Τρίτη 9 Αυγούστου 2022

Γιώργος Χατζελένης: "Σκοπός της λογοτεχνίας στις μέρες μας είναι να καταφέρει να ανασκευάσει την πρότερη αυθεντική της ταυτότητα"



 

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου

  • Κύριε Χατζελένη, για ποιο λόγο αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τη συγγραφή; Ποιο υπήρξε το βασικό ερέθισμα που καθόρισε την λογοτεχνική σας πορεία; 

Η συγγραφή δεν ήταν κατάληξη κάποιας συγκεκριμένης απόφασης, αλλά το αποτέλεσμα ορισμένων συγκυριών. Κατά κάποιον τρόπο, παρασύρθηκα από μια αλληλουχία συγκεκριμένων αναγκών που με πίεζαν να βρω τον κατάλληλο τρόπο επικοινωνίας για μια ουσιώδη, ανιδιοτελή κι εποικοδομητική ανταλλαγή καθημερινών σκέψεων και χρόνιων προβληματισμών. Η ανάγκη μου αυτή με ώθησε στη γραφή, η οποία θεωρώ πως για μένα είναι η πιο εύκολη κι αποτελεσματική διαδικασία μέσα από την οποία μπορώ να αναπτύσσω με υπομονή και ηρεμία την όποια επιχειρηματολογία μου. Επίσης, κατά τη γνώμη μου είναι μια πολιτισμένη κι ατάραχη διαδικασία «διαλόγου», καθώς έχω διαπιστώσει μέσα από αρκετές συζητήσεις που έχω συμμετάσχει ή παρακολουθήσει, πως το παθιασμένο ταπεραμέντο κι η ημιμάθεια που κυριαρχούν στις μέρες μας, μας έχουν στερήσει το χάρισμα ενός ορθού δια ζώσης ή κι εξ’ αποστάσεως διαλόγου που να κυριαρχούν ο σεβασμός κι η υπομονή. Όσον αφορά το βασικό μου ερέθισμα που με οδήγησε στην επιθυμία μου να γράψω, θα μπορούσα να πω πως ήταν η συγκίνηση που μου προκάλεσε το βιβλίο του Ηλία Βενέζη «Το Νούμερο 31328», το οποίο είχα διαβάσει το καλοκαίρι του 2004. 

  • Πώς συνδυάζεται η συγγραφική σας δραστηριότητα με τις πολύ αξιόλογες σπουδές σας, αλλά και την επαγγελματική σας ενασχόληση; 

Η συγγραφική μου δραστηριότητα δεν σχετίζεται επ’ ουδενί με την επαγγελματική μου ενασχόληση. Παρόλα αυτά, η μια αλληλοσυμπληρώνει την άλλη, καθώς ένα μεγάλο μέρος των επαγγελματικών μου δραστηριοτήτων είναι μοναχικό, σιωπηλό κι επαναλαμβανόμενο, γεγονός που μου παραχωρεί τη δυνατότητα να μπορώ να πλάσω και να εμπλουτίσω μες στο μυαλό μου τις ιστορίες που επιθυμώ να περιγράψω. Αυτό έχει ως απόρροια, αρκετά μεσημέρια να επιστρέφω σπίτι φορτωμένος με σκέψεις, τις οποίες καταγράφω σε κάποιο σημειωματάριο για να τις επεξεργαστώ στον ελεύθερο, ανέμελο και δημιουργικό μου χρόνο. 

  • Τι μπορεί να αποτελέσει έμπνευση για εσάς; 

Το καθετί δύναται να αποτελέσει έμπνευση. Το ζήτημα είναι κατά πόσο μπορεί κανείς να το αξιοποιήσει και να δημιουργήσει βασιζόμενος σ’ αυτό. Στη δική μου περίπτωση, θεωρώ πως είναι τα ταξίδια που έχω πραγματοποιήσει, αλλά κι οι αξιομνημόνευτες συζητήσεις που έχω μοιραστεί με άλλους ανθρώπους. 

  • Υπήρξε κάποιο γεγονός στη ζωή σας που νιώσατε την ανάγκη να το μεταφέρετε αυτούσιο στο χαρτί; 

Στα βιβλία μου συμπεριλαμβάνονται αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Το τελευταίο βιβλίο, στο οποίο αποτυπώνω τις περιπλανήσεις μου στα Δυτικά Βαλκάνια είναι κατάμεστο από γεγονότα και στιγμές που βίωσα μαζί με τους συνταξιδευτές μου τόσο στις όμορφες πόλεις της Αδριατικής όσο και στα κρυμμένα φρούρια, αλλά και στις απόκοσμες ομορφιές των φυσικών τοπίων που συναντήσαμε στα βαλκανικά βουνά. Όπως επίσης και τα συναπαντήματα κι οι στιχομυθίες με άλλους ανθρώπους που είχαν πράγματι κάτι να μας πουν, όπως η συνάντηση με τον ενενηντάχρονο κύριο Γεώργιο Μιχαήλοβιτς, τον τελευταίο Σέρβο στρατιώτη που εξακολουθεί να «υπηρετεί» στο συμμαχικό νεκροταφείο Ζέιτελνικ στη Θεσσαλονίκη. 

  • Έχετε πρότυπα ως συγγραφέας; Στα γραπτά σας θα διαπιστώσει ο αναγνώστης επιρροές από άλλους αγαπημένους σας συγγραφείς; 

Κάθε εποχή διαθέτει και τις δικές της επιρροές, διότι με τα χρόνια ανακαλύπτω όλο και περισσότερους συγγραφείς που δε γνώριζα τόσο τους ίδιους όσο και τα πονήματά τους. Κάθε συγγραφέας που με στιγματίζει με το έργο του, ασκεί μια αδιαφιλονίκητη επιρροή τόσο στον τρόπο σκέψης μου, όσο και στον τρόπο γραφής μου. Όλα αυτά τα χρόνια που διαβάζω μανιωδώς, έχω επηρεαστεί από αρκετούς συγγραφείς όπως ο Μίλαν Κούντερα, ο Βίνφριντ Γκέοργκ Ζέμπαλντ, ο Γιώργος Μακρής, ο Βασίλης Αλεξάκης κι άλλοι. Στο τελευταίο μου βιβλίο επηρεάστηκα καθοριστικά από τους Κλαούντιο Μάγκρις, Πάτρικ Λη Φέρμορ και Τζαν Μόρις. 

  • Ποιος θεωρείτε ότι είναι ο σκοπός της λογοτεχνίας στις μέρες μας; Τι έχει να προσφέρει στον σύγχρονο άνθρωπο; 

Η λογοτεχνία, όπως και κάθε άλλη μορφή τέχνης, έχει ως απώτερο σκοπό την πνευματική γενναιοδωρία και την ψυχική ανάταση των αναγνωστών της. Όμως στις μέρες μας, έχω την αίσθηση πως η τέχνη έχει απολέσει τον σκοπό της μέσα από τις πράξεις και τις αποφάσεις κάποιων προσώπων, οι οποίοι έχουν θυσιάσει την ποιότητα και την ουσία στο βωμό του κέρδους, της ματαιοδοξίας, του εγωκεντρισμού και των δημοσίων σχέσεων που κυριαρχούν στους καλλιτεχνικούς κύκλους. Μαζί με την κοινωνική, οικονομική και πολιτική κρίση που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια, έχουμε καταστεί μάρτυρες και της κρίσης που από την οποία διακατέχεται ο πνευματικός χώρος. Οπότε κατά τη γνώμη μου, σκοπός της λογοτεχνίας στις μέρες μας είναι να καταφέρει να ανασκευάσει την πρότερη αυθεντική της ταυτότητα. 

  • Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι με την ολοένα και αυξανόμενη χρήση του διαδικτύου διαβάζουν βιβλία στις μέρες μας; 

Το αναγνωστικό κοινό ήταν πάντα περιορισμένο και συγκεκριμένο στην πάροδο των χρόνων. Δε γνωρίζω κατά πόσο το διαδίκτυο έχει επηρεάσει την παρούσα συγκυρία, διότι οι άνθρωποι που εμμένουν στην ανάγνωση βιβλίων εξακολουθούν να το πράττουν και στις μέρες μας, παρόλο που μια διόλου αμελητέα μερίδα της κοινωνίας έχει αποχαυνωθεί στις οθόνες των κινητών και των υπολογιστών. Θεωρώ πως για ορισμένους η κυριαρχία του διαδικτύου προσφέρεται περισσότερο ως πρόσχημα, παρά ως αιτιολογικός παράγοντας που τους αποτρέπει από το να διαβάσουν ένα βιβλίο. Προσωπικά, το διαδίκτυο έχει συμβάλλει αρκετά στο να ανακαλύψω νέους συγγραφείς κι ενδιαφέροντα βιβλία που δε γνώριζα. 

  • Η κρίση αναμφίβολα έχει επηρεάσει σημαντικά τη λογοτεχνία. Μπορεί σήμερα ένας συγγραφέας να βιοποριστεί μόνο από τα έργα του; 

Η ελληνική λογοτεχνική αγορά είναι σημαντικά περιορισμένη κι οι περισσότεροι αναγνώστες εμπιστεύονται τους ξένους εμπορικούς συγγραφείς παρά τους εγχώριους δημιουργούς. Οπότε, θεωρώ πως είναι αρκούντως δύσκολο για έναν συγγραφέα να μπορεί να βιοπορίζεται μέσα από τα έργα του. Επομένως δε θεωρώ πως η οικονομική κρίση επιδρά αρνητικά στους συγγραφείς, αλλά οι επιλογές του αναγνωστικού κοινού κι η προώθηση που εκτυλίσσεται μέσα από τις λογοτεχνικές στήλες των εφημερίδων και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που ασχολούνται με τον χώρο του βιβλίου. 

  • Έχετε ιδιαίτερη αδυναμία σε κάποιο από τα βιβλία σας; Κι αν ναι, γιατί; 

Παρόλο που κάθε μου βιβλίο είναι ξεχωριστό, θεωρώ πως όλα μαζί είναι ένα συνεχές κομμάτι της δημιουργικής μου πορείας, μ’ αποτέλεσμα να αδυνατώ να αγαπήσω κάποιο περισσότερο από τα υπόλοιπα. 

  • Υπάρχει κάποιο βιβλίο σας, το οποίο θα προτείνατε οπωσδήποτε να διαβάσουν οι αναγνώστες; 

Δε συνηθίζω να προτείνω βιβλία μου σε αναγνώστες. Μου αρέσει όμως να προτείνω βιβλία άλλων συγγραφέων που λάτρεψα σε φίλους μου βιβλιοφάγους. 

  • Ας μιλήσουμε τώρα για το τελευταίο σας βιβλίο, που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2021 τις εκδόσεις «Ενύπνιο» και φέρει τον τίτλο «Βαλκανευτές». Πρόκειται για ένα αρκετά πολυσέλιδο μυθιστόρημα, το οποίο στην ουσία περιγράφει τη δική σας προσωπική οδική απόδραση στα Δυτικά Βαλκάνια και των φίλων σας, παρόλο που δε στέκεται μόνο σ’ αυτό. Πείτε μας δυο λόγια για το περιεχόμενό του. 

Οι «Βαλκανευτές» γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια του οδοιπορικού μου στα Δυτικά Βαλκάνια, την άνοιξη του 2016. Τα μέρη που επισκεφθήκαμε, οι άνθρωποι που συναντήσαμε αλλά κι οι πολύωρες συζητήσεις με τους φίλους μου μετατράπηκαν σε μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης για το εν λόγω βιβλίο. Ωστόσο, δε γνωρίζω σε ποιο είδος μπορώ να το κατατάξω, διότι είναι αυτοβιογραφικό αλλά και δεν είναι, είναι ταξιδιωτικό αλλά και δεν είναι, έχει δοκιμιακή χροιά αλλά και δεν έχει. Αυτό το αφήνω να το κρίνει ο εκάστοτε αναγνώστης που θα επιλέξει να το διαβάσει. Από πλευράς μου αυτό που επιδιώκω συγγραφικά μέσα απ’ αυτό το βιβλίο είναι να ταξιδέψω τους αναγνώστες στα μέρη που επισκέφθηκα και να μοιραστώ μαζί τους προβληματισμούς καθημερινούς, αλλά κι ατίθασες σκέψεις που ξεπήδησαν μέσα από τις πόλεις που επισκεφθήκαμε και τις σιωπηλές αλλά και ηχηρές ιστορίες που αυτές κουβαλούν τόσο στον πολεοδομικό όσο και στον ανθρώπινο ιστό τους. 

  • Ποιο υπήρξε το βασικό ερέθισμά σας για να ξεκινήσετε τη συγγραφή του συγκεκριμένου έργου; 

Το ταξίδι στα Δυτικά Βαλκάνια υπήρξε το κυρίαρχο ερέθισμα για να αρχίσω τη συγγραφή του βιβλίου, αλλά κι οι παροτρύνσεις των δυο φίλων μου που διοργανώσαμε κι απολαύσαμε συντροφικά το συγκεκριμένο οδοιπορικό. 

  • Οι άνθρωποι έχουν την τάση να δένονται με τα βιώματά τους, τα οποία στην πορεία τρέπονται σε αναμνήσεις. Κι όταν αυτές ξεθωριάζουν με τον καιρό και ξαποσταίνουν στα βάθη του χρόνου αφήνουν πάντα πίσω τους ένα αβάσταχτο κενό. Το βιβλίο σας αυτό πέρα από μυθιστόρημα, εμπεριέχει και το ταξιδιωτικό αφήγημα, τον ιστορικό χάρτη-οδηγό, αφήνει όμως κι αρκετό χώρο ανάμεσά τους για να προκύψει και η προσωπική ενδοσκόπηση. Κινείται επομένως μια διαδικασία αυτό -αντανάκλασης ή αλλιώς αυτοπροβληματισμού, προκειμένου να κατανοήσετε καλύτερα ως συγγραφέας – ταξιδιώτης το ποιος πραγματικά είστε, ποιες είναι οι αξίες και τα πιστεύω σας και γιατί τελικά όλα αυτά επιδρούν στις σκέψεις και στις πράξεις σας. Αυτό κατά συνέπεια περνάει και στον αναγνώστη, καθώς είναι ο αποδέκτης του βιβλίου σας. Εσείς ως συγγραφέας αυτού του βιβλίου πως θα το χαρακτηρίζατε με λίγες λέξεις; Ποιο είναι το πιο σημαντικό μήνυμα που θέλετε να περάσετε στον αναγνώστη; 

Τα ταξίδια για μένα είναι μια σωτήρια διαφυγή από την καθημερινή ρουτίνα, ένα παυσίπονο της μιζέριας, αλλά και της εσωστρέφειας που έχουν κυριαρχήσει ανησυχητικά στις μέρες μας. Όμως παρά την ευεργετική τους φύση, τα ταξίδια παραμένουν μια πρόσκαιρη απόδραση, μια ολιγοήμερη αίσθηση ελευθερίας που δυστυχώς εξαχνώνεται αυτομάτως με την επιστροφή μου στην κατάσταση από την οποία προσπάθησα να ξεφύγω. Όμως, εκείνες τις μέρες που περιπλανιέμαι σε άγνωρες πόλεις, αφήνω τα μάτια μου ελεύθερα να παρασυρθούν από τη γοητεία των νέων εικόνων και το μυαλό ανάλαφρο να αναζητήσει επιλύσεις σε χρόνιους καταχωνιασμένους προβληματισμούς στα πιο άδυτα σημεία του μυαλού μου. Παρακάμπτοντας για λίγες μέρες τις καθημερινές σκοτούρες κι υποχρεώσεις προσφέρω χρόνο στον εαυτό μου για εσωστρεφείς αναζητήσεις, μια διαδικασία πολύπλοκή που με την πείρα των ετών κατόρθωσα να διαχειρίζομαι ολίγον τι πιο αποτελεσματικά. Για να βγει όμως κάποιο ωφέλιμο συμπέρασμα μέσα απ’ αυτή τη δίνη των σκέψεων, οφείλω να αντιμετωπίσω τον εγωισμό μου, αλλά και τον πόνο που επιφέρει η αλήθεια. Παρήλθε αρκετός καιρός για να αντιληφθώ πως μέσα απ’ αυτό το εσώψυχο ξεγύμνωμα αναδύομαι πιο δυνατός και πιο ζωντανός. Οπότε για μένα τα ταξίδια δεν είναι μόνο λίγες μέρες διαφυγής κι αναψυχής, αλλά και μερικές μέρες πνευματικής ανανέωσης και ψυχικής ενδυνάμωσης. Ίσως αυτό να είναι και το βασικό μήνυμα που επιθυμώ να εμφυσήσω στους αναγνώστες του βιβλίου. 

  • Γράφετε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου σας: «Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει». Η μοναξιά κατά τη γνώμη σας υποσκάπτει την έννοια της ύπαρξης; Πώς μπορεί να επιτευχθεί η εσωτερική αναζήτηση της μυστικής πλευράς των πραγμάτων και των υποσυνείδητων γωνιών του δικού μας ψυχισμού με παρέα; 

Θεωρώ πως η μοναξιά είναι μια δυσάρεστη συνθήκη που επιβάλλεται εξαιτίας κάποιων εξωγενών συγκυριών στους ανθρώπους πάντοτε αθέλητα. Κατά συνέπεια δεν μπορώ να τη συσχετίσω με την έννοια της ύπαρξης. Αντιθέτως, η μοναχικότητα είναι μια συνειδητή επιλογή, μια ειλικρινής και θαρραλέα επιλογή ενδοσκοπικής εσωστρέφειας, για να ορθώσει ασφαλέστερα στεγανά απέναντι στην κοινωνική τοξικότητα, αλλά και για την επίτευξη της γνωριμίας με τον ίδιον εαυτό, ώστε να μπορεί μετέπειτα να επιλέγει ο ίδιος ορθά με ποιους ανθρώπους επιθυμεί να συναναστραφεί. Η εσωτερική αναζήτηση της μυστικής πλευράς των πραγμάτων και των υποσυνείδητων γωνιών, όπως πολύ σωστά αναφέρατε, είναι μια διαδικασία που ο καθένας μας οφείλει να τη διατελέσει μόνος του, θυσιάζοντας αρκετό και πολύτιμο χρόνο και διώχνοντας κάμποσα πρόσωπα από γύρω του μέχρι να φτάσει στην πολυπόθητη πηγή. Νιώθω τυχερός που έχω γνωρίσει κάποιους ανθρώπους που έχουν βιώσει τη δική τους προσωπική οδύσσεια και στέκονται πλέον θριαμβευτές στην πηγή αυτή ή έστω λίγα βήματα μακριά της. Άλλοι έχουν σκύψει κι έχουν γευτεί τη δροσιά της αυτογνωσίας κι άλλοι διστάζουν να έρθουν αντιμέτωποι με την αλήθεια και με τα φαντάσματα του παρελθόντος τους. Και οι δυο αυτές αντιδιαμετρικές περιπτώσεις ανθρώπων παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον κι αυτό αναδύεται στην επιφάνεια μόλις συναναστραφείς μαζί τους. Σε εκείνες τις μαγικές στιγμές κυριαρχεί μια ανιδιοτελής προσπάθεια κοινής εσωτερικής αναζήτησης, όπου ο ένας μοιράζεται εμπειρίες, γνώσεις και σκέψεις με τον άλλον προσπαθώντας μ’ αυτόν τον τρόπο να προβούν σε έναν συντονισμένο δρασκελισμό προς την πηγή. Οπότε νιώθω αν μη τι άλλο τυχερός που το ταξίδι αυτό ήταν μια συμβιωτική εμπειρία με δυο επιστήθιους φίλους που έχουν προσεγγίσει την πηγή της αυτογνωσίας και μαζί τους μοιράζομαι εδώ και πολλά χρόνια αυτούς τους καθημερινούς γλυκόπικρους εσωτερικούς προβληματισμούς. 

