Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2023

Οι καλύτερες ταινίες του 2022




Η χρονιά που μας πέρασε ήταν η φτωχότερη κινηματογραφικά των τελευταίων δεκαετιών. Σίγουρα η πανδημία έπαιξε σημαντικό ρόλο στον περιορισμένο αριθμό ταινιών που βγήκαν στις κινηματογραφικές αίθουσες αλλά κι η ποιότητα ήταν αρκετά υποβαθμισμένη. Με μεγάλη δυσκολία κατάφερα να συγκεντρώσω τις δέκα καλύτερες ταινίες της χρονιάς, αν και πιστεύω πως υπό άλλες συνθήκες, αρκετές από τις παρακάτω ταινίες θα περνούσαν απαρατήρητες από μένα. 
Επίσης, έχει γίνει πλέον συνήθεια ταινίες που εκθειάζονται από κριτικούς κινηματογράφου και κοινό, να μου φαίνονται παντελώς αδιάφορες. Έτσι και φέτος, δεν μαγεύτηκα από ταινίες με διθυραμβικά σχόλια όπως το "Drive My Car", "Βαγόνι Αριθμός 6", "The Fabelmans", "Aftersun", "Απόφαση Φυγής" και το αλλοπρόσαλλο "Everything Everywhere All at Once". 
Από την άλλη όμως, μπορώ να παραδεχτώ πως απόλαυσα κάποια από τα blockbuster της χρονιάς, τα οποία ήταν αξιοπρεπέστατα για το είδος τους. Κάποια απ' αυτά ήταν το "Top Gun:Maverick" του Τζόζεφ Κοσίνσκι, το πολυαναμενόμενο "Avatar: The Way of Water" του Τζέιμς Κάμερον και το αδίκως υποτιμημένο "The Northman" του Ρόμπερτ Έγκερς. 
Ακολουθούν οι δέκα καλύτερες ταινίες της χρονιάς που μας έφυγε (για περισσότερη κριτική, πατήστε πάνω στους τίτλους των ταινιών).


10.Πινόκιο του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο




Ο "Πινόκιο του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο" αφηγείται το γνωστό κι αγαπημένο παραμύθι με διαφορετικό κι αρκετά ενήλικο τρόπο. Ο Μεξικανός σκηνοθέτης ξεκινάει την ιστορία με την απώλεια του Κάρλο, του δεκάχρονου γιου του γέρο-Τζεπέτο, από μια βόμβα που έπεσε μέσα σε μια εκκλησία, την ώρα που και οι δυο τους εργάζονταν πάνω στην εγκατάσταση ενός μεγάλου ξύλινου σταυρού. Χρόνια αργότερα ο Τζεπέτο, πνιγμένος στο αλκοόλ και τον πόνο, θα κόψει το δέντρο που σκεπάζει τον τάφο του γιου του και θα σμιλεύσει με το ξύλο του μια πρόχειρη ξύλινη μαριονέτα, η οποία θα ζωντανέψει από τα πνεύματα του δάσους. Ο συγκεκριμένος Πινόκιο δεν είναι όπως τον έχουμε συνηθίσει στα προηγούμενα έργα που αναφέρονται σ' αυτόν. Η άχαρη κι ημιτελής μορφή του συμβαδίζει με την άναρχη κι ανυπάκουη προσωπικότητά του. Το συγκινητικό όμως στοιχεία της μορφής του είναι μια τρύπα που βρίσκεται στο σημείο της καρδιάς, μέσα στην οποία κατοικεί ένας γρύλος. 

Βαθμολογία: 7/10


9. Blonde




Η "Blonde" είναι με απόλυτη σιγουριά, η ταινία που δίχασε τους πάντες και δυστυχώς λοιδορήθηκε αδίκως από αρκετούς κριτικούς κινηματογράφου και κινηματογραφόφιλους. Όμως η "Blonde" δεν είναι μια βιογραφική ταινία για τη ζωή της Μέριλιν Μονρόε, αλλά μια πειραματική σκηνοθετικά και ψυχεδελικά αφηγηματική προσέγγιση της ζωής της από τον σκηνοθέτη Άντριου Ντόμινικ. Ο σκηνοθέτης ξεκινάει από τα παιδικά χρόνια της ηθοποιού, η οποία άλλαξε όνομα και προσωπικότητα, θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο να υποστηρίξει την ερωτική περσόνα της Μέριλιν Μονρόε. Όμως, η ανέλιξή της στον ανελέητα βίαιο κόσμο του κινηματογράφου είχε πολλές θυσίες και πάρθηκαν αρκετές αυτοκαταστροφικές αποφάσεις. Κατά τη διάρκεια της κινηματογραφικής της πορείας δεν άντεξε τις απαιτήσεις και τις σεξουαλικές ορμές των γύρω της και φυσικά δεν είχε το ψυχικό σθένος για να αντισταθεί σ' αυτές, κάτι που την οδήγησε σε έναν πρόωρο θάνατο. Η ταινία έχει πολλά θετικά στοιχεία. Έχει ρυθμό παρά τη μεγάλη της διάρκεια κι έξυπνη εναλλαγή από τα έγχρωμα πλάνα στα ασπρόμαυρα. Επίσης σημαντικό ρόλο παίζει η μελαγχολική μουσική των Νικ Κέιβ και Γουόρεν Έλλις. Μα το σημαντικότερο στοιχείο της ταινίας είναι η εντυπωσιακή ερμηνεία της γοητευτικής Άνα ντε Άρμας, η οποία με εξέπληξε απίστευτα. 

Βαθμολογία: 7/10


8. Δεν Υπάρχει Κακό




Το σπονδυλωτό έργο του Μοχάμαντ Ρασούλοφ "There is no Evil" αποτελείται από τις  ιστορίες τεσσάρων ηρώων, των οποίων οι ζωές ενώνονται στο επίμαχο θέμα της θανατικής ποινής που εξακολουθεί να υφίσταται στο Ιράν. Στις ιστορίες της ταινίας παρουσιάζονται κι οι δυο πλευρές. Τόσο αυτοί που καταδικάζονται σε θάνατο είτε ως δολοφόνοι, βιαστές ή "εχθροί" του κράτους, όσο κι αυτοί που πατούν το κουμπί της εκτέλεσης κι έπειτα επιστρέφουν ατάραχοι στην καθημερινότητά τους. Η ταινία ξεχώρισε από τις εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών κι από το καλογραμμένο σενάριο. Όμως αυτό που εντυπωσιάζει περισσότερο είναι οι άψογες λήψεις και τα ισορροπημένα πλάνα του σκηνοθέτη παρά τις αντίξοες συνθήκες στις οποίες αναγκάστηκε να γυρίσει την ταινία, καθώς είναι κυνηγημένος από το καθεστώς του Ιράν. Θεωρώ πως επάξια κέρδισε τη Χρυσή Άρκτο στο φεστιβάλ του Βερολίνου.

Βαθμολογία: 7/10






Η τελευταία ταινία του Ασγκάρ Φαραντί 'Ένας Ήρωας" είναι μια καλογραμμένη ιστορία που έφτασε να διεκδικήσει τον φετινό Χρυσό Φοίνικα, φεύγοντας τελικά από τις Κάννες με το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής (από κοινού με την ταινία "Βαγόνι Αριθμός 6" του Γιούχο Κουοσμάνεν). Ωστόσο δεν κατάφερε να φτάσει στα επίπεδα των παλιών εξαιρετικών έργων του που τον ανέδειξαν στο παγκόσμιο κινηματογραφικό στερέωμα όπως το "Ένας Χωρισμός" κι "Ο Εμποράκος". Όμως υπάρχει ένα αγκάθι στη συγκεκριμένη ταινία που έχει μετατρέψει τον ίδιο τον Ασγκάρ Φαραντί σε έναν από τους αντιήρωες της φιλμογραφίας του, καθώς μια πρώην συνεργάτιδα και μαθήτριά του, τον μήνυσε για λογοκλοπή της πλοκής για την συγκεκριμένη ταινία. Μάλιστα η ίδια δήλωσε πως η πλοκή βασίστηκε σε ένα αληθινό περιστατικό, όχι ευρέως γνωστό, που ήταν γνώριμο στον σκηνοθέτη. Η ίδια το απέδειξε στο δικαστήριο κι η υπόθεση μέχρι σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη, με την πρώτη απόφαση να μην δικαιώνει τον Ιρανό σκηνοθέτη. Οπότε σύντομα θα μάθουμε αν το "Το Ξέρουν Όλοι" ήταν η αρχή ενός δημιουργικού κατήφορου και το "Ένας Ήρωας" η χαριστική βολή ενός αγαπημένου σκηνοθέτη. 

Βαθμολογία: 7/10






Παρόλο που το "Holy Spider" αναφέρεται σε έναν κατά συρροή δολοφόνο που έδρασε στην ιερή πόλη Μασχάντ το 2001, αποκτά ιδιαίτερα επίκαιρο χαρακτήρα με τα συνταρακτικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο Ιράν το περασμένο φθινόπωρο. Παράλληλα, η ταινία εστιάζει στη θέση της γυναίκας στην ιρανική κοινωνία κι αποκτά έναν καταγγελτικό ρόλο για τη στάση της αστυνομίας και της θρησκευτικής ηγεσίας απέναντι στο γυναικείο πληθυσμό και τα δικαιώματα του. Παρουσιάζοντας η ταινία την προσωπικότητα και τη δράση του δολοφόνου, αφήνει με εύστοχο τρόπο την υπόνοια, πως δεν είναι εκείνος ο θανάσιμος κίνδυνος των γυναικών της πόλης κι όλης της χώρας, αλλά η ίδια η κοινωνία που διαρκώς τις θυματοποιεί συστηματικά και ενθαρρύνει, άλλοτε βουβά κι ανεχτικά κι άλλοτε με ανατριχιαστικές κραυγές, τις πράξεις βιαιότητας που ασκούνται πάνω τους. Παράλληλα, μέσα από την ταινία του, ο σκηνοθέτης Αλί Αμπάσι, δίνει έμφαση στην καθημερινή προσπάθεια κάποιων συμπολιτών του που επιθυμούν να ξεφύγουν από τις αναχρονιστικές παραδόσεις και τα σκοταδιστικά ήθη των θρησκευτικών καθεστώτων, κερδίζοντας με την ταινία αυτή το βραβείο Σκηνοθεσίας στο φετινό Fantastic Fest. Στην προσπάθειά του αυτή, σημαντικό ρόλο έπαιξε κι η ηθοποιός Ζαρ Αμίρ-Εμπραχίμι, η οποία ερμήνευσε εκπληκτικά την μάχιμη δημοσιογράφο. Θεωρώ δίκαιη την βράβευσή της ως Καλύτερης Ηθοποιού στο Φεστιβάλ Καννών 2022. Το "Holy Spider" είναι ένα καλοδουλεμένο κι επίκαιρο θρίλερ, το οποίο σίγουρα θα ενοχλήσει, θα συζητηθεί κι είμαι βέβαιος πως θα διακριθεί και σε άλλα κινηματογραφικά φεστιβάλ (η ταινία θα εκπροσωπήσει την Δανία στα φετινά Oscar). 

Βαθμολογία: 7/10






Ο "Χειρότερος 'Άνθρωπος στον Κόσμο" είναι ένα απρόσμενο κινηματογραφικό διαμάντι. Ένας διακριτικός ύμνος για τους ανθρώπους που επιθυμούν να ζήσουν αληθινά και να κυνηγήσουν με κάθε τίμημα τα όνειρά τους. Στους ανθρώπους που αποφεύγουν την καταπίεση του "εγώ" τους για να ικανοποιήσουν τα θέλω των άλλων. Σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που δεν φοβούνται να χαρακτηριστούν από τους γύρω τους ως οι χειρότεροι του κόσμου επειδή θέλουν απλώς να είναι ο εαυτός τους. Σκοπός της ταινίας είναι να μπουν οι θεατές στο σημερινό πολύπλοκο κόσμο των γυναικών. Κατά κάποιον τρόπο απαντά στον προβληματισμό της Γιούλια, η οποία σε μια σύναξη φίλων δηλώνει πως υπάρχουν ένα σωρό ταινίες που επικεντρώνονται σε ανδρικά θέματα όπως η στυτική δυσλειτουργία, η πρόωρη εκσπερμάτιση, η ανδρική πολυγαμία κ.τ.λ. αλλά ούτε μια για τον γυναικείο οργασμό, την περίοδο κ.α. Πατώντας πάνω σ' αυτόν τον προβληματισμό, ο Τρίερ καταπιάνεται στην προσπάθεια μιας γυναίκας να γίνει ευτυχισμένη στη σημερινή εποχή όπου κυριαρχεί το άγχος κι η ανασφάλεια. Από την μια η ταινία προωθεί μια φεμινιστική τάση προσπαθώντας να εισχωρήσει στο γυναικείο κόσμο αλλά από την άλλη δείχνει και την αυτοκαταστροφική τάση των γυναικών που τις περισσότερες φορές δεν ξέρουν τι ακριβώς θέλουν για να νιώσουν ικανοποιημένες κι ευτυχισμένες. Αυτό το μπέρδεμα το παρουσιάζει με έναν ευχάριστο και πειραχτικό τρόπο αλλά παράλληλα κατακρίνει τον "επικίνδυνο" περιορισμό ελευθερίας που προκαλεί η επιβολή της σύγχρονης πολιτικής ορθότητας. Τη στάση του αυτή την εκφράζει μέσα από τις θεωρίες του αντικομφορμιστή σκιτσογράφου Ακσελ, ο οποίος γίνεται δυσάρεστος σε μια συνέντευξή του σε μια φεμινιστική εκπομπή. Κεντρικό πρόσωπο των αντιφάσεων που παρουσιάζει η ταινία είναι η άκρως συμπαθητική Ρενάτε Ράινσβε, η οποία ερμηνεύει με απίστευτη ειλικρίνεια την προσπάθεια της κάθε γυναίκας που αποφεύγει να παραμείνει απλώς θεατής στη ζωή της αλλά και του προσώπου που δε πρόκειται να βάλει τα δικά του θέλω στην άκρη για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες των άλλων. Κατά κάποιον τρόπο αναιρεί έναν-έναν τους κανόνες που μέχρι σήμερα όριζαν τη ζωή των γυναικών μες στην κοινωνία και την οικογένεια. Αποκορύφωση της απελευθέρωσης της πρωταγωνίστριας (και της κάθε γυναίκας γενικά) είναι η απόφαση της να μην παραστεί στις τελευταίες στιγμές ενός αγαπημένου της προσώπου αλλά να τον θρηνήσει μοναχικά. Απολαμβάνοντας την ερμηνεία της Ρενάτε Ράινσβε, θεωρώ πως κέρδισε άξια το Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας στο Φεστιβάλ των Καννών. Όπως επίσης δε θεωρώ τυχαίο που η ταινία του Τρίερ διεκδίκησε τα Όσκαρ Σεναρίου και Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας. 

Βαθμολογία: 8/10


4. Ουδέν Νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο




Άλλη μια κινηματογραφική απόδοση του αγαπημένου αντιπολεμικού μυθιστορήματος του Έριχ Μαρία Ρεμάρκ. Παρόλο που για μένα η καλύτερη μεταφορά του βιβλίου στη μεγάλη οθόνη συνέβη το 1930, σε σκηνοθεσία του  Λούις Μάιλστοουν, δε μπορώ να κρύψω πως με εντυπωσίασε κι η προσπάθεια του σκηνοθέτη Έντουαρντ Μπέργκερ. Πέρα από υπερπαραγωγή, ο σκηνοθέτης κατάφερε να αποδώσει πιστά την ιστορία του βιβλίου, κάτι το οποίο θεωρώ πως το πέτυχε άψογα.  

