Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2023

Προβολή του ντοκιμαντέρ "Σε μια Στιγμή Κινδύνου"

 


Νιώθω μεγάλη ικανοποίηση που βρίσκω τον τόπο μου γεμάτο εκδηλώσεις και δρώμενα, παρόλο που βρισκόμαστε στην καρδιά του χειμώνα. Όμως χαίρομαι ιδιαίτερα για την αυριανή προβολή του βραβευμένου ντοκιμαντέρ «Σε μια στιγμή κινδύνου» (μια κοινωνία που ταλαντεύεται ανάμεσα στον εκφασισμό της και την αλληλεγγύη), η οποία θα πραγματοποιηθεί στο φιλόξενο χώρο του Αντίβαρου (Καλοπλύτου 44), καθώς γνωρίζω το εξαιρετικό έργο του Ιάσονα Μπάντιου, της Σταυρούλας Πουλημένη και του Θεόφιλου Καλαϊτζίδη. 
Οι συντελεστές της ταινίας πατάνε πάνω στη μνήμη και στη λήθη αλλά και στις προσπάθειες που γίνονται για να καταγραφεί η «επίσημη» ιστορία μιας χώρας, αποσιωπώντας δυσάρεστα συμβάντα κι εγκληματικές πράξεις. Όμως κάποια από τα πρόσφατα γεγονότα ήταν τόσο έντονα, που δυστυχώς φανέρωσαν το κεκαλυμμένο σκοτεινό προσωπείο της ελληνικής κοινωνίας. Ένα προσωπείο που δυστυχώς δύσκολα μπορεί να κρυφτεί ξανά. Τόσο με την προσφυγική κρίση όσο και με τα συλλαλητήρια για το όνομα της Βορείου Μακεδονίας, γίναμε μάρτυρες μιας κοινωνίας που ταλαντεύεται επικίνδυνα ανάμεσα στον εκφασισμό και την αλληλεγγύη. 
Η ταινία επιχειρεί να αναδείξει το νήμα του υπόγειου αυτού «πολέμου» και της διάχυσης της ρητορικής του μίσους προς τον άλλον, τον ξένο, τον γείτονα, τον πρόσφυγα και το καθετί διαφορετικό. Επίσης, η ταινία αποτελεί μια προσπάθεια σύνδεσης των γεγονότων, μέσα από τα μάτια της αλληλεγγύης. Πάνω σ’ αυτό το κομμάτι, δίνεται χώρος σε ανθρώπους που βίωσαν έντονα την περίοδο αυτή να παρουσιάσουν τις δικές τους μαρτυρίες. Παράλληλα, ερευνά το πώς οι κρατικές πολιτικές και τα Μ.Μ.Ε. ενίσχυσαν το κλίμα του φόβου, της βίας και του ρατσισμού, αντί να προστατεύουν τους φτωχούς και τους αδύναμους. 
Μέσα από το μωσαϊκό των παραπάνω αφηγήσεων, γίνεται μια προσπάθεια εντοπισμού διεξόδων από αυτή την κατάσταση, μέσω του αγώνα για μια κοινωνία που η αλληλεγγύη θα αποτελεί καθημερινή πράξη και οδηγό μιας διαφορετικής ζωής, που θα συμπεριλαμβάνει όλους και όλες. 
Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό, ειδικά στον τόπο μας που βίωσε έντονα αρκετά απ’ τα παραπάνω γεγονότα, να συναντηθούμε στο Αντίβαρο και να συζητήσουμε τόσο με τους συντελεστές όσο και μεταξύ μας μετά την προβολή του ντοκιμαντέρ. 