  • Θεωρείτε απαραίτητη την ύπαρξη των φωτογραφιών στο συγκεκριμένο βιβλίο σας; Γιατί; 

Δε θεωρώ πως είναι απαραίτητη η παρουσία των φωτογραφιών στο βιβλίο, διότι η εικόνα κατευθύνει αρκετά τη φαντασία των αναγνωστών. Διαφορετική αίσθηση έχει η φανταστική σύλληψη ενός τοπίου μέσω της λεκτικής περιγραφής και αλλιώτικο να το βλέπεις μπροστά σου σε μια φωτογραφία. Όμως, η αλήθεια είναι, πως παράλληλα με τη συγγραφή θέλησα να τιμήσω και μια ακόμη αναπόσπαστη ταξιδιωτική μου συνήθεια κι αυτή είναι η φωτογραφία. Επίσης, είχα επηρεαστεί από τα βιβλία του Βίνφριντ Γκέοργκ Ζέμπαλντ, ο οποίος συνοδεύει τις συναρπαστικές περιγραφές του με τις ισορροπημένες φωτογραφικές του λήψεις. 

  • Το βιβλίο σας απευθύνεται μόνο σε ενήλικες ή και σε έφηβους; 

Εξαρτάται από τις αξιώσεις του εκάστοτε αναγνώστη. Έχω αναμειχθεί σε υπέροχες συζητήσεις με αρκετά ώριμους εφήβους κι έχω απογοητευτεί από κάμποσους σοβαροφανείς ενήλικες. Οπότε δεν υπολογίζω την ηλικία του καθενός ως κριτήριο ανάγνωσης του βιβλίου. 

  • Μιλήστε μας για το εκδοτικό σας σπίτι. Είστε ευχαριστημένος από τη συνεργασία σας με τις εκδόσεις «Ενύπνιο»; 

Τα προηγούμενα βιβλία μου είχαν κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, αλλά με τους «Βαλκανευτές» μετακόμισα στις εκδόσεις Ενύπνιο. Αισθάνομαι τυχερός που ο εκδότης μου Στάθης Ιντζές με ενέταξε στην ομάδα των συγγραφέων και των ποιητών του οίκου του, διότι μέσα απ’ αυτόν τον εκδοτικό οίκο έχω γνωρίσει αξιόλογους ανθρώπους με ιδιαίτερους προβληματισμούς και με διάθεση για ειλικρινείς συνδιαλέξεις. Επίσης, υπάρχει μια συγκινητική αλληλοεκτίμηση μεταξύ των δημιουργών του εκδοτικού οίκου που οδήγησε στη δημιουργία απρόσμενων φιλικών σχέσεων. Αυτό για μένα είναι η πιο ανεκτίμητα ουσιώδης ανταμοιβή που μπορεί να σου προσφέρει απροσδόκητα η έκδοση ενός βιβλίου. 

  • Έχετε ήδη παρουσιάσει το βιβλίο σας στην πρωτεύουσα, στη συμπρωτεύουσα και στη γενέτειρά σας τη Χίο. Σχεδιάζετε και άλλες παρουσιάσεις αυτού το προσεχές διάστημα; 

Έχω παρουσιάσει το βιβλίο τρεις φορές στην Αθήνα κι από μια φορά σε Θεσσαλονίκη και Χίο. Οι παρουσιάσεις αποτελούν μια απαραίτητη διαδικασία για να γνωστοποιηθεί και να διαδοθεί ένα νεοαφιχθέν βιβλίο. Όμως, σε κάθε παρουσίαση έρχομαι αντιμέτωπος με το κοινό κι αυτό με φορτώνει με δυσβάσταχτες ποσότητες άγχους. Είναι ένα τίμημα εντούτοις που οφείλω να υποστώ, καθώς επιθυμώ να στηρίξω και να προωθήσω τους «Βαλκανευτές». Η αλήθεια είναι πως θα ΄θελα να δρομολογήσω λίγες ακόμη παρουσιάσεις και σε άλλες πόλεις. Είναι μια σκέψη που θα επεξεργαστώ μες στο φθινόπωρο. 

  • Μια ευχή σας για το μέλλον; 

Εύχομαι να κατορθώσουμε να βγούμε όσο το δυνατόν λιγότερο λαβωμένοι απ’ αυτήν τη σκοταδιστική περίοδο που έχει κυριαρχήσει τα τελευταία χρόνια και μας έχει εκτοξεύσει δεκαετίες πίσω. 

  • Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας.

[…Παρατηρούσα τις κινήσεις τους στον άδειο χώρο του φρουρίου κι αναλογιζόμουν πόσο απαραίτητες είναι οι μοναχικές στιγμές στα ταξίδια. Με τα χρόνια είχα διαπιστώσει πως οι εντυπώσεις σε μοναχικούς ταξιδιώτες είναι πιο βαθιές και ζωηρές απ’ ότι στους κοινωνικούς ανθρώπους, διότι οι σκέψεις, οι εικόνες κι οι στιγμές απασχολούν περισσότερο τους πρώτους διότι κατακαθίζουν στην ψυχή τους κι αποκτούν μεγαλύτερες διαστάσεις στη σιωπή. Στην μοναξιά ωριμάζει η σκέψη κι αποκτά μια απόκοσμη ομορφιά. Μετατρέπεται σε συναίσθημα…

  • Κύριε Χατζελένη, σας ευχαριστώ πολύ για τη συζήτησή μας και σας εύχομαι κάθε επιτυχία προσωπική και συγγραφική. 

Εγώ σας ευχαριστώ για την εποικοδομητική συζήτηση και για τη ζεστή σας φιλοξενία.


