Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Οι καλύτερες ταινίες του 2025


Είχα πολλά χρόνια να απολαύσω μια τόσο πλούσια κι αξιόλογη κινηματογραφική χρονιά. Δεν ήταν μόνο το πλήθος των ταινιών που πέρασαν από τις σκοτεινές αίθουσες αλλά και η ποιότητα των έργων, γεγονός που με δυσκόλεψε να βγάλω κάποιες ταινίες από την τελική δεκάδα. Από τη χρονιά που μας πέρασε, κρατάω ως πιο συγκινητική κινηματογραφική στιγμή, την προβολή του πολυβραβευμένου ντοκιμαντέρ "Πανελλήνιον" του Σπύρου Μαντζαβίνου στον κινηματογράφο Δαναό, το οποίο θεωρώ πως είναι ένα από πιο ανθρωποκεντρικά ντοκιμαντέρ που έχω παρακολουθήσει τα τελευταία χρόνια. Επίσης, θα μου μείνει αξέχαστη η πολυπληθής προβολή της ταινίας "Η Φωνή της Χιντ Ρατζάμπ" που ανάγκασε τους ιδιοκτήτες του "Μικρόκοσμου" να ανοίξουν την πίσω πόρτα του κινηματογράφου για να βγούμε καθώς στην είσοδο περίμενε ένας εξίσου μεγάλος αριθμός επισκεπτών.
Ωστόσο, όπως κάθε άλλη χρονιά, έτσι και φέτος υπήρξαν ταινίες που συζητήθηκαν αρκετά αλλά εμένα προσωπικά δεν με άγγιξαν. Κάποιες απ' αυτές ήταν η ταινία "The Brutalist" που διαφημίστηκε ως ένα από τα σημαντικότερα αριστουργήματα των τελευταίων χρόνων. Όπως φάνηκε στην πορεία, η ταινία ξεχάστηκε σχετικά γρήγορα, διαταράσσοντας για μια ακόμη φορά την εμπιστοσύνη μου στο "κινηματογραφικό" μάρκετινγκ. Το ίδιο θα ήθελα να αναφέρω και για την ταινία "Μια Μάχη μετά την Άλλη", η οποία είχε ένα ενδιαφέρον και μια καλοδουλεμένη δράση αλλά σε όλα τα υπόλοιπα ήταν αρκετά επιφανειακή κι αρκετά θορυβώδης. Ούτε επαναστατική, ούτε αντισυστηματική. Ήταν απλώς μια καλή ταινία. Επίσης, μου φάνηκε αρκετά κουραστική η ταινία "Όλα όσα φανταζόμαστε στο Φως". Όσο για την τελευταία ταινία του Γιώργου Λάνθιμου, έχω εδώ και χρόνια δηλώσει πως δεν μπορώ να δω καμία ταινία του.
Όμως, πριν προχωρήσω στη φετινή δεκάδα των ταινιών που μου άρεσαν, θα ήθελα να κάνω μια σύντομη μνεία σε ταινίες που ήταν αξιόλογες αλλά δυστυχώς δεν κατάφεραν να μπουν στη λίστα μου. Μια απ' αυτές ήταν η ταινία "Σκιές στο Σκοτάδι" (Black Bag), με την έξυπνη πλοκή, τους εύστοχους διαλόγους και τις ωραίες ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Μπορώ να πω πως η συγκεκριμένη ταινία ήταν μια από τις πιο απολαυστικές κινηματογραφικές μου βραδιές και μια απρόσμενη έκπληξη της χρονιάς που πέρασε. Μια ακόμη όμορφη κινηματογραφική βραδιά, μου πρόσφερε η ταινία "Συναισθηματική Αξία" (Affeksjonsverdi) του Γιοακίμ Τρίερ, η οποία ανέλυε με μια σπάνια τρυφερότητα τις δυσκολίες που υπάρχουν στις ανθρώπινες σχέσεις αλλά δεν είχε την ίδια δυναμική της προηγούμενης ταινίας του "Ο Χειρότερος Άνθρωπος στον Κόσμο". Μια ακόμη ταινία που με συγκλόνισε, ήταν "Το Κορίτσι με τη Βελόνα" (Pigen med Nalen) του Μάγκνους Βαν Χορν, ένα horror noir με εκπληκτικά ασπρόμαυρα κάδρα, το οποίο παρουσιάζει την υπόθεση της διαβόητης Ντάγκμαρ Όβερμπι, της μεγαλύτερης serial killer της Δανίας. Τέλος, θα ήθελα να αναφερθώ στην ταινία "Το 47" του Μαρσέλ Μπαρένα, η οποία συζητήθηκε αρκετά το καλοκαίρι. Η συγκεκριμένη ταινία με κέρδισε για πολλούς λόγους αλλά αυτό που μου έμεινε περισσότερο, ήταν η συγκινητική ερμηνεία ενός διάσημου αντιφασιστικού τραγουδιού του ισπανικού εμφυλίου στο τέλος της. 
Αφήνοντας λοιπόν τις παραπάνω ταινίες στην άκρη, παρουσιάζω τη δική μου λίστα με τις δέκα καλύτερες ταινίες της χρονιάς που μας έφυγε.



10. Μάρκο


Μία από τις εκπλήξεις της χρονιάς, η οποία εστιάζει σε έναν αντιήρωα, ο οποίος προσπαθεί να σφετεριστεί το δράμα των Ισπανών κρατούμενων στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης την περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η ταινία των Τζον Γκαράνιο και Αϊτόρ Αρεγκί παραμένει, στην ουσία της, ένα κλασικό, ανθρωποκεντρικό δράμα, το οποίο χτίζει την έντασή του γύρω από το βάρος ενός τεράστιου ψέματος, αφήνοντας παράλληλα να αιωρείται διαρκώς το ερώτημα πίσω από το κίνητρο του βασικού ήρωα του. Εξαιρετική κι η ερμηνεία του Εντουάρντ Φερνάντεθ, ο οποίος κέρδισε το Βραβείο Γκόγια καλύτερης ερμηνείας και μεγάλη έκπληξη η "απρόσμενη" εμφάνιση του γνωστού Ισπανού συγγραφέα Χαβιέρ Θέρκας, ο οποίος είχε ασχοληθεί με την υπόθεση αυτή. 

Βαθμολογία: 7/10


9. Θολός Βυθός 



Αξιόλογη μεταφορά των αυτοβιογραφικών βιβλίων "Θολός Βυθός" και "Διπλωμένα Φτερά" του Γιάννη Ατζακά από την σκηνοθέτη Ελένη Αλεξανδράκη. Μία ταινία ύμνος στη μνήμη, εστιάζοντας σε μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Η δημιουργός καταφέρνει να μας μεταφέρει στις άγριες συνθήκες των παιδουπόλεων της Φρειδερίκης, με εξαιρετικά ασπρόμαυρα κάδρα, με μινιμαλιστικά σκηνικά και με τις όμορφες ερμηνείες τόσο των μικρών πρωταγωνιστών όσο και των γνωστών ηθοποιών που παίζουν στην ταινία. Θεωρώ πως η συγκεκριμένη ταινία ανήκει στην κατηγορία των πιστών μεταφορών διαφόρων βιβλίων στη μεγάλη οθόνη. 

Βαθμολογία: 7/10


8.Η Φωνή της Χιντ Ρατζάμπ 



Μια από τις πιο καθηλωτικές ταινίες της χρονιάς, η οποία έφερε αντιμέτωπη τη συλλογική μας συνείδηση απέναντι στην ένοχη αδράνεια του δυτικού κόσμου, ο οποίος παρακαλουθεί απαθής τη γενοκτονία που συντελείται στη Λωρίδα της Γάζας. Η ταινία εξιστορεί με ηχητικές μαρτυρίες τη δολοφονία της μικρής Χιντ Ρατζάμπ και των συγγενών της, η οποία συγκλόνισε την κοινή γνώμη πριν από δυο χρόνια. Το χρονικό του εγκλήματος παρουσιάζεται μέσα από ένα συνταρακτικό θρίλερ δωματίου, χρησιμοποιώντας τα ντοκουμέντα της αληθινής συνομιλίας. Μπορεί η ταινία κινηματογραφικά να έχει κάποια αδύναμα σημεία, αλλά αυτός δεν είναι λόγος να μην συγκαταλεγεί στις δυνατότερες ταινίες της χρονιάς. 

Βαθμολογία: 8/10
 

7.I am Still Here


Μια ακόμη καλοδουλεμένη μεταφορά βιβλίου στη μεγάλη οθόνη από τον Walter Salles (ο οποίος μας έχει προσφέρει τα εξαιρετικά έργα Motorcycle Diaries και On The Road), η οποία παρουσιάζει τον αγώνα μιας γυναίκας για δικαίωση μετά την αρπαγή και τη δολοφονία του άντρα της από το στρατιωτικό καθεστώς της Βραζιλίας το 1971. Οι ερμηνείες όλων των ηθοποιών είναι εξαιρετικές αλλά απ' όλους ξεχωρίζει η εκπληκτική ερμηνεία της Φερνάντα Τόρρες, στο ρόλο της συζύγου που βιώνει όλη την τραγωδία με ένα βουβό θρήνο και με συγκινητικό πείσμα κουβαλά στους ώμους της το δράμα μιας ολόκληρης χώρας. 

Βαθμολογία: 8/10


6. Βερμίλιο: Η Νύφη του Βουνού 



Μία από τις ταινίες που ανέμενα με ανυπομονησία, ήταν η ταινία της Μάουρα Ντελπέρο. Το "Βερμίλιο" είναι μια σπονδή στις δύσκολες συνθήκες των κατοίκων των ορεινών περιοχών της βόρειας Ιταλίας κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η οποία παρουσιάζεται μέσα από εκπληκτικά πλάνα των άγριων βουνοκορφών των ιταλικών Άλπεων. Η δημιουργός παρουσιάζει τη φτώχια των ανθρώπων που τους προκάλεσε ο πόλεμος αλλά παράλληλα και την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Παράλληλα εστιάζει στα αδιέξοδα, τα οποία προξενούνται από την αυστηρότητα των κυρίαρχων ηθών κι εθίμων των κλειστών κοινωνιών. Αυτό που με εντυπωσίασε επίσης στη συγκεκριμένη ταινία ήταν η επιλογή των προσώπων, η οποία ήταν ανάμεσα σε επαγγελματίες κι ερασιτέχνες ηθοποιούς, οι οποίοι έδεσαν υπέροχα μεταξύ της στα ονειρικά κάδρα της ταινίας, τα οποία θύμιζαν αρκετά τα αντίστοιχα των αριστουργημάτων των δημιουργών Τέρενς Μάλικ κι Αντρέι Ταρκόφσκι. 

Βαθμολογία: 8/10


5. No Other Land


Ένα ακόμη συγκλονιστικό έργο της χρονιάς που μας πέρασε, σκηνοθετημένο από έναν Παλαιστίνιο δικηγόρο-influencer κι έναν Ισραηλινό δημοσιογράφο, οι οποίοι καταγράφουν τον αργό θάνατο και τον βάναυσο ξεριζωμό ενός λαού. Τα ντοκουμέντα είναι συνταρακτικά και τα εγκλήματα που συντελούνται εξοργιστικά. Το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ καταφέρνει και προσεγγίζει το φλέγον θέμα της Παλαιστίνης με μια συγκινητική ανθρωπιστική ματιά καθώς από την μια παρουσιάζει τα επαναλαμβανόμενα εγκλήματα των Ισραηλινών αλλά από την άλλη καταγράφει την τρυφερότητα, την αλληλεγγύη και την επιμονή που υπάρχει μεταξύ των Παλαιστινίων. Τέλος, ένα ακόμη στοιχείο που πετυχαίνει η συγκεκριμένη ταινία είναι να φέρει αντιμέτωπους τους θεατές με τις αποτρόπαιες πράξεις των Ισραηλινών, με ψυχραιμία και καθαρότητα. Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο που βραβεύτηκε ως καλύτερο ντοκιμαντέρ στην Berlinale αλλά και σε άλλα φεστιβάλ ντοκιμαντέρ όπως το CPH:DOX, το Visions du Réel και στις Νύχτες Πρεμιέρας.

Βαθμολογία: 8/10


4. Ένα Απλό Ατύχημα


Επιτέλους ένας αξιόλογος Χρυσός Φοίνικας μετά από καιρό δια χειρός Τζαφάρ Παναχί, ο οποίος μας προσφέρει ένα ηχηρό αντιστασιακό έργο, παρουσιάζοντας μια κοινωνία που ασφυκτιά σε ένα απάνθρωπο καθεστώς. Αυτό όμως που κάνει τη συγκεκριμένη ταινία ξεχωριστή, δεν είναι η κραυγή ενός λαού απέναντι στην καταπίεση αλλά κι η αναπάντεχη επικράτηση του ανθρωπισμού που καταφέρνει να αντισταθεί στο τυφλό μίσος και στην αμείλικτη εκδίκηση. Η ταινία διακρίνεται για το καλογραμμένο της σενάριο, τους καλοδουλεμένους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών και στο εύστοχο χιούμορ που εκδηλώνεται στους διαλόγους. Με αυτήν την τόσο πετυχημένη κινηματογραφική συνταγή, ο σκηνοθέτης μας οδηγεί σε ένα εκρηκτικό φινάλε, το οποίο θεωρώ πως ήταν από τα πιο συγκλονιστικά που έχω παρακολουθήσει τα τελευταία χρόνια. 

Βαθμολογία: 8/10


3. Τα Κύματα της Άνοιξης



Τα "Κύματα της Άνοιξης" ανήκουν στα κινηματογραφικά διαμάντια που προβάλλονται σχεδόν αθόρυβα στις σκοτεινές αίθουσες, μαγεύοντας όσους περνούν την πόρτα των κινηματογράφων για να τα απολαύσουν. Η ταινία του Γίρι Μαντλ είναι ένας ύμνος στους ελεύθερους ανθρώπους που υψώνουν το ανάστημά τους όταν οι καταστάσεις το επιτάσσουν, σηκώνοντας με αυτοθυσία στους ώμους τους τους αγώνες ενός λαού για ελευθερία, δικαιοσύνη και δημοκρατία. Η ιστορία αναφέρεται για μια ομάδα δημοσιογράφων του δημοσίου ραδιοφώνου της Πράγας, οι οποίοι αποφασίζουν να αντισταθούν απέναντι στις απαιτήσεις λογοκρισίας και παραπληροφόρησης που τους επιβάλλει το καθεστώς. Με κεντρικό θέμα τον αγώνα των συγκεκριμένων προσώπων παρουσιάζεται η περίοδος της λαϊκής εξέγερσης με ηγέτη τον Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ μέχρι την εισβολή των τανκς ενόψει του Συμφώνου της Βαρσοβίας, στις 21 Αυγούστου του 1968. Όμως πέρα από τα ιστορικά γεγονότα, η ταινία παρουσιάζει και την επίμονη φλόγα της νεολαίας που κάτω από αντίξοες συνθήκες εξακολουθεί να ελπίζει, να ονειρεύεται, να ερωτεύεται και να αγωνίζεται για ένα καλύτερο μέλλον. Η συγκεκριμένη ταινία κέρδισε το Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου στο Κάρλοβι Βάρι κι υπήρξε επίσημη πρόταση της Τσεχίας για τα βραβεία Όσκαρ. 

