Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Νυχτερινό Τραίνο για τη Λισαβόνα (2013)


Τι θα έκανες αν έπεφταν στα χέρια σου ένα αινιγματικό βιβλίο μαζί μ' ένα εισιτήριο για το νυχτερινό τραινό που πάει Λισαβόνα; Και πόσο λογική θα ήταν η αντίδρασή σου αν βρισκόσουν στην αποβάθρα κι είχες λίγα λεπτά να αποφασίσεις στο αν πρέπει να μπεις στο βαγόνι; Με αυτό το δίλημμα ένας καθηγητής αποφασίζει να σπάσει την κουραστική του ρουτίνα κυνηγώντας μια άγνωστη περιπέτεια στην οποία θα ξεδιαλύνει ένα μια που ερωτική ιστορία που εξελίχθηκε λίγο πριν την Επανάσταση των Γαρυφάλλων, επαναφέροντας στη θύμηση των προσώπων που την έζησαν τις δύσκολες στιγμές εκείνης της σκοτεινής περιόδου.
Η ιστορία ξεκινάει όταν ο καθηγητής Γκρεγκόριους που τον υποδύεται εξαιρετικά ο Τζέρεμι Άιρονς, σώζει μια άγνωστη κοπέλα που ήταν έτοιμη να αυτοκτονήσει σε μια από τις γέφυρες της Βέρνης. Πριν προλάβει όμως να την γνωρίσει και να καταλάβει τους λόγους που ήθελε να δώσει ένα τέλος στη ζωή της, η αινιγματική κοπέλα εξαφανίζεται μες στη βροχή αφήνοντας πίσω της το κόκκινο παλτό που φορούσε. Μέσα σ' αυτό, ο καθηγητής Γκρεγκόριους ανακαλύπτει ένα άγνωστο γι' αυτόν βιβλίο. Προσπαθώντας να ξεδιαλύνει το γρίφο θέλοντας να ανακαλύψει την ταυτότητα της κοπέλας, καταλήγει στο σιδηροδρομικό σταθμό όπου κι εκεί αποφασίζει να πάρει το τραίνο που φεύγει για Λισαβόνα.
Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού διαβάζει το βιβλίο και συνειδητοποιεί πως έχει κοινές σκέψεις και προβληματισμούς με τον άγνωστο συγγραφέα. Φτάνοντας λοιπόν στη Λισαβόνα, αντί να αναζητήσει την αινιγματική κοπέλα, αρχίζει να ψάχνει πληροφορίες για τον μυστηριώδη Αμαντέο. Πρώτα θα συναντήσει την αδελφή του, η οποία συμπεριφέρεται σαν να είναι ο αδελφός της ακόμα ζωντανός. Όταν όμως μαθαίνει πως πέθανε νέος κι ότι άνηκε στους αντιστασιακούς που θα οργάνωναν επανάσταση κατά της δικτατορίας του Σαλαζάρ, αρχίζει να αναζητά τους συντρόφους του. Εκεί θα μάθει πως ο επιστήθιος φίλος του, ο Τζορτζ είναι ακόμη ζωντανός αλλά η συνάντηση μαζί του θα αποκαλύψει τον λόγο που αυτή η φιλία διαλύθηκε στη πιο κρίσιμη στιγμή, ο οποίος δεν είναι άλλος από την γοητευτική Στεφανία, σύντροφος του Τζορτζ που θα ερωτευτεί παράφορα τον Αμαντέο.



Η ιστορία των δύο φίλων είναι μια παράλληλη ιστορία που εξελίσσεται καθώς ο καθηγητής Γκρεγκόριους προσπαθεί να λύσει το κουβάρι. Οι δυο φίλοι γνωρίστηκαν στα μαθητικά τους χρόνια με τον έναν να είναι γόνος μιας πλούσιας αστικής οικογένειας που έγινε γιατρός και τον άλλον παιδί μιας φτωχής οικογένειας που επίλεξε την φαρμακευτική. Η αδελφική τους αγάπη θα κρατήσει και στα δύσκολα χρόνια της δικτατορίας του Σαλαζάρ και θα κλονιστεί όταν ο Αμεντέο με την ιδιότητα του γιατρού σώσει τον αρχισφαγέα της Πορτογαλίας και θα λήξει όταν μπει ανάμεσά τους η Στεφανία. 
Η Στεφανία είναι μια πανέξυπνη κοπέλα με εκπληκτική φωτογραφική μνήμη που παίζει σημαντικό ρόλο στην αντίσταση καθώς γνωρίζει τα στοιχεία όλων αυτών που θα κινήσουν την Επανάσταση των Γαρυφάλλων. Όμως σε μια κρυφή μάζωξη θα πέσουν  σε ενέδρα της χουντικής αστυνομίας κι έτσι θα αναγκαστούν μαζί με τον Αμαντέο να φυγαδευτούν στην Ισπανία. Όμως η ρομαντική κι ενθουσιώδης φύση του νεαρού συγγραφέα θα τρομάξει την Στεφανία, η οποία θα προτιμήσει να φύγει μακριά του, νιώθοντας μελλοντικά ένοχη για τον πρόωρο χαμό του.
Σ' αυτό το μπέρδεμα που έχει προκύψει με το ερωτικό τρίγωνο, θα εμφανιστεί ο καθηγητής Γκρεγκόριους να λειτουργήσει ως ο απομηχανής θεός που θα επαναφέρει στους γερασμένους πια πρωταγωνιστές τα φαντάσματα του παρελθόντος ώστε να μπορέσουν να διώξουν όλους αυτούς τους εφιάλτες που για χρόνια τους καταδιώκουν.
Φυσικά αυτός που παρακινεί τον καθηγητή Γκρεγκόριους σ αυτήν του την πράξη, είναι ο ίδιος ο Αμαντέο που τον συμβουλεύει μέσα από το βιβλίο του. "Μια αποφασιστική στιγμή της ζωής, όταν η κατεύθυνσή της αλλάζει για πάντα, δεν σημαδεύεται πάντα από μεγάλα και εμφανή δραματικά γεγονότα. Στην πραγματικότητα, οι δραματικές στιγμές μιας εμπειρίας που καθορίζει τη ζωή είναι συχνά απίστευτες, χαμηλών τόνων. Όταν ξεδιπλώνει τα επαναστατικά της αποτελέσματα και εξασφαλίζει ότι η ζωή αποκαλύπτεται σε ένα ολοκαίνουργιο φως, το κάνει αυτό σιωπηλά. Και σε αυτή την θαυμάσια σιωπή κατοικεί η ιδιαίτερη ευγένειά του". Αυτή τη φράση πείθει τον καθηγητή να πάρει το τραίνο για τη Λισαβόνα, ρισκάροντας την ακαδημαϊκή του καριέρα για κάτι άγνωστο.  
«Τι θα μπορούσε... τι πρέπει να γίνει, με όλον αυτόν τον χρόνο που βρίσκεται μπροστά μας; Ανοιχτός και άθικτος ελαφρύς σαν πούπουλο στην ελευθερία του και βαρυς σαν μολύβι στην αβεβαιότητά του; Είναι μια επιθυμία, ονειρική και νοσταλγική, να σταθούμε και πάλι σε αυτό το σημείο της ζωής και να είμαστε σε θέση να ακολουθήσουμε μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση από αυτή που μας έκανε ποιοι είμαστε;». Και κάπως έτσι, γερμένος στο κατάστρωμα ενός πλοίου στα ανοιχτά της Λισαβόνα, ο καθηγητής αναθεωρεί για την ως τώρα ζωή του αλλά και για τις ζωές των νέων ανθρώπων που γνώρισε στη Λισαβόνα. Και κάπου εκεί στο παρελθόν, φαντάζεται τον Αμαντέο καθισμένο σε μια ακτή, να ατενίζει τον ανοιχτό ορίζοντα με ένα γλυκό μειδίαμα στα χείλη. 




Η ταινία είναι ένα αξιόλογο κινηματογραφικό διαμαντάκι το οποίο δυστυχώς θάφτηκε από αρκετούς κριτικούς. Η αλήθεια είναι πως αγγίζει επιφανειακά τους χαρακτήρες της ιστορίας, προτιμώντας να προσδώσει ένα πιο ανάλαφρο κι εμπορικό ύφος σε μια ταινία που θα μπορούσε να ήταν άκρως πολιτική. Παρόλα αυτά πετυχαίνει τον σκοπό του δείχνοντας τη φθορά της λήθης όταν η μνήμη μένει ανυπεράσπιστη μέσα στο χρόνο.
Παράλληλα καταφέρνει να προσδώσει ένα σκοτεινό ύφος της δικτατορίας του Σαλαζάρ και το πόσο πολύ είχε εισχωρήσει στις ανθρώπινες ζωές της Πορτογαλίας. Γονείς που απαρνήθηκαν τα παιδιά τους επειδή ήταν πιο θαρραλέα και δημοκρατικά και σχέσεις που διαταράχθηκαν επειδή τα πρόσωπα εισχώρησαν σε διαφορετικά στρατόπεδα. Επίσης παρουσιάζει την έντονη επιρροή μιας σκοτεινής περιόδου στις επόμενες γενιές. Η κοπέλα που κάνει απόπειρα αυτοκτονίας είναι η εγγονή του αρχισφαγέα της δικτατορίας. Όταν μαθαίνει το παρελθόν του παππού της, μεμιάς γεμίζει με τα θανάσιμα κρίματα του ανθρώπου της κάτι που την αναγκάζει να μετατρέψει τον εαυτό της σε εξιλαστήριο θύμα για τα αμαρτήματά του. "Τώρα κατάλαβα για ποιον λόγο δεν έκλαιγε κανείς στην κηδεία του" λέει με έναν πόνο στην καρδιά συνειδητοποιώντας πως τόσα χρόνια αγαπούσε έναν άνθρωπο διαβολικό.
Επίσης από την ταινία περνάει ένα απίστευτα πλούσιο καστ ηθοποιών. Πέρα από τον εξαιρετικό Τζέρεμι Άιρονς, έχουμε την γοητευτική Μαρτίνα Γκέντεκ, τον πολυαγαπημένο μας Μπρούνο Γκανς, τον Κρίστοφερ Λι σε ένα σύντομο αλλά επιβλητικό ρόλο, την εντυπωσιακή Σαρλότ Ράμπλινγκ που ερμηνεύει την αινιγματική αδελφή του Αμαντέο, την άκρως ερωτική Μελανί Λοράν στο ρόλο της Στεφάνια και την αιωνίως πανέμορφη Λένα Ολίν στο ρόλο της μεγαλύτερης σε ηλικία Στεφάνια. Ποσο περίεργο μου φαίνεται που όλα αυτά τα χρόνια μου πέρασε απαρατήρητη μια ταινία με μαζεμένους τόσους αγαπημένους μου ηθοποιούς.
Θα μπορούσε άνετα ο Δανός σκηνοθέτης Μπιλ Όγκουστ να δώσει λίγη παραπάνω βαρύτητα τόσο στα ιστορικά γεγονότα (πόσοι άραγε γνωρίζουν για τον εντυπωσιακό σχεδιασμό της Επανάστασης των Γαρυφάλλων;) όσο και στους χαρακτήρες των ηρώων. Όμως απ' ότι φάνηκε, ο ίδιος προτίμησε να επικεντρωθεί στην ιδέα πως οι ζωές των ανθρώπων που στιγματίστηκαν από την αντιδικτατορική τους  επανάσταση ήταν τόσο γεμάτες και δραματικές που κάνουν τις δικές μας να φαίνονται αδιάφορες και βαρετές.
Αυτό όμως δε σημαίνει πως πρέπει να παραδινόμαστε στην ήττα καθώς στο χέρι μας είναι να ανατρέψουμε τη στάσιμη και βαρετή καθημερινότητά μας. Μια ευκαιρία που μας δίνεται σε διάφορες στιγμές της ζωής. Όπως συμβαίνει στην αρχή της ταινίας που ο καθηγητής επιλέγει να αξιοποιήσει το εισιτήριο και να πάει στη Λισαβόνα αλλά και στο τέλος που η γυναίκα που γνώρισε τις μέρες που έμεινε στη Λισαβόνα τον ρωτάει αν θέλει να μείνει εκεί.
Προσπερνώντας τα λιγοστά σεναριακά κενά κι ορισμένες αφηγηματικές ευκολίες, η ταινία κατορθώνει να αποτυπώσει με μία σπάνια λυρική ευαισθησία κι έναν αξιοπρεπή σεβασμό την σπαρακτική κραυγή ενός ανθρώπου, που αντιλαμβάνεται στο τελείωμα της ζωής του πως τα χρόνια που άφησε πίσω του όχι μόνο δεν κάλυψαν τις προσδοκίες του αλλά του επιβεβαιώνουν καθημερινώς πως έχει βαλτώσει στη μοναξιά των κοινωνικών συμβάσεων και της μονοτονίας της ακαδημαϊκής του καριέρας. Διαβάζοντας ένα βιβλίο που έπεσε τυχαία στα χέρια του, συνειδητοποιεί με πόνο ψυχής πως τα χρόνια αυτά πέρασαν ανεπιστρεπτί χωρίς ο ίδιος να τα ζήσει με πάθος, όπως θα ήθελε. Αυτό όμως δε σημαίνει πως ειναι πλέον αργά για να τα παρατήσει. Εξάλλου κάθε στιγμή που περνά κουβαλά πολλές αφορμές για μια νέα αρχή.

