Κυριακή, 31 Μαΐου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Ομάρ (2013)


Υπάρχουν κάποιες σπάνιες κινηματογραφικές στιγμές όπου ορισμένες ταινίες σε κερδίζουν από το πρώτο κιόλας πλάνο. Στη συγκεκριμένη ταινία, ένας νεαρός στέκεται κάτω από τα τείχη που έχουν ορθώσει οι Ισραηλινοί στις κατοχικές περιοχές των Παλαιστινίων και παρακολουθεί την κίνηση στο δρόμο. Μόλις συνειδητοποιεί πως όλα είναι εντάξει ανεβαίνει με γρήγορες κινήσεις στο τείχος και πηδάει στην αντίπερα πλευρά αφού πρώτα δεχτεί έναν καταιγισμό σφαιρών. Μ' αυτόν τον εντυπωσιακό τρόπο ο σκηνοθέτης Χανί Αμπού-Ασάντ μας καθοδηγεί στο καθημερινό μαρτύριο που βιώνουν οι συμπατριώτες του.
Η ιστορία μας μιλάει για τον Ομάρ, έναν νεαρό Παλαιστίνιο που μαζί με δύο παιδικούς του φίλους οργανώνουν μια επίθεση σε μια ισραηλινή στρατιωτική βάση. Παράλληλα δημιουργείται ένα περίεργο ερωτικό τρίγωνο μεταξύ του Ομάρ, της Νάντια που είναι αδελφή του ενός παιδικού του φίλου και του άλλου της παρέας, μ' αποτέλεσμα να μπλεχτεί ο έρωτας με την εμπόλεμη καθημερινή τους κατάσταση. Σ' αυτήν την άνιση μάχη, η νίκη εξαρτάται από τα ιδανικά και το ήθος των εμπλεκόμενων προσώπων. 
Μετά την επίθεση στη στρατιωτική μονάδα, η παρέα πέφτει σε ενέδρα μυστικών αστυνομικών οι οποίοι συλλαμβάνουν τον Ομάρ. Ο νεαρός Παλαιστίνιος καλύπτει τους δυο συντρόφους του παρά τα βασανιστήρια και την απομόνωση που θα υποστεί εκεί αλλά την πατάει σε μια ανύποπτη στιγμή. Εκεί θα αναγκαστεί να γίνει διπλός πράκτορας για να παραδώσει στα χέρια των αστυνομικών του δύο του συντρόφους. 
Στην πραγματικότητα όμως, ο Ομάρ κάνει αυτήν την επιλογή για να βγει από τη φυλακή διότι θέλει να ξαναδεί την Νάντια και με την πρώτη ευκαιρία μαρτυρά στους φίλους του την νέα του "ιδιότητα". Προσπαθώντας να γλιτώσουν από τον ασφυκτικό κλοιό, αποφασίζουν να στήσουν ενέδρα στην ισραηλινή μυστική αστυνομία. Για κακή τους τύχη όμως πέφτουν σε νέα παγίδα κάτι που φανερώνει πως υπάρχει ανάμεσά τους κάποιος κρυφός χαφιές. Ο Ομάρ ξαναμπαίνει φυλακή αλλά αυτή τη φορά οι συνθήκες είναι πολύ δυσοίωνες γι' αυτόν καθώς οι σύντροφοί του τον θεωρούν προδότης κι η ισραηλινή αστυνομία τον έχει πια ξοφλημένο ενώ η σχέση του με την Νάντια καταλήγει σε ναυάγιο.
Δε θα ήθελα να επεκταθώ παραπάνω στην υπόθεση της ταινίας καθώς ένα από τα δυνατά της σημεία  είναι οι ανατροπές που ακολουθούν. 


Ακόμη κι άγνοια να χει κάποιος για το δράμα των Παλαιστινίων, η ταινία καταφέρνει να εισχωρήσει τον καθέναν στην ασφυκτική καθημερινότητά τους. Αρκεί να αναλογιστούμε πως ο πρωταγωνιστής αναγκάζεται να ανέβει ένα θεόρατο τείχος θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή του για να συναντήσει τους φίλους του αλλά και το κορίτσι που αγαπά. Έπειτα οι καθημερινοί εξονυχιστικοί έλεγχοι των Ισραηλινών που μετατρέπονται σε απάνθρωπα καψόνια, όπως στη σκηνή που αναγκάζουν τον Ομάρ να ισορροπήσει σε μια πέτρα. Αλλά το μεγαλύτερο δράμα έρχεται όταν το κατοχικό καθεστώς αναγκάζει τους Παλαιστινίους να επιλέξουν ανάμεσα στον αργό θάνατο της φυλακής και στον ηθικό ξεπεσμό της προδοσίας. Εκεί οι καταστάσεις ζυγιάζονται κι οι αποφάσεις που παίρνονται είναι πολλές φορές χειρότερες από τον ίδιο τον θάνατο. 
Κάτω απ' αυτές τις αντίξοες συνθήκες, οι ανθρώπινες σχέσεις κλονίζονται κι οι φιλίες μετατρέπονται σε σχέσεις μίσους καθώς η αγάπη αντικαθίσταται από την υποψία και τον φόβο. Και πάνω σ' αυτό το συναίσθημα πατάει η ταινία για να μας δείξει την ανυπόφορη κατάσταση σε μια κατεχόμενη χώρα. Η αβεβαιότητα ενός θολού μέλλοντος κι η υποψία μεταξύ των ανθρώπων, φέρνουν τετελεσμένες καταστάσεις όπου επικρατεί το δίλημμα "ο θάνατός σου η ζωή μου" μεταξύ των συντρόφων και των συμπατριωτών. 
Πέρα από την ανδρική φιλία, που σ' αυτές τις αντίξοες συνθήκες αποκτά άλλη σημασία και βαρύτητα, πολύ δυνατό είναι και το κομμάτι της πατριαρχίας σ' αυτές τις κοινωνίες. Αυτό εκδηλώνεται στο πρόσωπο της Νάντια, η οποία έχει ταυτόχρονα το ρόλο του θύματος και του θύτη. Διότι όταν είναι δύσκολο να εκφραστούν τα συναισθήματα και οι προθέσεις μεταξύ των ανθρώπων τόσο εύκολο είναι να παρθούν λάθος αποφάσεις και διάφορα πρόσωπα να βρεθούν σε μη αναστρέψιμες καταστάσεις. Επηρεασμένη από τις υποψίες πως ο Ομάρ ενδέχεται να είναι προδότης, μπερδεύεται στον ποιον από τους δυο φίλους επιθυμεί για να συνεχίσει τη ζωή της και να κάνει οικογένεια. Από τη στιγμή όμως που κάποιος δεν μπορεί να αποφασίσει με ελεύθερη βούληση, εισχωρεί αργά ή γρήγορα σε καταστάσεις που δεν επιθυμεί μ' αποτέλεσμα μετά από χρόνια να κάθεται άβουλος κι άπραγος σε έναν καναπέ και να αναλογίζεται τη μοίρα που του 'λαχε (ή τη ζωή που έχασε μέσα από τα ίδια του τα χέρια).


Αν και η ταινία προσπαθεί να περάσει το Παλαιστινιακό πρόβλημα γύρω από το πρόσωπο του πρωταγωνιστή, όπως το μαρτυρά κι ο τίτλος της ταινίας, ο σκηνοθέτης ανοίγει τις προσωπικότητες όλων των εμπλεκομένων σαν βεντάλια, παρουσιάζοντάς μας ένα πλήθος στοιχείων από την επικίνδυνη καθημερινή ζωή του παλαιστινιακού λαού. Όμως παρά τις κακουχίες και την στέρηση τόσο της ελευθερίας όσο κι αρκετών άλλων ανθρώπινων δικαιωμάτων, η ταινία αφήνει μια υπόνοια ελπίδας για ένα καλύτερο αύριο. Οι νέοι από την μια μάχονται για την αξιοπρέπεια και την ελευθερία τους αλλά από την άλλη έχουν ακέραιη τη διάθεση να ονειρεύονται για ένα καλύτερο αύριο. Κι ίσως αυτό είναι που τους δίνει το κουράγιο να συνεχίζουν τον αγώνα τους. 
Ο σκηνοθέτης Χανί Αμπού-Ασαντ δένει ένα εξαιρετικά δομημένο πολιτικοκοινωνικό θρίλερ με μια ερωτική ιστορία που ξεχωρίζει για την τρυφερότητα και την τραγικότητά της. Έπειτα το σενάριο δεν αφήνεται σε κανένα σημείο να κάνει κοιλιά, δημιουργώντας μια ασταμάτητη αγωνία που ξεκινάει από το πρώτο λεπτό και κορυφώνεται στο τέλος με μια άκρως συγκλονιστική σκηνή που κόβει την ανάσα. Παράλληλα παρουσιάζει με έναν πολύ ευαίσθητο τρόπο το Παλαιστινιακό πρόβλημα αποφεύγοντας τις ξύλινες πολιτικές κορώνες και τον επικίνδυνο φανατισμό που επικρατεί σ' αυτά τα μέρη. Η δικιά του κραυγή βγαίνει μέσα από την καθημερινότητα των πρωταγωνιστών του κι αυτό την κάνει περισσότερο αποτελεσματική προς το κοινό. Η απεικόνιση της καθημερινότητας των Παλαιστινίων ήταν τόσο ρεαλιστική, που έφτασα στο τέλος να θεωρώ φυσιολογικό το να σκαρφαλώνει κανείς ένα θεόρατο τοίχο για να μπορέσει να δει την κοπέλα που αγαπά. Αυτή η εξοικείωση είναι που με έβαλε σε μεγαλύτερη περισυλλογή...
Για να επιτευχθεί ο ιδιαίτερος ρεαλισμός της συγκεκριμένης ταινίας, έπαιξαν σημαντικό ρόλο κι οι ηθοποιοί, από τους οποίους θεωρώ πως ξεχώρισαν με τις ερμηνείες τους ο Άνταμ Μπακρί ως Ομάρ, η πανέμορφη Λιμ Λουμπάνι στο ρόλο της Νάντια κι ο Γουαλίντ Ζουάιτερ στο ρόλο του μυστικού Ισραηλινού αστυνομικού.
Κλείνοντας θα ήθελα να αναφερθώ σε έναν επιπλέον λόγο που μ' έκανε να εκτιμήσω πολύ αυτήν την ταινία, κι αυτός είναι πως η παραγωγή της βασίστηκε εξολοκλήρου με χρήματα Παλαιστινίων. Γνωρίζοντας τις συνθήκες της καθημερινής τους ζωής αλλά και των πενιχρών τους εισοδημάτων, μπορούμε να καταλάβουμε τη θυσία που έκανε ο καθένας τους ξεχωριστά για να στηρίξει τη συγκεκριμένη παραγωγή. Τελικά η ταινία αναγνωρίστηκε καθώς συμμετείχε σε αρκετά φεστιβάλ σε πολλά εκ των οποίων ήταν υποψήφια βραβείων, με μεγαλύτερη της διάκριση το βραβείο "Ένα Κάποιο Βλέμμα" στο φεστιβάλ των Καννών και η προβολή της στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ (αν και δε νομίζω πως συγκίνησε εκεί κανέναν).
Το παλαιστινιακό κινηματογραφικό διαμαντάκι "Ομάρ" είναι ένα εκκωφαντικό "φτάνει πια" στην ασφυκτική κι άκρως δολοφονική συμπεριφορά των Ισραηλινών απέναντι στους Παλαιστινίους. Μια ωμή απεικόνιση της αντίστοιχης ισραηλινής μπότας που σφίγγει μέχρι θανάτου τον λαιμό των ελεύθερων πολιορκημένων της Δυτικής Όχθης και της Λωρίδας της Γάζας.

Βαθμολογία: 8/10

Σάββατο, 30 Μαΐου 2020

Ένα Ψηλό Κορίτσι



Έχουμε συνηθίσει να παρακολουθούμε αντιπολεμικές ταινίες με φόντο τα μέτωπα και με επίκεντρο το δράμα των θυμάτων που βρέθηκαν στα πεδία των μαχών. Σπανίως έχουμε στρέψει το βλέμμα μας στα μετόπισθεν τόσο σε αυτούς που πρωταγωνιστούν με τον ίδιο ζήλο για την πατρίδα όσο και σ' αυτούς που επιβιώνουν από το μακελειό αλλά κουβαλούν τα ψυχικά τους τραύματα για το υπόλοιπο της ζωής τους. Και φυσικά ποτέ δεν έχουμε ασχοληθεί με το δύσκολο έργο των γυναικών, των οποίων ο αγώνας συνεχίζεται για πολλά χρόνια μετά τη λήξη του μαχών. Πάνω σ' αυτό το τόσο ευαίσθητο θέμα και πατώντας πάνω στο βιβλίο "Ο Πόλεμος δεν έχει πρόσωπο γυναίκας" της νομπελίστριας Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, ο νεαρός Ρώσος σκηνοθέτης Καντερίμ Μπαλάγκοφ προσφέρει ένα σπάνιο αντιπολεμικό δράμα, το οποίο τιμήθηκε στο περσινό φεστιβάλ των Καννών με το βραβείο 'Ένα Κάποιο Βλέμμα" και με το βραβείο FIPRESCI. 
Η ιστορία διαδραματίζεται στο Λένινγκραντ λίγο καιρό μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο όπου δυο νεαρές νοσηλεύτριες φροντίζουν τους τραυματίες σε μια νοσοκομειακή μονάδα κουβαλώντας η καθεμία παράλληλα τις δικές τους πολεμικές "πληγές". Η μια υποφέρει από μια εγκεφαλική βλάβη που της προκάλεσε ένα τραύμα στη μάχη ενώ η άλλη επιστρέφει στην πατρίδα της με τον αέρα της νικήτριας έχοντας μπει με τον κόκκινο στρατό στο ισοπεδωμένο Βερολίνο. Παρόλο που η όψη της εκπέμπει δυναμισμό κι αισιοδοξία, η ίδια προσπαθεί με κάθε τρόπο να καλύψει τις σκοτεινές στιγμές που βίωσε στην πολιορκία της γερμανικής πρωτεύουσας. Παρόλα αυτά, οι δυο κοπέλες προσπαθούν να αφήσουν τα προσωπικά τους δράματα στην άκρη, ώστε να μπορέσουν να περιθάλψουν και να τονώσουν το ηθικό των τραυματισμένων φαντάρων. Όσο όμως περνούν οι μέρες κι η πολυπόθητη ειρήνη δείχνει πως εδραιώνεται στην πατρίδα τους, τόσο εκείνες διαπιστώνουν πως ο πόλεμος εξακολουθεί να υφίσταται εντός τους και μέρα με τη μέρα τον νιώθουν να τρώει αργά και βασανιστικά τα σωθικά τους. Μπορεί ο πόλεμος να τελείωσε αλλά για κάποιους ανθρώπους οι πολυπόθητες "καλύτερες μέρες" δε θα 'ρθουν ποτέ.
Η Ίγια ξεχωρίζει για το ψηλόλιγνο σωματότυπό της, η οποία κλεισμένη σε ένα μικρό διαμέρισμα προσπαθεί να μεγαλώσει ένα μωρό δηλώνοντας ψευδώς πως είναι δικό της. Στην πραγματικότητα όμως ανήκει σε μια φίλη της που έμεινε πίσω στο μέτωπο του Βερολίνου και της το έδωσε να το φροντίζει στα μετόπισθεν όσο εκείνη θα βρισκόταν στην καρδιά των μαχών. Όμως σε μία ανύποπτη στιγμή κατά τη διάρκεια ενός παιχνιδιού, η Ίγια πέφτει σε ακινησία (σύμπτωμα του ψυχικού της τραύματος) μ' αποτέλεσμα ο μικρός να πεθάνει από ασφυξία. Αυτό τραγικό συμβάν θα φέρει τις δυο κοπέλες πιο κοντά, δημιουργώντας τους μια αρρωστημένη σχέση αλληλοεξάρτησης, η οποία θα ισχυροποιείται όλο και πιο πολύ όσο εκείνες θα συνειδητοποιούν πως θυσίασαν τα νιάτα τους για έναν κόσμο που δεν τις αποδέχεται πια. Ως ζωντανές-νεκρές θα περιφέρονται στα ερείπια του Λένινγκραντ, συνειδητοποιώντας πως τόσο οι ψυχές τους όσο και τα σώματά τους συσχετίζονται με την μεταπολεμική όψη της γκρεμισμένης πόλης. 