Βαθμολογία: 8/10


2. Φρανκενστάιν 




Ίσως η καλύτερη διασκευή του θρυλικού βιβλίου της Μαίρη Σέλλεϋ δια χειρός του μάγου Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο, ο οποίος είχε όνειρο ζωής να το γυρίσει σε ταινία. Κρίνοντας από το τελικό αποτέλεσμα, καταλαβαίνει κανείς το πόσο πολύ αγάπησε το συγκεκριμένο βιβλίο. Το "Φρανκσενστάιν" είναι μια ωδή της αγνότητας απέναντι στο σκοτάδι, του ανθρώπου με την αποκρουστική όψη ενάντια στο τέρας με το ανθρώπινο πρόσωπο, της μοναχικής οδύσσειας ενός κατατρεγμένου που αναζητάει τη δική του θέση σ' αυτή τη γη. Επίσης η ταινία εντυπωσιάζει για τα ονειρικά της πλάνα, όπου ο σκηνοθέτης παίζει υπέροχα με τα χρώματα, το απαλά μελαγχολικό φως και τις ισορροπίες των μορφών μέσα στα κάδρα ενώ παράλληλα αποτείνει φόρο τιμής σε παρελθοντικά αριστουργήματα του κινηματογράφου, όπως το Barry Lyndon. Τέλος, εκπληκτικός στο ρόλο του ήταν ο Τζέικομπ Ελόρντι, ο οποίος ενσαρκώνει τόσο υποκριτικά όσο και σωματικά την τραγικότητα του πλάσματος, το οποίο περνά σε μια σταδιακή ενηλικίωση μέσα από εμπόδια κι αντίξοες συνθήκες. Μεγάλο κρίμα που αυτό το αριστούργημα δεν προβλήθηκε στη μεγάλη οθόνη. Πολύ μεγάλο κρίμα. 

Βαθμολογία: 9/10


1. Πανελλήνιον



Το "¨Πανελλήνιον" είναι ένα σπάνιο ανθρωποκεντρικό έργο που εστιάζει σε έναν συγκινητικά κλειστό και προστατευτικό πυρήνα ανθρώπων, ο οποίος βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας. Όπως δηλώνει ένας από τους θαμώνες της φιλόξενης σκακιστικής λέσχης, το Πανελλήνιον υπάρχει για να μαζεύει όλα τα "ναυάγια" αυτής της κοινωνίας. Και με αυτή του τη φράση γινόμαστε μεμιάς όλοι πιστοί θαμώνες αυτού του τόσο γλυκόπικρου χώρου. Η ταινία μαγεύει με την ηρεμία και τη νωχελικότητα ενός χώρου που χρόνος δείχνει να 'χει σταματήσει. Μια παύση απαραίτητη για τον καθένα μας, ώστε να μπορέσει να στοχαστεί πάνω σε λευκά και μαύρα τετραγωνάκια, την πορεία της ζωής του, τις αποφάσεις που έχει πάρει, τα λάθη του, τα εμπόδια που συνάντησε και τα όνειρα που δεν εκπληρώθηκαν ποτέ. Ο σκηνοθέτης ως ένας ανήσυχος κινηματογραφικός σκακιστής, σκύβει πάνω από τη λέσχη, η οποία λειτουργεί ως μια μεγάλη σκακιέρα, κι αφουγκράζεται τις σκέψεις και τους προβληματισμούς των θαμώνων, οι οποίοι με τη σειρά τους του ανοίγονται και μοιράζονται μαζί του εμπειρίες ζωής, όμορφες αλλά και στενάχωρες στιγμές της λέσχης και φυσικά το κοινό σημείο που όλους εκεί μέσα τους ενώνει, το σκάκι. Το "Πανελλήνιον" του Σπύρου Μαντζαβίνου είναι ένα από τα πιο στιβαρά κινηματογραφικά ντοκιμαντέρ που έχω παρακολουθήσει τα τελευταία χρόνια και θεωρώ πως επάξια κατέχει τον τίτλο της καλύτερης ταινίας που παρακολούθησα το 2025.  

Βαθμολογία: 9/10

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Μπάρι, η προκυμαία της Αδριατικής θάλασσας