Βαθμολογία: 8/10






Πάνε σχεδόν δέκα χρόνια από εκείνη τη βραδιά που είχα εξέλθει μουδιασμένος από τη σκοτεινή αίθουσα έχοντας παρακολουθήσει ένα απρόσμενο αριστούργημα, το οποίο εξακολουθεί να με στοιχειώνει μέχρι σήμερα. Αναφέρομαι στο "Shame", το συνταρακτικό κινηματογραφικό διαμάντι του Στιβ Μακουίν, στο οποίο ο δημιουργός καταφέρνει να εισχωρήσει τόσο στη σιωπηλή μοναξιά που επιφέρουν οι ανεξέλεγκτοι ρυθμοί της σύγχρονης ζωής όσο και στην αναπόφευκτη διέξοδο του πρωταγωνιστή σε κάθε μορφή αχαλίνωτου σεξ. Δέκα χρόνια μετά την κυκλοφορία της συγκεκριμένης ταινίας, έρχεται ο Γάλλος σκηνοθέτης Ζακ Οντιάρ να καταπιάνεται με το ίδιο ακριβώς θέμα παρουσιάζοντάς το σε μια νέα μορφή, καθώς οι γρήγορες εξελίξεις μεταβάλλουν συνεχώς τις ανάγκες των ανθρώπων και την εικόνα της εκάστοτε κοινωνίας. Μετά το πέρας της προβολής, θεωρώ πως κι εκείνος κατάφερε με τη σειρά του να μας προσφέρει ένα αξιόλογο και μοναδικό στο είδος του έργο.Ένα άλλο στοιχείο που λάτρεψα στη συγκεκριμένη ταινία είναι η επιλογή του σκηνοθέτη να μιλήσει για τον έρωτα επιλέγοντας την πιο ερωτική πόλη της Ευρώπης, το Παρίσι. Όμως η ιστορία του δε διαδραματίζεται στις όμορφες γειτονιές της Μονμάρτρης και της πλατείας των Βοργίων, αλλά στα γκρίζα συγκροτήματα των εργατικών κατοικιών, προσθέτοντας μ' αυτόν τον τρόπο μια κυνική χροιά στις εξιστορήσεις του. Χρησιμοποιώντας όμως αυτό το ουδέτερο τοπίο, το οποίο απογειώνεται μέσα από την εξαιρετική φωτογραφική ματιά του Πολ Γκιλόμ, ο δημιουργός δίνει άπλετο χώρο στον σύγχρονο ερωτικό κόσμο των νέων, χωρίς να γίνεται επικριτικός τόσο για τους τρόπους επιλογής ερωτικών συντρόφων όσο και της συχνής εναλλαγής προσώπων. Αντιθέτως προσπαθεί μέσα από τους πρωταγωνιστές να αναζητήσει τα αίτια της νέας ξέφρενης ερωτικής επανάστασης. Από την μια απενεχοποιεί την σεξουαλική απελευθέρωση κι από την άλλη αναδεικνύει την ανάγκη των ανθρώπων για επικοινωνία, κατακρίνοντας παράλληλα τα εμπόδια που κρατούν τους ανθρώπους κλειδωμένους στους εαυτούς τους, τα οποία για εκείνον είναι ο εγωισμός κι ο ναρκισσισμός που επιφέρουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όλη αυτή η περιδίνηση ανάμεσα σε πρόσωπα και καταστάσεις, οδηγούν στο εξής συμπέρασμα: ο καθένας μπορεί να απελευθερωθεί από τα συμπλέγματά του και να ερωτευτεί άλλους ανθρώπους μόνο όταν καταφέρει να αγαπήσει πρώτα τον εαυτό του. Θεωρώ πως το "Παρίσι, 13ο Διαμέρισμα" είναι μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς. Ίσως κι η καλύτερη μέχρι στιγμής. Σε κάθε πλάνο της ξεχειλίζει ο ερωτισμός ενώ το ασπρόμαυρο προσθέτει μια μυσταγωγική διαχρονικότητα στα πρόσωπα και στα σώματα των πρωταγωνιστών, κάνοντάς τα ακόμη πιο ελκυστικά. Επίσης οι ηλεκτρονική ήχοι του Rone προσθέτουν έναν έντονο μεθυστικό παλμό στη ροή των ιστοριών. Αυτό όμως που κάνει την ταινία ξεχωριστή, είναι που μιλάει με ειλικρίνεια για την σεξουαλικότητα, την αυτοδιάθεση του κάθε ανθρώπου και την τρέλα της νεότητας. Όσο για το φινάλε, το αφήνει με έξυπνο τρόπο ανοιχτό κι ελεύθερο, όπως οφείλει να είναι κι ο έρωτας σε κάθε μορφή έκφρασής του. 

Βαθμολογία: 8/10






Δεκατέσσερα χρόνια μετά την πετυχημένη "Αποστολή στη Μπριζ" (In Bruges, 2008), ο σκηνοθέτης Μάρτιν ΜακΝτόνα έσμιξε ξανά τους δυο φίλους Κόλιν Φάρελ και Μπρένταν Γκλίσον, σε ένα απομακρυσμένο και σχεδόν ξεχασμένο τοπίο της Ιρλανδίας, προσφέροντας για μια ακόμη φορά μια απολαυστική και πανέξυπνη μαύρη κωμωδία, όπου μέσα από τους πιο απλούς διαλόγους ξεπετάγονται οι πιο δυνατές αλήθειες. Θεωρώ πως "Τα Πνεύματα του Ινισέριν" είναι ένα από τα σπάνια κινηματογραφικά έργα που εστιάζουν με ευαισθησία κι ειλικρίνεια στα ανθρώπινα υπαρξιακά αδιέξοδα και καταφέρνουν εύκολα να μετατρέψουν το πικρό γέλιο σε αγνό κλάμα. Στην ταινία ξεχωρίζει η πετυχημένη χημεία των ηθοποιών Κόλιν Φάρελ και Μπρένταν Γκλίσον, οι οποίοι μετά το "Αποστολή στη Μπριζ", προσφέρουν μια ακόμη απολαυστική δίδυμη ερμηνεία, όπου καταφέρνουν να παραμείνουν αξιαγάπητοι, αστείοι αλλά συνάμα και τραγικοί τόσο με τις επιλογές όσο και με τις συμπεριφορές τους. Εξαιρετικοί όμως στους ρόλους τους είναι κι η Κέρι Κόντον κι ο Μπάρρυ Κιόγκαν. Πέρα από τις εκπληκτικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών που συμμετέχουν στην ταινία και τους απολαυστικούς διαλόγους που προσέφερε το έξυπνο σενάριο που έγραψε ο σκηνοθέτης Μάρτιν ΜακΝτόνα, με μάγεψε τρομερά κι η εκπληκτική φωτογραφία του Ben Davis, ο οποίος καταφέρνει να παρουσιάσει την γοητεία της ιρλανδέζικης υπαίθρου, ντύνοντάς την με μια λυρική κι απόκοσμη ατμόσφαιρα, δίνοντας την αίσθηση πως οι ηθοποιοί περιφέρονται, συζητούν και μελαγχολούν σε ένα τοπίο ονειρικό. Η καλλιτεχνική αξία του «The Banshees of Inisherin» αναγνωρίστηκε στις διακρίσεις, στις υποψηφιότητες και τα βραβεία που απέσπασε στα διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ. Στο Φεστιβάλ Βενετίας ήταν υποψήφιο για τον Χρυσό Λέοντα Καλύτερης Ταινίας ενώ κέρδισε το βραβείο Καλύτερου Σεναρίου και το βραβείο Ερμηνείας για τον Κόλιν Φάρελ. Στις Χρυσές Σφαίρες έσπασε το ρεκόρ εικοσαετίας με τις οκτώ υποψηφιότητές του από τις οποίες κέρδισε τελικά το Βραβείο Καλύτερης Κωμωδίας-Μιούζικαλ, Σεναρίου, Ερμηνείας για τον Κόλιν Φάρελ. Το «The Banshees Of Inisherin» είναι ένας ύμνος για τις διαφορετικές αντιλήψεις που έχει κανείς απέναντι στη ζωή και στο νόημα της ύπαρξής του, την αξία που δίνει στην κάθε στιγμή αλλά την αντίληψη της φευγαλέας αιωνιότητας. Επίσης είναι μια λυρική προσέγγιση στη φθαρτότητα της αγάπης αλλά και στα αδιέξοδα που μπορούν να οδηγήσουν τον καθέναν η περηφάνεια κι οι προκαταλήψεις. Τέλος, είναι μια ωδή στην αγάπη που έχει ο καθένας για τον τόπο του και τους δεσμούς που τον κρατούν καθηλωμένο στα μέρη που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Και φυσικά, είναι μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς που πέρασε. 

Βαθμολογία: 8/10






Κάθε χρόνο ενθουσιάζομαι με την ποικιλία των animation που προβάλλονται στις σκοτεινές αίθουσες, για τα οποία έχω παρατηρήσει πως σπανίως απογοητεύομαι τόσο με τις δικές μου επιλογές όσο και με τις προτάσεις των φίλων μου, μ' αποτέλεσμα κάθε χρόνο να υπάρχει τουλάχιστον ένα animation στην ετήσια λίστα των δέκα αγαπημένων μου ταινιών. Μάλιστα σε δυο διαδοχικές χρονιές, το 2007 και 2008, την πρώτη θέση την κατέλαβαν δυο αξεπέραστα αριστουργηματικά animation, το συγκινητικό "Persepolis" της Μαρζάν Σατραπί και το συνταρακτικό "Βαλς με τον Μπασίρ" του Άρι Φολμαν. Πολύ πιθανόν στην κορυφή και της φετινής ετήσιας κινηματογραφικής μου δεκάδας να φιγουράρει ένα ακόμη συγκλονιστικό αυτοβιογραφικό αριστούργημα, το "Flee" (ή Flugt στα δανέζικα) του Δανού σκηνοθέτη Τζόνας Πόερ Ράσμουσεν (Jonas Poher Rasmussen). Το "Flee" είναι ένα ιδιαίτερο animation καθώς αποτελείται από μια ποικιλία σχεδίων τα οποία δένουν απόλυτα με βίντεο ντοκουμέντα, ντύνοντας μ' αυτόν τον τρόπο τις εξιστορήσεις του Αμίν Ναγουαμπί, ενός Αφγανού πρόσφυγα που είναι φίλος του σκηνοθέτη. Ο Αμίν αναγκάστηκε από παιδί να διαφύγει μαζί με την οικογένειά του από το Αφγανιστάν λίγο πριν την επικράτηση των Ταλιμπάν στα τέλη της δεκαετίας του '80, έγινε μάρτυρας των πρώτων ημερών της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης ζώντας μια απάνθρωπα αγχώδη παραμονή στην παρηκμασμένη Μόσχα και στάθηκε "τυχερός" μετά από μια εφιαλτική απόπειρα να περάσει μέσω θαλάσσης στην Δύση. Τελικά καταφέρνει να βρεθεί μόνος του στην Δανία. Μέσα σε ένα τραίνο γνώρισε τον Δανό σκηνοθέτη. Η σπουδαιότητα της συγκεκριμένης ταινίας φάνηκε τόσο στις βραβεύσεις που έλαβε όσο και στις υποψηφιότητες βραβείων. Είναι αξιοσημείωτο πως για πρώτη φορά στην ιστορία των Oscars μια ταινία ήταν υποψήφια στις κατηγορίες Καλύτερης Ταινίας Κινουμένων Σχεδίων, Καλύτερου Ντοκιμαντέρ και Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Επίσης ήταν υποψήφια στα βραβεία BAFTA και στις Χρυσές Σφαίρες στην κατηγορία της Καλύτερης Ταινίας Κινούμενων Σχεδίων. Το "Flee" είναι ένα αριστούργημα που συνταράσσει συθέμελα τον θεατή χωρίς να επιστρατεύει επίπλαστους συναισθηματισμούς, παρά ακολουθεί τη χαμηλόφωνα ειπωμένη μα ασιγαστα ηχηρή ιστορία του Αμιν, αλλά κι όλων των ανθρώπων σαν αυτόν που εξαναγκάζονται στη φυγή κατατρεγμένοι από πολέμους και πάσης φύσεως δυσχέρειες. Εκείνων που επειτα εγκλωβίζονται όχι μόνο ανάμεσα σε αποπνικτικές καρότσες φορτηγών και σε ετοιμόρροπα αμπάρια πλοίων στο έλεος της θάλασσας, αλλά κυρίως στα ορθωμενα κύματα της αδιαφορίας και της εκμετάλλευσης των ανθρώπων. Αυτό το κινηματογραφικό διαμαντάκι λοιπόν υπάρχει όπως έλεγε κι ο σπουδαίος ανθρωπιστής φωτογράφος Γιάννης Μπεχράκης "για να μην μπορεί να πει κανείς πως δεν ήξερε". 

Βαθμολογία: 9/10

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2023

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Museum Hours (2012)

 



Κατά τη διάρκεια των ερευνών που πραγματοποίησα για τη διεκπεραίωση της διπλωματικής μου εργασίας, αναζήτησα αρκετές ταινίες που έχουν γυριστεί σε μουσειακούς χώρους. Ανατρέχοντας πίσω στον χρόνο, διαπίστωσα πως η λίστα ήταν απρόσμενα μεγάλη, με αρκετές απ' αυτές τις ταινίες να έχουν κερδίσει κάμποσες διακρίσεις ή να έχουν κάνει εισπρακτικές επιτυχίες. Απ' όσες ταινίες έχω δει, οι οποίες είναι γυρισμένες μέσα σε μουσεία, έχω ξεχωρίσει τα δυο αξεπέραστα αριστουργήματα του Αλεξάντερ Σοκούροφ, "Ρωσική Κιβωτός" και "Κιβωτός των Ανθρώπων", μέχρι τη στιγμή που παρακολούθησα το "Museum Hours" (Ωράριο Μουσείου) του Αμερικανοαφγανού σκηνοθέτη Τζεμ Κόχεν.
Η ταινία διαδραματίζεται στη Βιέννη της περασμένης δεκαετίας. Πρωταγωνιστές της ιστορίας είναι ένας φύλακας μουσείου που αγαπάει το επάγγελμά του και σέβεται τους θησαυρούς που προστατεύει και μια αινιγματική Καναδέζα επισκέπτρια που καταφθάνει εκτάκτως στη Βιέννη διότι ένα συγγενικό της πρόσωπο βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση σε κάποιο νοσοκομείο της πόλης. Όμως πρωταγωνιστής της ταινίας είναι το Μουσείο Ιστορίας της Τέχνης της Βιέννης, το "Kunsthistorisches Museum". 
Η ταινία ξεκινάει με την αυτοπαρουσίαση του φύλακα Γιόχαν, τον οποίον υποδύεται με απίστευτη ευαισθησία ο Μπόμπυ Σόμερ (Bobby Sommer). Με μια ανθρώπινη γλυκύτητα περιγράφει τις αρμοδιότητές του μέσα στο μουσείο, τις σχέσεις του με τους συναδέλφους του και στο κατά πόσον έχουν την ενσυναίσθηση για τον χώρο στον οποίον εργάζονται. 
Όπως ο ίδιος δηλώνει αγαπάει αρκετά τη δουλειά του και στις στιγμές ανάπαυλας προτιμάει να περιφέρεται στις εκθεσιακές αίθουσες παρατηρώντας τα έργα τέχνης. Κάθε φορά του κεντρίζει την προσοχή μια διαφορετική λεπτομέρεια, μ' αποτέλεσμα να περνούν εποικοδομητικά κι ευχάριστα οι εργάσιμες ώρες του. Επίσης, μέσα από τις συνθέσεις των πινάκων αναζητεί συνήθειες που εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι σήμερα, όπως για παράδειγμα τα σκουπίδια που αφήνουν οι άνθρωποι στους δρόμους. Παράλληλα, με κομψή διακριτικότητα, παρατηρεί τα βλέμματα των επισκεπτών, προσπαθώντας να αφουγκραστεί τα συναισθήματα που πηγάζουν από μέσα τους παρατηρώντας τους εκθεσιακούς πίνακες, ενώ κάθε τόσο αφουγκράζεται τις ομιλίες των ξεναγών, συλλέγοντας πληροφορίες και γνώσεις για τις κρυφές λεπτομέρειες που κουβαλούν οι θησαυροί του μουσείου. 
Σε μια από τις υπηρεσίες του γνωρίζει μια επισκέπτρια, την οποία υποδύεται η τραγουδοποιός, συνθέτρια κι ηθοποιός Μαίρη Μάργκαρετ Ο'Χάρα. Η Άννι καταφέρνει να του τραβήξει την προσοχή καθώς δείχνει να μην ενδιαφέρεται ιδιαίτερα με τα εκθέματα του μουσείου. Αντιθέτως περιφέρεται χαμένη στους εκθεσιακούς χώρους αναζητώντας βουβά βοήθεια από κάποιον. Ο Γιόχαν την προσεγγίζει για να τη βοηθήσει, ξεκινώντας μ' αυτόν τον τρόπο μια πρόσκαιρη κι ευχάριστη φιλία καθόλη τη διάρκεια της παραμονής της στη Βιέννη. 