Παρόλο που το πρωταγωνιστικό πρόσωπο της ιστορίας είναι η ψηλή Ίγια, προσωπικά με άγγιξαν οι ιστορίες και τα δράματα των υπόλοιπων προσώπων της ιστορίας. Συγκλονίστηκα με τον παραπληγικό φαντάρο που ακίνητος στο κρεβάτι του προσπαθεί να βρει μια χαραμάδα ελπίδας για να αρχίσει ξανά τη ζωή του. Όμως το αδιέξοδό του θα τον πνίξει για τα καλά, όταν η σύζυγός του καταφτάνει στο νοσοκομείο. Βρήκα άκρως ανατριχιαστική τη σκηνή που η σύζυγός του τον κοιτάει για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο. Μεμιάς στο βλέμμα της, νιώθει κανείς πως βλέπει το έγγαμο μέλλον της να διαγράφεται τόσο βίαια με 'κείνην να διατηρεί μια άκρως συγκινητική και βουβή στάση. Ο διάλογος που ακολουθεί μεταξύ ζευγαριού και γιατρού είναι απίστευτα συνταρακτικός. Από την μια ο γιατρός, εκπροσωπώντας το κράτος θεωρεί πως ο στρατιώτης πρέπει να ζήσει διότι η χώρα έχει ανάγκη από ήρωες που θα πατήσει πάνω τους για να χτίσει έναν απαραίτητο θρύλο για τις μελλοντικές γενιές ενώ από την άλλη ο στρατιώτης κι η γυναίκα του επιθυμούν να δοθεί ένα τέλος για να σώσουν την αξιοπρέπειά τους με τα λόγια τόσο της γυναίκας όσο και του άνδρα λυγίζουν και τις πιο σκληρές καρδιές. Λίγα λόγια αλλά με τόσο βάρος που καταφέρνουν να κάμψουν ακόμη και την αντίσταση του γιατρού. Το μόνο που ζητούν είναι να φύγει ο στρατιώτης ανώδυνα καθώς έχει ήδη ταλαιπωρηθεί πολύ στη ζωή του. Όσο όμως κι αν υπερισχύει η λογική, είναι δύσκολο η αγάπη να φέρει αυτό το τέλος.
Επίσης με άγγιξε πολύ η ιστορία της Μάσα, η οποία επιστρέφοντας στο Λένινγκραντ γνωρίζει κι ερωτεύεται έναν νεαρό, ο οποίος ανήκει σε μια ευκατάστατη οικογένεια. Όταν ο νεαρός αποφασίζει να γνωρίσει την κοπέλα στους γονείς του, εκείνοι αντιδρούν άκρως υποτιμητικά στο πρόσωπο της ηρωίδας. Ο πατέρας παρόλο που κάθεται στη κεφαλή του τραπεζιού, παραμένει αμέτοχος σχεδόν άβουλος στα τεκταινόμενα του οίκου ενώ η μάνα στήνει ένα εξευτελιστικό δικαστήριο προς την κοπέλα θεωρώντας την ως γυναίκα ελευθέρων ηθών που σίγουρα προσπάθησε να εμψυχώσει το ηθικό των φαντάρων με διάφορους τρόπους. Η αντίδραση του γιου πάνω στο τραπέζι είναι μεν εκκωφαντική αλλά αποδεικνύει πως κι ο ίδιος είναι ευνουχισμένος από την μάνα του, σε σημείο που να μη μπορεί να πάρει την οποιαδήποτε απόφαση για τη δική του ζωή. 
Ένα ακόμη στοιχείο του συγκεκριμένου κεφαλαίου, είναι η σχέση που είχαν οι εύρωστες οικογένειες με τον πόλεμο. Απολύτως καμία. Παρόλο που τα συμφέροντα αυτών των οικογενειών κάνουν τις εκάστοτε εξουσίες να στέλνουν τα παιδιά στον πόλεμο, οι ίδιοι δε θέλουν να έχουν ουδεμία σχέση με τους "κολασμένους" και τους κατατρεγμένους της γης. Αυτά τα επίγεια τέρατα που επιδιώκουν κατόπιν εορτής να καταθέτουν στεφάνια σε μνημεία πεσόντων, παράλληλα καταδικάζουν κι απεχθάνονται αυτούς που πολέμησαν γι' αυτούς. Με ένα άκρως ώμο αλλά και συνάμα ποιητικό τρόπο ο σκηνοθέτης μας αποκαλύπτει πως όσοι πορεύονται με το σύνθημα "Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια" είναι κατά βάθος οι μεγαλύτεροι προδότες όχι μόνο της κάθε χώρας αλλά και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. 
Μία ακόμη λεπτομέρεια που με συγκλόνισε ήταν σε ένα πλάνο του νοσοκομείου όπου διάφοροι τραυματίες πολέμου μιμούνται στον μικρό γιο της Ίγια διάφορα ζώα, με δυνατότερο πλάνο αυτό του φαντάρου με το κομμένο χέρι που προσποιείται το πέταγμα του αετού. Όταν έρχεται η σειρά του μικρού να μιμηθεί ένα ζώο, του ζητούν να κάνει τον σκύλο. Όμως ο μικρός τους παρατηρεί άβουλος και ντροπαλός. Τότε γίνεται ένας σύντομος διάλογος μεταξύ των τραυματισμένων φαντάρων που μου προκάλεσε μια απίστευτη ανατριχίλα. "Μα δε ξέρεις πως κάνουν οι σκύλοι;" τον ρωτάει ένας φαντάρος για να δεχτεί τη συγκλονιστική απάντηση ενός άλλου, "ίσως να μην τους πρόλαβε αφού φαγώθηκαν όλοι". Δε χρειάζεται να προσθέσω κάτι παραπάνω σ' αυτό. 


Η σκηνοθετική κορύφωσης της ταινίας όπου επισημαίνεται το τέλος της αθωότητας είναι η στιγμή που η γειτόνισσα των δυο κοριτσιών, η οποία είναι μοδίστρα, δίνει ένα υπέροχο πράσινο φόρεμα στη Μάσα. Η νεαρή κοπέλα το φοράει κι αρχίζει χαρούμενη έναν έντονο στροβιλισμό μες στο μικρό διαμέρισμα καθώς μετά από χρόνια νιώθει ξανά γυναίκα. Το έντονο πράσινο χρώμα του υφάσματος πάνω της έρχεται σε έντονη αντίθεση με τα μουχλιασμένα και μουντά χρώματα του χώρου. Μέσα σ' αυτόν τον παιχνιδιάρικο στροβιλισμό κορμιών και χρωμάτων, παρατηρούμε την προσπάθεια της ελπίδας να αναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες του πολέμου. Όμως γρήγορα το γέλιο της μετατρέπεται σταδιακά σε κραυγή κι ο χορός σε ένα ξέσπασμα που δεν έχει τελειωμό. Κι έτσι ξαφνικά η προσπάθεια μετατρέπεται σε έναν επικήδειο βρόγχο. 
Παρόλο που η ταινία είναι δύσκολη στη θέαση, κερδίζει γρήγορα τις εντυπώσεις κυρίως με τις ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστριών Βικτόρια Μιροσνιτσένκο (που μου θύμισε απίστευτα την Τίλντα Σουίντον) και της δυναμικής Βασίλισα Περελίτζινα στο ρόλο της Μάσα. Παράλληλα ενθουσιάστηκα με τα πλάνα και τη φωτογραφία της ταινίας, στην οποία φαίνεται πως χρησιμοποιήθηκε μια καθορισμένη παλέτα κόκκινων, πράσινων και λοιπών σκουριασμένων και μουχλιασμένων μουντών χρωμάτων από την φωτογράφο Ξένια Σερέντα, δίνοντάς μου την αίσθηση πως παρακολουθώ ένα ξεχασμένο αριστούργημα του πολυαγαπημένου μου σκηνοθέτη Κριστόφ Κισλόφσκι. 
Το "Ένα Ψηλό Κορίτσι" αποτελεί μία από τις ομορφότερες και πιο ιδιαίτερες ταινίες της φετινής χρονιάς αλλά προσωπικά μου δημιουργεί έναν έντονο προβληματισμό καθώς τον τελευταίο καιρό όλο και περισσότερες ταινίες ασχολούνται με την κοινωνική ανισότητα, τα μεταπολεμικά τραύματα και τα ιδεολογικά αδιέξοδα. Σαν να έχει αρχίσει ακόμη κι η έβδομη τέχνη να αφουγκράζεται την κοινωνική έκρηξη που θα επακολουθήσει στο εγγύς μέλλον.

Βαθμολογία: 8/10

Τρίτη, 26 Μαΐου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Μια Νύχτα με τη Μοντ (1969)


Ένας από τους λόγους που γράφω κείμενα για ταινίες που μου αρέσουν, είναι οι κινηματογραφικές προτάσεις που μου έρχονται μέσα από τις κουβέντες που ακολουθούν. Σε μια απ' αυτές τις κινηματογραφοφιλικές συζητήσεις ανακάλυψα το "Μια Νύχτα με την Μοντ", ένα σπάνιο υπαρξιακό αριστούργημα που μεμιάς μου άνοιξε το πολλά υποσχόμενο κεφάλαιο του Έρικ Ρόμερ. 
Κεντρικό πρόσωπο στην ιστορία είναι ο τριανταπεντάχρονος Ζαν-Λουί που επιστρέφει στη Γαλλία μετά από κάμποσα χρόνια στον Καναδά. Ξένος στην ίδια του την πατρίδα, περιφέρεται στη γενέτειρά του Κλερμόν Φεράν, μια φιλήσυχη και σχεδόν μονότονη κωμόπολη στην καρδιά της Γαλλίας, προσπαθώντας να βρει τους ρυθμούς του στην νέα του καθημερινότητα. Στηριζόμενος και ζώντας με τις αρχές του καθολικισμού, θεωρεί πως οι κυριακάτικες συναθροίσεις στην εκκλησία είναι μια ευκαιρία να κάνει νέους φίλους αλλά και στο να γνωρίσει τον έρωτα της ζωής του. Πράγματι, σε μία από τις επισκέψεις του στην εκκλησία, θα γοητευτεί από μια νεαρή ξανθιά κοπέλα, την οποία θα αντικρίσει ξανά στους δρόμους της πόλης, καθώς σε μια κλειστή κοινωνία είναι πιο εύκολο να συναντήσεις το πρόσωπο που αναζητάς. 
Παράλληλα σε μια από τις βραδινές του μοναχικές εξόδους θα πέσει τυχαία πάνω σε έναν παιδικό του φίλο, τον Βιντάλ και με απρόσμενο τρόπο δυο κόσμοι που χωρίστηκαν πριν δεκατέσσερα χρόνια θα ενωθούν ξανά κουβαλώντας ο καθένας διαφορετικές εμπειρίες κι εφόδια. Από την μια ο Ζαν-Λουί ως μηχανικός, λειτουργεί με κανόνες κι αρχές που απαιτεί η θρησκεία, διαβάζει μαθηματικά στον ελεύθερό του χρόνο και χρησιμοποιεί τη λογική των πιθανοτήτων στη καθημερινότητά του. Από την άλλη ο Βιντάλ ως ακαδημαϊκός φιλόσοφος έχει στρέψει την προσοχή του σε μαρξιστικές θεωρίες, στη σεξουαλική απελευθέρωση αλλά και στην ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Στην πρώτη τους συνάντηση θα επιχειρηματολογήσουν κι οι δυο πάνω στα πιστεύω τους, χρησιμοποιώντας τις απόψεις του αιρετικού μαθηματικού και φιλόσοφου Μπλεζ Πασκάλ. 
Παρά τον δυναμισμό που βγάζουν οι δυο φίλοι μέσα από τα επιχειρήματά τους, φανερώνουν παράλληλα και την ανασφάλεια της ερωτικής τους ζωής. Κι οι δυο κρύβονται πίσω ατυχείς συγκυρίες προσπαθώντας να καλύψουν το βασικότερο αίτιο της ως τώρα ερωτικής τους κατάστασης που δεν είναι άλλο από τον ίδιο τους τον εαυτό. Ο ένας δηλώνει πως είναι λάτρης των πρόσκαιρων ερωτικών ιστοριών ενώ ο άλλος προτιμά να επενδύσει το μέλλον του με μια κοπέλα που θα γνωρίσει μέσα από την εκκλησία, ευελπιστώντας πως η αγάπη κι η πίστη θα 'ναι αμοιβαία ώστε να μπορέσουν και οι δυο μαζί να πορευτούν μονοιασμένοι ως τον θάνατο. Όσο κι αν υποστηρίζουν τις απόψεις τους αυτές, το μόνο που καταφέρνουν είναι να αποδείξουν την ορθότητα της παροιμίας πως "όσα δε φτάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια".




Η άποψη που έχουν οι δυο φίλοι για τον έρωτα και τις ανθρώπινες σχέσεις αλλά κι η επιρροή που τους έχει ασκήσει ο Πασκάλ στα πιστεύω τους θα συνεχιστεί το επόμενο βράδυ στο σπίτι της Μοντ που υποτίθεται πως είναι σύντροφος του Βιντάλ. Η Μοντ είναι μια χωρισμένη γυναίκα που μεγαλώνει μόνη της ένα παιδί κι αναζητεί έναν σύντροφο που να μην την καλύπτει τόσο σε ομορφιά όσο σε πνευματική κι ανθρώπινη επικοινωνία. Παρόλο που διατηρεί μια υποτυπώδης ερωτική σχέση με τον Βιντάλ, δεν θέλει μαζί του κάποια δέσμευση κάτι που φαίνεται καθ'όλη τη διάρκεια της βραδιάς. 
Ο Βιντάλ ενώ την προηγούμενη μέρα υποστήριζε τις πρόσκαιρες σχέσεις τελικά τον βλέπουμε να θυσιάζει την αξιοπρέπειά του αποζητώντας την προσοχή της Μοντ ενώ από την άλλη ο Ζαν-Λουί νιώθει την πολιορκία της οικοδέσποινας, μ' αποτέλεσμα να παίρνει μια άκρως αμυντική στάση που προκαλεί εκνευρισμό τόσο στον ίδιο όσο και στους άλλους δυο συνομιλητές του και με έντονο τρόπο υποστηρίζει την αρχή που έχει απέναντι στον έρωτα και τις ανθρώπινες σχέσεις. Το σχεδόν παιδικό του πείσμα, θα γίνει κόκκινο πανί για την Μοντ, η οποία τον διεκδικεί όλο το βράδυ διακριτικά. 
Οι συζητήσεις που θα ακολουθήσουν στο τραπέζι, θεωρώ πως είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες που έχω απολαύσει κινηματογραφικά πάνω στο φλέγον θέμα των ερωτικών σχέσεων. Οι ήρωες συζητούν με πάθος και με άκαμπτους εγωισμούς συγκρούονται αναπτύσσοντας απόψεις για τη βούληση και την τύχη, για το μαρξισμό και το χριστιανισμό, την εργασία και τη θεία χάρη, τις περιπέτειες και το γάμο, την εγκράτεια και το σεξ. Ξεκάθαρες απαντήσεις δεν ακούγονται, όμως καθ' όλη τη διάρκεια της κουβέντας δίνεται απλόχερα στο θεατή αρκετή τροφή για μετέπειτα σκέψεις.
Η βραδιά αποκτά άλλη τροπή όταν φεύγει ο Βιντάλ και μένει ο Ζαν-Λουί μόνος του με την Μοντ. Εκεί ξεκινάει ένα από τα ομορφότερα και πιο παιχνιδιάρικα φλερτ του ευρωπαϊκού κινηματογράφου κάτι που οφείλεται στο απολαυστικό παίξιμο των δυο προσώπων, κάνοντας έντονα αισθητό τον ερωτισμό που πλανιόταν ανάμεσά τους, σε σημείο που ένιωσα πως η Φρανσουάζ Φαμπιάν καλούσε κατευθείαν εμένα με έναν άκρως ερωτικό τρόπο να ξαπλώσω δίπλα της, δίνοντάς μου την υπόσχεση πως "δεν θα με πειράξει". Μια υπόσχεση που η ίδια αναιρούσε με το γυμνό της κορμί κάτω από τα σκεπάσματα.  