Συντελεστές: 

Σενάριο – σκηνοθεσία – παραγωγή: Θεόφιλος Καλαϊτζίδης, Ιάσων Μπάντιος, Σταυρούλα Πουλημένη 
Έρευνα: Ιάσων Μπάντιος, Σταυρούλα Πουλημένη 
Φωτογραφία – μοντάζ: Θεόφιλος Καλαϊτζίδης 
Μουσική: Σταμάτης Πασόπουλος 
Ηχοληψία: Σίμος Λαζαρίδης, Ενές Αχμέτ Κεχαγιά 
Μίξη Ήχου: Σίμος Λαζαρίδης 
Επιστημονικός συνεργάτης: Δημοσθένης Παπαδάτος Αναγνωστόπουλος 
Αφήγηση: Φούλης Μπουντούρογλου, Δώρα Νεστορίδου 

Με την υποστήριξη του ελληνικού παραρτήματος του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2023

Προτάσεις για μια παιδεία κοινωνικού χαρακτήρα



του Γιώργου Ορφανίδη*

Κάθε 30ή Ιανουαρίου η σκέψη πολλών, αυτόματα ή κατευθυνόμενα (υπό το πρίσμα της άκριτης υποστήριξης του ρεύματος «ακολουθώ ό,τι γίνεται προκειμένου να δηλώσω την παρουσία μου» (βλ. social media), επιστρέφει στο ζήτημα της θέσης-αξίας των Γραμμάτων & των Τεχνών. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό αρκετά γνωστός, τουλάχιστον στις ελληνικές κοινότητες. Επομένως, ας μη μείνουμε στο ιστορικό ή όποιο άλλο υπόβαθρο του θέματος. Για όποιον, όμως, το επιθυμεί, προσωπικά, προτείνω την ανάγνωση του παρακάτω και ιδιαίτερα κατατοπιστικού πονήματος της ακαδημαϊκού κ. Εφης Γαζή, «Ο δεύτερος βίος των Τριών Ιεραρχών». Μια γενεαλογία του «Ελληνοχριστιανικού πολιτισμού» (Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, 2004). 
Βέβαια, ο Ιανουάριος πέρασε, και ενδεχομένως ήδη πολλοί να ξέχασαν ακόμα και τον τελευταίο απόηχο της παραπάνω ημέρας, ή και της 24ης Ιανουαρίου (Διεθνής Ημέρα Εκπαίδευσης), κατά την οποία τα κλισέ για την πολυπόθητη ανοιχτή προς όλους & ορθή παιδεία-πολιτισμική (ανα)δόμηση αναδιατυπώνονται χωρίς καμία ουσία με συρραφές περσινών και προπέρσινων κειμένων. 
Ταυτόχρονα, τον Φεβρουάριο έχουμε ουκ ολίγες ημέρες αφιερωμένες σε αξίες-ιδέες που θα έπρεπε όχι μόνο να θεωρούνται αυτονόητες σήμερα αλλά και να λαμβάνονται ως πυλώνες της παιδείας μας (βλ. 04/02 –Διεθνής Ημέρα Ανθρώπινης Αδελφοσύνης, 11/02– Διεθνής Ημέρα για τις Γυναίκες και τα Κορίτσια στην Επιστήμη, 20/02 – Παγκόσμια Ημέρα Κοινωνικής Δικαιοσύνης). 
Αναδίφηση, λοιπόν, στο παρόν, και όχι στο χθες, με εφαλτήριο τί; Μία ή δύο ή τρεις… εορτές; Όχι. Ασφαλώς οι τυμπανοκρουσίες δεν επαρκούν, όταν η διαβίωσή μας εξαρτάται από καμένη γη. Τα Γράμματα και οι Τέχνες είναι απότοκα ενσυνείδησης και ενσυναίσθησης, τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με την επιβολή αναχρονιστικών θεσμών, την κυριαρχία πολιτισμικών στερεοτύπων, και τη μαζική χειραγώγηση. Δηλαδή, εάν θέλουμε να μιλήσουμε, όντως, για Γράμματα και Τέχνες στο μετα-μεταμοντέρνο κοσμοείδωλο της πολυπολιτισμικής κοινωνίας που δομείται στη δυναμική του unique ως ουτοπικό θεμέλιο, οφείλουμε να ξεκινήσουμε το παιχνίδι της εύρεσης των πολυπόθητων καρπών μίας παιδείας πρώτα από όλα κοινωνικής· να ξεκινήσουμε από το πώς βλέπουμε τον κόσμο εμείς οι ίδιοι. 
Για αυτό, σήμερα, επιλέχθηκαν τρία βιβλία, λογοτεχνικά αλλά διαφορετικού είδους-ύφους, η ανάλυση των οποίων λειτουργεί σαν ένα άλλο πρόσφορο έδαφος· προς καλλιέργεια μιας παιδείας κοινωνικού χαρακτήρα, άνευ επίπλαστων πραγματικών-συμβολικών συνόρων.