Μέσα απ' αυτήν  την όμορφη παρέα αρχίζουν τρεις ξεχωριστές ξεναγήσεις. Η μια αφορά το μουσείο, η δεύτερη την πόλη της Βιέννης κι η τρίτη τις ψυχές των δυο προσώπων που συνδιαλέγονται. Ο δημιουργός καταφέρνει με εύστοχο τρόπο να μπλέξει τις τρεις αυτές ξεναγήσεις σε μια, μ' αποτέλεσμα το μουσείο, η πόλη κι οι ζωές των ανθρώπων να γίνουν ένα συμπαγές σύνολο. 
Στο θέμα του μουσείου, ο δημιουργός μέσα από τις εξομολογήσεις και τις εξιστορήσεις του Γιόχαν, περνάει αρκετές αλήθειες και προβληματισμούς. Ο φύλακας αναφέρεται στην αδιαφορία της νέας γενιάς απέναντι στους θησαυρούς που φυλάγονται εντός του μουσείου. Όμως δεν τους κατηγορεί καθώς θεωρεί πως κι ο ίδιος στην ηλικία τους την ίδια στάση θα κρατούσε. Ωστόσο δεν παραλείπει την αμηχανία που έχουν οι νέοι απέναντι στο γυμνό που αποτυπώνεται σε αρκετούς καμβάδες. Μια αμηχανία που συνήθως εκδηλώνεται με πνιχτά γέλια και σεξιστικά αστεία. Η στάση τους προβληματίζει αρκετά τον Γιόχαν, θεωρώντας πως οι νέοι έχουν πλέον εξοικειωθεί με το γυμνό, καθώς προωθείται ελεύθερα μέσα από το διαδίκτυο. Πατώντας πάνω σ' αυτόν τον προβληματισμό, ο Γιόχαν συσχετίζει το γυμνό των έργων με την εξωστρέφεια των σκέψεων και των συναισθημάτων μιας άλλης εποχής κι αμέσως φαντάζεται τους επισκέπτες να περιφέρονται γυμνοί ανάμεσα στα εκθέματα, δημιουργώντας έναν ειλικρινή, αποκαλυπτικό κι εποικοδομητικό διάλογο παρελθόντος και παρόντος. 
Ένα ενδιαφέρον στοιχείο που παρατήρησα παρακολουθώντας την ταινία, είναι η παρουσίαση μιας άποψης που ακούγεται σχετικά με την ιστορία και το ρόλο των μουσείων, η οποία τεκμηριώνεται στη συζήτηση που είχε κάποτε ο Γιόχαν με έναν αναρχικό φύλακα του μουσείου. Ο νεαρός αναρχικός είχε δηλώσει πως βλέπει με αποστροφή τόσο τη λειτουργία των μουσείων όσο και των εκθεμάτων του, δηλώνοντας πως όλα αυτά ήταν στοιχεία εκμετάλλευσης φτωχών καλλιτεχνών κι ανάδειξης του πλούτου των αριστοκρατών. Για εκείνον, οι περισσότεροι ζωγράφοι πέθαναν φτωχοί ενώ τα έργα τους πουλήθηκαν με μυθικές τιμές, κάνοντάς τον να θεωρεί πως οι συλλογές των μουσείων δεν είναι κάτι παραπάνω από την παρουσίαση του πλούτου των άλλοτε αριστοκρατών. Οπότε για 'κείνον, το μόνο με το οποίο μπορεί ένα μουσείο να εξιλεωθεί, είναι να έχει δωρεάν είσοδο για το κοινό του. Στις απόψεις του αυτές, ο Γιόχαν του είχε ανταπαντήσει αναφέροντας τη Γαλλική Επανάσταση και τη δημιουργία του Λούβρου σε μουσείο, προσφέροντας για πρώτη φορά τη δυνατότητα στους απλούς πολίτες να απολαύσουν τους καλλιτεχνικούς θησαυρούς των πλουσίων, ενώ για τη δωρεάν πρόσβαση των μουσειακών εκθέσεων του έφερε ως παράδειγμα τα εισιτήρια στον κινηματογράφο, θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο να του επισημάνει πως κάθε έργο και κάθε υπηρεσία που προσφέρονται σε κοινό, έχουν κι ένα τίμημα.




Ωστόσο, η ταινία βγαίνει κι εκτός μουσείου. Ο Γιόχαν γίνεται ξεναγός παρουσιάζοντας στην Καναδέζα φίλη του τη Βιέννη. Όπως ο ίδιος δηλώνει, απολαμβάνει τις βόλτες αυτές καθώς του δίνεται η ευκαιρία να δει την πόλη που κατοικεί μέσα από τα μάτια ενός επισκέπτη. Μέσα από τις βόλτες τους μαθαίνουμε για την ιστορία της πόλης, για τα έθιμά της, τα σύμβολα που βρίσκονται σε κάθε της γωνιά όπως τα ερυθρόλευκα δόρατα έξω από τα καταστήματα, τα οποία συσχετίζονται με την πολιορκία της Βιέννης από τους Τούρκους ή την εφημερίδα που πουλάνε οι άστεγοι στο δρόμο, ο τίτλος της οποίας συσχετίζεται με έναν άγιο της πόλης. 
Παράλληλα, μέσα από τις συζητήσεις τους γίνεται αναφορά στην πολιτική κατάσταση της χώρας, θέλοντας ο δημιουργός μ' αυτόν τον τρόπο να περάσει τις ανησυχίες του για τη δεξιά (και μετέπειτα ακροδεξιά) στροφή της χώρας, δίνοντας έναν προφητικό τόνο στα λεγόμενα του Γιόχαν. Εξαιρετικό είναι το καυστικό σχόλιό του, όπου αναφέρει πως οι Βιεννέζοι κατάφεραν να νικήσουν τους Τούρκους στις δυο πολιορκίες της Βιέννης αλλά σήμερα φοβούνται ξανά την επέλασή τους, θέλοντας να εκφράσει τις ξενοφοβικές αντιλήψεις που είχαν αρχίσει να εδραιώνονται στην Αυστρία. Πάνω σ' αυτό το κομμάτι ο δημιουργός παίρνει θέση, οδηγώντας τους δυο πρωταγωνιστές σε ένα μεταναστευτικό στέκι Μαυροβούνιων για να πιούν τη μπύρα τους και να συνεχίσουν τις ενδιαφέρουσες συζητήσεις τους εκεί, συνοδεία οικείων βαλκάνιων μελωδιών. 
Τέλος, ο σκηνοθέτης Τζεμ Κόχεν προσεγγίζει με μεγάλη ευαισθησία τον σύγχρονο τρόπο ζωής. Επικεντρώνεται στη μοναξιά που κυριαρχεί στις μεγάλες πόλεις και στη ροπή των ανθρώπων προς τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τον ηλεκτρονικό τζόγο. Επίσης δίνει μεγάλη έμφαση στην αποπροσωποποίηση των κοινωνιών και κυρίως στην αποξένωση των ανθρώπων με τις πόλεις τους. Εξαιρετική η σκέψη του Γιόχαν, ο οποίος βολτάροντας με την Άννι στη Βιέννη, διαπιστώνει για μια ακόμη φορά πόσο όμορφη πόλη είναι. Και φυσικά, στις μικρές ασήμαντες στιγμές της καθημερινότητας που περνούν φευγαλέα από τα μάτια των κατοίκων και σβήνουν αργά κι αθόρυβα στη λήθη του παρελθόντος, εστιάζοντας μ' αυτόν τον τρόπο στην εφήμερη ύπαρξη όλων μας.
Το "Ωράριο Μουσείου" είναι ένα σπάνιο κινηματογραφικό "δοκίμιο", το οποίο παντρεύει με τόσο όμορφο τρόπο τους σύγχρονους προβληματισμούς με την αιώνια ομορφιά της Τέχνης. Είναι ένας ύμνος των καθημερινών σκέψεων που κάνει ο καθένας μας προσπαθώντας να ξεφύγει από την καθημερινή του ρουτίνα. Είναι μια σπονδή στη συνεχή καταβύθιση της αυτογνωσίας αναζητώντας το πολυπόθητο νόημα της ζωής. Το "Ωράριο Μουσείου" είναι ένα από τα πιο όμορφα και συνάμα ταπεινά αριστουργήματα του σύγχρονου ευρωπαϊκού κινηματογράφου. 

Βαθμολογία: 9/10 

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2023

Holy Spider (2022)

 


Παρόλο που το "Holy Spider" αναφέρεται σε έναν κατά συρροή δολοφόνο που έδρασε στην ιερή πόλη Μασχάντ το 2001, αποκτά ιδιαίτερα επίκαιρο χαρακτήρα με τα συνταρακτικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο Ιράν το περασμένο φθινόπωρο. Παράλληλα, η ταινία εστιάζει στη θέση της γυναίκας στην ιρανική κοινωνία κι αποκτά έναν καταγγελτικό ρόλο για τη στάση της αστυνομίας και της θρησκευτικής ηγεσίας απέναντι στο γυναικείο πληθυσμό και τα δικαιώματα του. 
Η ταινία παρουσιάζει τη δράση ενός στυγερού δολοφόνου, ο οποίος τη μέρα είναι ένας φιλήσυχος κι εργατικός πολίτης ενώ το βράδυ μετατρέπεται σε έναν φανατισμένο τιμωρό που προσπαθεί να απαλείψει τις ιερόδουλες από την ιερή πόλη Μασχάντ, θεωρώντας πως με την πράξη του αυτή προστατεύει την κοινωνία που έχει πέσει σε μια ηθική κατρακύλα κι εξαγνίζει την πόλη του από την παρουσία των αμαρτωλών γυναικών. 
Οι συνεχιζόμενοι φόνοι, θα φέρουν μια μάχιμη δημοσιογράφο στην πόλη, η οποία θα προσπαθήσει να αποκαλύψει την ταυτότητα του δολοφόνου, μέσα από την έρευνά της και τη συνεργασία της με τις τοπικές αρχές. Στις προσπάθειές της αυτές, η ίδια θα πέσει αρκετές φορές θύμα του μισογυνισμού και της πατριαρχίας, που έχουν εισχωρήσει βαθιά στο υποσυνείδητο της ιρανικής κοινωνίας. Όταν θα βεβαιωθεί για την απραξία των αρχών στην αναζήτηση του δολοφόνου, θα παίξει τον ρόλο της ιερόδουλης, μετατρέποντας τον ίδιο της τον εαυτό σε δόλωμα, πιστεύοντας πως μ' αυτόν τον τρόπο θα την προσεγγίσει ο δολοφόνος. 




Ένα ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας, είναι η ανάλυση του προφίλ που έχει ο δολοφόνος. Οι γείτονές του αλλά κι ο στενός του κύκλος, τον θεωρούν άνθρωπο υπεράνω πάσης υποψίας και σοβαρό οικογενειάρχη. Παράλληλα, τον θεωρούν σοβαρό και σεβαστό πολίτη διότι είναι βαθιά θρησκευόμενος. Η στάση του κόσμου απέναντί του, μετατρέπεται γι' αυτόν σε άλλοθι κι ως ένα ελαφρυντικό στοιχείο κατά τη διάρκεια της δίκης του. Ο ίδιος θεωρεί πως βρίσκεται κάτω από την προστασία του κοινού δικαίου, φτάνοντας σε σημείο να παραδεχτεί με περηφάνεια την διάπραξη των 16 φόνων (παραλίγο 17 όπως ο ίδιος δηλώνει σαρκαστικά). Την ίδια περηφάνεια αισθάνεται κι η σύζυγός του κι ο μοναχογιός του, θέλοντας ο σκηνοθέτης μ' αυτόν τον τρόπο να αποδείξει πως το κακό που έχει ριζώσει μες στις οικογένειες αλλά και στην ίδια την κοινωνία, είναι σαν τη Λερναία Ύδρα. Κόβοντας το ένα κεφάλι ξεπηδούν άλλα στη θέση του.
Παρουσιάζοντας η ταινία την προσωπικότητα και τη δράση του δολοφόνου, αφήνει με εύστοχο τρόπο την υπόνοια, πως δεν είναι εκείνος ο θανάσιμος κίνδυνος των γυναικών της πόλης κι όλης της χώρας, αλλά η ίδια η κοινωνία που διαρκώς τις θυματοποιεί συστηματικά και ενθαρρύνει, άλλοτε βουβά κι ανεχτικά κι άλλοτε με ανατριχιαστικές κραυγές, τις πράξεις βιαιότητας που ασκούνται πάνω τους. Παράλληλα, μέσα από την ταινία του, ο σκηνοθέτης Αλί Αμπάσι, δίνει έμφαση στην καθημερινή προσπάθεια κάποιων συμπολιτών του που επιθυμούν να ξεφύγουν από τις αναχρονιστικές παραδόσεις και τα σκοταδιστικά ήθη των θρησκευτικών καθεστώτων, κερδίζοντας με την ταινία αυτή το βραβείο Σκηνοθεσίας στο φετινό Fantastic Fest. Στην προσπάθειά του αυτή, σημαντικό ρόλο έπαιξε κι η ηθοποιός Ζαρ Αμίρ-Εμπραχίμι, η οποία ερμήνευσε εκπληκτικά την μάχιμη δημοσιογράφο. Θεωρώ δίκαιη την βράβευσή της ως Καλύτερης Ηθοποιού στο Φεστιβάλ Καννών 2022. 
Το "Holy Spider" είναι ένα καλοδουλεμένο κι επίκαιρο θρίλερ, το οποίο σίγουρα θα ενοχλήσει, θα συζητηθεί κι είμαι βέβαιος πως θα διακριθεί και σε άλλα κινηματογραφικά φεστιβάλ (η ταινία θα εκπροσωπήσει την Δανία στα φετινά Oscar). 

Βαθμολογία: 7/10

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2023

The Banshees of Inisherin (2022)

 


Δεκατέσσερα χρόνια μετά την πετυχημένη "Αποστολή στη Μπριζ" (In Bruges, 2008), ο σκηνοθέτης Μάρτιν ΜακΝτόνα έσμιξε ξανά τους δυο φίλους Κόλιν Φάρελ και Μπρένταν Γκλίσον, σε ένα απομακρυσμένο και σχεδόν ξεχασμένο τοπίο της Ιρλανδίας, προσφέροντας για μια ακόμη φορά μια απολαυστική και πανέξυπνη μαύρη κωμωδία, όπου μέσα από τους πιο απλούς διαλόγους ξεπετάγονται οι πιο δυνατές αλήθειες. Θεωρώ πως "Τα Πνεύματα του Ινισέριν" είναι ένα από τα σπάνια κινηματογραφικά έργα που εστιάζουν με ευαισθησία κι ειλικρίνεια στα ανθρώπινα υπαρξιακά αδιέξοδα και καταφέρνουν εύκολα να μετατρέψουν το πικρό γέλιο σε αγνό κλάμα.
Η ταινία μας γυρνάει στο 1923, σε ένα απομονωμένο νησί της Ιρλανδίας, όπου οι κάτοικοί του συνεχίζουν την καθημερινότητά τους παρακολουθώντας σαστισμένοι κι αμήχανοι τον εμφύλιο πόλεμο που μαίνεται στην απέναντι ακτή. Η αφήγηση ξεκινάει από τη στιγμή που ο Πάτρικ (Κόλιν Φάρελ) μαθαίνει από τον κολλητό του, τον Κολμ (Μπρένταν Γκλίσον), πως δε θέλει να κάνουν άλλο παρέα επειδή τον βρίσκει αδιάφορο και βαρετό. Ο Πάτρικ χάνει ξαφνικά τη γη κάτω από τα πόδια του και προσπαθεί να καταλάβει που ακριβώς έχει κάνει λάθος. Αντιθέτως, ο Κολμ, φοβισμένος στην ιδέα του χρόνου που κυλά άσκοπα και χάνεται, έχει αποφασίσει να αφιερώσει το υπόλοιπο της ζωής του συνθέτοντας μουσική, θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο να αφήσει κάτι πίσω του όταν θα πεθάνει. 
Ο Πάτρικ προσπαθεί να προσεγγίσει ξανά τον φίλο του και να χτίσει νέες γέφυρες φιλίας μαζί του, φτάνοντας στο σημείο να του τονίζει την καλοσύνη που κουβαλάει σαν άνθρωπος, αλλά ο Κολμ αρνείται επίμονα δηλώνοντάς του πως «κανείς δεν θυμάται κάποιον μόνο και μόνο επειδή ήταν καλός». Όμως, ο Πάτρικ θα επιμείνει, φτάνοντας στο σημείο η παρουσία του να γίνεται άθελά του φορτική κι εκνευριστική. Η εξέλιξη αυτή, θα αναγκάσει τον Κολμ να απειλήσει τον παλιό του φίλο, πως κάθε φορά που θα τον προσεγγίζει για να τα ξαναβρούν, εκείνος θα κόβει κι από ένα δάχτυλο του χεριού του με το κλαδευτήρι. Η προειδοποίησή του αυτή θα γίνει γρήγορα πράξη, φανερώνοντας στον Πάτρικ πως δεν αστειεύεται με την απόφαση που έχει πάρει. 
Το δράμα των δυο αυτών προσώπων θα κλονίσει τους κατοίκους του μικρού νησιού, οι οποίοι διψούν για δράματα σαν το συγκεκριμένο, που τους βγάζουν από τη στάσιμη ρουτίνα της καθημερινότητάς τους. Με την εμπλοκή κι άλλων προσώπων, παρουσιάζεται ένα σύνολο καλοσχεδιασμένων χαρακτήρων, οι οποίοι αναδεικνύουν τόσο τους καλοδουλεμένους διαλόγους όσο και το εξαιρετικό σενάριο της ταινίας. Από τους υπόλοιπους χαρακτήρες της ταινίας, ξεχωρίζουν η Σιόμπαν, η αδελφή του Πάτρικ, την οποία υποδύεται εξαιρετικά η Κέρι Κόντον, εκπροσωπώντας τη φωνή της λογικής και του ανοιχτού μυαλό που προσπαθεί να ξεφύγει από τη στενότητα και τις προκαταλήψεις των κλειστών κοινοτήτων κι ο Ντομινίκ, ο χαζούλης του χωριού από τον οποίον ακούγονται οι πιο πικρές αλήθειες τις οποίες οι περισσότεροι φοβούνται να ξεστομίσουν, τον οποίον υποδύεται απολαυστικά ο Μπάρρυ Κιόγκαν. 