Παρ' όλα αυτά η συμπεριφορά του Ζαν-Λουί μόνο ώριμη κι ειλικρινής δεν ήταν. Ένα παιδικό πείσμα τον είχε κυριεύσει παρ' όλο που ποθούσε φανερά την Μοντ. Προσωπικά η στάση του μου άφηνε την υπόνοια πως περισσότερο φοβόταν τον δυναμισμό και την γοητεία αυτής της γυναίκας παρά επειδή υπερασπιζόταν τις ηθικές αρχές της πίστης του. 
Τελικά η βραδιά με την Μοντ καταλήγει σε φιάσκο όμως η τύχη του Ζαν-Λουί αλλάζει καθώς συναντά στο δρόμο τη ξανθιά κοπέλα της εκκλησίας που τον είχε στοιχειώσει. Σε αντίθεση με την αμυντική στάση που διατηρούσε απέναντι στη Μοντ, διεκδικεί την νεαρή κοπέλα γεμάτος αυτοπεποίθηση και κτητικότητα. 
Παρακολουθώντας τις κινήσεις των προσώπων που από τρία γίνονται τέσσερα, δημιουργούνται διάφορα ερωτήματα μεγάλης βαρύτητας που απαιτούν κότσια για να απαντηθούν με ειλικρίνεια χωρίς υπεκφυγές και ψέματα. Με ποια κριτήρια διαλέγουμε σύντροφο στη ζωή μας κι εντέλει οι σχέσεις που βασίζονται στους συμβιβασμούς φέρνουν την πολυπόθητη ευτυχία; Τελικά το παρελθόν μπορεί να σβήσει και να αφήσει τον κάθε άνθρωπο να πορευτεί στη ζωή του ελεύθερα; Κι αν ναι πότε σβήνουν τα απωθημένα που κουβαλάει ο καθένας μέσα του; Άραγε τα μεγάλα λόγια που ξεστομίζονται σε φιλοσοφικές κουβέντες μπορούν να κρύψουν την ανασφάλεια των δυο φύλων; 
Όσο πιο πολύ έχει προβληματιστεί κάποιος με τις ανθρώπινες σχέσεις τόσο περισσότερες ερωτήσεις θα του προκύψουν μέσα απ' αυτήν την ταινία και σίγουρα θα βιώσει με ένταση και πικρό χιούμορ πολλές από τις σκηνές που παρουσιάζονται στο έργο. 
Παράλληλα με πολύ έξυπνο τρόπο ο σκηνοθέτης μας παρουσιάζει πως οι άνθρωποι δεν δρουν έχοντας βάση κάποιες ιδέες, ήθη κι ιδανικά αλλά προσδοκώντας κάποιο κέρδος κι αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στις συζητήσεις των δύο φίλων αλλά και την παιδαριώδης ανταγωνιστική τους συμπεριφορά μπροστά στην Μόντ. Αντίθετα η Μοντ, εκφράζει την ιδέα της αναρχίας αλλά και της φεμινιστικής έξαρσης που επιδιώκει να πατάξει μια για πάντα την αρρωστημένη πατριαρχία. Η ίδια δεν προσδοκά τίποτα και υποφέρει στωικότατα τις συνέπειες των λανθασμένων της αποφάσεων. Χωρίς να ζητάει βοήθεια από κανέναν σηκώνει το βάρος της ύπαρξής της και το μόνο που κυνηγά είναι στο να ζει την κάθε στιγμή έντονα ξέροντας πως ο χρόνος περνάει ανεπιστρεπτί. Γι' αυτό προτιμά άνδρες που ξέρουν τι θέλουν, διότι γνωρίζει πως μόνο μ' αυτούς δεν πάει ο χρόνος χαμένος. Όμως οι λάθος αποφάσεις που παίρνονται λόγω ανασφάλειας, την οδηγούν στις ίδιες στάσιμες και προβληματικές καταστάσεις. 
Εντέλει όμως ποιος είναι λιγότερο δυστυχισμένος, αυτός που μαθαίνει από τα λάθη του και πορεύεται γνωρίζοντας τις συνέπειες των πράξεών του ή αυτός που επιλέγει τον συμβιβασμό λόγω ανασφάλειας; Δυστυχώς η απάντηση δίνεται με τα τελευταία λόγια της "χριστιανικής" συζύγου του Ζαν-Λουί, τα οποία αποδεικνύουν πως δε χρειάζεται να αναμοχλεύουμε το παρελθόν από τη στιγμή που έχουμε μάθει να ζούμε με τα συμπλέγματά μας. Και γι' αυτήν την άποψη λέω δυστυχώς διότι με τη στάση αυτή, η σύζυγος του πρωταγωνιστή μαρτυρά τη μίζερη κατάσταση που βιώνουν πολλά ζευγάρια στη σημερινή εποχή. 



Ο σκηνοθέτης Έρικ Ρόμερ χρησιμοποιεί τα πρόσωπα της ιστορίας του για να πλάσει ένα εξαιρετικό κινηματογραφικό δοκίμιο στο οποίο προσπαθεί να περιγράψει τον εγκλωβισμό της κοινωνίας στα στενά όρια των ξεπερασμένων ιδεολογιών όπως αυτόν του ψευτοχριστιανού που ερμηνεύει εκπληκτικά ο Ζαν-Λουί Τρεντινιάν όσο και του ψευτομαρξιστής που ερμηνεύεται από τον Αντουάν Βιτέζ. Επίσης μέσα από την γοητευτική ερμηνεία της Φρανσουάζ Φαμπιάν, ανακαλύπτουμε τον κρυφό δυναμισμό των ανθρώπων που θυσιάζουν την άνεση των συμβιβασμών για να την πολυπόθητη ελευθερία. Για την πολυπόθητη ανάσα της ζωής. 
Η ταινία είναι ένα δριμύ κατηγορώ σε όλους αυτούς που εγκλωβίζονται σε κάθε μορφή ιδεολογίας που αδυνατούν να υποστηρίξουν αλλά την προτιμούν μόνο και μόνο επειδή φοβούνται να πιάσουν την πραγματική ζωή από τα κέρατα. Επικαλούμενοι λοιπόν από κάποιες αρχές, ήθη κι ιδέες επιλέγουν έναν αργό και μίζερο θάνατο, φλυαρώντας ακατάπαυστα για αποστεωμένες ιδέες. Κατά τη γνώμη μου, η ταινία επιβεβαιώνει μια άποψη που έχω πως όποιος επιλέγει να χρησιμοποιεί ταμπέλες κι ιδεολογικά προσωπεία, το κάνει για να καλύψει την κενότητα που υπάρχει μέσα του.
Το "Μια Νύχτα με τη Μοντ" είναι ένα από τα σπάνια υπαρξιακά αριστουργήματα που με μάγεψαν απρόσμενα.

Βαθμολογία: 9/10

Τρίτη, 19 Μαΐου 2020

Ξημέρωμα ελπίδας



Κείμενο του Νίκου Γραικού
Φωτογραφία της Frederique Bouvier

Συχνά ξυπνώ νωρίς. Λίγο πριν σβήσει ο δημοτικός φωτισμός. Φτιάχνω έναν καφέ κι αν το επιτρέπει ο καιρός βγαίνω σε ένα από τα μικρά μπαλκόνια που έχει το διαμέρισμα που μένω στο Παρίσι.
Μου αρέσει ο ανοιχτός ορίζοντας. Το φως. Οι Λέξεις στροβιλίζονται στο μυαλό μου. Χάραμα, ανατολή, αυγή. Το κέντρο που έπαιζε ο Τσιτσάνης. Όμορφες αναμνήσεις, εφημερίδα αγαπημένη, αλλά κι απαράδεκτη ιδεολογία. Η κάθε λέξη φορτωμένη αναφορές κι ιστορίες. Θυμάμαι τους γονείς που είχαν πάει στο κέντρο αυτό και μας μιλούσαν λες κι είχαν ζήσει μία εμπειρία μύησης σε κάποιο μυστήριο.
Θυμάμαι ότι η εφημερίδα αυτή μου έκανε την τιμή να δημοσιεύσει άρθρα μου, αλλά πιο πολύ τους νέους που την μπερδεύουν με την άλλη την επαίσχυντη. Θυμώνω που δεν την κρατά τρυφερά στα χέρια του πολύς κόσμος. Θυμάμαι επίσης ότι αγάπησα την ανατολή στο Παλιό Χωριό στην Αλόννησο. Ξυπνούσα για να συνοδεύσω φίλους στο πρωινό καράβι. Θυμάμαι ότι στο χωριό που μένει η αδελφή μου έπινα καφέ στη θάλασσα την ώρα που ο ήλιος ανέτειλε και συχνά κολυμπούσα προσπαθώντας να τον φτάσω.
Ίσως όμως πρέπει να ζήσω πιο πολύ με το τώρα, να επικεντρωθώ στο παρόν. Να πω πράγματα στους φίλους που δεν ένιωσαν τον πόνο μίας βίαιης ανατροπής των πραγμάτων. Ο έκτος όροφος, συχνά συνώνυμος με ρετιρέ και πλούτο στην Αθήνα, αλλά ... με δωμάτια υπηρεσίας και πονεμένες ιστορίες στο Παρίσι.
Χαίρομαι που βλέπω πίσω από τις εικόνες, που διαβάζω πίσω από τις λέξεις.
Το Παρίσι ξυπνά στη σκέψη των περισσοτέρων μία γλυκιά αίσθηση. Σε εμένα πολλές δύσκολες ιστορίες. Όχι τόσο γιατί τις έζησα, αλλά πιο πιο πολύ διότι έμαθα να βλέπω τι κρύβεται πίσω από τη βιτρίνα. Πόσοι ηλικιωμένοι χάθηκαν σε αυτά τα δωμάτια υπηρεσίας πριν λίγα χρόνια από τον καύσωνα. Πόσοι ίσως πεθαίνουν σήμερα από την πανδημία.
Κι ο φίλος που πίνει τον καφέ του στην αγαπημένη Κυψέλη στην Αθήνα, μου στέλνει καλημέρα συνενοχής κάθε πρωί.
Η φίλη η γκαρδιακή που έβγαλε τη φωτογραφία μένει λίγο μακριά. Απαγορεύεται να έρθει να μείνει λίγο μαζί μας. "Μας προστατεύουν". Δε ξέρω. Ίσως προτιμούσα να φύγω κοντά στους αγαπημένους κι όχι να ζήσω λίγο ακόμα κλεισμένος στην "ασφάλεια" των τεσσάρων τοίχων.
Όλοι οι δικοί μου άνθρωποι που πέθαναν, αναχώρησαν νωρίς το πρωί. Τις περισσότερες κρίσεις πανικού τις έχω πάθει τέτοια ώρα. Ίσως κάποιες φορές να μην αντέχουμε τόση ομορφιά. Να μην αντέχουμε τον πόνο που κρύβεται πίσω από την καινούρια ημέρα. Τον κόπο που απαιτεί. Κι όμως το κόκκινο χρώμα μου αρέσει. "Έτσι κι αλλιώς η ζωή θα γίνει κόκκινη, ή κόκκινη από τη ζωή ή κόκκινη από τον θάνατο. Θα φροντίσουμε εμείς γι΄αυτό". Έχει απόλυτο δίκιο ο ποιητής. Κι εγώ θα βγαίνω στο μπαλονάκι να χαιρετώ το πρωί. Να ψέλνω μέσα μου τον ύμνο της κατάφασης στη ζωή. Μάθαμε στον αγώνα. Δε θα κάνουμε τώρα πίσω. Πρέπει να περιμένω και τη Φρεντερίκ. Πρέπει να ξαναπάω να πιω καφέ στη θάλασσα, στο χωριό που μένει η αδελφή μου.

Πηγή: belleepoque7.blogspot.com

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Η Μεγάλη Χίμαιρα (1937)


Την ύπαρξη του αντιπολεμικού αριστουργήματος του Ζαν Ρενουάρ την έμαθα τελείως τυχαία όταν είχα διαβάσει πριν από χρόνια την πολυαγαπημένη "Μεγάλη Χίμαιρα" του Μ. Καραγάτση κι είχα ψάξει να βρω στοιχεία για το συγκεκριμένο βιβλίο. Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε μέχρι να πάρω την απόφαση να την απολαύσω σε μια από τις καραντινάτες  κινηματογραφικές μου βραδιές. Τελικά, η "Μεγάλη Χίμαιρα" ως ταινία δεν με εντυπωσίασε μόνο για το διαχρονικό δυναμισμό της και την συγκινητική ουμανιστική της ματιά αλλά και για την ιστορία που κουβαλάει ως έργο. 
Η περιπέτειά της ταινίας ξεκίνησε όταν προβλήθηκε για πρώτη φορά στους κινηματογράφους. Εκείνη τη περίοδο κυριαρχούσαν οι ναζί στη Γερμανία κι ο διαβόητος υπουργός προπαγάνδας Γιόζεφ Γκέμπελς, εξοργισμένος με το περιεχόμενο της ταινίας απαγόρευσε την προβολή της χαρακτηρίζοντας τον Ζαν Ρενουάρ ως υπ αριθμόν ένα κινηματογραφικό εχθρό της Γερμανίας. Η Γαλλία προσπαθώντας να κατευνάσει τις αντιδράσεις απαγόρευσε τις προβολές του έργου και στις δικές της αίθουσες. Στη συνέχεια, όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν τη Γαλλία κατάσχεσαν όλα τα αρνητικά και τα αντίγραφα της ταινίας και τα μετέφεραν στο Βερολίνο. Έκτοτε για πολλά χρόνια πολλοί πίστευαν πως όλες οι κόπιες της ταινίας είχαν καταστραφεί το 1942 από ένα συμμαχικό βομβαρδισμό. Μετά τον πόλεμο, το Reichfilmarchive όπου φυλάγονταν τα κατασχεθέντα κινηματογραφικά έργα πέρασε στα χέρια των Ρώσων και πολλά από τα αρχεία που βρίσκονταν εκεί μεταφέρθηκαν στη Μόσχα. Εκεί διαπιστώθηκε πως η ταινία είχε διασωθεί κι επέστρεψε στη Γαλλία το 1960. Όμως η περιπέτεια της δεν τελειώνει ούτε τότε καθώς ξεχάστηκε για τριάντα χρόνια σε έναν κινηματογράφο της Τουλούζη. Ανακαλύφθηκε ξανά τριάντα χρόνια μετά όταν μεταφέρθηκαν όλα τα κινηματογραφικά αρχεία της χώρας στη Γαλλική Ταινιοθήκη κι αφού έγινε επεξεργασία του υλικού, η "Μεγάλη Χίμαιρα προβλήθηκε ξανά στις σκοτεινές αίθουσες το 1999! 
Όμως κι η δημιουργία της συγκεκριμένης ταινίας έχει τη δική της ιστορία, η οποία ξεκινάει από τα μέσα της δεκαετίας του ’30 όταν δημιουργήθηκε στη Γαλλία η ιδέα του Λαϊκού Μετώπου (Λ.Μ.), ενός συνασπισμού κομμουνιστών και σοσιαλδημοκρατών με στόχο την απόκρουση του φασισμού αλλά και του επερχόμενου πολέμου. Το 1936 το Λ.Μ. κερδίζει τις βουλευτικές εκλογές με τους κομμουνιστές να έχουν δεσμευτεί για μια ευρείας έκτασης στροφή πολιτικού και ιδεολογικού χαρακτήρα ενώ ο αρχηγός της κυβέρνησης Λεόν Μπλουμ διευκρίνισε ότι η κυβέρνηση θα δράσει μέσα στα πλαίσια της τότε κοινωνίας. Δυστυχώς όμως από τα τέλη του ’36 έγινε σαφές ότι τίποτα δε θα άλλαζε καθώς η κυβέρνηση του γαλλικού Λ.Μ. δε  προσπάθησε καν να σώσει την κυβέρνηση του Λ.Μ. της Ισπανίας ούτε ανέτρεψε το όλο κλίμα που οδηγούσε ολόκληρη τη Γηραιά Ήπειρο προς το φασισμό αλλά και σε έναν ακόμη μεγάλο πόλεμο. Μέσα σ' αυτό το ζοφερό κλίμα, ο Ζαν Ρενουάρ κινηματογραφεί τη συγκεκριμένη ταινία θέλοντας να στείλει μια κραυγή αγωνίας προς όλα τα ευρωπαϊκά έθνη που όδευαν προς την καταστροφή. Σήμερα η "αναστημένη" αυτή αντιπολεμική ταινία θεωρείται από τους κριτικούς και τους ιστορικούς του κινηματογράφου ως ένα από τα αριστουργήματα του γαλλικού σινεμά κι ως μια από τις μεγαλύτερες ταινίες που έγιναν ποτέ. Μάλιστα ο Όρσον Γουέλς είε αναφέρει ότι η μεγάλη Χίμαιρα ήταν η μία από τις δύο ταινίες που θα έπαιρνε μαζί του "πάνω στη κιβωτό".