Η απόφαση να επισκεφθούμε το Μπάρι πάρθηκε με σκοπό να γυρίσουμε τα όμορφα μέρη της Απουλία και τις μοναδικές της πόλεις όπως το Λέτσε, το Οστούνι, η Μονόπολη και το Αλμπερομπέλο. Οπότε το Μπάρι θα το είχαμε σαν σημείο εφόδου για τους παραπάνω προορισμούς. Όμως, από την πρώτη στιγμή που πατήσαμε το πόδι μας στην πόλη συνειδητοποιήσαμε το μεγάλο λάθος που κάναμε να το αδικήσουμε, διότι το Μπάρι μπορεί να μη φημίζεται για τα αξιοθέατα και τα μνημεία του, όπως συμβαίνει στις υπόλοιπες διάσημες πόλεις της Ιταλίας, αλλά είναι μοναδικό επειδή δεν το άγγιξε ακόμη ο τουρισμός που "μαστίζει" τους πολυδιαφημισμένους προορισμούς. 
Η μη τουριστικοποίηση του Μπάρι έχεις ως αποτέλεσμα, το ιστορικό του κομμάτι να είναι ακόμη κατοικήσιμο και ζωντανό κι οι κάτοικοί του αυθεντικοί, επικοινωνιακοί και πρόσχαροι. Μου φάνηκε πρωτόγνωρη η εμπειρία να περπατώ στα στενά λιθόστρωτα σοκάκια της παλιάς πόλης και να συναντώ έξω από τα σπίτια παρέες γυναικών να κάθονται και να κουβεντιάζουν ανέμελα φτιάχνοντας τα διάσημα ζυμαρικά της περιοχής, παππούδες να μας πιάνουν κουβέντα ρωτώντας μας από που ήρθαμε για να βρουν πάτημα να μας πουν την ιστορία της ζωής τους, μαγαζάτορες που τραγουδούν με τη ψυχή τους μαζί με τους θαμώνες και το βράδυ καθώς γυρνούσαμε στο δωμάτιο να περπατάμε σε δρόμους που μύριζαν έντονα μαλακτικό από τα απλωμένα ρούχα των μικρών μπαλκονιών. Ακόμη και τα λιγοστά μπαράκια που ήταν ανοιχτά μέσα στην παλιά πόλη, λειτουργούσαν διακριτικά σεβόμενα την ηρεμία που αποζητούν οι κάτοικοι. 
Το Μπάρι αποτελεί το δεύτερο πιο σημαντικό οικονομικό κέντρο της Νότιας Ιταλίας μετά τη Νάπολη, τόσο για το λιμάνι του όσο και για το πανεπιστήμιό του. Η ιστορία της πόλης αρχίζει το 1500 π.Χ. περίπου, όταν οι Ιάπυγες, ένα φύλο ιλλυρικής καταγωγής, εγκαθίστανται στην περιοχή και αναπτύσσουν εμπορικές σχέσεις με τους Μυκηναίους και τους Μινωΐτες. Η πρώτη περίοδος άνθησης της πόλης ήρθε μετά την κατάκτηση της από τους Ρωμαίους, τον 3ο αιώνα π.Χ., όταν το λιμάνι της πόλης αξιοποιήθηκε για τα ταξίδια και τις εκστρατείες στην Ανατολή. Μετά την κατάκτηση του από τους Λομβαρ­δούς, το Μπάρι πέρασε για μικρό Διάστημα στα χέρια των Αράβων και, από το 875, των Βυζαντινών. 
Το 1071 κι αφού προηγήθηκε ένας τριετής αποκλεισμός του λιμανιού, η τελευταία βυζαντινή πόλη στην Κάτω Ιταλία παραδόθηκε στον Νορμανδό Ροβέρτο Γυισκάρδο, ο οποίος τερμάτισε μ' αυτόν τον τρόπο τη βυζαντινή παρουσία στην Ιταλία. Η ανάπτυξη που ακολούθησε στην πόλη την εποχή της κυριαρχίας των Νορμανδών κατά τον 12ο αιώνα, οφειλόταν στους σταυροφόρους, που επιβιβάζονταν από εκεί για τους Αγίους Τόπους, και στους χιλιάδες χριστιανούς από τη δυτική Ευρώπη, την Ελλάδα και την Ανατολή που έρχονταν για να προσκυνήσουν το σκήνωμα του Αγίου Νικολάου. 
Η σύγχρονη ιστορία του Μπάρι αρχίζει με τη θεμελίωση της «νέας πόλης», το 1813, από τον Γάλλο στρατηγό Μυρά, ο οποίος είχε διαδεχτεί στο θρόνο της Νεάπολης τον Ιωσήφ Βοναπάρτη. Ο Μυρά είχε προσπαθήσει να ξεσηκώσει τους κατοί­κους της νότιας Ιταλίας κατά των Βουρβόνων, οι οποίοι όμως επέστρεψαν στη Νεάπολη το 1815, όπου και παρέμειναν έως την ενσωμάτωση της νότιας Ιταλίας στο ιταλικό βασίλειο, το 1860. 
Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο το Μπάρι είχε την ατυχία να είναι η μοναδική ευρωπαϊκή πόλη που έζησε την εμπειρία του χημικού πολέμου κατά τη διάρκειά του. Τη νύχτα της 2ης Δεκεμβρίου 1943 γερμανικά βομβαρδιστικά Junkers Ju 88 επιτέθηκαν στο λιμάνι του Μπάρι, που ήταν κέντρο-κλειδί προμηθειών για τις συμμαχικές δυνάμεις που πολεμούσαν προχωρώντας στην ιταλική χερσόνησο. Αρκετά Συμμαχικά πλοία βυθίστηκαν στο κατάμεστο λιμάνι, περιλαμβανομένου του αμερικανικού Λίμπερτυ «Τζον Χάρβεϊ», που μετέφερε αέριο μουστάρδας. Τα χημικά, τα οποία είχαν απαγορευτεί στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, προορίζονταν για χρήση αν οι γερμανικές δυνάμεις ξεκινούσαν χημικό πόλεμο. Η παρουσία του αερίου ήταν άκρως απόρρητη και οι αρχές στην ξηρά δεν τη γνώριζαν. Αυτό αύξησε τον αριθμό των θυμάτων, καθώς οι γιατροί - που δεν είχαν ιδέα ότι χειρίζονταν τις συνέπειες του αερίου μουστάρδας- έδιναν θεραπεία, που σε πολλές περιπτώσεις αποδείχτηκε μοιραία. Θύματα έπεσαν κι οι διασώστες, οι οποίοι αγνοούσαν ότι είχαν να κάνουν με θύματα αερίων, μ' αποτέλεσμα να υπάρξει ένας μεγάλος αριθμός απωλειών κι απ' αυτούς μέσω της επαφής τους με το μολυσμένο δέρμα και τα ρούχα όσων εκτέθηκαν άμεσα στο αέριο. Οι ηγέτες των Συμμαχικών δυνάμεων Φραγκλίνος Ρούζβελτ, Ουίνστον Τσώρτσιλ και Ντουάιτ Αϊζενχάουερ έδωσαν διαταγή να καταστραφούν τα αρχεία αυτού του συμβάντος, μ' αποτέλεσμα η υπόθεση να κρατηθεί μυστική για πολλά χρόνια μετά τον πόλεμο. Αν και τα αμερικανικά αρχεία για την επίθεση αποχαρακτηρίστηκαν το 1959, το επεισόδιο παρέμεινε σχεδόν άγνωστο μέχρι το 1967. Στην πραγματικότητα, ακόμη και σήμερα, πολλοί κάτοικοι της πόλης αγνοούν τι και γιατί συνέβη ενώ υπάρχει σημαντική διαφωνία ως προς τον αριθμό των θυμάτων. Κατά μία περιγραφή «69 θάνατοι αποδόθηκαν εν όλο ή εν μέρει στο αέριο μουστάρδας, οι περισσότεροι ναύτες αμερικάνικων εμπορικών». Άλλες πηγές αυξάνουν τον αριθμό σε «πάνω από χίλιους συμμαχικούς στρατιώτες και πάνω από χίλιους Ιταλούς πολίτες». Μέρος της σύγχυσης και της διαφωνίας οφείλεται στο ότι η γερμανική επίθεση που ονομάστηκε «Μικρό Περλ Χάρμπορ», ήταν πολύ καταστροφική και φονική, μ' αποτέλεσμα να είναι δύσκολή η απόδοση των αιτίων θανάτου στο αέριο ή στην γερμανική επίθεση.
Η πόλη του Μπάρι αποτελείται από το παλιό και το σύγχρονο κομμάτι, τα οποία χωρίζονται από την Corso Vittorio Emanuele II, η οποία καταλήγει στο θέατρο Margherita. Στο σύγχρονο κομμάτι θα συναντήσει κανείς τα δύο μεγάλα θέατρα της πόλης, το Θέατρο Πετρουτσέλι (Teatro Petruzzelli) και το Θέατρο Μαργαρίτα (Museo Teatro Margherita). Το Θέατρο Πετρουτσέλι (Teatro Petruzzelli) χτίστηκε το 1904 κι είναι το μεγαλύτερο θέατρο της πόλης και το τέταρτο μεγαλύτερο σε ολόκληρη την Ιταλία, μετά από αυτά του Παλέρμο, του Μιλάνου και της Νάπολης. Ξεχωρίζει για την εντυπωσιακή του μπορντό πρόσοψη και για τον πλούσιο γλυπτό του διάκοσμο. Ωστόσο, το θέατρο καταστράφηκε ολοσχερώς το 1991 εξαιτίας μια πυρκαγιάς αλλά ανοικοδομήθηκε και ξανάνοιξε τις πύλες του το 2009. 
Το άλλο θέατρο της πόλη, το θέατρο Μαργαρίτα (Museo Teatro Margherita) είναι ένα αρτ νουβό κτήριο κι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και συμβολικά μνημεία της πόλης καθώς είναι ορατό από πολλά σημεία (κατά μήκος της Corso Vittorio Emanuele II αλλά κι από το παραλιακό μέτωπο). Το εντυπωσιακό στοιχείο του συγκεκριμένου θεάτρου είναι ότι τα θεμέλιά του βρίσκονται μέσα στη θάλασσα. Το θέατρο χτίστηκε το 1910 κι η λειτουργία του ξεκίνησε ταυτόχρονα με αυτή του Θεάτρου Petruzzelli. Ωστόσο ήταν κατασκευασμένο εξολοκλήρου από ξύλο, μ' αποτέλεσμα να καταστραφεί ολοσχερώς από μια πυρκαγιά, τα αίτια της οποίας παραμένουν μέχρι σήμερα άγνωστα. Η ανοικοδόμηση του κτιρίου έγινε το 1914, αυτή τη φορά σε οπλισμένο σκυρόδεμα, αλλά με τα ξύλινα θεμέλια να εξακολουθούν να βρίσκονται μέσα στη θάλασσα, περνώντας έτσι στην ιστορία όχι μόνο επειδή ήταν η πρώτη κατασκευή από οπλισμένο σκυρόδεμα που κατασκευάστηκε στο Μπάρι, αλλά κυρίως επειδή ήταν το μοναδικό κτήριο στην Ευρώπη που χτίστηκε πάνω σε ξύλινα θεμέλια. Σήμερα λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος αλλά τις μέρες που επισκεφθήκαμε την πόλη ήταν κλειστός. 
Από το Θέατρο Μαργαρίτα ξεκινάει το παραθαλάσσιο μέτωπο Lungomare Nazario Sauro, το οποίο ξεκινάει από το Παλιό Λιμάνι (Porto Vecchio) και καταλήγει στην παλιά πόλη, έχοντας μήκος περίπου  ένα χιλιόμετρο. Στο συγκεκριμένο παραλιακό μέτωπο υπάρχουν κάποια από τα μουσεία της πόλης όπως η Pinacoteca Metropolitana di Bari και διάφορα τεράστια κτήρια από τη φασιστική περίοδο του Μουσολίνι. 
Ωστόσο, το καμάρι της πόλης είναι το Πανεπιστήμιο "Αλντο Μόρο" του Μπάρι, το οποίο είχε ιδρυθεί το 1925 ως "Αδριατικό Πανεπιστήμιο Μπενίτο Μουσολίνι". Τη σημερινή του ονομασία την έλαβε το 2008 προς τιμή του δολοφονημένου Ιταλού πρωθυπουργού Αλντο Μόρο, ο οποίος φοίτησε εκεί ως το 1939 και κατόπιν δίδαξε ως τακτικός καθηγητής της Φιλοσοφίας του Δικαίου και του Ποινικού Δικαίου. Το πανεπιστήμιο του Μπάρι είναι ένα από τα μεγαλύτερα της Ιταλίας με 43.000 εγγεγραμμένους φοιτητές. Από την επίσκεψή μας στους χώρους του, συγκινήθηκα με ένα τεράστιο πανό που είχαν κρεμάσει στην πρόσοψή του με το οποίο απαιτούσαν το Νόμπελ Ειρήνης να προσφερθεί στα παιδιά της Παλαιστίνης. 
Φεύγοντας από το πανεπιστήμιο, περπατήσαμε στην πεζοδρομημένη Via Sparano με τα εντυπωσιακά της μέγαρα και κατευθυνθήκαμε προς την Παλιά Πόλη, η οποία απλώνεται σε ένα στενό ακρωτήρι μεταξύ του παλιού και του νέου λιμανιού. Τα ψηλά της τείχη, τα οποία εξακολουθούν να στέκουν στο παραλιακό κομμάτι κάποτε προφύλασσαν τους κατοίκους από τους εχθρούς ενώ σήμερα τους προστατεύουν από τους ισχυρούς ανέμους της Αδριατικής θάλασσας. Μέσα στα δαιδαλώδη της σοκάκια βρίσκονται μαζεμένα τα μεσαιωνικά της αξιοθέατα.  
Η παλιά πόλη (Citta Vecchia) του Μπάρι είναι αδιαμφισβήτητα το πιο όμορφο κομμάτι της πόλης. Πρόκειται για ένα λαβύρινθο μέσα στον οποίο φιλοξενούνται περισσότερες από 40 εκκλησίες. Όμως το πιο διάσημο σημείο της είναι ο δρόμος των Ορεκιέτε (Strada delle Orecchiette), με τις γυναίκες της Παλιάς Πόλης, οι οποίοι βρίσκονται καθισμένες μπροστά στα ξύλινα τραπέζια τους και πλάθουν με τα χέρια τους τα orecchiette, τα γευστικότατα ζυμαρικά της πόλης. Το θέαμα μου φάνηκε πολύ γνώριμο καθώς μου θύμισε έντονα τις γυναίκες που συναντώ στα Μαστιχοχώρια της Χίου, να επεξεργάζονται παρέα την μαστίχα στα σοκάκια των χωριών. 