Πηγή: texnesonline.gr

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2022

Νυρεμβέργη, η ατέρμονη προσπάθεια συγκάλυψης ενός σκοτεινού παρελθόντος


Μπορεί η Νυρεμβέργη να μην ανήκει στα πιο δημοφιλή ταξιδιωτικά μέρη αλλά μια ολιγοήμερη διαμονή σ' αυτήν, σίγουρα θα προσφέρει όμορφες στιγμές και συγκινήσεις αντίστοιχες μ' αυτές που υπόσχονται διάσημοι ευρωπαϊκοί προορισμοί. Ωστόσο τις μέρες που έμεινα εκεί, η ατμόσφαιρα της πόλης, μου έδωσε την εντύπωση πως επιδιώκει να διατηρήσει μια διακριτική παρουσία, προσπαθώντας μ' αυτόν τον τρόπο να "καλύψει" ένα σκοτεινό κομμάτι του παρελθόντος της. Όμως πιστεύω πως η μελανή περίοδος που άφησε πίσω του ο γερμανικός ναζισμός είναι αδύνατον να σβήσει την αίγλη του πλούσιου αναγεννησιακού της παρελθόντος.
Η άφιξή μας στη Νυρεμβέργη ήταν κάπως περίεργη καθώς από τα παράθυρα του αεροπλάνου διακρίναμε δυο μεταγωγικά του αμερικανικού στρατού που εκείνη τη στιγμή επιβίβαζαν Αμερικανούς στρατιώτες, υπενθυμίζοντας μ' αυτόν τον τρόπο πως ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει επαναφέρει στην Γηραιά Ήπειρο το όχι και τόσο μακρινό και ξεχασμένο ψυχροπολεμικό κλίμα. Ξεπερνώντας το μούδιασμα της συγκεκριμένης εικόνας, η πόλη άρχισε να μας εντυπωσιάζει με το που βγήκαμε από το αεροδρόμιο. Η καθαριότητα του μετρό, οι πρωτότυπες διακοσμήσεις που είχε ο κάθε σταθμός κι η άνεση των βαγονιών που μας μετέφεραν στην πόλη, έγιναν αφορμή να εκδηλώσουμε σχετικά νωρίς τον ενθουσιασμό μας. Έναν ενθουσιασμό που τελικά εδραιώθηκε από την πρώτη κιόλας στιγμή που περιπλανηθήκαμε στο ιστορικό κέντρο της Νυρεμβέργης. 
Από την πρώτη μας κιόλας βόλτα, μας έκανε μεγάλη εντύπωση που η πόλη έχει διατηρήσει ένα μεγάλο κομμάτι του ιστορικού της κέντρου παρά τους καταστροφικούς βομβαρδισμούς του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Όμως τα διατηρημένα απομεινάρια του αναγεννησιακού της παρελθόντος είναι απλωμένα και χάνονται ανάμεσα στα ανακαινισμένα κτίρια αλλά και σε όσα φασιστικά οικοδομήματα έμειναν όρθια από τις καταστροφές. Υπάρχει όμως μια μικρή γωνιά της πόλης όπου έχει διατηρηθεί ανέπαφη η μεσαιωνική της όψη. Αναφέρομαι στην οδό Weissgerbergasse, η οποία είναι ένας ήσυχος κι άψογα διατηρημένος μεσαιωνικός δρόμος, είκοσι δύο αρχοντικών οικημάτων που στέκουν ακόμη όρθια διατηρώντας ένα κομμάτι της αναγεννησιακής παρελθοντικής ατμόσφαιρας. Οι χρωματιστές προσόψεις με τον εμφανή ξύλινο σκελετό, δημιουργούν έναν μοναδικό πολύχρωμο καμβά βγαλμένο από άλλες εποχές. Παρά την ιστορική της σημασία και την αρχιτεκτονική της αξίας, η οδός Weissgerbergasse είναι μια ζωντανή γειτονιά με διαμερίσματα, καταστήματα κι εστιατόρια, διατηρώντας μ' αυτόν τον τρόπο ζωντανή αυτήν την κρυμμένη γωνιά της πόλης όπου ο χρόνος έχει σταματήσει. 
Δυο στιγμές έχω συγκρατήσει από τις βόλτες μας σε εκείνη τη μικρή αλλά πανέμορφη γειτονιά. Η μια είναι η μυσταγωγική ατμόσφαιρα ενός εστιατορίου με χαμηλό φωτισμό, όπου οι σερβιτόροι περιφέρονταν ξυπόλυτοι και με μεσαιωνικό ντύσιμο σαν ξωτικά κι η άλλη στιγμή είναι από ένα βραδινό περίπατο μιας ομάδας Γερμανών που ακολουθούσαν κι άκουγαν με προσήλωση έναν γενειοφόρο κύριο, ο οποίος είχε ένα ντύσιμο παρόμοιο με αυτό των ορθόδοξων παπάδων και κρατούσε στα χέρια του μια δάδα, ενισχύοντας περαιτέρω τη μυστηριώδη του αύρα. Εκείνο το βράδυ ακολουθήσαμε διακριτικά το συγκεκριμένο γκρουπ φτάνοντας μαζί του ως τον ποταμό Πρέγκνιτς.  
Ο ποταμός Πρέγκνιτς (Pregnitz) είναι από μόνος του ένα ακόμη αξιοθέατο της πόλης. Χωρίζει τη Νυρεμβέργη στα δύο και περνάει από τρία σημεία των παλιών οχυρώσεων της. Μπορεί κανείς να απολαύσει από διάφορες μεριές την ήρεμη ομορφιά του συγκεκριμένου ποταμού, του οποίου οι όψεις διαφέρουν αναλόγως του σημείου που θα σταθεί κανείς για να αγναντεύσει. Για παράδειγμα από τη γέφυρα Maxbrücke μπορεί κανείς να παρατηρήσει τις άλλες δυο γέφυρες Henkerbrücke και Henkersteg (η περίφημη γέφυρα του Δήμιου) που συνδέουν τις δυο πλευρές της πόλης με το μικρό νησί του ποταμού αλλά και τις οχυρώσεις του Schlayerturm που ορθώνονται από τη δυτική μεριά πάνω από τα τρεχούμενα νερά. 
Η Γέφυρα του Δήμιου είναι εκείνη που τραβάει περισσότερο την προσοχή. Στενή, σκεπαστή και κλειστοφοβική, κατασκευάστηκε το 1457 κι η αρχική της μορφή ήταν πέτρινη. Η γέφυρα αυτή οδηγούσε στο σπίτι του δήμιου, ο οποίος ζούσε σχετικά απομονωμένος από τους υπόλοιπους κατοίκους της πόλης, οι οποίοι λόγω προκαταλήψεων δεν ήθελαν να έρχονται σε επαφή μαζί του. Το 1595 ο ποταμός πλημμύρισε και γκρέμισε το μισό τμήμα της γέφυρας, το οποίο αντικαταστάθηκε από την ξύλινη που σώζεται μέχρι σήμερα κι εξακολουθεί να οδηγεί στο καταραμένο σπίτι του δήμιου. Επίσης, δίπλα στη Γέφυρα του Δήμιου υπάρχει ένα ακόμη κτίριο, το οποίο στο παρελθόν φιλοξενούσε τους λεπρούς, στους οποίους έδιναν άδεια να εισέρχονται στην πόλη μόνο τις ημέρες του Πάσχα. Αργότερα το κτίριο αυτό μετατράπηκε σε αποθήκη οίνου (είναι ευρέως γνωστό πως τα κρασιά της Φρανκονίας είναι από τα πιο αγαπημένα των Γερμανών) και σήμερα λειτουργεί ως ξενώνας για φοιτητές. Για αρκετούς θεωρείται πως είναι το πιο όμορφο κτίριο της πόλης, καθώς είναι τοποθετημένο σχεδόν επάνω στον ποταμό. Δύσκολα θα μπορούσα να διαφωνήσω με την κοινή γνώμη αν και το αγαπημένο μου κτίριο προτιμώ να το αποκαλύψω στο τέλος της συγκεκριμένης ανάρτησης. 
Μιλώντας όμως για τον ποταμό Πρέγκνιτς και τα γεφύρια του, δε γίνεται να μην κάνω αναφορά και στην πιο κομψή γέφυρα του, η οποία είναι η Fleischbrücke. Η συγκεκριμένη γέφυρα χτίστηκε μεταξύ 1596 με 1598 για να συνδέσει τις δυο συνοικίες των ενοριών του Αγίου Σεβάλδου και του Αγίου Λαυρεντίου. Η κατασκευή της θεωρείται ιστορική λόγω κάποιων χαρακτηριστικών της, όπως το μεγάλο της πλάτος το οποίο φτάνει τα 15,3 μέτρα και το άνοιγμά της που ήταν στα 27 μέτρα καθιστώντας την ως την μεγαλύτερη αψιδωτή γέφυρα της Γερμανίας την περίοδο που χτίστηκε. Η γέφυρα έμεινε αμετάβλητη από την μέρα που στήθηκε και δεν υπέστη ζημιές την περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, μ' αποτέλεσμα σήμερα να διασώζεται ακέραια για τα αχόρταγα μάτια των επισκεπτών της πόλης αλλά και των κατοίκων της που εξακολουθούν εδώ κι αιώνες να τη διασχίζουν. Η μόνη επέμβαση που έγινε ήταν η τοποθέτηση μιας πύλης, στην κορυφή της οποίας είναι ξαπλωμένο ένα βόδι ενώ σε κάποιο σημείο της έχει σκαλιστεί μια λατινική επιγραφή, η οποία γράφει: "Omnia habent ortus suaque in crementa sed ecce quem cernis nunquam bos fuit hic Vitulus" (Όλα τα πράγματα έχουν μια αρχή και μεγαλώνουν, αλλά το βόδι που κοιτάς τώρα δεν ήταν ποτέ μοσχάρι). 
Θα ήθελα όμως να αναφερθώ και σε μια καλά κρυμμένη γέφυρα που με εντυπωσίασε με την κομψότητα και την ηρεμία που αποπνέει. Αναφέρομαι στην Karlsbücke που έχει μετατραπεί σε σημείο συνάθροισης παρεών που απολαμβάνουν ήρεμα το ποτό τους πάνω από τα νερά του ποταμού. Ένα μικρό μπαρ στην αρχή της γέφυρας έχει "υιοθετήσει" το μικρό τοξωτό πέρασμα προσφέροντας την ομορφιά ενός βαυαρικού ηλιοβασιλέματος και τη μουσική ενός ευχάριστου τύπου που παίζει την κιθάρα του σε ένα γειτονικό μπαλκόνι. Μπορώ να κατατάξω κι αυτό το σημείο της πόλης στη λίστα με τις μαγικές στιγμές που ζήσαμε εκεί. 
Τα πιο διάσημα σημεία του ιστορικού κέντρου της Νυρεμβέργης είναι το κάστρο (για το οποίο αναφέρθηκα στην προηγούμενη ανάρτηση), η προτεσταντική εκκλησία του Αγίου Σεβάλδου, η γοτθική εκκλησία του Αγίου Λαυρεντίου και η Κεντρική Αγορά με τα μνημεία της.
Ο Άγιος Σεβάλδος (Sebalduskirche) άρχισε να οικοδομείται το 1225-1273 με την όψη του να μεταβάλλεται στην πάροδο των αιώνων φτάνοντας στο σημερινό επιβλητικό του όγκο. Εντός του ναού βρίσκεται ο τάφος του Schreyer-Landauer έργο του Adam Kraft, ο οποίος χρονολογείται από το 1379 κι ο περίφημος τάφος του Αγίου Σεβάλδου, μια αριστουργηματική χάλκινη σαρκοφάγος που δημιουργήθηκε από τον Peter Vischer. Εντός της σαρκοφάγου βρίσκονται τα λείψανα του αγίου ενώ στον γλυπτό της διάκοσμο διακρίνεται ο ίδιος ο καλλιτέχνης με τη δερμάτινη ποδιά και τη σμίλη του. Ο ναός έχει έναν πλούσιο εσωτερικό διάκοσμο κι ένα τεράστιο εκκλησιαστικό όργανο. Αλλά καλό είναι να κοιτάει κανείς που και που το δάπεδο όταν περιφέρεται μες στον ναό και θαυμάζει τον γλυπτό του διάκοσμο, διότι είχα την ατυχία να σκοντάψω σε ένα χοντρό καλώδιο κάνοντας το παραπάτημά μου να ακουστεί εκκωφαντικά στο χώρο. Μεγάλο ενδιαφέρον έχει κι ένα βίντεο που παρουσιάζει όλα τα στάδια που πέρασε ο ναός για να φτάσει στη σημερινή του μορφή. Τέλος, υπάρχει και μια φωτογραφική έκθεση όπου απεικονίζονται οι καταστροφές που υπέστη ο ναός από τους βομβαρδισμούς του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου αλλά κι οι προσπάθειες της μετέπειτα ανοικοδόμησής του. Σε εκείνη την έκθεση αναφέρεται πως από τον πόλεμο κι έπειτα η εκκλησία αυτή αντιπροσωπεύει τη μεταπολεμική συγχώρεση των Βρετανών προς τους Γερμανούς.
Απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Σεβάλδου βρίσκεται το Δημαρχείο της πόλης, το οποίο στεγάζεται σε ένα μεγαλειώδες παλάτι ιταλικού αναγεννησιακού ύφους του 17ου αιώνα. Το μέγεθός του είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με τους στενούς δρόμους που περνάνε από μπροστά του, κάνοντας τους περαστικούς να νιώθουν πως διασχίζουν τις Συμπληγάδες Πέτρες, έχοντας από την μια το Δημαρχείο κι από την άλλη τον Άγιο Σεβάλδο. Αν το παρατηρήσεις από κάποια απόσταση θα σου δώσει την εντύπωση πως ανταγωνίζεται σε ύψος τον ναό. Δυστυχώς δεν καταφέραμε να μπούμε μέσα για να θαυμάσουμε τον εσωτερικό του διάκοσμο, τμήμα του οποίου διακρινόταν πίσω από τα θεόρατα παράθυρα. Μέσα από διάφορες συζητήσεις μάθαμε πως στα υπόγεια του έχουν διατηρηθεί απομεινάρια των προηγούμενων κτισμάτων που υπήρχαν εκεί καθώς κι οι γοτθικές φυλακές του 14ου αιώνα. 
Αφού πιάσαμε τις εκκλησίες της πόλης, περνάμε στην αντίπερα όχθη του ποταμού όπου ορθώνεται η εντυπωσιακή γοτθική εκκλησία του Αγίου Λαυρεντίου με τους δίδυμους πύργους της. Η εκκλησία αυτή ανήκει στους πιο γνωστούς ναούς της Ευαγγελικής Λουθηρανικής Εκκλησίας της Βαυαρίας. Σε αυτήν λειτουργεί και ο αρχιμανδρίτης της Νυρεμβέργης ο οποίος έχει την τιμή να είναι πάντα αυτός που προσφωνεί για πρώτη φορά τον αρχιεπίσκοπο Γερμανίας όταν αυτός εκλέγεται. Η εκκλησία αυτή είναι χτισμένη τον 14 αιώνα και είναι η μεγαλύτερη της πόλης. Η κατασκευή της πραγματοποιήθηκε σε δύο φάσεις, με την πρώτη να λαμβάνει χώρα το 1250 μ.Χ. όπου χτίστηκε η βασιλική με τους τρεις διαδρόμους και η δεύτερη φάση όπου στήθηκε η γοτθική της πλευρά το 1477 μ.Χ. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου η εκκλησία υπέστη σημαντικές ζημιές από τους βομβαρδισμούς αλλά στα μετέπειτα χρόνια αναστηλώθηκε πλήρως. Τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της είναι το μεγάλο βιτρό στην πρόσοψη του ναού που έχει διάμετρο εννιά μέτρα κι η μεγάλη συλλογή έργων τέχνης, τα οποία έχουν προσφερθεί από τις πλουσιότερες οικογένειες της πόλης κατά την διάρκεια των αιώνων. Μερικά απ' αυτά είναι κι ο Ευαγγελισμός του γλύπτη Veit Stoss, το οποίο δημιουργήθηκε το 1517, η χορωδία της αίθουσας του Adam Kraft ο οποίος σμίλευσε την μορφή του στη βάση αυτού του υπέροχου πέτρινου συμπλέγματος και φυσικά τα υπέροχα βιτρό που χρονολογούνται από το 1477. Επίσης στο εσωτερικό του ναού υπάρχει ένα μοναδικό εκκλησιαστικό όργανο, το οποίο θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα του κόσμου. Μεγάλη εντύπωση μου έκανε στην βορινή πλευρά της εκκλησίας, μια σειρά από δεκατέσσερις μεγάλες πέτρινες πλάκες, οι οποίες είχαν συλλεχθεί από δεκατέσσερα διαφορετικά στρατόπεδα συγκέντρωσης του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Μ' αυτόν τον τρόπο, οι πιστοί της πόλης προσπάθησαν να τιμήσουν τα θύματα των κολαστηρίων του ναζισμού. Ευγενική η κίνησή τους αλλά δε ξέρω κατά πόσο μπορεί να επουλώσει αυτές τις βαθιές και μόνιμα ανοιχτές πληγές που προκάλεσαν τα ναζιστικά τέρατα. 
Σχετικά κοντά στην εκκλησία του Αγίου Λαυρεντίου βρίσκεται το Εθνικό Γερμανικό Μουσείο (Germanisches Nationalmuseum), το οποίο φιλοξενεί τη μεγαλύτερη συλλογή της χώρας που σχετίζεται με το γερμανικό πολιτισμό, καθώς το μουσείο διαθέτει περισσότερα από 1,3 εκατομμύρια αντικείμενα που παραπέμπουν στην καλλιτεχνική και πολιτιστική ιστορία της χώρας. 
Έξω από το μουσείο βρίσκεται η Οδός των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Straße der Menschenrechte), ένα μνημείο δρόμου αφιερωμένο στην παγκόσμια ειρήνη. Ο συγκεκριμένος δρόμος, ο οποίος ξεκινάει από μια μινιμαλιστική πύλη και διασχίζει όλη την πρόσοψη του μουσείου, έχει μια σειρά τσιμεντένιων κολώνων πάνω στις οποίες είναι χαραγμένα αποσπάσματα από τη διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε όλες τις γλώσσες. Στην εντέκατη κολώνα υπάρχει και το αντίστοιχο ελληνικό άρθρο για το οποίο δεν είμαι και τόσο βέβαιος κατά πόσο εφαρμόζεται στη χώρα μας σήμερα. 
Τη μέρα που επισκεφθήκαμε το Εθνικό Γερμανικό Μουσείο, πέσαμε πάνω σε συγκέντρωση για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η πλατεία μπροστά από το μουσείο είχε καταληφθεί με αντιπολεμικά πλακάτ και πάνω από τα κεφάλια των συγκεντρωμένων κυμάτιζαν ουκρανικές κι ευρωπαϊκές σημαίες. Αποφασίσαμε να εισχωρήσουμε στο πλήθος για να αφουγκραστούμε τον παλμό του. Κάθε τόσο διάφοροι εκπρόσωποι σωματείων ανέβαιναν σε ένα αυτοσχέδιο βήμα κι έβγαζαν πύρινους λόγους που δυστυχώς δεν μπορούσαν να μας αγγίξουν διότι δεν καταλαβαίναμε ούτε μια γερμανική λέξη. Όταν όμως ξεκίνησε η πορεία, την ακολουθήσαμε διακριτικά γυρνώντας με τυμπανοκρουσίες και συνθήματα στην πλατεία του Αγίου Λαυρεντίου. 
Κατά την επιστροφή μας αντικρίσαμε και θαυμάσαμε ένα ακόμη μεσαιωνικό αξιοθέατο της πόλης, το επιβλητικό πενταώροφο κτίσμα Nessauer haus. Η συγκεκριμένη γοτθική έπαυλη του 14ου αιώνα ξεχωρίζει για την υπέροχη στέγη της, τους πυργίσκους της και το περίτεχνο περιμετρικό μπαλκόνι της. Από την Κρήνη των Αρετών (Tugendbrunnen) που στέκει ανάμεσα στο ναό του Αγίου Λαυρεντίου και το Nessauer haus, βγήκαμε από την πορεία και κινήσαμε ξανά προς την αντίπερα όχθη της πόλης, έχοντας την επιθυμία να επισκεφθούμε ένα ακόμη μουσείο. 
Το διάσημο και χαρούμενο Μουσείο Παιχνιδιών της Νυρεμβέργης (Spielzeugmuseum) θεωρείται πως είναι το κορυφαίο μουσείο στο είδος του στον κόσμο. Το μουσείο αυτό εδρεύει σε ένα ιστορικό παλιό σπίτι που χρονολογείται από το 1517 και τα μεγάλα του δωμάτια έχουν μετατραπεί εκθεσιακές αίθουσες γεμάτες με μοναδικά και σπάνια παιχνίδια, τα οποία έχουν ταξινομηθεί κατά είδος και χρονική περίοδο. Κάποια απ' αυτά χρονολογούνται από τα μεσαιωνικά χρόνια. Σχεδόν όλα είναι κατασκευασμένα στη Νυρεμβέργη, η οποία ήταν διάσημη για τους κατασκευαστές παιχνιδιών (κυρίως κούκλες). Στους τελευταίους ορόφους συναντήσαμε αρκετά παιχνίδια που είχαμε κι εμείς στη συλλογή μας την περίοδο των 80s και 90s, ξυπνώντας μας μνήμες καλά χωμένες στα πιο κρυφά σημεία του μυαλού μας. Όσην ώρα περιπλανιόμασταν ανάμεσα στα παιχνίδια τόσο περισσότερο επιστρέφαμε στην παιδική μας ηλικία και μοιραζόμασταν μεταξύ μας γλυκές αναμνήσεις, κι αυτό είναι ένα ανεκτίμητο δώρο που προσφέρει το συγκεκριμένο μουσείο στους επισκέπτες του.
Στη συνέχεια των περιπλανήσεών μας θα ήθελα να επισημάνω πως όλες μας οι βόλτες είχαν ένα σταθερό σημείο από το οποίο περνούσαμε συνεχώς. Αναφέρομαι στη διάσημη Κεντρική Αγορά της Νυρεμβέργης. Η Hauptmarkt φημίζεται πως μεταμορφώνεται σε παραμυθένιο τοπίο στις γιορτές των Χριστουγέννων, αλλά χωρίς τα χριστουγεννιάτικα μαγαζάκια δεν εντυπωσιάζει ιδιαίτερα πέρα από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία της Παναγιάς και το Γοτθικό Σιντριβάνι της. 
Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία της Παναγίας (Frauenkirche) είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα γοτθική αρχιτεκτονικής και θεωρείται σημαντική τόσο για την ιστορία της όσο και για τον πλούσιο γλυπτό διάκοσμο στη πρόσοψή της. Η εκκλησία χτίστηκε μετά από απαίτηση του Charles IV, αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μεταξύ 1352 και 1362, πάνω στα ερείπια μιας παλιάς εβραϊκής συναγωγής που καταστράφηκε από το πογκρόμ του 1349 μετά το ξέσπασμα του Μαύρου Θανάτου. Ο Charles ΙV ήθελε τον συγκεκριμένο ναό γι' αυτοκρατορικές τελετές. Γι' αυτό το λόγο στη διακόσμησή του διακρίνεται το οικόσημο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι Επτά Πρίγκιπες, η πόλη της Νυρεμβέργης κι η πόλη της Ρώμης όπου στέφονταν οι αυτοκράτορες. Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά της εκκλησίας είναι το Männleinlaufen, ένα μηχανικό ρολόι που εγκαταστάθηκε στην εκκλησία μεταξύ 1506 και 1509. Στο μηχανισμό αυτό παρουσιάζεται ο Άγιος Ρωμαίος Αυτοκράτορας καθισμένος ανάμεσα στους αυλικούς του. Ο μηχανισμός του ρολογιού ενεργοποιείται το μεσημέρι, όπου ξεκινάει η ακολουθία με τους σαλπιγκτές και τους τυμπανιστές και στη συνέχεια ακολουθεί η πομπή των αυλικών γύρω από τη μορφή του Αγίου Ρωμαίου Αυτοκράτορα.
Στην άλλη άκρη της πλατείας βρίσκεται το Γοτθικό Σιντριβάνι (Schoner Brunnen) το οποίο θεωρείται πως είναι ένα από τα θαύματα της μεσαιωνικής Νυρεμβέργης. Το μνημείο αυτό κατασκευάστηκε το 1386 με 1396, έχει ύψος 19 μέτρα κι είναι έργο του αρχιτέκτονα και λιθοξόου Heinrich Beheim. Πάνω στο σύμπλεγμα αυτό μπορεί να διακρίνει κανείς σαράντα μορφές, οι οποίες είναι μοιρασμένες σε τέσσερα επίπεδα και σχετίζονται με ιστορικά πρόσωπα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, το μνημείο είχε καλυφθεί από σκυρόδεμα για να προστατευτεί από τους βομβαρδισμούς. Αξίζει να ανεβεί κανείς πάνω στα κάγκελά του και να στριφογυρίσει το διάσημο χρυσό δαχτυλίδι του, διότι πιστεύεται πως η κίνηση αυτή φέρνει τύχη. 
Κοντά στην κεντρική αγορά βρίσκεται κι ένα περίεργο αλλά κι άσχημο γλυπτό, το Narrenschiffbrunnen, ένα ιδιαίτερο γλυπτό από μπρούτζο που ανήκει στον Hans Juergen Weber. Το έργο αυτό είναι εμπνευσμένο από σχέδια του Dürer αλλά κι από το ομώνυμο βιβλίο του Sebastian Brant. Στη μια πλευρά της βάρκας απεικονίζεται ο διωγμός του Αδάμ και της Εύας από τον Παράδεισο. Κοντά στο ζευγάρι βρίσκεται κι ο γιος τους Κάιν, που κρατάει ένα μαχαίρι. Με τις φιγούρες αυτές δημιουργείται μια αλληγορία για τη βία, το θάνατο και τη ματαιότητα. Το συγκεκριμένο έργο ανήκει σε μια σειρά γλυπτών που έχουν τοποθετηθεί διάσπαρτα στην πόλη και δε φημίζονται ιδιαίτερα για την καλαισθησία τους. Ένα αντίστοιχα άσχημο δημόσιο έργο είναι το αμφιλεγόμενο σιντριβάνι "Ehekarussell" (έργο του Hans Juergen Weber κι αυτό), το οποίο είναι ένα σύμπλεγμα αλλοπρόσαλλων αγαλμάτων που αναπαριστούν το ποίημα του Hans Sachs "Bitter-sweet Married Life". Περισσότερο μου τράβηξε την προσοχή ο "Λευκός Πύργος" που βρίσκεται πίσω από το σιντριβάνι, όχι σαν κτίριο αλλά σαν ιδέα πως κι η Νυρεμβέργη έχει Λευκό Πύργο. Τελικά όλοι δικαιούνται να έχουν έναν "Λευκό Πύργο" αφού...
Βγαίνοντας λίγο έξω από το ιστορικό κέντρο, μπορεί κανείς να θαυμάσει ένα μεγάλο μέρος των τειχών της παλιάς πόλης που χρονολογούνται από τον 14ο και 15ο αιώνα καθώς και των επιπρόσθετων τμημάτων του 16ου και 17ου αιώνα. Στις παλιές τάφρους της πόλης έχουν χαραχθεί μονοπάτια συνολικού μήκους πέντε χιλιομέτρων που οδηγούν τους επισκέπτες σε όλους τους πύργους και τις πύλες που στέκουν ακόμη όρθιες. Το καλύτερα διατηρημένο τείχος βρίσκεται στη δυτική πλευρά της πόλης, το οποίο ξεκινάει από τον τεράστιο πύργο Spittlertor και καταλήγει στον άλλο τεράστιο πύργο Maxtor. Όμως ενδιαφέρον έχει κι ο Frauentor που βρίσκεται απέναντι από τον σιδηροδρομικό σταθμό αλλά κι η τάφρος που σχηματίζεται βορειοδυτικά του κάστρου και σήμερα λειτουργεί ως πάρκο. 
Για το τέλος αφήνω ένα ιστορικό σημείο της πόλης που οφείλει κάθε επισκέπτης της Νυρεμβέργης να τιμήσει. Αναφέρομαι στο Μέλαθρον της Δικαιοσύνης της Νυρεμβέργης όπου πραγματοποιήθηκε η διάσημη Δίκη της Νυρεμβέργης, η δίκη των Γερμανών ναζιστών εγκληματιών πολέμου. Το Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο συνεδρίασε στο δικαστικό μέγαρο της Νυρεμβέργης, από τις 20 Νοεμβρίου του 1945 μέχρι την 1η Οκτωβρίου 1946, με κατηγορούμενους 24 μέλη του Εθνικοσοσιαλιστικού Γερμανικού Εργατικού Κόμματος και οκτώ ναζιστικές οργανώσεις. Το Δικαστήριο ήταν αποτέλεσμα μιας συμφωνίας, την οποία υπέγραψαν οι Κυβερνήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, της Μεγάλης Βρετανίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών στις 8 Αυγούστου 1945 στο Λονδίνο για την δίκη και πιθανή καταδίκη όλων των εγκληματιών πολέμου που ήταν προερχόμενοι από τον Άξονα. Στο Δικαστήριο συμμετείχε, επίσης και η Γαλλία. Ως τόπος διεξαγωγής της δίκης αρχικά είχε προταθεί, από τους Σοβιετικούς, το Βερολίνο. Αυτό, όμως, ήταν πρακτικά αδύνατο, λόγω των καταστροφών που είχε υποστεί η πόλη. Τελικά, επελέγη η Νυρεμβέργη, για δύο λόγους. Πρώτον επειδή διέθετε Δικαστικό Μέγαρο μεγάλων διαστάσεων, το οποίο είχε υποστεί ελάχιστες καταστροφές και δεύτερον για να έχει η δίκη συμβολικό χαρακτήρα καθώς θα πραγματοποιούταν στη γενέτειρα του εθνικοσοσιαλισμού, (εκεί διεξαγόταν, κάθε χρόνο, το Συνέδριο του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος NSDAP). Ένας ακόμη λόγος που οι Αμερικανοί κι οι Βρετανοί προτίμησαν την συγκεκριμένη πόλη είναι επειδή βρισκόταν ήδη στη δική τους ζώνη κατοχής. 
Σήμερα η περίφημη "Αίθουσα 600" όπου πραγματοποιήθηκε η Δίκη της Νυρεμβέργης είναι ανοιχτή στο κοινό όταν δε χρησιμοποιείται γι' άλλες δίκες. Ένα μούδιασμα σε πιάνει όταν εισχωρείς στην αίθουσα που καταδικάστηκαν όσα τέρατα δεν πρόλαβαν να διαφύγουν ή να αυτοκτονήσουν μετά την Πτώση του Βερολίνου. Κοιτούσα προς το σημείο όπου είχαν κάτσει οι Ρούντολφ Ες, Χανς Φρανκ, Χέρμαν Γκέριγκ, Αλφρεντ Γιολντ, Ερνστ Καλτενμπρούννερ κι οι υπόλοιποι ναζί εγκληματίες κι ανατρίχιαζα φέρνοντας στο μυαλό μου εικόνες από τις κινηματογραφικές λήψεις της δίκης. 
Στο μοναδικό σημείο της πόλης που είχε σχέση με το ναζιστικό παρελθόν της πόλης αλλά δεν προλάβαμε να επισκεφθούμε ήταν οι τερατώδεις εγκαταστάσεις γύρω από τη λίμνη Dutzendteich. Εκεί βρίσκεται και το Κέντρο Τεκμηρίωσης του Κογκρέσου του Ναζιστικού Κόμματος. Παρόλο που δε το προλάβαμε, θεωρώ πως είναι απαραίτητη μια επίσκεψη στο χώρο αυτό διότι μέσα από τα ντοκουμέντα, τα αρχεία και τις φωτογραφίες μπορεί κανείς να κατανοήσει την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, τον τρόπο χειραγώγησης του γερμανικού λαού αλλά και την εφιαλτική πορεία του ναζισμού που οδήγησε στο χαμό εκατομμυρίων ανθρώπων. Αυτό όμως που κάνει την επίσκεψη πιο ενδιαφέρουσα είναι πως η ιστορία  αυτή παρουσιάζεται σε έναν από τους χώρους που διαδραματίστηκαν όλα αυτά τα γεγονότα που εξιστορεί μέσα από την έκθεση. Επίσης στο πάρκο που απλώνεται γύρω από τη λίμνη, βρίσκονται ασύλληπτες κατασκευές-μαμούθ που εκφράζουν απόλυτα την μεγαλομανία του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος μέσω των αρχιτεκτονικών οραμάτων του Albert Speer καθώς και τους ειδικούς φωτισμούς που χρησιμοποιούσε ως μέθοδο υποταγής κι εκφοβισμού. Σήμερα οι συγκεκριμένες εγκαταστάσεις χρησιμοποιούνται από νέους που πηγαίνουν εκεί για να κάνουν skate κι ακροβατικά με τα ποδήλατά τους αλλά και για συναυλίες. 
Τις περιπλανήσεις μας στη Νυρεμβέργη θα τις ολοκληρώσω με το Νοσοκομείου του Αγίου Πνεύματος (Heilig-Geist-Spital), το οποίο θεωρώ πως είναι το ομορφότερο κτίριο της πόλης. Το Heilig-Geist-Spital χτίστηκε το 1332 κι ήταν το μεγαλύτερο νοσοκομείο στην πρώην Ελεύθερη Αυτοκρατορική Πόλη της Νυρεμβέργης. Στο νοσοκομείο νοσηλεύονταν και λεπροί, οι οποίοι διέμεναν σε ένα ξύλινο οίκημα. Η πτέρυγα του πάνω από το ποτάμι προστέθηκε μετέπειτα, γύρω στο 1500. Έως το 1796 το οικόσημο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας φυλασσόταν εδώ, αντί στο κάστρο. Σήμερα στους πάνω ορόφους λειτουργεί ως γηροκομείο αλλά στο ισόγειό του υπάρχει ένα παραδοσιακό εστιατόριο που διατηρεί την αυθεντική βαυαρική ατμόσφαιρα. Το συγκεκριμένο εστιατόριο μας πρόσφερε μια μαγική βραδιά κλείνοντας με τον πιο όμορφο τρόπο τη διαμονή μας στη Νυρεμβέργη αλλά και τη Χαϊδελβέργη. Σημαντικό ρόλο σ' εκείνη τη βραδιά έπαιξε κι ο σερβιτόρος του εστιατορίου που είναι Έλληνας, ο οποίος μόλις αντιλήφθηκε πως είμαστε συμπατριώτες, μας πρόσφερε ένα τραπέζι δίπλα σε παράθυρο. Με τη βοήθεια του Άγγελου από την Θεσπρωτία απολαύσαμε το τελευταίο μας γεύμα έχοντας θέα την πόλη και το ποτάμι την ώρα που έδυε ο ήλιος κι έντυνε την Νυρεμβέργη με ένα βελούδινο πορφυρό χρώμα. Μ' αυτόν τον άκρως μαγευτικό τρόπο μας αποχαιρέτησε αυτή η απρόσμενα όμορφη βαυαρική πόλη.
Την επόμενη μέρα αναχωρήσαμε από την Νυρεμβέργη χορτασμένοι από μαγικές στιγμές και γοητευτικές εικόνες. Το μέγεθός της, οι ανθρώπινες αποστάσεις που την κάνουν να περπατιέται από άκρη σ' άκρη, τα όμορφα λιτά αξιοθέατά της κι οι χαλαροί της ρυθμοί την κατατάσσουν στις πιο όμορφες κι ανθρώπινες πόλεις που έχω επισκεφθεί.  