Και μετά τον μακροσκελή πρόλογο της ταινίας, προχωρώ στην ενδιαφέρουσα πλοκή της. Η ιστορία ξεκινάει με τη συντριβή ενός αναγνωριστικού γαλλικού αεροσκάφους, το οποίο κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου εξέταζε μια τοποθεσία που οι Γάλλοι θεωρούσαν "θολή" από προηγούμενες αναγνωριστικές πτήσεις. Οι δυο Γάλλοι αεροπόροι, ο αριστοκράτης Λοχαγός Ντε Μποιλντιέ και ο υπολοχαγός Μαρεσάλ συλλαμβάνονται και κρατούνται από τις γερμανικές δυνάμεις. Εκεί γνωρίζονται με τον Γερμανό διοικητή κι αριστοκράτη Ριτμαίστερ φον Ραουφενστάιν κι αμέσως δημιουργείται μια σχέση σεβασμού κι αλληλοεκτίμησης μεταξύ των δύο αριστοκρατών εχθρών. Μέσα από τις συζητήσεις τους διαπιστώνουν πως έχουν κοινές γνωριμίες κάτι αποδεικνύει την οικειότητα που είχαν μεταξύ τους οι αριστοκρατικές τάξεις όλων των χωρών μιας και τους ενώνουν οι ίδιες τελετουργικές αβρότητες αλλά και το ίδιο επιτηδευμένα εξιδανικευμένο στιλ. Μάλιστα η κοσμοπολίτικη κουλτούρα τους, γίνεται εμφανής όταν επιλέγουν να μιλάνε κάποιες στιγμές στα αγγλικά, αποδεικνύοντας κυρίως στους γύρω τους πως χειρίζονται άριστα μια τρίτη γλώσσα πέρα από τα γερμανικά και τα γαλλικά.
Στη συνέχεια, οι δυο Γάλλοι αεροπόροι μεταφέρονται σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης αιχμαλώτων πολέμου όπου εκεί συναντιούνται με άλλους Γάλλους, Άγγλους και Ρώσους. Στις συζητήσεις τους και στις εκμυστηρεύσεις τους θα γίνει φανερό πως παρόλο που βρίσκονται όλοι μαζί στο ίδιο καζάνι, η ταξική τους διαφορά εξακολουθεί να υφίσταται. Ο Γάλλος αριστοκράτης επιθυμεί να είναι μόνος, αποφεύγοντας κουβέντες και φιλίες με τους υπόλοιπους συμπατριώτες του ενώ όταν μιλάει με κάποιον του απευθύνεται στον πληθυντικό ώστε να διατηρεί την ταξική απόσταση που τους χωρίζει ως προσωπικότητες. Μέσα σ' αυτόν τον σνομπισμό των αριστοκρατών, βρήκα εκπληκτική τη φράση ενός κρατούμενου που ανήκει στους νεόπλουτους αστούς, ο οποίος τους λέει εριστικά "εσείς κρατάτε τους τίτλους κι εμείς τα χωράφια". Στις συζητήσεις αυτές φανερώνονται κι οι λόγοι που ο καθένας συμμετέχει στον πόλεμο κι εκεί γίνεται κατανοητό πως ο όρος "πατρίδα" δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια μάσκα που εξευγενίζει τη σημασία των πολέμων και κρύβει τα οικονομικά συμφέροντα που οδηγούν τους λαούς στα πεδία των μαχών. Παρ' όλα αυτά, ο εθνικός ύμνος γίνεται γι' αυτούς όπλο, όταν κατά τη διάρκεια μιας εξευτελιστικής παράστασης στην οποία οι αιχμάλωτοι ντυμένοι γυναίκες διασκεδάζουν τους Γερμανούς αξιωματικούς, μαθαίνεται πως οι Γάλλοι ανακατέλαβαν το οχυρό Ντουμόντ στη μάχη του Βερντέν. Ο Μαρεσάλ ανεβαίνει πάνω στη σκηνή και διακόπτει την παράσταση ανακοινώνοντας το χαρμόσυνο γεγονός κι αμέσως όλοι οι Γάλλοι κρατούμενοι τραγουδούν αυθόρμητα την "La Marseillaise" προσφέροντας μια από τις πιο ανατριχιαστικές σκηνές του παγκόσμιου κινηματογράφου.
Με την επαναστατική του πράξη ο Μαρεσάλ βρίσκεται στην απομόνωση, όπου υποφέρει από την έλλειψη της ανθρώπινης επικοινωνίας αλλά κι από την πείνα. Επιστρέφοντας ξανά στο κελί του, μαθαίνει πως οι συμπατριώτες του σκάβουν μια σήραγγα διαφυγής κι αμέσως μπαίνει στο κόλπο μαζί με τον αριστοκράτη Ντε Μποιλντιέ. Ωστόσο, λίγο πριν ολοκληρωθεί το τούνελ, έρχεται απόφαση να μεταφέρονται όλοι οι κρατούμενοι σε άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο Ντε Μποιλντιέ κι ο Μαρεσάλ μετακινούνται από στρατόπεδο σε στρατόπεδο, καταλήγοντας τελικά στο Wintersborn, μια φυλακή ορεινού φρουρίου που την διοικεί ο γνώριμος Γερμανός αριστοκράτη Ριτμαίστερ φον Ραουφενστάιν, ο οποίος επανεμφανίζεται στην ταινία σοβαρά τραυματισμένος από μία μάχη που είχε πάρει μέρος. 
Στο Wintersborn, πραγματοποιείται μια δεύτερη επανασύνδεση των δύο αριστοκρατών ενώ στην παρέα των αιχμαλώτων προστίθεται ένας Γαλλοεβραίος ο οποίος μοιράζεται γενναιόδωρα τα δέματα τροφίμων που λαμβάνει. Η φυλετική επιλογή του νέου προσώπου είναι ένα ισχυρό χαστούκι κατά του αντισημιτισμού που φούντωνε εκείνη την περίοδο στη ναζιστική Γερμανία αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη. 
Κάτω από τις νέες συνθήκες διαβίωσης και με νέα πρόσωπα στο ευρύχωρο κελί, ο Ντε Μποιλντιέ σκαρφίζεται ένα νέο σχέδιο διαφυγής, όχι για τον ίδιο καθώς χαίρει καλής συμπεριφοράς από τον Γερμανό αριστοκράτη διοικητή, αλλά για τον Μαρεσάλ και τον Ρόζενταλ (τον Γαλλοεβραίο). Παράλληλα αλλάζει η συμπεριφορά του απέναντι στους συμπατριώτες του, απαιτώντας από τον Γερμανό αξιωματικό να φέρεται με τον ίδιο σεβασμό και στους υπόλοιπους αιχμαλώτους. Μάλιστα σε μια κουβέντα προσπαθεί να του εξηγήσει πως άνθρωποι σαν τον Μαρεσάλ είναι καλοί αξιωματικοί και στρατιώτες που οφείλει ο καθένας να τους σέβεται για να εισπράξει από τον Γερμανό αξιωματικό την περιφρονητική δήλωση πως η άποψή του αυτή είναι ένα ακόμη "κομψό δώρο της Γαλλικής Επανάστασης".
Μετά από ένα ξεσηκωμό των Ρώσων αιχμαλώτων που έλαβαν ένα απαράδεκτο κιβώτιο με εφόδια από τη βασίλισσά τους, μια πράξη που αποδεικνύει ότι οι άρχουσες τάξεις όλων των χωρών δεν νοιάζονται καθόλου για τους στρατιώτες που στέλνουν στο μέτωπο να σφαχτούν, ο Ντε Μποιλντιέ βάζει μπρος το σχέδιο για την απόδραση των δυο συντρόφων του. Ξεκινώντας λοιπόν μια αναταραχή στα κελιά με μουσικά όργανα και κατσαρόλες, τραγουδώντας το γνωστό σε όλους μας "Ήταν ένα μικρό καράβι", η φρουρά του κάστρου συγκεντρώνεται στον προαύλιο χρόνο καλώντας όλους τους αιχμαλώτους να παρουσιαστούν. Στη κλήση ονομάτων που ακολουθεί θα δουν πως ο Ντε Μποιλντιέ λείπει με τον ίδιο να εμφανίζεται μετά από λίγο στα τείχη του φρουρίου, αναγκάζοντας τους Γερμανούς φύλακες να τον κυνηγήσουν. Μέσα στην αναμπουμπούλα που έχει δημιουργηθεί στο φρούριο, ο Μαρεσάλ με τον Ρόζενταλ κρεμιούνται με ένα σκοινί από τις πολεμίστρες και φεύγουν. Κι ενώ οι δυο αιχμάλωτοι χάνονται στο σκοτάδι των γερμανικών δασών, ο Ντε Μποιλντιέ εγκλωβίζεται σε ένα αδιέξοδο των οχυρώσεων. Σ' εκείνη τη κρίσιμη στιγμή, ο Γερμανός αριστοκράτης τον εκλιπαρεί να παραδοθεί, επικαλούμενος την αριστοκρατική καταβολή που έχουν. Όμως ο Ντε Μποιλντιέ αρνείται μ' αποτέλεσμα να δεχτεί μια σφαίρα στο στομάχι από τον ίδιο τον Ραουφενστάιν. Εξαιρετική η σκηνή όπου ο Γάλλος αριστοκράτης κοιτάει το ρολόι του τη στιγμή που δέχεται τη σφαίρα στο στομάχι, σαν να ήθελε με αυτόν τον τρόπο να καταγράψει στη μνήμη του την ώρα του θανάτου του.
Ζώντας πια τις τελευταίες του στιγμές, ο Ντε Μποιλντιέ θρηνεί την ανούσια χρησιμότητά του στην κοινωνία ως αριστοκράτης. "Για τους άλλους ο θάνατος στον πόλεμο είναι τραγωδία αλλά για μας είναι μια διαφυγή" λέει στον Ραουφενστάιν ο οποίος νιώθει τύψεις που τον πυροβόλησε θανάσιμα. Θεωρώ πως τα λόγια του αυτά είναι ένας λιτός αλλά ουσιώδης επικήδειος στην αριστοκρατία που έσβησε με τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Επιλέγοντας την αυτοθυσία αυτή, ο Γάλλος αριστοκράτης καταργεί την απόσταση που διατηρούσε με τους υπόλοιπους συγκρατούμενούς του και πραγματοποιεί το πρώτο βήμα συμφιλίωσης όλων των ανθρώπων που για αιώνες τους χώριζαν οι ταξικές διαφορές. Το κλειστοφοβικό κεφάλαιο της ζωής των αιχμαλώτων του οχυρού κλείνει με το κόψιμο του μοναδικού λουλουδιού που υπάρχει εκεί, ενός γερανιού μέσα σε μια γλάστρα που φρόντιζε ο Γερμανός αξιωματικός. Με την κίνηση αυτή ο Ραουφενστάιν  προσπαθεί να αποδείξει πως πλέον δεν αξίζει την ύπαρξη καμίας ομορφιάς στο μέρος που ζει. 
Η ιστορία συνεχίζεται με τους δυο δραπέτες, τον Μαρεσάλ και τον Ρόζενταλ οι οποίοι ταξιδεύουν σε όλη τη γερμανική ύπαιθρο, προσπαθώντας να φτάσουν στην Ελβετία. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής ο Ρόζενταλ τραυματίζεται στο πόδι, επιβραδύνοντας τον Μαρεσάλ κάτι που τους φέρνει σε άμεσο κίνδυνο στο να εντοπιστούν από κάποια γερμανική περίπολο. Έτσι βρίσκουν καταφύγιο σε μια αγροικία μιας Γερμανιδας χήρας, της Έλσας, η οποία έχασε τον σύζυγό της στη μάχη του Βέρντεν και τα αδέλφια της, σε μάχες στις οποίες η Γερμανία είχε νικήσει. Η Έλσα αναφέρεται με ειρωνικό ύφος για τις νίκες αυτές καθώς η ίδια δε νιώθει κερδισμένη. Όταν τους ανακαλύπτει στο στάβλο της κι ενώ γνωρίζει πως είναι "εχθροί" ίσως και πιθανοί δολοφόνοι των ανθρώπων της, δέχεται με μεγάλη γενναιοδωρία να τους φιλοξενήσει αλλά και να τους καλύψει όταν περνάει μια γερμανική μονάδα έξω από το σπίτι της. 
Κατά τη διάρκεια της διαμονής στους στο σπίτι της Έλσας, ο Μαρεσάλ την ερωτεύεται δημιουργώντας εντός του ένα δίλημμα μεταξύ τους συναισθήματος που φουντώνει μεταξύ τους αλλά και της αίσθησης του καθήκοντος που έχει για την έκβαση του πολέμου. Ο πόνος του αποχωρισμού μετριάζεται όταν ο Μαρεσάλ δίνει την υπόσχεση πως όταν λήξει ο πόλεμος, θα επιστρέψει για να ζήσει μαζί με την Έλσα και την κόρη της. Στην υπόσχεση αυτή βρήκα συνταρακτικό το σημείο που επισημαίνει πως "όταν ο πόλεμος τελειώσει κι εγώ ζω ακόμα θα ρθω να σας βρω".
Φτάνοντας οι δυο πρωταγωνιστές στα γερμανοελβετικά σύνορα, αναρωτιούνται σε ποια χώρα ανήκουν τα βουνά που αντικρίζουν στο βάθος. Εκεί ο Ρόζενταλ ξεστομίζει μια άκρως ουμανιστική κι αντιπολεμική φράση που το άκουσμά της εξακολουθεί να συγκινεί μέχρι σήμερα, "τα σύνορα είναι ανθρώπινο έργο σε αντίθεση με τη φύση που αδιαφορεί γι' αυτά". Τελικώς γίνονται αντιληπτοί από μια γερμανική περίπολο αλλά έχουν πια περάσει τα σύνορα. Οι Γερμανοί σταματούν αμέσως τους πυροβολισμούς θεωρώντας πως αυτό που κάνουν είναι αγγαρεία, κάτι το οποίο φανερώνεται στην τελευταία φράση που λέει ο Γερμανός στρατιώτης ανακουφισμένος στη σκέψη πως δε θα σκοτώσει. Το ίδιο ανακουφισμένες φαίνονται και οι φιγούρες των δυο Γάλλων, οι οποίες μισοβυθισμένες μέσα στο χιόνι βαδίζουν προς ένα μέλλον αβέβαιο. Ένα μέλλον που λίγα χρόνια μετά αποδείχτηκε αρεκτά ζοφερό.  