Οι περιπλανήσεις μας ξεκίνησαν από την δυτική πλευρά της παλιάς πόλης όπου στέκει το Κάστρο Σουαβίας (Castello Svevo), το οποίο χτίστηκε από τον Νορμανδό βασιλιά Ρογήρο Β' της Σικελίας γύρω στο 1133. Όμως το οχυρό καταστράφηκε ολοσχερώς το 1156 και ξαναχτίστηκε από το Φρειδερίκο Β΄ Χοενστάουφεν το 1233-39 σε στυλ Νορμανδίας-Σουαβίας και συμπληρώθηκε με ισχυρούς προμαχώνες τον καιρό της Ισαβέλλας της Αραγονίας τον 16ο αιώνα. Το αρχικό κτίσμα, που ξεχωρίζει εύκολα από τις προσθήκες του 16ου αιώνα, βρίσκεται στο κέντρο της συνολικής κατασκευής κι έχει σχήμα τραπεζοειδές. Ανά τους αιώνες το κάστρο χρησιμοποιήθηκε ως παλάτι και φυλακή ενώ σήμερα λειτουργεί ως πινακοθήκη-γλυπτοθήκη. Στις ανακατασκευασμένες αίθουσες λειτουργεί έκθεση γύψινων εκμαγείων από γλυπτά και αρχιτεκτονικά μέλη ρομανικών μνημείων της Απουλίας. Προσωπικά εντυπωσιάστηκα με τις βιντεοπροβολές που προσέδιδαν μια σύγχρονη όψη στις τεράστιες σκοτεινές αίθουσες. Σε μια προβολή γινόταν η ιστορική ανασκόπηση τόσο του Μπάρι όσο κι ολόκληρης της Απουλία ενώ σε μια άλλη αίθουσα προβάλλανε αποσπάσματα ταινιών που έχουν γυριστεί στις πόλεις της περιοχής, το οποίο το βρήκα πολύ πρωτότυπο κι ενδιαφέρον. Η αλήθεια είναι πως κατέγραψα τη λίστα των ταινιών, τις οποίες θα ήθελα να απολαύσω κάποια στιγμή. 
Από το Κάστρο Σουαβίας μπήκαμε στα λιθόστρωτα σοκάκια της παλιάς πόλης, όπου συναντήσαμε πρώτα τον Καθεδρικό ναό, ο οποίος είναι αφιερωμένος στον Άγιο Σαβίνο, επίσκοπο της Κανόσα (Cattedrale di San Sabino), του οποίου τα λείψανα μεταφέρθηκαν εκεί τον 9ο αιώνα. Πρόκειται για τον παλαιότερο ναό της πόλης, ο οποίος κατασκευάστηκε τέλη του 12ου με τέλη του 13ου αιώνα. Ανεγέρθηκε στη θέση των ερειπίων του αυτοκρατορικού βυζαντινού καθεδρικού ναού, που καταστράφηκε το 1156 από τον Γουλιέλμο Α' της Σικελίας και σε αρκετά σημεία του αντιγράφει αυτόν του Αγίου Νικολάου. Στη βόρεια αψίδα σώζονται ίχνη αγιογράφησης του 13ου-14ου αιώνα, ενώ σε ορισμένα σημεία του δαπέδου στα υπόγεια του καθεδρικού, είναι ορατά ίχνη από το ψηφιδωτό του προγενέστερου βυζαντινού ναού. Πολύ σημαντική είναι κι η συλλογή της Επαρχιακής Πινακοθήκης, η οποία περιλαμβάνει έργα καλλιτεχνών που έζησαν ή εργάστηκαν στη νότια Ιταλία από τον 11ο έως τον 19ο αιώνα. Στα πιο φημισμένα έργα της συλλογής συγκαταλέγονται ο Άγιος Πέτρος, έργο του Τζοβάνι Μπελίνι για το ναό του Άγιου Δομήνικου της Νεάπολης (αιθ. 3), η Παναγία ένθρονη με αγίους του Πάολο Βερονέζε (αιθ. 6), ο Άγιος Ρόκος του Τιντορέτο (αιθ. 6) και ο Άγιος Πέτρος της Αλκαντάρα του Λούκα Τζορνιάνο (αιθ. 13). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους Έλληνες έχει και η αίθουσα 5, όπου εκτίθενται έργα ζωγράφων που ήρθαν στην Απουλία από την Ανατολή μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, το 1453.
Στο βορειοανατολικό τμήμα της παλαιάς πόλης βρίσκεται η βασιλική του Αγίου Νικολάου (San Nikola), στην οποία φυλάσσονται τα λείψανα του αγίου μετατρέποντας τον συγκεκριμένο ναό τόπο προσκυνήματος τόσο για τους καθολικούς όσο και για τους ορθόδοξος. Ο ναός του Αγίου Νικολάου, ο οποίος φαίνεται να μοιάζει αναπόσπαστο κομμάτι των οχυρώσεων της πόλης, αποτέλεσε πρότυπο για όλους τους μετέπειτα ναούς που χτίστηκαν στην Απουλία. Πρόκειται για ένα εκπληκτικό κτίσμα της Ρομανικής τέχνης με τους μεγάλους και περίτεχνους ρόδακες στην πρόσοψή του, στο οποίο έχουν ενσωματωθεί με πολύ διακριτικό τρόπο επιρροές από την κλασική, τη βυζαντινή και την αραβική τέχνη. Η τεράστια σε όγκο τρίκλιτη βασιλική άρχισε να χτίζεται το 1087 για να στεγάσει τα λείψανα του Αγίου Νικολάου, τα οποία ναυτικοί από το Μπάρι έκλεψαν από τα Μύρα της Μικράς Ασίας. Κατ΄ άλλους τα έκλεψαν οι σταυροφόροι κατά την 1η σταυροφορία και σε μία άλλη εκδοχή μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, ένας παπικός ιερέας, (ο Αβάς Ηλίας) από το Μπάρι για να τα «σώσει». Τα λείψανα του Αγίου τα πούλησε αργότερα ο πάπας στους Ρώσους. Κατόπιν στο Κίεβο, οι Ρώσοι το μοίρασαν σε πολλά τεμάχια. Λείψανα του Αγίου Νικολάου, πήραν και οι Άγγλοι οι οποίοι τον θαύμαζαν για τα θαύματα, που έκανε. Ο πάπας είχε κρατήσει το δεξί του χέρι, αλλά αργότερα, το 1520, το πούλησε και αυτό στον ηγεμόνα της Βλαχίας. Σώζεται στο Βουκουρέστι, μέσα στο ναό του Αγίου Νικολάου. Όλα αυτά τα γράφω για να δείξω ένα μικρό κομμάτι του παραλογισμού αλλά και τις εμπορευματοποίησης των θρησκειών. Ας επιστρέψουμε όμως στο μνημείο. Στο εσωτερικό της εκκλησίας, που χωρίζεται σε τρία κλίτη με μαρμάρινους κίονες, αξίζει να δει κανείς τον επισκοπικό θρόνο, τη θολωτή κατασκευή πάνω από την αγία τράπεζα (κιβώριο) και στη δεξιά αψίδα το τρίπτυχο του αγιογράφου από το Ηράκλειο της Κρήτης Ανδρέα Ρίτζου (1451). 
Κοντά στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου βρίσκεται η Piazza Mercantile, το πιο ζωντανό σημείο της παλιάς πόλης, η οποία αποτελεί σημείο συνάντησης τόσο για τους ντόπιους όσο και για τους τουρίστες. Η πλατεία σήμερα κατακλύζεται από εστιατόρια και μπαρ αλλά στον Μεσαίωνα λειτουργούσε ως τόπος τιμωρίας μικροεγκληματιών και οφειλετών, οι οποίοι ανέβαιναν στη Στήλη της Δικαιοσύνης (Colonna della Giustizia), με σκοπό να γελοιοποιηθούν. Επίσης, στη συγκεκριμένη πλατεία βρίσκεται το «Παλάτι των Καθισμάτων των Ευγενών» (Palazzo del Sedile), το οποίο χτίστηκε στο 1543 ενώ άλλες πηγές αναφέρουν ότι ανεγέρθηκε το 1400. Κατά τον Μεσαίωνα αποτελούσε το κέντρο λήψης διοικητικών και πολιτικών αποφάσεων του Συμβουλίου των Ευγενών του Μπάρι, ενώ αργότερα αποτέλεσε εμπορική κατοικία και το πρώτο δημόσιο θέατρο της πόλης. Το 1601 ξέσπασε πυρκαγιά στην περιοχή, η οποία κατέστρεψε ολοσχερώς το κτίριο, όμως το 1604 ανοικοδομήθηκε πλήρως και στην κορυφή του τοποθετήθηκε ένα μεγάλο ρολόι γερμανικής κατασκευής. Στις μέρες μας φιλοξενήσει καλλιτεχνικές και πολιτιστικές δραστηριότητες και γραφεία του Ιδρύματος της Απουλίας.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον εντός της Παλιάς Πόλης, είναι τα απομεινάρια της Santa Maria del Buon Consiglio (η Παναγία της Καλής Συμβουλής), η οποία χρονολογείται από τον 10ο και 11ο αι. Σήμερα έχουν μείνει μόνο οι κολώνες της και ένα τμήμα του μωσαϊκού δαπέδου της. Το υπόλοιπα κτίσμα δεν υπάρχει πλέον καθώς η εκκλησία κατεδαφίστηκε το 1930 μετά από μια ανεπιτυχή αναστήλωσή της. Σύμφωνα με μελέτες, ο ναός είχε ρομανικό στυλ, με γλυπτή διακόσμηση και τοιχογραφίες που εμπλούτιζαν τον εσωτερικό χώρο. Το εντυπωσιακό με το συγκεκριμένο αξιοθέατο είναι που αποκαλύπτεται απότομα σε όποιον αποφασίζει να χαθεί στα στενά σοκάκια της Παλιάς Πόλης. 
Τέλος, θα ήθελα να αναφερθώ σε μια από τις πιο ονειρικές στιγμές του συγκεκριμένου ταξιδιού. Από μια συζήτηση είχαμε ακούσει πως κάπου μέσα στην πόλη κρύβονται τα απομεινάρια ενός μοναστηριού, το οποίο ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο των Ελλήνων (San Niccolo dei Greci). Το ενδιαφέρον με το συγκεκριμένο αξιοθέατο δεν ήταν μόνο η ιστορική του αξία αλλά και το ότι μέχρι σήμερα κατοικείται, μ' αποτέλεσμα να έχει μετατραπεί σε κομμάτι της πόλης. Αυτό το τόσο ενδιαφέρον καμουφλάρισμα του μνημείου, μας είχε κάνει να το ζήσουμε σαν ένα κυνήγι χαμένου θησαυρού μες στα στενά σοκάκια της πόλης. Οι μέρες όμως περνούσαν και δεν το βρίσκαμε. Είχαμε γυρίσει σχεδόν όλη την πόλη αλλά αυτό πουθενά. Όμως το τελευταίο βράδυ, αφού είχαμε απολαύσει το ποτό μας στην Piazza dell'Odegitria έχοντας φόντο την επιβλητική πρόσοψη του καθεδρικού, αποφασίσαμε να κάνουμε μια τελευταία βραδινή βόλτα στην πόλη. Με τη βοήθεια του αλκοόλ αρχίσαμε να μπαίνουμε σε κάθε εσωτερική αυλή των κτηρίων, θέλοντας να δούμε και την αθέατη πλευρά του Μπάρι. Περνώντας όμως το κατώφλι μιας αυλής, σηκώσαμε το κεφάλι κι αντικρίσαμε τη μεγαλειώδη σειρά από στρογγυλές καμάρες που ανέβαιναν προς τον ουρανό. Οι κίονες ήταν διακοσμημένοι με κιονόκρανα με φυτικά μοτίβα. Αυτό που ορθωνόταν από πάνω μας ήταν τα απομεινάρια του αρχαίου βυζαντινού μοναστηριού που χτίστηκε πριν από χίλια σχεδόν χρόνια. Είναι εντυπωσιακό που αυτό το μνημείο εξακολουθεί να είναι "ζωντανό" με έναν διαφορετικό τρόπο. Στο ισόγειό του λειτουργεί ένας από τους διάσημους φούρνους της παλιάς πόλης ενώ οι πάνω όροφοι έχουν μετατραπεί σε κατοικίες. Κάποια στιγμή καθώς φωτογράφιζα τις καμάρες του αίθριου, άνοιξε ένα παράθυρο κι έγειρε το κεφάλι της μια κυρία, η οποία μάλλον μας είχε ακούσει. Μας έγνεψε με το κεφάλι της, συνηθισμένη μάλλον από τις επισκέψεις περίεργων επισκεπτών κι εμείς την καληνυχτίσαμε κάπως ενοχικά, καθώς είχαμε παραβιάσει τον ιδιωτικό της χώρο.
Από το Μπάρι φύγαμε αναπάντεχα χορτασμένοι από αυθεντικές εικόνες και γλυκές στιγμές. Τώρα που έχει περάσει κάμποσος καιρός από τις περιπλανήσεις μας εκεί, μπορώ να ομολογήσω πως είναι η πόλη που με κέρδισε όχι μόνο για τα ιστορικά της μνημεία αλλά και για τους ανθρώπους της. Και σ' αυτούς θα ήθελα να αναφερθώ στο κλείσιμο του κειμένου. Πρώτα απ' όλα στον γλυκύτατο κύριο Λορέντζο που καθόταν στο πεζούλι της τάφρου του κάστρου και μας μιλούσε χαμογελαστός για τη ζωή του και την περηφάνειά του για την "ιταλικότητά" του, τον μαγαζάτορα του "La Baresana", ο οποίος μας θυμήθηκε που πήγαμε δεύτερη συνεχόμενη βραδιά να απολαύσουμε την γευστικότατη καρμπονάρα του κι αφού μας κέρασε λικέρ λεμόνι μας μίλησε για τα όνειρά του και στο πόσο πολύ αγαπάει την πόλη του και το επάγγελμά του, τον σερβιτόρο του Caffe del Borgo που μας εξηγούσε με σπαστά αγγλικά κι ιταλικά, τα συστατικά ενός δικού τους κοκτέιλ που λατρέψαμε, τις γιαγιάδες που μας έπιασαν κουβέντα όταν διαλέγαμε τα ζυμαρικά τους και φυσικά τους σερβιτόρους του The Risto Pazzeria που ξεσήκωσαν τους θαμώνες τραγουδώντας με πάθος διάσημα ιταλικά άσματα. Οι παραπάνω άνθρωποι που συναντήσαμε τις μέρες που μείναμε εκεί, μας απέδειξαν πως το Μπάρι είναι μια πλούσια σε ζωντάνια πόλη, ένα στοιχείο που την κάνει μοναδική στην ιταλική χερσόνησο. 