Βαθμολογία: 8/10

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2020

Μπίτολα, η πόλη των προξένων



Στα σχολικά μου χρόνια είχα μια μεγάλη αγάπη για την ιστορία. Σαφώς τότε επικεντρωνόμουν στην προπαγανδιστική ιστορία των σχολικών βιβλίων αλλά ακόμη κι αυτή αρκούσε για να εισχωρήσει το μικρόβιο της αναζήτησης μέσα μου. Από τα κεφάλαια που καταπιανόμασταν τότε είχα δείξει μεγάλο ενδιαφέρον στους Βαλκανικούς Πολέμους. Σ' αυτήν την τόσο έντονη χρονική περίοδο που τα νέα κράτη κυνηγούσαν την υλοποίηση της Μεγάλης τους Ιδέας, που χε τραβήξει την προσοχή η κόντρα του Βενιζέλου με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, οι οποίοι ήρθαν σε μια καταστροφική ρήξη καθώς ο ένας διεκδικούσε την Θεσσαλονίκη κι ο άλλος το Μοναστήρι. Τελικώς ο ελληνικός στρατός μπήκε έγκαιρα στη Θεσσαλονίκη και η "πόλη των προξένων" πέρασε στα χέρια των Σλάβων.
Έκτοτε πάντα είχα περιέργεια να γνωρίσω αυτήν την πόλη που τόσο πολύ ποθούσε εκείνον τον καιρό ο βασιλιάς, η οποία βρίσκεται στο νότιο τμήμα της κοιλάδας της Πελαγονίας και περιβάλλεται από τις οροσειρές Βαρνούντας και Βόρας, σε ένα σημαντικό κόμβο, όπου συνδέεται η νότια περιοχή της Αδριατικής θάλασσας με το Αιγαίο Πέλαγος και την Κεντρική Ευρώπη. Γι' αυτό το λόγο υπήρξε σημαντικό διοικητικό, πολιτιστικό, βιομηχανικό, εμπορικό και εκπαιδευτικό κέντρο. Επίσης κατά την περίοδο της οθωμανικής εποχής ήταν γνωστή και ως η «πόλη των προξένων», δεδομένου ότι πολλές ευρωπαϊκές χώρες διέθεταν προξενεία τους εκεί. Από τότε όμως που έγινε μια παραμεθόρια πόλη της τότε Γιουγκοσλαβίας και μετέπειτα Βόρειας Μακεδονίας, η Μπίτολα παρήκμασε φτάνοντας σήμερα σε μια φάση ημιθανούς κατάστασης. Το μόνο που την κρατάει ζωντανή είναι τα κακόγουστα καζίνο της που κατακλίζονται από ορδές Ελλήνων.
Παρόλα αυτά η Μπίτολα είναι μια από τις αρχαιότερες πόλεις στην επικράτεια της Βόρειας Μακεδονίας αν υπολογίσουμε πως η ιστορία της ξεκινάει με την ίδρυσή της ως Ηράκλεια Λυγκηστίς στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. από τον Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας. Από τότε η πόλη πορεύθηκε μες στο χρόνο με ένα μεγάλο αριθμό ονομάτων. Αρχικά αναφερόταν με το όνομα της αρχαιότερης γειτονικής πόλης Ηράκλεια Λυγκηστίς. Όμως σε μια επιγραφή που βρέθηκε κι αναφέρεται στο μεσαιωνικό φρούριο της πόλης, το οποίο χτίστηκε το 1015, αναγράφεται με κυριλλικό αλφάβητο η ονομασία «Битола» (Μπίτολα). Επίσης ως Μπίτολα αναφέρεται σε χρυσόβουλλο του αυτοκράτορα Βασιλείου Β' το οποίο χρονολογείται από το 1019/1020. Αργότερα αναφερόταν και ως «Βουτέλιον» ή «Βιτώλια», εξ ου και τα ονόματα «Μπούτελα» (από τον Ουίλιαμ της Τύρου) και «Μπούτιλι» (από τον Άραβα γεωγράφο αλ-Ιντρισί). Οι Βυζαντινοί την ανέφεραν και ως «Πελαγονία» (δηλαδή με το όνομα της περιοχής). Κατά την Τουρκοκρατία, το όνομα της πόλης ήταν «Μοναστήρι» ή «Μαναστίρ» για την πόλη όπως και στα αλβανικά ονομασία «Μαναστίρι». Κοινό ήταν και ένα όνομα με τις δυο ονομασίες μαζί (την σλαβική και την ελληνική): Τόλι-Μοναστίρ (Toli - Monastir) ή Τόλι-Μεναστίρ (Toli-Menastir) Το αρωμανικό όνομα «Μπίτουλι» προέρχεται επίσης από το σλαβικό όνομα. Οι σύγχρονες σλαβικές παραλλαγές του ονόματος περιλαμβάνουν το βουλγαρικό «Μπίτολια» (Битоля), το σερβικό «Βίτολ(ι)» και το σλαβομακεδονικό «Μπίτολα» (Битола). Το ελληνικό όνομα της πόλης, το οποίο συνεχίζει να είναι διαδεδομένο και στη σύγχρονη εποχή, είναι Μοναστήρι. Από την ελληνική ονομασία προέρχεται και η τουρκική λέξη. Σύμφωνα με τη Βουλγαρική Ακαδημία Επιστημών, οι περισσότερες αναλύσεις γύρω από την ετυμολογία του ονόματος Μπίτολα είναι ασαφείς και συνήθως καταλήγουν σε χαλαρές μεταφράσεις με βάση την ονομασία στα Ελληνικά, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη ορισμένα γεωγραφικά χαρακτηριστικά και την παρουσία φρυγικών φυλών στην περιοχή κατά την αρχαιότητα. Κατά τον Άντριαν Ρουμ, η ονομασία Μπίτολα προέρχεται από την λέξη της αρχαίας εκκλησιαστικής σλαβονικής γλώσσας «Όμπιτελ» (μοναστήρι), καθώς η πόλη ήταν γνωστή για το μοναστήρι της. Όταν το νόημα της λέξης δεν γινόταν πλέον αντιληπτό, έχασε το πρόθεμα «o».
Όπως είναι λογικό, η πόλη αυτή κουβαλάει μια μεγάλη ιστορία που δε χρειάζεται να την αναφέρω εδώ και να κουράσω. Θα ήθελα όμως να επικεντρωθώ στην εξέγερση του Ίλιντεν που άλλαξε αρκετά την νοοτροπία των κατοίκων της περιοχής και στάθηκε πρόδρομος αρκετών εθνικιστικών εξάρσεων. Δεν είναι τυχαίο πως στους διαλόγους για την ονομασία της χώρας οι γείτονες είχαν προτείνει το "Μακεδονία του Ίλιντεν", μια πρόταση που προκάλεσε αρκετές αντιδράσεις κι όπως ήταν αναμενόμενο δεν έγινε δεκτή από την ελληνική πλευρά. Εκείνη την περίοδο η ευρύτερη περιοχή της Μπίτολα υπήρξε το προπύργιο της Εξέγερσης του Ίλιντεν, η οποία ξεκίνησε το 1903 στο Ορέχοβο από την IMRO (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση) και ήταν μία επανάσταση σλαβοφώνων ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, που οργανώθηκε και υλοποιήθηκε από την αυτονομιστική οργάνωση Εσωτερική Μακεδονο-Αδριανουπολίτικη Επαναστατική Οργάνωση το 1903. Το όνομα της εξέγερσης αναφέρεται στο Ίλιντεν (Илинден), όπως αποκαλούν οι Σλαβομακεδόνες και οι Βούλγαροι την ημέρα εορτής του Προφήτη Ηλία (20 Ιουλίου με το Ιουλιανό ημερολόγιο/2 Αυγούστου) και στο Πρεομπραζένιε (Преображение), το οποίο σημαίνει την ημέρα εορτής της Μεταμορφώσεως (6 Αυγούστου με με το Ιουλιανό ημερολόγιο/19 Αυγούστου). Η εξέγερση στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας εκδηλώθηκε στο βιλαέτι του Μοναστηρίου, κυρίως στα κεντρικά και νοτιοδυτικά τμήματα του από τους Βούλγαρους των αγροτικών περιοχών και υποστηρίχθηκε σε κάποιο βαθμό και από τους βλάχους της περιοχής. Μια προσωρινή κυβέρνηση σχηματίστηκε στο Κρούσοβο, όπου οι αντάρτες κήρυξαν τη Δημοκρατία του Κρουσόβου υπό την ηγεσία του δάσκαλου Νίκολα Κάρεφ, η οποία καταλύθηκε μετά από μόλις δέκα ημέρες, στις 12 Αυγούστου. Στις 19 Αυγούστου, μια στενά συνδεδεμένη εξέγερση διοργάνωσαν οι Βούλγαροι χωρικοί στο βιλαέτι της Αδριανούπολης που οδήγησε στην απελευθέρωση μιας μεγάλης περιοχής στα βουνά της Στράντζας στην περιοχή των Σαράντα Εκκλησιών και στη δημιουργία μιας προσωρινής κυβέρνησης στην πόλη Βασιλικό, τη Δημοκρατία της Στράντζας. Αυτή διήρκεσε περίπου είκοσι μέρες πριν καταλυθεί από τους Οθωμανούς. Όσο για την εξέγερση στην περιοχή του Mοναστηρίου και την ευρύτερη περιοχή σχεδιάστηκε στο χωριό Σμίλεβο τον Μάιο του 1903. Μάχες έλαβαν χώρα στα χωριά Μπίστριτσα, Ράκοβο (Κρατερό), Μπούφι (Ακρίτας), Σκότσιβιρ, Παράλοβο, Μπροντ, Νόβατσι, Τσάπαρι και άλλα. Μάλιστα το Σμίλεβο, το υπερασπίστηκαν 600 επαναστάτες υπό τον Ντάμε Γκρούεφ (Dame Gruev) και Γκεόργκι Σουγκάρεφ (Georgi Sugarev). Όταν οι επαναστάτες ηττήθηκαν, τα χωριά πυρπολήθηκαν.
Βολτάροντας σήμερα στην Μπίτολα, δυσκολεύεσαι να βρεις την αίγλη του παρελθόντος. Πέρα από το Σιρόκ Σοκάκ που προσπαθεί να διατηρήσει την αριστοκρατική όψη της πόλης δεν υπάρχει κάτι άλλο να δει κανείς. Επίσης οι κάτοικοί του μου φάνηκαν πολύ μελαγχολικοί κι ενοχλητικά αδιάκριτοι καθώς μας προσέγγιζαν στο δρόμο με περίεργες διαθέσεις. Όταν έπεσε το σκοτάδι προτιμήσαμε να πάμε σε ένα εστιατόριο να φάμε και να γυρίσουμε σχετικά νωρίς στο δωμάτιο. Την επόμενη μέρα όμως, η πόλη έδειχνε πιο φιλική καθώς μας παρουσιάστηκε λουσμένη στο πρωινό ανοιξιάτικο φως. Κινήσαμε ξανά προς το Σιρόκ Σοκάκ για μια τελευταία βόλτα, αλλά τελικά βρήκαμε περισσότερο ενδιαφέρον στις γύρω παρακμιακές συνοικίες της πόλης όπου κρυβόντουσαν καλά κάμποσα όμορφα αρχοντικά κτίρια.
Αφού χωθήκαμε σε αρκετά στενά που συναντήσαμε στο Σιρόκ Σοκάκ, φτάσαμε στο τελείωμά του όπου είναι μαζεμένα όλα τα μνημεία της Μπίτολα. Εκεί είναι ο Πύργος του Ρολογίου, ο οποίος δεν είναι γνωστό πότε χτίστηκε αν και υπάρχουν γραπτές πηγές από τον 16ο αιώνα που τον αναφέρουν, αλλά δεν είναι ξεκάθαρο αν πρόκειται για τον ίδιο. Ορισμένοι πιστεύουν ότι χτίστηκε στην ίδια περίοδο με τον ναό του Αγίου Δημητρίου, δηλαδή το 1830. Μάλιστα υπάρχει ένας θρύλος που αναφέρει ότι οι οθωμανικές αρχές μάζεψαν 60.000 αυγά από τα γειτονικά χωριά και τα ανακάτεψαν με το κονίαμα για να κάνουν τους τοίχους του δυνατότερους. Το ρολόι που βρίσκεται στο υψηλότερο από τα τρία επίπεδα του πύργου δεν είναι το αυθεντικό, καθώς αντικαταστάθηκε κατά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο με ένα λειτουργικό που πρόσφεραν οι Ναζί, καθώς στην πόλη υπήρχαν γερμανικοί τάφοι από τον Α' παγκόσμιο πόλεμο.
Κοντά στον πύργο βρίσκονται δύο τζαμιά που ομορφαίνουν κάπως την μίζερη όψη της πόλης. Αναφέρομαι στο Καδή Τζαμί Γκαζί Χαϊντάρ που είναι ένα από τα ελκυστικότερα μνημεία ισλαμικής αρχιτεκτονικής στη Μπίτολα, το οποίο χτίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1560 και είναι έργο του περίφημου αρχιτέκτονα Μιμάρ Σινάν, κατά παραγγελία του καδή της πόλης Χαϊντάρ. Όμως με την πάροδο του χρόνου εγκαταλείφθηκε και υπέστη σοβαρές ζημιές. Μετά όμως από εντατικές εργασίες αποκατάστασης και συντήρησης, απέκτησε ξανά σε κάποιο βαθμό την αρχική του όψη. Λίγο πιο πέρα το Γενί τζαμί αποτελείται από μια τετραγωνική βάση που καταλήγει σε έναν εντυπωσιακό θόλο. Κοντά στο τζαμί βρίσκεται κι ο μιναρές του που έχει ύψους 40 μ. Σήμερα τα δώματα του τζαμιού λειτουργούν ως αίθουσες εκθέσεων τέχνης, μονίμων ή προσωρινών ενώ πρόσφατες αρχαιολογικές ανασκαφές αποκάλυψαν ότι χτίστηκε πάνω σε παλιά εκκλησία.
Τέλος αξίζει μια επίσκεψη και στον ναό του Αγίου Δημητρίου που χτίστηκε το 1830 με συνεισφορές τοπικών εμπόρων και τεχνιτών. Είναι απλός εξωτερικά, όπως θα έπρεπε να είναι όλες οι εκκλησίες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά σπάνιας ομορφιάς στο εσωτερικό του καθώς είναι διακοσμημένος με πολυελαίους, ξυλόγλυπτο επισκοπικό θρόνο και εγχάρακτο τέμπλο. Σύμφωνα με μία άποψη το εικονοστάσιο είναι έργο των χαρακτών Μιγιάκ. Το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό του είναι η αψίδα πάνω από τα αυτοκρατορικά στασίδια με γλυπτές μορφές του Ιησού και των Αποστόλων. Οι τοιχογραφίες του ναού προέρχονται από δύο περιόδους: τα τέλη του 19ου αιώνα, και από το τέλος του Α' Π.Π. έως σήμερα με τις εικόνες να διακρίνονται για την αίσθηση του χρώματος, όπου κυριαρχεί το κόκκινο, το πράσινο κι οι σκιάσεις της ώχρας. Αξιοπρόσεκτη είναι η αφθονία των χρυσών στολισμάτων, που δείχνει την παρουσία υστεροβυζαντινής τέχνης και ρυθμού μπαρόκ. Η εικόνα του Αγίου Δημητρίου είναι υπογεγραμμένη με τα αρχικά "D. A. Z.", δείχνοντας ότι φιλοτεχνήθηκε από τον αγιογράφο Ντίμιταρ Αντόνοφ τον Ζωγράφο, το 1889 ενώ σε πολλά σημεία του ναού υπάρχουν διάφορα σκεύη, ανάμεσά τους δισκοπότηρα, κατασκευασμένα από τοπικούς καλλιτέχνες και αρκετές εικόνες με σκηνές της Καινής Διαθήκης που έφερναν από την Ιερουσαλήμ προσκυνητές. Όλα τα παραπάνω τα έμαθα καθώς συμπέσαμε στην εκκλησία με ένα γκρουπ Ελλήνων όποτε σταθήκαμε κι ακούσαμε αυτά που περιέγραφε με αρκετά διδακτικό ύφος ο ξεναγός τους.
Αυτό όμως που αξίζει στην Μπίτολα, είναι ο αρχαιολογικός χώρος της Ηράκλεια Λυγκήστις που καλό είναι να την επισκεφθεί κανείς το καλοκαίρι που είναι ξεσκέπαστα τα υπέροχα μωσαϊκά δάπεδα της. Μπορεί εμείς να μην είχαμε την τύχη να τα θαυμάσουμε αλλά ευτυχώς πέσαμε σε έναν άκρως συμπαθητικό αρχαιολόγο που είχε απίστευτη διάθεση όχι μόνο να μας μιλήσει για την αρχαία πόλη και την ιστορία της αλλά και να κουβεντιάσει για την σύγχρονη πολιτική κατάσταση της χώρας του και την έξαρση του εθνικισμού.
Φεύγοντας από την πόλη, κράτησα τις όμορφες στιγμές του αρχαιολογικού χώρου και τον άκρως ενδιαφέρον διάλογο που είχαμε με τον αρχαιολόγο. Και μ' αυτές τις τελευταίες μαγικές στιγμές αποχαιρετήσαμε την Βόρεια Μακεδονία κρατώντας μια άκρως συμπαθητική εικόνα για τους γείτονές μας.

Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2020

Έχασα το Σώμα μου



Όταν άκουσα για το συγκεκριμένο animation αναρωτήθηκα αν θα μπορούσε ποτέ ένα ζωντανό κομμένο χέρι που περιφέρεται στα παρακμιακά προάστια του Παρισιού να σηκώσει μόνο του μια ολόκληρη ταινία. Κι αν όντως τα κατάφερνε, θα μπορούσε να αλληλεπιδράσει με τους θεατές; Ξεκινώντας την προβολή της ταινίας δεν περίμενα πως η απάντηση θα δινόταν από τα πρώτα κιόλας λεπτά της όπου μεμιάς εισχώρησα στην ιστορία του κομμένου χεριού που αναζητά τον κάτοχό του.
Η ιστορία ξεκινάει σε ένα σκοτεινό δωμάτιο όπου μέσα σε ένα ψυγείο φυλάσσονται ακρωτηριασμένα ανθρώπινα μέλη. Ξαφνικά η πόρτα ανοίγει και το δωμάτιο φωτίζεται χωρίς όμως να φανερώνει στο που ακριβώς βρισκόμαστε. Πριν κυριαρχήσει όμως η απορία μου, την προσοχή μου τραβάει ένα χέρι που προσπαθεί να απεγκλωβιστεί από μια σακούλα. Και πριν προλάβω να αναρωτηθώ για το κομμένο χέρι και το βάζο με τα μάτια μες στο ψυγείο, εκείνο το σκάει από το κτίριο αρχίζοντας μια πρωτότυπη περιπέτεια που παρασέρνει κι εμάς σε σημεία της πόλης μη προσπελάσιμα. Από τις υδρορροές όπου φτιάχνουν τα περιστέρια τις φωλιές τους κι από τους κάδους σκουπιδιών μεταφερόμαστε στις ράγες του παριζιάνικου μετρό που είναι γεμάτες αρουραίους. 
Παράλληλα το χέρι κουβαλάει μαζί του μια μνήμη που μας την ξετυλίγει σταδιακά όσο προσπαθεί να φτάσει σε κάποιο συγκεκριμένο μέρος της πόλης. Έτσι ζώντας με άγχος τις περιπλανήσεις του στην πόλη, μαθαίνουμε τη συγκινητική ζωή του κατόχου του, ενός παιδιού από μια πλούσια αστική οικογένεια που μεγάλωνε με το όνειρο να γίνει αστροναύτης και πιανίστας. Όμως ένα τροχαίο θα στοιχίσει τη ζωή των γονιών του. Ορφανός πια, θα ταξιδέψει στο Παρίσι για να μεγαλώσει μαζί με κάποιο συγγενικό του πρόσωπο. Η ζωή του θα αλλάξει ολοκληρωτικά και η ρομαντική του φύση που τόσο όμορφα χτιζόταν με τη βοήθεια των γονιών του θα τον δυσκολέψει αρκετά στο να ενταχθεί  στη σκληρή πραγματικότητα της νέας του καθημερινότητας. 



Στη μοναχική του βουβή πορεία το κομμένο χέρι μας προσφέρει απίστευτες σκηνές. Από τη μια αγχωνόμαστε σε σημείο που μας κόβεται η ανάσα κι από την άλλη γαληνεύουμε στις μελωδίες ενός τυφλού πιανίστα και στο τέλος πετάμε με μια ξεχαρβαλωμένη ομπρέλα πάνω από μιας ταχείας κυκλοφορίας οδική αρτηρία. 
Παράλληλα ζούμε τον εφηβικό έρωτα του νεαρού Ναουφέλ με μια νεαρή κυκλοθυμική βιβλιοθηκάριο, την Γκαμπριέλ με την πρωτότυπη γνωριμία τους να γίνεται μέσω ενός θυροτηλεφώνου. Η γνωριμία τους που θα δημιουργηθεί μετά από μια αναποδιά του Ναουφέλ, θα σταθεί αφορμή για να αλλάξει τη ζωή του. Από 'κείνη τη στιγμή και μετά θα προσπαθήσει με κάθε τρόπο να τη γνωρίσει από κοντά κάτι που θα τον οδηγήσει σε έναν νέο εργασιακό χώρο. Κι όσο παρακολουθούμε τα δυο αυτά πρόσωπα να έρχονται πιο κοντά, τόσο το κομμένο χέρι προσεγγίζει το μέρος που προσπαθεί εναγωνιωδώς να φτάσει. 
Οι δύο ιστορίες που εξελίσσονται κατά τη διάρκεια της ταινίας είναι από μόνες τους συναρπαστικές. Όμως γίνονται ακόμα πιο όμορφες καθώς εμπλουτίζονται με περίσσια ευαισθησία και γίνονται αρκετά προσιτές με τον ντροπαλό ρομαντισμό του πρωταγωνιστή, με τις τρυφερές σκηνές των παιδικών του χρόνων που θυμάται αλλά και με τα παροντικά του αδιέξοδα που περιγράφονται με ένα πικρό χιούμορ. Τα πλάνα με τα υπέροχα σχέδια μας εισχωρούν ως θεατές στη νωχελική καθημερινότητα του μελαγχολικού νεαρού, που ψάχνει και αυτός στους δρόμους του Παρισιού τρόπο να γεμίσει τα δικά του κενά και τις ελλείψεις του. Μια εσωτερική ανασκόπηση που δεν παρασέρνεται από συναισθηματισμούς, ούτε ενδίδει σε εύκολες απαντήσεις. 