Η εξιστόρηση της ταινίας ξεκινά με απολαυστικό τρόπο, καθώς όλοι οι συντελεστές της έχουν μπει με μεγάλη όρεξη κι επιτυχία στο πετσί των ρόλων τους. Οι διάλογοι κι οι μετωπικές συγκρούσεις των δυο φίλων, προσφέρουν στους θεατές μια πνευματώδη μαύρη κωμωδία, δίνοντας μπόλικη τροφή για σκέψη πάνω στα υπαρξιακά ζητήματα του καθενός. Αυτό οδηγεί ασυναίσθητα σε ένα έντονο μελαγχολικό κλίμα, ξαφνιάζοντάς μας για την απότομη μεταβολή που προκαλεί η εξέλιξη της ταινίας στη διάθεσή μας, καθώς μεμιάς το άφθονο γέλιο μετατρέπεται σε βουβό κλάμα.  
Με άψογη μαεστρία, ο σκηνοθέτης καταφέρνει να μετατρέψει την ταινία από μαύρη κωμωδία σε βαθύ υπαρξιακό δράμα, τονίζοντας με αλληγορικό τρόπο όλα τα ανθρώπινης φύσης αγκάθια που κουβαλάει ο καθένας μας, οδηγώντας μας σε αυτοκαταστροφικά αδιέξοδα. Τα πείσματα κι οι εγωισμοί που κυριεύουν εύκολα τους ανθρώπους, τους οδηγούν σε βίαιες λύσεις κι όχι σε λογικές συμβιβάσεις, φανερώνοντας πως κι οι πιο φιλήσυχοι άνθρωποι μπορεί να οδηγηθούν σε μη αναστρέψιμα ξεσπάσματα.
Η διαφορετική αντίληψη που έχουν οι δυο φίλοι για την αξία και το νόημα της ζωής, τους οδηγεί σε έναν ακόμη ιρλανδέζικο εμφύλιο, ο οποίος παίρνει μεγάλες διαστάσεις λόγω της κλειστής κι απομονωμένης κοινωνίας που εξελίσσεται. Πατώντας πάνω σ' αυτόν τον πρωτότυπο εμφύλιο, ο σκηνοθέτης προσφέρει πνευματώδεις και καλογραμμένους διαλόγους, μέσα από τους οποίους αποκαλύπτονται άνθρωποι πληγωμένοι που έχουν βυθιστεί στην κατάθλιψη και την αγωνία της καθημερινής βιοπάλης. Παράλληλα μέσα από τις ανησυχίες τους, αναλύονται άλλοτε με χιουμοριστικό κι άλλες φορές με μελαγχολικό τρόπο, θέματα υπαρξιακά, κοινωνικά κι ανθρώπινα.
Ένα ακόμη στοιχείο που ξεχώρισα στην ταινία "Τα Πνεύματα του Ινισέριν", είναι ότι ο Μάρτιν ΜακΝτόνα καταφέρνει να παντρέψει το προσωπικό του καυστικό ύφος με το ιρλανδέζικο φολκλορ, προσεγγίζοντας μ' αυτόν τον τρόπο το πορτρέτο των μικρών κι απομονωμένων κοινοτήτων, οι οποίες με τη σειρά τους αντιπροσωπεύουν την ψυχολογία, τα ήθη και τις ιδέες ενός ολόκληρου έθνους. Ωστόσο, αυτό που μπορεί να αντιληφθεί κανείς παρακολουθώντας αυτήν την ταινία, είναι ότι υπάρχουν αρκετά γνώριμα στοιχεία και συμπεριφορές που έχουν οι Ιρλανδοί με τους Έλληνες, δημιουργώντας μια εύλογη απορία στο πως γίνεται να υπάρχουν τόσα κοινά σε δύο λαούς που βρίσκονται γεωγραφικά στα δυο άκρα της Γηραιάς Ηπείρου.  



Στην ταινία ξεχωρίζει η πετυχημένη χημεία των ηθοποιών Κόλιν Φάρελ και Μπρένταν Γκλίσον, οι οποίοι μετά το "Αποστολή στη Μπριζ", προσφέρουν μια ακόμη απολαυστική δίδυμη ερμηνεία, όπου καταφέρνουν να παραμείνουν αξιαγάπητοι, αστείοι αλλά συνάμα και τραγικοί τόσο με τις επιλογές όσο και με τις συμπεριφορές τους. Εξαιρετικοί όμως στους ρόλους τους είναι κι η Κέρι Κόντον κι ο Μπάρρυ Κιόγκαν.
Πέρα από τις εκπληκτικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών που συμμετέχουν στην ταινία και τους απολαυστικούς διαλόγους που προσέφερε το έξυπνο σενάριο που έγραψε ο σκηνοθέτης Μάρτιν ΜακΝτόνα, με μάγεψε τρομερά κι η εκπληκτική φωτογραφία του Ben Davis, ο οποίος καταφέρνει να παρουσιάσει την γοητεία της ιρλανδέζικης υπαίθρου, ντύνοντάς την με μια λυρική κι απόκοσμη ατμόσφαιρα, δίνοντας την αίσθηση πως οι ηθοποιοί περιφέρονται, συζητούν και μελαγχολούν σε ένα τοπίο ονειρικό. 
Η καλλιτεχνική αξία του «The Banshees of Inisherin» αναγνωρίστηκε στις διακρίσεις, στις υποψηφιότητες και τα βραβεία που απέσπασε στα διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ. Στο Φεστιβάλ Βενετίας ήταν υποψήφιο για τον Χρυσό Λέοντα Καλύτερης Ταινίας ενώ κέρδισε το βραβείο Καλύτερου Σεναρίου και το βραβείο Ερμηνείας για τον Κόλιν Φάρελ. Στις Χρυσές Σφαίρες έσπασε το ρεκόρ εικοσαετίας με τις οκτώ υποψηφιότητές του από τις οποίες κέρδισε τελικά το Βραβείο Καλύτερης Κωμωδίας-Μιούζικαλ, Σεναρίου, Ερμηνείας για τον Κόλιν Φάρελ.
Το «The Banshees Of Inisherin» είναι ένας ύμνος για τις διαφορετικές αντιλήψεις που έχει κανείς απέναντι στη ζωή και στο νόημα της ύπαρξής του, την αξία που δίνει στην κάθε στιγμή αλλά την αντίληψη της φευγαλέας αιωνιότητας. Επίσης είναι μια λυρική προσέγγιση στη φθαρτότητα της αγάπης αλλά και στα αδιέξοδα που μπορούν να οδηγήσουν τον καθέναν η περηφάνεια κι οι προκαταλήψεις. Τέλος, είναι μια ωδή στην αγάπη που έχει ο καθένας για τον τόπο του και τους δεσμούς που τον κρατούν καθηλωμένο στα μέρη που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Και φυσικά, είναι μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς που πέρασε.

Βαθμολογία: 8/10

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2023

Βαλκανευτές και Βαλκανολάτρες


του Στράτου Κερσανίδη, 
κριτικού κινηματογράφου

Θα ξεκινήσω κάπως διαφορετικά, υποστηρίζοντας πως η ανθρωπότητα άρχισε να χαλάει εδώ και μερικές χιλιάδες χρόνια. Πιο συγκεκριμένα από τη στιγμή που κάποιος πρόγονός μας οριοθέτησε ένα κομμάτι γης και είπε είναι ιδιοκτησία του. Σιγά-σιγά η οριοθέτηση, η διεκδίκηση και η ιδιοποίηση του χώρου άρχισε να γίνεται και από ομάδες ανθρώπων που είχαν κάτι κοινό κι έτσι άρχισαν σιγά σιγά να δημιουργούνται τα κράτη και τα σύνορα. Κι έτσι από εκεί που οι άνθρωποι, πριν από τις οριοθετήσεις κυκλοφορούσαν ελεύθερα όπου ήθελαν και τα όρια που τους χώριζαν ήταν τα φυσικά όρια, εκείνα δηλαδή που θέτει η γεωγραφία άρχισαν οι διαχωρισμοί και οι απαγορεύσεις. Ο χώρος ελεύθερης μετακίνησης μίκρυνε, μπήκαν περιορισμοί, κατασκευάστηκαν εθνικοί μύθοι οι οποίοι γέννησαν εθνικισμούς και μισαλλοδοξία, δημιουργήθηκαν στρατοί για να προστατεύσουν τις διάφορες πατρίδες, ξέσπασαν πόλεμοι με αποτέλεσμα εκατομμύρια νεκρών στη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας για ένα κομμάτι γης που, σε τελευταία ανάλυση, δεν ανήκει σε κανέναν αλλά -αντιθέτως- ανήκει σε όλους. Και όπου η κατάσταση άρχισε να σταθεροποιείται και κάποια έθνη να συνεννοούνται και να δημιουργούν μεγαλύτερες κρατικές οντότητες και τα σύνορα να μετατρέπονται σε απλές νοητές γραμμές, βρικολάκιασαν οι μύθοι, ξεθάφτηκαν παράλογα μίση, ξέσπασαν νέοι πόλεμοι, περισσότερο ή λιγότερο άγριοι και τα σύνορα άρχισαν να πολλαπλασιάζονται μαζί με τα μνήματα χιλιάδων νεκρών που ανάθεμα κι αν κατάλαβαν το λόγο που έπρεπε να πεθάνουν. 
Δυστυχώς την ώρα αυτή το κακό συνεχίζεται σε διάφορες περιοχές του πλανήτη και χιλιάδες άνθρωποι περπατούν αναζητώντας έναν τόπο για να σωθούν. Όμως βρίσκουν μπροστά τους φράχτες, συνοριοφύλακες, ακτοφυλακές και ένα φαιό πέπλο μίσους να τους εμποδίζει. Είναι ο φασισμός ο οποίος παρουσιάζεται ως πατριωτισμός ή ως προστασία του πολιτισμού και της θρησκείας μας. Δηλαδή μια μπαρούφα η οποία προσβάλλει τις αρχές του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, τον οποίο πρώτες οι χώρες της Ευρώπης φρόντισαν να παραβιάσουν. 
Βρισκόμαστε σε ένα οριακό σημείο που αν δεν αφουγκραστούμε με προσοχή τα διδάγματα της ιστορίας και δεν αλλάξουμε ρότα πολύ φοβάμαι πως θα βρεθούμε μπροστά σε ιδιαίτερα επικίνδυνες καταστάσεις. 
Θα μου πείτε, προς τι όλα αυτά. Σήμερα βρεθήκαμε εδώ για την παρουσίαση ενός βιβλίου και όχι για να αναλύσουμε φαινόμενα του σύγχρονου κόσμου. Θα συμφωνήσω και θα πως ότι όλα όσα έχω αναφέρει έχουν άμεση σχέση με το πνεύμα του βιβλίου. Γιατί οι «Βαλκανευτές» του Γιώργου Χατζελένη δεν είναι ένα βιβλίο με ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Ή, τουλάχιστον δεν είναι μόνον αυτό. Μέσα στις 530 σελίδες του ακολουθούμε την άκρως ενδιαφέρουσα και ζηλευτή διαδρομή που έκανε ο συγγραφέας με τους δύο φίλους του που είναι μια διαδρομή βαθιάς γνωριμίας με ανθρώπους και τόπους. Και ξέρετε τι πιστεύω, σε σχέση με όσα έλεγα και πριν; Ότι το καλύτερο φάρμακο εναντίον του ρατσισμού, του σωβινισμού και του εθνικισμού είναι τα ταξίδια. Όπως αυτό που οι τρεις φίλοι έκαναν στα δυτικά Βαλκάνια, δηλαδή ως ταξιδευτές και όχι ως τουρίστες. 
Εν πρώτοις, λοιπόν πρόκειται για ένα βιβλίο με ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο ανάγνωσης -όπως συχνά λέμε κι εμείς οι κριτικοί κινηματογράφου, μιλώντας για μια ταινία. Εντυπώσεις που αποτυπώνονται με περιγραφές οι οποίες δημιουργούν εικόνες και κάνουν τον αναγνώστη να νιώθει πως βρίσκεται κι ο ίδιος εκεί. Το πετρόχτιστο Αργυρόκαστρο διασχίζοντας προς Βορά την Αλβανία. Το Κότορ και το μαγευτικό Περάστ στο Μαυτροβούνιο. Το διαμάντι της Αδριατικής, το Ντουμπρόβνικ, αλλά και τις ομορφιές του Σπλιτ και της Ριέκα στην Κροατία. Κι ύστερα στην πρωτεύουσα του πουθενά, την Τεργέστη, όπως την είπε ο Τζέιμς Τζόις που έζησε εκεί. Την πολύφερνη νύφη που διεκδίκησαν πολλοί και σήμερα παρακμάζει αφού την κέρδισε η Ιταλία. Το Νόβο Μέστο, το… ορεινό νησί στη Σλοβενία. Και πάλι στην Κροατία και την θορυβώδη πρωτεύουσά της, το Ζάγκρεμπ. Κι ύστερα στην πολύπαθη Βοσνία Ερζεγοβίνη. Η Μπάνια Λούκα, το μαρτυρικό Σαράγεβο, το Μόσταρ με το θρυλικό γεφύρι που γκρεμίστηκε στον εμφύλιο και ξαναχτίστηκε, πόλεις που ακούγαμε καθημερινά στα δελτία ειδήσεων τότε που μαινόταν ο πόλεμος στην ασταθή ακόμη και σήμερα χώρα. Η άχρωμη Ποντγκόριτσα στο Μαυροβούνιο, που ποτέ δεν πίστευε πως θα γινόταν πρωτεύουσα. Και η επιστροφή από τα Τίρανα που προσπαθούν να φανούν όμορφα και το Πόγραδετς πλάι στη λίμνη Οχρίδα πριν την επιστροφή στην Ελλάδα. 
4.730 χιλιόμετρα, 5 χώρες, χιλιάδες εικόνες στο μυαλό. Μέσα, όμως, από τις εικόνες αυτές, εκτός από τη Γεωγραφία ο συγγραφέας παραθέτει και πολλές ιστορικές πληροφορίες. Και όχι μόνον από την πρόσφατη αιματηρή ιστορία της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Όπως για τον απελευθερωτικό αγώνα των παρτιζάνων του στρατάρχη Τίτο, για την ελληνική αποικία Επίδαμνο που είναι το σημερινό Δυρράχιο, για το πείραμα του Ιταλού εθνικιστή ποιητή Γκαμπριέλε ντ’ Ανούτσιο στη Ριέκα, για τη σύλληψη του Ρήγα Φεραίου στην Τεργέστη, για την τρομοκρατική δράση των Ερυθρών Ταξιαρχιών και για τον αντιδικτατορικό αγώνα των Ελλήνων στην Ιταλία. Και βέβαια πολλά ακόμη τα οποία θα ανακαλύψετε διαβάζοντας το βιβλίο. 
Όταν όμως τρεις άνθρωποι ταξιδεύουν μαζί, αυτό είναι ένα είδος, έστω και προσωρινής, συμβίωσης. Η καθημερινή επαφή προσφέρεται για συζητήσεις κάθε είδους. Είτε για τα όσα βλέπουν και ακούν στο ταξίδι είτε για τα άλλα που προκύπτουν και συνδέονται με σκέψεις και ιδέες που αφορούν την Ελλάδα, την Ευρώπη, τον κόσμο και τους ανθρώπους. Έτσι διαβάζουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για την Ελλάδα και το τι συνέβη το καλοκαίρι του 2015. Μια συζήτηση για το ναι και το όχι στο δημοψήφισμα, για το τι σήμαινε, για το τι έγινε και για το τι ακολούθησε. Προσωπικά έχω διαφορετική άποψη και από τους τρεις συνταξιδιώτες για το τι έγινε, πως έγινε και το τι μπορούσε ή δεν μπορούσε να γίνει, αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης, καθώς από μόνο του αποτελεί μια ολόκληρη συζήτηση. Θα ήθελα όμως να σημειώσω πως θα ήταν πολύ ενδιαφέρον αν μπορούσα να είχα πάρει μέρος κι εγώ σε εκείνη τη συζήτηση. 
Και τέλος, ένα άλλο μέρος, που είναι οι σκέψεις του ίδιου του συγγραφέα, όπως ο ίδιος τις αποτυπώνει, σε στιγμές που έμενε και στοχαζόταν μόνος. Σκέψεις για την πολυπλοκότητα των πραγμάτων, για τις αντιφάσεις με τις οποίες κινείται η πραγματικότητα και η ιστορία, για την έννοια του πατριωτισμού, για την επέλαση της ακροδεξιάς ακόμη και για την επιθυμία που νιώθει για να ταξιδεύει καθώς δεν αισθάνεται καλά, είναι σαν εγκλωβισμένος όταν δεν το κάνει. 
Τι είναι εν τέλει οι «Βαλκανευτές»;. Ταξιδιωτικές εντυπώσεις; Μάθημα Γεωγραφίας; Μάθημα Ιστορίας; Συναντήσεις με ανθρώπους; Σκέψεις και ανταλλαγές απόψεων; Υπαρξιακοί στοχασμοί; Η αλήθεια είναι πως δεν μπορώ να δώσω συγκεκριμένη απάντηση. Και πιστεύω πως ούτε και ο συγγραφές μπορεί και ούτε θέλει. Αυτό το οποίο μπορώ όμως να υποστηρίξω είναι πως ο Γιώργος Χατζελένης έγραψε ένα εξαιρετικά σημαντικό βιβλίο. Το οποίο περιέχει στοιχεία τα οποία μας βοηθούν να κατανοήσουμε τον άλλο, τον βαλκάνιο γείτονά μας. Κι αυτό επιτυγχάνεται, εκτός από τις ιστορικές αναφορέα και τα κοινά πολιτισμικά μας στοιχεία, από τις συναντήσεις και τις συζητήσεις με ανθρώπους. Επειδή πόλεις και χώρες είναι οι άνθρωποι που τις κατοικούν. Κι αυτοί είναι που κουβαλούν μέσα τους την ιστορία, τις εμπειρίες, τη γνώση, τον πολιτισμό και τη διαφορετικότητα την οποία οφείλουμε να γνωρίσουμε. Γιατί μόνον γνωρίζοντας απελευθερωνόμαστε από προκαταλήψεις και ιστορικούς μύθους. 
Πως παντρεύονται όλα αυτά; Ε, κάπως τα καταφέρνει ο συγγραφέας να δημιουργήσει ένα συναρπαστικό και ρέον αφήγημα. Γιατί εάν 530 σελίδες διαβάζονται χωρίς ο αναγνώστης να νιώσει το αίσθημα της κόπωσης και της βαρεμάρας, αυτό οφείλεται στο συγγραφέα. Κι όταν πλησιάζοντας στο τέλος και βλέπει τις σελίδες να λιγοστεύουν, αντί να νιώσει χαρά που το «έφαγε το τούβλο», νιώθει κάτι να τελειώνει και αυτό του προκαλεί κάτι σαν αίσθηση μιας επερχόμενης απουσίας, ε τότε, κάτι καλό έχει συμβεί. 
Τέλος μαζί με αυτό το συναρπαστικό, γοητευτικό ταξίδι στα δυτικά Βαλκάνια, ο Γιώργος Χατζελένης επιχειρεί και το δικό του εσωτερικό ταξίδι. Είμαι βέβαιος πως ταξιδεύοντας γνώρισε καλύτερα τον εαυτό του καθώς τον υπέβαλε σε δοκιμασίες, όχι σωματικές, αλλά πνευματικές αφού μοιράστηκε ιδέες, αφουγκράστηκε σκέψεις, πλούτισε ως άνθρωπος. 
Οι «Βαλκανευτές» θα το ξαναπώ, είναι ένα βιβλίο που φέρνει τους ανθρώπους κοντά. Που δημιουργεί γέφυρες επικοινωνίας και προσπαθεί να καταργήσει τα σύνορα. Κάθε είδους σύνορα. Όχι μόνον εθνικά. Έτσι οι τρεις συνταξιδιώτες, μπορεί να ήταν και να είναι φίλοι αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία πως μετά από αυτό το κοινό ταξίδι ήρθαν πιο κοντά. Κι επίσης να πω πως χάρη στους «Βαλκανευτές» γνωρίστηκα κι εγώ με το Γιώργο καθώς ο ίδιος μου έκανε την τιμή να μου ζητήσει να βρίσκομαι μεταξύ των παρουσιαστών και της παρουσιάστριας του βιβλίου του. Προφανώς διαπίστωσε μέσα στα κοινωνικά δίκτυα και τη δική μου αγάπη για τα Βαλκάνια. 
Κι έτσι βρεθήκαμε εδώ οι ταξιδευτές των Βαλκανίων, με τους λάτρεις των Βαλκανίων. Οι «Βαλκανευτές» με τους Βαλκανολάτρες. 

