεύει το τέρας που δεκαετίες τώρα εκκολάπτεται στην αγκαλιά της αστικής τάξης. Η ιστορία είναι ένα αναπάντεχο δικαστικό θρίλερ με το οποίο ξεσκεπάζεται η αρρωστημένη δημοκρατία της Ευρώπης και παράλληλα αποκαλύπτεται ένα υπόγειο δίκτυο συνεργασίας των νεοναζιστικών καρκινωμάτων, βασιζόμενο στις δολοφονίες Τούρκων κι Ελλήνων μεταναστών στην Γερμανία από νεοναζί. Με έναν εξαιρετικό ρυθμό που δεν αφήνει στη ταινία κανένα περιθώριο στο να κάνει κοιλιά, παρουσιάζει τον τρόπο με τον οποίο αθωώνονται εγκληματίες με νεοναζιστικά κίνητρα, προσπαθώντας η αστική δημοκρατία μ' αυτόν τον τρόπο να κρύψει τις βρομιές της κάτω από το χαλάκι.





Είχα καιρό να ενθουσιαστώ τόσο από μια ταινία λιτής περιγραφής αλλά πλούσιας σε ανάλυση χαρακτήρων. Μπορεί το Dogman να είναι μια ακόμη ταινία που πέρασε διακριτικά από τις κινηματογραφικές αίθουσες αλλά κέρδισε εύκολα τις εντυπώσεις και την εκτίμηση όσων επέλεξαν να την δουν. Ένα σύγχρονο γκανγκστερικό είδος που εξελίσσεται σε μία αστική γκρίζα ζώνη, εκεί όπου ο άνθρωπος μπορεί να μετατραπεί μέσα σε μια στιγμή από θύμα σε τέρας. Με δύο τρόπους με κέρδισε η συγκεκριμένη ταινία. Οι εκπληκτικές ερμηνείες των ηθοποιών κι η σκηνογραφία. Θα μπορούσε ο καθένας να βρει αρκετούς συμβολισμούς στις επιλογές των προσώπων της ιστορίας και στους λόγους που μένουν μουδιασμένοι στις βίαιες ορέξεις του τραμπούκου. Προσωπικά το είδα ως μια περιγραφή της κυριαρχίας της κοινωνικής σαπίλας που τροφοδοτείται από τον εγωισμό, το ατομικό συμφέρον και την απολιτίκ συμπεριφορά των πολιτών, οι οποίοι με τη στάση τους προσφέρουν χώρο στο να φουντώνει και να δρα ανενόχλητα ο φασισμός. Η ταινία αυτό που προσπαθεί να μας δείξει είναι οι λεπτές ισορροπίες στις οποίες βρίσκεται η ιταλική αλλά κι η ευρωπαϊκή κοινωνία. Το προσωπείο της δημοκρατίας, της ελευθερίας του λόγου, των ίσων δικαιωμάτων, της αξιοπρέπειας και της Ευρώπης των λαών είναι πλέον έτοιμο να πέσει αποκαλύπτοντας το τέρας που εκκολάφτηκε από τις πολιτικές λιτότητας και του νεοφιλελευθερισμού των τραπεζών και πολυεθνικών εταιριών. Το τέρας είναι ήδη εδώ και βρίσκεται στη διπλανή μας πόρτα.





Όποτε μαθαίνω πως ο Γουές Άντερσον ετοιμάζει νέα ταινία, ένα σκίρτημα εντείνεται μέσα μου και σαν μικρό παιδί περιμένω πως και πως την έξοδό της στις κινηματογραφικές αίθουσες. Κι όχι άδικα καθώς οι ταινίες του κρύβουν την αγνότητα και την αθωότητα που μας γυρνούν στα παιδικά μας χρόνια. Οι ιστορίες, τα χρώματα, τα συναισθήματα κι οι έξυπνοι διάλογοι είναι τα βασικότερα χαρακτηριστικά της μέχρι σήμερα δουλειάς του. Μία αυθεντικότητα που τον κάνει ιδιαίτερα ξεχωριστό δημιουργό στο χώρο του κινηματογράφου. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου πως σε κάθε ταινία του, αρκετοί γνωστοί ηθοποιοί επιθυμούν να παίξουν ή να συμμετάσχουν με τις φωνές τους. Εννιά χρόνια μετά τον "Απίθανο Κύριο Φοξ" που με μάγεψε αναπάντεχα, ο Γουές Άντερσον επιστρέφει σε μία παρόμοια ταινία αποθεώνοντας την ανιδιοτελή αγάπη των σκύλων αλλά και την ιδιαίτερη κουλτούρα της Ιαπωνία, προσφέροντας μία ταινία που χαρίζει ένα τεράστιο χαμόγελο από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό, ενώ το ξεχωριστό της χιούμορ προκαλεί ένα αυθόρμητο γέλιο που μόνο μια καλή παρέα μπορεί να προσφέρει. Έξυπνες ατάκες που φέρνουν τόσο τους ήρωες όσο και τους θεατές σε άβολες θέσεις. Η εξύψωση της αθώας ανασφάλειας αλλά και των ερωτικών αδιεξόδων. Το αθώο φλερτ κι η ανιδιοτελής αγάπη. Η δύναμη των αληθινών σχέσεων κι η έλλειψη του εγωισμού. Όλα αυτά σε λιτούς και περιεκτικούς διαλόγους γεμάτους ουσία, εξυπνάδα και ζωντάνια. Είναι επίσης εντυπωσιακός ο τρόπος που δίνεται ζωή σε άψυχα πράγματα. Οι εκφράσεις των σκύλων, τα δακρυσμένα μάτια, τα τριχώματα που κινούνται με τον αέρα αφήνουν μία αίσθηση πως απέναντί σου έχεις σκυλιά με προσωπικότητα κι όχι κούκλες που κινούνται με μηχανισμούς.