Οι «Βαλκανευτές», τυπικά, ανήκουν σε μία κατηγορία, η οποία παρεξηγείται από ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό, θεωρούμενη ως «καταγραφική», επομένως όχι και μείζονος σημασίας. Η κατηγορία αυτή δεν είναι άλλη, παρά η ταξιδιωτική λογοτεχνία. Εδώ, έχουμε μία ομάδα νέων που οδικώς περιδιαβαίνει τα δυτικά βαλκάνια, φθάνοντας ως την Τεργέστη της Ιταλίας. Ο αυτοπροσδιορισμός τους, Βαλκανευτές, παραπέμπει -κατά μία έννοια- στους Ιχνευτές, σατιρικό δράμα του 5ου αι. π.Χ., γραμμένο από τον Σοφοκλή, καθώς και τα δύο έργα αναφέρονται στην αξία της ανακάλυψης του «χ» πολιτισμικού στοιχείου μέσα από το μη αναμενόμενο· στο προγενέστερο εξ αυτών έχουμε τη μουσική, ή οποία εκπροσωπεί την αρμονία και άκρα αισθητική του οικουμενικού, στο άλλο, το κατά πολύ μεταγενέστερο χρονικά, έχουμε την ιστορική αρχή της ύφανσης της εκάστοτε πολιτισμικής ταυτότητας, η οποία εκπροσωπεί τη βάση κάθε κοινωνικού συνόλου που θέλει να διασφαλίσει την ύπαρξη του μεταξύ άλλων, λίγων ή πολλών. 
Διότι, ναι, τώρα, ο συγγραφέας θέτει τον δάκτυλον υπό τον τύπον των ήλων ανατρέποντας όλα όσα πιστεύουμε -στερεοτυπικά ή μη- για την πολύπαθη γη της βαλκανικής χερσονήσου, χωρίς να επιχειρεί να την ορίσει γεωγραφικά, αφού τα σύνορα ίσως και να διασπούν το σύνθημα περί ομόνοιας και συνεργασίας των λαών. 
Ένα απλό αυτοκίνητο γίνεται το μέσον με το οποίο κάθε παλαιό σύνορο ακυρώνεται αυτόματα από τον ίδιον τον άνθρωπο που κάποτε το τοποθέτησε, επειδή από την Προϊστορία ακόμα ως επίγειο ον αυτή του την ανάγκη θέλει να ικανοποιεί στη συμβίωση με τρίτους, περισσότερο ή λιγότερο φίλους εκ προοιμίου να περιφρουρήσει το (ολο)δικό του, ό,τι και αν είναι αυτό, προσδιοριζόμενο από τον όποιο δείκτη αξίας, π.