Με λιτό και σε πολλές στιγμές λυρικό λόγο, η ταινία μετατρέπεται σε μια σπουδή για τις αυθόρμητες αποφάσεις των εφηβικών μας χρόνων και τις ανεκπλήρωτες προσδοκίες που γίνονται αιώνια βάρη στη μνήμη μας. Ακόμη κι η ανάγκη του χεριού να ενωθεί με το υπόλοιπο σώμα μαρτυρά αυτή την βαθιά επιθυμία που έχουμε όλοι να νιώθουμε ολοκληρωμένοι και να κυνηγάμε καθημερινά να βρούμε ότι πιστεύουμε πως έχουμε χάσει αλλά κι όλα αυτά που δεν έχουμε κατακτήσει ακόμη. Αυτό όμως που με συγκίνησε περισσότερο είναι η παρουσίαση αυτού του ανεξήγητου συναισθήματος που μας προσφέρει τόσο μαγικά η ζωή, επιτρέποντάς μας να νιώθουμε ευτυχισμένοι μες στη πληρότητά μας ακόμη κι όταν είμαστε "κομματιασμένοι".
Επίσης αυτό που λάτρεψα πολύ στη συγκεκριμένη ταινία είναι η μουσική. Ταξιδιάρικη, μελαγχολική, ονειροπόλα κι άκρως τρυφερή όπως είναι ο πρωταγωνιστής της ταινίας. Σε βύθιζε τόσο αρμονικά στα έντονα χρώματα της ιστορίας, σε παρέσερνε στις περιπετειώδεις περιπλανήσεις του χεριού και σε συγκινούσε με τις παιδικές του αναμνήσεις. Μαζί με τον ήρωα επανέφερα κι εγώ στη μνήμη μου τις ανέμελες στιγμές των παιδικών μου χρόνων δίνοντας περισσότερη βαρύτητα κι αξία σε εικόνες, στιγμές και πρόσωπα που πέρασαν ανεπιστρεπτί από τη ζωή μου. Στοιχεία του χαρακτήρα μου που άφησα πίσω μου στο σκοτάδι, να με αναζητούν σαν ένα κομμένο χέρι.
Το "Έχασα το Σώμα μου" είναι ένα πολύχρωμο ποίημα αφιερωμένο στην ανάγκη ενός ανθρώπου να έχει ταυτότητα κι από φάντασμα να μετατρέπεται σε ενεργό μέλος μιας ταχύρυθμης κοινωνίας. Είναι ένα ρέκβιεμ για την απώλεια του παιδικού μας αφελή ρομαντισμού λίγο πριν την βίαιη προσαρμογή στη ζούγκλα των ενήλικων. Είναι αυτό το άλμα στο χάος που το ρισκάρουν μόνο οι ασυμβίβαστοι ονειροπόλοι. Ένα άλμα που μόλις επιτευχθεί αφήνει μια άγριων ενστίκτων κραυγή να απλωθεί πάνω από τις άδειες ταράτσες και τις μοναχικές ψυχές. Είναι η ανάγκη επανασύνδεσης της παροντικής μας ζωής με τις παρελθοντικές μας ρίζες. Είναι η αποθέωση της αγνής ντροπαλότητας και της αθώας ονειροπόλησης σε καιρούς γκρίζους και νεκρούς. 

Βαθμολογία: 9/10

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2020

Παρίσι, επίσκεψη στα αγαπημένα μου μουσεία





Η όψη του Παρισιού καθιστά την πόλη ως ένα τεραστίων διαστάσεων υπαίθριο μουσείο. Όμως η πόλη φημίζεται επίσης και για τα σπουδαία της μουσείου. Στην πρώτη μου επίσκεψη πέρασα σχεδόν δύο μέρες μέσα στις πλούσιες  τους αίθουσες. Αυτή τη φορά όμως διάλεξα να επισκεφθώ ξανά μόνο το αγαπημένο μου μουσείο Ορσέ, το οποίο όταν το αντίκρισα ξανά μετά από δέκα χρόνια ένιωσα ένα σκίρτημα στη καρδιά καθώς τα δυο μεγάλα του ρολόγια με κοιτούσαν σα δυο θεόρατα μάτια που έλαμπαν από χαρά με το αντάμωμά μας.
Το κομψότατο κι άκρως ενδιαφέρον κτίριο του μουσείου που έχει την τύχη να στέκει ακόμα όρθιο, σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Βικτόρ Λαλού (Victor Laloux) και κατασκευάσθηκε με την επίβλεψή του καθώς και των αρχιτεκτόνων Λυσιέ Μάνι (Lucien Magne) και Εμίλ Μπενάρ (Émile Bénard). Η κατασκευή του άρχισε το 1898 και χρησιμοποιήθηκε, από το 1900 έως το 1939, ως κτήριο του κεντρικού σιδηροδρομικού σταθμού της σιδηροδρομικής εταιρείας Παρισιού - Ορλεάνης (Chemin de fer de Paris à Orléans).
Όμως το μήκος που είχαν οι πλατφόρμες του,  κατέστησαν το σταθμό ακατάλληλο για τα μεγάλου μήκους τρένα της εποχής κι έτσι ο σταθμός άρχισε να χρησιμοποιείται μόνο από τους συρμούς του προαστιακού, ενώ ένα τμήμα του, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου χρησιμοποιήθηκε ως ταχυδρομικό γραφείο αλλά και ως σταθμός μεταφοράς κρατουμένων στη Γερμανία. Ο σταθμός χρησιμοποιήθηκε, επίσης και για τη μεταφορά των επαναπατριζόμενων Γάλλων από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μάλιστα υπάρχει αναμνηστική πλάκα που αναφέρει τη χρήση του Ορσέ ως σταθμού επαναπατρισμού Γάλλων κρατουμένων.
Μετά τον Πόλεμο ο σταθμός χρησίμευσε ως στούντιο για το γύρισμα αρκετών ταινιών όπως η Δίκη του Φραντς Κάφκα σε σκηνοθεσία Όρσον Γουέλς και ως κέντρο δημοπρασιών, καθώς το τότε κτήριο των δημοπρασιών (Hôtel Drouot) ανακατασκευαζόταν. Το κτήριο σταμάτησε οριστικά να χρησιμοποιείται το 1973.
Η μετατροπή του σε μουσείο έγινε το 1977 από την Γαλλική Κυβέρνηση, αφιερωμένο αρχικά στην τέχνη του 19ου αιώνα, ενώ το 1978 χαρακτηρίστηκε ως εθνικό μνημείο. Την αναμόρφωση ανέλαβαν οι αρχιτέκτονες Ρενό Μπαρντόν, Πιέρ Κολμπόκ και Ζαν-Κλώντ Φιλιππόν, ενώ την αναμόρφωση των εσωτερικών χώρων η Ιταλίδα αρχιτέκτονας Γκαέ Αουλέντι (Gae (Gaetana) Aulenti). Οι εργασίες άρχισαν το 1983 και ολοκληρώθηκαν το 1986. Η αναμόρφωση περιλάμβανε, ουσιαστικά, την ανακατασκευή των δαπέδων και των τεσσάρων ορόφων του κτίσματος και, φυσικά, τη συντήρηση των διακοσμητικών στοιχείων του. Το νέο μουσείο εγκαινιάσθηκε από τον τότε Πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας Φρανσουά Μιτεράν την 1η Δεκεμβρίου 1986 και άνοιξε για το κοινό στις 9 του ίδιου μήνα.
Αυτή τη φορά βρήκα την διαρρύθμισή του εντελώς διαφορετική. Τα γλυπτά της κεντρικής αίθουσας δεν είχαν αλλάξει θέση δίνοντάς μου την χαρά να τα απολαύσω ξανά από κοντά. Όμως αρκετούς από τους διάσημους πίνακες δε κατάφερα να τους βρω παρόλο που οι περισσότεροι πίνακες ήταν εκτεθειμένοι στον τελευταίο όροφο συνδέοντας την πλούσια έκθεση με τα περύφημα ρολόγια.
Η οικειότητα που ένιωθα με τον εκθεσιακό χώρο με κανε να αγαπήσω περισσότερο το συγκεκριμένο μουσείο. Αυτή τη φορά αισθάνθηκα πως τα γλυπτά της συλλογής ήταν με τέτοιο τρόπο στημένα που σχημάτιζαν έναν χαρούμενο χορό μέσα σε μια όμορφη φωτεινή αίθουσα κι εμείς ως επισκέπτες ήμασταν οι καλεσμένοι που θαυμάζαμε τις αέρινες κινήσεις τους. Κι έπειτα, χορτασμένοι από τις κυκλικές τους κινήσεις εισχωρούσαμε σε μια θάλασσα χρωμάτων των Μονέ, Ρενουάρ, Βαν Γκογκ κι άλλων σπουδαίων δημιουργών.
Βγαίνοντας από το μουσείο ενιωσα πως κουβαλούσα μέσα μου ένα κομμάτι απ αυτούς τους αιώνιους ρομαντικούς που περιφέρονταν κάποτε στους δρόμους του Παρισιού αναζητώντας τη μούσα τους. Με την ίδια διάθεση ξεχύθηκα στους δρόμους να την αναζητήσω και γω.

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2020

Παρίσι, η γοητεία των μποέμικων γειτονιών





Στη δεύτερη επίσκεψή μου στο Παρίσι, σκέφτηκα να περάσω αρκετό χρόνο στις όμορφες γειτονιές που βρίσκονται περιμετρικά του ιστορικού κέντρου όπου οι δρόμοι τους δεν ιζο
Κήπος του Λουξεμβούργου (Jardin du Luxembourg) είναι ίσως το πιο δημοφιλές πάρκο στο Παρίσι. Βρίσκεται στον 6ο διαμέρισμα, κοντά στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης. Το πάρκο, είναι περίπου 55 στρέμματα και σχεδιάστηκε το 1612 σε γαλλικό στυλ. Τον 19ο αιώνα, αυτό το ιδιωτικό πάρκο άνοιξε για το κοινό. Στο κέντρο του πάρκου μία οκταγωνική λίμνη, γνωστή ως Grand Bassin. Μπορείτε να νοικιάσετε μικρές βάρκες για μια βόλτα στη λίμνη κάτι που είναι δημοφιλές για παιδιά. Ένας άλλος πόλος έλξης για τα παιδιά είναι το θέατρο μαριονέτας. Γύρω από τη λίμνη θα βρείτε τέλειο γρασίδι και μονοπάτια, όλα σε γεωμετρικά σχήματα. Πολυάριθμα αγάλματα, καθώς και το άγαλμα της Saint-Geneviève, προστάτιδας του Παρισιού. Ο κήπος του Λουξεμβούργου διαθέτει δύο αξιοσημείωτα συντριβάνια. Το πιο γνωστό είναι το Fontaine de Medicis, ένα μπαρόκ συντριβάνι σχεδιασμένο το 1624 που βρίσκεται στο τέλος μιας μικρής λιμνούλας στη βορειοανατολική πλευρά του πάρκου ενώ στο νότιο άκρο του πάρκου, γνωστό ως Jardins de l'Observatoire, είναι άλλο ένα συντριβάνι, το Fontaine de l'Observatoire σχεδιασμένο από τους Davioud, Carpaux και Frémiet το 1873. Η κρήνη περιλαμβάνει ένα άγαλμα ενός πλανήτη που υποστηρίζονται από τέσσερις γυναίκες, μία για κάθε ήπειρο. Για να διατηρηθεί η συμμετρία η Ωκεανία σε αυτό το σχέδιο έμεινε απ'έξω. Το παλάτι του Λουξεμβούργου κατασκευάστηκε στο βόρειο άκρο του Jardin du Luxembourg μεταξύ 1615 με 1627 για τη Μαρία των Μεδίκων, τη μητέρα του Λουδοβίκου του 13ου. Ήταν ιταλικής καταγωγής, και έτσι ο αρχιτέκτονας, Salomon de Brosse σχεδίασε το παλάτι με το αρχιτεκτονικό στιλ της Φλωρεντίας. Το 1794, κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, το παλάτι χρησίμευσε ως φυλακή. Επίσης υπηρέτησε ως το αρχηγείο της Πολεμική Αεροπορίας των Γερμανών κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ενώ σήμερα στεγάζει τη γαλλική Γερουσία.
Απο εκεί πήρα το μετρό κι ανέβηκα στην Μονμάρτρη. Η προέλευση της ονομασίας αυτής  της τόσο διάσημης κι αγαπημένης γειτονιάς κουβαλά πολλες αμφιβολίες. Κατ' άλλους προήλθε από το "Mont de Mars, (Όρος του Άρη), σύμφωνα με αναφορά στην παρουσία ενός ναού αφιερωμένου στον Άρη κατά τη ρωμαϊκή περίοδο. Κατ' άλλους από το "Mont de Mercure" (Όρος του Ερμή), ομοίως από αναφορά ύπαρξης ναού αφιερωμένου στο θεό Ερμή. Τέλος κατ' άλλους από το "Mont des martyrs" που σημαίνει πιθανόν Όρος των μαρτύρων, καθώς σύμφωνα με μία παράδοση, εκεί αποκεφαλίστηκαν οι Άγιοι Διονύσιος, επίσκοπος του Παρισιού, Ελευθέριος και Ρούστικος, περίπου το 252. Πάντως όπως και να έχει οι πρώτες μαρτυρίες αυτές αποδεικνύουν ότι η ύπαρξη της Μονμάρτρης ή Μονμάρτης ανάγεται στην απώτατη αρχαιότητα.
Για να μην αλλάζω γραμμές στο μετρό, κατέβηκα σε μια κοντινή στάση και κίνησα με τα πόδια προς το σταθμό Anvers που συνήθως εκεί κατεβαίνει όποιος θέλει να ανέβει κατευθείαν στην Ιερή Καρδιά. Μόλις είδα μέσα από τα κτίρια να ξεπροβάλλει ο ναός, ένιωσα το ίδιο σκίρτημα που με είχε πιάσει όταν τον αντίκρισα πρώτη φορά πριν δέκα χρόνια. Ένα στενό δρομάκι με καταστήματα αναμνηστικών με βγαλε στο άνοιγμα με το καρουζέλ και την κινηματογραφική αύρα της πολυαγαπημένης μου Αμελί. Κι από κει τα στριφογυριστά σκαλιά με ανέβασαν με χορευτικές κινήσεις στην Ιερή Καρδιά.
Περιπλανήθηκα αρκετή ώρα γύρω από την εκκλησία και προσπαθούσα να αποτυπώσω στη μνήμη μου την κάθε της λεπτομέρεια. Πάντα με γοήτευε ο άγγελος που κρύβεται πίσω από τους χοντρούς τρούλους, σαν να αποφεύγει τον κόσμο που ανεβαίνει εκεί πάνω για να θαυμάσει τον ναό αλλά και την θέα της πόλης από κάτω.
Στη συνέχεια χάθηκα στα στενά της σοκάκια που έχουν μετατραπεί σε μικρές υπαίθριες γκαλερί. Στη πλατεία των καλλιτεχνών, απόλαυσα τις δουλειές των ζωγράφων μπλέκοντας τη γραφικότητα της γειτονιάς με τα χρώματα που ήταν απλωμένα στους καμβάδες. Οι σημερινοί αυτοί ζωγράφοι συνεχίζουν μια παράδοση που είχε ξεκινήσει από τις αρχές του 19ου αιώνα όπου η Μονμάρτρη είχε εξελιχθεί σε ένα σημαντικό κέντρο καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων και σε τόπο συγκέντρωσης πολλών, κυρίως φτωχών, διανοούμενων, καλλιτεχνών, μεταξύ των οποίων ο Βίνσεντ βαν Γκογκ, ο Ανρί Ματίς και ο Πάμπλο Πικάσο, καθώς επίσης γυναικών ελευθερίων ηθών και διαφόρων σπουδαστών, που όλοι σχεδόν από τον τρόπο ζωής τους έδιναν ένα ιδιότυπο χαρακτήρα στην περιοχή, που ονομάστηκε μποέμικη.
Αφού απόλαυσα ένα καφεδάκι στους Δύο Μύλους, το θρυλικό καφέ της Αμελί, πήρα το μετρό και κινήθηκα προς το Τροκαντερό που βρίσκεται στο 16ο διαμέρισμα του Παρισιού, απέναντι ακριβώς από τον Σηκουάνα και από τον ιστορικό πύργο του Άιφελ. Ο λόφος του Τροκαντερό, σε μια μακρινή εποχή, αποκαλούνταν λόφος Σελώ (Chaillot), καθώς φιλοξενούσε κάποτε ένα μικρό χωριό με την εν λόγω ονομασία. Το τοπωνύμιο ονομάστηκε έτσι προς τιμή τη μάχης του Τροκαντερό, η οποία έλαβε χώρα στην κοιλάδα του Τροκαντερό στην Ισπανία όπου η Γαλλικές ένοπλες δυνάμεις κατέλαβαν το μέρος υπό τις οδηγίες του Δούκα της Ανγκουλέμ, γιo του βασιλιά Καρόλου Ι΄ της Γαλλίας. Το κυριότερο χαρακτηριστικό γνώρισμα του Πάρκου του Τροκαντερό είναι το αποκαλούμενο συντριβάνι της Βαρσοβίας, το οποίο δυστυχώς είχε κρυφτεί μες στους γερανούς και τις σκαλωσιές καθώς το Παρίσι φρεσκάρεται για να υποδεχτεί τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2024.
Διέσχισα το πάρκο που ήταν ασφυκτικά γεμάτο με τουρίστες και μικροπωλητές και στάθηκα στο πλάτωμα της κορυφής για να απολαύσω τον Πύργο του Άιφελ κι όλη την νότια πλευρά του Σηκουάνα. Κι αφού πέρασα τα χρυσά αγάλματα και τις κομψές καφετέριες που υπάρχουν ακριβώς από πίσω από το Τροκαντερό, έφτασα στη λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων.
Τα Ηλύσια Πεδία (Avenue des Champs-Élysées) είναι η πιο εμπορική αλλά και η πιο ακριβή λεωφόρος της Ευρώπης. Το πλάτος της φτάνει τα 71 μέτρα και εκτείνεται σε μήκος δύο χιλιομέτρων, από την πλατεία Κονκόρντ (Place de la Concorde) μέχρι την Place Charles-de-Gaulle (Place de l’Étoile), όπου βρίσκεται η Αψίδα του Θριάμβου. Το όνομά της προέρχεται από την ελληνική μυθολογία, όπου τα «Ηλύσια Πεδία» αποτελούσαν τμήμα του Άδη και ήταν ο τελικός προορισμός της ψυχής των ηρώων και των ενάρετων.
Η σημερινή της μορφή υλοποιήθηκε το 1838 από τον Γάλλο αρχιτέκτονα Ignaz Hittorf, ο οποίος, μάλιστα, έφτιαξε πεζοδρόμια και εγκατέστησε βρύσες και φανούς αερίου. Μέχρι το 1900 η περιοχή «πλημμύρισε» καταστήματα, ρεστοράν και ξενοδοχεία, ενώ ο τελευταίος επανασχεδιασμός της λεωφόρου πραγματοποιήθηκε το 1994 από τον Bernard Huet. Προστέθηκαν επιπλέον πεζόδρομοι, δημιουργήθηκαν υπόγειοι χώροι στάθμευσης και φυτεύτηκαν νέα δέντρα.
Η διάσημη αψίδα του Θριάμβου που δεσπόζει στη κορυφή των Ηλυσίων Πεδίων βασίστηκε στην Αψίδα του Τίτου στη Ρώμη. Ορθώθηκε το 1806 από το Ναπολέοντα για τον εορτασμό των νικών του και ολοκληρώθηκε το 1836. Το ύψος της φτάνει τα 50 μέτρα και στην επιφάνειά της είναι χαραγμένα τα ονόματα των νικών των γαλλικών στρατευμάτων αλλά και των 558 στρατηγών που διοίκησαν τα γαλλικά στρατεύματα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ναπολέοντα με τα υπογραμμισμένα ονόματα καταδεικνύουν όσους από αυτούς έπεσαν σε μάχες. Ακριβώς στο κέντρο της Αψίδας βρίσκεται η Αιώνια Φλόγα του Αγνώστου Στρατιώτη και είναι αφιερωμένη στη μνήμη των πεσόντων του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι τέσσερις κίονες στους οποίους στηρίζεται η αψίδα διακοσμούνται από πολύ μεγάλα ανάγλυφα, τα οποία απεικονίζουν: Την Έξοδο των Εθελοντών του 1792 (έργο του Φρανσουά Ρυντ), το Θρίαμβο του Ναπολέοντα το 1810 (έργο του Ζαν-Πιέρ Κορτό), την Αντίσταση του 1814 και την Ειρήνη του 1815 (έργα του Αντουάν Ετέξ).
Για την τελευταία μέρα κράτησα την περιοχή του Λε Μαραί (γαλλ. Le Marais) η οποία θεωρείται ως μια από τις πιο ιστορικές συνοικίες του Παρισιού. Η περιοχή του Λε Μαραί ήταν παλιά βαλτώδης περιοχή στην οποία δραστηριοποιούνταν από τον 12ο αιώνα θρησκευτικά τάγματα (ανάμεσά τους το Τάγμα των Ναϊτών), τα οποία εγκατέστησαν εκεί της μονάδες τους. Στις αρχές του 17ου αιώνα, με την κατασκευή της Πλατείας των Βοσγίων, η συνοικία αυτή μετατράπηκε σε τόπο κατοικίας της παριζιάνικης αριστοκρατίας. Τότε κατασκευάστηκε ένας μεγάλος αριθμός ιδιωτικών μεγάρων, πολλά εκ των οποίων σώζονται μέχρι σήμερα αλλά στα μέσα του 18ου αιώνα η συνοικία εγκαταλείφτηκε από την παριζιάνικη ελίτ για χάρη του Faubourg Saint-Honoré και του Faubourg Saint-Germain που πρόσφεραν περισσότερο χώρο. Η Γαλλική Επανάσταση αποτελείωσε τον εκδιωγμό των πλούσιων κατοίκων.
Η συνοικία, έκτοτε, κατοικούνταν από καλλιτέχνες και εργάτες οι οποίοι διέμεναν στα παλιά ιδιωτικά μέγαρα και έχτιζαν τα εργαστήριά τους στις παλιές αυλές τους. Η κοινωνική της "υποβάθμιση" την έβγαλαν έξω από τα μεγάλα έργα ανακατασκευής του Παρισιού που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, μ' αποτέλεσμα την ως σήμερα διατήρηση των στενών της δρόμων αλλά κι ενός μεγάλου αριθμού αξιόλογων κτιρίων που σταδιακά κατεδαφίστηκε. Όμως το 1969, ο Αντρέ Μαλρώ ξεκίνησε ένα πρόγραμμα διατήρησης και ανάδειξης της περιοχής, το οποίο συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η διασωθείσα, πλέον, συνοικία, χάρη στα όμορφα κτίριά της, δέχεται τις επισκέψεις τουριστών, ενώ έχει πέραση στις οικονομικά άνετες κοινωνικές ομάδες του Παρισιού.
Από εκεί κατηφόρισα προς τα δυο νησιά του Σηκουάνα κι αγνάντευσα για τελευταία φορά την πληγωμένη Παναγιά των Παρισιών. Κάθε τόσο σταματούσα και τις έριχνα κλεφτές ματιές. Ήξερα πως ο χρόνος δεν ήταν πολύς καθώς έπρεπε να φύγω για το αεροδρόμιο. Γι' αυτό κοντοστεκόμουν και προσπαθούσα να παγώσω το χρόνο. Πριν κατηφορίσω στο μετρό και χάσω από τα μάτια μου την ομορφιά της πόλης, έδωσα μια υπόσχεση πως θα την επισκεφθώ ξανά σύντομα. 