Η ταινία είχε προγραμματιστεί να τελειώνει με μια σκηνή όπου ο Μαρεσάλ κι ο Ροζαντάλ θα έκλειναν ραντεβού την πρώτη παραμονή πρωτοχρονιάς μετά το τέλος του πολέμου στο εστιατόριο του Μαξίμ στο Παρίσι, με τον σκηνοθέτη να δείχνει ως τελευταίο πλάνο δυο άδειες θέσεις. Με την εικόνα αυτή θα επιβεβαιωνόταν η μεγάλη ψευδαίσθηση για την εδραίωση μιας κοινωνικοπολιτικής ισότητας για την οποία αγωνίζεται η ανθρωπότητα τους τελευταίους δυο αιώνες. Όσες μάχες κι αν γίνουν κι όσο αίμα κι αν χυθεί, οι ταξικές διαφορές μεταξύ αστών κι εργατών θα παραμείνουν μεγάλες. 
Παράλληλα ο Ζαν Ρενουάρ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τον μεγάλο πόλεμο που ερχόταν αλλά κανείς δεν τον έβλεπε. Άκρως ανατριχιαστικός ήταν ο ήχος των μποτών από τους νεαρούς Γερμανούς φαντάρους που έκαναν γυμνάσια μες στο στρατόπεδο. Ένας ήχος που στη πορεία έγινε εφιαλτικά γνώριμος στην κατεχόμενη Ευρώπη. Σ' αυτήν την αντιπολεμική ατμόσφαιρα μπορώ να προσθέσω και τις μαυροφορεμένες γριούλες που στέκουν έξω από το στρατόπεδο και προσεύχονται για τους νεαρούς στρατιώτες. Πρόσωπα θλιμμένα που έχουν ήδη θρηνήσει νεκρούς από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και προετοιμάζονται σιωπηλά να υποδεχτούν τα νεκρά κορμιά της νέας γενιάς που θα μπει στον πόλεμο.
Ωστόσο το σπάνιο αυτό αριστούργημα του Ρενουάρ πέρα από αντιπολεμικό είναι και μια προσπάθεια να φανεί ο ταξικός διαχωρισμός που υπάρχει στις κοινωνίες. Πως οι άνθρωποι δε χωρίζονται μόνο γεωγραφικά ως έθνη αλλά και ταξικά ανάλογα με την οικονομική και κοινωνική τους κατάσταση. Κατά κάποιον τον τρόπο μέσα από την ταινία διαπιστώνουμε πως οι δυο αριστοκράτες, ο Φον Ραουφενστάιν κι ο Μποελντιέ, παρόλο που ανήκουν σε δύο εχθρικά έθνη, συνειδητοποιούν πως είναι περισσότερα αυτά που τους ενώνουν παρά αυτά που τους χωρίζουν. Βασικά συνειδητοποιούν πως ανήκουν σε μια πολυεθνική κοινωνική ομάδα που τους διαχωρίζει ακόμη κι από τους ίδιους τους τους συμπατριώτες.Ο Ζαν Ρενουάρ προσπαθεί να εξηγήσει πως οι εθνικοί διαχωρισμοί στην ουσία είναι φτιαχτοί μόνο και μόνο για να δημιουργούν τις κατάλληλες παρεξηγήσεις μεταξύ των λαών ώστε να οδηγούνται ξανά και ξανά σε συγκρούσεις κι ανελέητες ανθρωποθυσίες.
Η σκηνοθεσία του Ζαν Ρενουάρ είναι λιτή και ρέει τόσο όμορφα που δεν αφήνει καμία υπόνοια κοιλιάς. Ξεχωρίζει αμέσως για το πολύπλοκο σενάριο της, τους προσεγμένους της διαλόγους και το απρόβλεπτο χιούμορ. Επίσης η ταινία στηρίζεται στις εκπληκτικές ερμηνείες των ηθοποιών. Απ' αυτούς ξεχωρίζουν ο Ζαν Γκαμπέν ως ο επαναστατικός Μαρεσάλ που εξυψώνει το γόητρο της εργατικής τάξης, ο σπουδαίος σκηνοθέτης του βωβού κινηματογράφου Έριχ Φον Στρόχαϊμ στο ρόλο του Γερμανού αριστοκράτη Φον Ραουφενστάιν, ο Πιέρ Φρεσνάι με το εκλεπτυσμένο του ύφος στο ρόλο του Γάλλου αριστοκράτη αλλά κι ο Ζουλιαν Καρέτ με την απίστευτη ζωντάνια και το μελαγχολικό του χιούμορ ενώ σπαρακτική ήταν η ερμηνεία της Ντίτα Πάρλο η οποία αναγκάστηκε μετά την προβολή της συγκεκριμένης ταινίας να εγκαταλείψει την ναζιστική Γερμανία. Αυτό όμως που κάνει τη συγκεκριμένη ταινία ακόμη πιο ξεχωριστή είναι που χαρακτηρίζεται με μεγάλη άνεση ως αντιπολεμικό αριστούργημα παρόλο που δεν υπάρχουν πολεμικές δράσεις ενώ οι πυροβολισμοί είναι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού.
Η "Μεγάλη Χίμαιρα" είναι μια βαθύτατα εσωτερική κραυγή που θέτει ένα διαχρονικό ερώτημα, θα καταφέρουμε ποτέ κι αν ναι κάτω από ποιες συνθήκες να γκρεμίσουμε τα δεσμά που διαχωρίζουν τους ανθρώπους σε τάξεις, φύλο κι εθνικότητα ώστε να αναπτυχθούν οι πολυπόθητες ανθρώπινες σχέσεις όπου θα κυριαρχεί η ισότητα, η συντροφικότητα κι η αλληλεγγύη; Δυστυχώς η απάντηση δίνεται από τον τίτλο του συγκεκριμένου σπουδαίου ουμανιστικού κι αντιπολεμικού αριστουργήματος.

Βαθμολογία: 10/10

Τρίτη, 12 Μαΐου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Ο Γατόπαρδος (1963)


Σε πολλές κινηματογραφοφιλικές συζητήσεις μου για τις ταινίες του Λουκίνο Βισκόντι δεχόμουν διάφορα επικριτικά σχόλια όταν έλεγα πως δεν έχω δει ακόμα τον "Γατόπαρδο". Μάλιστα είχα ακούσει κάμποσες φορές την άποψη πως είναι δύσκολο να εκφέρει κάποιος γνώμη για την φιλμογραφία του σπουδαίου Ιταλού σκηνοθέτη χωρίς να χει δει τη σημαντικότερη κι ομορφότερη ταινία του. Και να λοιπόν που στο τέλος της καραντίνας ήρθε η στιγμή να απολαύσω ένα σπάνιο αριστούργημα εποχής που πέρα από την κινηματογραφική μαεστρία του Λουκίνο Βισκόντι, περηφανεύεται για την ονειρική μουσική του Νίνο Ρότα και τις εκπληκτικές ερμηνείες του Μπαρτ Λάνκαστερ, του Αλέν Ντελόν και της πανέμορφης Κλαούντια Καρντινάλε. Δεν είναι τυχαίο που ο "Γατόπαρδος" είναι η μοναδική ταινία που έκανε τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν να παραδεχτεί πως ζήλεψε πραγματικά.
Η ιστορία της ταινίας βασίστηκε στο θρυλικό βιβλίο του Τζουζέππε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα, το οποίο μιλάει για το τέλος της αριστοκρατικής εποχής, όπου μέσα από τη στάχτη της ξεπήδησε το κράτος της Ιταλίας. Το ενδιαφέρον στρέφεται στη Σικελία, ένα ξεχασμένο αλλά περήφανο βασίλειο όπου ζούσαν οι τελευταίες αριστοκρατικές οικογένειες. Μια απ' αυτές ανήκει στον πρίγκιπα Γατόπαρδο, ο οποίος ως αριστοκράτης απεχθάνεται τις κοινωνικές αλλαγές που επιφέρει η επανάσταση κι οι στρατιές του Γκαριμπάλντι, όμως  από την άλλη ως διορατικό μυαλό προετοιμάζει το έδαφος για να επιβιώσει και να διατηρήσει το γόητρό του στη νέα τάξη πραγμάτων. Για να το πετύχει αυτό, στηρίζει οικονομικά τον αγαπημένο του ανιψιό που συμμετέχει στην "ενωτική" εισβολή των στρατιών του Γκαριμπάλντι στη Σικελία. Η σκηνή της μάχης μεταξύ του βασιλικού στρατού και των ερυθροχιτώνων της ιταλικής ενοποίησης περιτριγυρισμένων με μικρά παιδιά που κουνούν την τρίχρωμη σημαία, μοιάζει να είναι βγαλμένη από το διάσημο πίνακα του Ντελακρουά όπου η "Ελευθερία οδηγεί τον λαό". 
Η επανάσταση πετυχαίνει και στη θέση της λευκής σημαίας με το χρυσό κρίνο, κυματίζει πια η γνώριμη σημαία της Ιταλίας. Ο Γατόπαρδος αποσύρεται έγκαιρα από το φλεγόμενο Παλέρμο κι επιστρέφει στο εξοχικό του παλάτι που βρίσκεται στην καρδιά της Σικελίας. Παραμένοντας μακριά από τις καταιγιστικές εξελίξεις κι έχοντας χρόνο και ηρεμία που του επιφέρει η ασφάλεια του εξοχικού παλατιού, θα αναλογιστεί τις νέες συνθήκες και να κινηθεί έγκαιρα για να εγκαθιδρυθεί στις νέες καταστάσεις. Βλέποντας πως δεν υπάρχει γυρισμός, θα δείξει φανερά πως είναι υπέρ της κοινωνικοπολιτικής αλλαγής που έρχεται κι αμέσως σχεδιάζει να παντρέψει τον αγαπημένο του ανιψιό με την κόρη ενός πλούσιου, προσπαθώντας μ' αυτόν τον τρόπο να περάσει από την κάστα της αριστοκρατίας στην πλούσια αστική τάξη. 


Ξέροντας πως η αριστοκρατία θα περάσει στο παρελθόν, ο Γατόπαρδος θα προσπαθήσει να ρθει κοντά με τους νεόπλουτους που θα αποτελέσουν την νέα ελίτ της ιταλικής κοινωνίας. Σε ένα από τα δείπνα που θα παραχωρήσει στην αφρόκρεμα της πόλης, θα γνωριστεί με τον άξεστο δήμαρχο Ντον Καλόγερο, ο οποίος σκεπτόμενος κουτοπόνηρα θα πάει συνοδευόμενος με την πανέμορφη κόρη του. Σ' εκείνην την υπέροχη σκηνή απολαμβάνουμε την κόντρα της αριστοκρατίας με την αστική τάξη, της οποίας είναι φανερή η έλλειψη παιδείας. Όμως η κόντρα αυτή σβήνει απότομα με την εντυπωσιακή είσοδο της κόρης του δημάρχου. Οι κουβέντες σταματάτε και τα βλέμματα καρφώνονται πάνω της. Η ίδια αρχικά σαστίζει αλλά αμέσως αντιλαμβάνεται την ομορφιά της αλλά και τον δυναμισμό που μπορεί να εκπέμψει μέσα απ' αυτήν. Κι έτσι με βήμα αποφασιστικό εισέρχεται στο χώρο γνωρίζοντας πως η ίδια μετατρέπεται σε ένα σύνδεσμο που ενώνει το απερχόμενο αριστοκρατικό παρελθόν με το επερχόμενο αστικό μέλλον. Ο ανιψιός του Γατόπαρδου παρόλο που είχε μια σχεδόν ερωτική σχέση με κάποια από τις ξαδέρφες του, τελικά υποκύπτει στη γοητεία της κόρης του δημάρχου κι έτσι αρχίζει το ερωτικό τους ειδύλλιο. 
Σε κείνη τη συνάντηση θα ακουστούν πολλές αλήθειες, οι οποίες θα ειπωθούν με μια πρωτόγνωρη λυρικότητα. «Εμείς οι αριστοκράτες είμαστε οι λεοπαρδάλεις και τα λιοντάρια αυτού του κόσμου κι αυτοί, οι αστοί κι οι έμποροι, που θα μας αντικαταστήσουν, θα είναι τα τσακάλια και τα πρόβατα. Και μετά, όσοι επιβιώσουμε, λεοπαρδάλεις, λιοντάρια, τσακάλια και πρόβατα, θα συνεχίσουμε να θεωρούμε τους εαυτούς μας σαν το αλάτι της γης». Με λίγα λόγια ο Γατόπαρδος υπονοεί το τράνταγμα των κοινωνικών ισορροπιών που θα στρώσουν το έδαφος για το φασισμό, τον εθνικοσοσιαλισμό και τους Μεγάλους Πολέμους. Το πιο ξεκάθαρο μήνυμα όμως της ταινίας είναι ο ισχυρισμός του ανιψιού του Γατόπαρδου, που δηλώνει χωρίς ίχνος εντιμότητας πως «για να παραμείνουν τα πράγματα τα ίδια, όλα πρέπει να αλλάξουν». Περισσότερο όμως με άγγιξε η ειλικρινής δήλωση που φανέρωνε τη φθίνουσα πορεία της αριστοκρατικής τάξης επηρεασμένης από την ιταλική ενοποίηση. «Εγώ ανήκω σε μια ατυχή γενιά, με δύο κόσμους που επικαλύπτονται μεταξύ τους αλλά είναι άρρωστοι και οι δύο».


Ακολουθεί η τελευταία και μεγάλης διάρκειας σκηνή του έργου, όπου γινόμαστε θεατές της μεγάλης γιορτής όπου παντρεύεται η αριστοκρατία με την αστική τάξη. Σε αντίθεση με τις πρώτες σκηνές του έργου, εδώ παρακολουθούμε ένα συνονθύλευμα προσώπων, ενδυμασιών και συμπεριφορών που προσπαθούν με κάθε τρόπο να αναδειχθούν και να καρπωθούν τους θησαυρούς που άφησε απροστάτευτους η επανάσταση. Η ορχήστρα παίζει βαλς του Βέρντι και οι νέοι χορεύουν άλλοτε με πάθος κι άλλοτε παιχνιδιάρικα προσπαθώντας ο καθένας να βρει το ταίρι του σ' αυτόν τον νέο κόσμο που γεννιέται ενώ οι ηλικιωμένοι παρακολουθούν σαν θεατές διακριτικά, προσπαθώντας να διατηρήσουν την καθαρότητά τους με ενδοταξικούς γάμους. 
Σε αντίθεση με τους παρευρισκομένους, ο Γατόπαρδος κινείται σαν σκιά. Συνειδητοποιεί πως γλιστρά στο περιθώριο της ιστορίας κι αρχίζει να εναρμονίζεται με τον θάνατο. Η κάμερα τον ακολουθεί καθώς περιφέρεται στις αίθουσες, αφήνοντας μέσα από το βλέμμα του να ξεχυθούν οι σκέψεις του, οι τελευταίες επιθυμίες του αλλά κι η θλίψη του επερχόμενου τέλος του. Ως κύκνειο άσμα της πλούσιας ιστορίας του, είναι το υπέροχο βαλς που χορεύει με την κόρη του δημάρχου. Είναι και η μοναδική σκηνή που όχι μόνο φανερώνεται η ερωτική τους έλξη αλλά συνειδητοποιούν κι οι δυο πως είναι αμοιβαία κάνοντας τον ανιψιό που τους παρακολουθεί να νιώσει άβολα. Θα μπορούσε άνετα ο νεαρός να εκδηλώσει την αγανάκτησή του στη σκηνή αυτή αλλά σωπαίνει ξέροντας πως αναρριχήθηκε στην πλούσια κοινωνία με τη βοήθεια του θείου του. Από τη  μια νιώθουμε συμπόνια για το στιγμιαίο δράμα του ανιψιού αλλά από την άλλη αισθανόμαστε τον απελπισμένο πόθο που εκδηλώνεται ανάμεσα στο Γατόπαρδο και τη νεαρή πριγκίπισσα. Μπορεί ο Γατόπαρδος να ήταν ένας σπουδαίος πρίγκιπας που τα είχε όλα δικά του αλλά για πρώτη φορά νιώθει πως ηττάται διότι ο αντίπαλός του είναι φρέσκος κι έχει όλο το μέλλον μπροστά του. Γι' αυτό το λόγο σκύβει το κεφάλι με αξιοπρέπεια και μελαγχολία κι αποδέχεται την μειονεξία του απέναντι στα νιάτα του ανιψιού του. Θρηνεί βουβά για την κατάρρευση της τάξης του, την αδυναμία του να έχει δική του μια νέα κι όμορφη γυναίκα αλλά και τον επερχόμενο φυσικό του θάνατο. Γι' αυτό το λόγο επιλέγει να αποχωρήσει από τη δεξίωση μόνος και να περιπλανηθεί αγέρωχος στην πόλη ακούγοντας τις πρωινές εκτελέσεις των οπαδών του Γκαριμπάλντι. Με αξιοπρέπεια γονατίζει ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του και κυριευμένος από τη μοναξιά του τέλους εξαφανίζεται σε ένα σκοτεινό σοκάκι.
Η επανάσταση έληξε, ο λαός για μια ακόμη φορά ηττήθηκε, η ελπίδα πήρε μια ακόμη παράταση και οι πλούσιοι ξαναμοιράζουν τη γη. Και να που τελικά τα λόγια του ανιψιού βγαίνουν αληθινά. "Για να παραμείνουν όλα τα πράγματα τα ίδια, πρέπει όλα να αλλάξουν".