χ. οικονομικό, συναισθηματικό. Έπειτα, ο άνθρωπος σηματοδοτεί –έστω και τύποις– τη δράση του μέσα από τα μνημεία. Και ως μνημείο ορίζεται το οτιδήποτε έχει φτιαχτεί από το χέρι του, επίσης, ανεξαρτήτως υλικής ή όποιας άλλης αξίας. Με τα μνημεία ο άνθρωπος γεμίζει τα σύνορα που γνωστοποίησε στους μη ανήκοντες στην ομάδα του ίδιου, αφήνει κληρονομιά για τις επόμενες γενιές. Τα πολλά μνημεία σηματοδοτούν πολλές φορές μια πλούσια ιστορία, μια αξιοθαύμαστη πολιτισμική ταυτότητα, χωρίς όμως αυτή η πολύ απλή συλλογιστική απόρροια να είναι ακλόνητη. Αλλωστε πώς ορίζονται τα πολλά μνημεία; Πώς ορίζεται, εντέλει, η πλούσια ή μη ιστορική αποτύπωση, και ακόμα περισσότερο το μεγάλο ή μη εύρος της πολιτισμικής ταυτότητας; 
Ο Χατζελένης με έναν άλλου είδους φακό απαθανατίζει σκηνές που αναδεικνύουν τα παρεξηγημένα παιδιά της ιστορίας, των οποίων η ζωή ακροβατεί πάνω από τη μεσόγειο και κάτω από τον Δούναβη. Και αυτό, όμως, είναι πολύ σχετικό, καθώς τα ερωτήματα που ανακύπτουν ξεφυτρώνουν σαν τις κεφαλές τις Λερναίας Υδρας, ειδικά με τη διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας κατά τις προηγούμενες δεκαετίες. Μιλάμε, λοιπόν, για Βαλκάνια ή Αδριατική, όπως θα έλεγαν οι Ιταλοί, εάν ήθελαν λίγο παραπάνω κύρος να προσδώσουν σε ορισμένες περιοχές; Ποιος είναι (και ποιος δεν είναι) «βαλκάνιος»; Μπορεί ένα (τόσο) διευρυμένο πολιτισμικό σύνολο μόνον επειδή ορίζεται από συγκεκριμένα φυσικά/τεχνητά σύνορα να χαρακτηρισθεί απ’ άκρη σ’ άκρη ως «βαλκανικό». Η Ελλάδα σίγουρα αποτελεί ένα παράδειγμα που διχάζει, και ταυτόχρονα ανατροφοδοτεί τους κατοίκους της με μία νέα διάθεση για αποκωδικοποίηση της τοπικής ιστορίας, των μνημείων και συμβόλων, που όλοι τους επικαλούνται στη διάρκεια (επανα)δόμησης της ταυτότητάς τους, αλλά και εκείνων των σημείων που ενδεχομένως να «φοβούνται» όντας φύσει ή θέσει (γεωπολιτισμικά) αμφιλεγόμενα. 
Κλείνοντας αυτήν την κυκλική –για άλλους σπειροειδή– πολιτισμική διαδρομή, ας κρατήσουμε ένα από εκείνα τα αποφθέγματα των Στωικών που μας υπενθυμίζουν ότι η παιδεία-σοφία είναι απαλλαγμένες από κάθε μορφή έπαρσης, εγωκεντρικής τοποθέτησης ή πεισματικής εσωστρέφειας: «Τι πρώτον έστιν έργον του φιλοσοφούντος; αποβαλείν οίησιν: αμήχανον γαρ, ά τις ειδέναι οίεται, ταύτα άρξασθαι μανθάνειν» (Επίκτητος, αρχαίος φιλόσοφος, 50-135 μ.Χ.).