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2022

Νυρεμβέργη, το πληγωμένο κάστρο της Βαυαρίας



Η Νυρεμβέργη είναι μια πόλη παρεξηγημένη διότι έχει συσχετιστεί με τον ναζισμό, καθώς είχε γίνει το άντρο του γερμανικού εθνικισμού φιλοξενώντας αρκετές προπαγανδιστικές εκδηλώσεις και φασιστικά συνέδρια, γεγονός που δυστυχώς αλλοίωσε αρκετά τόσο τον χαρακτήρα της όσο και την όψη της καθώς ορθώθηκαν αρκετά φασιστικά κτίρια στο πανέμορφο ιστορικό της κέντρο. 
Πριν αρχίσω όμως να αναφέρομαι στην πόλη και στις στιγμές που ζήσαμε σ' αυτήν, προτιμώ να ξεκινήσω με το πρώτο αξιοθέατο που επισκεφθήκαμε, το πληγωμένο κάστρο της Νυρεμβέργης που εξακολουθεί να στέκει περήφανο  στα βόρεια της πόλης πάνω σε ένα τεράστιο βράχο από ψαμμίτη. 
Η πρώτη μας πρωινή περιπλάνηση ξεκίνησε με έναν γλυκό ανοιξιάτικο ήλιο να μας συντροφεύει από ψηλά, παρατηρώντας κάθε τόσο τις ποικίλες εκφράσεις του ενθουσιασμό μας καθώς η πόλη  αποκάλυπτε σταδιακά την ιδιαίτερη ομορφιά της. Στην παλιά πόλη εισχωρήσαμε από το πέρασμα του πύργου Laufer (Laufer Schlagturm). Από εκείνο το σημείο κι έπειτα επικρατούσε μπρος στα μάτια μας μια συνεχής μάχη ανάμεσα στα παλιά κτίρια της πόλης και στα μετέπειτα φασιστικά. Από την μια υπήρχε μια διακριτική καλαισθησία κι από την άλλη μια απειλητική επιβολή όγκου κι ευθείων γραμμών. Παρόλο που οι δυο αυτές τάσεις δεν ταιριάζουν μεταξύ τους, στους δρόμους της Νυρεμβέργης έδεναν κάπως απροσδιόριστα, δίνοντάς σου την εντύπωση πως απλώς ανέχονταν η μια την ύπαρξη της άλλης. 
Τα πρωινά αγουροξυπνημένα μας βήματα, μας οδήγησαν σε μια μικρή πλατεία με το εντυπωσιακό άγαλμα του φημισμένου χαρτογράφου (κι εμπόρου υφασμάτων) Martin Behaim, ο οποίος είναι διάσημος για την παλαιότερη σωζόμενη στον κόσμο υδρόγειο σφαίρα, την οποία είχε δημιουργήσει για την αυτοκρατορική πόλη της Νυρεμβέργης το 1492. Κοντά στον αδριάντα του σπουδαίου Γερμανού χαρτογράφου είναι ξαπλωμένος, σχεδόν σε νεκρική στάση, κι ένας ρινόκερος. Ο ρινόκερος όπως κι ο λαγός είναι δυο ζώα τα οποία συναντάει κανείς σε πολλά σημεία της πόλης, κάτι που οφείλεται στις σπουδές που είχε κάνει πάνω σ' αυτά ο διάσημος Γερμανός ζωγράφος, χαράκτης και θεωρητικός της Γερμανικής Αναγέννησης Αλμπρεχτ Ντύρερ. Την παρουσία του συγκεκριμένου ζωγράφου μπορεί κανείς να τη βρει σχεδόν σε όλη την πόλη. Από το αεροδρόμιο μέχρι το μετρό κι από τις ονομασίες των οδών μέχρι τους πλανόδιους ζωγράφους που προσπαθούν να τον μιμηθούν. Την παρουσία του την συναντήσαμε και σε μια μικρή στάση που κάναμε για να πιούμε τον πρωινό μας καφέ σε μια ανισόπεδη μικρή πλατεία που βρίσκεται στα ριζά των τειχών του κάστρου. Εκεί συναντήσαμε τον περιβόητο λαγό του Ντύρερ (00:43-00:52), ένα αποτροπιαστικό γλυπτό με ένα γιγάντιο λαγό που κατασπαράζει με το βάρος του κάποιους ανθρώπους. Παρόλο που το σώμα του είναι από μέταλλο, το ορθάνοιχτο μάτι του αποτελείται από διαφορετικά υλικά, προσθέτοντάς του μια απειλητική ζωντάνια. Όμως εκείνο το πρωινό ο λαγός φάνηκε πως είχε αφεθεί στα ζεστά χάδια του ήλιου, αφήνοντάς μας να απολαύσουμε ανενόχλητοι τον καφέ μας μαζί με τα γευστικά πρέτζελ που είχαμε αγοράσει από ένα γειτονικό φούρνο. 
Σε εκείνη την πλατεία βρίσκεται και το σπίτι του Αλμπρεχτ Ντύρερ το οποίο σήμερα έχει μετατραπεί από το 1871 σε μουσείο αφιερωμένο σε εκείνον και τα έργα του (00:04-00:52). Το κτίριο που στεγάζεται η συλλογή και τα εργαστήρια του σπουδαίου Γερμανού ζωγράφου είναι ένα κλασσικό δείγμα παραδοσιακού σπιτιού με τον γνωστό ξύλινο εξωτερικό σκελετό που δημιουργεί διάφορα σχέδια στις όψεις του, χτισμένο το 1420. Αποτελείται από πέντε ορόφους, με τους δυο πρώτους να είναι με πέτρα και τους άλλους τρεις στηριζόμενους στο ξύλινο σκελετό. Το 1501 το σπίτι αγοράστηκε από τον Γερμανό αστρονόμο Bernhard Walther, ο οποίος τροποποίησε τη στέγη δημιουργώντας μικρά παραθυράκια που λειτουργούσαν ως παρατηρητήριο προς τον έναστρο ουρανό. Το σπίτι πέρασε στα χέρια του Ντύρερ το 1509. Η διαρρύθμιση του εσωτερικού χώρου είναι εντυπωσιακή, γυρνώντας σε πίσω στο χώρο. Στον πρώτο όροφο υπάρχουν κάμποσα από τα έργα του δημιουργού (όχι όμως τα πιο γνωστά) ενώ στους πιο πάνω ορόφους εισχωρείς στην καθημερινή του ζωή και στα εργαστήριά του. Το πιο όμορφο σημείο του μουσείου για μένα ήταν το τυπογραφείο, όπου πέρα από το μηχάνημα μπορεί να παρατηρήσει κανείς τις μήτρες από τις οποίες έβγαιναν τα χαρακτικά του έργα. Ένα απ' αυτά είναι και το αγαπημένο μου, το "Μελαγχολία Ι" του 1514.
Μετά την επίσκεψή μας στο μουσείο του Ντύρερ, ανηφορήσαμε προς τα παλιά τείχη της πόλης. Το κάστρο της Νυρεμβέργης μαζί με τα τείχη του θεωρείται ως ένα από τα πιο τρομερά μεσαιωνικά οχυρά κι αποτελείται από ένα σύμπλεγμα τριών οχυρωματικών οικοδομημάτων, το Kaiserburg που είναι το αυτοκρατορικό κάστρο, το Burggrafenburg που είναι ένα σύμπλεγμα διαφόρων κτιρίων του εκάστοτε άρχοντα της πόλης και το Reichsstädtische Bauten που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του κάστρου και σ' αυτό βρίσκονται τα δημοτικά κτίρια της αυτοκρατορικής πόλης. 
Πρώτη αναφορά του κάστρου γίνεται το 1105 μ.Χ., ενώ το 1140 μ.Χ. ο βασιλιάς Κόνραντ ο Γ' έχτισε ένα δεύτερο κάστρο στο βράχο για να το έχει ως βασιλική κατοικία. Σχεδόν όλοι οι αυτοκράτορες της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας έμειναν σε αυτό σε διάφορες εποχές κατά τη διάρκεια της βασιλείας τους. Ο Φρειδερίκος Α' Βαρβαρόσσα (Friedrich Barbarossa) κι οι διάδοχοί του ανέπτυξαν το υπάρχον βασιλικό κάστρο από τα μέσα του 11ου αιώνα σε μια εντυπωσιακή αυτοκρατορική έδρα, όπως αντικατοπτρίζεται ιδιαίτερα στο διώροφο παρεκκλήσι, το οποίο διατηρείται μέχρι σήμερα στο σύνολό του. Τον 13ο αι. η Νυρεμβέργη έγινε ελεύθερη αυτοκρατορική πόλη και το κάστρο έγινε κτήμα της τοπικής αρχής, η οποία πρόσθεσε κι άλλα οχυρωματικά έργα τα οποία στέκουν μέχρι σήμερα όπως ο πύργος Luginsland, ο οποίος σημαίνει "αυτός που προσέχει τη γη από ψηλά". 
Σε πολλά ντοκουμέντα καταγράφεται πως το Αυτοκρατορικό Κάστρο είχε αρκετούς και διαφορετικούς κήπους κατά τη διάρκεια της ιστορίας του, από τους οποίους κανένας δεν έχει διατηρηθεί. Ο αυτοκράτορας Friedrich III (1440-1493) είχε δημιουργήσει τους δικούς του "κρεμαστούς κήπους", οι οποίοι ήταν μια αντιγραφή των κήπων της θρυλικής βασίλισσας της Βαβυλώνας, Σεμίραμις. Στις αρχές του 18ου αιώνα, ο βοτανολόγος (έμπορος και κατασκευαστής) Γιόχαν Κρίστοφ Βολκαμέρ (Johann Christoph Volkamer) σχεδίασε αυτούς τους κήπους στο έργο του "Κήποι των Εσπερίδων". 
Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, τόσο ο πύργος Luginsland όσο και τα άλλα χτίσματα του κάστρου καταστράφηκαν κι αναστηλώθηκαν μετά την λήξη του πολέμου από τους αρχιτέκτονες Ρούντολφ Έστερερ (Rudolf Esterer) και Ιουλίου Λίνκε (Julius Lincke). Στις μέρες μας τα ανατολικά δημοτικά κτίρια του κάστρου (Kaiserstallung and Luginsland) χρησιμοποιούνται ως πανδοχείο, δένοντας όμορφα μ' αυτόν τον αρμονικό τρόπο το κάστρο και τα οχυρωματικά του έργα με τον υπόλοιπο ιστό της πόλης. Κάτω από τα τείχη ξεπηδούν μικρά μουσεία, διάφορα πολιτιστικά ιδρύματα, μπαράκια, εστιατόρια, καφετέριες και κατοικήσιμες γειτονιές οι οποίες δένουν τόσο όμορφα με τα αρχαία κτίρια του βράχου, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα η παλιά πόλη της Νυρεμβέργης να συνεχίζει να έχει ζωή διατηρώντας τη μοναδική ατμόσφαιρα του αυτοκρατορικού της παρελθόντος. 
Εντός του κάστρου υπάρχουν πολλά σημεία που αξίζει να επισκεφθεί κανείς όπως το Βαθύ Πηγάδι (Tiefer Brunnen), τα οποίο σε οδηγεί νοητά στην καρδιά του βράχου, ενώ μέσα στο Sinwell μπορούμε να συγκρίνουμε το σημερινό πανόραμα της πόλης με το αντίστοιχο της Παλιάς Πόλης τόσο πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο όσο και μετά κατά τη διάρκεια της ανοικοδόμησης της Νυρεμβέργης. 
Την μέρα της επίσκεψής μας, περιηγηθήκαμε στους υπαίθριους χώρους του κάστρου με κόσμο. Αυτό που με εντυπωσίασε ήταν η οικειότητα των κατοίκων με το μνημείο, οι οποίοι το αντιμετώπιζαν περισσότερο ως κομμάτι της πόλης παρά ως αξιοθέατο. Αρκετοί έπιναν το καφέ τους στην εσωτερική αυλή του οχυρού, άλλοι βόλταραν με τα σκυλιά τους, πιτσιρίκια έπαιζαν κυνηγητό τρέχοντας ανάμεσα στους τουρίστες οι οποίοι τα απέφευγαν με αξιοζήλευτους ελιγμούς. Επίσης πέσαμε πάνω σε κινηματογραφικά γυρίσματα, στερώντας μας προς στιγμή την υπέροχη θέα του κάστρου προς την πόλη. 
Το κάστρο το επισκεφθήκαμε ξανά το απόγευμα θέλοντας να θαυμάσουμε την νυχτερινή όψη της Νυρεμβέργης. Αυτή τη φορά ανεβήκαμε από την τάφρο, η οποία έχει μετατραπεί σε έναν πανέμορφο και καταπράσινο πάρκο για περίπατο και ηρεμία. Μια παρέα νεαρών είχαν ανέβει πάνω στα τείχη κι ατενίζανε την πόλη ενώ μέσα σε μια στοά συναντήσαμε μια κυρία να προσπαθεί με χάλια αγγλικά να τραγουδήσει το "Comfortably Numb" των Pink Floyd, κάνοντας μας να σταθούμε λίγη ώρα για να την απολαύσουμε. Επισκεφθήκαμε τους μικρούς κήπους που έχουν απομείνει πάνω στις οχυρώσεις και καταλήξαμε στο μεγάλο άνοιγμα στα ανατολικά του κάστρου για να θαυμάσουμε την πόλη. 
Η νύχτα είχε πέσει και το αεράκι μας ανάγκαζε να ανεβάσουμε τα φερμουάρ των αντιανεμικών μας μέχρι το λαιμό. 
Η θέα που απλωνόταν από κάτω μας ήταν εντυπωσιακή. Τα φώτα της πόλης μας καλούσαν στα ζεστά στέκια για μπύρα και λουκάνικα ενώ οι μεγάλοι γίγαντες της πόλης, η εκκλησία του Αγίου Σεβάλδου και του Αγίου Λαυρεντίου ορθώνοντας σαν δυο πελώριες σκιές πάνω από το ιστορικό κέντρο, λες και ξαπόσταιναν πίσω από τα σβησμένα τους φώτα. Δε χρειαζόμασταν τίποτε άλλο παρά μια μόνη ριπή του αέρα για να ξεχυθούμε στις ομορφιές της πόλης. 