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2020

Παρίσι, νοσταλγικές περιπλανήσεις στον Σηκουάνα



Δεν είναι λίγα τα δέκα χρόνια που είχα να επισκεφθώ το Παρίσι. Κι όμως αυτό το μεγάλο χρονικό χάσμα δεν κατάφερε να σβήσει ούτε μια εικόνα απ' όσες είχα αποκομίσει στς τότε μου περιπλανήσεις.
Περπατώντας τη δευτερη φορά στις όχθες του Σηκουάνα, διαπίστωσα πως θυμόμουν πεντακαθαρά το κάθε τι που με είχε μαγέψει τότε, όπως η  λυγισμένη ιτιά του Ιλ ντε Λα Σιτέ, τα δεμένα ποταμόπλοια που έχουν μετατραπεί σε σπίτια, τα φωταγωγημένα μέγαρα που δεσπόζουν έχοντας μια απόσταση το ένα από το άλλο δίνοντας μ' αυτόν τον τρόπο άπλετο χώρο για να αναδείξουν με άνεση όλο τους το μεγαλείο. Και φυσικά σημείο αναφοράς ο πολυαγαπημένος πύργος του Άιφελ.
Αυτή τη φορά πρωταγωνιστικό ρόλο στις περιπλανήσεις μου, είχε η Παναγιά των Παρισιών καθώς αναπτύχθηκε μια οικειότητα με το συγκεκριμένο μνημείο διότι έμενα σχετικά κοντά της. Κάθε πρωί που ξεχυνόμουν στους δρόμους του Παρισιού, έπεφτα πρώτα πάνω της. Ποτέ μου δεν είχα φανταστεί το πόσο γοητευτική είναι η όψη της έχοντας το φως της αυγής να προβάλει ακριβώς από πίσω της.
Όμως αυτή τη φορά βρήκα την Παναγιά των Παρισιών λαβωμένη από την περσινή πυρκαγιά. Παρόλο που η κατάλευκη της πρόσοψη προσπαθούσε να διατηρήσει λίγη από την λαμπρότητα του κύρους της, οι πλαϊνές τις όψεις φανέρωναν την καταστροφή που υπέστη. Οι θεαματικές αντηρίδες του Ζαν Ραβί στηριζόντουσαν σε ξύλινες επενδύσεις και η ροζέτα με τα υπέροχα βιτρό ήταν καλυμμένη με νάιλον ενώ η απουσία της ξύλινης οροφής με των ενενήντα μέτρων οβελίσκο του Βιολέ-λε-Ντυκ ήταν αποκαρδιωτική. Περιμετρικά του ναού είχε στηθεί ένας φράχτης που κρατούσε τους επισκέπτες σε μια απόσταση ασφαλείας από το μνημείο. Αυτό είχε ως, αποτέλεσμα ο περίπατος γύρω από τον ναό να συνοδεύεται με μια έκθεση φωτογραφιών που έδειχναν την καταστροφή εκείνης της μέρας αλλά και τις προσπάθειες που έκαναν οι πυροσβέστες για να σώσουν ότι μπορούσαν.
Κάθε φορά που βόλταρα γύρω από τον ναό, σταματούσα στην μπροστινή του όψη και θαύμαζα με τη βοήθεια του τηλεφακού μου την πύλη της Παρθένου που είναι περιστοιχισμένη με αγίους και βασιλείς και φυσικά την Στοά των Βασιλέων όπου απεικονίζονται οι 28 βασιλείς της Ιουδαίας να ατενίζουν τα πλήθη. Όσο για την πολύχρωμη ομορφιά της δυτικής ροζέτας, κατάφερα να τη θαυμάσω σε ένα υπαίθριο ψηφιδωτό πάνω στη πρώτη γέφυρα που βρίσκεται ανατολικά του ναού.
Αυτή τη φορά έδωσα περισσότερη σημασία στο Ιλ ντε λα Σιτέ. Περπάτησα γύρω από το πελώριο σύμπλεγμα κτιρίων του Παλαί ντε Ζυστίς με τους παλιούς του πύργους να βρίσκονται κατά μήκος των αποβάθρων και διέσχισα αρκετές φορές την Ποντ Νεφ ή αλλιώς Νέα Γέφυρα, η οποία παρά το όνομά της είναι η παλαιότερη του Παρισιού και την πιο δημοφιλής τόσο στους επισκέπτες όσο και στους καλλιτέχνες που την έχουν απαθανατίσει σε πολλά έργα τους.
Κάθε φορά που ο δρόμος με βγαζε στη βόρεια μεριά του Ιλ ντε λα Σιτέ, πάντα κοντοστεκόμουν κι ατένιζα προς την περιοχή του Μαραί, όπου δεσπόζει το πανέμορφο Δημαρχείο, ένα αρχοντικό κτίσμα του 17ου αι. που κάηκε το 1871 κι ανακατασκευάστηκε λίγα χρόνια μετά. Ένα μέγαρο περίτεχνο με πυργίσκους κι αγάλματα στην πλούσια γλυπτή διακόσμηση της πρόσοψής του. Πέρα όμως από την ομορφιά του κτιρίου, η πλατεία που ανοίγεται μπροστά του ήταν κάποτε χώρος εκτελέσεων και φρικιαστικών μαρτυρίων.
Αφήνοντας πίσω μου το Ιλ ντε λα Σιτέ, οι περιπλανήσεις μου συνεχιζονταν στο Σηκουάνα είτε από την Οδό Φρανσουά Μιτεράν όπου είναι το μουσείο του Λούβρου είτε από την οδό Βολταίρου όπου βρίσκεται η σχολή των Καλών Τεχνών και το πολυαγαπημένο μου Μουσείο του Ορσέ. Στις βόλτες μου αυτές, συναντούσα συχνά σημάδια από τις πρόσφατες απεργιακές κινητοποιήσεις, τις μεγαλύτερες που έχει ζήσει το Παρίσι μετά τον Μάη του '68.
Προσπερνώντας τα δυο μεγάλα μουσεία, κοντοστέκομαι πάντα και θαυμάζω την κομψότατη τοξωτή γέφυρα του Αλεξάνδρου Γ που βρίσκεται στο 8ο Διαμέρισμα του Παρισιού. Η κατασκευή της γέφυρας έγινε για να αντιμετωπιστεί η αποσυμφόρηση του Παρισιού αλλά και για την Διεθνής Έκθεση που έλαβε χώρα το 1900.  Ο θεμέλιος λίθος αυτής της πανέμορφης γέφυρας τοποθετήθηκε από τον τσάρος Νικόλαος Β' καθώς η γέφυρα ονομάστηκε Αλέξανδρος Γ' για να τιμηθεί ο πατέρας του τσάρου, ο οποίος είχε υπογράψει την γαλλορωσική συμμαχία του 1892. Την κατασκευή του έργου ανέλαβαν οι αρχιτέκτονες Μπερνάρ Κασιέ και Γκαστό Κουζίν καθώς και οι μηχανικοί Ζαν Ρεζάλ και Αμεντά Αλμπί, οι οποίοι παρουσίασαν ένα σχέδιο της γέφυρας που συμβόλιζε την Γαλλορωσική φιλία, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την θέα των ιστορικών κτηρίων της ευρύτερης περιοχής.
Στις εισόδους της γέφυρας στέκονται τέσσερα λιοντάρια δίπλα σε τέσσερις πυλώνες 17 μέτρων, στην κορυφή των οποίων υπάρχουν τα επιχρυσωμένα χάλκινα αγάλματα φτερωτών Πηγάσων και της θεάς Φήμης. Στους πρόποδες των πυλώνων της δεξιάς όχθης βρίσκονται πέτρινα αγάλματα με αλληγορικές παραστάσεις που αναφέρονται στις περιόδους της γαλλικής ιστορίας, και συγκεκριμένα στην εποχή του Καρλομάγνου και της σύγχρονης Γαλλίας. Παρόμοια, στους πυλώνες της αριστερής όχθης οι παραστάσεις των αγαλμάτων αναφέρονται στην εποχή του Λουδοβίκου ΙΔ΄ της Γαλλίας, καθώς και στην εποχή της γαλλικής αναγέννησης. Αυτό όμως που λατρεύω περισσότερο στη συγκεκριμένη γέφυρα είναι τα τριάντα δύο κηροπήγια κατά μήκος της που έχουν στυλ Αρ Νουβό και τα χάλκινα αγάλματα των νυμφών. Από  πλτη μία πλευρά έχουμε τις «Νύμφες του Σηκουάνα» κι από την άλλη τις «Νύμφες του Νέβα» σε ένδειξη τιμής στην γαλλορωσική συμμαχία.
Στο βάθος δεσπόζει η εκκλησία Ντομ με τον χρυσό της τρούλο, η οποία σήμερα στεγάζει τον τάφο του Ναπολέοντα, του οποίου τελευταία επιθυμία ήταν να επαναπαυθεί η στάχτη του διπλα στις όχθες του Σηκουάνα. Ενώ από την άλλη όχθη κερδίζουν τις εντυπώσεις με την κομψότητά τους το Γκραν και Πετίτ Παλαί.
Οι περίπατοί μου πάντα καταλήγουν στον πύργο του Άιφελ, το σύμβολο της πόλης αλλά κι ολόκληρης της Γαλλίας. Το άλλοτε ψηλότερο κτίριο του κόσμου που στα πρώτα χρόνια της ύπαρξής του δεν γέμιζε το μάτι των Παριζιάνων, σήμερα εξακολουθεί αγέρωχος κι ολόλαμπρος να ατενίζει από τα 324 μέτρα την πολυαγαπημένη πόλη του Φωτός. Απ' όποιο σημείο κι αν σταθώ να τον απολαύσω κανένα δε συγκρίνεται με την άκρη της Γέφυρας του Μπιρ Χακίμ. Έχω την αίσθηση πως δε το ξέρει πολύ κόσμος καθώς βρίσκω συνήθως το σημείο αυτό έρημο σε αντίθεση με το Τροκαντερό που σφύζει από κόσμο. Αντιθέτως στην άκρη του Μπιρ Χακίμ ανοίγει ένα όμορφο πλάτωμα στο κέντρο του οποίου βρίσκεται το υπέροχο άγαλμα της Αναγεννημένης Γαλλίας. Εκεί μπορεί κανείς να χαλαρώσει μόνος του πάνω από το ποτάμι και να αισθανθεί πως ολόκληρη η πόλη του ανήκει.
Και στις δυο μου επισκέψεις στο Παρίσι έχω συσχετίσει την αναχώρησή μου με τον πύργο του Άιφελ. Την πρώτη φορά πετώντας από το αεροδρόμιο Ορλύ, τον είδα στο βάθος του ορίζοντα να παρακολουθεί την απογείωση του αεροπλάνου ενώ αυτή τη φορά, έχοντας πάρει το αεροπλάνο ύψος από το αεροδρόμιο Σαρλ Ντε Γκωλ, είχα γείρει στο παράθυρο και παρακολουθούσα τα φώτα της πόλης μέχρι που ένα φλας μου τράβηξε την προσοχή. Έστρεψα την προσοχή μου προς τα κει μέχρι που ξαναάστραψε. Τότε κατάλαβα πως ήταν οι δυνατοί προβολείς στην κορυφή του πύργου που με αποχαιρετούσαν. Μια συγκινητική κίνηση που αποδείκνυε το δέσιμό μου μ' αυτήν την πόλη.

Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2020

Η «κανονικότητα» στην πόρτα σου



Eπιδεικνύοντας πρωτοφανή αλαζονεία, «ποντάροντας» στη μιντιακή υπεροπλία, η κυβέρνηση φαίνεται ότι έχει χάσει το μέτρο της καταστολής, δημιουργώντας πλέον πολύ οριακές καταστάσεις, αν δεν έχουν ήδη ξεφύγει από τον έλεγχο.
Η υπέρμετρη κρατική βία ξεκίνησε από τους ήδη στοχοποιημένους του συντηρητικού αφηγήματος, αλλά πλέον αγγίζει και τους «νοικοκυραίους», όπως τους αποκαλούσαν χαρακτηριστικά. Είναι το κοινό που «κατανάλωσε» ήδη αρκετό «νόμο και τάξη» από τη ΝΔ: Προσλήψεις «γαλάζιων» ειδικών φρουρών, ανελέητο ξύλο και καθημερινά επικοινωνιακά σόου στα Εξάρχεια, χωρίς κανένα αποτέλεσμα, εισβολές σε Πανεπιστήμια, ξυλοδαρμοί και συλλήψεις φοιτητών και πολιτών στο σορό και με «συνοπτικές διαδικασίες», εκκενώσεις καταλήψεων και ξενώνων προσφύγων για τα κανάλια, διαπομπεύσεις πολιτών, βασανισμούς ακόμη και ΑμΕΑ, σεξουαλικές παρενοχλήσεις, βασανισμούς μέχρι και ΑμεΑ, βία, αυθαιρεσία, αυταρχικότητα… Μια καθεστωτική στρατηγική, μια «κανονικότητα» για την εδραίωση του φόβου και την ψευδαίσθηση της «τάξης» ενώ στην πραγματικότητα το έγκλημα «αλωνίζει».
Η επικοινωνία όμως καταρρέει υπό το βάρος της πραγματικότητας, όπως και το δόγμα του «νόμος και τάξη». Τη Δευτέρα, η ΕΛΑΣ επιχείρησε με ψευδείς ανακοινώσεις να συγκαλύψει το σοκαριστικό περιστατικό του αστυνομικού που εισέβαλε στην ΑΣΟΕΕ και σημάδευε φοιτητές με το όπλο του ενώ την Τρίτη συνέχισε τη «βεντέτα» με εισβολές των ΜΑΤ, υπό την κατακραυγή της ακαδημαϊκής κοινότητας.
Κι αν μέχρι σήμερα τα κυβερνητικά στελέχη επικαλούνταν υποκριτικά τους «νοικοκυραίούς», ήρθε και η σειρά τους… Με την στρατιωτικού τύπου απόβαση στα νησιά, οι κάτοικοι της Χίου και της Λέσβου ένιωσαν τι σημαίνει καταστολή. Για την ακρίβεια ένα μέρος αυτής. Γιατί το «ξύλο», όπως είχε ενημερώσει ο Βορίδης, είναι «στοιχείο αναγκαστικότητας» στην «κανονικότητα» της ΝΔ. Όλο και περισσότεροι βιώνουν και αντιλαμβάνονται πλέον αυτή την «αναγκαστικότητα».
Αφού επί μήνες εμπαίζει τις τοπικές κοινωνίες με τον δήθεν «διάλογο» για το προσφυγικό και αφού εγκλωβίστηκε στην καταστροφική της πολιτική που ήρθε σε απόλυτη αντιδιαστολή με την ξενοφοβική της δημαγωγία ως αντιπολίτευση και τον ακραία καταγγελτικό της λόγο για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, η ΝΔ στέλνει τις δυνάμεις καταστολής. «Η εντολή ήταν «βαράτε στο ψαχνό»», είπαν κάτοικοι Χίου και Λέσβου στο Tvxs.gr… Ξύλο, τρομοκρατία και χημικά για όλους ανεξαιρέτως.
Η κυβέρνηση εφαρμόζοντας ένα «εσωτερικό Δουβλίνο» έχει αποφασίσει να «κάψει» τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου και ποντάρει στην ιδιοτέλεια όσων θέλουν το πρόβλημα μακριά από την πόρτα τους, «εγκλωβισμένο» στα νησιά, όπως ακριβώς η Ευρώπη χρησιμοποιεί την Ελλάδα ως «αποθήκη». Για να επιβάλει την πολιτική της, που πέρασε πραξικοπηματικά παρακάμπτοντας τη Βουλή, δεν διστάζει να μεταχειριστεί την σκληρή καταστολή της «κανονικότητας» που ευαγγελίστηκε.
«Εμείς φταίμε που τους ψηφίσαμε. Αυτό είναι Χούντα». «θέλουμε πίσω την ψήφο μας», φώναζαν οι κάτοικοι των δύο νησιών, καταγγέλλοντας την εξαπάτηση της ΝΔ. Κι αν κάποιοι, όλο και λιγότεροι πια, συνεχίζουν να ανέχονται αυτή τη βία, πιστεύοντας πως έτσι το πρόβλημα θα διατηρηθεί μακριά τους, να είναι σίγουροι ότι αργά η γρήγορα θα χτυπήσει και η δική τους πόρτα. Κανείς δεν γλιτώνει από την… «κανονικότητα».

Πηγή: Τα Μπλόκια

Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2020

Χίος: Η δημοκρατία τετέλεσται;




Όσοι κατοικούμε στη Χίο (και στη Λέσβο, και στη Σάμο) ζούμε από χτες πρωτοφανείς στιγμές περιφρόνησης κάθε έννοιας δημοκρατίας.
Η κυβέρνηση, σε ένα κρεσέντο τσαμπουκά, πλήρους αυταρχισμού, σε μετωπική σύγκρουση με τη βούληση του λαού δύο ολόκληρων νησιών (την οποία γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων της), αποβίβασε τη μεγαλύτερη δύναμη των ΜΑΤ που έκανε ποτέ την εμφάνισή της στα μέρη μας (με τη συνδρομή και του στρατού), για να επιβάλει με το “έτσι θέλω” τη δημιουργία της γιγάντιας φυλακής – αποθήκης ψυχών πάνω στο Αίπος.
Ο δρόμος προς το 17 “καθαρίστηκε” με κάθε τρόπο: πολίτες εισέπραξαν τόνους δακρυγόνων και χημικών, κάμποσοι χρειάστηκαν νοσηλευτική περίθαλψη, ενώ μπλοκαρίστηκαν ολόκληρες περιοχές του νησιού από τα ΜΑΤ, που συμπεριφέρονται με κάθε τρόπο κι από την πρώτη στιγμή ως “στρατός σε ζώνη κατοχής”! Κι όλη αυτή η επίδειξη τυφλής κι ασύστολης βίας, όλη αυτή η θρασύτατη περιφρόνηση του λαϊκού αισθήματος για τον...”ιερό” σκοπό της δομής στο Αίπος- για την μονιμοποίηση του εγκλεισμού των προσφύγων στο νησί, για την περαιτέρω επιδείνωση των ήδη άθλιων και οριακών συνθηκών διαβίωσής τους στη ΒΙΑΛ (αν η κατάσταση στη ΒΙΑΛ είναι ήδη τέτοια, ας φανταστεί ο καθείς τι θα υποστούν πεταμένοι σε μια “τρύπα στο χάρτη”, για μια εξέλιξη εντέλει που θα διογκώσει το πρόβλημα, κηλιδώνοντας παντοτινά το νησί και μετατρέποντάς το σε σύγχρονο Νταχάου. Τέλος, η συγκεκριμένη πολιτική ξαναδυναμώνει επικίνδυνα τις ακροδεξιές, υστερικές και μισαλλόδοξες φωνές, που βρήκαν χρυσή ευκαιρία να ξεπεταχτούν από τις τρύπες τους κραδαίνοντας επιχειρήματα όπως “Δείρτε τους πρόσφυγες κι όχι εμάς τους Έλληνες”! Ενώ το μόνο που έγινε ολοφάνερο είναι πως η αστυνομική βία και τρομοκρατία, σε όποιους κι αν ασκείται – πρόσφυγες ή ντόπιους – έχει πάντα το ίδιο αποτρόπαιο πρόσωπο της κρατικής αυθαιρεσίας και της καταπάτησης θεμελιωδών δικαιωμάτων. Έστω κι αν η κυβέρνηση, μες στην αχαλίνωτη αλαζονεία της, πανηγυρίζει για το ότι “κέρδισε” τον πρώτο γύρο, ο αγώνας αυτός θα είναι μακρύς.
Από εμάς εξαρτάται να μη λουφάξουμε, να μη σωπάσουμε, να συνεχίσουμε την πάλη για την αντιστροφή αυτού του αίσχους!

Χιακή Συμπολιτεία

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2020

Agora II - Δεσμώτες


Χρόνια τώρα παρακολουθώ το δημοσιογραφικό και κινηματογραφικό έργο του Γιώργου Αυγερόπουλου, τον οποίον εκτιμώ όχι μόνο ως δημοσιογράφο αλλά κι ως άνθρωπο. Ακόμα θυμάμαι το πόσο πολύ είχα συγκλονιστεί με το πρώτο ντοκιμαντέρ "Agora", με την παρουσίαση των γεγονότων που ως κοινωνία είχαμε ζήσει, αλλά για έναν απροσδιόριστο τρόπο αισθανόμουν πως τα βίωνα για πρώτη φορά. Αυτή η συναισθηματική φόρτιση προκλήθηκε από την άψογη και κοφτή καταγραφή του Γιώργου Αυγερόπουλου που κατάφερε να επαναφέρει όλα αυτά τα συναισθήματα που είχαμε κρύψει καλά μέσα μας κατά τη διάρκεια της κρίσης. Το καταιγιστικό ντελίριο του πρώτου του ντοκιμαντέρ με οδήγησε ξανά στις σκοτεινές αίθουσες να παρακολουθήσω τη συνέχειά του με τον άκρως στοχευμένο τίτλο "Δεσμώτες".
Απόγευμα καθημερινής κι ο αγαπημένος μου κινηματογράφος Μικρόκοσμος είχε αρκετό κοινό που παραβρέθηκε για να παρακολουθήσει το ντοκιμαντέρ παρά την απεργία των μέσων μαζικής μεταφοράς κάτι το οποίο με γέμισε αισιοδοξία. Η αίθουσα σκοτείνιασε κι αμέσως στη μεγάλη οθόνη άρχισαν να προβάλλονται εικόνες και στιγμές που ακόμη αισθανόμαστε πως είχαν συμβεί μόλις χθες. Ο Γιώργος Αυγερόπουλος έχοντας έναν χρονολογικό καμβά μεταξύ 2014 με 2019 μας ξεκινάει την εξιστόρηση των γεγονότων χωρίς να υιοθετεί μια συνεχόμενη χρονική σειρά. Με αυτόν τον ιδιαίτερο χρονικό ζάπινγκ, παρακολουθούμε τους κόσμους που συνυπάρχουν και συγκρούονται σε μία μάχη επιβίωσης, αξιοπρέπειας και ήθους. Από την μια έχουμε τις ελληνικές οικογένειες να έχουν κυριολεκτικά λυγίσει από τα οικονομικά βάρη κι από την άλλη τους πρόσφυγες που φτάνουν στην Ελλάδα προσπαθώντας να περάσουν στην βόρεια Ευρώπη για μια καλύτερη ζωή. Έχουμε τους συντηρητικούς κι ακροδεξιούς που γαβγίζουν για το μακεδονικό ζήτημα κι από την άλλη τον Ζακ που μιλάει για την αγάπη και την ισότητα αλλά και την μάνα του Παύλου Φύσσα που έχει μετατραπεί σε ένα άκρως μαχητικό αντιφασιστικό πρόσωπο που πολεμά να στείλει όλους τους ναζί πίσω στις τρύπες τους. Επίσης έχουμε τους Ευρωπαίους εταίρους που μόνο σύμμαχοι δε δείχνουν και τους εγχώριους πολιτικούς που προσπαθούν να παρουσιάσουν την όλη κατάσταση μέσα από τη δική τους οπτική γωνιά.
Θα αναφερθώ όμως στο τι συγκρατώ από το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ καθώς δε χρειάζεται να πω κάτι παραπάνω για τα ιστορικά γεγονότα που μας παρουσιάζονται.
Πρώτα απ' όλα, συγκινήθηκα απίστευτα με τα λόγια του Ζακ Κωστόπουλου καθώς ο ίδιος ήταν ένας προφήτης της μοίρας του χωρίς να το γνωρίζει. Τελειώνοντας τη συνέντευξη που είχε δώσει στον Γιώργο Αυγερόπουλο, παρακολουθούμε συντετριμμένοι τη δολοφονία του από τους νοικοκυραίους κι αμέσως στα αυτιά μας ακούγονται τα λόγια που εμας έλεγε προηγουμένως. "Δε φοβάμαι που ζω στις υποβαθμισμένες γειτονιές. Ποτέ δεν μου έκαναν κακό οι ξένοι. Αντιθέτως οι Έλληνες είναι αυτοί που ασκούν βία πάνω μου".
Στο προσφυγικό κομμάτι του ντοκιμαντέρ, κατανοώ τις καλοπροαίρετες προθέσεις του σκηνοθέτη-δημοσιογράφου αλλά πιστεύω πως παρακολουθεί την όλη κατάσταση λίγο μονόπλευρα. Ανακουφίζομαι απίστευτα με την κατάληξη του ζευγαριού, του οποίου ακολουθούμε τα βήματά του από την ανακούφισή τους όταν φτάνουν στις παραλίες της Λέσβου και βολτάρουν στην πόλη της Μυτιλήνης, μέχρι την απόγνωσή τους στην Ειδομένη αλλά και την πολυπόθητη αναχώρηση τους για την Ολλανδία. Στο προσφυγικό σκέλος του ντοκιμαντέρ συγκλονίστηκα με τα πλάνα από ένα πρόχειρο νεκροταφείο προσφύγων όπου πολλά πτώματα παρέμεναν άγνωστα και πολλά απ' αυτά άνηκαν σε βρέφη και μικρά παιδιά. Μεμιάς έγινε αισθητό ένα πνίξιμο που απλώθηκε σ' ολόκληρη την σκοτεινή αίθουσα του κινηματογράφου.
Επίσης μεγάλο ενδιαφέρον έχει η καταγραφή των παρασκηνίων κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με τους Ευρωπαίους εταίρους που πραγματοποιήθηκαν από την εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι το δημοψήφισμα. Πολλά από τα γεγονότα που παρουσιάζει το ντοκιμαντέρ, μου ήταν γνώριμα καθώς είχα διαβάσει το βιβλίο του Γιάνη Βαρουφάκη, όμως έχουν άλλη έβταση όταν τα ακούς από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές κι όταν γίνεσαι μάρτυρας της κόντρας που τελικά δημιουργήθηκε στη σχέση Τσίπρα-Βαρουφάκη.
Η κοφτή αφήγηση και το ιντριγκαδόρικο παρασκήνιο μετατρέπουν το ντοκιμαντέρ σε ένα άκρως καλογυρισμένο οικονομικό θρίλερ με το σοκ να έρχεται όταν συνειδητοποιείς πως σ' αυτό το έργο είμασταν κι εμείς ως λαός πρωταγωνιστές. Όμως το χειρότερο σενάριο, μας το κρατάω ο δημιουργός στο τέλος με τις δηλώσεις των σημερινών κυβερνώντων και των εγχώριων υποστηρικτών τους. Παρακολουθώντας σε μεγάλη οθόνη το ύπουλο ύφος του Άδωνι Γεωργιάδη και τη παγερή ματιά της Μιράντα Ξαφά, διέκρινα την αξιολύπητη απώλεια της ανθρώπινης υπόστασής τους. Όμως δε μπορώ να νιώσω οίκτο γι' αυτά τα κτήνη όπως επίσης δε μπορώ ποτέ να δω ως ανθρώπους τα νεοναζιστικά καθάρματα.
Παρακολουθώντας και το δεύτερο ντοκιμαντέρ του Γιώργου Αυγερόπουλου, ομολογώ πωε εξοργίστηκα για μία ακόμη φορά με τους κριτικούς κινηματογράφου που το έθαψαν βαθμολογικά, χαρακτηρίζοντάς το στρατευμένο και καθόλου αντικειμενικό. Σ' αυτό θα διαφωνήσω κάθετα διότι ο Γιώργος Αυγερόπουλος όχι μόνο παίρνει μια ξεκάθαρα ουδέτερη στάση απέναντι στα γεγονότα αλλά τολμάει να κατηγορήσει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ για την νεοφιλελεύθερη πολιτική που ακολούθησε αργότερα ιδιωτικοποιώντας τα αεροδρόμια, τα λιμάνια και τα τραίνα. Επίσης σ' αυτό που τον παραδέχομαι είναι στις καίριες κι ευθείς ερωτήσεις που έκανε στα πολιτικά πρόσωπα. Μια δημοσιογραφική συμπεριφορά που σπανίζει στην εγχώρια δημοσιογραφία, ειδικά όταν φέρουμε ως παράδειγμα τον Νίκο Χατζηνικολάου να ρωτάει τον Κυριάκο Μητσοτάκη για τα ντολμαδάκια της κυράς Μαρίκας και την Όλγα Τρέμη να λέει στον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη πόσο δουλευταράς υπουργός είναι.
Βγαίνοντας από την κινηματογραφική αίθουσα αναλογιζομουν την ιστορικότητα των γεγονότων που ζήσαμε πριν από πέντε χρόνια. Για ώρα περπατούσα σιωπηλός και προβληματισμένος προσπαθώντας να τακτοποιήσω όλα αυτά τα στοιχεία που αποκόμισα και να ταξινομήσω όλα τα νέα ερωτήματα που μου προέκυψαν κατά τη διάρκεια του ντοκιμαντέρ.
Παράλληλα σκεφτόμουν πως μπορεί ο ελληνικός κινηματογράφος να βρίσκεται στη χειρότερη περίοδο της ιστορίας του αλλά ομολογώ πως έχουμε μια σπουδαία γενιά ντοκιμαντεριστών που μας έχουν προσφέρει αξιόλογα διαμάντια τα τελευταία χρόνια. Εξάλλου η οικονομική κρίση υπήρξε αφορμή για κάποιους να ανακαλύψουν και να αναθεωρήσουν το παρελθόν, γνωρίζοντας πως έτσι μπορούν να κρίνουν με ορθότητα το παρόν και να ατενίζουν με μια συγκρατημένη αισιοδοξία το μέλλον.
Το εξαιρετικό νέο ντοκιμαντέρ του Γιώργου Αυγερόπουλου έρχεται να προστεθεί στην ήδη πλούσια συλλογή των Άρη Χατζηστεφάνου, Νίκου Καβουκίδη, Φίλιπππου Κουτσαφτή κι άλλων σπουδαίων δημιουργών. Είμαι βέβαιος πως η αξία του θα γίνει ακόμη μεγαλύτερη με το πέρασμα του χρόνου.

Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2020

Βερσαλλίες, το ανάκτορο κι οι κήποι του βασιλιά Ήλιου



Δεν είμαι ιδιαίτερα θαυμαστής των παλατιών. Εξάλλου ποτέ δεν γοητευόμουν από τα λούσα και την χλιδή των λίγων. Δεν είναι τυχαίο που στην πρώτη μου επίσκεψη στο Παρίσι δε καταδέχτηκα να πάω στο φημισμένο παλάτι και στους απέραντους κήπους των Βερσαλλιών. Όμως αυτή τη φορά κατάφερα να χωρέσω στο πρόγραμμά μου μια πρωινή βόλτα νοτιοδυτικά του Παρισιού.
Φτάνοντας αρκετά νωρίς στις Βερσαλλίες, βρήκα την πόλη να ξυπνάει εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Ο τερματικός του προαστιακού ήταν γεμάτος εργαζόμενους που βαριεστημένοι ορμούσαν προς τα βαγόνια για το Παρίσι, αφήνοντας έρημους τους δρόμους της άλλοτε παλιάς αριστοκρατικής πρωτεύουσας της Γαλλίας. Αυτό με χαροποίησε ιδιαίτερα διότι είχα την αίσθηση πως θα βολτάρω μόνος μου στους άδειους δρόμους των Βερσαλλιών αλλά και στις πολυτελείς αίθουσες του παλατιού.
Ανηφορίζοντας προς το παλάτι, συνάντησα μια υποτυπώδης ουρά να περιμένει στην είσοδό του. Την προσπέρασα και συνέχισα τη βόλτα μου προς τους κήπους, καθώς αυτοί με ενδιέφεραν περισσότερο. Περπατώντας πια στην πίσω μεριά του παλατιού, έμεινα έκθαμβος μόλις αντιλήφθηκα την έκταση των κήπων και τον γλυπτό τους διάκοσμο. Μπροστά μου είχα έναν από τους μεγαλύτερους κήπους της Ευρώπης με συνολική έκταση γύρω στα 800 εκτάρια γεμάτη συντριβάνια κι αγάλματα που τα περισσότερα είναι βασισμένα στην ελληνική μυθολογία.
Παρατηρώντας καλύτερα το τοπίο, διαπίστωσα πως ο συνολικός κήπος των Βερσαλλιών απλώνεται σε τρία επίπεδα πίσω από το παλάτι, κι εν μέρει είναι η συνέχιση της κομψής αρχιτεκτονικής του. Όπως και το ανάκτορο, έτσι και οι κήποι στήθηκαν με σκοπό να τιμήσουν τον βασιλιά και την Γαλλία.
Όπως στην Αρχαία Ελλάδα έτσι και στη Γαλλία, τα μεγάλα ποτάμια της χώρας αντιπροσωπεύονται ως αγάλματα. Στο βάθος απλώνεται το Μεγάλο Κανάλι, ένα τεράστιο κανάλι σε σχήμα σταυρού με επιφάνεια 24 εκταρίων. Για την κατασκευή του πέθαναν χιλιάδες εργάτες, είτε από ατυχήματα είτε από την ελονοσία. Όσο για την παροχή νερού τόσο για το Μεγάλο Κανάλι όσο και για τα συνολικά 55 συντριβάνια χρειάζονταν ένα καλό αρδευτικό σύστημα. Η μηχανή του Μαρλί ήταν ένα τεχνολογικό θαύμα για την εποχή, καθώς διοχέτευε τα νερά του ποταμού Σηκουάνα στους κήπους των Βερσαλλιών. Μπροστά από το Μεγάλο Κανάλι ξεχωρίζει το συντριβάνι του Απόλλωνα, το πιο μεγαλοπρεπές από όλα τα συντριβάνια των Βερσαλλιών.
Εκείνο το πρωί αποφάσισα να χαθώ στα πάρκα που απλωνόντουσαν γύρω από τους κήπους και το Μεγάλο Κανάλι. Ο χώρος δεν είχε γεμίσει ακόμα επισκέπτες, οπότε ήταν ιδανικός για πρωινές μοναχικές βόλτες στις οποίες κάθε τόσο συναντούσα κάποιους από τους εργαζομένους του μνημείου που καθάριζαν το δάσος. Η πρόσχαρη όψη τους που διέκρινα στα πρόσωπά τους φανέρωνε την τύχη που είχαν να δουλεύουν στην ύπαιθρο αλλά να βρίσκονται συνάμα κοντά και σε μια από τις ομορφότερες πρωτεύουσες του κόσμου.
Τελικά οι περιπλανήσεις μου στους κήπους των Βερσαλλιών ήταν απλώς μια μικρή ανάπαυλα στις παριζιάνικες περιπλανήσεις μου. Προτιμούσα να επιστρέψω στην γαλλική πρωτεύουσα καθώς ήθελα να θυμηθώ τις παλιές μου βόλτες εκεί για να επισκεφθώ ξανά τα αγαπημένα μου σημεία αλλά και να ανακαλύψω μέρη της πόλης που δεν είχα προλάβει την προηγούμενη φορά. Εξάλλου δεν είναι λίγα τα δέκα χρόνια που μεσολάβησαν μεταξύ των δυο μου επισκέψεων στο Παρίσι.
Η επιθυμία μου να χαθώ στην γαλλική πρωτεύουσα με 'καναν να γυρίσω πίσω προς στο σταθμό, περνώντας για μια ακόμη φορά έξω από το παλάτι. Αυτή τη φορά η ουρά ήταν ατελείωτη οπότε ακόμη κι αν είχα διάθεση να μπω μες στο ανάκτορο θα το απέφευγα καθώς θα τρωγα όλη τη μέρα μου εκεί περιμένοντας. Παρόλα αυτά κοντοστάθηκα στο μπροστινό προαύλιο χώρο του παλατιού κι έριξα μια ακόμη ματιά στην εκλεπτυσμένη διακόσμησή του κι αμέσως αναλογίστηκα την ιστορία του που από καταφύγιο κυνηγιού μετατράπηκε σε ένα από τα λαμπρότερα ανάκτορα της Ευρώπης.
Οι πρώτες εργασίες διαπλάτυνσης του άρχισαν το 1661 ενώ μέχρι το 1685 είχε τελειώσει το μεγαλύτερο μέρος των εργασιών με τη σημερινή του μορφή να σχηματίζεται στα τέλη του 18ου αι. Κατά την διάρκεια της οικοδόμησής του εργάστηκαν πάνω από 20.000 εργάτες αλλά όταν τελείωσαν οι εξωτερικές εργασίες, ο αριθμός των απασχολούμενων διατηρήθηκε υψηλός καθώς πραγματοποιούνταν συνεχώς εσωτερικές αλλαγές, κυρίως στον 18ο αιώνα, όπως αλλαγές δωματίων και διακόσμησης.
Μετά την Γαλλική Επανάσταση το βασιλικό καθεστώς ανατράπηκε κι οι Βερσαλλίες έπαψαν να είναι βασιλική κατοικία και πρωτεύουσα της Γαλλίας, μ' αποτέλεσμα το παλάτι μόλις και μετά βίας να συντηρείται. Η ιστορία του όμως δεν έληξε τότε καθώς το 1871 εκεί ανακηρύχτηκε η Δεύτερη Γερμανική Αυτοκρατορία, ενώ το 1919 υπογράφηκε η συνθήκη με την οποία τελείωσε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος
Στις μέρες μας, το ανάκτορο των Βερσαλλίων  έχει χαρακτηριστεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της Unesco και δέχεται εκατομμύρια επισκέπτες κάθε χρόνο. Είναι βέβαιο πως πολλοί ενθουσιάζονται με τις χρυσές του διακοσμήσεις, τις εντυπωσιακές του αίθουσες και τους θεόρατους κήπους αλλά εμένα τίποτα απ' όλα αυτά δε με άγγιξε. Το μόνο που θα κρατήσω από κει είναι οι υπέροχοι πρωινοί περίπατοι μες στη μοναχική γαλήνη των θεόρατων κήπων. 

Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2020

Μια Κρυφή Ζωή


Ανακάλυψα τον μαγικό κινηματογραφικό κόσμο του Τέρενς Μάλικ τελείως τυχαία όταν πριν δυο δεκαετίες πήγα να δω το αντιπολεμικό αριστούργημα "Λεπτή Κόκκινη Γραμμή". Έκτοτε έγινα θαυμαστής της ματιάς του, της ευαισθησίας του αλλά της λυρικής περιγραφής που πετυχαίνει να την διαιωνίζει μέσα από τη σιωπή και τα βλέμματα των πρωταγωνιστών. 
Γι' αυτό το λόγο δεν με πτόησαν οι μέτριες κριτικές που διάβασα σε εγχώρια κινηματογραφόφιλα site κι έτρεξα αμέσως σε μια από τις λιγοστές σκοτεινές αίθουσες που φιλοξενούν την ταινία για να την απολαύσω. Κι η αλήθεια είναι πως παρά τις τρεις ώρες προβολής, βγήκα στο δρόμο συγκλονισμένος από τα πανέμορφα πλάνα της ορεινής αυστριακής φύσης, συγκινημένος από την τραγική ιστορία των δύο προσώπων και συνταραγμένος με το φινάλε που μου επιφύλασσε η ταινία. 
Η ιστορία μας πηγαίνει στην Αυστρία την εποχή που είχε προσαρτηθεί στη ναζιστική Γερμανία και μας παρουσιάζει τη γαλήνια ζωή ενός αγρότη που διαλύεται όταν εκείνος αρνείται για ιδεολογικούς λόγους να καταταγεί στον ναζιστικό στρατό. Ο κοινωνικός απομονωτισμός κι ο εκφοβισμός που βιώνει καθημερινά η οικογένειά του, θα τον αναγκάσουν τελικά να υποκύψει. Όμως ο εφιάλτης δε θα σταματήσει εκεί. Αρνούμενος να πει τον χιτλερικό όρκο, θα οδηγηθεί σε στρατοδικείο με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Την ίδια στιγμή η γυναίκα του συνεχίζει να ζει την κόλαση που της επιφυλάσσει η κλειστή κοινωνία του χωριού. Όμως δεν το βάζουν κάτω. Με την αλληλογραφία, δίνουν κουράγιο ο ένας στον άλλον για να μπορέσουν να ανεβούν μοναχικά αλλά και μαζί ταυτόχρονα τον γολγοθά που τους επιφύλαξε η μοίρα. Κι αυτόν τον δύσκολο δρόμο θα καταφέρουν να τον διαβούν μαζί ως το τέλος.


Ειλικρινά δε ξέρω από που να ξεκινήσω περιγράφοντας την νέα αριστουργηματική ταινία του Τέρενς Μάλικ. Πρώτα απ' όλα τα εξωπραγματικά τοπία που προσφέρει η αυστριακή φύση φαίνονται τόσο ονειρικά μέσα από την κινηματογραφική του ματιά ενώ τα μυσταγωγικά μουσικά κομμάτια μας οδηγούν σε μία πρωτόγνωρη νιρβάνα καθώς το απέραντο πράσινο της βουνίσιας φύσης δένει τόσο όμορφα με την ανάλαφρη πτώση των νερών στους καταρράκτες και της κελαρυστής του ροή στα χωράφια των αγροτών. Και κάθε τόσο τα παιχνιδίσματα του φωτός χορεύουν αρμονικά με τα σιωπηλά βλέμματα των προσώπων. Με αυτό το τόσο θεσπέσιο ντελίριο περιγράφεται η ειδυλλιακή ζωή του αγρότη Φραντς Γιαγκερστάτερ και της οικογένειάς του. 
Οι διάλογοι είναι λιτοί και σχεδόν απουσιάζουν. Κι όμως η κινηματογραφική αίθουσα γεμίζει με συναισθήματα και προβληματισμούς καθώς οι σκέψεις των προσώπων δίνονται μέσα από εσωτερικούς μονολόγους και σωματικές κινήσεις. Όπως το κουδούνισμα του ταχυδρόμου που πάντα προκαλεί αγωνία στα πρόσωπα των ηθοποιών καθώς φοβούνται το χαρτί της επιστράτευσης. Ή επίσης μ το βλέμμα του Φραντς που ακούγοντας βουβός το ναζιστικό οχετό του δημάρχου δείχνει ξεκάθαρα την αποστροφή του απέναντι σ' αυτήν την ιδεολογία. "Έπεσαν οι μάσκες" σκέφτεται κι αμέσως σηκώνεται για να φύγει αφήνοντας το γεμάτο ποτήρι της μπύρας του στο τραπέζι. Ο διάλογος των δυο πρωταγωνιστικών προσώπων περιορίζεται στην αλληλογραφία όταν οι εξελίξεις τους χωρίζουν. Ακόμα κι εκεί, παρά τα λίγα λόγια που ακούγονται, η ουσία και το νόημα της αντιφασιστικής κι άκρως επαναστατικής ταινίας ξεπηδούν σαν χείμαρρος από την οθόνη και σε παρασέρνουν σε πελάγη ουμανιστικά κι ηθικά. 
Στο πρώτο μέρος της ταινίας, δένεσαι με το ζευγάρι. Τους απολαμβάνεις, τους χαίρεσαι και τους συμπαθείς. Στη συνέχεια όμως αρχίζεις να προβληματίζεσαι μαζί τους για το αν πρέπει να ακολουθήσουν τις εντολές του "αρχηγού" στο να πάνε να σφάξουν άλλους λαούς. Ο πρωταγωνιστής επιλέγει τον δύσκολο δρόμο της άρνησης κι αμέσως ξεκινάει ένα διάλογο με τους θεατές. Πως μπορεί να αποδείξει πως είναι ηθική η στάση του όταν η υπόλοιπη κοινωνία τον κατηγορεί πως οι υπόλοιποι άνδρες του χωριού πήγαν στο πόλεμο για το καλό της πατρίδας ενώ εκείνος όχι. Συμπάσχεις με το αδιέξοδό του και φτάνεις στο σημείο να λυγίζεις κι εσύ ως θεατής απέναντι στη κοινή πίεση που του ασκείται να παρουσιαστεί στο στρατό. Κι όταν τελικά υποκύπτει, αρχίζει ένα ατέρμονο άγχος καθώς ο πρωταγωνιστής έρχεται κατά μέτωπο με τον εχθρό του, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον φασισμό. 


Στην ταινία μέσα εμφανίζονται με εύστοχη μαεστρία όλοι οι παράγοντες της εδραίωσης του φασισμού σε έναν τόπο. Πρώτα απ' όλα η ίδια η κοινωνία και συγκεκριμένα τα λαμόγια της που γίνονται κοινωνοί των σκοταδιστικών απόψεων, τις οποίες τις ακολουθούν σιγά σιγά κι οι υπόλοιποι. Όποιος παρεκκλίνει από την κοινή ιδεολογία γίνεται μεμιάς δακτυλοδεικτούμενος κι η ζωή του μπαίνει στο περιθώριο μέχρι να εξοντωθεί αργά και βασανιστικά. Οπότε οι περισσότεροι ακολουθούν τις εντολές των ανωτέρων τους περισσότερο από φόβο παρά από πίστη. Έπειτα η εκκλησία είναι ένας ακόμη κοινωνός των φασιστικών ιδεών. Όταν ο πρωταγωνιστής προσπαθεί να βρει προστασία ή έστω μια λύση από τους κληρικούς, θα συνειδητοποιήσει πως κι εκείνοι δεν είναι τίποτα παραπάνω από πιόνια του σκοταδισμού. 
Στο πρόσωπο του Φραντς Γιαγκερστάτερ αναγνωρίζουμε την όψη ενός σύγχρονου Ιησού που επιθυμεί να πιστεύει σε μία οικουμενική ειρήνη μ' αποτέλεσμα να σταυρώνεται παίρνοντας μαζί του τα κρίματα όλων των Γερμανών ναζί. Δεν είναι τυχαίο που ο συγκεκριμένος Αυστριακός αγρότης έχει αναγνωριστεί σήμερα από την καθολική εκκλησία ως αναγορευμένος μάρτυρας, μία πράξη με την οποία η εκκλησία προσπαθεί να ξεπλύνει τα αιματοβαμμένα της χέρια. 
Για να πετύχει ο Τέρενς Μάλικ την αγιοποίηση του συγκεκριμένου προσώπου επέλεξε για τον ρόλο αυτό τον Όγκαστ Ντιλ, ο οποίος γεμίζει τα πλάνα με τη στιβαρότητά του που μαρτυρά την ακλόνητη πίστη του στο "αγαπάτε αλλήλους" αλλά και με μία σοβαρότητα αποδεικνύοντας πως είναι προετοιμασμένος να υποστεί κάθε συνέπεια των αποφάσεών του. Όσο όμως εκείνος υποφέρει στα βασανιστήρια των φυλακών, η γυναίκα του που ζει μια άλλη κόλαση στο χωριό ακούει μια παρηγορητική συμβουλή πως "ο καθένας πρέπει να υποφέρει την αδικία κι όχι να την προκαλεί". Κι εκεί είναι που βλέπουμε τον πρωταγωνιστή να παίζει με τη φωτιά και να στρέφει όλο το μίσος των δεσμοφυλάκων πάνω του, κάνοντας σε ως θεατής να αναρωτηθείς αν τελικά αξίζει η στάση του αυτή. Μία στάση για την οποία όμως δεν μπορούμε να έχουμε άποψη από τη στιγμή που δεν την έχουμε βιώσει. 
Η απάντηση του αδιεξόδου δίνεται με δύο πολύ δυνατές φράσεις που ακούγονται στη συνέχεια από τους δυο πρωταγωνιστές. Από τη μια η σύζυγος του Φραντς την ώρα που προσεύχεται λέει γεμάτη αγανάκτηση "θεέ μου δεν κάνεις τίποτα", μια φράση που δεν είναι μοιρολατρική όσο δείχνει αλλά ξεκάθαρα ισοπεδωτική απέναντι στην αγνή πίστη αυτών των ανθρώπων. Η άλλη φράση ακούγεται από τα λόγια του Φραντς, ο οποίος σχεδόν σαρκαστικά απέναντι στην εκκλησία δηλώνει πως η θρησκεία αυτή κουβαλάει είκοσι αιώνες αποτυχίας χωρίς να χει δημιουργήσει έναν τέλειο άγιο. Ίσως ο ίδιος να είναι η τελειοποίηση ενός άγιου προτύπου χωρίς ο ίδιος να μπορεί να το αντιληφθεί. Γι' αυτό κι οι πράξεις του μες στη φυλακή γίνονται αβίαστα κι αυθόρμητα χωρίς να αναλογίζεται τις συνέπειές τους. "Όσο μένεις αλυσοδεμένος τρελαίνεσαι" προλαβαίνει να πει με έναν συγκρατούμενό του κι αμέσως καταλαβαίνει πως με την πράξη του αυτή έβαλε την υπογραφή στην θανατική του καταδίκη.