* Ο Γιώργος Ορφανίδης είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ του ΑΠΘ – σε συνεργασία (συνεπίβλεψη) με το Πανεπιστήμιο της Τουλούζης ΙΙ. Σπούδασε Αρχαιολογία & Ιστορία της Τέχνης (ΒΑ, ΜΑ), Ιταλική Φιλολογία (ΒΑ), Μάνατζμεντ & Επικοινωνία (ΜΑ) στο ΑΠΘ. Εμπλουτίζει τις γνώσεις του παρακολουθώντας συστηματικά σεμινάρια από αναγνωρισμένους φορείς. Συμμετέχει σε συνέδρια και δημοσιεύει σε ακαδημαϊκά περιοδικά, τόμους, εγκυκλοπαίδειες, κ.ά. της Ελλάδας και του εξωτερικού. Έχει εργαστεί στο ΥΠΠΟΑ, καθώς και σε ένα πλήθος πολιτισμικών φορέων δημόσιου ή ιδιωτικού χαρακτήρα. Σήμερα, δραστηριοποιείται στον τομέα του Πολιτισμού-Τουρισμού και των Δημοσίων Σχέσεων.

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2023

Godland (2022)

 



Η νέα κινηματογραφική χρονιά ξεκίνησε με ένα ξεχωριστό κινηματογραφικό διαμάντι, το οποίο θυμίζει αρκετά τη σπουδαία σκανδιναβική σχολή. Η "Χώρα του Θεού" του Ισλανδού σκηνοθέτη Χίλνουρ Πάλμασον, είναι ένα υπέροχο πάντρεμα ονειρικών πλάνων βγαλμένων από τις ταινίες του Τέρενς Μάλικ κι υπαρξιακών διλημμάτων αντίστοιχων μ' αυτά που έχουμε παρακολουθήσει μέσα από τη φιλμογραφία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και του Βέρνερ Χέρτζογκ, παρουσιάζοντας συνάμα μεγαλοπρεπώς τα απόκοσμα ισλανδικά τοπία όπου το παγωμένο νερό της βροχής και των ποταμών συνυπάρχει αρμονικά με την καυτή λάβα των ηφαιστείων. 
Η ταινία μας επιστρέφει στα τέλη του 19ου αιώνα, όπου η Ισλανδία θεωρείτο αποικία της Δανίας. Εκείνη την περίοδο, η δανέζικη λουθηριανή εκκλησία στέλνει έναν νεαρό πάστορα, τον Λούκας, για να χτίσει μια εκκλησία σε ένα ισλανδικό χωριό, το οποίο κατοικείται από Δανούς εποίκους. Παράλληλα, ο νεαρός πάστορας προσπαθεί να αφουγκραστεί τις άγνωστες συνήθειες και τα ήθη των Ισλανδών, ενώ ταυτοχρόνως φωτογραφίζει τα τοπία και τους ανθρώπους της αποστολής αλλά κι αυτούς που συναντάει στο διάβα του. Παρά τις αντίξοες συνθήκες που επικρατούν στη νησιωτική χώρα, ο Λούκας θα επιμείνει στην ολοκλήρωση της αποστολής παίρνοντας πάνω του κάθε ρίσκο, χάνοντας απρόσμενα τον μοναδικό έμπιστο συνοδοιπόρο του και φτάνοντας ακόμη κι ο ίδιος σε τραγική κατάσταση από την οποία θα επιζήσει χάρη στις φροντίδες του Ράγκναρ, του αρχηγού της ομάδας. 
Ο νεαρός πάστορας θα καταφέρει να φτάσει σε ημιθανή κατάσταση στον τελικό του προορισμό και θα φιλοξενηθεί στο σπίτι ενός Δανού αγρότη μέχρι να γίνει καλά. Μετά την περιπέτειά του αυτή, ο πάστορας θα νιώσει τελείως χαμένος τόσο με την αποστολή που έχει αναλάβει όσο και με τον ίδιο του τον εαυτό και την πίστη του προς τον θεό. Βυθισμένος σε αυτή τη δίνη της αμφιβολίας, θα ερωτευτεί τη μεγάλη κόρη του αγρότη, δίνοντας νέο νόημα στην παραμονή του εκεί. Ωστόσο, η εκκλησία χτίζεται κι οι κάτοικοι του χωριού αρχίζουν να προσηλυτίζονται στη νέα θρησκεία. Μέσα σ' αυτούς κι ο Ράγκναρ, τον οποίον ο πάστορας αντιπαθεί θανάσιμα. Όμως, όταν φτάνει η στιγμή που όλα είναι έτοιμα, θα βρει τον Λούκας σε μια επικίνδυνη και μη αναστρέψιμη αμφισβήτηση.