Κυριακή 17 Ιουλίου 2022

Η υποκρισία της Δύσης





του Κάρλο Ροβέλι*
(επιμέλεια: Θανάσης Γιαλκέτσης) 


Λίγες φορές έχω αισθανθεί, όπως αυτή την περίοδο, τόσο απόμακρος από όλα όσα διαβάζω στις εφημερίδες και βλέπω στην τηλεόραση σχετικά με τον πόλεμο που διεξάγεται στην Ανατολική Ευρώπη. Λίγες φορές έχω αισθανθεί ότι διαφωνώ τόσο πολύ με τους κυρίαρχους λόγους. Ισως από τον καιρό της εφηβείας μου έχω να αισθανθώ ξανά τόσο πληγωμένος και προσβεβλημένος από τον δημόσιο λόγο γύρω μου. Αναρωτιέμαι γιατί. Στο βάθος διαφωνώ συχνά με τις πολιτικές και ιδεολογικές επιλογές των χωρών στις οποίες ζω, αλλά αυτό είναι φυσιολογικό –είμαστε τόσο πολλοί και έχουμε διαφορετικές γνώμες, διαφορετικές ερμηνείες του κόσμου. Επειτα, ακόμα και για τον πασιφισμό μου είμαι τελικά τόσο βέβαιος; Εχω αμφιβολίες, όπως όλοι. 
Γιατί τότε αισθάνομαι τόσο αναστατωμένος, πληγωμένος, τρομαγμένος από όσα διαβάζω σε όλες τις εφημερίδες και ακούω να επαναλαμβάνονται συνεχώς στην τηλεόραση, στους διαρκείς λόγους για τον πόλεμο; 
Σήμερα το κατάλαβα. Το κατάλαβα επιστρέφοντας νοερά στην περίοδο της πρώτης εφηβείας μου, όταν πριν από τόσα χρόνια η νεολαία πολλών χωρών του κόσμου άρχισε να εξεγείρεται ενάντια σε μια κατάσταση πραγμάτων που της φαινόταν λαθεμένη. Τι ήταν εκείνη η πρώτη ώθηση για αλλαγή; Δεν ήταν η κοινωνική αδικία, δεν ήταν οι λαοί που σφαγιάζονταν από τις ναπάλμ, όπως οι Βιετναμέζοι, δεν ήταν ο καθωσπρεπισμός, ο φαρισαϊσμός, ο βλακώδης αυταρχισμός των σχολείων και των Πανεπιστημίων, αλλά ήταν κάτι πιο απλό, πιο άμεσο, εκείνο που πλήγωσε τη νεολαία πριν από μισό αιώνα και πυροδότησε τις εξεγέρσεις τόσων νέων της εποχής: η υποκρισία του ενήλικου κόσμου. 
Η ενστικτώδης συνειδητοποίηση από τη νεανική διαύγεια του ότι τα επιδεικτικά διακηρυσσόμενα ιδεώδη ήταν «τάφοι κεκονιαμένοι»· ότι οι διακηρυγμένες ευγενείς αξίες ήταν η συγκάλυψη ενός μικρόψυχου εγωισμού· ότι η έντονη ηθικολογία, η πομπώδης σοβαροφάνεια του σχολείου, το υποτιθέμενο κύρος των θεσμών ήταν η συγκάλυψη προνομίων, εκμετάλλευσης, μικροτήτων και ευτελειών. 
Για τα διαυγή μάτια ενός νέου ή μιας νέας αυτό ήταν ανυπόφορο. Από τότε έχουν περάσει πολλά χρόνια. Ο κόσμος μού φαίνεται απείρως πιο πολύπλοκος από όσο μου φαινόταν τότε. Την αυταπάτη ότι όλα μπορούν να γίνουν καθαρά και έντιμα στον κόσμο την έχω χάσει εδώ και καιρό. Αλλά η έκρηξη της υποκρισίας της Δύσης σε αυτή την τελευταία χρονιά δεν έχει προηγούμενο. 
Ξαφνικά η Δύση -όλοι μαζί εν χορώ- άρχισε να εξυμνεί τον εαυτό της ως τον κάτοχο των αξιών, τον πρόμαχο της ελευθερίας, τον προστάτη των αδύναμων λαών, τον εγγυητή της νομιμότητας, τον φύλακα της ιερότητας της ανθρώπινης ζωής, τη μοναδική ελπίδα για έναν κόσμο ειρήνης και δικαιοσύνης. Αυτός ο ύμνος για το πόσο καλή και δίκαιη είναι η Δύση και το πόσο κακά είναι τα αυταρχικά κράτη είναι ένας ομόφωνος χορός, που επαναλαμβάνεται ασταμάτητα από κάθε άρθρο εφημερίδας και από κάθε τηλεοπτικό σχολιαστή. Η θηριώδης κακία του Πούτιν επισημαίνεται και καταδικάζεται συνεχώς. 
Κάθε βόμβα που πέφτει στην Ουκρανία μάς επαναλαμβάνει πόσο η Ρωσία είναι το κακό και εμείς το καλό. Θα ήμουν ευτυχής να ενώσω τη φωνή μου με τον χορό, αν κάθε φορά που καταδικάζουμε το γεγονός -το απολύτως καταδικαστέο- ότι μια στρατιωτική δύναμη, επικαλούμενη ανόητα προσχήματα, επιτέθηκε σε μια κυρίαρχη χώρα, η Δύση προσέθετε: «Και εγώ η Δύση επομένως δεσμεύομαι να μην κάνω ποτέ τίποτα παρόμοιο στο μέλλον, όπως το έκανα στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στη Λιβύη, στη Γρενάδα, στην Κούβα και σε τόσες άλλες χώρες. Το έχουμε κάνει, αλλά τώρα που το κάνουν οι Ρώσοι αντιλαμβανόμαστε πόσο οδυνηρό είναι και δεν θα το ξανακάνουμε». 
Θα ήμουν ευτυχής να ενώσω τη φωνή μου με τον χορό αν κάθε φορά που καταδικάζουμε το γεγονός -το απολύτως καταδικαστέο- ότι τα σύνορα των εθνών δεν γίνονται σεβαστά και η Ρωσία αναγνώρισε την ανεξαρτησία του Ντονμπάς, η Δύση προσέθετε: 
«Και εγώ η Δύση επομένως δεσμεύομαι να μην κάνω ποτέ τίποτα παρόμοιο στο μέλλον, όπως έκανα όταν αναγνώρισα αμέσως την ανεξαρτησία της Σλοβενίας και της Κροατίας, αλλάζοντας τα σύνορα της Ευρώπης και πυροδοτώντας έναν πολύ αιματηρό εμφύλιο πόλεμο με την αφαίρεση εδαφών από τη Γιουγκοσλαβία». Θα ήμουν ευτυχής να ενώσω τη φωνή μου με τον χορό, αν κάθε φορά που καταδικάζουμε το γεγονός -το απολύτως καταδικαστέο- ότι η Μόσχα βομβαρδίζει το Κίεβο σκοτώνοντας αθώους αμάχους, επικαλούμενη ως αιτία το ότι το Κίεβο βομβάρδιζε το Ντονμπάς, η Δύση προσέθετε: «Και εγώ η Δύση δεσμεύομαι να μην κάνω ποτέ τίποτα παρόμοιο, όπως έχω κάνει όταν βομβάρδιζα το Βελιγράδι σκοτώνοντας χίλιους ανθρώπους, γυναίκες και αθώα παιδιά, επικαλούμενη ως αιτία το ότι το Βελιγράδι βομβάρδιζε το Κόσοβο». 
Θα ήμουν ευτυχής να ενώσω τη φωνή μου με τον χορό, αν κάθε φορά που καταδικάζουμε το γεγονός -το απολύτως καταδικαστέο- ότι η Ρωσία αξιώνει να αλλάξει το πολιτικό καθεστώς του Κιέβου, επειδή αυτό το καθεστώς εναντιώνεται σε αυτήν, η Δύση προσέθετε: 
«Και εγώ η Δύση επομένως δεσμεύομαι να μην κάνω ποτέ τίποτα παρόμοιο στο μέλλον, όπως έχω κάνει όταν βομβάρδισα τη Λιβύη, εισέβαλα στο Ιράκ, αποσταθεροποίησα κυβερνήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο, από τη Μέση Ανατολή ώς τη Νότια Αμερική, από τη Χιλή ώς την Αλγερία, από την Αίγυπτο ώς την Παλαιστίνη, κάθε φορά που ένας λαός ψήφιζε υπέρ μιας κυβέρνησης που δεν ευνοούσε τα δυτικά συμφέροντα, όταν ανέτρεψα δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις, όπως στην Αλγερία, στην Αίγυπτο ή στην Παλαιστίνη, για να υποστηρίξω αντίθετα δικτατορίες όπως στη Σαουδική Αραβία μόνο επειδή με συμφέρει, παρ’ όλο που οι Σαουδάραβες συνεχίζουν να σφαγιάζουν τους πολίτες της Υεμένης». 
Και θα διαφωνούσα, αλλά ίσως δεν θα ήμουν τόσο αηδιασμένος, αν απλώς άκουγα να λένε: «Είμαστε οι πιο ισχυροί, θέλουμε να κυριαρχήσουμε στον κόσμο με τη βία των όπλων, για να υπερασπιστούμε τον πλούτο μας, και θα κυριαρχήσουμε». Τουλάχιστον δεν θα ήταν υποκρισία, τουλάχιστον θα μπορούσαμε να συζητήσουμε αν αυτή είναι ή όχι μια διορατική επιλογή και μήπως είναι πιο διορατικό να σταματήσουμε τη σύγκρουση και να αναζητήσουμε τη συνεργασία.

*Γεννημένος στη Βερόνα το 1956, ο Κάρλο Ροβέλι είναι καθηγητής Θεωρητικής Φυσικής και έχει διδάξει σε Πανεπιστήμια της Ιταλίας και των ΗΠΑ. Σήμερα διευθύνει το Κέντρο Θεωρητικής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο της Μασσαλίας. Στη γλώσσα μας κυκλοφορούν τα έργα του: «Επτά σύντομα μαθήματα Φυσικής» και «Η πραγματικότητα δεν είναι αυτό που φαίνεται» (Πατάκης 2016 και 2019 αντίστοιχα).