Κι από τα ονειρικά πλάνα της αρχής που χάνονται όταν αρχίζει ο βασανιστικός εκφοβισμός των δυο προσώπων, οδεύουμε αφοπλισμένοι και μουδιασμένοι στο συγκλονιστικό φινάλε. Η τελευταία συνάντηση του Φραντς με τη σύζυγό του πραγματοποιείται σε ένα ψυχρό δωμάτιο όπου τους χωρίζει ένα τραπέζι και λίγοι δεσμοφύλακες που δεν τους αφήνουν να αγκαλιαστούν. Η συνταρακτική στιγμή συνοδεύεται με τις ουράνιες συγκλονιστικές φωνές του "Agnus Dei". Ένα άδειο τραπέζι χωρίζει δύο κόσμους που κάποτε ήταν ένας. Τα βλέμματά τους λένε την αλήθεια οπότε τα λόγια δε χρειάζονται παρά μόνο για να επιβεβαιώσουν αυτό που καταλαβαίνουν σιωπηλά, ότι το τέλος είναι κοντά. Αντί όμως να παραδοθούν, ισοπεδώνουν με θάρρος τον θάνατο. "Όποια κι αν είναι η απόφασή σου, εγώ θα σ' αγαπώ" του λέει η γυναίκα του κι αμέσως ο θάνατος νικιέται κατά κράτος.
Ακολουθεί η δεύτερη νίκη κατά τη διάρκεια της δίκης, όπου ο εκπληκτικός Μπρούνο Γκαντζ υποδυόμενος τον δικαστή, ξεσπάει πάνω στον ήρωα κι αναρωτιέται για ποιο λόγο επιμένει να υπηρετεί μία ιδέα που τον οδηγεί κατευθείαν στο θάνατο. Προσπαθεί να του αλλάξει γνώμη λέγοντάς του πως με τον θάνατο δε θα πετύχει τίποτα καθώς κανείς δε θα τον θυμάται και πως η θυσία του αυτή θα πεταχτεί στο καλάθι των αχρήστων. Αν και τον καταδικάζει σε θάνατο, πηγαίνει μετά το πέρας της δίκης και κάθεται στη θέση του κατηγορουμένου προσπαθώντας να μπει για λίγο στη θέση του. Η επίμονη πίστη του κατηγορουμένου φέρνει την αμφιβολία στην εξουσία, κάτι που είναι ένα σημάδι της επερχόμενης ήττα της.
Τα τελευταία λεπτά της ζωής του Φραντς είναι σπαρακτικά. Βουβά περιμένει το τέλος του ακούγοντας κάθε τόσο τη γκιλοτίνα να πέφτει ορμητικά στον κλειστό χώρο των εκτελέσεων. Προσπαθώντας να μείνει ψύχραιμος παρατηρεί για τελευταία φορά το φως της μέρας, τον ουρανό, το γρασίδι κι ότι άλλο υπάρχει γύρω του, δίνοντας αξία σε ότι εμείς καταφρονούμε στην καθημερινότητά μας. Όταν τον πιάνουν από τις μασχάλες και τον τραβάνε μέσα αρχίζει ένας αξιοπρεπής πανικός. Με δυσκολία συγκρατεί το τρέμουλο των χεριών του αλλά δεν επιτρέπει στον εαυτό του να δώσει τη χαρά της υποταγής στον εχθρό του. Ο ήχος της γκιλοτίνας εξακολουθεί να παίζει άσχημα παιχνίδια με τον φόβο του. Όμως εκείνος θα φύγει σιωπηλός κι αξιοπρεπής, δίνοντας με το θάνατό του ένα γερό χαστούκι στον φασισμό. Οι πένθυμες καμπάνες που ακολουθούν απλώνουν το πένθος πάνω από τις γαλήνιες αυστριακές Άλπεις αλλά συνάμα ρίχνουν και το ανάθεμα σε όσους οδήγησαν τον Φράντς στο θάνατο.
Η νέα ταινία του Τέρενς Μάλικ είναι ένας φόρος τιμής στους άγνωστους ήρωες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Σ' αυτούς που λησμονήθηκαν αμέσως μετά το θάνατό τους αλλά ευτυχώς κάποια ντοκούμεντα κατάφεραν να τους σώσουν από την λήθη. Άραγε πόσοι χάθηκαν στο πέρασμα του χρόνου; Παράλληλα είναι ένα λυρικό αντιφασιστικό αριστούργημα. Ένα από τα σπάνιας ομορφιάς κινηματογραφικά ποιήματα που έχω απολαύσει τα τελευταία χρόνια και σίγουρα μια από τις καλύτερες ταινίες για φέτος.

Βαθμολογία: 9/10

Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2020

Corpus Christi




Υπάρχει ένας άγραφος κινηματογραφικός κανόνας που έμαθα μετά από πολλές επισκέψεις στις αγαπημένες μου σκοτεινές αίθουσες. Ένας κανόνας που πάντα επισημαίνω όποτε τον συναντώ. Ο κανόνας αυτός λέει πως μέσα στη χρονιά υπάρχουν πολλές αξιόλογες ταινίες που περνούν απαρατήρητες διότι δεν έχουν τις μαρκετίστικες πλάτες άλλων παραγωγικών εταιριών που σιγοντάρουν λιγότερο ενδιαφέρουσες ταινίες. Το πολωνικό Corpus Chrsti είναι ένα απ' αυτά τα ταπεινά διαμαντάκια που διανύουν για λίγες βδομάδες τις σκοτεινές μας αίθουσες και προσφέρουν απλόχερα ενδιαφέρουσες θεματολογίες στους λίγους τυχερούς που επέλεξαν να πάνε να τα παρακολουθήσουν.
Η ιστορία μας μιλάει για έναν νεαρό βαρυποινίτη, ο οποίος αποζητώντας μια πιο ευνοϊκή μεταχείριση μέσα στη φυλακή. Ως βοηθός του ιερέα κι έχοντας μια καλή διαγωγή, τον στέλνουν στα ανατολικά σύνορα ως υπάλληλο ενός εργοστασίου ξυλείας. Όμως εκείνος μέσα από μια απρόσμενη παρεξήγηση, καταλήγει να πείσει τους κατοίκους του χωριού πως είναι ιερέας μ' αποτέλεσμα να του ζητήσουν να αντικαταστήσει τον πότη ιερέα της ενορίας τους όσο θα βρίσκεται σε κάποιο κέντρο απεξάρτησης. Ο νεαρός αναγκάζεται να αναλάβει τα νέα του καθήκοντα κι ενώ στην αρχή απολαμβάνει την πετυχημένη του εξαπάτησή, σιγά σιγά μπαίνει στο πετσί του ρόλου και καταλήγει να μετατραπεί σε έναν εναλλακτικό κι άκρως προοδευτικό ιερέα που θα ταράξει τις ισορροπίες του μικρού χωριού.
Παράλληλα κατά τη διάρκεια των καθηκόντων του, θα προσπαθήσει να ξεδιαλύνει το μυστήριο που κουβαλάει ο θάνατος μιας παρέας νεαρών. Εκεί θα ρθει αντιμέτωπος με τον συντηρητισμό στον οποίον έχουν στραφεί οι συγγενείς των θυμάτων κι οι υπόλοιποι κάτοικοι για να επουλώσουν τον πόνο τους. Σκαλίζοντας ο νέος ιερέας το συμβάν αυτό, θα προσπαθήσει να διορθώσει την αδικία που έχει επέλθει και χρησιμοποιώντας μεθόδους που έχει μάθει στη φυλακή θα επιχειρήσει να απαλύνει τον πόνο των κατοίκων.
Όμως σε κάθε ιστορία στο τέλος η αλήθεια λάμπει. Και πολλές φορές η αλήθεια μπορεί να γίνει άδικη. Έτσι κι εδώ έρχεται η στιγμή της αποκάλυψης, η οποία όχι μόνο δε δίνει λύσεις αλλά γίνεται αφορμή για να διαιωνιστεί το κακό.


Πριν φτάσουμε όμως στην αποκάλυψη, η ταινία καταφέρνει να θίξει αρκετά θέματα ευαίσθητα προς το καθολικό κοινό της αλλά και οικεία στο εγχώριο κοινό που έχει ζήσει ή έχει μεγαλώσει σε μια κλειστή κοινωνία. Ο κίβδηλος ιερέας που τον υποδύεται εκπληκτικά ο νεαρός ηθοποιός Μπάρτοζ Μπιελένια συνειδητοποιεί πως η κλειστή κοινωνία μιας απομακρυσμένης μικρής πόλης δε διαφέρει πολύ από τις συνθήκες διαβίωσης των φυλακών. Η μόνη διαφορά στις δυο καταστάσεις είναι πως οι φυλακισμένοι γνωρίζουν ότι είναι εγκλωβισμένοι σε έναν χώρο με περιορισμένα όρια ενώ οι κάτοικοι των μικρών κοινωνιών το αγνοούν. Έχοντας στο μυαλό του τα σεμινάρια και τις επουλωτικές δράσεις της φυλακής, συμπεριφέρεται και συμβουλεύει τους κατοίκους της πόλης σαν να ήταν κι εκείνοι φυλακισμένοι. Βρήκα εκπληκτική την μέθοδο που βάζει τους γονείς να ουρλιάζουν μπροστά από το μνήμα των νεκρών παιδιών τους προσπαθώντας μ' αυτόν τον τρόπο να διώξουν την οργή που κουβαλούν μέσα τους όπως επίσης τις ντόρμπες συμβουλές του σε μία μάνα που χτυπούσε το παιδί της επειδή κάπνιζε. Μου άρεσε πολύ το πως ξεμπρόστιασε τους γονείς με τα απειλητικά γράμματα που έστελναν στη γυναίκα ενός άλλου θύματος που τον κατηγόρησαν ως υπεύθυνο του δυστυχήματος, αποδεικνύοντας πως τέρας δεν ήταν αυτός που του έριχναν άδικα την ευθύνη για τον θάνατο των παιδιών τους αλλά οι ίδιοι που καταδίκασαν άδικα τη γυναίκα του στο να ζει ως "πεθαμένη" χωρίς να χει το δικαίωμα να θάψει τον άνδρα της σε μια κοινωνία που δεν τους αποδέχεται πια είτε αυτοί είναι ζωντανοί είτε πεθαμένοι.
Ο νεαρός παπάς παρόλο που γίνεται εκπρόσωπος μιας εκ των εξουσιών που ελέγχουν κι ενίοτε καταπιέζουν τις κοινωνίες, μετατρέπεται σε επικριτή της κάθε μορφής εξουσίας εκθέτοντας σε κάθε ευκαιρία τον δήμαρχο αλλά κι όσους πιστεύουν πως μπορούν να χαλιναγωγήσουν τη κοινή γνώμη. Κι ενώ έχει κερδίσει την εύνοια του κόσμου, δεν φοβάται να βρεθεί αντιμέτωπος με αυτούς, ρισκάροντας τα πάντα μόνο και μόνο για να επιφέρει τη δικαιοσύνη.



Ίσως η στάση του αυτή να δείχνει πως ο ίδιος έχει εκτιμήσει την ιδέα το ότι ο Θεός του έδωσε μία δεύτερη ευκαιρία για μια καλύτερη ζωή αλλά να που τελικά το ποίμνιό του παίρνει την ευκαιρία αυτή πίσω καταδικάζοντάς τον να επιστρέψει στην επίγεια κόλαση.
Η αποκάλυψη του παρελθόντος του συμβολίζει τη θυσία ενός έκπτωτου αγγέλου που ήρθε απρόσμενα για να σώσει μια κοινωνία, η οποία αγνώμονη κι υποκριτική του κόβει τελικά τα φτερά. Ίσως επειδή το ποίμνιο δε συγχωρεί όποιον ξεγυμνώνει την αλήθεια, αποκαλύπτοντας την υποκρισία και τη σκοτεινή προσωπικότητα όσων δηλώνουν βαθιά θρησκευόμενοι.
Στη τρίτη του ταινία, ο Πολωνός σκηνοθέτης Γιαν Κομασά αναλύει με έναν υποβλητικό ρεαλισμό τη δυσκολία της συγχώρεσης που απαιτεί την κατατρόπωση του εγωισμού αλλά και τις μορφές του εγκλεισμού είτε αυτός γίνεται με φυλακή είτε με τον συντηρητισμό που καλύπτει και πνίγει την κάθε κοινωνία. Γι' αυτούς τους λόγους, θεωρώ πως το Corpus Christi είναι ένα εξαιρετικό διαμαντάκι που γίνεται αφορμή για πολύωρες αναλύσεις μετά το πέρας της προβολής του.

Βαθμολογία: 8/10

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2020

"Δεν έχω άλλο σπίτι από το ταξίδι..."




Στην Ελλάδα, λέγεται ότι οι απλοί άνθρωποι αγαπούν την ποίηση και μιλάνε ποιητικά. Ο Αγγελόπουλος, μακριά από τα τετριμμένα, βρίσκει ποίηση στη φθορά, την προδοσία και την καταγράφει: Παιδιά αποξενωμένα από τον πατέρα τους, μια χώρα αποξενωμένη από την κληρονομιά της και πάνω απ’ όλα, την σιωπή γύρω του: Σιωπή της ιστορίας, του έρωτα και του Θεού. Όλα ιδωμένα μέσα από ένα βαθύ βλέμμα, που, όπως και αυτό του Τζόζεφ Κόνραντ, τελικά μας βοηθάει να δούμε… και να ζούμε.

Michael Wilimington (Los Angeles Times)

Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2020

JoJo Rabit


Είναι κάποιες σπάνιες κινηματογραφικές στιγμές που τελειώνει η προβολή μιας ταινίας αλλά η ύπαρξή της εξακολουθεί να εξελίσσεται μες στο μυαλό μας για πολλές ώρες. Κάποιες φορές κρατάει  και μέρες. Βγαίνεις από τη σκοτεινή αίθουσα συγκινημένος και περιφέρεσαι στους δρόμους της πόλης προβληματισμένος μες στην περιδίνηση ανήσυχων σκέψεων που σου χει επιφέρει. Γελάς ξανά με τις εύστοχες κι αστείες ατάκες των ηθοποιών, βουρκώνεις με τις συγκινητικές στιγμές της ιστορίας και μουδιάζεις όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με τον μεγαλύτερο εχθρό σου, που δεν είναι άλλος από τον ίδιο σου τον εαυτό. Το JoJo Rabbit όχι μόνο ανήκει σ' αυτού του είδους τις ταινίες αλλά το ξεπερνάει καθώς σε πιάνει απροετοίμαστο με αυτό που σου επιφυλάσσει κατά τη διάρκειά του. 
Σίγουρα θα σε κοιτάξει κάποιος με μισό μάτι αν του πεις πως αξίζει να δει μια κωμωδία που αναφέρεται στον Χίτλερ και στη ναζιστική θηριωδία. Κι ορθώς θα σε κοιτάξει έτσι διότι είναι λεπτές οι ισορροπίες που οφείλει να διατηρήσει κάποιος που επιδιώκει να σατιρίσει τον φασισμό. Μία λάθος κίνηση κι αμέσως η ταινία καταστρέφεται. Γι' αυτό θεωρώ μεγάλο άθλο το ότι ένας σκηνοθέτης όχι μόνο διατήρησε την ισορροπία αυτή αλλά πέρασε τον αντιπολεμικό κι αντιφασιστικό κινηματογράφο σε ένα άλλο επίπεδο.  
Η ιστορία μας μεταφέρει σε μία αδιευκρίνιστη κι άνευ σημασίας γερμανική πόλη όπου βιώνουμε την απότομη ενηλικίωση ενός δεκάχρονου αγοριού που έχει υποστεί πλήρης πλύση εγκεφάλου από τη ναζιστική Γερμανία. Λάτρης της σβάστικας κι έχοντας φανταστικό φίλο την καρικατούρα ενός ιδιαίτερου Αδόλφου Χίτλερ, προσπαθεί να ενταχθεί στο ναζιστικό κόμμα με απώτερο σκοπό να γίνει φύλακας και πραγματικός φίλος με το ίνδαλμα του. Όμως μια αναπάντεχη έκρηξη θα τον επιστρέψει βαριά τραυματισμένο σπίτι. Ηττημένος σωματικά και ηθικά, θα προσπαθήσει να ορθοποδήσει ξανά. Όμως τόσο η ζωή του όσο κι η αρρωστημένη ιδεολογία του τραντάζονται κι αρχίζουν να μεταβάλλονται όταν ανακαλύπτει κρυμμένη στο πάνω όροφο του σπιτιού του μία εβραιοπούλα. Με  άγαρμπο τρόπο, αρχίζει να δημιουργείται μεταξύ τους μία επιφυλακτική συναίνεση η οποία θα οδηγήσει σε μια φοβισμένη φιλία που θα καταλήξει σε μια αδελφική αγάπη. Κατά τη διάρκεια αυτής της ιστορίας, ο σκηνοθέτης κι ηθοποιός (υποδύεται τον Χίτλερ) Τάικα Γουαϊτίτι καταφέρνει με άψογο κι αξιοθαύμαστο τρόπο να τσακίσει τον φασισμό αλλά και να στήσει στον τοίχο κάθε θεατή που ίσως κουβαλάει υποσυνείδητα μέσα του συντηρητικές και σκοταδιστικές ενίοτε αντιλήψεις. 
Η ήττα του φασισμού συνοδεύεται με μία άκρως ενδιαφέρουσα και πρωτοποριακή παρουσίαση της παράνοιας του πολέμου. Ένας καταιγισμός συναισθημάτων που σε βρίσκουν απροετοίμαστο κι ευάλωτο. Συγκλονισμένος παρακολουθείς το τέλος χωρίς να ξέρεις τι να πρωτονιώσεις καθώς ο πόνος του θανάτου κοντράρεται με τη χαρά της λήξης του πολέμου κι ο κίνδυνος των οβίδων συμπορεύεται με την ανασφάλεια ενός αβέβαιου μέλλοντος. Κι εκεί που στέκεσαι στο κατώφλι των τίτλων τέλους χωρίς να ξέρεις τι να κάνεις και πως να αντιδράσεις, απλώς αφήνεις το σώμα σου ελεύθερο να χορέψει. Να χορέψει πρώτα απ' όλα επειδή είμαστε ζωντανοί. Κι όσο είμαστε ζωντανοί μπορούμε να παλέψουμε για το καλύτερο. 
Η σπουδαία αυτή αντιφασιστική ταινία με άγγιξε τόσο πολύ που προτιμώ να την αναλύσω με έναν διαφορετικό τρόπο απ' αυτόν που συνηθίζω να κάνω. Οπότε όσοι δεν έχουν δει ακόμα το έργο καλύτερα να μην προχωρήσουν στην περαιτέρω ανάγνωση του κειμένου κι απλώς να σπεύσουν στους κινηματογράφους να την δουν.