Πριν μιλήσω για τα σκηνοθετικά, θα θελα να ομολογήσω πως η επιλογή των ηθοποιών είναι εκπληκτική κάτι που απογειώνει κι άλλο την ταινία. Ο Μπαρτ Λανκαστερ παίζει το ρόλο της ζωής του, σαν πρίγκιπας μιας ξεπεσμένης αριστοκρατικής οικογένειας. Ενώ αρχικά ο Βισκόντι ήθελε τον Λόρενς Ολίβιερ στον πρωταγωνιστικό ρόλο, οι παραγωγοί του επέβαλαν να επιλέξει τον μεγάλο κινηματογραφικό αστέρα εκείνης της εποχής για εμπορικούς λόγους. Παρά τις εντάσεις που προκλήθηκαν, ο Μπαρτ Λανκαστερ έδεσε απίστευτα με τον ρόλο προσφέροντας μια αξεπέραστη αριστοκρατική ακτινοβολία κι ενώ ερμηνεύει έναν μη προσιτό προς το ευρύ κοινό ρόλο, καταφέρνει μέσα από το παίξιμό του και το χιούμορ του (ειδικά στις σκηνές με τον ιερέα) να γίνει αρκετά συμπαθής και οικείος. Από την άλλη ο Αλέν Ντελόν ως ζεν πρεμιέ αρχίζει να  χτίζει το μύθο του, παίζοντας εκπληκτικά τον ρόλο του καιροσκόπου ανιψιού ενώ η Κλαούντια Καρνινάλε υποδύεται τον πιο ερωτεύσιμο ρόλο της καριέρας της.
Όσο για την ταινία, ομολογώ πως σπανίως εντυπωσιάζομαι με τα σκηνικά αλλά και με τα κοστούμια. Κι όμως στο "Γατόπαρδο" σου δίνεται η αίσθηση πως κι αυτά παίζουν κεντρικό ρόλο στην ιστορία. Πολλά πλάνα παρουσιάζονται σαν αριστοκρατικές πίνακες που συναντάμε μέσα σε επαύλεις. Οι λεπτομέρειες αυτές εξυψώνουν την ταινία μετατρέποντάς την σε ένα διαχρονικό κινηματογραφικό διαμάντι που θα βλέπεται το ίδιο απολαυστικά όσα χρόνια κι αν περάσουν.
Ένας λόγος που με κανε να αγαπήσω παραπάνω αυτήν την ταινία, είναι η ίδια η ιστορία του Λουκίνο Βισκόντι, ο οποίος προερχόμενος από αριστοκρατική οικογένεια θεωρήθηκε προδότης από την τάξη του ενώ για κάποιους άλλους, τους περισσότερους ουσιαστικά, καθιερώθηκε ως ένας τίμιος διανοούμενος, ο οποίος, μόλις ανακάλυψε την αλήθεια, πέρασε στο πλευρό της εργατικής τάξης κι εντάχθηκε στη μεριά που αγωνίζεται για την πρόοδο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να χάσει τον κληρονομικό τίτλο του Κόμης δον Λουκίνο Βισκόντι Ντι Μοντρόνε. Όμως ο κόσμος τον αγκάλιασε αμέσως και του πρόσφερε τον άξιο τίτλος του κόκκινου κόμη που προσωπικά τον θεωρώ ως έναν πραγματικό τίτλο τιμή.
Ο "Γατόπαρδος" δεν είναι μόνο ένα κύκνειο άσμα για τον ξεπεσμό της αριστοκρατικής τάξης, ούτε ένα κατηγορώ για τις επαναστάσεις που σβήνουν άδοξα αναγκάζοντας τους δοκιμαζόμενους λαούς να πέφτουν πάντα θύματα στα σχέδια των ολιγαρχών καιροσκόπων. Συνάμα ο "Γατόπαρδος" είναι ένα άσμα που υμνεί την ομορφιά της Σικελίας και την περηφάνια των κατοίκων της, οι οποίοι έμαθαν να ζουν σαν θεοί και να καμαρώνουν για την ιστορία τους παρόλο που υπήρξαν υποταγμένοι σε πολλά βασίλεια, έχοντας παρηγοριά πως απ' όλους τους κατακτητές πήραν ότι καλό είχαν για να φτιάξουν την δικιά τους πολιτισμική κι εθνολογική οντότητα. Ένα κινηματογραφικό ποίημα γι' αυτήν την ατέρμονη τρέλα και την ακόρεστη δίψα για ζωή που μόνο η Μεσόγειος γεννάει. Πόσο μάλλον για ένα λαό που ζει ακριβώς στη καρδιά της κλειστής αυτής θάλασσας. Ο "Γατόπαρδος" είναι το ελεύθερο πνεύμα της Σικελίας.

Βαθμολογία: 9/10

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Αμαρτωλές Σχέσεις (1964)


Τελικά το 1964 ήταν η χρονιά των γαλλικών ερωτικών τριγώνων καθώς πέρα από το αξεπέραστο αριστούργημα του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ "Μια Γυναίκα Παντρεμένη" έχουμε και την αδίκως άγνωστη ταινία του Φρανσουά Τρυφώ "Αμαρτωλές Σχέσεις". Προσωπικά θεωρώ αρκετά ατυχή τον ελληνικό τίτλο καθώς ο γαλλικός "Τρυφερό Δέρμα" δένει τόσο όμορφα με την ενδιαφέρουσα ιστορία της ταινίας, την οποία ο Τρυφώ εμπνεύστηκε όταν διάβασε την είδηση πως μια απατημένη γυναίκα πυροβόλησε το σύζυγό της σε μια παμπ του Παρισιού. 
Η ιστορία ξεκινάει ως φιλμ νουάρ, καθώς ο πρωταγωνιστής της ιστορίας τρέχει να προλάβει την πτήση του για τη Λισαβόνα. Οι πρώτες σκηνές θυμίζουν ταινία καταδίωξης στους δρόμους του Παρισιού δημιουργώντας αμέσως μια σχέση έντασης ανάμεσα στην ταινία και τον θεατή. Μαζί με τον πρωταγωνιστή αγωνιούμε κι εμείς για το αν θα προλάβει το αεροπλάνο προτού σχηματίσουμε μια οικειότητα αλλά και μια συμπάθεια με το πρόσωπό του. Όλη αυτή η ένταση αλλά κι όλα αυτά που θα ακολουθήσουν μετά, δίνουν στο θεατή αφορμή για προβληματισμό στο ερώτημα αν τελικά θα ήταν καλύτερα για 'κείνον τα πράγματα σε περίπτωση που έχανε την πτήση.
Ταξιδεύοντας ο Πιέρ στη Λισαβόνα για να συμμετάσχει σε μια διάλεξη για το έργο του Μπαλζάκ, θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί την αεροσυνοδό Νικόλ. Ακολουθώντας τις όμορφες κινήσεις της κάμερας, συμμετέχουμε στο ηδονοβλεπτικό παιχνίδι του πρωταγωνιστή καθώς παρατηρεί κάθε σπιθαμή της γοητευτικής Νικόλ κι αμέσως θυμόμαστε στιγμές που έχουμε κι οι ίδιοι ζήσει μέσα σε μεταφορικά μέσα όπου διασταυρωνόμαστε με άγνωστα βλέμματα, γεννώντας μας ερωτήματα για το υπόλοιπο της ημέρας όπως "αν της μιλήσω..." κι "αν την γνωρίσω...". 
Στη συγκεκριμένη ιστορία τα δυο αυτά πρόσωπα τυγχάνει να βρεθούν στο ίδιο ξενοδοχείο. Σε μια υπέροχη σκηνή μέσα στο ασανσέρ, η Νικόλ θα φανερώσει τον αριθμό του δωματίου της αφήνοντας μια υπόνοια πως θέλει να γνωριστεί με τον Πιέρ. Εκείνος συγκρατεί τον αριθμό και βαδίζει προβληματισμένος στο δωμάτιό του. Εντυπωσιακό στοιχείο εκείνης της σκηνής είναι τα παπούτσια που είναι αφημένα έξω από τα δωμάτια. Κάποια ζευγάρια είναι μόνα τους κι άλλα είναι διπλά. Στα μοναχικά ζευγάρια δείχνει μια συμπόνοια συμμεριζόμενος τη μοναξιά των κατόχων τους ενώ με τα διπλά ζευγάρια φουντώνει η επιθυμία του να την πάρει τηλέφωνο. Ξέροντας πως δε θα κοιμηθεί ήρεμος έχοντας αυτήν την ταλάντευση στο μυαλό του, της τηλεφωνεί για να λάβει την αρνητική της απάντηση. Πριν όμως βυθιστεί στην απόγνωση, θα δεχτεί ένα τηλεφώνημα από εκείνην που αφού πρώτα απολογείται για την απότομη συμπεριφορά της, τελικώς δέχεται να πιει ένα ποτό μαζί του και να γνωριστούν. Είναι εκπληκτικός ο τρόπος με τον οποίον ο Πιέρ εκφράζει τον ενθουσιασμό του ανάβοντας όλα τα φώτα του δωματίου. Από εκείνη τη στιγμή ξεκινάει το ερωτικό τρίγωνο.




Γυρνώντας ο Πιέρ στο Παρίσι, αρχίζει να φέρεται νευρικά στη γυναίκα του κι αναζητά δικαιολογίες για να λείπει από το σπίτι. Οι σπασμωδικές του αυτές κινήσεις θα τον οδηγήσουν αρκετές φορές σε λάθη όπως στο να προτείνει στην Νικόλ να μείνουν σε ένα ξενοδοχείο δεύτερης κατηγορίας. Από την άλλη η κτητικότητα της Νικόλ γίνεται όλο και πιο αισθητή κάτι δίνει δικαιώματα στον Πιέρ να πιστεύει πως εκείνη βλέπει τη σχέση τους στα σοβαρά. Έτσι αποφασίζει να δεχτεί μια πρόταση που του έχουν κάνει στη Ρενς για να μπορέσει να περάσει λίγο χρόνο μαζί της.
Τελικά η Ρενς θα αποδειχτεί κομβικό σημείο τόσο για τη σχέση τους όσο και για τη ζωή του. Ο ίδιος αδυνατεί να αντεπεξέλθει στις ευθύνες που του αναλογούν καθώς δεν είναι σε θέση να προστατεύσει την παράνομη σχέση του καθώς δίνει μεγαλύτερη έμφαση τόσο στη δημόσια εκείνα του όσο και στις δημόσιες σχέσεις που απαιτούνται στο χώρο όπου κινείται κι εργάζεται. Παράλληλα ο ίδιος αντιλαμβάνεται το πόσο λίγος μπορεί να είναι ερωτικά απέναντι στη νέα του σύντροφο, καθώς της ζητάει να του μιλήσει για τις προηγούμενες ερωτικές τις σχέσεις. 
Επιστρέφοντας στο Παρίσι συνειδητοποιεί πως η νέα του σύντροφος δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια αφορμή στο να διαλύσει έναν γάμο που ήδη έχει βαλτώσει. Ψάχνοντας τρόπους για να το ανακοινώσει στη γυναίκα του, μαθαίνει πως εκείνη έχει αρχίσει να τον υποψιάζεται και του ζητάει διαζύγιο. Η εξέλιξη αυτή του λύνει από τη μια τα χέρια αλλά από την άλλη τον πνίγει η ανασφάλεια καθώς δεν έχει ξεκαθαριστεί η κατάσταση με την Νικόλ, η οποία ήδη έχει αρχίσει να απογοητεύεται μαζί του. Η ρωγμή στην παράνομη σχέση θα ρθει όταν ο Πιέρ της ανακοινώνει το επερχόμενο διαζύγιό του. Εκεί η νεαρή Νικόλ θα αναλογιστεί τη ζωή που θα χει μαζί του και κατά πόσο το επιθυμεί αυτό. Η φυγή της θα είναι λίγο άγαρμπη αλλά ειλικρινής, προσφέροντας μια άκρως δυναμική σκηνή στην ταινία. Μετέωρος ο Πιέρ στα νέα δεδομένα, θα προσπαθήσει να σώσει την όλην κατάσταση με το να θέλει να επιστρέψει στην οικογένειά του. Όμως η τυχαία αποκάλυψη του παράνομου δεσμού του θα εξοργίζει τη σύζυγο του, η οποία θα προβεί σε μια θολωμένη τραγική πράξη. 