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2022

Φεύγουμε για τα Δυτικά Βαλκάνια



του Όμηρου Ταχματζίδη

Η "γεωγραφία" είναι κυρίως και σχεδόν πάντοτε ένα μέγεθος "πολιτικό". Μια πολιτική διάσταση, η οποία εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως με τις επιλεγμένες κάθε ιστορική στιγμή ονομασίες ενός γεωγραφικού χώρου. Και οι ονομασίες αυτές δεν περιγράφουν μόνο, αλλά συγκροτούν τις προκατανοήσεις μέσω των οποίων προσλαμβάνουμε μια γεωγραφική ενότητα. Την κατασκευή μιας γεωγραφικής ενότητας. Μια τέτοια κατασκευή, στις μέρες μας, είναι ο "γεωγραφικός" προσδιορισμός "Δυτικά Βαλκάνια" ή "Δυτική Βαλκανική". Σε αυτές τις περιπτώσεις τον πρώτο λόγο δεν έχει ο "αντικειμενικός χώρος", η "γεωγραφία" μιας ευρύτερης περιοχής, αλλά η "πολιτική". Τα "Δυτικά Βαλκάνια", όπως φυσικά και "τα Βαλκάνια" είναι πρωτίστως όροι της πολιτικής και μετά της γεωγραφίας. 
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ διάσταση του όρου "Δυτικά Βαλκάνια" καταφαίνεται και από το γεγονός ότι δεν έχουμε "Κεντρικά", αλλά ούτε και "Βόρεια" και "Νότια Βαλκάνια". Με δεδομένο ότι έχουμε δύο περίκλειστες ηπειρωτικές χώρες (Σερβία και Βόρεια Μακεδονία) στο κέντρο της γεωγραφικής περιοχής των Βαλκανίων, κάλλιστα θα μπορούσαμε να μιλάμε για "Κεντρικά Βαλκάνια", αλλά αυτά δεν υφίστανται, παρότι υπάρχουν στο κέντρο του χάρτη των Βαλκανίων. 
Οι πολιτικές συνδηλώσεις της ονομασίας "Δυτικά Βαλκάνια" γίνονται ολοφάνερες για εμάς τους Έλληνες/Ελληνίδες, εάν επιχειρήσουμε να προσδιορίσουμε το γεωγραφικό εύρος της περιοχής που αποκαλούμε "Δυτικά Βαλκάνια". Είναι η "δυτική Ελλάδα" και, ακόμη πιο αιχμηρά, είναι η "δυτική Πελοπόννησος" ή η σύνολη κατακόρυφος των Ιονίων νήσων "Δυτικά Βαλκάνια;" Αν έχουμε τέτοια αναπάντητα ή, τουλάχιστον, δύσκολα προς απάντηση ερωτήματα για τα δικά μας μέρη, τι συμβαίνει στα βόρεια, όπου κάπου θα πρέπει να βρίσκεται ο αντίποδας των νοτίων ορίων των Βαλκανίων; 
Ο Γιώργος Χατζελένης δίνει ένα κάποιο γεωγραφικό στίγμα οριοθέτησης των βόρειων ή καλύτερα των βορειοδυτικών γεωγραφικών εσχατιών των (δυτικών) Βαλκανίων. Στην θρυλική Τεργέστη, στα ανατολικά της μεγάλης αγκαλιάς της Αδριατικής εντοπίζει "τη μοναδική πόλη της Ιταλίας που πατάει πάνω σε βαλκανικό έδαφος". Με την παρατήρηση αυτή ο συγγραφέας του βιβλίου "Βαλκανευτές" - ακούγονται από κάποια γωνιά του ασυνειδήτου και οι "πραματευτές", οι κυρατζήδες, έμοροι ταξιδευτές στην καρδιά της Βαλκανικής ίσαμε τις γερμανόφωνες αυτοκρατορίες - δίνει το γεωγραφικό στίμα του ταξιδιού του και των φίλων του. 
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ είναι το τέταρτο εκδοτικό πόνημα του συγγραφέα και κυκλοφόρησε για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 2021. Ο τόμος βρίσκεται κάτω από τη βαριά σκιά της οικονομικής κρίσης (και της πανδημίας). Ήδη από το πρώτο κεφάλαιο ("Αθήνα 1") ο αναγνώστης βυθίζεται στην ατμόσφαιρα της εξαιρετικής κατάστασης. Ατμόσφαιρα που μοχλεύει υπαρξιακές αγωνίες και προβληματισμούς - ενδεικτικές για τη γενιά του συγγραφέα (έτος γεννήσεως 1984) - των ανθρώπων οι οποίοι κατακρημνίστηκαν από τη μια στιγμή στην άλλη σε μια νέα συνθήκη του βίου τους. Η αίσθηση της απώλειας, είναι πανταχού παρούσα στο βιβλίο, σχεδόν σε όλα τα κεφάλαια. Και ίσως να είναι αυτό το στοιχείο που δίνει ιδιαίτερο χαρακτήρα σε αυτό το "περιηγητικό" κείμενο. Ο συγγραφέας νοιάζεται για τα "βαθύτερα" των τόπων που περιγράφει: την πανταχού παρούσα καθημερινότητα, την σπαρακτική αγωνία για την πολιτική συνθήκη, τη μοναξιά του προσώπου και την παραίτηση του πολίτη. Αρχίζοντας από τα καθ΄ ημάς: "Μία χρόνια αδιαφορία που είχε μετατρέψει την πολιτεία μας σε μια ολιγαρχική δημοκρατία. Όσο πιο φτωχοί γινόμασταν τόσο περισσότερο αφήναμε ελεύθερο χώρο στο εκάστοτε καθεστώς να ισχυροποιηθεί". Και όμως πρόκειται για ένα βιβλίο ταξιδιωτικών εντυπώσεων. 
ΣΤΟΝ ΟΓΚΩΔΗ τόμο (529 ολάκερες σελίδες) το υπαρξιακό συνδέεται με το γλαφυρό, ενίοτε και γλυκερό, ύφος των περιγραφών, την τραχύτητα της βίας των εμφύλιων σπαραγμών και του παλαιού πολέμου με τα βαθιά ίχνη του στους τόπους, τα πάθη και τις προσδοκίες των ανθρώπων, την ιστορία και την πολιτική, το ενδιαφέρον για τα παλαιά κτίσματα, πολιτιστικά λείψανα άλλων εποχών. για... για... για... Η προσπάθεια κατανόησης του "άλλου", του άλλου τόπου, του άλλου ανθρώπου, της άλλης ιστορίας, της άλλης παράδοσης συνοδεύει υπορρήτως όλη την αφηγηματική διαδρομή του συγγραφέα. Δεν φαίνεται ότι απλώς ταξιδεύει, είναι σα να προσπαθεί από κάπου να ξεφύγει. 
ΣΤΗΝ ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΈΝΗ γλώσσα των μέσων μαζικής ενημέρωσης οι μαζικές φυγές από τη μεγαλούπολη αναφέρονται ως "απόδραση". Η πόλη, αυτό το κέλυφος ασφάλειας και προστασίας, γίνεται αντιληπτή ως φυλακή. Οι άνθρωποι δε φαίνεται να ταξιδεύουν, αλλά δραπετεύουν προσωρινά και πάλι επιστρέφουν στην ασφάλεια του αστικού κελύφους. Και είναι το ακίνδυνο της διαδρομής, αυτό το ασφαλές "πήγαινε-έλα", που διαφοροποιεί το σημερινό ταξίδι, από εκείνο του παρελθόντος. Η αφήγηση υπόσχεται κάπου-κάπου κάποια πιθανή έκθεση σε κίνδυνο, αλλά σύντομα τα πράγματα επιστρέφουν στην κανονικότητά τους. Το σύγχρονο ταξίδι δεν γνωρίζει, μέσες άκρες, σοβαρούς κινδύνους, μόνο οχλήσεις: η καθυστέρηση στο έλεγχο των διαβατηρίων, η αγένεια των συνοριοφυλάκων, άγχος για μποτιλιάρισμα στους δρόμους Τέτοια πράγματα. 
ΔΙΑΔΡΟΜΗ Αθήνα, Γιάννενα (ξενώνας έξω από τα Γιάννενα), συνοριοφυλάκιο, Αλβανία (εγκάρσια τομή από νότο προς βορρά),πηγαίες περιγραφές, χωρίς κλισέ ή υπερβολές, και χρήσιμες παρεκβάσεις, "σπάσιμο" της αφήγησης με διάφορες πληροφορίες ιστορικού, κοινωνικού, πολιτικού ή ανεκδοτολογικού τύπου. Ανάλογες είναι και οι περιγραφές της διαδρομής στο γειτονικό Μαυροβούνιο. Η "ματιά" του συγγραφέα "ξεχύνεται ελεύθερη", "αναρριχάται", "διανύει αστραπιαία" αποστάσεις ή κάνει, που και που "απότομη βουτιά". Και από κοντά διάφορες αναφορές σε προσωπικό τόνο, που δίνουν στον αναγνώστη ανάσες για να μπορέσει να αφομοιώσει τις περιγραφές του περιβάλλοντος χώρου. Αυτό το διαρκές "από το ένα στο άλλο" δεν είναι αδόμητο, αλλά προσομοιάζει προς τη δομή του ταξιδιού και του βλέμματος που το καθορίζει. Έτσι η αφήγηση του Γιώργου Χατζελένη είναι ένα ευχάριστο ταξίδι μέσα στο ταξίδι. 
ΑΚΟΜΗ πιο βόρεια. Αδριατική. Ντουμπρόβνικ. "Συνταυτίσεις" με το γενέθλιο τόπο: Χίος. Προσωπικός τόνος στην αφήγηση. Ένταση στην περιγραφή. Εξαγόρευση: "Με τα χρόνια είχα διαπιστώσει πως οι εντυπώσεις σε μοναχικούς ταξιδιώτες είναι πιο βαθιές και ζωηρές απ΄ ό,τι στους κανονικούς ανθρώπους, διότι οι σκέψεις, οι εικόνες κι οι στιγμές απασχολούν περισσότερο τους πρώτους, διότι κατακαθίζουν στην ψυχή τους κι αποκτούν μεγαλύτερες διαστάσεις στη σιωπή. Στη μοναξιά ωριμάζει η σκέψη και αποκτά απόκοσμη ομορφιά". Οι αποφθεγματικές εξάρσεις είναι ένα από τα πιο δυνατά σημεία του συγγραφέα: συχνές, πυκνές και μεστές νοήματος. 
Η ΑΦΗΓΗΣΗ έχει ήδη εισέλθει στην τροχιά του εμφύλιου πολέμου: δίπλα σε τόπους και τοπία, φυσικά και αστικά, ο συγγραφέας επεκτείνεται σε ευρύτερες συνάφειες, οι οποίες συνδέονται με τον πόλεμο -ΝΑΤΟ, ελληνοτουρκικές σχέσεις, ακροδεξιά, εθνικισμός. Απομόνωση και περιπλανήσεις στον αστικό χώρο. Ο ταξιδευτής ως μοναχικός "πλάνης" αναζητά το βάθος των πραγμάτων, ακόμη και στον ξένο τόπο. Η εμπειρία από τα ίδια εφιαλτική: "Σ΄ αυτές τις μοναχικές περιπλανήσεις εξασκώ μια άλλη συνήθεια, στο να ψυχολογώ διακριτικά τα βλέμματα όσων συναντώ. Μια συνήθεια που με έκανε να γίνω μάρτυρας της κυριαρχικής εξάπλωσης μιας αδιόρατης κοινωνικής κατάθλιψης κι ενός ατέρμονου άγχους". Εσωστρέφεια- εξωστρέφεια... the lonely crowd κάνει διακριτή την αφηγηματική-παρουσία του ήδη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου. 
ΙΔΙΑΙΤΕΡΕΣ δεν είναι μόνο οι παρεκβατικές νύξεις του συγγραφέα, αλλά το συνολικό σώμα της αφήγησης. Η αφηγηματική προσπάθειά του του δεν υστερεί και κινείται σε ικανοποιητικά επίπεδα, όσον αφορά το λογοτεχνικό σκέλος της. Υπάρχουν ορισμένα σημεία της αφήγησης, όπου το πρωταρχικό λογοτεχνικό στοιχείο, το ύφος της γραφής, "εκτινάσσεται" και εντείνει την απόλαυση της ανάγνωσης. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι πρόκειται για ταξιδιωτική "λογοτεχνία" και λογοτεχνία που, μεταξύ άλλων, δεν προσφέρει απόλαυση κατά την ανάγνωσή της, είναι χάσιμο χρόνου. 
ΚΑΙ ΚΑΤΙ ακόμη: ο συγγραφέας εμφανίζει ένα είδος έκδηλου σεβασμού προς την ιδιαιτερότητα της λεπτομέρειας. Ο Γιώργος Χατζελένης, δίνει την εντύπωση, ότι "βλέπει" εκεί όπου οι άλλοι αποφεύγουν να κοιτάξουν. Αυτό φαίνεται να είναι ένα από τα προτερήματα της γραφής και της "βαλκάνευσής" του. Από την άλλη το ιστορικό και άλλο πραγματολογικό υλικό, είναι δύσκολο να ελεγχθεί. Ούτως ή άλλως, δεν πρόκειται για κάποιο επιστημονικό δοκίμιο, οπότε τέτοια "μικροζητήματα" αναγκαστικά περνούν σε δεύτερη μοίρα. 
Η ΜΙΑ ΧΩΡΑ διαδέχεται την άλλη. Υπεύθυνη για αυτό είναι η πολιτική, όχι η γεωγραφία: "... θα διανύαμε πάλι δύο χώρες". Εκριζωμένος από τον γενέθλιο τόπο (το νησί"), αρρίζωτος στην Αθήνα, διαρκώς στην αναζήτηση καταφυγής στη φυγή, στο ταξίδι: "... ένας επίμονος ταξιδευτής. Ένας ταξιδευτής και συνάμα συλλέκτης εικόνων, ιστοριών και αναμνήσεων από τους τόπους που επισκεπτόμουν. Κυρίως ένας κυνηγός χαμένων ιστοριών". Και ο θηρευτής επιστρέφει ως αποθησαυριστής: Ω, ναι! Το βιβλίο είναι ένα καλειδοσκόπιο χαμένων ιστοριών και συρραφής εντυπωσιακών εικόνων. Εύληπτο, με έναν τρυφερό τόνο πάντοτε για τους ανθρώπους και τα πράγματα. Άλλη μια αρετή του. 
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ οι περιγραφές του αστικού χώρου, της πόλης: Τεργέστη. Πλήθος, βουβό άφωνο, πρόσωπα, κίνηση, ταχύτητα. Αυθεντικότητα, εντοπιότητα, γνησιότητα. Υπερβολή στην περιγραφή και στις κρίσεις, η γητειά της ταξιδιωτικής μνήμης. Χαμένες ιστορίες στο χαμένο χρόνο. Χαμένες ιστορίες μέσα στη αέναον κίνηση του πλήθους στην πόλη. Πάντοτε, σε κάθε ταξίδι, αναδύεται ένα παρόμοιο ερώτημα: "Άραγε μήπως επισκέφθηκα την Τεργέστη την κατάλληλη στιγμή της ζωής μου;". Ένα ταξίδι θα πρέπει να γίνεται με την απόλυτη βεβαιότητα ότι δε θα επαναληφθεί ποτέ. Και: "... έτοιμοι για τη Σλοβενία", αγνοώντας στα αριστερά του χάρτη τη Βενετία και ας είναι ένα τσιγάρο δρόμος. Αλλά ο χρόνος είναι αδυσώπητος. Ειρήσθω εν παρόδω: η έννοια του χρόνου θα μπορούσε να αποτελέσει το μοναδικό στοιχείο σε μια κριτική παρουσίαση του "Βαλκανευτή". 
ΤΟ ΣΛΟΒΕΝΙΚΟ πράσινο, ο σερβικός ορθόδοξος ναός και ο θεός: "Μου έμεινε όμως η απορία πως ενώ ζητάμε γαλήνη και αγάπη, πλάσαμε έναν θεό διεκδικητικό, συχνά άδικο, απαιτητικό, σκληρό και χωρίς κατανόηση. Ίσως επειδή έτσι είμαστε και εμείς". Από την πλευρά του το ταξίδι αναδεικνύεται σε "άστρο της λύτρωσης" του συγγραφέα, της επιζητούμενης λύτρωσης: "Μπροστά μου παρήλασαν μνημεία, μουσεία, τοπικές παραδόσεις κι όλα αυτά μέσα από τα οποία αναζητούσα την προσωπική μου λύτρωση. Μια πολυπόθητη απελευθέρωση από την ανελέητη φθορά που επιφέρει η πάροδος του χρόνου". Και μια διάθεση αποτάχυνσης, εκθείασης εκείνων των "ρομαντικών τεμπέληδων" "που προτιμούν να βάζουν φρένο στους γρήγορους ρυθμούς της σύγχρονης ζωής". Ο κοινωνιολόγος Hartmut Rosa θεωρεί ότι η επιτάχυνση είναι το βασικό χαρακτηριστικό του πολιτισμού μας. 
Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ παραθέτει έναν ακόμη λόγο για τον οποίο ταξιδεύει: το μίσος, το διάχυτο μίσος - για να ξεφύγει από "την αόρατη αρρώστεια" που δημιουργούν το βίαιο θρησκευτικό και εθνικιστικό πάθος. Το ταξίδι ως φυγή, καταφυγή. Κροατία... "Αύριο θα μπαίναμε στη Βοσνία". Επιστροφή στην συνθήκη της εμφύλιας σύρραξης. Ανοικτές πληγές... Βούκοβαρ! Ο πολιτικός νεολογισμός "Δυτικά Βαλκάνια" βαφτίστηκε σε κολυμβήθρα με αίμα. Βοσνία και "το τοπίο άρχισε να θυμίζει Βαλκάνια". Που αρχίζουν και που τελειώνουν τα Βαλκάνια; Βοσνία: "... η κόλαση είναι ακόμη εδώ. Δεν είναι κομμάτι του παρελθόντος, αλλά ούτε και υπόθεση του μέλλοντος. Εξακολουθεί να κυριαρχεί γύρω μας". Υπάρχουν στιγμές και τόποι όπου "σταματάει" ο χρόνος; 
ΣΕΡΑΓΕΒΟ... έθνη, εθνότητες, θρησκείες, αποκλεισμοί... σφαγές: "... τυφλά πορεύεται και η Βοσνία μέσα στην Ιστορία". Το Κακό δεν αδρανεί, περιμένει την ευκαιρία του: οι νέοι "... στέκονται πάνω σε μια ωρολογιακή βόμβα που είναι έτοιμη να εκραγεί ξανά". Δυτικά Βαλκάνια, νεκροταφεία παντού, στο Μαυροβούνιο ακόμη και Γάλλων στρατιωτών. Οι άνθρωποι είναι ζώα που θάβουν τους νεκρούς τους. Οι τάφοι σηματοδοτούν την απαρχή του ανθρώπινου πολιτισμού, αλλά και τα αδιέξοδά του. Επιστροφή μέσω Αλβανίας... Ένα ταξίδι σε συνθήκες επιτάχυνσης: "Έξι χώρες... έξι χώρες. Ποιος θα το φανταζόταν". Δυτικά Βαλκάνια: "Πόσα τοπία, πόσες πόλεις, πόσες ιστορίες." Κυριολεκτικά ανεπανάληπτη διαδρομή, διότι "σπάνια ο άνθρωπος ξαναπερνάει από τους ίδιους δρόμους". Ωστόσο οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες μπορούν να επαναλάβουν νοητά το ταξίδι μαζί με τον συγγραφέα: να κάνουν το ταξίδι μέσα στο ταξίδι που δημιούργησε η ιδιαίτερη γραφή του Γιώργου Χατζελένη, να "βαλκανεύσουν" μαζί του και με τους ταξιδιωτικούς συντρόφους του. 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η παρουσίαση του βιβλίου είναι μια συμβολική προσφορά του βιβλιοπωλείου ΤΟ ΚΕΝΤΡΙ (Δ. Γούναρη, Πλ. Ναυαρίνου, Θεσσαλονίκη) προς το αναγνωστικό κοινό.

Κυριακή 19 Ιουνίου 2022

Χαϊδελβέργη, το κέντρο του γερμανικού ρομαντισμού

 