Για το παραπάνω θέμα, ο Χίλνουρ Πάλμασον εμπνεύστηκε από κάποιες φωτογραφίες ενός Δανού πάστορα, οι οποίες θεωρούνται πως είναι οι πρώτες που τραβήχτηκαν στην Ισλανδία. Πατώντας πάνω σ' αυτές και χρησιμοποιώντας μια λιτή περιγραφή, ο Ισλανδός σκηνοθέτης Χίλνουρ Πάλμασον επιλέγει τα παλαιομοδίτικα τετράγωνα κάδρα, προσπαθώντας μέσα σ' αυτά τα χωρέσει το απέραντο μεγαλείο της ισλανδικής φύσης και να συμπυκνώσει τόσο τον αχαλιναγώγητο ανθρώπινο εγωισμό που προσπαθεί να δαμάσει τα πάντα γύρω του όσο και τον φανατισμό των θρησκευτικών δογμάτων που επιδιώκουν να ριζώσουν σε παρθένα κι αμόλυντα εδάφη. Με διακριτικό τρόπο, ο δημιουργός παρουσιάζει την αλαζονεία των αποικιοκρατών, οι οποίοι αρνούνταν να δουν ισότιμα τους πληθυσμούς των περιοχών που κατέχουν, δημιουργώντας συνεχώς έριδες και διχασμούς. Κατά κάποιον τρόπο, η ταινία είναι ένα λυρικό κατηγορώ απέναντι στο όχι και τόσο γνωστό αποικιοκρατικό καθεστώς που υπέστη η Ισλανδία.
Οι χαρακτήρες των πρωταγωνιστών χτίζονται σταδιακά. Όμως η αδυναμία που υπάρχει στη μεταξύ τους επικοινωνίας καθώς μιλούν διαφορετικές γλώσσες, δημιουργεί παράλληλα κι ένα χάσμα με το κοινό. Οι θεατές απολαμβάνουν μαγεμένοι τα υπέροχα τοπία της Ισλανδίας αλλά παραμένουν αμέτοχοι απέναντι στην εξέλιξη της ιστορίας και στα φονικά που σημειώνονται. 
Η κορύφωση της ταινίας έρχεται στην τελευταία πράξη, στην οποία ο ιερέας αδυνατεί να λειτουργήσει στην εκκλησία που χτίστηκε γι' αυτόν τον σκοπό, φανερώνοντας μ' αυτόν τον τρόπο την αδυναμία της ανθρώπινης υπεροψίας που επιθυμεί να δαμάσει κάθε τι το διαφορετικό. Το επίμονο γάβγισμα του σκύλου θα του θυμίζει το φονικό που ο ίδιος διέπραξε ενώ το κλάμα του μωρού μέσα στον ναό θα του τονίζει το ατόπημα του να συνευρεθεί σεξουαλικά με την μεγάλη κόρη του αγρότη. Όλες αυτές οι συγκυρίες θα οδηγήσουν στο τελευταίο φονικό που θα ακολουθήσει, το οποίο θα είναι λυτρωτικό για όλα τα πρόσωπα. Ακόμη και για τον φονευμένο, το κουφάρι του οποίου θα κείτεται αιωνίως στην άγρια ύπαιθρο της Ισλανδίας, θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο να τονιστεί πως ό,τι κι αν κάνει το ανθρώπινο είδος, η φύση είναι αυτή που θα κυριαρχήσει πάνω του στο τέλος.  
Η "Χώρα του Θεού" είναι από τα σπάνια υπαρξιακά κινηματογραφικά διαμάντια που μπορούν να γίνουν αφορμή για να γεμίσουν οι σκοτεινές αίθουσες. Η ταινία είναι ένα μυσταγωγικό ταξίδι τόσο στα άγρια τοπία της Ισλανδίας όσο και στα αχαρτογράφητα ύδατα του νου. Είναι μια δοκιμασία πάνω στην πίστη προς τον άνθρωπο, τη φύση και τον θεό αλλά και μια προσπάθεια στο να κατανοήσουμε καλύτερα τόσο τον ίδιο μας τον εαυτό όσο και τις δυνατότητες που έχουμε ως άνθρωποι. 