Πραγματικά δε ξέρω τι να πρωτοσχολιάσω γι' αυτήν την ταινία. Για μια ακόμη φορά ο Πάβελ Πάβλικόφσκι αποδεικνύει το ξεχωριστό του ταλέντο όσον αφορά στη σκηνοθεσία. Όπως στην πολυαγαπημένη Ida, έτσι κι εδώ κάθε πλάνο στέκει μόνο του σαν μια καλλιτεχνική φωτογραφία που θα μπορούσε άνετα να παρουσιαστεί σε κάποια φωτογραφική έκθεση. Ισορροπημένα κορνιζαρίσματα, όμορφα παιχνίδια με το φως όπου δίνουν ένα βάθος στο φόντο, δυναμισμός που ξεχειλίζει σε κάθε σκηνή, ισορροπημένες σκηνές και μία ατμόσφαιρα που σε γυρνάει εφτά δεκαετίες πίσω. Φυσικά εδώ πρέπει να δώσουμε τα εύσημα και στον φωτογράφο Lucasz Zal. Ο σκηνοθέτης επιλέγει για μία ακόμη φορά το τετραγωνισμένο καδράρισμα. Δεν είναι μόνο η εξαιρετική αξιοποίηση του συγκεκριμένου φωτογραφικού μοντέλου αλλά κι ο συμβολισμός που δημιουργείται καθώς υποδηλώνει τα στενά πλαίσια του ψυχρού πολέμου, όπου οι προσωπικότητες ασφυκτιούν και πνίγονται. Όσοι φεύγουν στη Δύση μπαίνουν σε μία μοναχική δίνη ενώ όσοι εγκλωβίζονται στο Ανατολικό Μπλοκ μιζεριάζουν με τα όνειρα μιας καλύτερης ζωής στις δυτικές χώρες. Μέσα σ' αυτά τα κλειστά πλαίσια, οι δυο πρωταγωνιστές θα διαπιστώσουν πως δεν μπορούν να συνυπάρξουν μαζί αλλά ούτε και να ζήσουν χωριστά. Μια αδιέξοδη κατάσταση που θα τους οδηγήσει στην καταστροφή. Η επιτυχία της ταινίας στηρίζεται επίσης και στους εξαιρετικούς πρωταγωνιστές. Ο εσωστρεφής Τόμας Κοτ μαγεύει με την γοητευτική σιωπηλή του στάση. Λιγομίλητος προτιμά να δηλώνει παρόν με τη μουσική και την διακριτική εμφάνισή του η οποία όμως δεν περνάει απαρατήρητη. Από την άλλη η χυμώδης κι εκρηκτική Τζοάνα Κούλινγκ γεμίζει την οθόνη με τον δυναμισμό και την ζωντάνια της. Η υπέροχη φωνή της και οι χορευτικές της επιδόσεις εκτινάσσουν την ταινία σε άλλα επίπεδα. Οι δυο αυτοί ήρωες θα γνωρίσουν και τις δυο όψεις του τότε κόσμου. Από την μια η Πολωνία που αγαπάνε αλλά δεν μπορούν να ζήσουν εξαιτίας του σταλινικού καθεστώτος κι από την άλλη η δύση στην οποία νιώθουν ξένοι κι απροσάρμοστοι. Τα όνειρά τους μετατρέπονται σε απογοητεύσεις κι οι επιτυχίες που έρχονται τους φορτώνουν με δυστυχία. Μέσα από το έργο του ο Πάβελ Παβλικόφσκι μας ταξιδεύει μέσα σε ένα διάστημα 15 χρόνων σε διάφορες χώρες κι εποχές αφήνοντας την ιστορία να κυλάει με διαφορετικές ταχύτητες, άλλοτε με λεπτομέρεια στις συναισθηματικές εξάρσεις και άλλοτε με μία απρόσωπη αποτύπωση των γεγονότων, την ώρα που η μουσική λειτουργεί ως ο μοναδικός τρόπος επικοινωνίας ανάμεσα σε δυο πρόσωπα που δε μπορούν να συνεννοηθούν αλλιώς. Ο Ψυχρός Πόλεμος του τότε χωρισμένου κόσμου, είναι παράλληλα κι ένας συναισθηματικός πόλεμος ανάμεσα σε δυο ανθρώπους. Επίσης θα θελα πολύ να επικροτήσω την επιλογή του μαγευτικού ασπρόμαυρου πλάνου το οποίο ντυμένο με τις σαγηνευτικές μελωδίες συνθέτουν μια γοητευτική, πανέμορφη και ρομαντική ταινία που περιγράφει τη δίνη του πάθους και την αβάσταχτη αβεβαιότητα του έρωτα, που εκδηλώνεται σε μία περίοδο όπου όλα ήταν αβέβαια.