Αναχωρήσαμε για τη Χαϊδελβέργη κάτω από μια ανοιξιάτικη κυριακάτικη βροχή. Η διαδρομή από την μια άκρη της νότιας Γερμανίας στην άλλη κράτησε γύρω στις δυόμιση ώρες και μας πέρασε μέσα από μεγάλες πεδιάδες γεμάτες άχαρα αιολικά πάρκα και πλούσιους αμπελώνες τόσο στη Βαυαρία όσο και στη Βυρτεμβέργη. Επίσης, μέσα απ' αυτή τη διαδρομή είχαμε την τύχη να διασχίσουμε τη γέφυρα Kocher Viaduct (Kochertalbrücke) η οποία μέχρι το 2004 κατείχε τον τίτλο της γέφυρας με τους ψηλότερους στύλους στον κόσμο.
Η Χαϊδελβέργη μας υποδέχτηκε δροσερή και καθαρή από την μπόρα που την διέσχισε καθώς εμείς είμασταν καθοδόν προς αυτήν. Το λεωφορείο μας άφησε κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό, ο οποίος είναι λίγο πιο έξω από το ιστορικό κέντρο της πόλης. Περπατήσαμε μια διαδρομή τριών χιλιομέτρων για να φτάσουμε στην άλλη άκρη της παλιάς πόλης καθώς το σπίτι που είχαμε κλείσει βρισκόταν ακριβώς κάτω από τον θεόρατο βράχο με το πανέμορφο παλάτι της πόλης. Η πρώτη μας βόλτα στη Χαϊδελβέργη, μας πρόσφερε το σταδιακό ξεδίπλωμα όλης της ρομαντικής γοητείας που περιβάλει αυτήν την πόλη. 
Μπορεί η Χαϊδελβέργη να είναι μια από τις μικρότερες πόλεις της Γερμανίας αλλά είναι φορτωμένη με αρκετές ιστορίες άλλες ευχάριστες κι άλλες δυσάρεστες που την κάνουν ενδιαφέρουσα κι ευχάριστη. Το κλίμα αυτό το αισθάνεσαι στους δρόμους της, στα χαμογελαστά πρόσωπα των φοιτητών της, στα όμορφα στέκια της και φυσικά στο μαγευτικό φυσικό τοπίο που την περιβάλλει. Η πόλη διατηρεί αρκετά την παρελθοντική της αύρα καθώς ήταν σημαντικό κέντρο του γερμανικού ρομαντισμού κι ευτυχώς έχει διασώσει αρκετά στοιχεία του χαρακτήρα της παρόλο που έχει μετατραπεί σε τουριστικό προορισμό. Τα πιο γνωστά αξιοθέατά της είναι τα ερείπια του παλατιού, η παλιά πόλη με τα γραφικά της σοκάκια, ο ποταμός Νέκαρ που την διασχίζει και το πανεπιστήμιο της το οποίο ιδρύθηκε το 1386 και θεωρείται το παλαιότερο της Γερμανίας. 
Υπάρχουν πολλές ενδείξεις που αποδεικνύουν πως η ευρύτερη περιοχή κατοικείται από τα προϊστορικά χρόνια ενώ την περίοδο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η πόλη υπήρξε πολιτικό, θρησκευτικό και πολιτιστικό κέντρο. Όμως η πρώτη γραπτή αναφορά για τη Χαϊδελβέργη ανάγεται στον μεσαίωνα και συγκεκριμένα το 1196. Το 1386 ιδρύεται το πανεπιστήμιό της και το 1421 η βιβλιοθήκη της, η οποία θεωρείται κι εκείνη πως είναι η παλαιότερη της Γερμανίας. Κατά τη διάρκεια του Τριακονταετούς πολέμου, η βιβλιοθήκη λεηλατήθηκε από τον στρατηγό Τιλλί και πολλά αντικείμενα από τη συλλογή της μεταφέρθηκαν στο Βατικανό. Το 1688 και το 1693 η πόλη καταστράφηκε ολοσχερώς από τους Γάλλους αλλά το μεγαλύτερο πλήγμα ήρθε με την μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε λίγο μετά την ανοικοδόμησή της. Έπειτα φτάνουμε στο 1848, όπου έγινε μια προσπάθεια από τους φιλελεύθερους να δημιουργήσουν ένα προκαταρκτικό κοινοβούλιο, το οποίο υπήρξε πρώτο βήμα για τη δημιουργία του πρώτου γερμανικού κοινοβουλίου στη Φρανκφούρτη, αλλά καταστάλθηκε από τον πρωσικό στρατό. Το 1871 η πόλη προσχώρησε στην γερμανική αυτοκρατορία κι έκτοτε ακολουθεί την ιστορική πορεία της Γερμανία του 20ου αιώνα. 
Η αρχή των περιπλανήσεών μας στην πόλη έγινε από το παλιό νοητό άκρο του ιστορικού της κέντρου το οποίο είναι η πετρόκτιστη μεσαιωνική γέφυρα του Καρόλου Θ (03:21-03:48). Η γέφυρα κατασκευάστηκε το 1786 αλλά καταστράφηκε κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου κι αναστηλώθηκε στα μετέπειτα χρόνια. Στο ένα της άκρο δεσπόζει το άγαλμα του Καρόλου Θ κι η εντυπωσιακή αψίδα της παλιάς πόλης ενώ στο άλλο άκρο στέκει το πανέμορφο άγαλμα της θεάς Αθηνάς. Δίπλα στην εντυπωσιακή αψίδα της παλιάς πόλης βρίσκεται και το άγαλμα του διάσημου μπαμπουίνου (03:49-04:00) ο οποίος κρατάει επίμονα τον καθρέφτη της αυτογνωσίας. Η στάση του είναι προκλητική καθώς δείχνει τα οπίσθιά του σε όσους εισέρχονται στην παλιά πόλη ενώ με τον καθρέφτη αναγκάζει τους περαστικούς να κάνουν την αυτοκριτική τους ώστε να ξέρουν πως κανένας δεν είναι καλύτερος από τον άλλον. Δίπλα στο συμπαθητικό σοφό μπαμπουίνο θα διακρίνει κανείς δυο χάλκινα ποντικάκια τα οποία συμβολίζουν την τύχη. Διασχίζοντας τη γέφυρα παρατηρούσαμε από κάτω τα φουσκωμένα από τη βροχή νερά του ποταμού Νέκαρ, ο οποίος στα κέλτικα σημαίνει άγριος, έναν χαρακτηρισμό που έχει αποδείξει αρκετές φορές κατά τη διάρκεια των αιώνων (02:00-02:25 & 03:00-03:20). 
Φτάνοντας στην αντίπερα όχθη ανεβήκαμε στον Περίπατο των Φιλοσόφων (02:30-02:52), μια ειδυλλιακή διαδρομή στη βόρεια πλευρά του ποταμού Νέκαρ η οποία διασχίζει τα ερείπια του φρουρίου Celtic. Η ονομασία αυτού του μονοπατιού προήλθε από τη συνήθεια των καθηγητών, των φιλοσόφων και των φοιτητών να κάνουν το διάλειμμά τους εκεί. Επιλέξαμε να ξεκινήσουμε από τη δύσκολη αρχή του περιπάτου καθώς χρειάστηκε να ανεβούμε 180 σκαλοπάτια, τα οποία ήταν κρυμμένα μέσα στη πυκνή βλάστηση της πλαγιάς. Κάθε τόσο συναντούσαμε μικρά ανοίγματα όπου ρέμβαζαν φοιτητές, ζευγάρια και παρέες ενώ πιο ψηλά πέσαμε πάνω σε κατσίκια και τράγους που βοσκούσαν προσφέροντάς μας βουκολικές εικόνες και μυρωδιές. Φτάνοντας στο τελείωμα των σκαλοπατιών συναντήσαμε τον Περίπατο των Φιλοσόφων, ο οποίος από τη μια μεριά συνεχίζει την πορεία του μες στο δάσος της κοιλάδας ενώ από την άλλη κατηφορίζει προς το Ziegelhausen (02:53-03:00), μια πανέμορφη και ήρεμη γειτονιά με επαύλεις που βοηθούν τους περιπλανώμενους να εισχωρήσουν σταδιακά από το πυκνό δάσος της πλαγιάς στο αστικό τοπίο της πόλης. Σ' αυτή τη διαδρομή των 800 μέτρων μπορεί κανείς να απολαύσει την πανοραμική θέα της παλιάς πόλης με το εντυπωσιακό παλάτι και τα ψηλά καμπαναριά της. 
Το επόμενο πρωί μας βρήκε με έναν υπέροχο ήλιο να στεγνώνει ό,τι είχε αφήσει βρεγμένο η βροχή της προηγούμενης μέρας. Απολαμβάνοντας την καλοσυνάτη ροή του ποταμού που κυλούσε έξω από το σπίτι, ανηφορίσαμε προς το επιβλητικό παλάτι της Χαϊδελβέργης (04:00-06:08), το οποίο θεωρείται ως ένα από τα πιο διάσημα αξιοθέατα της Γερμανίας. Τα ερείπιά του, τα οποία εσκεμμένα έχουν διατηρηθεί σ' αυτήν την κατάσταση, φέρνουν στο νου εικόνες από μακρινές κι ονειρικές εποχές. Περπατώντας στο πάρκο που απλώνεται περιμετρικά του παλατιού σου δίνεται η αίσθηση πως βρίσκεσαι μέσα σε ένα παραμύθι γεμάτο ιππότες, βασιλιάδες, ίντριγκες και μάχες. 
Το παλάτι στέκει στις πλαγιές του βουνού Königstuhl κι αποτελεί δείγμα αναγεννησιακού και γοτθικού ρυθμού. Τα πρώτα του θεμέλια μπήκαν τον 12ο αιώνα σε ύψος 80 μ., στην πλαγιά του βουνού Hausberg, το οποίο αποκαλείται  ο «θρόνος του βασιλιά». Το 1401, όταν ο Ruprecht Γ΄ έγινε βασιλιάς της Γερμανίας, θεώρησε πως το παλάτι είναι πολύ μικρό και διέταξε να αρχίσουν έργα επέκτασης. Η σημερινή του εικόνα φανερώνει πως καταστράφηκε πολλές φορές και αναστηλώθηκε ακόμη περισσότερες. Απ' όποια μεριά κι αν το αντικρύσεις θα δεις κι από μια τελείως διαφορετική όψη τόσο στην αρχιτεκτονική του δομή όσο και στην κατάσταση διατήρησής του. Προσωπικά εντυπωσιάστηκα με τον πύργο Krautturm (05:44) και το συμπαγές του κομμάτι, το οποίο έχει αποκολληθεί κι έχει κατρακυλήσει προς την τάφρο. 
Όπως συμβαίνει σε κάθε παραμυθένιο μέρος έτσι και στο παλάτι αυτό έχουν επικρατήσει αρκετοί μύθοι. Ένας απ' αυτούς είναι το δάγκωμα της μάγισσας σε ένα από τα χερούλια της κεντρικής πύλης. Ο θρύλος λέει πως ο τότε βασιλιάς είχε πει πως αν κάποιος σπάσει την πύλη, τότε το παλάτι θα γίνει δικό του. Ο μόνος που κατάφερε να προξενήσει φθορά ήταν μια μάγισσα που δάγκωσε την μεταλλική λαβή αναγκάζοντας τον βασιλιά να τηρήσει το λόγο του (04:51). Επίσης στην τεράστια βεράντα του παλατιού που κοιτάει προς τον ποταμό Νέκαρ και την παλιά πόλη, υπάρχει ένα ίχνος ποδιού στην πέτρινη επιφάνειά της. Ο θρύλος λέει πως ένας πρίγκιπας ήταν σε ένα δωμάτιο με την γυναίκα ενός υπηρεσιακού αξιωματικού. Όμως για κακή του τύχη, ο αξιωματικός επέστρεψε εσπευσμένα στο παλάτι αναγκάζοντας τον πρίγκιπα να πηδήξει από το παράθυρο, δημιουργώντας με την ορμή της πτώσης του τη συγκεκριμένη τρύπα. 
Εντός του παλατιού βρίσκεται σε περίοπτη θέση κι η μορφή ενός συμπαθητικού νάνου ο οποίος κρατάει ένα ποτήρι κρασί στο χέρι του κι έχει το όνομα "Περκεό" (00:20 & 05:49)). Την συμπαθητική μορφή μπορεί κανείς να την αντικρύσει και σε άλλα σημεία της πόλης. Η φιγούρα αυτή ανήκει σε έναν Ιταλό νάνο που ζούσε τον 16ο αι. στην πόλη και τον καλούσαν σε όλες σχεδόν τις δεξιώσεις λόγω της σωματικής του δυσπλασίας. Το όνομα με το οποίο έμεινε γνωστός μέχρι τις μέρες μας, το πήρε από τη φράση "perche no" (γιατί όχι) που έλεγε κάθε φορά που του πρότειναν να πιει κρασί ή μπύρα. 
Επίσης στο παλάτι βρίσκεται και το μεγαλύτερο βαρέλι κρασιού στον κόσμο το οποίο χωράει 219.000 λίτρα κι είναι φτιαγμένο από ξύλο βελανιδιάς (χρειάστηκαν 130 δέντρα για να κατασκευαστεί). Το βαρέλι κατασκευάστηκε το 1751 από τον πρίγκιπα Karl Theodor (ο ίδιος που έχτισε και τη γέφυρα) δείχνοντας την εμμονή του να δημιουργεί μεγάλα σε όγκο πράγματα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η δημιουργία του βαρελιού ήταν ένα παιχνίδι ανταγωνισμού με τον δούκα του Βούτερμπέργκ που είχε το δικό του βαρέλι. Παρατηρώντας το θεόρατο μέγεθος του βαρελιού που βρίσκεται στα υπόγεια του παλατιού, τους φαντάστηκα να κοντράρονται σαν δυο μικρά παιδιά, φωνάζοντας αγριεμένα πως το βαρέλι του ενός είναι μεγαλύτερο από το βαρέλι του άλλου. Πάντως το εντυπωσιακό στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πως πάνω σ' αυτό το βαρέλι είχε φτιαχτεί μια ξύλινη εξέδρα στην οποία γινόντουσαν πολλές γιορτές και χοροί. 
Ένα άλλο σημείο που αξίζει κανείς να επισκεφθεί στο παλάτι της Χαϊδελβέργης είναι το μουσείο Γερμανικής Φαρμακευτικής (05:50-06:00) που βρίσκεται στο προαύλιο χώρο του. Μικρό και με διακριτική είσοδο, δε γεμίζει ιδιαίτερα το μάτι αλλά αν του προσφέρεις λίγο από το χρόνο σου θα βιώσεις ένα εντυπωσιακό ταξίδι πίσω στο χρόνο, μπαίνοντας σε αίθουσες παλιών φαρμακείων και παρατηρώντας μέσα σε ξύλινες προθήκες την εξέλιξη της φαρμακολογίας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. 
Κατηφορίζοντας προς την παλιά πόλη εισχωρήσαμε στη φοιτητική ζωή της πόλης. Η Χαϊδελβέργη συμπορεύτηκε με το ιστορικό της πανεπιστήμιο, οπότε σε αρκετά σημεία της παλιάς πόλης μπορεί να συναντήσει κανείς σημάδια αυτής της "ανέμελης" σχέσης. Ένα απ' αυτά είναι η γωνιακή καφετέρια Knösel (01:20-01:32) που βρίσκεται αντικριστά της μεγάλης εκκλησίας του Αγίου Πνεύματος. Σ' αυτήν την καφετέρια συναντιόντουσαν οι φοιτητές μετά τα μαθήματά τους. Όμως βάση του πανεπιστημιακού πρωτοκόλλου απαγορευόταν το φλερτ μεταξύ τους, αναγκάζοντας τους φοιτητές να βρουν έναν εναλλακτικό τρόπο προσέγγισης. Όταν σε κάποιον του άρεσε μια κοπέλα, ζητούσε από τον σερβιτόρο να την κεράσει ένα σοκολατάκι. Μ' αυτόν τον διακριτικό τρόπο γινόταν η προσέγγιση κι ακολουθούσε η γνωριμία των δυο νέων. Στη μνήμη αυτού του πρωτότυπου φλερτ, έχει ανοίξει στον ίδιο δρόμο μια σοκολατερί που πουλάει αυτά τα μικρά αλλά αποτελεσματικά για γνωριμίες σοκολατάκια. Αξίζει μια επίσκεψη στο χώρο της καθώς έχει διατηρήσει μια παρελθοντική αισθητική κι η εξυπηρέτηση προσφέρεται από ευγενικούς φοιτητές. Ακριβώς απέναντι από την σοκολατερί (Heidelberger Studentenkuss) βρίσκεται ένας ακόμη ιδιαίτερος χώρος που αξίζει να τον επισκεφθεί κανείς για ένα καφεδάκι. Στην καφετέρια-γκαλερί yilliy μπορεί να ζήσει κανείς τον σημερινό φοιτητικό παλμό της πόλης απολαμβάνοντας το καφεδάκι του ανάμεσα σε φοιτητές, έργα τέχνης και φυσικά ένα πιάνο δίπλα στην είσοδο του χώρου στο οποίο συνήθως θα βρίσκεται κάποιος να παίζει υπέροχες και γνωστές μελωδίες. 
Όμως το μέρος που μας έκλεψε τις καρδιές από τη φοιτητική ζωή της πόλης, είναι οι φοιτητικές φυλακές (06:07-07:00) που βρίσκονται δίπλα στο παλιό πανεπιστήμιο. Η ιστορία αυτών των φυλακών είναι τόσο παλιά όσο και το πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, το οποίο από από την ίδρυσή του το 1386, είχε την αυτόνομη δικαιοδοσία και το νόμιμο δικαίωμα κράτησης των σπουδαστών. Βάση αυτού, δημιουργήθηκαν οι φυλακές των φοιτητών (Karzer) για να φυλακίζουνε τους φοιτητές που έκανα μικρές παραβάσεις (Kavaliersdelikte) τιμωρώντας τους με εγκλεισμό από μια μέρα μέχρι τέσσερις βδομάδες. Οι φυλακές αυτές λειτούργησαν από το 1778 ως το 1914. Οι φοιτητές εξακολουθούσαν να παρακολουθούν τα μαθήματα της σχολής τους αλλά δεν τους επιτρεπόταν να πλένονται και κοιμόντουσαν σε στρώματα από άχυρο ενώ το πανεπιστήμιο τους πρόσφερε μόνο νερό και ψωμί. Η τιμωρία αυτή δεν πτοούσε τους φοιτητές καθώς θεωρούσαν την παραμονή εκεί ως μια ένδειξη "τιμής" μεταξύ των φοιτητών της πόλης, οπότε αρκετοί απ' αυτούς προκαλούσαν την τύχη τους για να βρεθούν εκεί μέσα. Τα συνήθη παραπτώματά τους ήταν πως μεθούσαν και φώναζαν ή τραγουδούσαν σε ώρες κοινής ησυχίας, έβγαζαν νύχτα βόλτα τα γουρούνια από τις γειτονικές φάρμες, ή προκαλούσαν τα όργανα της τάξης (συνήθως χτυπώντας το καπέλο ενός αστυνομικού και πετώντας το κάτω). Μάλιστα μια παρέα φοιτητών που βρέθηκε έγκλειστη εκεί, έγραψε σε έναν τοίχο πως "απλώς πετούσαν πέτρες κι έτυχε να περνά η αστυνομία". Για να περάσουν την ώρα τους οι φοιτητές στις "χαρούμενες" φυλακές που τους παραχωρούσε το πανεπιστήμιο, έπαιζαν χαρτιά και ζωγράφιζαν τις μορφές τους στους τοίχους χρησιμοποιώντας το κάρβουνο από τη θέρμανση ενώ αργότερα άρχισαν να αγοράζουν χρώματα τα οποία έπαιρναν μαζί τους στη φυλακή για να κάνουν όσο το δυνατόν καλύτερα κι ομορφότερα σχέδια, θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο να δηλώσουν την παραμονή τους εκεί. Τα θέματα που κυριαρχούν στους τοίχους είναι τα προφίλ των φοιτητών με τα στοιχεία τους (όνομα, ημερομηνία και λόγοι κράτησης), τα οικόσημα των φοιτητικών τους αδελφοτήτων και διάφορα χυδαία σχόλια. Επίσης υπήρχαν πολλές φωτογραφίες των φοιτητών με τις στολές της φοιτητικής τους αδελφότητας, τις οποίες είχαν βρει τρόπο να τις τοποθετούν στις επιφάνειες των πορτών. Ένα ακόμη στοιχείο είναι πως είχαν δώσει ειρωνικά ονόματα στα δωμάτια των φυλακών, όπως για παράδειγμα το "Palais Royale", το "Solitude", το "Sans Soia" κ.α. Παρόλο που λειτούργησε ως φυλακή, ο χώρος αυτός έχει απίστευτα θετική ενέργεια, την οποία μπορεί κανείς να νιώσει μόνο όταν ανέβει στον πάνω όροφο με τα δωμάτια και περιπλανηθεί στους σκοτεινούς και βαμμένους χώρους. Μια αύρα που πολλοί έχουν νιώσεις όπως κι ο συγγραφέας Μαρκ Τουέιν, ο οποίος ζήτησε μια διανυκτέρευση στο χώρο αυτό αλλά του το αρνήθηκαν με την δικαιολογία πως δεν ήταν φοιτητής του πανεπιστημίου της Χαίδελβέργης.
Λίγο πριν αναχωρήσουμε από την πόλη κάναμε έναν τελευταίο περίπατο στην Hauptstrasse (00:04-02:00), η οποία θεωρείται ως ο μεγαλύτερος πεζόδρομος στην Ευρώπη με μήκος 1,6 χιλιόμετρα. Ο πεζόδρομος αυτός ξεκινάει από την κεντρική πλατεία με το αρχοντικό κτίριο του Δημαρχείου και την περίφημη γοτθικού ρυθμού εκκλησία του Αγίου Πνεύματος  (01:41-01:52) που κατασκευάστηκε το 1400 από τον Ruprecht I και συνεχίζει με το Hotel Ritter του 1592 και με δεκάδες άλλα υπέροχα μαγαζάκια όπως μπυραρίες, καφέ, ζαχαροπλαστεία, παλαιοπωλεία και κατοικίες φοιτητών οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να ζουν στο ιστορικό κέντρο της πόλης (κάτι το οποίο δεν έχω συναντήσει σε άλλη πόλη που έχω επισκεφθεί).
Ένα από τα σπουδαία αξιοθέατα αυτής της βόλτας είναι είναι το ξενοδοχείο Zum Ritter (00:29-00:37) που βρίσκεται δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Πνεύματος και το οποίο θεωρείται ως το ομορφότερο και πιο καλοδιατηρημένο κτίριο της πόλης αλλά κι ένα από τα σημαντικότερα κτίρια αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής, το οποίο αποτελείται εξολοκλήρου από πέτρα. Η ύπαρξη της πέτρας στα κτίσματα σηματοδοτούσε και τον πλούτο του ιδιοκτήτη του ακινήτου κι επίσης προστάτευε το κτίσμα από τις φωτιές καθώς τα περισσότερα κτίρια της πόλης ήταν κατασκευασμένα από ξύλο. Σήμερα το κτίριο αυτό λειτουργεί ως ξενοδοχείο κι αξίζει λίγο από το χρόνο σας για να απολαύσετε την καλαίσθητη πρόσοψή του με τα ανάγλυφα διακοσμητικά.
Η διαμονή μας στην Χαϊδελβέργη κι οι όμορφες περιπλανήσεις μας στην πόλη αυτή ολοκληρώθηκαν με ένα καφέ στην Marktplatz (01:33-01:40) που απλώνεται ανάμεσα στην εκκλησία του Αγίου Πνεύματος και του δημαρχείου της πόλης. Στο κέντρο της πλατείας υπάρχει ένα σιντριβάνι με το άγαλμα του Ηρακλή πάνω σε μια ψηλή στήλη που αναγέρθηκε μεταξύ 1706 με 1709 ως ανάμνηση των τεράστιων προσπαθειών που απαιτήθηκαν για την ανοικοδόμηση της πόλης μετά την πλήρη σχεδόν καταστροφή της στον πόλεμο της διαδοχής του Παλατινάτου και περιμετρικά της βρίσκονται πολλές καφετέριες και καταστήματα με αναμνηστικά. Μπορεί σήμερα η πλατεία αυτή να έχει παλμό και ζωντάνια και να μετατρέπεται κάθε χρόνο σε μια πανέμορφη χριστουγεννιάτικη αγορά αλλά στον μεσαίωνα ήταν τόπος μαρτυρίου καθώς οι Γερμανοί την χρησιμοποιούσαν για να κάψουν μάγισσες κι αιρετικούς.
Αναχωρήσαμε από τη Χαϊδελβέργη παίρνοντας τον ίδιο δρόμο που οδηγεί στο σιδηροδρομικό σταθμό. Καθώς απομακρυνόμασταν από το ιστορικό κέντρο έσβηνε η ρομαντική όψη της πόλης, δίνοντας χώρο στη γκρίζα απόχρωση του βιομηχανικού βορρά. Όμως αυτό δε μας πτοούσε καθώς σε κάθε μας βήμα νιώθαμε πως αποθηκεύαμε στη μνήμη μας κι από μια πολύχρωμη ψηφίδα που μας πρόσφερε η πόλη αυτή. Παρόλο που μείναμε λίγο, φύγαμε χορτασμένοι από εικόνες, στιγμές και με μια αίσθηση αγάπης για την αύρα που εξακολουθεί να έχει αυτή η τόσο παραμυθένια πανεπιστημιούπολη της Γερμανίας. 