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

Ματέρα, περιπλανήσεις στην πόλη των σπηλαίων




Πρωτοαντίκρισα τη Ματέρα την άνοιξη του 2017, κατά τη διάρκεια ενός οδοιπορικού στην Κάτω Ιταλία και στη Σικελία, όπου τότε κάναμε μια στάση στη συγκεκριμένη πόλη. Ακόμη δεν είχε τη φήμη που τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει παγκοσμίως, οπότε ανίδεοι για τη μοναδική της ομορφιά, παρκάραμε το αμάξι σε μια από τις γειτονιές της σύγχρονης πόλης και κατηφορίσαμε προς την Piazza Vittorio Veneto για να αντικρίσουμε από ψηλά τα διάσημα "Σάσσι" της Ματέρα. Σε μια σκεπαστή βεράντα που στέκει πάνω από τις στέγες των λαξευμένων μέσα στα βράχια σπιτιών, σταθήκαμε κάμποση ώρα προσπαθώντας να πείσουμε τους εαυτούς μας, πως μπροστά μας δεν είχαμε τα κινηματογραφικά σκηνικά μιας ταινίας εποχής ούτε μια γκραβούρα περιηγητών των περασμένων αιώνων. 
Μπροστά μας απλωνόταν μια μοναδική στον κόσμο πόλη που ενέπνευσε τον Κάρλο Λέβι να γράψει το υπέροχο βιβλίο "Ο Χριστός Σταμάτησε στο Έμπολι" κι οδήγησε τον άθρησκο Πιερ Πάολο Παζολίνι να κάνει τα γυρίσματα της πιο πανανθρώπινης θρησκευτικής ταινίας στην ιστορία του κινηματογράφου, το "Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο". Έκτοτε πολλοί δημιουργοί επέλεξαν την συγκεκριμένη πόλη για τα έργα τους, με τελευταία την ταινία του James Bond: No Time to Die (2021), η οποία εκτόξευσε σε παγκόσμιο επίπεδο τη φήμη της Ματέρα. 
Εκείνη τη στιγμή στη βεράντα της Piazza Vittorio Veneto, έδωσα μια υπόσχεση στον εαυτό μου να επισκεφθώ ξανά τη Ματέρα, καλύτερα προετοιμασμένος για τα μοναδικά της μνημεία και την απόκοσμη ομορφιά της. Κατάφερα να πραγματοποιήσω την υπόσχεσή μου αυτή, οκτώ χρόνια μετά. Αυτή τη φορά προσεγγίσαμε τη Ματέρα από ανατολικά καθώς αναχωρήσαμε με τραίνο από το Μπάρι. Η Ματέρα μας περίμενε στο χείλος ενός μικρού φαραγγιού, όπου ρέει ο ποταμός Γκραβίνα. 
Στην ευρύτερη περιοχή της Ματέρα έχουν βρεθεί ανθρώπινα ίχνη που δείχνουν πως κατοικείται ανελλιπώς από την Παλαιολιθική Περίοδο, κάνοντας την πόλη αυτή να θεωρείται μια από τις αρχαιότερες του κόσμου καθώς έχει διαρκή κατοίκηση από την 10η χιλιετία π.Χ. Οι φυσικές σπηλιές από ασβεστόλιθο, προσέλκυσαν τους πρώτους κατοίκους να φτιάξουν τα τρωγλοδυτικά τους σπίτια, που ήταν και οι πρώτοι οικισμοί της Ιταλίας. 
Όμως, η επίσημη ίδρυση της Ματέρα, χρονολογείται το 251 π.Χ. από τον Ρωμαίο ύπατο Λεύκιο Καικίλιο Μέτελλο, ο οποίος νίκησε σε πόλεμο τους Καρχηδόνιους κι επεξέτεινε τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία ως τη Σικελία. Τον 3ο π.Χ. αιώνα, οι Ρωμαίοι οχύρωσαν την πόλη σε ένα ύψωμα 400 μέτρων ενώ ακριβώς κάτω από τα τείχη, δημιουργήθηκαν δύο συνοικίες, σκαμμένες στο μαλακό, ασβεστώδη βράχο: το Sasso Caveoso και το Sasso Barisano, που χωρίζονταν από μια κορυφογραμμή. Επίσης, λόγω της μαλακής σύστασης του βράχου οι κάτοικοι δημιούργησαν ένα αξιοθαύμαστο δίκτυο όπου μάζευαν το νερό, σε μια περιοχή γνωστή για την ανομβρία της.
Στη μακρόχρονη ιστορία της, η πόλη κατακτήθηκε από Γότθους, Λομβαρδούς, Βυζαντινούς, Άραβες και Νορμανδούς. Κατά τον 15ο αιώνα η Ματέρα πέρασε στην κυριαρχία του στέμματος της Αραγωνίας και δόθηκε ως φέουδο στην οικογένεια Τραμοντάνο, ενώ από τον 17ο αιώνα διοικήθηκε από την οικογένεια Ορσίνι. Το 1860 ενσωματώθηκε στο βασίλειο της Σαρδηνίας και τον επόμενο χρόνο στο νεοσύστατο βασίλειο της Ιταλίας. Από τότε, η Ματέρα πέρασε στην αφάνεια κι από εκεί στην παρακμή, μετατρέποντάς την σε μια πόλη φάντασμα όπου οι κάτοικοί της ζούσαν μέσα στη φτώχια και την ανέχεια, παρόλο που μερικές δεκάδες χιλιόμετρα βορειοδυτικά είχε ανακαλυφθεί η Πομπηία, η οποία άρχισε από τα τέλη του 18ου αι. να προσελκύει χιλιάδες τουρίστες και στο νότιο τμήμα της Ιταλίας. 
Τη δεκαετία του '30, η πόλη αριθμούσε 15.000 κατοίκους, οι οποίοι ζούσαν στα χαρακτηριστικά σπίτια-σπήλαια, τα διάσημα πλέον "σάσσι". Οι κάτοικοι συμβίωναν μαζί με τα ζωντανά τους στα μικρά, σκοτεινά και υγρά τους σπίτια, έκαιγαν κοπριά για να ζεσταθούν κι έπιναν νερό από μια γιγάντια στέρνα που βρισκόταν στα ριζά του οικισμού. Αυτές οι αντίξοες συνθήκες οδήγησαν στο θάνατο ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού από τύφο, ελονοσία, φυματίωση και χολέρα. Μάλιστα, η παιδική θνησιμότητα άγγιζε το 50%. Όμως, σε εκείνην την τόσο δύσκολη για την πόλη περίοδο, η Ματέρα έζησε μια ηρωική στιγμή, καθώς το 1943 υπήρξε η πρώτη ιταλική πόλη που ξεσηκώθηκε εναντίον της ναζιστικής Βερμαχτ. 
Γι' αρκετά χρόνια, η Ματέρα παραμελήθηκε και μετατράπηκε σε διαβόητο άντρο ληστών της ευρύτερης περιοχής. Η κατάσταση άλλαξε τη δεκαετία του 1950, μετά την έκδοση του βιβλίου "Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι" του Κάρλο Λέβι, το οποίο σόκαρε τον Ιταλό πρωθυπουργό Αλτσίντε ντε Γκάσπερι. Συντετριμμένος από την εικόνα της πόλης, ο Ιταλός πρωθυπουργός την χαρακτήρισε "Ντροπή της Ιταλίας" κι έδωσε εντολή εκκένωσή της, προσφέροντας στους κατοίκους της νέες πολύχρωμες πολυκατοικίες, σχολεία, κινηματογράφους κι άλλες ανέσεις που είχαν οι υπόλοιπες σύγχρονες ιταλικές πόλεις. Τα "Σάσσι" της Ματέρα ερήμωσαν μετατρέποντάς την ξανά σε πόλη φάντασμα για τρεις δεκαετίες. Όμως, η μοίρα της της επεφύλασσε μια ακόμη αναγέννηση. 
Το 1963, ο Πιερ Πάολο Παζολίνι αποφάσισε να πραγματοποιήσει τα γυρίσματα της ταινίας "Κατά Ματθαίον Ευαγγελίο" στην ερειπωμένη πόλη της Ματέρας, καθώς τα κτίσματά της, του θύμιζαν την Ιερουσαλήμ. Ακολούθησαν τα γυρίσματα κι άλλων ταινιών, καταφέρνοντας να αφυπνίσουν ένα κομμάτι των απογόνων των κατοίκων της Ματέρα, οι οποίοι δημιούργησαν τη δεκαετία του '80, την ομάδα "Scaletta" κι άρχισαν να επενδύουν στην παλιά πόλη. Τα "Σάσσι" της Ματέρα άρχισαν να κατοικούνται ξανά ενώ αρκετά μετατράπηκαν σε ξενοδοχεία, εστιατόρια και καφέ. Επίσης, αρκετοί Ιταλοί διανοούμενοι δημιούργησαν πολιτιστικούς χώρους και γκαλερί, φέρνοντας έργα σύγχρονης τέχνης να εκτεθούν εκεί, δίνοντας μια επιπλέον νέα πνοή στην πόλη. Οι διεργασίες που πραγματοποιήθηκαν από τη δεκαετία του '80 κι έπειτα, προσέφεραν μια εντυπωσιακή αναγέννηση της πόλης, η οποία χαρακτηρίστηκε το 1993 Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO κι έφτασε να γίνει πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης το 2019. 
Από τη βεράντα που στεκόμασταν κι απολαμβάναμε το μυσταγωγικό τοπίο της Ματέρα, απλωνόταν το Sasso Barisano, ένα από τα δυο αρχαία τμήματα της πόλης, ο σχηματισμός του οποίου κάποτε περικύκλωνε την Civita (την ρωμαϊκή πόλη). Το Sasso Barisano είναι λαξευμένο μέσα στους ασβεστολιθικούς βράχους, δημιουργώντας γραφικά σπιτάκια που εναλλάσσονται μέσα σε σοκάκια-λαβύρινθους και σπηλαιώδεις μαιάνδρους, δημιουργώντας ένα τοπίο μοναδικό. Η επικάλυψη διαφορετικών φάσεων αστικών μετασχηματισμών στην αρχική τραχιά μορφολογία του εδάφους κι ο εκλεπτυσμένος διάλογος μεταξύ βράχων και αρχιτεκτονικής, φαραγγιών και καμπαναριών, μοναστηριών και σπηλαίων, έχουν δημιουργήσει με την πάροδο των αιώνων ένα αστικό σκηνικό ασύγκριτης ομορφιάς και ποιότητας.  
Στο βάθος δεσπόζει πάνω στην κορυφή των βράχων ο Καθεδρικός Ναός της Ματέρα, ένας ρωμαιοκαθολικός ναός, ο οποίος είναι αφιερωμένος στην Παναγιά και στον Άγιο Ευστάθιο (Cathedral of Maria Santissima of the Bruna & Sant' Eustachio). Η κατασκευή του ναού ξεκίνησε το 1203, στο ψηλότερο σημείο της πόλης ανάμεσα στις δύο συνοικίες Sasso Barisano και Sasso Caveoso. Αρχικά ήταν σχεδιασμένο να αφιερωθεί μόνο στην Παναγία, αλλά τελικά επιλέχτηκε κι ο Άγιος Ευστάθιος, ως φόρος τιμής στην εκκλησία που υπήρχε σε εκείνο το σημείο πρωτύτερα. Πέραν από την ομορφιά του ναού, εντύπωση προκαλεί και το καμπαναριό του, το οποίο θεωρείται πως είναι το ψηλότερο της περιοχής.
Κατηφορίσαμε στα στενά σοκάκια του Sasso Barisano με κατεύθυνση προς το φαράγγι που σχηματίζει ο ποταμός Gravina. Μπαίνοντας μέσα στην παλιά πόλη, νιώθαμε πως εισχωρούσαμε και σε έναν κόσμο άλλων εποχών. Τα καλοδιατηρημένα σπίτια διατηρούσαν τα ίχνη του χρόνου ενώ τα ερειπωμένα απομεινάρια μας έδειχναν τις δύσκολες συνθήκες των ανθρώπων που ζούσαν μέσα σε αυτά μερικές δεκαετίες πριν. Σήμερα, η βραχώδης γούβα της Ματέρα φιλοξενεί διακριτικά εστιατόρια, καταστήματα με καλαίσθητα αναμνηστικά και ξενώνες πολυτελείας, προφυλάσσοντας παράλληλα τη μοναδικότητα της πόλης. Μπορεί ο τουρισμός να καλπάζει θεαματικά αλλά οι κάτοικοι διατηρούν με ευλάβεια την αυθεντικότητα της Ματέρα. 
Συνεχίσαμε τη βόλτα μας μέχρι το Αυγουστινιανό μοναστήρι που βρίσκεται στην άκρη της πόλης. Το μοναστήρι ιδρύθηκε το 1591 αλλά η εκκλησία του καταστράφηκε από έναν ισχυρό σεισμό. Ο ναός ξαναχτίστηκε σε ύστερο μπαρόκ ρυθμό το 1750 και μετονομάστηκε σε Madonna delle Grazie, αλλά οι κάτοικοι συνέχισαν να χρησιμοποιούν το όνομα του Αγίου Αυγουστίνου. Στην πρόσοψη του ναού στέκουν τα αγάλματα των Αγίων Πέτρου και Παύλου ενώ στο κέντρο βρίσκεται το άγαλμα ενός επισκόπου, πιθανότατα του Αγίου Αμβρόσιου, ο οποίος είχε βαπτίσει τον Άγιο Αυγουστίνο. Τέλος, υπάρχει και το άγαλμα του Αγίου Αυγουστίνου σε μια κόγχη. Δυστυχώς την μέρα που πήγαμε, το βρήκαμε κλειστό. Όμως από την προηγούμενη επίσκεψή μου, θυμάμαι τους σκαλιστούς σε ροκοκό ύφος βωμούς που διακοσμούν το εσωτερικό του ναού, κατασκευασμένους από ναπολιτάνους καλλιτέχνες τα έτη 1748 και 1749, καθώς και βωμούς κατασκευασμένους από τοπική πέτρα και ζωγραφισμένους σε στυλ ψεύτικου μαρμάρου, διακοσμημένους με πίνακες της ναπολιτάνικης σχολής. Σε έναν από τους δυο βωμούς υπάρχει μια τοιχογραφία της "Παναγίας των Θαυμάτων" του 1595, η οποία αφαιρέθηκε από τον τοίχο της πέτρινης εκκλησίας αφιερωμένης στον Άγιο Ιουλιανό και μεταφέρθηκε μέσα στη «νέα» εκκλησία.
Στη συνέχεια περπατήσαμε δίπλα στο φαράγγι έχοντας απέναντί μας το Περιφερειακό Πάρκο της Murgia Materana (Parco Regionale della Murgia Materana), το οποίο ιδρύθηκε με περιφερειακό νόμο στις 3 Απριλίου του 1990. Πρόκειται για μια δύσβατη περιοχή γεμάτη εκκλησίες λαξευμένες σε σπηλιές και βράχους, μία εκ των οποίων έχει νωπογραφίες του 8ου αιώνα. Από κάτω μας, κυλούσε ο ποταμός, έτοιμος να υποδεχτεί τα νερά ενός ακόμη χειμώνα. Ο δρόμος μας έβγαλε στη Sasso Caveoso, η οποία έχει διατηρήσει την αρχαία της όψη, καθώς τα σπίτια εκεί που είναι σχεδόν άψογα λαξευμένα στο βράχο, έχουν μείνει επί το πλείστον άθικτα σε σύγκριση με το παρελθόν. 
Στο συγκεκριμένα περίπατο συναντήσαμε το μοναστικό συγκρότημα Chiesa di Madonna delle Virtù & Chiesa di San Nicola del Greci, ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της Ματέρα, το οποίο περιλαμβάνει δεκάδες θαλάμους λαξευτούς που μοιράζονται σε δυο επίπεδα στα ασβεστολιθικά βράχια της περιοχής. Η Chiesa di Madonna delle Virtù χτίστηκε τον 10ο ή 11ο αιώνα και αναστηλώθηκε τον 17ο αιώνα. Πάνω από αυτήν, η απλή Chiesa di San Nicola del Greci είναι πλούσια σε τοιχογραφίες. Το συγκρότημα χρησιμοποιήθηκε το 1213 από Βενεδικτίνους μοναχούς παλαιστινιακής καταγωγής. Στις μέρες μας, οι χώροι των συγκεκριμένων ναών χρησιμοποιούνται για περιοδικές εκθέσεις έργων τέχνης, ενώ σε μια πινακίδα διάβασα πως έχουν πραγματοποιηθεί τα γυρίσματα κάποιων ταινιών στους σπηλαιώδης χώρους τους. 
Ο περίπατός μας δίπλα στο φαράγγι ολοκληρώθηκε στο βραχώδες ύψωμα του Montirone (ή Monterrone), όπου στέκει η λαξευμένη εκκλησία της Santa Maria De Idris. Το σημείο αυτό βρίσκεται στο άλλο άκρο της πόλης, προσφέροντας μια μοναδική θέα τόσο προς την Ματέρα όσο και στον ποταμό Gravina. Η εκκλησία της Santa Maria de Idris χρονολογείται από τον 15ο αιώνα και αποτελεί μέρος ενός βραχώδους συμπλέγματος που περιλαμβάνει επίσης μια παλαιότερη κρύπτη, η οποία είναι αφιερωμένη στον San Giovanni in Monterrone. Αυτή η κρύπτη είναι σημαντική για τις τοιχογραφίες που διατηρεί, οι οποίες χρονολογούνται από τον 12ο έως τον 17ο αιώνα. Οι δύο εκκλησίες επικοινωνούν μέσω ενός στενού διαδρόμου που δημιουργήθηκε τον 19ο αιώνα μέσα στο βράχο για να συνδέσει τις δύο εκκλησίες, προκαλώντας την καταστροφή αρκετών τοιχογραφιών. 
Η εκκλησία Santa Maria De Idris έχει ακανόνιστο σχέδιο και χαρακτηρίζεται από δύο διακριτά μέρη: ένα χτισμένο και ένα ανασκαμμένο. Η πρόσοψη, απλή και κατασκευασμένη από τόφφο, ξαναχτίστηκε τον 15ο αιώνα, μετά από μια κατάρρευση και διακοσμήθηκε με ένα μικρό αλλά κομψό καμπαναριό. Το εσωτερικό αποτελείται από ένα ενιαίο δωμάτιο γεμάτο ωραίες τοιχογραφίες, οι οποίες είναι εν μέρει κατεστραμμένες από τον χρόνο και την εγκατάλειψη. Η Αγία Τράπεζα είναι διακοσμημένη με μια ελαιογραφία του 17ου αιώνα, που απεικονίζει την Παναγία με το Βρέφος. Στα δεξιά βρίσκονται οι πίνακες του Αγίου Αντωνίου, της Αγίας Οικογένειας και της Μεταστροφής του Αγίου Ευσταθίου. Αριστερά της Αγίας Τράπεζας υπάρχει ένας Ευαγγελισμός και στα δεξιά μια Σταύρωση. Τέλος, το όνομα του ναού "Idris" προέρχεται από την ελληνική Οδηγήτρια (οδηγός του δρόμου ή του νερού). Στην Κωνσταντινούπολη η Παναγία ονομαζόταν και λατρευόταν έτσι, η λατρεία της οποίας εισήχθη στη νότια Ιταλία από τους Βυζαντινούς μοναχούς. Μάλιστα, υπήρχε ένα έθιμο όπου οι γυναίκες της Ματέρα ανέβαιναν προσκυνηματικά στο ναό όταν προσεύχονταν για βροχή. 
Φεύγοντας από τον βραχώδη λόφο που φιλοξενεί την εκκλησία της Santa Maria De Idris, ανηφορίσαμε στις πάνω γειτονιές του Sasso Caveoso. Εκεί συναντήσαμε το Palazzo Lanfranchi, ένα πανέμορφο ιστορικό κτήριο της Ματέρα, το οποίο αντιπροσωπεύει μια σημαντική αρχιτεκτονική τάση του 17ου αιώνα. Το κτήριο αυτό χτίστηκε το 1668 κατόπιν εντολής του επισκόπου Vincenzo Lanfranchi, σύμφωνα με τις επιταγές του Τριεντίνου. Το έργο κατασκευής ανατέθηκε στον μοναχό Francesco de Copertino, ο οποίος το 1672 ολοκλήρωσε το συγκρότημα ενσωματώνοντας προϋπάρχουσες κατασκευές. Από το 2003 το Palazzo Landranchi στεγάζει το Εθνικό Μουσείο Μεσαιωνικής και Μοντέρνας Τέχνης της Μπασιλικάτα. Μαζί με το Μουσείο Ridola, είναι ένα από τα παραρτήματα του Εθνικού Μουσείου της Ματέρα. 
Από το Palazzo Lanfranchi ξεκινάει η διάσημη οδός Via Ridola, η οποία φιλοξενεί δυο σημαντικά αξιοθέατα της πόλης, την εκκλησία της Santa Chiara d' Assisi με την εντυπωσιακή της πρόσοψη, η οποία χτίστηκε μεταξύ 1668 και 1672 και την εκκλησία του Καθαρτηρίου (Chiesa del Purtagory) με την κυρτή μπαρόκ πρόσοψή της και τη διακόσμηση με τις νεκροκεφαλές στην είσοδό της. Ένας ακόμη ναός που αξίζει κανείς να επισκεφθεί στη Ματέρα είναι ο ναός του Ιωάννη του Βαφτιστή (Chiesa di San Giovanni Battista). Πρόκειται για έναν από τους ομορφότερους ναούς της πόλης, ο οποίος κατασκευάστηκε το 1230-1233 και θεωρείται αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της ρωμανικής αρχιτεκτονικής της Απουλίας. 
Κοντά σ' αυτόν τον ναό, υπάρχει ένας κρυμμένος θησαυρός της πόλης. Αναφέρομαι στις υπόγειες σπηλαιώδεις αίθουσες που βρίσκονται κάτω από τη Chiesa di San Biagio. Από την αριστερή και δεξιά πλευρά του ναού, υπάρχουν δυο σοκάκια που σε οδηγούν σε κάποια εναπομείναντα "σάσσι" της πόλης. Εκεί είδαμε τις συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων της Ματέρα, τις κατακόμβες όπου αποθήκευαν το κρασί και τη δεξαμενή που είχαν λαξεύσει μέσα στο βράχο για να συγκρατούν το βρόχινο νερό. Η πιο όμορφη στιγμή σ' εκείνη την επίσκεψη, ήταν η κουβέντα που είχαμε με έναν από τους ανθρώπους που τους άνηκε το συγκεκριμένο "σάσσι". Με σπαστά ιταλικά και λίγα αγγλικά, μας ξενάγησε στις αίθουσες που είναι λαξευμένες στο βράχο, μας μίλησε για τις συνθήκες ζωής των ανθρώπων που έμεναν στο συγκεκριμένο "σάσσι", μας έδειξε τα απομεινάρια των αρχαίων τειχών της πόλης που εφάπτονταν με το συγκεκριμένο σπίτι και τέλος μας μίλησε για τις μνήμες της οικογένειάς του, που είχε προλάβει τις τότε αντίξοες συνθήκες διαβίωσης. Παρά τις δυσκολίες που έζησαν οι άνθρωποι εκείνη την περίοδο, ο "υπόγειος" ξεναγός μας μιλούσε με μια πίκρα για τη σημερινή κατάσταση της Ματέρα, λέγοντάς μας πως πλέον δεν υπάρχουν "σάσσι" στην πόλη καθώς όλα έχουν μετατραπεί πλέον σε ξενοδοχεία, εστιατόρια και καφέ. Αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση, κάνοντάς με να προσπαθώ να διακρίνω μέσα από τα θλιμμένα του μάτια τη νοσταλγία ενός δύσκολου και σχεδόν αντίξοου παρελθόντος που έχει περάσει πια ανεπιστρεπτί.  
Η νύχτα μας βρήκε στο σημείο που ξεκινήσαμε τη βόλτα μας στην πανέμορφη Ματέρα. Ξαναβγήκαμε στη βεράντα της Piazza Vittorio Veneto για να δούμε τη νυχτερινή όψη της πόλης, η οποία είχε φωταγωγηθεί από τις λάμπες των σοκακιών. Οι αρχαίες γειτονιές της είχαν αποκτήσει μια άλλη ζωντάνια, αποδεικνύοντας το πείσμα της απόλυτης ομορφιάς που επιμένει να παραμένει αιώνια απέναντι στη φθορά του χρόνου. 