Πηγή: Η Εποχή 

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2023

Η χρονιά της περισυλλογής (;)

 


Το '22 έφυγε παίρνοντας μαζί του έναν από τους σημαντικότερους ανθρώπους της ζωής μου. 
Με το φευγιό της γιαγιάς μου, έκλεισε οριστικά ένα κεφάλαιο της ζωής μου που με συνέδεε με την αθωότητα και τις σκανταλιές των παιδικών μου χρόνων. Το ζεστό της χαμόγελο, τα καλοσυνάτα της λόγια και το χαρακτηριστικό της άρωμα μεταφέρθηκαν, με μια άκρως τραυματική εμπειρία, από την καθημερινότητά μου στο φορτωμένο σεντούκι των αναμνήσεών μου.
Αυτό το γεγονός συντάραξε το είναι μου, κάνοντάς με να αναθεωρήσω αρκετές από τις υπαρξιακές μου αρχές, θέτοντάς μου νέους προβληματισμούς και νέους στόχους. 
Το '23 με βρίσκει σε μια νέα καθημερινότητα, με πρωτόγνωρους ρυθμούς και νέες εικόνες. Οι συνθήκες είναι πλέον κατάλληλες για μια νέα περισυλλογή αξιών και ιδεών, ευελπιστώντας πως θα είναι άκρως εποικοδομητικές στον νέο μου εαυτό που επιθυμώ να χτίσω. Οι πνευματικές αλλαγές θα ρθουν. Είμαι σίγουρος γι' αυτό. Το θέμα είναι να ακολουθήσουν κι οι καίριες και πολυπόθητες αλλαγές της καθημερινότητάς μου. 
Ας ελπίσουμε πως το '23 θα μου στρώσει το έδαφος γι' αυτό που αποζητώ. Τη ψυχική μου ηρεμία και την σωτήρια απομάκρυνσή μου από το χρόνιο τοξικό περιβάλλον που με πνίγει. 
Από τη μεριά μου, σας εύχομαι καλή χρονιά γεμάτη υγεία, αγάπη, τύχη και μπόλικες όμορφες στιγμές. 

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2022

Βαλκανευτές, όπως λέμε περιηγητές


Βαλκανευτές του Γιώργου Χατζελένη 
Εκδόσεις Ενύπνιο, 2021 

της συγγραφέως Αθηνάς Παπανικολάου

Στην εκπνοή του χρόνου, επιτρέψτε μου να παρουσιάσω ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα σιμά στο τέλος του. Στα χνάρια των παλιών ταξιδιωτών ο Γιώργος Χατζελένης μου/μας πρόσφερε ένα οδοιπορικό στα Δυτικά Βαλκάνια, με τη ματιά του ανθρώπου που σκύβει με αγάπη και ειλικρινές ενδιαφέρον στον τόπο που επισκέπτεται και στοχάζεται με αφορμή τα τοπία, τη γεωγραφία, τη φύση, τους ανθρώπους και τα δημιουργήματά τους, τα μνημεία, τους δρόμους, τα σπίτια, την ιστορία, τον καθημερινό βίο, το παρόν και το παρελθόν των γειτονικών μας χωρών. 
Το βιβλίο του δεν είναι ένας ακόμη τουριστικός οδηγός, γιατί ο συγγραφέας και η παρέα του δεν πραγματοποίησαν αυτό το ταξίδι σαν τρελαμένοι τουρίστες που τρέχουν να απαθανατίσουν την ύπαρξή τους στα προβεβλημένα τοπόσημα των ταξιδιωτικών πρακτορείων. 
Ο Γ. Χατζελένης και οι δύο φίλοι του, στους οποίους μάλιστα αφιερώνει το βιβλιο, οργάνωσαν μόνοι τους το οδοιπορικό σε έξι χώρες. Στην πορεία δεν ανακάλυψαν μόνο τις αθέατες όψεις των τόπων που επισκέφθηκαν αλλά και τις κρυμμένες πτυχές του εσωτερικού τους κόσμου. 
Το ταξίδι είχε διπλή παράλληλη πορεία. Μία προς τη θέαση του εξωτερικού κόσμου και μία προς τα μέσα, στα ενδότερα αφανή στρώματα της ψυχής τους. Έτσι η διαδρομή εμπλουτίστηκε φιλοσοφικά με τους κραδασμούς που προκαλεί η βαθύτερη ματιά στα πράγματα. Αυτή είναι η διαφορά και το χάρισμα του βιβλίου. 
Στα χνάρια ενός Βενιαμίν της Τουδέλης(12ος αιώνας) και του Κυριακού Αγκωνίτη (14ος αιώνας) ή ενός Πουκεβίλ(18ος αιώνας), για να μην αναφέρω τους δυτικούς περιηγητές του 19ου αιώνα στη Βαλκανική ενδοχώρα, ο Γιώργος Χατζελένης με πήρε στα βήματά τους και με συνεπήρε τόσο η περιγραφή του που ονειρεύομαι το επόμενο ταξίδι προς την αγαπημένη αυτή περιοχή της ευρύτερης γειτονιάς μας, μήπως και προλάβω να νιώσω το πνεύμα της προτού προλάβει να το αλλοιώσει εντελώς η περίφημη τουριστική ανάπτυξη. Κι αν δεν καταφέρω να πάω, θα έχω κερδίσει αυτήν την "άλλη ματιά" και στα κοντινά μου τοπία. 
Εχω ταξιδέψει στη Σερβία, τη Βοσνία, τη Βουλγαρία και τη Β. Μακεδονία αλλά όχι στην Αλβανία, στο Μοντενέγκρο την Κροατία και την Σλοβενία. Θα είναι η επόμενη έξοδος. 
Το οδοιπορικό, που εξελίσσεται σε 529 σελίδες και με ασπρόμαυρες φωτογραφίες (εξαιρετική επιλογή, σαν γκραβούρες, θύμισαν τα παλιά βιβλία ) άνοιξε τον ορίζοντά μου πλουτίζοντάς τον με εικόνες, μελωδίες, γεύσεις, κουβέντες με τους ντόπιους, στοχασμού κοινωνικούς και πολιτικούς για παλιά και πρόσφατα γεγονότα της ιστορίας των πολύπαθων Βαλκανίων. Ανέτρεψε στερεότυπα, διηγώντας τα όλα με έξοχη λογοτεχνική γλώσσα, με αναφορές σε ταινίες, μουσικές και διαβάσματα που πολύ αγάπησα. 
Το αιτούμενο είναι να μην είμαστε τουρίστες ούτε στη ζωή ούτε στα ταξίδια. Η προοπτική του αληθινού περιηγητή απαιτεί υπομονή, χρόνο και ενατένιση, όχι την ταχύτητα και τη φευγαλέα ματιά της ρηχής καθημερινότητάς μας ούτε βέβαια πεντάστερα ξενοδοχεία, SPA, αγορές και λουξ παροχές. 
Την κατάδυση στην απλότητα της ομορφιάς απόλαυσα στην ξενάγηση του Χατζελένη, ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, εργάζεται ως συντηρητής αρχαιοτήτων στο Μουσείο της Ακρόπολης. 
Δυσκολεύτηκα να διαλέξω ένα απόσπασμα γιατί θα αδικούσα το σύνολο. Κάποια βιβλία δε μας ταξιδεύουν απλώς, μας κάνουν καλύτερους με τον ανθρωπισμό που εκλύει σαν άρωμα κάθε γραμμή τους. Οι Βαλκανευτές ανήκουν σ' αυτά.

Πηγή: parallaximag

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2022

Μια γνώμη για τους “Βαλκανευτές” του Γιώργου Χατζελένη

 


της Εύας Αραμπατζή 

Το βιβλίο του Γιώργου Χατζελένη “Βαλκανευτές” περιγράφει το ταξίδι με αυτοκίνητο τριών φίλων στα δυτικά Βαλκάνια. Πρόκειται για ένα σύγχρονο road trip στην καρδιά των Βαλκανίων. Το αυτοκίνητο ξεκινάει το ταξίδι του από την Αθήνα, διασχίζει την Ελλάδα φτάνει στα σύνορα με την Αλβανία και στη συνέχεια “χάνεται” σε τόπους ξένους. Βουτάει στην ιστορία των λαών που συναντάει και αναδύεται στο παρόν και στο σήμερα για να πιάσει τον παλμό της καθημερινής ζωής και των ανθρώπων. 
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι θεματολογικά το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη. Στην περιγραφή του ταξιδιού, στις εκτενείς κι εμπεριστατωμένες ιστορικές αναφορές και στην εσωτερική ενδοσκόπηση του συγγραφέα. Ίσως να μπορούσαμε να αναφερθούμε και σε μία τέταρτη κατηγορία, τον σχολιασμό της ελληνικής πραγματικότητας. 
Σε ότι αφορά στο ταξίδι, η παρέα των νέων ανδρών ακολουθεί τον χάρτη, επισκέπτεται τα μνημεία της κάθε πόλης, τα καφέ, τις μπιραρίες, τα εστιατόρια. Φλερτάρει, ανακατεύεται στις αγορές με τους ντόπιους και γενικά κάνει ό,τι θα έκανε και ο κάθε ξένος επισκέπτης. Μόνο που η δική τους επίσκεψη έχει έναν προσκυνηματικό χαρακτήρα. Ο συγγραφέας δεν βλέπει απλώς τους ανθρώπους, του κάθε τόπου. Δεν τους προσπερνάει. Τους παρατηρεί. Το βλέμμα του τους σκανάρει, σχεδόν ηδονοβλεπτικά. Προσπαθεί να μαντέψει και άλλοτε είναι σίγουρος για τα κίνητρα των πράξεων τους, για τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους. 

Διαβάζουμε: 
“Σε ένα από αυτά τα φαρδιά σκαλοπάτια κάθονταν δύο κοπέλες κι απολάμβαναν τον τον απογευματινό τους καφέ, ενώ διπλά τους ένας κύριος διάβαζε προσηλωμένος την εφημερίδα του. Η όψη του μου κέντρισε την προσοχή καθώς κουβαλούσε την αύρα ενός αυτοεξόριστου συγγραφέα που επιθυμούσε να κρυφτεί από κάποιο παρελθόν, έχοντας συντροφιά ένα πανέμορφο σκυλί.” 

Οι τρεις φίλοι στέκονται με θαυμασμό απέναντι στα δημιουργήματα των ανθρώπων και απολαμβάνουν στο έπακρο τα μνημεία της φύσης. Τα νιώθουν με όλες τις αισθήσεις τους. Ένα παράλληλο ταξίδι των αισθήσεων που ξεκινάει με το βλέμμα στο καινούργιο, με τους ήχους των δρόμων, τις μυρωδιές από τα πλακόστρωτα στενά των ιστορικών κέντρων των πόλεων, τις ιδιαίτερες γεύσεις και τη βροχή που πέφτει πάνω τους. Γιατί αυτή η βροχή είναι σαν να ποτίζει για πάντα τις ψυχές τους με τα τοπία. 

Διαβάζουμε: 
“Μέσα σ΄ αυτό το βροχερό σύθαμπο, ήχοι και μυρωδιές ξύπνησαν τη ναρκωμένη μου παιδικότητα. Κοιτούσα τις λακκούβες που είχαν γεμίσει νερό και γλιστρούσα πάνω στη ρευστή τους επιφάνεια που χοροπηδούσε ασταμάτητα από τις σταγόνες της βροχής.” 

Παράλληλα με την περιγραφή του ταξιδιού, εκτενείς είναι και οι ιστορικές αναφορές. Ο συγγραφέας δεν μας παρασύρει μόνο στον τόπο αλλά μας καθοδηγεί και στον χρόνο μέσα από τα ιστορικά γεγονότα τόσο της μακρινής όσο και της πρόσφατης ιστορίας των λαών που άλλαξε τον γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής των Βαλκανίων. Ο αναγνώστης αποκομίζει από τις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου, την εντύπωση ότι οι Βαλκανευτές - οι ταξιδευτές των Βαλκανίων – στέκονται με σεβασμό απέναντι στους ανθρώπους, στους τόπους και στην ιστορία. Και αυτό είναι ένα από τα επιτεύγματα του συγγραφέα, ο οποίος δεν περιγράφει απλά, αλλά εξιστορεί τα γεγονότα με τρόπο που φανερώνει φροντίδα και επιμέλεια χωρίς να φοβηθεί να πάρει θέση απέναντι στην ιστορία. 