Τρίτη 31 Μαΐου 2022

Παρουσίαση του βιβλίου "Βαλκανευτές" στη Χίο

 

 Το μυθιστόρημα του Γιώργου Χατζελένη “Βαλκανευτές” από τις εκδόσεις “Ενύπνιο” παρουσιάστηκε την Δευτέρα 23 Μαΐου στο Ίδρυμα Μαρία Τσάκος. 
Μιλούν για το βιβλίο οι: (με τη σειρά που ακούγονται, μετά τον συντονιστή Κώστα Ζαφείρη, ιστορικό- συγγραφέα): 
Ανδρέας Μιχαηλίδης, Δρ. Ιστορίας της Ιατρικής και βουλευτής Χίου του ΣΥΡΙΖΑ 
Θωμάς Κοσμίδης, οικονομικός αναλυτής 
Βασίλης Παχουνδάκης, σκηνοθέτης 
Μανώλης Βουρνούς, Αρχιτέκτων μηχανικός και τέως Δήμαρχος Χίου 
Μιχάλης Ανεζίρης, εκπαιδευτικός

Τετάρτη 25 Μαΐου 2022

Βαλκανευτές, ή αλλιώς «οι εραστές των εικόνων που ζουν σε μια μαγική κοινωνία ονείρων, ζωγραφισμένων στον καμβά»




Του φιλόλογου Μιχάλη Ανεζίρη 

“Βαλκανευτές”, λοιπόν. Με την πρώτη ματιά μας στο εξώφυλλο τούτου του βιβλίου, συναντάμε ένα λογοπαίγνιο που μας κλείνει πονηρά το μάτι, σαν καμωμένο από τα Βαλκάνια και τους “ταξιδευτές/ανιχνευτές”, ως λακωνικό τίτλο που συμπυκνώνει 530 σχεδόν σελίδες γραφτού. Τι σόι γραφτό είναι αυτό; Ταξιδιωτικό οδοιπορικό, θα σκεφτεί κάποιος. 
Ωραία...και γιατί χρειάζονται σε κάποιον τόσες σελίδες για να μας περιγράψει εξωτικά ντουβάρια και τοπία, έστω και διαφορετικά, έστω και ενδεχομένως πιο ωραία από κάποια που ξέρουμε; Δε θα μας αρκούσε ένας ταξιδιωτικός οδηγός ή τα δεκάδες, εκατοντάδες σχετικά δημοσιεύματα στην πλημμυρίδα του Διαδικτύου, που συνεχώς μας προσκαλούν σε αποδράσεις προς άγνωστους παραδείσους; Πρέπει να μας τα πει κι ο ίδιος - πόσο θαυμαστά είναι όσα είδε; 
Είναι προφανές ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κατάθεση – ψυχής, εαυτού, υπαρξιακών αναταράξεων και δονήσεων, περιπλανήσεων εξωτερικών κι εσωτερικών (με το “Έξω” να λειτουργεί ως αφορμή για βασανιστικό ανασκάλεμα του “Μέσα”), που μετατρέπουν το ανά χείρας βιβλίο σε κάτι πολύ ευρύτερο, και κυρίως βαθύτερο. Η περιπλάνηση λειτουργεί ως αφόρμηση για να ανιχνευθεί και να ανακαλυφθεί η ίδια η Ύπαρξη, εξυπηρετώντας μια ποιότητα που μας θυμίζει τον flaneur (περιπλανώμενο) του Σαρλ Μπωντλαίρ, έτσι όπως τον ορίζει ο ίδιος το 1863 στο παρακάτω απόσπασμα: “Για τον τέλειο flaneur είναι τεράστια χαρά να είναι μακριά από το σπίτι του και, παρόλα αυτά, να νιώθει ότι το σπίτι του είναι παντού. Να βλέπει τον κόσμο, να είναι στο κέντρο του κόσμου και, παρόλα αυτά, να είναι κρυμμένος από τον κόσμο. Είναι ένας πρίγκιπας που χαίρεται, όταν κυκλοφορεί παντού και δεν τον αναγνωρίζουν. Ο εραστής της ζωής κάνει όλον τον κόσμο οικογένειά του, όπως ακριβώς ο εραστής του ωραίου φύλου που δημιουργεί την οικογένειά του από όλες τις όμορφες γυναίκες που έχει βρει ή που θα βρει ή που δε θα βρει ποτέ. Ή ο εραστής των εικόνων που ζει σε μια μαγική κοινωνία ονείρων, ζωγραφισμένων στον καμβά.” 
Από τη μία πλευρά, δε θεωρώ ότι υπάρχει απόσπασμα που θα μπορούσε να περιγράψει πιο καίρια μέσα σε τόσο λίγες γραμμές τον ψυχισμό του γράφοντος. Αν όμως το απόσπασμα μάς μεταδίδει μια εικόνα μονοσήμαντα χαρωπή, ειδυλλιακή και λίγο εξιδανικευτική, ταυτόχρονα ο ίδιος στέκεται στον αντίποδα της μποντλερικής θέσης πως “είναι κρυμμένος από τον κόσμο”. Διότι, χρησιμοποιώντας την περιπλάνηση ως μηχανισμό πυροδότησης, μας αποκαλύπτεται, εκτίθεται, ξεγυμνώνεται, κυριολεκτικά ξεβρακώνεται, δίχως να κρατά τίποτα για τον εαυτό του, καμία πισινή, καμία προφύλαξη. 
Γεγονός που συνιστά την πρώτη και μεγαλύτερη για μένα αρετή τούτου του συγγράμματος. Το βιβλίο είναι αγνό, τίμιο και καθαρό, ως απόλυτος καθρέφτης του δημιουργού του. Και δεν υπάρχει πιο δυνατή γραφή, πιο αναγκαία γραφή – που να δικαιολογεί δηλαδή την ύπαρξή της και τον εαυτό της – από αυτήν που ξεσκεπάζει τον γράφοντα σε όλες του τις αντιφάσεις, αυτήν που βγάζει στο φως εκτός από τα ισχυρά του σημεία κι όλες του τις αδυναμίες, τα πισωγυρίσματα, τις αμφιταλαντεύσεις, τα αδιέξοδα, τα σκοτάδια. 
Ένα σύνολο αντιφάσεων συνθέτει εξάλλου τον καθένα μας ως ατομικότητα. Και τη διαφορά στο τελικό ζύγι, την αποτίμηση, την κάνει η απάντηση στο ερώτημα αν καταφέρνουμε να συγκροτήσουμε αυτές τις αντιφάσεις όχι σε ένα περιφερόμενο άλλοθι για κάθε είδους ασχήμια αλλά σε ένα “τίμιο πακέτο”, ένα σύνολο συνεπές στη βαθύτερη νομοτέλειά του, μέσα - αλλά και πέρα - από τις επιμέρους αντιφάσεις, για να φτάσουμε, λίγο ή πολύ, στην περίφημη “ενότητα των αντιθέτων” του Ηράκλειτου. Και τη ζόρικη αυτή ακεραιότητα, την αυθεντικότητα ενός ανθρώπινου όντος, νομίζω ότι κάθε αναγνώστης δε θα δυσκολευτεί να διαπιστώσει πολύ γρήγορα πως ο συγγραφέας τη διαθέτει και με το παραπάνω, είτε συμμεριστεί το σύνολο των απόψεών του είτε όχι. 
Τη διακρίνει από την πρώτη στιγμή στο σθένος με το οποίο φανερώνονται μπροστά στα μάτια του όλες οι βασανιστικές συγκρούσεις των επιμέρους πλευρών κάποιου που παλεύει να φτάσει ολοένα και πιο κοντά στην αλήθεια του. Μια αλήθεια που περιλαμβάνει το κλείσιμο, την αντικοινωνικότητα και τις καταθλιπτικές στιγμές παράλληλα με την πηγαία ανάγκη συνύπαρξης με τους άλλους. Την ανάγκη για μοναξιά αντάμα με αυτήν του μοιράσματος. Την τάση για την απελευθερωτική απόλαυση της εξερεύνησης και της ανακάλυψης να βαδίζει χέρι – χέρι με τη μελαγχολία και το γνήσιο θυμό για καθημερινές συμπεριφορές της κοινωνικής πλειονότητας. Την απότομη εναλλαγή συναισθημάτων: την χαρά “όταν βρίσκεσαι σε νέους τόπους, με νέες μυρωδιές και νέα πρόσωπα” με την ταυτόχρονη “λύπη στη σκέψη πως όλα αυτά τα βιώνει για πρώτη και τελευταία φορά.” Τον φόβο της μοναξιάς, που συγκρούεται με την ανάγκη της ανεξαρτησίας. 
Η αλήθεια του αυτή δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει και την επώδυνη περιστροφή γύρω από τα εξής δύο ερωτήματα: “Γιατί ταξιδεύω;” “Γιατί γράφω;” Ερωτήματα που τίθενται επίμονα τόσο από τον κοινωνικό του περίγυρο όσο και από τον ίδιο του τον εαυτό, ώστε να επιστρέφει εμμονικά σε αυτά εντός του βιβλίου. Δεν είναι τυχαίο που οι διαδοχικές απόπειρες απάντησης, όσο το ταξίδι ξετυλίγεται, προσθέτουν κάθε φορά και μια νέα ψηφίδα σ’ αυτήν την ατέρμονη προσπάθεια αυτογνωσίας που μας σφραγίζει ως ανθρώπινα όντα, πλουτίζοντας και τον ίδιο κι εμάς που τον παρακολουθούμε. Ιδού μερικές χαρακτηριστικές αποφάνσεις για το πρώτο ερώτημα: “Η προτίμηση για την αβεβαιότητα που προκαλώ εγώ στον εαυτό μου κι όχι οι άλλοι σε μένα, το τυφλό κάλεσμα της καρδιάς σε νέες αποδράσεις, το αίσθημα του ανικανοποίητου”, “Ταξιδεύω για να ξεφύγω απ’ την αρρώστια, να αποφύγω το χειμώνα της συνείδησης, για να αισθάνομαι πως υπάρχω”, “τα τοπία που συναντώ γύρω μου είναι τα τοπία που έχω εντός μου.” 
Στις δικές μου εμμονές, που ξετυλίγονται στα δικά μου προσωπικά γραπτά, έχω αντιπαραβάλει στο παρελθόν δύο στάσεις ζωής, γύρω από δύο τύπους ανθρώπων: αυτούς που κινούνται αδιάκοπα γύρω από τον άξονα του ρήματος “μένω” (μένοντας, επιμένοντας και υπομένοντας) με όσους κινούνται γύρω από την επικράτεια του “φεύγω” και των συνθέτων του. Ο δημιουργός τούτου του βιβλίου με ώθησε να αναθεωρήσω αυτές τις εμμονές (όχι τυχαία, παράγωγο του πρώτου ρήματος), δείχνοντάς μου πως είναι δυνατό να επιμένει και να μένει κάποιος βαθιά μέσα στον πυρήνα της ύπαρξής του φεύγοντας και ξεφεύγοντας. Έχουμε μπροστά μας ένα λαμπρό παράδειγμα συνένωσης των αντιθέτων. 
Μίλησα πιο πριν για αγνότητα και τιμιότητα γραφής. Τούτη δεν συνίσταται μόνο σε ό,τι ήδη περιέγραψα, αλλά και στο ακόλουθο. Ο Γ. Χατζελένης, αποκαλύπτοντας το μέσα του, δε διστάζει στιγμή μέσα στο βιβλίο να εκφράσει κοινωνικές και πολιτικές θέσεις δύσκολες, αντιδημοφιλείς σε πλειοψηφίες, που θα ξεβολέψουν και θα δυσαρεστήσουν κάμποσους. Από την αγανάκτησή του για τις ζοφερές πραγματικότητες που δημιούργησε ανά τους αιώνες η ύπαρξη συνόρων, την αποστασιοποίησή του από τη σύγχρονη εκδοχή του πατριωτισμού και την ευτέλεια του περιεχομένου του, την αντίθεσή του με τους εθνικούς μύθους που συγκροτούν το φαντασιακό κάθε σημερινού “πατριώτη”, την καταγγελία των κοινωνιών της πολιτισμένης ευμάρειας για τη στάση τους απέναντι στους πρόσφυγες, τον ρόλο και τις ανεπάρκειες της Αριστεράς, έως την αιχμηρή κριτική της αστικής ιδεολογίας αλλά και της θρησκείας, που “με το πέρασμα των χρόνων μετατράπηκε διαδοχικά σε Εκκλησία, κοσμική εξουσία και αναπαυτική λατρεία του έτοιμου σχήματος”, ο συγγραφέας δε χαρίζεται σε κανέναν. Στάση που αποκτά μεγαλύτερη δύναμη κι εγκυρότητα από το γεγονός ότι στέκεται απολύτως αυστηρός κι απέναντι στον εαυτό του. Δεν είναι αυτό το βιβλίο λοιπόν πεδίο διπλωματικών ισορροπιών, με την επιδίωξη να φανεί ευχάριστο σε όλους και για όλα. Αντιθέτως, ο δημιουργός του βροντοφωνάζει “Αυτός είμαι, και σ’ όποιον αρέσω!” - προκαλώντας και προσκαλώντας όμως τον κάθε αναγνώστη σε έναν παθιασμένο εσωτερικό διάλογο, που του δίνει το έναυσμα ώστε να συγκρουστεί και με τις δικές του βεβαιότητες, εφόσον το τολμήσει. 
Απολαυστική και συναρπαστική είναι επίσης μέσα στο βιβλίο η περιήγηση του αναγνώστη στα μονοπάτια και τα μυστικά της Ιστορίας. Όπως χαρακτηριστικά δηλώνει, “Μου αρέσει και να μελετώ το παρελθόν των τόπων που επισκέπτομαι με τον ίδιο τρόπο που σέβομαι και αναλύω το δικό μου παρελθόν.” Η δήλωση αυτή - στίγμα ενός ανθρώπου με ξεχωριστό πάθος για αξίες όπως η Ιστορία, ο Πολιτισμός και η Τέχνη - όχι απλά επιβεβαιώνεται όσο προχωράμε την ανάγνωση, αλλά είναι στην πραγματικότητα κι εξαιρετικά μετριοπαθής: ένας γοητευτικός πλούτος πληροφοριών για το παρελθόν και την ταυτότητα κάθε μέρους, άγνωστος εν πολλοίς ακόμα και σε ανθρώπους με ιδιαίτερη μόρφωση, έρχεται να μας ανοίξει δρόμους ουσιαστικής γνώσης και προβληματισμού για τα βασανισμένα και διαχρονικά αιματοβαμμένα Βαλκάνια. Πλούτος εγκιβωτισμένος μέσα σε εμβόλιμες αφηγήσεις που διακόπτουν την κόπωση μιας συνεχούς αφήγησης γύρω από τις λεπτομέρειες του ταξιδιού, ανανεώνοντας τα ερεθίσματα και το ενδιαφέρον του αναγνώστη και υποκινώντας μια πιο ουσιαστική γνωριμία του με τόπους σημαδεμένους ανεξίτηλα από τους πολέμους και τους εθνικισμούς. 
Στον πλούτο αυτό συμβάλλει τέλος και η παρουσία εντός του βιβλίου ανθρώπων όμορφων και αληθινών, άσημων αλλά γι’ αυτό και πιο σημαντικών, των οποίων οι αφηγήσεις καθηλώνουν και συνταράσσουν μέσα από την απλότητά τους – όπως της Αλβανίδας στην καταγωγή φίλης του που συμπυκνώνει την τραυματική ιστορία της στη φράση: “Στην Ελλάδα με φωνάζουν Αλβανίδα και στην Αλβανία με θεωρούν Ελληνίδα”. Ή του τελευταίου Σέρβου στρατιώτη που υπηρέτησε στην Ελλάδα, φύλακα του συμμαχικού νεκροταφείου του Α Παγκοσμίου Πολέμου στη Θεσσαλονίκη, που έμεινε εκεί όλη του τη ζωή, λέγοντας: “ Έχω χρέος να κρατήσω αυτήν τη μνήμη ζωντανή, για να βροντοφωνάζω στους μεγάλους πως ο πόλεμος είναι μεγάλη καταστροφή και αυτό που αφήνει πίσω του είναι όλοι αυτοί εδώ οι τάφοι. Πάνω στην αδιαφορία και στην άγνοια πατάει ο φασισμός.” 
Μην ξεχαστούμε όμως...Αν όλα τα παραπάνω που σκόπιμα τονίστηκαν προκρίνουν στον ακροατή προς στιγμήν την αίσθηση ενός βιβλίου όπου κυριαρχούν μονοσήμαντα το βάρος και η σκοτεινιά, ας μην πλανηθεί! Ο συγγραφέας ξέρει να χαίρεται και ν’ απολαμβάνει τη ζωή, και μας το δείχνει με το παραπάνω! Πέρα από την αντικειμενική γοητεία του Άγνωστου που οριοθετούν οι εναλλασσόμενοι προορισμοί, υπάρχουν στιγμές εξύμνησης της ομορφιάς που ωθούν τον αναγνώστη να ξαναγίνει για λίγο παιδί μαζί με τον δημιουργό του – όπως όταν αφηγείται τη λατρεία του για τη θάλασσα, την παθολογική αγάπη του για τη βροχή (“η νοσταλγία που με κυριεύει κουβαλάει λίγο από το άρωμα βρεγμένου χώματος”) αλλά και για τα σύννεφα , που “έχουν μοναδικό σχήμα σε κάθε τόπο”και “είναι τόσο όμορφα γιατί δε μπορεί να τ’ αγγίξει ανθρώπου χέρι”, σύμφωνα με την αφοπλιστική τοποθέτηση της προγιαγιάς του. Όλα τα χρώματα και τ’ αρώματα της ζωής παρελαύνουν μπροστά μας. Κι όσο ξέρει να μας προβληματίζει και να μας πηγαίνει σε βάθη ζόρικα, άλλο τόσο είναι ικανός ο συγγραφέας να μας εξωτερικεύει την πιο αθώα, ανέμελη, ρομαντική και παραμελημένη στην καθημερινότητα πλευρά μας . 
Και με την τελευταία αυτή παρατήρηση φτάνω στο κλείσιμο, ξαναπιάνοντας το νήμα από την γοητεία της περιπλάνησης του Μπωντλαίρ. Στην αρχαία ελληνική γλώσσα ο περιπλανώμενος ισοδυναμεί με τη λέξη “αλήτης” (από το ρήμα “αλάομαι/αλωμαι”). Υπ’ αυτήν την έννοια, ο Οδυσσέας – μορφή τόσο χιλιοτραγουδισμένη και πηγή έμπνευσης ανά τους αιώνες – υπήρξε το αρχέτυπο του “αλήτη” στην παγκόσμια λογοτεχνία. Η μετατροπή της έννοιας περίπου σε βρισιά στους χαλεπούς καιρούς μας δε δηλώνει τίποτε άλλο παρά τη βαθιά αξιακή παρακμή των κοινωνιών μας. Όταν η κυρίαρχη κοινωνική επιταγή σε κάθε νέο άνθρωπο είναι “να παρκάρει, να βολευτεί, να τακτοποιηθεί, να νοικοκυρευτεί, να αράξει”, συμφιλιωμένος με την αδράνεια, το τέρμα της ανησυχίας και της αναζήτησης, έρχεται ο Γιώργος Χατζελένης να μας θυμίσει τη θαμμένη ομορφιά του κατασυκοφαντημένου όρου της αλητείας, αποδεχόμενος το βάρος του και μετατρέποντάς τον ξανά σε αυτό που πάντα ήταν και θα έπρεπε να είναι για όλους μας– ένα μυστικό δώρο, ένα κλειδί για την ουσιαστική ζωή, που συνδέεται πάντα με τη συνεχή μετακίνηση - είτε έξω μας είτε μέσα μας, είτε σε συνδυασμό. Όσοι κι όσες συγκινείστε ακόμα από αυτήν την οπτική για τον κόσμο και τα πράγματα, όσοι κι όσες νιώθετε να ευνουχίζεστε από τους συνθλιπτικούς μηχανισμούς μιας κοινωνίας που μας διαλαλεί με κάθε τρόπο “Κάτσε στ’ αυγά σου!”, εισπνεύστε τον φρέσκο αέρα που αναδύεται από τούτες τις σελίδες και ακολουθήστε το θρόισμά του. Αλητέψτε μαζί του...

Πηγή: fractal