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Λέτσε, η αναγεννησιακή πόλη του ιταλικού νότου




Αν αναζητήσει κανείς το Λέτσε στον ιταλικό χάρτη, θα διαπιστώσει πως βρίσκεται στο ανατολικότερο άκρο της χώρας. Από τη μια φαίνεται τόσο απομακρυσμένο από την υπόλοιπη Ιταλία κι από την άλλη δείχνει να εγγίζει διακριτικά τη δική μας γεωγραφική γειτονιά και ιδιοσυγκρασία. Παρόλο που η πόλη αυτή δείχνει τόσο αποκομμένη από τις υπόλοιπες ιταλικές πόλεις, της αποδόθηκε ο χαρακτηρισμός "Φλωρεντία του Νότου", θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο να την εντάξουν στο τουριστικό άρμα των υπολοίπων διάσημων πόλεων της Ιταλίας ή να της προσδώσουν κάποιο δανειζόμενο κύρος για να τραβήξει την προσοχή των απανταχού περιπλανώμενων ταξιδιωτών. Προσωπικά, θεωρώ πως ο όρος αυτός είναι τελείως παραπλανητικός και δεν αξίζει να τον φέρει η συγκεκριμένη πόλη καθώς είναι από μόνη της ξεχωριστή τόσο για τον δικό της αναγεννησιακό χαρακτήρα όσο και για την έντονη μπαρόκ αισθητική, η οποία έχει αποτυπωθεί εντυπωσιακά στο μαλακό πέτρωμα της περιοχής του Λέτσε, το οποίο έδωσε τη δυνατότητα να σμιλευθούν υπέροχα διακοσμητικά ανάγλυφα στις προσόψεις των ναών και των αρχοντικών κτηρίων του Λέτσε. 
Για την επίσκεψή μας στην αναγεννησιακή πόλη του ιταλικού νότου, αναχωρήσαμε από το Μπάρι με τραίνο με κατεύθυνση προς την άκρη του τακουνιού της ιταλικής μπότας. Στη σχεδόν δίωρη διαδρομή περάσαμε από διάφορα διάσημα σημεία της Απουλίας όπως το Polignano a Mare, τη Μονόπολη, το Οστούνι καθώς και το λιμάνι του Μπρίντιζι. Διασχίζοντας τις ατελείωτες ακτές της Αδριατικής και τους αιωνόβιους ελαιώνες του Σαλέντο, φτάσαμε στο Λέτσε. 
Η πόλη σύμφωνα με τον μύθο, ιδρύθηκε από τον Μαλέννιο, απόγονο του βασιλιά Μίνωα γύρω στο 1200 π.Χ. και γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη τον 3ο αι. π.Χ. κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής κυριαρχίας. Έκτοτε υπήρξε για πέντε αιώνες κομμάτι της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η οικονομική άνθηση της πόλης συνεχίστηκε και κατά την περίοδο της κυριαρχίας των Νορμανδών αλλά και του Βασιλείου της Νάπολης, με το απόγειό της να ανάγεται στον 16ο αι. όταν ορθώθηκαν τα τείχη και το κάστρο από τον Κάρολο Ε' των Αψβούργων, ο οποίος ήθελε να την προστατεύσει από τους Οθωμανούς. Εκείνη την περίοδο, το Λέτσε μετατράπηκε σε μια από τις σημαντικότερες μπαρόκ πόλεις του βασιλείου του.
Η πλούσια ιστορία του Λέτσε και τα ίχνη των κατακτητών της, αντανακλώνται παντού στην πόλη. Εξακολουθούν να ορθώνονται τα ισχυρά τείχη της, προστατεύοντας όλες τις αρχιτεκτονικές τάσεις που άνθισαν εντός της πόλης. Περπατώντας στα στενά και φωτεινά από το χρώμα της πέτρας σοκάκια της, μπορεί κανείς να συναντήσει κτήρια με νεοκλασικό, νεομαυριτάνικο ή νεογοτθικό ρυθμό. Αυτός όμως που υπερισχύει είναι ο μπαρόκ ρυθμός με τον αριστοτεχνικό καλλιτεχνικό διάκοσμο, ο οποίος έφτασε σε ένα ιδιάζων επίπεδο, αποκτώντας τον χαρακτηρισμό "Barocco Leccese", ο οποίος βασίστηκε στο μαλακό πέτρωμα "Pietra Leccese", με τη θερμή της απόχρωση. 
Η βόλτα μας στην πόλη ξεκίνησε από την "Porta San Biagio", η οποία βρίσκεται δίπλα στον σιδηροδρομικό σταθμό. Η συγκεκριμένη πύλη μαζί με την "Porta Napoli", είναι ένα από τα πιο εμβληματικά αρχιτεκτονικά ορόσημα του Λέτσε, που κάποτε χρησίμευαν ως τελετουργικές εισόδους για την πόλη. Χτίστηκε το 1548 προς τιμήν του αυτοκράτορα Καρόλου Ε' και ξεχωρίζει για τα κορινθιακά κιονόκρανά της και τις μπαρόκ ανάγλυφες λεπτομέρειές της. Η λατινική επιγραφή που δεσπόζει πάνω από την πύλη υπενθυμίζει στους επισκέπτες τη στρατηγική σημασία της πόλης στην ιστορία. 
Απέναντι από την πύλη και λίγο έξω από τα όρια του ιστορικού κέντρου βρίσκεται το μνημείο πεσόντων του Λέτσε, το οποίο στήθηκε το 1928 για να αποτίσει φόρο τιμής στους στρατιώτες του Λέτσε που έπεσαν κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Ιταλοτουρκικό πόλεμο. Στο κέντρο του μνημείου ορθώνεται ένας πέτρινος οβελίσκος, ο οποίος πλαισιώνεται από δύο πτέρυγες διακοσμημένες με αναμνηστικές πλάκες. Επίσης, στο μπροστινό μέρος του μνημείου, στέκει ένα χάλκινο γυναικείο άγαλμα που αναπαριστά τη μορφή της Νίκης. Στην κορυφή του οβελίσκου, σχεδόν αιωρείται μια κόκκινη σφαίρα που συμβολίζει την παγκόσμια σημασία της θυσίας. Το συγκεκριμένο προπαγανδιστικό μνημείο είναι έργο του αρχιτέκτονα Eugenio Maccagnani, το οποίο σήμερα είναι καταγεγραμμένο ως κειμήλιου του Α' Παγκοσμίου Πολέμου σύμφωνα με τη νομοθεσία για την προστασία της στρατιωτικής ιστορικής κληρονομιάς. 
Στην ευρύτερη περιοχή της "Porta San Biagio" υπάρχουν διάφορα αρχοντικά κτήρια, πάνω στα οποία αποτυπώνονται όλες οι αρχιτεκτονικές τάσεις που είχαν ανθίσει στην πόλη, όπως η "Villa Martini" με το μαυριτανικό της στυλ και το "Palazzo Grassi" με τον πλούσιο μπαρόκ διάκοσμό του. 
Έχοντας μπει στο ιστορικό κέντρο της πόλης, συναντήσαμε πρώτα την "Chiesa di San Matteo", η οποία είναι ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα "architettura barocca" με την κυρτή της πρόσοψη (facciata curva) και τις πλούσιες από ανάγλυφα διακοσμητικά στοιχεία κολώνες της (colonne scolpite). Ο συγκεκριμένος ναός χτίστηκε το δεύτερο μισό του 17ου αι. στη θέση ενός παρεκκλησιού του 15ου αι. και βασίστηκε σε σχέδια του Achille Larducci di Salo (ανιψιός του Francesco Borromini). 
Λίγα βήματα πιο πέρα από την μπαρόκ εκκλησία, απλώνεται η καρδιά της πόλης, η "Piazza Sant' Oronzo". Σε αυτό το άνοιγμα συναντάμε όλες τις ιστορικές αρχιτεκτονικές τάσεις που εδραιώθηκαν σ' αυτό το σημείο της ιταλικής χερσονήσου. Μέσα σε ένα πλάνο μπορεί κανείς να παρατηρήσει ρωμαϊκά απομεινάρια περιβαλλόμενα από μεσοπολεμικά και φασιστικά κτήρια ενώ στο φόντο ξεπηδούν μπαρόκ προσόψεις ναών κι ορθώνονται αναγεννησιακά καμπαναριά. Ας τα πάρουμε όμως όλα με τη σειρά. 
Το πιο σημαντικό αξιοθέατο στη συγκεκριμένη πλατεία είναι το καλοδιατηρημένο ρωμαϊκό αμφιθέατρο, το οποίο ανακαλύφθηκε το 1901 μετά από κατασκευαστικές εργασίες που έγιναν για να χτιστεί μια τράπεζα. Το αμφιθέατρο ανάγεται στην εποχή του αυτοκράτορα Αδριανού, τότε που το Λέτσε ήταν λιμάνι της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Το ρωμαϊκό αμφιθέατρο είναι ένα από τα πιο θεαματικά μνημεία της πόλης, παρόλο που ένα μικρό του κομμάτι είναι ορατό καθώς το υπόλοιπο παραμένει θαμμένο κάτω από τα υπόλοιπα κτήρια της πλατείας. Το κομμάτι που είναι σήμερα ορατό είναι ένα μέρος της αρένας και της cavea, των διαζωμάτων με τα καθίσματα των θεατών. Σύμφωνα με το ελλειπτικό του σχήμα που είναι σήμερα ορατό, έχει υπολογιστεί ότι πιθανότατα να φιλοξενούσε 12.000 με 14.000 θεατές.  
Λίγο πιο πέρα από το ρωμαϊκό αμφιθέατρο, ορθώνεται η "Colonna di Sant' Oronzo", μια στήλη 29 μέτρων, η οποία παλιότερα έστεκε στο Μπρίντιζι, σηματοδοτώντας το τέλος της Αππίας Οδού. Στην κορυφή της στήλης στέκει το χάλκινο άγαλμα του Sant' Oronzo, του πολιούχου της πόλης. Η μορφή του αγίου τοποθετήθηκε το 1666 για να τον τιμήσουν που προστάτευσε την πόλη κατά τη διάρκεια της πανώλης. Ακριβώς παρόμοια στήλη υπάρχει και στο Οστούνι. 
Δίπλα στη "Colonna di Sant' Oronzo" βρίσκεται το "Palazzo del Seggio", γνωστό κι ως "Il Sedile", το οποίο χτίστηκε το 1592 από τον Βενετό δήμαρχο Pietro Mocenigo και λειτούργησε ως έδρα του δημοτικού συμβουλίου και τόπο συνάντησης των ευγενών της πόλης. Το συγκεκριμένο αριστοκρατικό κτίσμα συνδυάζει το γοτθικό στυλ (τα εσωτερικά του τόξα) με το αναγεννησιακό ύφος (οι όμορφες τοιχογραφίες). Δυστυχώς δεν καταφέραμε να μπούμε μέσα καθώς ανακαινίζεται αλλά καταφέραμε να θαυμάσουμε τον εσωτερικό του διάκοσμο από τις μεγάλες τζαμαρίες του. Στην ένωση των τόξων διακρίνεται ένα οικόσημο και στα πλάγια απεικονίζονται πανοπλίες, ασπίδες, σπαθιά, ξίφη, κράνη κι άλλα στοιχεία που του προσέδιδαν κάποιο κύρος. 
To "Il Sedile" γειτνιάζει με την "Ex Chiesa di San Marco", έναν ναΐσκο που κτίστηκε στη θέση ενός προγενέστερου του 1543, για να εξυπηρετήσει την βενετσιάνικη παροικία. Ο ναός είναι ένα κυβικό μπλοκ με ύστερη αναγεννησιακή τεχνοτροπίας. Στην πρόσοψη δεσπόζει το φτερωτό λιοντάρι που κρατά ένα βιβλίο, σύμβολο του Αγίου Μάρκου. Με τα χρόνια, ο ναός ερειπώθηκε κι η πύλη του υπέστη σοβαρές ζημιές μετά από πυρκαγιά. Παρόλο που δόθηκε εντολή να κατεδαφιστεί, ο ναός αναστηλώθηκε εν μέρει το 1930 κι εξακολουθεί να στέκει στη θέση του. Δυστυχώς την μέρα που επισκεφθήκαμε το Λέτσε δεν ήταν ανοιχτός. 