Διαβάζουμε: 
“Για μια ακόμα φορά ξεπήδησαν από μέσα μου πολλά ερωτήματα προσπαθώντας να κάνω εικόνα το Σπλιτ να βομβαρδίζεται από το Σπλιτ. Τι είναι τελικά το έθνος; Είναι πράγματι μια αιώνια πραγματικότητα ή μια αρχέγονη κι ανεξάλειπτη οντότητα που στηρίζεται στην ανθρώπινη ύπαρξη κι επομένως επηρεάζει διαρκώς το ανθρώπινο γίγνεσθαι; Ή πρόκειται για μια προσωρινή πραγματικότητα;” 

Αυτό όμως που πραγματικά κάνει απολαυστική την ανάγνωση του βιβλίου είναι το εσωτερικό ταξίδι του αφηγητή στον κόσμο των προσωπικών του αναζητήσεων. Άλλοτε με αφορμή την εικόνα και άλλοτε αναίτια και εντελώς συνειρμικά, ο αφηγητής βρίσκει ευκαιρία και καταβυθίζεται στις προσωπικές του σκέψεις. Και είναι τόσο πραγματική και οικεία αυτή η εικόνα του ταξιδιώτη – στοχαστή. Γιατί με τα ταξίδια μπορεί να καταφέρνουμε να δραπετεύουμε από την καθημερινότητα, όμως ποτέ δεν θα ξεφύγουμε από τον εαυτό μας τον ίδιο όσο μακριά και αν πάμε. Και όσο ευγενικός – γιατί πράγματι, και ας μου επιτραπεί να πω, ότι ένα από τα κύρια γνωρίσματα του Χατζελένη θα πρέπει να είναι η ευγένεια – όσο ευγενικός λοιπόν είναι ο συγγραφέας με τη στάση του απέναντι στους ανθρώπους, φίλους και ξένους, τόσο αυστηρός και σκληρός στέκεται απέναντι στον εαυτό του. Έτσι ανελέητα και μια σχεδόν ηδονική εμμονή πηγαίνει όλο και πιο βαθιά στον ψυχισμό του. 

“Ήρθαν πάλι να με ταράξουν διάφορες σκέψεις που σχετίζονταν με το πέρασμα του χρόνου. Σκέψεις που με αγχώνουν όταν συνειδητοποιώ πως κάθε λεπτό που περνάει φθείρει όχι μονάχα το σώμα μου αλλά και την ψυχή μου. Πίεσα το μυαλό μου και αναζήτησα μια φυγή, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να διώξω τον πανικό. Τελικά το μόνο που κατάφερα ήταν να βυθιστώ απεγνωσμένος σε ανήσυχα όνειρα που με ξυπνούσαν συνεχώς. Όμως ακόμα και σε αυτήν τη δυσάρεστη κατάσταση, παρηγοριόμουν στη σκέψη πως είναι προτιμότερη από μια νύχτα δίχως όνειρα, διότι περισσότερο από το πέρασμα του χρόνου, με τρόμαζε ο μαύρος ύπνος που μοιάζει αρκετά με πρόβα θανάτου.” 

Ενώ σε άλλο σημείο αναφέρει: 

“Νομίζω πως η σημερινή μέρα είναι ιδανική για μια ακόμη ενδοσκόπηση. Αυτός ο ψυχρός ήλιος, που κρύβεται πίσω από τα σύννεφα του ουρανού δίχως ορίζοντα διεισδύει ευλαβικά και ανεμπόδιστα εντός μου μέσα από τις μικρές οπές των δύο υπνωτισμένων μου ματιών. Αυτό το απαλό φως αρκελι για να μπορέσω να ατενίσω τον ίδιο μου τον εαυτό. Όμως είναι στιγμές που φοβάμαι να εισχωρήσω πιο βαθιά μήπως και δεν βρω κάποιο νόημα” 

Όπως προανέφερα, χαρακτηριστικά είναι τα σχόλια του συγγραφέα για την ελληνική πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα. Σκέψεις που μας μεταφέρουν από το άγνωστο στο οικείο και που προσωρινά διακόπτουν τη γραμμική αφήγηση. 

“Όμως, αν το καλοσκεφτώ νομίζω πως οι περισσότεροι κάτοικοι της Αθήνας αποφεύγουν να δεθούν μαζί της. Μια σπάνια μη λειτουργική σχέση μεταξύ κατοίκων και πόλης, που ξεκίνησε όταν άρχισε να συγκεντρώνεται η μισή Ελλάδα στο λεκανοπέδιο της Αττικής.” 

και πιο κάτω ο συγγραφέας μας λέει: 

“Εκείνη την Παρασκευή που γέμισε η πλατεία Συντάγματος από χιλιάδες νέους που τάσσονταν υπέρ του “όχι”, εγώ βρισκόμουν στο πλοίο και ταξίδευα για Χίο. Οι τηλεοράσεις που ήταν διασκορπισμένες στα σαλόνια του καραβιού εξακολουθούσαν να τρομοκρατούν τους πολίτες με κάθε τρόπο.”

Τελειώνοντας αυτή τη σύντομη τοποθέτηση για τους Βαλκανευτές, θα ήθελα να επισημάνω τον πλούσιο λόγο του Γιώργου Χατζελένη. Η γραφή του είναι γενναιόδωρη, χωρίς να λυπάται να ξοδευτεί στις ενδελεχείς περιγραφές. 

Διαβάζουμε: 

“Σε μια από τις γέφυρες του ποταμού που διασχίσαμε, συναντήσαμε δυο δράκους που έστεκαν φρουροί του περάσματος. Με το στητό τους σώμα και τους σφιγμένους τους μυς μαρτυρούσαν την επιφυλακτική τους στάση καθώς επιτηρούσαν όσους περνούσαν από εκεί για να ανηφορήσουν προς το φρούριο. Τα γαμψά τους νύχια μπήγονταν στις τσιμεντένιες βάσεις και το στόμα τους ανοιχτό με α κοφτερά δόντια έχασκε απειλητικά πάνω από τα κεφάλια μας, προσπαθώντας να επιβληθούν με την επιθετική τους όψη. Όμως πίσω από το τρομακτικό τους παρουσιαστικό κρυβόταν επιδέξια ένα βλέμμα τρομαγμένο.” 

Μέσα από το ταξίδι των Βαλκανευτών, πέρα από του τόπους, τους λαούς και την ιστορία τους, ο αναγνώστης θα κάνει ένα παράλληλο ταξίδι στον ψυχισμό του συγγραφέα και θα ταξιδέψει μαζί του στις απορίες που γεννούν στο νου οι παναθρώπινες αξίες. Θα έρθει αντιμέτωπος με ανομολόγητες φοβίες και αδιέξοδα κοινά και για τον ίδιο. Θα βρεθεί όμως μπροστά και σε μια αξία δυνατή χαλκευμένη από την κοινή πορεία στον χρόνο και από την ανιδιοτέλεια. Θα γνωρίσει την αληθινή φιλία. Γιατί εκτός από όλα όσα ανέφερα παραπάνω, το βιβλίο του Γιώργου Χατζελένη είναι ένας ύμνος στη φιλία, στην αποδοχή και στον σεβασμό του πλουραλισμού της γνώμης και των απόψεων. Και προχωρώντας ακόμα περισσότερο τη σκέψη μου, το βιβλίο είναι μια δυνατή φωνή απέναντι στον ρατσισμό κάθε είδους.

Πηγή: culturebook.gr

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2022

Η παρουσίαση του βιβλίου “Βαλκανευτές” του Γιώργου Χατζελένη στην Κοζάνη

 

Στιγμιότυπα από την παρουσίαση του βιβλίου "Βαλκανευτές" που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου στο cafe-bar το "Μπλέ Ελάφι" (Παύλου Μελά 42). Διοργανωτής της παρουσίασης ήταν το βιβλιοπωλείο η "Στοά του βιβλίου" του Δημήτρη Μόσχου κι οι εκδόσεις Ενύπνιο. Την παρουσίαση υποστήριξαν η τοπική εφημερίδα "Χρόνος" και το τοπικό κανάλι "Top Channel".
Για το βιβλίο μίλησαν οι: 
Ελένη Γκόρα, Δρ. Δημιουργικής Γραφής 
Εύα Αραμπατζή, συγγραφέας 
Σταύρος Γαβριηλίδης, ιστορικός 
Την παρουσίαση συντόνισε ο δημοσιογράφος κι εκδότης Ιωάννης Κωσταρέλλας.

Τους ευχαριστώ όλους θερμά!