Στην ταινία υπήρξαν αρκετά στοιχεία που με εντυπωσίασαν, κάνοντάς με να την θεωρήσω ως ένα από τα αριστουργήματα του παρελθόντος. Σκηνοθετικά μου πρόσφερε υπέροχα πλάνα που έδεναν αρμονικά το φιλμ νουάρ ύφος με την νουβέλ βαγκ. Η σκηνή στο αμάξι με το ζευγάρι που φυγαδεύεται από την Ρενς είναι άκρως ρομαντική ενώ ξεχωριστή συναισθηματική φόρτιση είχε το πλάνο όπου ο Πιέρ βλέπει από το νεόδμητο διαμέρισμα την Νικόλ να φεύγει. 
Επίσης ενθουσιάστηκα με το πλάσιμο των χαρακτήρων. Ο Πιέρ προσπαθεί να κρύψει την ανδρική του ανασφάλεια μέσα από το σοφιστικέ ύφος ενός δήθεν φιλόσοφου που κουβαλάει τον πρωτευουσιάνικο αέρα του Παρισιού. Προτιμά να εντυπωσιάζει με τον λόγο του διότι κατά βάθος γνωρίζει πως δεν έχει τις δυνατότητες να προσφέρει κάτι άλλο. Η αδυναμία της ανδρικής του πυγμής γίνεται φανερή στην Ρενς όπου απαρνιέται με πολλούς τρόπους την Νικόλ, τόσο στο να την καλέσει στη διάλεξη που παραχώρησε όσο και στον δείπνο που του πρόσφεραν οι διοργανωτές αλλά κι όταν την βλέπει να παρενοχλείται από έναν πότη. Εκεί γίνεται μεμιάς ένας αντιήρωας που χάνει την όποια συμπάθεια έχει αποκτήσει κατά τη διάρκεια της ταινίας. Δεν είναι τυχαίο που στη Ρενς τον πιάνει η ανασφάλεια και ζητά από την Νικόλ να του περιγράψει όλες τις προηγούμενες σχέσεις της προσπαθώντας μάταια να βρει αρνητικά στοιχεία των πρώην συντρόφων της για να νιώσει εκείνος καλύτερα. 
Από την άλλη η Νικόλ αντιπροσωπεύει τη νέα γενιά εκείνης της εποχής. Δεν αναφέρει πουθενά την οικογένειά της, φανερώνοντας μια πρώτη αντίσταση κατά της πατριαρχίας. Η ίδια επιλέγει μια δουλειά που την βοηθάει να ταξιδεύει, ισορροπώντας μ' αυτόν τον τρόπο τις τάσεις φυγής της ενώ οι ερωτικές τις περιπέτειες (αρκετά μοντέρνες για εκείνην την εποχή) δείχνουν τις τάσεις της επερχόμενης ερωτικής απελευθέρωσης. Μιας απελευθέρωσης που θα εγκλωβίσει περισσότερο τον Πιέρ καθώς εξακολουθεί να κουβαλάει τα βαρίδια της συντηρητικής του ζωής. Δεν είναι τυχαίο που τελικά η Νικόλ επιλέγει την ελευθερία της παρόλο που στο πρόσωπο του Πιέρ αναγνωρίζει τη σοβαρότητα, την σταθερότητα αλλά και την ωριμότητα που αναζητούσε στους προηγούμενους συντρόφους της. 
Τέλος η Φράνκα, η σύζυγος του Πιέρ αντιπροσωπεύει απόλυτα το γυναικείο φύλο που είχε μάθει να ζει περιορισμένο στους τέσσερις τοίχους του οικογενειακού της περιβάλλοντος. Έχοντας καθυποτάξει δικές της επιθυμίες, αναλαμβάνει το ρόλο της "υπηρέτριας" του Πιέρ όχι επειδή η ίδια το επιθυμεί αλλά επειδή έτσι πρέπει. Όταν του ζητάει να χωρίσουν, το κάνει περισσότερο για να ταρακουνήσει τον σύντροφό της πιστεύοντας πως οι υπηρεσίες που τόσα χρόνια του προσφέρει τον έχουν δεσμεύσει κοντά της. Τελικά όμως θα σοκαριστεί όταν θα δει την ευκολία με την οποία ο Πιέρ αποφασίζει να εγκαταλείψει την οικογένειά του κι εκεί αντί να επιρρίψει ευθύνες στον άνδρα της αναζητά που ακριβώς εκείνη έχει κάνει το λάθος. Η άδικη ενοχοποίησή της θα την τρελάνει κι ίσως γι' αυτόν τον λόγο θα αντιδράσει τόσο έντονα στο τέλος. Μόνο που κι αυτή, ως ένα ανελεύθερο κι ανεύθυνο ον που έχει μάθει να ζει μέσα σε μια κοινωνία που πιέζει τον καθέναν να κάνει οικογένεια και να ναι καλός-η και πιστός-η σύζυγος, δρα με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούσε όλη της τη ζωή, τελείως αυτοκαταστροφικά. Από τη μεριά της όμως λαμβάνουμε απρόσμενα μια απίστευτα δυναμική φεμινιστική κραυγή όταν την προσεγγίζει και την φλερτάρει ένας γλοιώδης τύπος στο δρόμο. 
Όπως η "Περιπέτεια" του Μικελάντζελο Αντονιόνι δέχτηκε τη χλεύη του κοινού έτσι και οι "Αμαρτωλές Σχέσεις" δέχτηκαν την χλιαρή αντιμετώπιση του κοινού στο Φεστιβάλ των Καννών. Ήταν η χρονιά που βραβεύτηκε το υπερτιμημένο "Οι Ομπρέλες του Χεμβούργου" κι όλοι τότε παραμιλούσαν για την πρωτοεμφανιζόμενη πρωταγωνίστρια Κατρίν Ντενέβ. Κανείς όμως δε γνώριζε πως η πανέμορφη πρωταγωνίστρια του Τρυφώ, Φρανσουάζ Ντορλεάκ ήταν αδελφή της Κατρίν Ντενέβ, η οποία δυστυχώς βρήκε πρόωρο θάνατο το 1967 μετά από ένα τροχαίο που της έκοψε το νήμα της ζωής στα εικοσιπέντε της χρόνια. 
Οι "Αμαρτωλές Σχέσεις" ή καλύτερα το "Τρυφερό Δέρμα" είναι ένα εξαιρετικό και σπάνιο αριστούργημα που είναι κρίμα να συγκαταλέγεται στις λιγότερο γνωστές ταινίες του Φρανσουά Τρυφώ. Μια άκρως μοντέρνα ερωτική ιστορία που εξακολουθεί να διατηρεί ακέραιη τη γοητεία της μέχρι σήμερα. Μια σπάνια κι άκρως γοητευτική μίξη δύο σπουδαίων κινηματογραφικών τάσεων, της νουβέλ βαγκ με του φιλμ νουάρ. Προσωπικά την τοποθετώ σε περίοπτη θέση στις αγαπημένες μου ταινίες αυτού του είδους.

Βαθμολογία: 9/10

Τρίτη, 5 Μαΐου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Στην Τύχη ο Μπαλταζάρ (1966)


Πριν απολαύσω το αριστουργηματικό έργο του Ρόμπερτ Μπρεσόν, δε περίμενα πως θα με συγκινούσε τόσο έντονα η ιστορία ενός ταλαίπωρου και πολύπαθου γαϊδουριού. Κι όμως ο γλυκύτατος Μπαλταζάρ με τα θλιμμένα του μάτια και τη βουβή του καρτερικότητα απέναντι στα βάσανα που του προκάλεσαν οι άνθρωποι, καταφέρνει να λυγίσει και τον πιο σκληρόπετσο κινηματογραφόφιλο. Αυτή η τόσο γλυκόπικρη ταινία του Ρόμπερτ Μπρεσόν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα έργο προσιτό που ξεχωρίζει τόσο με την λυρική του αφήγηση όσο και με την υπέροχη μουσική του. Ένα λιτό και βουβό δοκίμιο για την υποτιθέμενη ελευθερία των ανθρώπων που δυστυχώς ασφυκτιά κι αναιρείται εγκλωβισμένη σε καλούπια που η ίδια η κοινωνία δημιουργεί για να μαντρώνει και να ελέγχει τα μέλη της. 
Η ιστορία ξεκινάει με τη γέννηση του γαϊδαράκου κι ολοκληρώνεται με το θάνατό του. Έχοντας ως γραμμική αφήγηση τη ζωή του τετράποδου πρωταγωνιστή, μας παρουσιάζονται οι προβληματικές ζωές των ανθρώπων που αδυνατούν να λύσουν τα συμπλέγματά τους, μ' αποτέλεσμα να ξεσπούν την οργή που κουβαλούν μέσα τους με το να κακομεταχειρίζονται τους πιο αδύναμους της κοινωνίας. Πόσο μάλλον σ' ένα ζωό. 
Η ιστορία ξεκινά με τη γέννηση του Μπαλταζάρ, όπου μαζί μ' αυτήν μας αποκαλύπτεται κι ένας παιδικός έρωτας, ο οποίος νεκρώνει με το τέλος των διακοπών. Από τη μια έχουμε τον Ζακ που επιστρέφει με τους δικούς του στο Παρίσι κι από την άλλη την Μαρί που μένει με τον πατέρα της στους αγρούς. Ενθύμιο του καλοκαιρινού παιδικού έρωτα είναι η υιοθέτηση του μικρού γαϊδουριού κάτι που δημιουργεί μία αφύσικη αγάπη της Μαρί με τον Μπαλταζάρ. 
Τα χρόνια περνούν και τα παιδιά μεγαλώνουν. Μαζί μ' αυτά κι ο μικρός γάιδαρος. Όμως η πορεία δε κυλάει ευχάριστα για κανέναν. Οι γονείς των παιδιών τσακώνονται για μια υποτιθέμενη κακοδιαχείριση του αγροκτήματος κάτι που αναγκάζει τον Ζακ να επιστρέψει μετά από πολλά χρόνια στα Πυρηναία για να διευθετήσει το θέμα με τον μπαμπά της Μαρί. Όμως οι άκαρπες προσπάθειές του θα τον αναγκάσουν να φεύγει απογοητευμένος. Η σχέση των δύο νεαρών κλυδωνίζεται κάτι που κάνει την Μαρί να αντιδράσει με το να πάψει να ασχολείται άλλο με τον Μπαλταζάρ. Η πρώτη άδικη τιμωρία στο γαϊδουράκο παρόλο που φαίνεται αθώα, τελικά αποδεικνύεται πως λειτουργεί ως αφετηρία σε όλα αυτά που θα ακολουθήσουν.
Ο γάιδαρος πωλείται στον φούρναρη κι έκτοτε αρχίζει η μαρτυρική του ζωή. Η διαδικασία του πεταλώματος, μετατρέπεται σε μια ιεροτελεστία όπου το ζωντανό αφήνει την παιδική του ανεμελιά και εισχωρεί στη σκληρή ενήλικη ζωή της παραγωγής.  Όμως κι η ζωή της Μαρί παίρνει την κάτω βόλτα καθώς η κοπέλα αποπλανιέται από τον Ζεράρ, έναν νεαρό που εργάζεται στο φούρνο και με κάθε ευκαιρία βασανίζει το άμοιρο ζωντανό. 
Στη συνέχεια ο Μπαλταζάρ περνάει από πολλά χέρια κι έτσι από αποδιοπομπαίος τράγος που του χουν φορτώσει την ευθύνη ενός ατυχήματος με μια άμαξα μετατρέπεται σε έξυπνο ζώο που λύνει μαθηματικές πράξεις σε ένα τσίρκο (δεν είναι τυχαίο που στην ταινία το ζωντανό εκτιμάται μόνο στο κολαστήριο του τσίρκου) και καταλήγει να αγιοποιηθεί επειδή κουβάλησε τα λείψανα ενός τοπικού αγίου. Παρόλο που ο Μπαλταζάρ είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, διαπιστώνουμε πως ο ίδιος παρακολουθεί βουβός κι ανήμπορος τη μοίρα που του επιφυλάσσουν οι άνθρωποι. Σαν να είναι κι αυτός ένας αμέτοχος θεατής της ίδιας του της ζωής. Από την αρχή μετατρέπεται σε σιωπηλό παρατηρητή μέχρι που καταλήγει ως αθέλητος συνένοχος κάποιων παρανομιών που θα του στοιχίσουν την ίδια του τη ζωή. Κατά μία έννοια η πορεία του συμβαδίζει με την πονεμένη ιστορία της Μαρί, η οποία όταν αποφασίζει να παντρευτεί τον Ζακ, κακοποιείται από την παρέα του Ζεράρ, οι οποίοι την αφήνουν γυμνή και κλειδωμένη σε ένα αγροτόσπιτο. Και κάπου εκεί η δυο βασανισμένες ψυχές της ιστορίας οδεύουν προς το τέλος. Από την μια η Μαρί εξαφανίζεται, με τον δημιουργό να αφήνει την υπόνοια της αυτοκτονίας ενώ ο Μπαλταζάρ χρησιμοποιείται σε μία παράνομη αγοραπωλησία κοντά στα γαλλοϊσπανικά σύνορα, κάτι που τελικά θα του στοιχίσει τη ζωή.
Φτάνοντας προς το τέλος της ταινίας, συνειδητοποιούμε πως η βιαιότητα και τα λάθη που έχουν συσσωρευτεί στην κλειστή αυτή κοινωνία παραμένουν ατιμώρητα. Κι όσο πιο πολλά γίνονται τόσο περισσότερο βαραίνουν τα πρόσωπα που ευθύνονται γι' αυτά. Δειλοί στο να αντιμετωπίσουν τις ευθύνες τους αναζητούν τη λιγότερο οδυνηρή λύση μέχρι που διαπιστώνουν πως το μόνο που χρειάζεται για να σβηστούν διαπαντός ώστε να δώσουν ξανά ανάσα στην καταπιεσμένη κοινωνία, είναι ένας αποδιοπομπαίος τράγος που θα τα επωμιστεί όλα τα δεινά και θα θυσιαστεί για το καλό όλων. Στη συγκεκριμένη ιστορία δεν είναι άλλος από τον Μπαλταζάρ, ο οποίος κουβαλώντας συμβολικά και κυριολεκτικά τις αμαρτίες των ανθρώπων στο ήδη καταπονημένο κορμί του, θα αποδεχτεί (;) βουβός κι αξιοπρεπής την μαρτυρική του θυσία και θα ξεψυχήσει ολομόναχος σε μια σκηνή που κλείνει σπαρακτικά όλη την λυρική αφήγηση του Μπρεσόν. 


Κατά τη διάρκεια της ταινίας ο Μπαλταζάρ θα ζήσει πολλές στιγμές, άλλες όμορφες κι άλλες τραγικές. Θα νιώσει την αγάπη της Μαρί, η οποία με μια άκρως παγανιστική ιεροτελεστία του στολίζει το κεφάλι με λουλούδια αλλά θα βιώσει και το μίσος των κακομαθημένων παιδιών με ανελέητες κλωτσιές και τις μπουνιές. Εδώ φαίνεται ξεκάθαρα πως η βιαιότητα που ασκούν κάποιοι άνθρωποι απέναντι στα ζώα μπορεί άνετα να μετατραπεί σε εγκληματική δράση απέναντι σε άλλους ανθρώπους. Έπειτα μετά την αδιαφορία της Μαρί αρχίζει η συνεχής αλλαγή των αφεντικών του, κάτι που τον κάνει να νιώσει την απάρνηση αλλά και τον χλευασμό της ύπαρξής του καθώς περνά από χέρι σε χέρι μέχρι που καταλήγει στα γεράματά του να χρησιμοποιηθεί ως μεταφορικό μέσο για ύποπτες και παράνομες δοσοληψίες στα γαλλοϊσπανικά σύνορα.  Όλη αυτή την βαναυσότητα, ο Μπαλταζάρ την υφίσταται βουβός. Όπως επίσης με τον ίδιο τρόπο θα δεχτεί και το τέλος του, ως ένα ακόμη ακατανόητο κι άδικο πράγμα που οφείλει να υπομείνει. Όμως στην περίπτωση του άκακου αυτού ζώου, δεν υπάρχει καμιά άλλη επιλογή από την στωικότητα καθώς ο Μπαλταζάρ είναι μια ακόμη αθώα ψυχή που δε μπορεί να κατανοήσει τις έννοιες του καλού και του κακού αλλά κι ούτε είχε μάθει εξαρχής το δικαίωμα της ελεύθερης ζωής που οφείλουν να έχουν όλα τα πλάσματα της φύσηε καθώς γεννήθηκε και μεγάλωσε μαθαίνοντας να προσφέρει υπηρεσίες υποκύπτοντας βουβά σε βάναυσους και σκληρούς κανόνες. Ωστόσο μες στη ταινία υπάρχει μια στιγμή που αναλογίζεται τη μοίρα του όταν συναντιέται με τα μελαγχολικά βλέμματα των υπολοίπων ζώων που είναι εγκλωβισμένα στα κλουβιά του τσίρκου. Συνταρακτικό είναι το απαθές βλέμμα της τίγρης και το ναρκωμένο μάτι του ελέφαντα στη συγκεκριμένη σκηνή. 
Μετά από πολλές κακουχίες φτάνουμε στο θάνατο του Μπαλταζάρ, ο οποίος δε διαφέρει από την υπόλοιπη ζωή του. Με την ίδια βουβή απορία που υπομένει τα βασανιστήρια, φτάνει στο λυτρωτικό του τέλος. Παραμένει όμως ως την ύστατη στιγμή αξιοπρεπής καθώς πληγωμένος από μια σφαίρα και με δάκρυα στα μάτια οδεύει προς τον ήσυχο θάνατό του. Ξαποσταίνει στη μέση ενός ηλιόλουστου λιβαδιού με τα πρόβατα ενός παρευρισκόμενου κοπαδιού να κάνουν ένα κύκλο γύρω του αφήνοντάς του ελεύθερο τον αέρα που θα εισπνεύσει για τελευταία φορά. Το τσοπανόσκυλο είναι το τελευταίο πλάσμα που ακούγεται δίνοντας το έναυσμα στην πλάση να σταθεί σιωπηλή μπροστά σε ένα άκρως σπαρακτικό φευγιό.