Τέλος, στη συγκεκριμένη πλατεία βρίσκεται κι η "Santa Maria della Grazia", η οποία χτίστηκε τον 16ο αι. σύμφωνα με τα σχέδια του κληρικού Michele Coluccio και φημίζεται για την εντυπωσιακή ξύλινη οροφή της και τους πίνακες του τοπικού ζωγράφου Oronzo Tiso που χρονολογούνται από τον 18 αι. Αξίζει κανείς να θαυμάσει από κοντά την τοιχογραφία του 14ου αι. που απεικονίζει την Παναγιά και Βρέφος. Η τοιχογραφία αυτή που ανακαλύφθηκε τυχαία κατά την ανακαίνιση ορισμένων κτηρίων στις αρχές του 16ου αι. θεωρήθηκε θεϊκό σημάδι, οδηγώντας τους κατοίκους της πόλης να χτίσουν τον συγκεκριμένο ναό. 
Δίπλα στην πλούσια από μνημεία, καρδιά του ιστορικού κέντρου βρίσκεται το "Castelo Carlo V." Το λιτό οχυρό του 12ου αι. χτίστηκε αρχικά από τους Νορμανδούς κι ενισχύθηκε από τον Ισπανό βασιλιά Κάρολο Ε' των Αψβούργων, ο οποίος διέταξε την επέκταση και την αναδιάρθρωσή του τον 16ο αι. για να προστατευθεί η πόλη από τους Οθωμανούς. Λόγω επεμβάσεων που πραγματοποιούνταν εκείνον τον καιρό στο μνημείο, δεν είχαμε τη δυνατότητα να δούμε να ενδότερά του. Τουλάχιστον μπορέσαμε να κάνουμε μια βόλτα στον προαύλιο χώρο του και στη συνέχεια να βγούμε στον Δημοτικό Κήπο Τζιουζέπε Γκαριμπάλντι. 
Αφού κάναμε μια δροσερή βόλτα μέσα στον κήπο, περάσαμε από την εσωτερική αυλή του "Palazzo dei Celestini" για να βρεθούμε μπροστά στο διασημότερο αξιοθέατο της πόλης, το οποίο είναι η "Basilica di Santa Croce" με την πλούσια μπαρόκ πρόσοψή της και τον εντυπωσιακό εσωτερικό της διάκοσμο. Στο σημείο που βρίσκεται σήμερα ο ναός προϋπήρχε ένα μοναστήρι του 14ου αι. που είχε ιδρυθεί από τον Walter VI, κόμης της Brienne. Το 1549 ξεκίνησε η κατασκευή μιας νέας εκκλησίας, για της οποίας το χτίσιμο χρησιμοποιήθηκαν δομικά υλικά από σπίτια Εβραίων που είχαν εκδιωχθεί από το Λέτσε το 1510. Η κατασκευή του ναού διήρκεσε δυο αιώνες. Η κάτω πρόσοψη ολοκληρώθηκε το 1582 ενώ ο τρούλος το 1590. Οι πύλες προστέθηκαν το 1606 από τον Francesco Antonio Zimbalo κι ολοκληρώθηκε από τους διαδόχους του Cesare Penna (άνω πρόσοψη και το παράθυρο με το τριαντάφυλλο) και Giuseppe Zimbalo (διακόσμηση της άνω πρόσοψης). Ο ναός έχει μια πλούσια διακοσμημένη πρόσοψη, με έξι λείες κολώνες που στηρίζουν ένα θριγκό, ο οποίος είναι φορτωμένος με ζώα, γκροτέσκες φιγούρες και με ένα μεγάλο στρογγυλό παράθυρο με τριαντάφυλλα. Η κύρια πύλη έχει ένα ζευγάρι κορινθιακών κιόνων και τα οικόσημα του Φιλίππου Γ' της Ισπανίας, της Mary of Enghein και του Walter VI της Brienne, ενώ στις πλευρικές πύλες βρίσκονται αυτά των Σελεστίνων. Οι άτλαντες που σηκώνουν τον γλυπτό διάκοσμο, πιθανώς αντιπροσωπεύουν τους Τούρκους που πιάστηκαν αιχμάλωτοι στη Μάχη της Ναυπάκτου. Τα ζώα κάτω από το κιγκλίδωμα πιθανότατα να συμβολίζουν τις χριστιανικές δυνάμεις που συμμετείχαν στη μάχη: ο δράκος ήταν το σύμβολο των Boncompagni, της οικογένειας του Πάπα Γρηγορίου ΙΓ΄. ο γρύπας τη Δημοκρατία της Γένοβας και ο Ηρακλή τον Μεγάλο Δούκα της Τοσκάνης. Ο εσωτερικός διάκοσμος του ναού είναι σε σχέδιο λατινικού σταυρού. Αρχικά είχε έναν κυρίως ναό και τέσσερα κλίτη, δυο από τα οποία μετατράπηκαν σε πλευρικά παρεκκλήσια τον 18ο αι. Αυτό όμως που εντυπωσιάζει εσωτερικά είναι η πλούσια ξύλινη οροφή του.
Φεύγοντας από την Βασιλική του Τίμιου Σταυρού περπατήσαμε ως την "Porta Napoli", φτάνοντας στο άλλο άκρο του ιστορικού κέντρου. Η "Porta Napoli" είναι μια ακόμη εμβληματική πύλη, η οποία χτίστηκε το 1548 προς τιμήν του αυτοκράτορα Καρόλου Ε'. Αυτό που την κάνει ξεχωριστή είναι οι κορινθιακοί κίονες και το οικόσημο που αντιπροσωπεύει την αυτοκρατορική εξουσία. Στη λατινική επιγραφή γίνεται αναφορά στις νίκες του αυτοκράτορα και στην πίστη του λαού του Λέτσε προς το πρόσωπό του. 
Από την "Porta Napoli" διασχίσαμε την οδό Guiseppe Palmieri για να να βρεθούμε στην περίκλειστη "Piazza del Duomo", όπου βρίσκεται ο Καθεδρικός ναός "Maria Santissima Assunta" με τα παρεκκλήσια του, το πανύψηλο καμπαναριό του Καθεδρικού (Campanile del Duomo), το μουσείο MUDAS (Museo Diocesano di Arte Sacra) με την πλούσια συλλογή εκκλησιαστικής τέχνης καθώς και το "Palazzo Arcivescovile". 
Πρώτα επισκεφθήκαμε το καμπαναριό καθώς θέλαμε να απολαύσουμε την πόλη από ψηλά όσο ήταν ακόμη μέρα. Το Καμπαναριό του Λέτσε (Campanile del Duomo) χτίστηκε το 1661-62 από τον Guissepe Zimbalo. Αποτελείται από πέντε κωνικά επίπεδα με κιγκλιδώματα, ανοίγματα σε περίτεχνα παράθυρα και οκταγωνικό θόλο σε μπαρόκ ύφος. Με ύψος τα 68,38 μέτρα είναι ο ψηλότερος πύργος στο Σαλέντο, ενώ πανευρωπαϊκά κατέχει την 17η θέση. Με έναν σχετικά γρήγορο και βολικό ανελκυστήρα που τοποθετήθηκε το 2022, βρεθήκαμε στην κορυφή και με τη βοήθεια των χαρτών που ήταν τοποθετημένοι στα μπαλκόνια παρατηρούσαμε από ψηλά τα μνημεία της πόλης. Πέρα όμως από την πόλη, φαινόντουσαν και τα γύρω χωριά που βρίσκονται διάσπαρτα στην ευρύτερη περιοχή (διακρίνεται ακόμη και το Μπρίντιζι) ενώ σε καθαρές μέρες μπορεί κανείς να δει τις ακτές της Αλβανίας. 
Αμέσως μετά, επισκεφθήκαμε τον καθεδρικό ναό, ο οποίος είναι ένα ακόμη σημαντικό παράδειγμα της νότιας ιταλικής μπαρόκ αρχιτεκτονικής και θεωρείται ιταλικό εθνικό μνημείο. Ο πρώτος ναός χτίστηκε το 1144 από τον επίσκοπο Formoso Lubelli. Το 1230, με εντολή του επισκόπου Roberto Voltorico, ο καθεδρικός ναός ανακαινίστηκε και ξαναχτίστηκε σε ρομανικό στυλ. Το 1659, ο επίσκοπος του Λέτσε, Luigi Pappacoda, ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Guiseppe Zimbalo γνωστό ως "Zingarello", να ξαναχτίσει την εκκλησία στο στυλ του τοπικού μπαρόκ (Barocco Leccese). Πέρα από τον πλούσιο εξωτερικό διάκοσμο, ο ναός εντυπωσιάζει κι εσωτερικά με την μαρμάρινη και μπρούτζινη διακόσμηση της Αγίας Τράπεζας, η οποία έρχεται σε αντίθεση με την ξυλόγλυπτη οροφή. Όμως, τις εντυπώσεις κλέβει η κρύπτη του 12ου αι. με τα μπαρόκ παρεκκλήσια και τις 92 κολώνες, των οποίων τα κιονόκρανα φέρουν ανθρώπινες μορφές.
Τέλος, το Επισκοπικό Μουσείο Ιερής Τέχνης, σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Giuseppe Cino κατόπιν εντολής του επισκόπου Michele Pignatelli και στεγάζεται στο πρώην παλάτι του Σεμιναρίου. Η κατασκευή του ξεκίνησε το 1694, εγκαινιάστηκε το 1709 κι επεκτάθηκε με σοφίτα το 1729 από τον Fabrizio Pignatelli. Στη συλλογή του υπάρχουν αρκετοί πίνακες ζωγραφικής, γλυπτά, ασημένια αντικείμενα και λειτουργικά άμφια που απεικονίζουν την καλλιτεχνική ιστορία της επισκοπής του Λέτσε. Τα έργα καλύπτουν τον 16ο με 17ο αι., με αξιοσημείωτα κομμάτια η βενετσιάνικη "Madonna of Carmine", το "Pasce oves meas" του Nicolas Poussin κι η "Madonna of the Rosary", έργο του τοπικού ζωγράφου Oronzo Tiso. Επίσης το έργο "Sacra Famiglia del Cucito" είναι φανερά επηρεασμένο από τον Καραβάτζιο. Στο ίδιο κτήριο στεγάζονται τα Επισκοπικά Αρχεία και η Βιβλιοθήκη Innocentian. 
Όταν βγήκαμε από το μουσείο είχε ήδη να νυχτώνει. Το φως της μέρας αντικαταστάθηκε με το φώτα της πόλης που τόνιζαν τις προσόψεις των μνημείων και των αρχοντικών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το θερμό φως των προβολέων με το φωτεινό χρώμα της πέτρας του Λέτσε, να μετατρέπουν την πόλη σε μια φλεγόμενη πολιτεία. Μια υπέροχη πανδαισία ζεστού φωτός απλωνόταν πάνω από τα σοκάκια προσφέροντας μια μυσταγωγική ατμόσφαιρα στις περιπλανήσεις μας. Οι δρόμοι μεμιάς γέμισαν κόσμο που είχε βγει να απολαύσει τις τελευταίες ζεστές μέρες του χρόνου. Μαζί μ' αυτούς κι εμείς έχοντας χορτάσει από αξιοθέατα, προσπαθήσαμε να ζήσουμε τον παλμό του Λέτσε. Στις τελευταίες μας περιπλανήσεις απολαύσαμε μια λαχταριστή καρμπονάρα έχοντας μπροστά μας το ρωμαϊκό αμφιθέατρο και το "Il Sedule" στη "Piazza Sant' Orozo" κι ανακαλύψαμε το τοπικό γλυκό "Pasticciotto Leccese", το οποίο λατρέψαμε αφάνταστα για την τραγανή του ζύμη σαμπλέ που έλιωνε στο στόμα και την πλούσια γέμιση με κρέμα αρωματισμένη με λεμόνι, κάτι που μας οδήγησε να αγοράσουμε κάμποσα κομμάτια για να τα τρώμε κάθε πρωί, όσο θα 'μασταν στην Ιταλία. 
Αργά το σούρουπο, αποχαιρετήσαμε απρόθυμα την κομψά αρχοντική πόλη του Λέτσε, παρεισφρέοντας διακριτικά στους σφύζοντες από την κυριακάτικη έξοδο δρόμους της και εισπνέοντας μια γιορτινή αύρα που όλο και πλησίαζε, ενώ το υψωμένο χέρι του αγάλματος του αγίου στην "Piazza Sant' Orozo" προσκαλούσε το βλέμμα μας στον ουρανό, ίσως μια καίρια υπενθύμιση της περασμένης ώρας και του τραίνου που προετοιμαζόταν για μια ακόμη επικείμενη αναχώρηση. Φύγαμε από την πόλη χορτασμένοι από εικόνες, αξιοθέατα, στιγμές και γεύσεις. Αυτό που μου μένει από τη συγκεκριμένη επίσκεψη είναι πως το Λέτσε δεν έχει ανάγκη τη φήμη της Φλωρεντίας ή οποιασδήποτε άλλης πόλης για να αναδειχθεί. Είναι μια αυθεντική αριστοκρατική πόλη που έχει μάθει να ζει με τους κατοίκους της και τους φοιτητές της, ήσυχα στην άκρη της πολύβουης ιταλικής χερσονήσου. 