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2022

Σόφια, η πρωτεύουσα των καταπράσινων πάρκων & της διακριτικής κομψότητας



Πριν επτά χρόνια υπήρξα περαστικός στη Σόφια. Η μονοήμερη διαμονή μου στην πρωτεύουσα της Βουλγαρίας αρκούσε για να συνειδητοποιήσω πως είναι μια παρεξηγημένη και αδίκως υποτιμημένη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Επιστρέφοντας από εκείνο το ταξίδι, έβαλα σκοπό να επισκεφθώ ξανά τη Βουλγαρία για να μπορέσω να δω με άλλο μάτι τις καλά κρυμμένες ομορφιές της και για να αφιερώσω περισσότερο χρόνο τόσο στη Σόφια όσο και σε κάποιες άλλες πόλεις της. Πραγματοποίησα την υπόσχεσή μου το φετινό φθινόπωρο, όπου μέσα από μια εβδομαδιαία οδοιπορική περιπλάνηση στην καταπράσινη βαλκανική χώρα, συμπέρανα πως οι βουλγαρικές πόλεις είναι πανέμορφες, ατμοσφαιρικές, ανθρώπινες, ήρεμες και πλούσιες σε ιστορία και μνημεία. 
Η Σόφια είναι η 14η μεγαλύτερη πόλη στην Ευρωπαϊκή Ένωση με πληθυσμό πάνω από 1,3 εκατομμύρια κατοίκους. Η γεωγραφική της θέση είναι μοναδική καθώς βρίσκεται στο κέντρο της βαλκανικής χερσονήσου μεταξύ Μαύρης Θάλασσας κι Αδριατικής, αλλά η πιο κοντινή της θάλασσα είναι το Αιγαίο. Η Σόφια θεωρείται πως είναι η δεύτερη αρχαιότερη πόλη στην Ευρώπη καθώς έχει ίχνη κατοίκισης από το 7000 π.Χ., με αρχαιότερη επίσημη αναφορά της πόλης τον 7ο αιώνα π.Χ. Γι' αυτό το λόγο έχει το "μότο" πως είναι μια πόλη που "μεγαλώνει αλλά δεν γερνά". Η Σόφια είναι χτισμένη σε υψίπεδο 545 μέτρων, στους πρόποδες του όρους Βίτοσα, κατατάσσοντάς της στην πρώτη υψομετρική θέση των ευρωπαϊκών πρωτευουσών. Λόγω της γεωστρατηγικής της θέσης, αποτελούσε πάντοτε σημαντικό σταυροδρόμι πολλών αυτοκρατοριών, κάτι το οποίο μαρτυρείται με τα πολλά ρωμαϊκά, βυζαντινά και οθωμανικά της μνημεία. 
Σε αντίθεση με την κρατούσα σλαβική ετυμολογία των υπολοίπων βουλγαρικών πόλεων, το όνομα Σόφια προέρχεται από την εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Τα αρχαιότερα έργα, στα οποία έχει καταγραφεί το όνομα αυτό, είναι ένα αντίγραφο του Ευαγγελίου της Σαρδικής, ένας διάλογος μεταξύ δύο εμπόρων από το Ντουμπρόβνικ γύρω στα 1359, ο Καταστατικός Χάρτης της Βίτοσα του Βούλγαρου τσάρου Ιβάν Σισμάν του 14ου αιώνα και οι σημειώσεις ενός εμπόρου, επίσης από το Ντουμπρόβνικ, του 1376. Στα έγγραφα αυτά η πόλη αναφέρεται Σόφια, αλλά συγχρόνως η περιοχή και οι κάτοικοί της ονομάζονται ακόμη με την παλαιότερη ονομασία Σρεντέτσεσκι. Η συγκεκριμένη ονομασία προέρχεται από το σλαβικό όνομα Σρέντετς, που πρωτοεμφανίσθηκε σε γραπτά κείμενα του 11ου αιώνα και παρέμεινε σε χρήση μεταξύ των ντόπιων Βουλγάρων μέχρι και τον 20ό αιώνα. Το 1879, η Σόφια έγινε πρωτεύουσα του Πριγκιπάτου της Βουλγαρίας, ενώ το 1944, μετά την είσοδο του ρωσικού στρατού στη χώρα, ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα της Κομμουνιστικής Λαϊκής Δημοκρατίας της Βουλγαρίας. 
Αναχωρήσαμε πρωί από τα ΚΤΕΛ της Θεσσαλονίκης, για να φτάσουμε μεσημέρι στη Σόφια, έχοντας κάνει στο ενδιάμεσο μια σύντομη στάση στον συνοριακό έλεγχο και στη φοιτητούπολη Μπλαγκόεβγκραντ, ενώ κατά τη διάρκεια της διαδρομής προσπεράσαμε διάφορα άγνωστα γραφικά χωριά της βουλγαρικής υπαίθρου. Η ηλιόλουστη Σόφια μας υποδέχτηκε με ένα ψηλό γκρίζο τείχος σοσιαλιστικών μπλοκ που έστεκαν σαν παρελθοντικοί φρουροί στα προάστειά της. Η μονοτονία αυτών των τσιμεντένιων γιγάντων έσπαγε με τις διακριτές πολύχρωμες πινελιές των μικρών μπαλκόνια τους. Όμως, θεωρώ πως οι τσιμεντένιοι όγκοι λειτουργούσαν κι ως προστάτες της άγνωστης ομορφιάς που κρύβει η συγκεκριμένη πόλη. 
Φεύγοντας από τον σταθμό των λεωφορείων κι εισχωρώντας στο κέντρο της Σόφιας, παρατήρησα πως υπάρχουν πάρα πολλές εκτεταμένες πράσινες ζώνες και τεράστια πάρκα. Περισσότερο συναντούσες διάσπαρτες πολυκατοικίες μέσα σε πράσινες εκτάσεις παρά μικρές οάσεις πρασίνου εγκλωβισμένες ανάμεσα σε κτίρια. Από τα μεγάλα πάρκα της πόλης ξεχωρίζουν ο Κήπος Μπορίσοβα και τα πάρκα Νότιο, Δυτικό και Βόρειο. Υπάρχουν όμως κι αρκετά άλλα μικρότερα όπως ο Δημοτικός Κήπος και ο Κήπος των Γιατρών, τα οποία βρίσκονται στην καρδιά του ιστορικού κέντρου. Επίσης υπάρχει και το Φυσικό Πάρκο Βίτοσα, το οποίο είναι κι ο παλαιότερος εθνικός δρυμός των Βαλκανίων και περιλαμβάνει μεγάλο τμήμα του ομώνυμου όρους, καταλαμβάνοντας μια έκταση 270 τ.χλμ. Το εντυπωσιακό είναι πως το συγκεκριμένο πάρκο-δρυμός βρίσκεται εντός των όριων της πόλης. Κατά τη γνώμη μου, η Σόφια είναι ένα πελώριο πάρκο.
Μπαίνοντας στο ιστορικό κέντρο, μας καλωσόρισε ο επιβλητικός καθεδρικός ναός του Αλέξανδρου Νιέφσκι κι η κομψή ρωσική εκκλησία με τους χρυσούς της τρούλους και τη φουντωτή ιτιά στον προαύλιο χώρο της. Η όψη της πόλης άλλαξε απότομα καθώς τα σοσιαλιστικού ύφους κτίρια αντικαταστάθηκαν με αναγεννησιακά και μπαρόκ μέγαρα, τα οποία ανταγωνίζονταν με τον πλούσιο γλυπτό διάκοσμο των προσόψεών τους. Επίσης, μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση τα παλιά ειδικά φυλάκια που χρησιμοποιούσαν οι τροχονόμοι για να ελέγχουν την κυκλοφορία, που λόγω του χαρακτηριστικού τους σχήματος, οι κάτοικοι τα ονομάζουν «χωνάκια παγωτού». Και φυσικά, τα πάρκα που εξακολουθούσαν να κυριαρχούν, προσφέροντας μια διάθεση ανεμελιάς και ξεγνοιασιάς τόσο στους κατοίκους όσο και στους επισκέπτες της πόλης.  
Η Σόφια είναι μια πόλη απλωμένη κι αραιοκατοικημένη. Παρόλο που έχει 1,5 εκατομμύριο κατοίκους, η έκτασή της φτάνει στο μέγεθος της Αθήνας. Μπορεί οι αποστάσεις να είναι μεγάλες όμως υπάρχει εξαιρετική συγκοινωνία κι οι συνοικίες της έχουν ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης. Επίσης, η πόλη έχει μια ποικιλία καλοδιατηρημένων μνημείων, τα οποία αναδεικνύονται με σεβασμό, όπως οι αρχαιότητες που αναδύθηκαν κατά τη διάρκεια των έργων κατασκευής του σταθμού μετρό στην πλατεία Λάργκο και διατηρηθήκανε στη θέση τους, σε αντίθεση με το έγκλημα που σημειώθηκε στο σταθμό Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη. Με τις εικόνες που αντίκρισα μέσα από τις πρώτες μου περιπλανήσεις στη Σόφια, θεωρώ πως οι κάτοικοι της μπορούν να περηφανεύονται για μια καταπληκτική ποιότητα ζωής σε αντίθεση με τον πρωθυπουργό της χώρας μας, ο οποίος ζει στο δικό του τόπο και χρόνο.   
Οι περιπλανήσεις μου στις όμορφες γωνιές της Σόφια που ακολούθησαν τις επόμενες μέρες, ξεκινούσαν από τον πεζόδρομο Βίτοσα, ο οποίος έχει πάρει το όνομά του από το τεράστιο βουνό που δεσπόζει πάνω από την πόλη. Στον συγκεκριμένο πεζόδρομο χτυπάει ο παλμός της Σόφιας, καθώς οι κάτοικοι της τον επιλέγουν για τις αγορές τους αλλά και για τον καφέ τους. 
Η μια άκρη του πεζόδρομου καταλήγει στην τεράστια πλατεία της Βουλγαρίας. Η συγκεκριμένη πλατεία συνδέεται με το πάρκο Yuzhen μέσω μιας εναέριας πεζογέφυρας, η οποία παρόλο που δεν έχει επίσημο όνομα, είναι δημοφιλής στους ντόπιους ως η "Γέφυρα των Ερωτευμένων", διότι πολλά ερωτευμένα ζευγάρια κάθονται εκεί τα καλοκαιρινά βράδια, χαζεύοντας τα οχήματα που περνούν από κάτω τους. Επίσης, στη πλατεία της Βουλγαρίας βρίσκεται το NDK, ή αλλιώς «Εθνικό Παλάτι Πολιτισμού», το οποίο είναι ένα από τα πιο γνωστά αξιοθέατα της πόλης. Πρόκειται για το μεγαλύτερο, πολυλειτουργικό Συνεδριακό και Εκθεσιακό Κέντρο στη νοτιοανατολική Ευρώπη, το οποίο άνοιξε τις πύλες του το 1981 για τον εορτασμό της 1300ης επετείου της Βουλγαρίας. Στα εγκαίνιά του είχε τραγουδήσει ο Μίκης Θεοδωράκης. Με έκταση 123.000 τετραγωνικών μέτρων σε οκτώ ορόφους και τρία υπόγεια επίπεδα, το Εθνικό Παλάτι Πολιτισμού διαθέτει 13 αίθουσες και 15.000 τετραγωνικά μέτρα εκθεσιακού χώρου, ενώ παράλληλα διαθέτει εμπορικό κέντρο και χώρο στάθμευσης. Στην κύρια αίθουσά του μπορεί να φιλοξενήσει πάνω από 3.000 άτομα. Τον Ιούλιο του 2005 ανακηρύχθηκε ως το καλύτερο Συνεδριακό Κέντρο στον κόσμο, από τον Διεθνή Οργανισμό Συνεδριακών Κέντρων.  
Η άλλη άκρη του πεζόδρομου Βίτοσα φτάνει στον πολυσύχναστο κόμβο Σερντίκα (Sedika) ο οποίος έχει πάρει το όνομά του από το ρωμαϊκό όνομα της πόλης Ουλπία Σερδίκη (Ulpia Serdika). Εκεί βρίσκεται το στιβαρό Μέγαρο της Δικαιοσύνης (Sadebna Palata), από το οποίο ξεχωρίζουν οι δυο λέοντες που στέκουν άγρυπνοι φρουροί στην είσοδό του και το πολυτελέστατο ξενοδοχείο "Sofia Hotel Balkan". Επίσης, πάνω στην πλατεία του κόμβου, στέκει ο καθεδρικός ναός της Αγίας Κυριακής (Sveta Nedelya), ο οποίος χτίστηκε μεταξύ 1856-1863 κι ανακατασκευάστηκε το 1925 μετά από μια βομβιστική επίθεση που υπέστη. Η ιστορία της εκκλησίας πηγαίνει πάρα πολύ πίσω στον χρόνο και δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή, καθώς έχει καταστραφεί και έχει ξαναχτιστεί πολλές φορές. Πιθανότατα, η πρώτη εκκλησία που χτίστηκε στο σημείο αυτό να ήταν τον 10ο αιώνα και ήταν ξύλινη με πέτρινα θεμέλια. Ωστόσο η πρώτη αναφορά, γι' αυτήν γίνεται από έναν Γερμανό περιηγητή το 1578. Στα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ου ονομαζόταν "ο Άγιος Βασιλέας" (Свети Крал), επειδή στην εκκλησία αυτή είχαν τοποθετηθεί τα οστά του Σέρβου βασιλέα  Στέφανο Ούρο Β' Μιλουτίν (Стефан Урош II Милутин 1253-1321). Όμως στις 25 Απριλίου του 1856, άρχισε να χτίζεται στη θέση της ένας νέος εντυπωσιακός καθεδρικός ναός, ο οποίος άνοιξε επίσημα στις 11 Μαΐου του 1867, ενώ το 1898 προστέθηκαν νέοι τρούλοι στην οροφή του. Η καθυστέρηση αυτή οφείλεται στον σεισμό του 1858 που προκάλεσε αρκετές ζημιές στη μέχρι τότε κατασκευή του. Στις 16 Απριλίου του 1925, κατά την διάρκεια της νεκρώσιμης ακολουθίας για τον Στρατηγό Κονσταντίν Γεοργκίεβ (Константин Георгиев), ο οποίος είχε σκοτωθεί από επίθεση κομμουνιστών στις 14 του ίδιου μήνα, η στέγη του ναού κατέρρευσε μετά από έκρηξη βόμβας. Η ενέργεια έγινε από μέλη του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος κι είχε ως στόχο τον Τσάρο Μπόρις Γ'. Εκείνος κατάφερε να γλιτώσει από την απόπειρα δολοφονίας του, και σαν αντίποινα οδήγησε στον θάνατο πάνω από 150 άτομα, από τα οποία τα περισσότερα ανήκαν στην στρατιωτική, πολιτική και οικονομική ελίτ της χώρας. Η εκκλησία πήρε την σημερινή της μορφή μετά τις ανακαινίσεις που σημειώθηκαν στο διάστημα από το καλοκαίρι του 1927 έως την 7η Απριλίου του 1933. Το εικονοστάσι της, το οποίο είχε γλιτώσει από την έκρηξη του 1925, έχει φιλοτεχνηθεί πιθανότατα γύρω στο 1856, ενώ οι υπόλοιπες τοιχογραφίες του ναού φιλοτεχνήθηκαν την περίοδο 1971-1973. Ωστόσο μου δημιουργήθηκε μεγάλη απορία για την αγιογράφηση του ναού κατά την διάρκεια της σοβιετικής περιόδου.
Κάτω από την εκκλησία της Αγίας Κυριακής απλώνεται το διασημότερο κομμάτι της πόλης, το οποίο είναι το αρχιτεκτονικό σοσιαλιστικό σύμπλεγμα της πλατείας του Λάργκο. Το συγκεκριμένο κτιριακό συγκρότημα χτίστηκε το 1950 και θεωρείται χαρακτηριστικό παράδειγμα «σταλινικής αρχιτεκτονικής», η οποία μετέβαλε αισθητά την αρχιτεκτονική γραμμή του ιστορικού κέντρου, που μέχρι τότε αποτελούσε έναν συνδυασμό Νεομπαρόκ, Νεοροκοκό, Νεοαναγέννησης και Νεοκλασσικισμού. Το κεντρικό κτήριο υπήρξε η έδρα της Κομμουνιστικής Κυβέρνησης, που εγκαθιδρύθηκε στη Βουλγαρία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1944. 
Στην πλατεία του Λάργκο υπάρχουν πολλά μνημεία κι αξιοθέατα που μπορεί να θαυμάσει κανείς. Αρχικά, το βλέμμα πέφτει σε μια στήλη 15 μέτρων, όπου στέκει το χάλκινο άγαλμα της Αγίας Σοφίας. Το μνημειακό γλυπτό ανεγέρθηκε το 2000 και το συνολικό του ύψος είναι 24 μέτρα, παίρνοντας τη θέση που κατείχε παλαιότερα ένα άγαλμα του Λένιν. Ακριβώς κάτω από το χάλκινο άγαλμα της Αγίας Σοφίας, βρίσκεται το εκκλησάκι της Αγίας Πέτκας των Σελοποιών, το οποίο είναι εν μέρει σκαμμένο στο έδαφος και χρονολογείται από τον 16ο αιώνα. Το εκκλησάκι αυτό είναι κτισμένο στη θέση ενός παλαιότερου ρωμαϊκού θρησκευτικού κτηρίου και είναι γνωστό για τις τοιχογραφίες του από τον 14ο, 15ο, 17ο και 19ο αιώνα, όπου απεικονίζονται βιβλικές σκηνές. Στην ίδια περιοχή στέκουν υπογείως τα αρχαία απομεινάρια της ρωμαϊκής πόλης, τα οποία δεν αποσπάστηκαν για τις εργασίες κατασκευής του σταθμού μετρό, το τζαμί Banya Bashi, το εντυπωσιακό Μουσείο Ιστορίας, η επιβλητική συναγωγή και το κτήριο της κλειστής αγοράς Χαλίτη ή Χάλι. Μέσα σε μια μικρή έκταση είναι αρμονικά συγκεντρωμένα πολλά και διαφορετικά εθνολογικά και θρησκευτικά στοιχεία, δημιουργώντας ένα υπέροχο και πολύχρωμο πολιτισμικό μωσαϊκό
To εντυπωσιακό τζαμί Banya Bashi της Σόφιας αποτελεί ένα από τα λίγα εναπομείναντα αρχιτεκτονικά μνημεία της μακραίωνης οθωμανικής κυριαρχίας στην βουλγαρική πρωτεύουσα. Ακριβώς δίπλα του στέκεται το Ιστορικό Μουσείο, το οποίο λειτουργούσε στο παρελθόν ως κτίριο ορυκτών λουτρών λόγω των ιαματικών πηγών που υπάρχουν εκεί. Το Ιστορικό Μουσείο εντυπωσιάζει με την πλούσια διακοσμημένη πρόσοψή του, χάρη στον νεοβυζαντινό του ρυθμό, τις σύνθετες αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες της στέγης του και τον παρακείμενο κήπο του που είναι πάντα γεμάτος με ντόπιους. Το Μουσείο παρουσιάζει την ιστορία της πόλης από το 6000 π.Χ. έως το 1940, φιλοξενώντας συνολικά πάνω από 1.000 εκθέματα, μεταξύ των οποίων και ένα χρυσό άρμα από το παλάτι των Βερσαλλιών. Όσον αφορά τις ιαματικές πηγές και το μεταλλικό νερό, η Σόφια θα έπρεπε να είναι παγκοσμίως γνωστή γι' αυτό. Η πόλη είναι γεμάτη ιαματικές πηγές, με μια απ' αυτές (κι η πιο γνωστή) να βρίσκεται στην πλατεία Banski, δίπλα ακριβώς από το Ιστορικό Μουσείο. 
Κοντά στην πλατεία Λάργκο βρίσκεται το Προεδρικό Μέγαρο με τις φημισμένες αλλαγές της προεδρικής φρουράς. Το συγκεκριμένο κτιριακό συγκρότημα σχηματίζει μια εσωτερική αυλή, θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο να προστατεύσει τη Ροτόντα του Αγίου Γεωργίου, η οποία είναι το παλαιότερο σωζόμενο κτίριο της πόλης, κτισμένο με κόκκινα τούβλα και διακοσμημένο εσωτερικά με σημαντικές τοιχογραφίες, οι οποίες χρονολογούνται από τον 10ο αιώνα. Απ' αυτές, ξεχωρίζουν οι τοιχογραφίες 22 προφητών στον θόλο της εκκλησίας.
Φεύγοντας από την πλατεία Λάργκο συναντάμε το πρώην Βασιλικό Ανάκτορο, στο οποίο σήμερα συστεγάζονται η Εθνική Πινακοθήκη και το Εθνογραφικό Μουσείο. Το παλάτι άρχισε να κτίζεται το 1880 στην θέση του παλιού τούρκικου κονακίου (Διοικητηρίου) κι εγκαινιάστηκε στις 26 Δεκεμβρίου του 1882. Ο σχεδιασμός έγινε από τον Αυστριακό Friedrich Grünanger, ο οποίος ήταν ο αρχιτέκτονας της βουλγαρικής βασιλικής αυλής και από το 1879 έως και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σχεδίασε έναν μεγάλο αριθμό δημοσίων κτιρίων στη Βουλγαρία. Στη συλλογή των μουσείων υπάρχουν τουλάχιστον 50.000 εξαιρετικά δείγματα κλασικής τέχνης της χώρας, αλλά και πολλά εκθέματα από τη μεσαιωνική περίοδο. Επίσης υπάρχουν έργα μοντέρνα τέχνης από τους σημαντικότερους εκπροσώπους των σύγχρονων εικαστικών τεχνών της Βουλγαρίας. 