Όπως στον "Πορτοφολά" έτσι κι εδώ ο Ρόμπερτ Μπρεσόν επιλέγει ερασιτέχνες ηθοποιούς για να ερμηνεύσουν τους ρόλους του έργου. Με τις επιλογές του αυτές, ο σκηνοθέτης προσπαθεί να βγάλει την αυθεντική συγκίνηση των ανθρώπων που δεν έχουν σχέση με την υποκριτική καθώς τη θεωρεί πιο ειλικρινής από τη συγκίνηση των επαγγελματιών ηθοποιών που συνήθως είναι κατευθυνόμενη (η θεωρεία του αυτή αποδεικνύεται περισσότερο στον Πορτοφολά). Επίσης με την επιλογή του αυτή δίνει περισσότερη έμφαση στην μορφή και την "ερμηνεία" του γαϊδουριού το οποίο πραγματικά κλέβει τις εντυπώσεις.
Από την άλλη μου τράβηξε το ενδιαφέρον τόσο η επιλογή του ζώου όσο και η πορεία του. Αναζητώντας πληροφορίες για την ταινία, διαπίστωσα πως αρκετοί το συσχέτισαν με την ζωή του Χριστού καθώς στην ταινία ο γαϊδαράκος μας συστήνεται από τη γέννησή του, με την παιδική του ηλικία να προσπερνιέται χωρίς καμία αναφορά και καταλήγει στα τελευταία του χρόνια όπου κυριαρχούν τα πάθη και τα βασανιστήρια λίγο πριν οδηγηθεί στη δική του λυτρωτική σταύρωση.  Επίσης υπάρχουν κι άλλα πολλά στοιχεία που συσχετίζουν την παρουσία του ζώου με τη θρησκεία. Κατά την Καινή Διαθήκη, ο γάιδαρος ήταν το ζώο, που μετέφερε τον Ιησού στην Ιερουσαλήμ την Κυριακή των Βαΐων, ενώ στην παράδοση του Ισλάμ πιστεύεται ότι το ίδιο ζώο μετέφερε τον Μωάμεθ στον παράδεισο. Επίσης στη Βίβλο, διαπιστώνουμε πως ένας από του τρεις μάγους που ακολούθησαν το αστέρι για να φτάσουν στη Βηθλεέμ ονομαζόταν Μπαλταζάρ. Επίσης ο γάιδαρος θεωρούταν ως εβραϊκό σύμβολο δύναμης και κουράγιου που πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις για να ακολουθήσει τον δρόμο της αλήθειας. Θεωρούταν ένα πλάσμα που ήταν ικανοποιημένο με τα λίγα και άντεχε την πείνα και τα χτυπήματα.
Το συγκινητικό κινηματογραφικό διαμαντάκι του Ρόμπερτ Μπρεσόν είναι μια σπαρακτική απόδειξη πως η ανθρώπινη ελευθερία σβήνει με το πέρασμα των παιδικών μας χρόνων καθώς η ενηλικίωση μας οδηγεί στους σκληρούς κανόνες της ζωής που περιορίζουν τόσο την ελευθερία όσο και τη βούληση μας. Φοράμε ένα προσωπείο που μας επιβάλει η ίδια η κοινωνία κι ακολουθώντας τις συγκυρίες των καταστάσεων αποφασίζουμε αν θέλουμε να πάρουμε το ρόλο του θύτη ή του θύματος. Στη συγκεκριμένη ταινία ο Μπαλταζάρ, ως ένα πλάσμα που επελεξαν άλλοι γι' αυτόν το ρόλο του θύματος, αποδεικνύει τις άδικες συνέπειες των πράξεων αυτών που επιλέγουν το ρόλο του θύτη. Με τη θυσία του θέτει ένα καίριο ερώτημα που είχα ανακαλύψει μέσα από τη μουσική των Στέρεο Νόβα. Τελικά ποιος έχει τη δύναμη; Αυτός που χτυπάει ή αυτός που πονάει;

Βαθμολογία: 8/10

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Το Δέντρο που Πληγώναμε (1987)


Αν μου ζητήσει κανείς να του περιγράψω διάφορες μνήμες των παιδικών μου χρόνων, σίγουρα θα αναφερθώ και στην πολυαγαπημένη ταινία του Δήμου Αβδελιώδη, το "Δέντρο που Πληγώναμε", καθώς για έναν απροσδιόριστο λόγο έχω συνδυάσει τις τότε ανέμελες στιγμές μου με τα κοντοκουρεμένα κεφαλάκια των πρωταγωνιστών, τα γνώριμα σοκάκια των Μαστιχοχωρίων, τη κάψα του ήλιου στα λευκά βότσαλα της Αγίας Φωτιά αλλά και την 80s μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου. Έχοντας δει σε πολύ μικρή ηλικία τη συγκεκριμένη ταινία, είχε ως αποτέλεσμα να καταγραφούν για πάντα στη μνήμη μου κάποια απ' τα όμορφά της πλάνα. Έκτοτε η ταινία με είχε στοιχειώσει καθώς ένιωθα πως την είχα δει ενώ στην ουσία δε θυμόμουν απολύτως τίποτα. Ένα αίσθημα οικειότητας αλλά και άγνοιας που έμπλεκε περίεργα μες στο μυαλό μου. Όμως μες στην καρδιά της καραντίνας ένα διαδικτυακό κινηματογραφικό φεστιβάλ μου έδωσε την αφορμή να την ξαναδώ. Ή για να το θέσω καλύτερα, να την δω για πρώτη φορά.
Θεωρώ πως η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Δήμου Αβδελιώδη, είναι ιδιαίτερα συγκινητική κι αυθεντική. Ίσως ο ρεαλισμός της είναι αυτός που την κάνει τόσο οικεία σε σημείο να την νιώθω ως μια ακόμη παιδική μου ανάμνηση. Ξαναβλέποντάς την όμως τρεις δεκαετίες μετά, ήμουν σε θέση να καταλάβω τους λόγους για τους οποίους υπήρξε μια από τις πιο αγαπημένες ταινίες τόσο του κοινού όσο και των κριτικών τότε αλλά κι ως ένα έργο που όχι μόνο άντεξε αλλά θα συνεχίσει να αντέχει στο χρόνο χάρη στην ειλικρίνεια, τον αυθορμητισμό και την αθωότητά του. 
Η ιστορία μας ταξιδεύει στη δεκαετία του '60 όπου σε ένα χωριό της Χίου, δυο συμμαθητές παρεξηγιούνται από μία ατυχής στιγμή την ώρα του μαθήματος μ' αποτέλεσμα να περάσουν χώρια το μισό καλοκαίρι. Η ψυχρότητα μεταξύ τους θα παγιωθεί καθώς οι δυο τους θα ασχοληθούν με δυο διαφορετικά πράγματα. Ο ένας ακολουθεί την μητέρα του στα μαστιχόδεντρα ενώ ο άλλος ο πιο ατίθασος τον βάζουν οι συγχωριανοί του να σκοτώνει αδέσποτα ζώα. 
Όμως κάποια στιγμή καθώς ο ένας πιτσιρικάς ρεμβάζει στο παράθυρο, βλέπει το φίλο του να σέρνει ένα γατάκι που το χει δεμένο με ένα σπάγκο στο λαιμό και χωρίς να το σκεφτεί του κάνει νόημα όταν αντιλαμβάνεται πως η μάνα του τον έχει πάρει από πίσω για να του τις βρέξει. Αυτή η σωτήρια κίνησή του θα σταθεί αφορμή να ξανασμίξουν οι δυο φίλοι και να ακολουθήσουν μαζί το δρόμο προς την ενηλικίωση. Μαζί θα αρχίσουν τις πρώτες επαναστάσεις, τις πρώτες αμφισβητήσεις, τις πρώτες επικίνδυνες επιδρομές στο γειτονικό χωριό, θα κερδίσουν τα πρώτα χρήματα που θα τα ξοδεύσουν σε παγωτά, θα εκμυστηρευτούν τα πρώτα τους όνειρα χαμένοι στον καπνό του πρώτου τους τσιγάρου και θα βιώσουν τον πρώτο έρωτα που θα ρθει με την έλευση ενός κοριτσιού στο χωριό. Κι έτσι, το σμίξιμο των δύο φίλων θα κάνει το καλοκαίρι να φύγει γρήγορα φέρνοντας μια ώρα νωρίτερα την επιστροφή τους στη γεμάτη σχολική αίθουσα. 


Η ταινία είναι ένας ύμνος της παιδικής ηλικίας που όλοι αφήσαμε πίσω μας. Οι εικόνες του αλλά και οι σκανταλιές των μικρών μου θύμισαν πολλές από τις στιγμές των καλοκαιρινών μου αναμνήσεων στο νησί. Τη ξεγνοιασιά, τη μεσημεριανή ζέστη που ήταν γεμάτη σκόνη και ιδρώτα, το άρωμα των μαστιχόδεντρων και το ατελείωτο τραγούδι των τζιτζικιών αλλά και το άγριο τοπίο της Χίου που έχει αρχίσει να εξομαλύνεται στο βωμό του τουρισμού.
Ένα άλλο στοιχείο που εκτιμώ στο έργο του Δήμου Αβδελιώδη είναι πως καταφέρνει να βγάλει από διάφορους ερασιτέχνες ηθοποιούς άψογες ερμηνείες γεμάτες αυθορμητισμό και γλυκύτητα. Έτσι και στη συγκεκριμένη ταινία δίνει την εντύπωση πως αφήνει να παιδιά να εισχωρήσουν ελεύθερα στο δικό τους κόσμο όπου δεν έχουν εισβάλει ακόμη οι ενήλικες. Έχοντας τους εαυτούς τους ως κέντρο του κόσμου, παρατηρούν όλα όσα συμβαίνουν γύρω τους και τα βλέπουν ως ένα απλό παιχνίδι. Ακόμη και μια κηδεία. Ακόμη και το φευγιό ηλικιωμένων ανθρώπων του χωριού, που ο πιτσιρικάς το βλέπει ως επιπλέον χαρτζιλίκι.
Η παρουσία των παιδιών είναι η επίμονη ομορφιά της αθωότητας σε έναν κόσμο σκληρό. Εκεί που ο άνθρωπος δολοφονεί, όπως ο κυνηγός που πιάνει τα πουλιά με τον ύπουλο τρόπο της ξόβεργας, έρχονται τα παιδιά για να τα σώσουν. Εκεί που ο κόσμος πενθεί κάποιον νεκρό, έρχονται τα πιτσιρίκια να κάνουν έναν αγώνα δρόμου μπροστά από το φέρετρο. Έναν αγώνα προς την ενηλικίωση διότι ακόμη δε γνωρίζουν τη φθορά και τις ασθένειες που επιφέρει το πέρασμα του χρόνου. Γι' αυτό επιτίθενται χωρίς προστασία σε σφίγγες κι οργανώνουν εξορμήσεις με σφεντόνες στο διπλανό χωριό. Όμως τα παιδιά όσο κι αν ομορφαίνουν το κόσμο, άλλο τόσο γίνονται αυστηρά κι άδικα απέναντι στον αδύναμο. Στον τρελό του χωριού. 
Για την ερμηνεία του τρελού ναυτικού, ομολογώ πως ο Δήμος Αβδελιώδης ήταν απίστευτα συγκινητικός. Αγνοώντας τα παιδιά που τον περιγελούν, στέκεται σε μια στέρνα γεμάτη νερό και πετάει μέσα σ' αυτήν τα ψάρια που βγάζει από μια κονσέρβα, θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο να δείξει πως κι ο ίδιος είναι ένα νεκρό σώμα εγκλωβισμένο στην ασφυκτική κονσέρβα ενός σκληρού χωριού. "Έτσι ζεις;" ρωτάει τον εαυτό του για να δώσει την σπαρακτική απάντηση "τι να κάνω, έτσι ζω". Κι όμως δε κοιτάει με μίσος τα παιδιά που τον κακομεταχειρίζονται. Δε ρίχνει στιγμή το φταίξιμο σ' αυτά. Ο ίδιος γνωρίζει πως είναι μια ταλαιπωρημένη ψυχή που περιφέρεται άσκοπα στους αγρούς της Χίου κι είναι συνειδητοποιημένος πως η ζωή του θα κυλήσει έτσι ως το τέλος. Και πως το αντιμετωπίζει αυτό; Μα φυσικά με χαμόγελο. 
Επίσης θα ήθελα να επισημάνω μια ακόμη συγκινητική σκηνή της ταινίας. Όταν οι δυο φίλοι σμίγουν ξανά, ο ένας οδηγεί τον άλλον σε ένα μυστικό καταφύγιο που έχει φτιάξει έξω από το χωριό στο οποίο αφήνει όλα τα ζώα που οι υπόλοιποι συγχωριανοί του ζητούν να σκοτώσει. Έτσι "ο μανιακός δολοφόνος" του χωριού είναι ένας ανιδιοτελής προστάτης των κατατρεγμένων ψυχών. Για μένα αυτή η σκηνή συγκαταλέγεται στις πιο ποιητικές στιγμές του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. 




Ωστόσο παρακολουθώντας αυτήν την ταινία, αναρωτιόμουν για ποιο λόγο ο Δήμος Αβδελιώδης επέλεξε τον συγκεκριμένο τίτλο. Έπρεπε να ξαναδώ την ταινία για να καταλάβω πως το κέντημα των μαστιχόδεντρων (δηλαδή το τρύπημα των δέντρων που ξεκινάει μέσα καλοκαιριού) τα κάνει να συμμετέχουν με το δάκρυ τους στον κύκλο της ζωής, καθώς το μαστιχόδεντρο πληγώνεται για να προσφέρει το πολύτιμο ρετσίνι του κι αυτό το κάνει χωρίς να ζητάει ανταλλάγματα ενώ συνάμα περιμένει καρτερικά το ερχόμενο καλοκαίρι για να πληγωθεί ξανά.
Για μένα ο κύκλος τους μαστιχόδεντρου εκφράζει τόσο όμορφα τον φαύλο κύκλο της ζωής που όλοι πορευόμαστε αλλά λίγοι συνειδητοποιούμε. Ένα κύκλο που δε μπορούμε να δαμάσουμε αλλά μπορούμε να παρατηρήσουμε και να ερμηνεύσουμε χωρίς να αφήνουμε το χρόνο να περνάει χωρίς ουσία και σκοπό. Εξάλλου αν το δούμε ρεαλιστικά γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε, γερνάμε και στο τέλος πεθαίνουμε.
Ο χρόνος περνάει τόσο γρήγορα που όταν το συνειδητοποιούμε μας πιάνει ένα γλυκόπικρο σφίξιμο στο στήθος. Αυτή η μελαγχολία που νιώθουμε όταν έρχονται τα πρωτοβρόχια, που μας προϊδεάζουν για το τέλος του καλοκαιριού και τον ερχομό του φθινοπώρου. Είναι αυτό το βίαιο πέρασμα από τα παιδικά χρόνια στην ενήλικη ζωή. Ένα πέρασμα που μας ζητάει να αφήσουμε πίσω μας την αθωότητα και την ανεμελιά. Μία φυγή που μόνο με ένα δακρυσμένο μαστιχόδεντρο μπορεί να αποτυπωθεί. Ένα δέντρο πληγωμένο όπου πάνω του λάμπουν στο φως του ήλιο οι πιο βαθιές μας αναμνήσεις. Ένα δέντρο που ανατρέχουμε κάθε φορά που μας πιάνει ο νόστος των παιδικών μας χρόνων. Ένα δέντρο που θα βρίσκεται για πάντα στις καρδιές μας να θυμίζει πως όποτε κι αν στρέψουμε το βλέμμα μας πίσω, θα διαπιστώσουμε πως όλα είναι έντονα και καθαρά όπως ήταν και τότε που τα ζήσαμε.
Είναι εντυπωσιακό που μετά από τόσα χρόνια η πρώτη ταινία του Δήμου Αβδελιώδη, εξακολουθεί να μας προσφέρει μέσα από τα μάτια ενός αγοριού την ίδια ποιητική περιγραφή των παιδικών μας χρόνων που πέρασαν κι έφυγαν για πάντα. Ένα ιδιαίτερο αριστούργημα που έχει την γλυκόπικρη γεύση του μαστιχιού.

Βαθμολογία: 9/10