Βαθμολογία: 8/10

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2023

«Βαλκανευτές» ένα ταξίδι αυτογνωσίας στο μέσα και το έξω μας




του Ιάσονα Γαβριηλίδη 


Με τον Γιώργο Χατζελένη δε γνωριζόμασταν. Πριν λίγο καιρό, βρισκόμουν σε κάποιο μπαρ με έναν φίλο. Από εκεί έτυχε να περνά μία γνωστή μου που μένει παραδίπλα. Χαιρετηθήκαμε και μου πρότεινε να συμμετέχω στην παρουσίαση ενός βιβλίου. Τόσο απλά! Έτσι ξεκινάνε τα όμορφα πράγματα. Ένα βράδυ με ένα φίλο στη γειτονιά. Το ίδιο απλά, ένα άλλο βράδυ, ο Γιώργος με τον δικό του φίλο πήραν την απόφαση για αυτό το ταξίδι απόδρασης από την φθοροποιό καθημερινότητα. Η ρουτίνα μας απομονώνει και μας κλειδώνει. Η έξοδος από αυτή ήρθε ως κάθαρση. Διέξοδος και όχι διαφυγή. Έφερε απελευθέρωση και συντροφικότητα. Ένωσε τους τρεις φίλους πηγαίνοντας τους σε ένα ταξίδι 4.730 χλμ. Μαζί! Κι αυτή είναι η ουσία γιατί «ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει». 
Τα Βαλκάνια είναι κι αυτά γειτονιά μας. Μια πληθωρική, μα ανεξερεύνητη -για τους περισσότερους από εμάς- γειτονιά. Πόσα γνωρίζουμε για τα Βαλκάνια και τους λαούς τους; Πόσο γνωρίζουμε τους γείτονες μας; Αυτούς που μας χωρίζει μια νοητή γραμμή πάνω στον χάρτη ή μια μεσοτοιχία σε μια γκρίζα και απρόσωπη πολυκατοικία των απρόσωπων πόλεων μας; Αυτή η κριτική ματιά στην αρχιτεκτονική ομορφιά και ασχήμια, η αναφορά στη μνήμη που κουβαλούν τα κτίσματα και οι τόποι, η διατήρηση και η καταστροφή του τοπίου και της αισθητικής διατρέχει όλο το κείμενο και όλα τα δυτικά Βαλκάνια, από την Αθήνα στο Αργυρόκαστρο και από το Σαράγεβο ως την Τεργέστη. 
Μια πρόταση, για ένα παρόμοιο οδοιπορικό στα Βαλκάνια, δέχτηκα φέτος το καλοκαίρι, από τον φίλο που ήμουν εκείνο το βράδυ. Εκείνος πήγε. 
Οι Βαλκανευτές ήρθαν να μου επισημάνουν πως πρέπει τελικά να πάω κι εγώ αυτό το ταξίδι. Κάποτε έφτασα ως το Ντουμπρόβνικ, που στον Γιώργο θύμισε την Χίο. Εμένα μου θύμισε τη Ρόδο. Μαγεύτηκα κι εγώ από τα καταπράσινα βουνά του Μαυροβουνίου και τις παραμυθένιες πόλεις του Κότορ και της Μπούτβα. Όσο ο Γιώργος και οι φίλοι του ανακάλυπταν τα Βαλκάνια, παρακολουθούσα, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, τα ίδια τοπία που περνούσαν πίσω από το τζάμι του αυτοκινήτου ή κατακτώντας τα στενά σοκάκια των μεσαιωνικών πόλεων της Αδριατικής. Ταυτόχρονα γνώριζα και τον ίδιο. Οι Βαλκανευτές είναι ένα διττό ταξίδι. Είναι παράλληλα μια επιλεκτική καταγραφή του οδοιπορικού στη δυτική πλευρά της Χερσονήσου του Αίμου και μια ενδοσκόπηση, φιλτραρισμένη μέσα από τα πολυποίκιλα ερεθίσματα αυτής της περιπλάνησης, της πολυχρωμίας, της πολυφωνίας και της βαριάς ιστορίας που κουβαλά αυτός ο πολύπαθος και παραγνωρισμένος τόπος και κόσμος. «Πόσα τοπία, πόσες πόλεις, πόσες ιστορίες», λέει ο συγγραφέας. Και πόσες σκέψεις, πόσα συναισθήματα συμπληρώνω. Και συμφωνώ πως μέσα από τα ταξίδια ανακαλύπτουμε νέους τόπους και συνάμα τον εαυτό μας. Και όντως τα ταξίδια απελευθερώνουν. Θα το έχετε νιώσει σίγουρα κι εσείς. Και αν τελικά το ταξίδι είναι «ένα κυνηγητό με τον χρόνο και μια αναζήτηση του φαρμάκου στον επικίνδυνο χειμώνα της συνείδησης που διανύουμε εδώ και χρόνια». 