Πάνω στη λεωφόρο Tsar Osvobotitel που βρίσκονται η Εθνική Πινακοθήκη και το Εθνογραφικό Μουσείο, υπάρχουν κι άλλα σημαντικά κι όμορφα κτίρια κι αξιοθέατα, όπως το κτήριο της Εθνοσυνέλευσης της Βουλγαρίας και το άγαλμα του Τσάρου Osvobotitel (Τσάρος Απελευθερωτής), ο οποίος ατενίζει προς τη βουλγαρική εθνοσυνέλευση καθήμενος πάνω στο άλογό του. Το άγαλμα αυτό είναι προς τιμήν του Ρώσου ηγεμόνα Αλέξανδρου Β', από τον οποίο πήρε το όνομά της η συγκεκριμένη κεντρική λεωφόρος. Επίσης στην ίδια λεωφόρο βρίσκεται η πανέμορφη ρωσική εκκλησία του Αγίου Νικολάου, η οποία είναι χτισμένη με το διάσημο μοσχοβίτκο ύφος κι η επιβλητική Λέσχη των Αξιωματικών, η οποία είναι περιτριγυρισμένη από πανέμορφα κτίρια, τα οποία σήμερα φιλοξενούν πρεσβείες άλλων χωρών. Στο τέρμα της λεωφόρου ορθώνεται το Πανεπιστήμιο της Σόφιας «Άγιος Κλήμης της Αχρίδας» (Sofia University «St. Kliment Ohridski»), το παλαιότερο και σημαντικότερο ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της Βουλγαρίας, το οποίο ιδρύθηκε το 1888 κι αποτελεί σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα και αναγνωρισμένου κύρους πανεπιστημιακά και επιστημονικά κέντρα της χώρας, προσφέροντας 92 προγράμματα σπουδών σε 5 γλώσσες.
Όλα αυτά τα αξιόλογα σημεία της πόλης που αξίζει κανείς να επισκεφθεί και να θαυμάσει, περιστοιχίζουν το πιο αναγνωρίσιμο μνημείο της Σόφιας, το οποίο είναι ο Καθεδρικός ναός του Αλέξανδρου Νιέφσκι. Ο συγκεκριμένος καθεδρικός νεοβυζαντινού αρχιτεκτονικού ύφους, είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος ναός στα Βαλκάνια (μετά τον Καθεδρικό του Άγιου Σάββα, στο Βελιγράδι) και ένας από τους μεγαλύτερους στον κόσμο (11ος μεγαλύτερος ναός της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας). Το συγκεκριμένο οικοδόμημα απλώνεται σε 3.170 τετραγωνικά, έχοντας τη δυνατότητα να φιλοξενήσει μέχρι 10.000 άτομα. Ο επιβλητικός αυτός ναός ολοκληρώθηκε το 1912, με τον χρυσό του θόλο να φτάνει στα 45 μέτρα και το καμπαναριό του στα 50 μέτρα. Η εκκλησία έχει 12 καμπάνες με συνολικό βάρος 23 τόνους. 
Ο ναός άρχισε να χτίζεται το 1892, κάμποσα χρόνια μετά τη λήξη των απαγορεύσεων της οθωμανικής διακυβέρνησης στη Βουλγαρία, που αφορούσαν την ανέγερση χριστιανικών εκκλησιών (καταργήθηκαν το 1839). Η κατάργηση αυτή έφερε μια άνθηση στη θρησκευτική αρχιτεκτονική, η οποία εντάθηκε όταν επικράτησε η Ορθόδοξη Εκκλησία ως εθνική θρησκεία των Βουλγάρων. Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια την εξαφάνιση του αρχιτεκτονικού τύπου της βυζαντινής βασιλικής, υπό την επίδραση της ρωσικής σχολής. Η κατασκευή του καθεδρικού ναού του Αγίου Αλεξάνδρου Νιέφσκι (που σχεδιαζόταν από τις 19 Φεβρουαρίου 1879) ξεκίνησε το 1882, όταν τέθηκε ο θεμέλιος λίθος, αλλά το μεγαλύτερο τμήμα του χτίστηκε μεταξύ 1904 και 1912. Ο Άγιος Αλέξανδρος Νιέφσκι ήταν Ρώσος πρίγκιπας και ο καθεδρικός ναός κατασκευάστηκε προς τιμή των Ρώσων στρατιωτών που έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού Πολέμου του 1877-1878, αποτέλεσμα του οποίου ήταν να απελευθερωθεί η Βουλγαρία από την Οθωμανική κυριαρχία. 
Ο καθεδρικός ναός σχεδιάστηκε από τον Αλέξανδρο Πομεράντσεφ, με τη βοήθεια των Αλέξανδρου Σμιρνόφ και του Αλέξανδρου Γιάκοβλεφ, που άλλαξε ριζικά το αρχικό σχέδιο του 1884-1885 του Ιβάν Μπογκομόλοφ. Το τελικό σχέδιο ολοκληρώθηκε το 1898, και η κατασκευή και διακόσμησή του έγιναν από ομάδα Βούλγαρων, Ρώσων, Αυστροούγγρων και άλλων Ευρωπαίων καλλιτεχνών, αρχιτεκτόνων και εργατών, περιλαμβανομένων των προαναφερθέντων αρχιτεκτόνων, καθώς και των Πέτκο Moμτσίλοφ, Γιορντάν Μιλάνοφ, Χαραλάμπι Tάτσεφ, Ιβάν Μρκβίτσκα, Βασίλι Μπολότνοφ, Νικολάι Μπρούνι, Αλέξανδρου Κισέλιοφ, Αντον Μίτοφ και πολλών άλλων. Τα μαρμάρινα μέρη και τα φωτιστικά κατασκευάσθηκαν στο Μόναχο, τα μεταλλικά στοιχεία για τις πύλες στο Βερολίνο, οι ίδιες οι πύλες κατασκευάστηκαν στο εργοστάσιο του Καρλ Μπάμπεργκ στη Βιέννη ενώ τα ψηφιδωτά μεταφέρθηκαν από τη Βενετία.
Δίπλα στον καθεδρικό ναό, βρίσκεται η βασιλική της Αγίας Σοφίας, η οποία χάρισε το όνομά της στην πόλη. Η εκκλησία χτίστηκε στη θέση πολλών παλαιότερων εκκλησιών από τον 4ο αιώνα και τόπων λατρείας που χρονολογούνται από τις μέρες που λειτουργούσε ως νεκρόπολη της ρωμαϊκής πόλης Σερδική. Στη θέση αυτή υπήρξε κι ένα ρωμαϊκό θέατρο τον 2ο αι. Κατά τους επόμενους αιώνες, αρκετές άλλες εκκλησίες κατασκευάστηκαν στο ίδιο σημείο, αλλά καταστράφηκαν από εισβολείς όπως Γότθους και Ούννους. Το σχέδιο της σημερινής βασιλικής, με τους δύο ανατολικούς πύργους και έναν πύργο-τρούλο, πιστεύεται ότι είναι η πέμπτη κατασκευή που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ιουστινιανού στα μέσα του 6ου αιώνα (527-565). Είναι επομένως σύγχρονη της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη. 
Κατά τη Δεύτερη Βουλγαρική Αυτοκρατορία, ο ναός απέκτησε το καθεστώς μητροπολιτικής εκκλησίας και τον 14ο αιώνα έδωσε το όνομά της στην πόλη. Τον 16ο αιώνα, κατά την οθωμανική κυριαρχία, η εκκλησία μετατράπηκε σε τζαμί, μ' αποτέλεσμα να προστεθούν μιναρέδες και να καταστραφούν οι αρχικές τοιχογραφίες του 12ου αιώνα. Τον 19ο αιώνα, δύο σεισμοί, ένας το 1818 και ένας το 1856 κατέστρεψαν έναν από τους μιναρέδες και το τζαμί εγκαταλείφθηκε. Μετά την αυτονομία της Βουλγαρίας το 1878, ο μισοκατεστραμμένος ναός χρησίμευσε ως αποθήκη πετρελαίου ενώ στην κορυφή του είχε κτιστεί ένας πύργος της πυροσβεστικής. Οι εργασίες αποκατάστασης άρχισαν μετά το 1900 και λειτούργησε ως εκκλησία μετά το 1930 ενώ το 1950 ανακηρύχθηκε μνημείο, καθώς η εκκλησία της Αγίας Σοφίας είναι πλέον ένα από τα πιο πολύτιμα κομμάτια της παλαιοχριστιανικής αρχιτεκτονικής στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Το σημερινό κτίριο είναι μια σταυροειδής βασιλική με τρεις βωμούς. Το δάπεδο της εκκλησίας είναι καλυμμένο με πολύπλοκα παλαιοχριστιανικά ψηφιδωτά με φυτικά και ζωικά μοτίβα. Η εκκλησία της Αγίας Σοφίας βρίσκεται στη μέση μιας αρχαίας νεκρόπολης και έχουν ανακαλυφθεί πολλοί τάφοι, περίπου 100, κάτω και κοντά στην εκκλησία. Μερικοί από τους τάφους διαθέτουν ακόμη τοιχογραφίες.
Πίσω από τον Καθεδρικό ναό του Αλέξανδρου Νέφσκι, βρίσκεται το "Kvadrat 500", το νεότερο Mουσείο Τέχνης της πόλης, όπου φιλοξενούνται περισσότερα από 2.000 έργα τέχνης απ’ όλο τον κόσμο, μεταξύ των οποίων πίνακες ζωγραφικής από τους Delacroix, Renoir, Picasso κι άλλους διάσημους δημιουργούς. Προσπερνώντας το νεότερο Μουσείο Τέχνης και το ήσυχο πάρκο των γιατρών, φτάνουμε στο πάρκο με το εντυπωσιακό μνημείο του Σοβιετικού Στρατού, το οποίο έχει μετατραπεί σε σημείο συνάντησης για τους νέους καθώς εκεί κοντά βρίσκεται και το Πανεπιστήμιο της Σόφιας. Το μνημείο κατασκευάστηκε το 1954 με αφορμή την 10η επέτειο της απελευθέρωσης της πόλης από τον Σοβιετικό Στρατό. Στο τεράστιο σύμπλεγμα που δεσπόζει στη κορυφή μιας πανύψηλης βάσης, απεικονίζεται ένας στρατιώτης του Σοβιετικού Στρατού, ένας εργάτης και μια γυναίκα αγρότισσα. Όμως το εντυπωσιακό χαρακτηριστικό αυτού του ιδιαίτερου δυναμισμού μνημείου, είναι πως τα ανάγλυφα που βρίσκονται στη βάση του έχουν μετατραπεί κατά καιρούς σε καμβά των ντόπιων καλλιτεχνών. Παρόλα αυτά το μνημείο παραμένει άριστα διατηρημένο κι ο χώρος γύρω του εξαιρετικά περιποιημένος. Μάλιστα, την μέρα που το επισκέφθηκα δε συνάντησα κάποια εικαστική πινελιά πάνω του.
Επιστρέφοντας στο ιστορικό κέντρο της πόλης, διασχίσαμε ένα ακόμη πάρκο, όπου βρίσκεται το πανέμορφο Εθνικό Θέατρο της Βουλγαρίας, το οποίο έχει φιλοξενήσει μερικές από τις σπουδαιότερες παραστάσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στη βουλγαρική πρωτεύουσα. Το θέατρο ιδρύθηκε το 1904 από τους καλλιτέχνες της ομάδας "Δάκρυα και Γέλιο" (Salza i Smyah) κι η αρχική του ονομασία ήταν απλά Εθνικό Θέατρο. Τη σημερινή κι επίσημη ονομασία του, την πήρε από τον γνωστό Βούλγαρο συγγραφέα Ιβάν Βαζόφ, του οποίου το έργο «The Outcasts» ήταν το πρώτο που έκανε πρεμιέρα στη σκηνή του θεάτρου αμέσως μετά τα εγκαίνια. Όμως, προτού ονομαστεί προς τιμήν του εξέχοντα συγγραφέα Ιβάν Βάζοφ, έφερε από το 1952 έως το 1962 το όνομα του Κραστιού Σαράφοφ. Το κτίριο του θεάτρου είναι νεοκλασικό, σχεδιασμένο από τους διάσημους Βιεννέζους αρχιτέκτονες θεάτρων Χέρμαν Χέλμερ και Φέρνιναντ Φέλνερ. Ολοκληρώθηκε το 1906 και άνοιξε στις 3 Ιανουαρίου 1907. Το θέατρο υπέστη εκτεταμένες ζημιές από πυρκαγιά το 1923, κατά τη διάρκεια ενός εορτασμού επετείου, αλλά ανακατασκευάστηκε το 1929 από το Γερμανό αρχιτέκτονα Μάρτιν Ντούλφερ. Οι βομβαρδισμοί της Σόφιας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο προκάλεσαν σημαντικές ζημιές στο κτήριο, το οποίο ανακατασκευάστηκε το 1945. Άλλη μια ανακατασκευή ακολούθησε τα χρόνια 1971-1975, και μια εργασία αποκατάστασης κόστους 100,000€ τέθηκε σε εφαρμογή το 2006. Η όψη του είναι εντυπωσιακή με το επιχρυσωμένο του αέτωμα και τον γλυπτό του διάκοσμο. Πολλοί όμως λένε ότι ακόμη πιο εντυπωσιακός είναι ο εσωτερικός του χώρος. Μπορεί να μην κατάφερα να αντικρύσω την εσωτερική ομορφιά του θεάτρου αλλά στάθηκα τυχερός κι απόλαυσα ένα φολκλορικό δρώμενο στον προαύλιο χώρο του με παραδοσιακή μουσική και κυκλικούς χορούς κι επίσης μαγεύτηκα με το γοητευτικό άγαλμα της χορεύτριας στο σιντριβάνι. 
Όμως οι πόλεις δεν είναι μόνο τα μνημεία και τα αξιοθέατά τους. Οι πόλεις έχουν και τις αθέατες πλευρές τους που αξίζουν ένα πέρασμα κι από αυτές. Μια απ' αυτές είναι η υπαίθρια αγορά Zhenski Pazar, το παζάρι των γυναικών. Πίσω από τη συναγωγή υπάρχει ένα μεγάλο παζάρι εκατό μέτρων γεμάτο αρώματα και μεθυστικές μυρωδιές που μας ταξιδεύει σε ανατολίτικες εποχές. Έχουν διατηρηθεί ακόμα παλιά μαγαζάκια με πραμάτειες κι υπαίθριες φωτογραφίες που παρουσιάζουν την παλιά του όψη. Στην περιοχή αυτή στέκει κι η εκκλησία του Κύριλλου και Μεθόδιου που έχει ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον ενώ στον εσωτερικό της χώρο κυριαρχεί ένας μυσταγωγικός φωτισμός λόγω των κιτρινωπών της παραθύρων. 
Την τελευταία μέρα στη Σόφια, αποφασίσαμε να ανεβούμε στις χαμηλότερες πλαγιές του βουνού Βίτοσα για να επισκεφθούμε ένα μοναδικό Μνημείο Πολιτισμικής Κληρονομιάς της Unesco (ανακηρύχθηκε το 1979). Εκεί βρίσκεται η περίφημη Εκκλησία της Μπογιάνα κρυμμένη στις σκιές πανύψηλων σεκογίων, και ένα από τα πληρέστερα και καλύτερα διατηρημένα μνημεία της μεσαιωνικής τέχνης στα Βαλκάνια. Η εκκλησία αυτή χτίστηκε σε πολλά στάδια, τα οποία είναι εμφανή τόσο εσωτερικά όσο κι εξωτερικά. Η ανατολική πτέρυγα της διώροφης εκκλησία κατασκευάστηκε αρχικά στα τέλη του 10ου ή στις αρχές του 11ου αιώνα, στη συνέχεια προστέθηκε η κεντρική πτέρυγα το 13ο αιώνα επί της Δεύτερης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας, ενώ το κτίριο ολοκληρώθηκε με μια περαιτέρω επέκταση προς τα δυτικά στα μέσα του 19ου αιώνα. Στους τοίχους του ναού απεικονίζεται ένα σύνολο 89 σκηνών με 240 ανθρώπινες μορφές και δύο Βούλγαρων ηγεμόνων, του Τσάρου Κωνσταντίνου Άσεν και του Τσάρου Κολογιάν. Το κτίσμα αυτό ανήκει στο διώροφο τύπο τάφου-εκκλησίας. Αποτελείται από ισόγειο οικογενειακό τάφο, με ένα ημικυλινδρικό θόλο και δύο αρκοσόλια στο βόρειο και νότιο τοίχο, και ένα άνω όροφο, οικογενειακό παρεκκλήσι, πανομοιότυπου σχεδιασμού με την ανατολική εκκλησία. Η εξωτερική όψη είναι διακοσμημένη με κεραμικά. Το τελευταίο τμήμα χτίστηκε με δωρεές από την τοπική κοινωνία στα μέσα του 19ου αιώνα. Η εκκλησία έκλεισε για το κοινό το 1954, προκειμένου να συντηρηθεί και να αποκατασταθεί κι άνοιξε ξανά το 2006. 
Οι τοιχογραφίες στο εσωτερικό του ναού, οι καλύτερα σωζόμενες από τις οποίες χρονολογούνται από το 1259, είναι από τα σπουδαιότερα δείγματα βουλγαρικής μεσαιωνικής ζωγραφικής, που επηρέασαν τη θρησκευτική εικονογραφία σε εκκλησίες και μονές της Σερβίας και της Ρωσίας. Οι ανώνυμοι καλλιτέχνες, οι οποίοι δημιούργησαν τις αριστουργηματικές αυτές νωπογραφίες, ακολουθώντας το εικονογραφικό ύφος της Βυζαντινής παράδοσης, προσέδωσαν στις εικονιζόμενες μορφές μια έντονη ζωντάνια κι ένα βαθύ ρεαλισμό. Εκτός από το πρώτο στρώμα των τοιχογραφιών του 11ου και 12ου αιώνα, από τις οποίες σώζονται μόνο θραύσματα, και το περίφημο δεύτερο στρώμα τοιχογραφιών από το 1259, η εκκλησία διαθέτει επίσης ένα μικρότερο αριθμό μεταγενέστερων τοιχογραφιών του 14ου και 16ου και 17ου αιώνα, καθώς και από το 1882. Οι τοιχογραφίες αποκαταστάθηκαν και καθαρίστηκαν το 1912-1915 από έναν Αυστριακό και ένα Βούλγαρο ειδικό, ενώ στην πορεία ακολούθησαν κι άλλες αποκαταστάσεις το 1934 και το 1944. Η εκκλησία οφείλει την παγκόσμια φήμη της κυρίως στις τοιχογραφίες της του 1259, οι οποίες αποτελούν ένα δεύτερο στρώμα πάνω από τα έργα ζωγραφικής των προηγούμενων αιώνων. Από μια επιγραφή στο βόρειο τοίχο του νάρθηκα, γίνεται γνωστό ότι η εκκλησία εικονογραφήθηκε στη διάρκεια της ηγεμονίας του τσάρου της Βουλγαρίας Κωνσταντίνου Α΄ Τιχ το 1259. Δεκαοκτώ σκηνές στο νάρθηκα απεικονίζουν τη ζωή του Αγίου Νικολάου. Ο ζωγράφος εδώ απεικόνισε ορισμένες πτυχές της ζωής της εποχής του. Στο Θαύμα στη Θάλασσα, το πλοίο και τα καπέλα των ναυτικών θυμίζουν τον Ενετικό στόλο. Οι προσωπογραφίες των προστατών της εκκλησίας - του Σεβαστοκράτορα Καλογιάν και της συζύγου του Ντεσισλάβα, που προσφέρουν ένα ομοίωμα του ναού στον προστάτη της εκκλησίας Άγιο Νικόλαο, καθώς και εκείνες του Βούλγαρου τσάρου Κωνσταντίνου Α΄ Τιχ και της Τσαρίνας Ειρήνης, κόρης του Θεοδώρου Β' Λάσκαρι, θεωρούνται από τις εντυπωσιακότερες και ζωντανότερες τοιχογραφίες της εκκλησίας και βρίσκονται στον βόρειο τοίχο της. Εδώ εικονίζεται και ο προστάτης άγιος του βουλγαρικού λαού, ο Άγιος Ιωάννης της Ρίλα, ιδρυτής του περίφημου Μοναστηριού της Ρίλα.
Αναχώρησα από τη Σόφια και τη Βουλγαρία μαγεμένος από τις ομορφιές που συνάντησα και αναπάντεχα φορτωμένος με υπέροχες εικόνες και ιδιαίτερες στιγμές. Η Βουλγαρία μου ξεδίπλωσε τις ομορφιές της απλόχερα και ταπεινά, φανερώνοντάς μου πως είναι ένας τόπος πλούσιος σε ιστορία και μνημεία. Ένας τόπος αξιοζήλευτος για τον σεβασμό που δείχνει τόσο στη φύση όσο και στην πολιτιστική του κληρονομιά. Ένας τόπος ζεστός αλλά ακόμη απόμακρος. Αντί λοιπόν να πω πως ολοκλήρωσα την υπόσχεση που είχα θέσει στον εαυτό μου για μια μελλοντική επίσκεψή μου στη Βουλγαρία, θεωρώ πως απλώς την ανανέωσα καθώς είμαι πεπεισμένος πως έχω να ανακαλύψω κι άλλους θησαυρούς στη γειτονική μας χώρα. 
Οπότε δεν έχω κάτι παραπάνω να πω πέρα από ένα "Ще се видим отново България" (εις το επανιδείν Βουλγαρία!).