Ας αρχίσω λοιπόν να γράφω για τον μικρό πρωταγωνιστή της ιστορίας, τον Jojo, ο οποίος μας παρουσιάζεται λέγοντας πως είναι δέκα ετών, μαρτυρώντας μας με τη δήλωσή του αυτή πως βρίσκεται στο μεταβατικό στάδιο που από παιδί γίνεται αγόρι. Η χρόνια απουσία του πατέρα του στον πόλεμο (;) αλλά και η απώλεια της αδελφής του, τον καθιστούν ως προστάτη της οικογενείας και μοναδικό συνεχιστή της. Το βαρύ φορτίο που κουβαλάει υποσυνείδητα καθώς κι η ανασφάλεια που κυριαρχεί μέσα του, τον ωθούν στην αγκαλιά της ναζιστικής νεολαίας καθώς έχει την ανάγκη να νιώσει πως ανήκει κάπου. Η επιλογή του αυτή γίνεται έχοντας ο ίδιος υποστεί πλήρης πλύση εγκεφάλου, φτάνοντας στο σημείο να πιστεύει πως ανήκει στην ευλογημένη γενιά των νέων που θα κυβερνήσουν τον κόσμο. Μία ιδέα που πλασάρεται από το καθεστώς με μεγάλη επιτυχία ώστε να στέλνει φανατισμένους νέους στο μέτωπο, προετοιμασμένους να θυσιαστούν για την πατρίδα. 
Για να αντιμετωπίσει την απουσία του πατέρα κι έχοντας μια αντικοινωνική διάθεση καθώς απουσιάζουν άλλοι φίλοι από τη ζωή του, ο JoJo επινοεί έναν φανταστικό φίλο ο οποίος δεν είναι άλλος από τον Αδόλφο Χίτλερ. Η απρόσμενα φιλική όψη του Χίτλερ είναι μία εύστοχη πρωτοτυπία βασιζόμενη στην ύπουλη εξάπλωση του σκοταδισμού. Ο φασισμός γίνεται πρώτα προσιτός κι ελπιδοφόρος για να προσελκύσει τους οπαδούς του, κι αφού κατατροπώσει τους αδύναμους της εκάστοτε κοινωνίας, τρώει κι αυτούς που τον υπηρετούν. Στη περίπτωση του πρωταγωνιστή, ο πολεμοχαρής φανατισμός που έχει ριζώσει μέσα του του γυρνάει μπούμερανγκ. Μια ατυχής βολή χειροβομβίδας, θα τερματίσει τη στρατιωτική εκπαίδευση του JoJo. Εκείνος όμως επιμένει να υπηρετήσει τις ιδέες του ναζισμού. 
Όμως ο φανατισμός του JoJo θα αρχίσει να μαλακώνει από τη στιγμή που θα ανακαλύψει στο σπίτι του μια κρυμμένη εβραιοπούλα, την Έλσα. Δυο πλευρές ενός εφιαλτικού πολέμου θα 'ρθουν αντιμέτωπες  καθώς βρίσκονται εγκλωβισμένες μέσα σε τέσσερις τοίχους. Ο σκηνοθέτης στήνει μια πανέξυπνη παγίδα που τοποθετεί στον ίδιο χώρο το μίσος και το φόβος μαζί με το ένστικτο της επιβίωσης. Για να καταφέρουν λοιπόν να συνυπάρξουν οι δυο χαρακτήρες, θα πρέπει πρώτα να νικήσουν μαζί το φόβο και το μίσος που είναι τα κυριότερα συστατικά του φασισμού. Με δειλές κινήσεις ο μικρός ναζιστής βρίσκει την ευκαιρία να γνωρίσει καλύτερα τον μισητό εχθρό και συνάμα το μεγαλύτερο θύμα του έθνους του. Στις επίμονες και σχεδόν εξοργιστικές του ερωτήσεις, η Έλσα του δίνει συγκλονιστικές απαντήσεις που βρίσκουν κατευθείαν στόχο. "Τι είστε;" την ρωτάει ο μικρός, "σαν εσάς αλλά εμείς είμαστε άνθρωποι" του απαντάει η Έλσα και με μιας αρχίζει η ρηγμάτωση του ριζωμένου φασισμού. "Σχεδίασε μου το μέρος που κατοικείτε;" επιμένει ο μικρός κι εκείνη του προσφέρει ένα σχέδιο με το κεφάλι του. Η πιο λυρική απάντηση που θα μπορούσε να του δώσει. Σε μια επόμενη συζήτησή τους ακολουθεί ένας ανταγωνισμός των ιστορικών προσώπων που έχουν ξεπηδήσει από αυτούς τους δυο λαούς. Όσο ο JoJo προσπαθεί να υποστηρίξει την άρια φύση του έθνους του τόσο συνειδητοποιεί πως τελικά όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι. 
Στην ιστορία σημαντικό ρόλο παίζει και η μητέρα του JoJo, την οποία υποδύεται εκπληκτικά η Σκάρλετ Γιόχανσον. Μία δραστήρια αντιφασίστρια που αποφεύγει να ρθει σε κόντρα με τον γιο της, περισσότερο για να τον προστατεύσει από τον τυφλό φανατισμό του που ίσως τους φέρει όλους σε δύσκολη θέση. Όμως σε κατάλληλες στιγμές τον φέρνει αντιμέτωπο με το τέρας που υποστηρίζει, όπως στη σκηνή με τους κρεμασμένους αντιφασίστες. Ο μικρός αποστρέφει το βλέμμα του αλλά η μητέρα του τον αναγκάζει να κοιτάξει κατάματα τα εγκλήματα των ναζί. Όταν ο JoJo της ζητάει να του πει "τι έκαναν και τους κρέμασαν" εκείνη του απαντάει ευθέως "ότι μπόρεσαν". 
Η μητέρα του JoJo εκπροσωπεί τη χαμένη αξιοπρέπεια της Γερμανίας αλλά και του κάθε λαού που ανέχεται τα εγκλήματα των ηγετών του. Δε γουστάρει τον πόλεμο και το δηλώνει σε κάθε ευκαιρία που της δίνεται. Υμνύει τον έρωτα και την αγάπη και γίνεται εκφραστής της ελπίδας σε καιρούς χαλεπούς. Από τη μια προσπαθεί να αφυπνίσει τον μικρό της γιο ξέροντας πως πίσω από τις ναζιστικές στολές κρύβεται ένας αγνός άνθρωπος που στο τέλος θα ξεπηδήσει κι από την άλλη δίνει κουράγιο στην Έλσα, εξηγώντας της το σκεπτικό πως βγαίνουν νικητές όσο αντέχουν στην ατέρμονη μάχη απέναντι στο φασισμό. Εξαιρετική κι άκρως συγκινητική η φράση της απέναντι στους τραυματίες πολέμου που επιστρέφουν πίσω. "Πηγαίνετε τώρα να φιλήσετε τη μάνα σας" τους λέω και συνεχίζει να κάνει αμέριμνη ποδήλατο μαζί με τον γιο της. 
Όμως ο απρόσμενος θάνατός της, θα φέρει τον μικρό απέναντι στον φασισμό. Παγωμένος με το θέαμα της κρεμασμένης του μάνας συνειδητοποιεί ποιος είναι ο πραγματικός εχθρός για κάθε λαό. Ο εξωτερικός αλλά κι ο εγχώριος φασισμός. Παρ' όλα αυτά, σε μια απέλπιδα προσπάθειά του να υποστηρίξει μια ιδεολογία που έχει πια πεθάνει μέσα του, επιχειρεί να μαχαιρώσει την Έλσα για να εκδικηθεί για τον θάνατο της μάνας του. Εδώ ο σκηνοθέτης μας προσφέρει μια αξεπέραστη αλληγορική στιγμή όπου ο αφοπλισμένος λαός που έχει εξαπατηθεί από τον φασισμό, στρέφει την οργή του στον αδύναμο κι όχι στην πηγή του κακού. Η μύτη του μαχαιριού μπήγεται στη σάρκα της κοπέλας τραυματίζοντάς την ελαφριά κι αυτό διότι ο JoJo είναι πλέον συνειδητοποιημένος για την λάθος ρώτα της ζωής του. Είναι η στιγμή που ο φασισμός πεθαίνει μέσα του οριστικά. Ο μικρός υποχωρεί κλαίγοντας κι η κοπέλα στέκεται δίπλα του να του συμπαρασταθεί. Δύο κόσμοι διαφορετικοί που πλέον έχουν έρθει κοντά για να στηρίξουν ο ένας τον άλλον.
Κι οι υπόλοιποι χαρακτήρες της ταινίας παίζουν τον δικό τους ρόλο εκπροσωπώντας τις μικρές ομάδες των κοινωνιών. Η παχουλή ξανθιά ναζίστρια δεν είναι άλλη από την κάθε κυράτσα που διαδίδει από δω κι από κει ψευδείς ειδήσεις διαιωνίζοντας το μίσος προς τους αδύναμους. Ο τρόπος που περιγράφει διάφορα γεγονότα μπορεί να είναι αστείος αλλά αν το καλοσκεφτεί κανείς δε διαφέρει από αυτά που ζούμε στη καθημερινότητά μας. Με πόσες τέτοιες κυράτσες αρσενικές και θηλυκές έχουν γεμίσει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λέγοντας αντίστοιχες αναληθείς μαρτυρίες, ειδικά τα τελευταία χρόνια με το προσφυγικό. Επίσης ο μοναδικός φίλος του JoJo, ο γλυκύτατος Γιόρκι, εκπροσωπεί την αθώα πλευρά της κοινωνίας που παρασύρεται στη δίνη των σκοταδιστικών απόψεων και των ψευδών ειδήσεων του φασισμού. Εκπληκτικός σε μία περιγραφή του που βρήκανε Εβραίους στο δάσος και του έκανε μεγάλη εντύπωση πως δεν έμοιαζαν με τέρατα όπως τους είχαν περιγράψει. Όπως επίσης άκρως χιουμοριστικός όταν έλεγε πεπεισμένος για τα άσχημα κι άκρως απειλητικά χαρακτηριστικά που έχουν οι Ρώσοι κι οι Αμερικανοί που έφταναν στην πόλη τους. Τέλος, ο εκπαιδευτής του JoJo o Captain Klenzendorf, που τον υποδύεται εξαιρετικά ο Σαμ Ροκγουελ, φανερώνει με τη στάση του την κοροϊδία αλλά και την παράνοια που επικρατεί μέσα στο στρατό. Από τις εκπαιδεύσεις στους αγρούς και τις πισίνες μέχρι την φαντασμαγορική του στολή που έχει σχεδιάσει για να αποτρέψει κάθε εισβολέα να μπει στην πόλη. 



Ακολουθεί η πολιορκία της πόλης από τους συμμάχους. Η ήρεμη μουσική δένει εντυπωσιακά με τη χορογραφία του θανάτου. Ο JoJo γίνεται μάρτυρας μιας ακόμη βλακώδους ισοπέδωσης. Άνθρωποι σκοτώνονται γύρω του, κτίρια ανατινάζονται και παιδιά κουβαλώντας πάνω τους χειροβομβίδες τρέχουν κατευθείαν στους Αμερικανούς που έχουν μπει πια στην πόλη. Με έναν άκρως σουρεαλιστικό τρόπο, ο σκηνοθέτης μας προσφέρει ένα συνταρακτικό δεκάλεπτο όπου μουδιασμένοι γινόμαστε μάρτυρες της παράνοιας ενός πολέμου. Οι σκηνές που παρουσιάζονται είναι αδύνατον να περιγραφούν καθώς ο καθένας μας τις βιώνει από τη δική του οπτική γωνιά και καλό είναι να μένουν μόνο στο συναίσθημα κι όχι στην επεξήγηση. Κι έτσι ολοκληρώνεται ένα αξεπέραστο κινηματογραφικό αριστούργημα.
Στη συγκεκριμένη ταινία λάτρεψα τις ερμηνείες όλων των συντελεστών. Όλοι τους έπαιξαν εκπληκτικά κι έβγαζαν μια αίσθηση πως γούσταραν πολύ τους ρόλους που τους είχαν δοθεί. Ο πιτσιρικάς Ρομαν Γκρίφιν Ντέιβις ήταν απολαυστικότατος στο ρόλο του JoJo, όπως επίσης κι ο σκηνοθέτης Τάικα Γουατίτι στο ρόλο του Αδόλφου Χίτλερ. Η Σκάρλετ Γιόχανσον ήταν αποκαλυπτική και πιο όμορφη από ποτέ. Της αξίζει το όσκαρ β' γυναικείου ρόλου. Όπως απολαυστικοί ήταν ο Σαμ Ροκγουελ και η Τόμασιν ΜακΚένζι στο ρόλο της Έλσας. 
Επίσης το soundtrack της ταινίας είναι διαλεκτό. Ξεκινώντας με Beatles και κλείνοντας με David Bowie, ο σκηνοθέτης προσπαθεί να μας περάσει το σκεπτικό πως ο φασισμός δεν ανήκει στο παρελθόν αλλά ανά πάσα στιγμή ενδέχεται να ξεπηδήσει ξανά. Και καλό είναι να μην εφησυχαζόμαστε σ' αυτούς τους καιρούς που ο σκοταδισμός επανέρχεται. Επίσης το "Everybody's gotta live" δένει εντυπωσιακά με τα πλάνα που παρουσιάζουν τα γκρεμισμένα σπίτια της πολιορκημένης πόλης. Πόσο δυνατή αντίφαση. Εικόνα και μουσική σε επηρεάζουν από μια διαφορετική γωνιά, προκαλώντας μια πρωτόγνωρη συναισθηματική φόρτιση. Αλλά και πόσο συγκινητικό να ακούς τον Tom Waits να μας εκφράζει την επιθυμία του πως δε θέλει να μεγαλώσει, αποδεικνύοντας πως όλοι μας είμαστε κατά βάθος παιδιά. Μόνο που μεγαλώνοντας κάποιοι από μας μπορεί να γίνουν επικίνδυνα παιδιά.




Είναι πολύ δύσκολο και θεωρώ ανόητο από κάποιον που έχει δει την ταινία να κακολογήσει κανείς το σκοπό του Γουατίτι, ειδικά όταν πετυχαίνει να περάσει την ιστορία σε πιο σκοτεινά μονοπάτια, αντικαθιστώντας το γέλιο με μια νευρικότητα που οδηγεί στη λύτρωση του κλάματος. Αυτό το πετυχημένο παιχνίδι συναισθημάτων είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα που κάνει την ταινία σημαντική σε ουσία κι εξαιρετική σε σκηνοθεσία.Επίσης είχα χρόνια να γελάσω σε μια κωμωδία, πόσο μάλλον όταν αυτή η κωμωδία είναι εξίσου σοβαρή όπως μια δραματική, αντιπολεμική κι αντιφασιστική ταινία.
Με αυτή την σκέψη , το Jojo Rabbit είναι υπέροχο από την αρχή μέχρι το τέλος. Είναι μια ταινία που τολμά και παράγει αληθινό συναίσθημα το οποίο ενώ σου πλασάρεται αρχικά σε μορφή σάτιρας στο τέλος μετατρέπεται σε φιτίλι που οδηγεί σε μία ανεξέλεγκτη συγκινητική έκρηξη.
Σίγουρα η ταινία αυτή θα συζητηθεί αρκετά και είμαι βέβαιος πως θα δημιουργήσει δύο στρατόπεδα. Προσωπικά, με βρίσκει από τη μεριά αυτών που τολμούν να ρισκάρουν καταφέρνοντας να προσφέρουν ένα πρωτόγνωρο και πανέξυπνο αντιπολεμικό κι αντιφασιστικό αριστούργημα.
Για μένα προσωπικά ίσως είναι η ταινία της χρονιάς!

Βαθμολογία: 9/10