Ο Γ. Χατζελένης καταλήγει πως το κέρδος και μάλλον το φάρμακο αυτό τουλάχιστον για τον ίδιο είναι η αυτογνωσία. Κι εδώ ταυτίζομαι. Άλλωστε η αυτογνωσία είναι το ζητούμενο της ενδοσκόπησης και τι πιο ταιριαστό από το να ανακαλύπτεις τον μέσα σου κόσμο, ανακαλύπτοντας τον έξω κόσμο. Και τι πιο ταιριαστό για το μεγάλο ταξίδι, το ισόβιο κυνηγητό με το χρόνο από το να ταξιδεύεις, όπως παρατήρησε κάποτε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. 
Οι ταυτίσεις που βρήκα με τον Γιώργο είναι πολλές, πέρα από την κοινή αγάπη για τα ταξίδια. Το ενδιαφέρον για την ιστορία των τόπων, την πολιτική κριτική στον μαζικό τουρισμό, τον καταναλωτισμό, η ανάγκη να περπατήσουμε πάνω-κάτω την κάθε πόλη τον κάθε τόπο για να αφουγκραστούμε, για να μπορούμε να νιώσουμε πως τον γνωρίσαμε, η χαρά και η αναζήτηση της αβίαστης επικοινωνίας με τους ντόπιους ως της πιο αυθεντικής επαφής με τον τόπο ή η απόλαυση του τυχαίου, όπως ένα αυτοσχέδιο πάρτι στη μποτιλιαρισμένη εθνική οδό. Είναι όλα αυτά μαζί σε μια ισορροπημένη όσμωση με όλο το βίωμα, που εσωτερικεύει ενός ανθρώπου που ζει, εργάζεται, προβληματίζεται, νιώθει, απογοητεύεται και ελπίζει στην Ελλάδα της κρίσης που ακόμη βαθαίνει. 
Όλο το βιβλίο είναι μια αναζήτηση για απαντήσεις που δεν υπάρχουν ή δεν έχουν βρεθεί και για άλλες που τελικά ο συγγραφέας μας τις δίνει, έστω προσωπικά ή και μερικά. Ερωτήσεις για την ταυτότητα και τι συγκροτεί, δηλαδή για το χθες και το σήμερα αλλά και για το μέλλον: το ατομικό, της Ελλάδας, των Βαλκανίων και των λαών τους, τι μας χωρίζει και τι μας συνδέει, πόσο μοιάζουμε και που διαφέρουμε με τους άλλους Βαλκάνιους, το νόημα του ταξιδεύειν και της ίδιας της ζωής, ο θάνατος και η αφύπνιση της γενιάς του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία ή της κρίσης στην Ελλάδα που μέσα από τις «αντανακλάσεις της λάμψης του τίποτα της έλαχε να σταθεί απέναντι στην Ιστορία και να τη λογαριάσει». 
Η γενιά του Γιώργου και δική μου, η γενιά μας και οι αγωνίες της. Η γειτονιά μας, τα Βαλκάνια, οι αντιφάσεις της και ο πλούτος που αυτές γεννούν μέσα στο ατέρμονο ταξίδι του χρόνου που περιέχει το ισόβιο ταξίδι της ζωής και τα επιμέρους ταξίδια, όσα προλάβουμε. Οι Βαλκανευτές είναι ένα από αυτά τα ταξίδια και η ανάγνωση τους είναι ένα ακόμη ταξίδι και μαζί μια πρόσκληση και μια πρόκληση στην ατομική αυτογνωσία μέσα από την αυτογνωσία μας ως μέρους ενός ευρύτερου γεωγραφικού και πολιτισμικού, ρευστού μα υπαρκτού κόσμου. Διότι τελικά είναι βέβαιο πως η απόληξη και ο στόχος είναι πάντα η μεγάλη εικόνα. Παραφράζοντας τον Γκράμσι: είναι δοσμένο πως η κατάληξη είναι το διεθνές, όμως το σημείο αφετηρίας είναι πάντα εθνικό κι απ’ αυτό οφείλουμε να ξεκινάμε. Στο τέλος πάντα γυρνάμε στην Ιθάκη, όμως η αυτογνωσία έρχεται με τον ζειν και την περιπλάνηση, γιατί τελικά «το να ζεις σε μικρό κομμάτι γης είναι αιχμαλωσία»