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025

Αλμπερομπέλο, Οστούνι & Μονόπολη, οι λευκές πόλεις της Απουλίας

 


Η Απουλία είναι από τα λιγοστά μέρη της ιταλικής χερσονήσου που είχε μείνει πίσω στον τουριστικό στίβο. Από τη μια ο φτωχός νότος κι από την άλλη τα δυο λιμάνια του Μπάρι και του Μπρίντιζι, έκαναν το "τακούνι της μπότας" να δείχνει στα μάτια των περισσοτέρων αδιάφορο σε αντίθεση με άλλες περιοχές της Ιταλίας που εδώ και δεκαετίες έχουν διαφημιστεί ιδιαιτέρως για τα μνημεία τους, τα μουσεία τους και τις πανέμορφες πόλεις τους. 
Όμως, τα τελευταία χρόνια η Απουλία έχει αρχίσει να τραβάει την προσοχή αρκετών επισκεπτών. Πέρα από το Λέτσε που δικαίως έχει αποκτήσει το προσωνύμιο "Φλωρεντία του Νότου", έχουν αρχίσει να αναδεικνύονται κι άλλα όμορφα μέρη της. Στη συγκεκριμένη ανάρτηση θα αναφερθώ στο Αλμπερομπέλο που έχει μετατραπεί σε έναν από τους πιο πολυδιαφημισμένους προορισμούς των τελευταίων ετών αλλά και στις πανέμορφες πόλεις του Οστούνι και της Μονόπολη, που μας είχε προτείνει μια κοπέλα που είχαμε συναντήσει το περσινό καλοκαίρι στο Σπλιτ της Κροατίας, η οποία είχε σπουδάσει στο περίφημο πανεπιστήμιο του Μπάρι κι είχε επισκεφθεί τα συγκεκριμένα μέρη. 
Αναχωρήσαμε για το Αλμπερομπέλο με τραίνο από το Μπάρι, παρόλο που υπήρχε συχνή συγκοινωνία και με τοπικά λεωφορεία. Η διάρκεια του ταξιδιού ήταν μεγάλη σε σχέση με την απόσταση που είχαμε να διανύσουμε καθώς υπήρχαν εργασίες αναβάθμισης της σύνδεσης της πρωτεύουσας της Απουλίας με το συγκεκριμένο χωριό. Όμως, αυτή η σχετικά αργή μετακίνηση, μας πρόσφερε μια ευχάριστη άφιξη στον προορισμό μας καθώς έξω από τα παράθυρα διακρίναμε κάθε τόσο τους διάσημους "τρούλους" να ξεπροβάλουν μέσα από τους αγρούς του ιταλικού νότου. Κι όσο αυτοί οι "τρούλοι" αυξάνονταν, τόσο συνειδητοποιούσαμε πως προσεγγίζαμε το διάσημο χωριό. 
Το Αλμπερομπέλο, το οποίο στα ιταλικά σημαίνει "Όμορφο Δέντρο" βρίσκεται στην κοιλάδα της Ίτρια και του καρστικού οροπεδίου της Μούρτζια. Ο πληθυσμός του ανέρχεται στους 10.465 κατοίκους και  βρίσκεται αρκετά κοντά στο Μπάρι και στο Μπρίντιζι, ενώ από την Μονόπολη απέχει μόλις 20χλμ. Το χωριό έγινε παγκοσμίως διάσημο για τα μικρά ασβεστολιθικά του κτίσματα, τα οποία καταλήγουν σε κωνικές, πυραμιδικές ή θολωτές στέγες, οι οποίες είναι κατασκευές με την τέχνη της ξερολιθιάς κι έχουν γίνει γνωστές με τον όρο "Τρούλοι". Γι' αυτό το λόγο, το Αλμπερομπέλο αποκαλείται η "πρωτεύουσα των Τρούλων". 
Το όνομα τρούλοι (trulli) μπορεί να προέρχεται είτε από τη λέξη τύρρις (και τύρσις, turris), που σημαίνει πύργος, περιτειχισμένη πόλη ή οχυρωμένη οικία, είτε από την ελληνική λέξη θόλος, οικοδόμημα με καμπυλόσχημη στέγη. Η ιδιαίτερη αρχιτεκτονική έκφραση των Τρούλων αναγνωρίστηκε από την ιταλική κυβέρνηση ήδη από το 1910 όταν χαρακτήρισε ως εθνικό μνημείο τη συνοικία Μόντι (Monti) και αργότερα, το 1930, τη συνοικία Αία Πίκολα (Aia Piccola). 
Η τεχνική κατασκευής τους είναι παρόμοια με αυτήν των πρωτόγονων καλυβών των προϊστορικών χρόνων. Κατασκευάζονταν χωρίς κονίαμα για να χρησιμεύσουν ως προσωρινά καταφύγια και αποθήκες, αλλά και ως μόνιμη κατοικία από μικροϊδιοκτήτες γης, εργάτες κι αγρότες. Ο λόγος που προτιμούσαν τέτοιου είδους κατασκευές ήταν προκειμένου να αποφεύγουν τη φορολόγηση από το Βασίλειο της Νάπολης, αφού πολύ εύκολα τα κτίσματα μπορούσαν να γκρεμιστούν και να κατασκευαστούν ξανά. Ορισμένοι μελετητές ισχυρίστηκαν ότι οι τρούλοι προέρχονται από τη Μέση Ανατολή, αναφερόμενοι στα πλίθινα μελίσσια στο Χαρράν, στα σύνορα Συρίας-Τουρκίας. Αυτά τα σπίτια με κυψέλες έχουν παρόμοιο σχήμα και πιστεύεται ότι χρονολογούνται πριν από τουλάχιστον 3.000 χρόνια. Στις μέρες μας, οι "Τρούλοι" του Αλμπερομπέλο θεωρούνται ως ένα από τα καλύτερα σύνολα ξερολιθικών κατασκευών στην Ευρώπη και συγκαταλέγονται στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO από τις 6 Δεκεμβρίου του 1996.
Η δημιουργία του οικισμού αποδίδεται στους κόμητες Ακουαβίβα του Κονβέρσο, που απέκτησαν τον έλεγχο της περιοχής λόγω της συμμετοχής τους στις Σταυροφορίες. Το 1480 ο κόμης Ιούλιος Αντόνιο Α΄ Ακουαβίβα (Giulio Antonio I Acquaviva) έλαβε διαταγή από τον βασιλιά Φερδινάνδο Α΄ της Νεάπολης, πατέρα της βασίλισσας της Ουγγαρίας Βεατρίκης της Νεάπολης, να εμποδίσει τους Οθωμανούς να αποβιβαστούν κοντά στο Οτράντο. Η εκστρατεία στέφθηκε με επιτυχία, οι Οθωμανοί υποχώρησαν αλλά ο κόμης σκοτώθηκε στη μάχη. Η βασιλική ανταμοιβή, την οποία πλέον έλαβε ο γιος του, ο Αντρέα Ματέο Γ΄ Ακουαβίβα, ήταν μια ακατοίκητη περιοχή της Μούρτζια που μέχρι τότε ανήκε στους πρίγκιπες της Μαρτίνα Φράνκα. Ο νεαρός κόμης μετέφερε περίπου 40 αγροτικές οικογένειες από το φέουδο του Νότσι (Noci) για να καλλιεργήσουν τη γη, με την υποχρέωση να του αποδίδουν τον δασμό της δεκάτης, δηλαδή το 10% της καλλιέργειας. Ο μικρός οικισμός σταδιακά μεγάλωσε, αλλά παρατηρείται ταχεία ανάπτυξη την εποχή του κόμη Τζιάν Τζιρολάμο Β΄ Ακουαβίβα. Σύμφωνα με μια υπόθεση, που υποστηρίζεται από ιστορικά έγγραφα, η ανάπτυξη του οικισμού συνδέεται με τη φοροδιαφυγή του κόμητος εις βάρος του βασιλιά της Νάπολης. Το 1635, στο κέντρο της περιοχής, ανήγειρε πανδοχείο, αίθουσα συνεστιάσεων, ταβέρνα, ορατόριο (παρεκκλήσιο) αφιερωμένο στην Παναγία του Λορέτο και στους Αγίους Κοσμά και Δαμιανό και συνέχισε την κατασκευή κατοικιών. 
Η αφθονία του υλικού, ιδιαίτερα του ασβεστόλιθου και της καρστικής πέτρας, σε συνδυασμό με την κατασκευή κατοικιών μόνο με ξερολιθιές, χωρίς συνεκτικό κονίαμα, εξελίχθηκε στον χαρακτηριστικό παραδοσιακό τρούλο και συνέβαλε στην επέκταση του οικισμού. Για την κατασκευή χρησιμοποιήθηκαν οι ασβεστολιθικές πλάκες κιάνκε (chianche) για τα δάπεδα και κιανκαρέλε (chiancarelle) για τις κωνικές οροφές. Οι πλάκες διέφεραν ως προς το πάχος: οι κιάνκε προέρχονταν από πέτρινες στρώσεις τουλάχιστον 8-15 εκατοστών, ενώ οι κιανκαρέλε ήταν οι πιο λεπτές. 
Φτάνοντας στο χωριό, προτιμήσαμε να κινηθούμε πρώτα προς τη λιγότερο γνωστή και τουριστική γειτονιά, την Aia Piccola, όπου τα μικρά σπιτάκια με τους κωνικούς τρούλους παραμένουν κατοικίες, διατηρώντας την αυθεντικότητα του οικισμού. Με αθόρυβα βήματα και ψιθυριστές σχεδόν κουβέντες για να μην ταράξουμε την πρωινή ραστώνη των ενοίκων, περιπλανηθήκαμε σ' αυτήν την μικρή γειτονιά φτάνοντας στην κορυφή της όπου δεσπόζει η βασιλική που είναι αφιερωμένη στους Αγίους Κοσμά και Δαμιανό (Parrocchia Santuario Basilica S.S. Cosma E Damiano), οι οποίοι είναι προστάτες του χωριού. Ο ναός είναι έργο του αρχιτέκτονα Αντόνιο Κούρι και διαθέτει δυο δίδυμα καμπαναριά, ενώ το εσωτερικό της είναι διακοσμημένο σε νεοαναγεννησιακό στυλ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα δύο ξύλινα αγάλματα των αγίων (1782 και 1784), που φυλάσσονται στο εσωτερικό της εκκλησίας, καθώς επίσης κι η λειψανοθήκη που περιέχει μερικά κομμάτια οστών των αγίων.
Πίσω από τη βασιλική, συναντήσαμε το Trullo Sovrano, ένα ξεχωριστό παραδοσιακό κτίσμα του 18ου αι. το οποίο υπήρξε το μεγαλύτερο και μοναδικό διώροφο σπίτι του χωριού κι άνηκε στην εύπορη οικογένεια του ιερέα Κατάλντο Πέτρα. Σήμερα στεγάζει ένα μουσείο πολιτιστικής κληρονομιάς με αυθεντική επίπλωση εκείνης της περιόδου και καθημερινά χρηστικά αντικείμενα που είχε κάθε οικογένεια. Αυτό που μου έκανε μεγάλη εντύπωση ήταν η εσωτερική διαρρύθμιση του οικήματος, η οποία πρόσφερε σχετικά μεγάλους κι άνετους χώρους παρά το μικρό μέγεθος που δείχνει εξωτερικά. Επίσης οι λευκοί ασβεστωμένοι τοίχοι παρέχουν μια φωτεινότητα στα δωμάτια, παρά τα μικρά παράθυρα που διέθεταν και τα θολωτά ταβάνια πρόσθεταν μια ζεστασιά στους χώρους. Παρά το μεγάλο μου ύψος, θα έμενα ευχάριστα σε ένα απ' αυτά τα παραδοσιακά σπίτια. 
Μετά το Trullo Sovrano, διασχίσαμε την κεντρική οδική αρτηρία του χωριού, την Corso Vittorio Emanuele περνώντας τη Piazza del Popolo στην οποία βρίσκεται το δημαρχείο και σταματήσαμε για λίγο στη βεράντα που ανοίγεται πίσω από την ολόλευκη εκκλησία της Santa Lucia για να θαυμάσουμε από ψηλά τη διασημότερη και πιο πολυφωτογραφημένη γειτονιά Rione Monti, όπου τα παραδοσιακά σπιτάκια του Αλμπερομπέλο ανηφορίζουν σε μια πλαγιά κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο, σχηματίζοντας έναν όμορφο παραδοσιακό οικισμό, ο οποίος στις μέρες μας έχει τουριστικοποιηθεί σε αρκετό βαθμό, σβήνοντας με αυτόν τον τρόπο τον αυθεντικό του χαρακτήρα. 
Ανηφορίζοντας στην παραδοσιακή συνοικία Rione Monti, διαπιστώναμε πως είχε κάπως καλυφθεί το παραδοσιακό στοιχείο των τρούλων πίσω από καταστήματα με τουριστικά είδη, μοντέρνα καφέ κι εστιατόρια τα οποία ήταν γεμάτα τουρίστες. Ήταν από τις στιγμές των μέχρι σήμερα ταξιδιών μου, που ένιωσα άβολα στη σκέψη ότι άνηκα σ' αυτό το πολυεθνικό πλήθος που είχε κατακλύσει τα στενά του Αλμπερομπέλο. Παρόλα αυτά, στη συγκεκριμένη συνοικία βρίσκονται τα περισσότερα αξιοθέατα του χωριού, όπως το Trullo Siamese με τους δίδυμους τρούλους του, ο οποίος σύμφωνα με τον τοπικό μύθο κατοικούταν από δυο αδέλφια τα οποία ήθελαν την ίδια γυναίκα. Όταν εκείνη επέλεξε τον μικρότερο αδελφό, ο άλλος χώρισε το σπίτι στη μέση χτίζοντας έναν τοίχο, σχηματίζοντας παράλληλα τους δυο πανομοιότυπους τρούλους. 
Δύο ακόμη αξιοθέατα είναι ο "Il trullo più piccolo di Alberobello" ο μικρότερος δηλαδή τρούλος του Αλμπερομπέλο κι η εκκλησία του Saint Antonio da Padova, η οποία είναι η μοναδική εκκλησία στον κόσμο που έχει χτιστεί στο ύφος των σπιτιών του χωριού. Η κατασκευή της ξεκίνησε το 1927 μετά από πρωτοβουλία ενός ντόπιου ιερέα για να εξυπηρετηθεί η φτωχή κοινότητα του Rione Monti. Μιας κι ο οικισμός ήταν προστατευμένος μετά από το βασιλικό διάταγμα του 1910, η εκκλησία χτίστηκε σ' αυτό το αρχιτεκτονικό στυλ. Ο κύριος τρούλος του ναού έχει ύψος 18 μέτρα κι ο εσωτερικός διάκοσμος είναι λιτός, με μοναδικό αξιοπρόσεκτο σημείο την τοιχογραφία "Το Δέντρο της Ζωής" του διάσημου ζωγράφου της Απουλίας, Αντόλφο Ρόλο.
Για τις περιπλανήσεις μας στο χωριό, προτιμήσαμε τα πιο ήρεμα σοκάκια, παρατηρώντας τους γεωμετρικούς σχηματισμούς της ξερολιθιάς των τρούλων, την πολύχρωμη διακόσμηση των κατοίκων στους μικρούς υπαίθριους χώρους των σπιτιών τους αλλά και τα σύμβολα που ήταν σχεδιασμένα πάνω στις σκεπές, τα οποία προστάτευαν τις οικογένειες από το κακό μάτι ή δήλωνα την πίστη των ιδιοκτητών του κάθε  σπιτιού. Επίσης, σε κάποιες σκέπες ήταν σχεδιασμένα τα σύμβολα ισχύος των οικογενειών που τα κατοικούσαν. 
Από το Αλμπερομπέλο φύγαμε με μια ευχάριστη διάθεση που πήγαζε από την λάμψη των λευκών σπιτιών αλλά και με μια κόπωση από το πλήθος των τουριστών που συνωστίζονταν στα στενά του, σε μια όχι και τόσο ιδιαίτερη τουριστική περίοδο. Ευτυχώς αυτήν την κοσμοσυρροή δεν την συναντήσαμε στους άλλους δυο προορισμούς που επισκεφθήκαμε στην Απουλία. 

Επιλέξαμε να επισκεφθούμε το Οστούνι και την Μονόπολη την ίδια μέρα χρησιμοποιώντας το τραίνο που συνδέει το Μπάρι με το Λέτσε. Ήδη από την πρώτη κάθοδό μας προς την "Φλωρεντία του Νότου" διακρίναμε τα λευκά τείχη του Οστούνι να ορθώνονται πάνω από τους ελαιώνες της περιοχής Alt Salento. Την ίδια εικόνα αντικρίσαμε ξανά όταν κατηφορίσαμε προς το νότο για να το επισκεφθούμε. Έξω από τον σταθμό, ο οποίος βρισκόταν στα πεδινά, μας περιμέναν παραδοσιακά τρίκυκλα ταξί για να μας ανεβάσουν πάνω στη "Λευκή Πόλη" (La Città Bianca) της Απουλίας ή ως το "Λευκό Μαργαριτάρι" (La Perla Bianca). Υπήρξαν κάμποσοι που προτίμησαν να ανεβούν με τα πόδια καθώς η απόσταση δεν είναι ιδιαίτερα αποτρεπτική. Θέλοντας όμως να επισκεφθούμε το απόγευμα την Μονόπολη, επιλέξαμε ένα από τα ταξί. 
Το Οστούνι είναι χτισμένο πάνω σε τρεις χαμηλούς λόφους, οι οποίοι προσφέρουν πανοραμική θέα προς την Αδριατική θάλασσα. Η πόλη έχει αρχίσει να αναδεικνύεται τουριστικά την τελευταία δεκαετία, γεγονός που την κάνει να διατηρεί ακόμη την αυθεντικότητά της. Το όνομα της προέρχεται από την αρχαία ελληνική της ονομασία "Αστυνέον". Αρχικά, η περιοχή είχε κατοικηθεί από τους Μεσσάπιους, αλλά η πόλη τους καταστράφηκε κατά τον Β΄ Καρχηδονιακό πόλεμο από τον Αννίβα. Στη συνέχεια κατοικήθηκε από Έλληνες αποίκους, οι οποίοι της έδωσαν το όνομα Αστυνέον, δηλαδή Νέα Πόλη. Μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η πόλη κατακτήθηκε από τους Οστρογότθους, τους Λομβαρδούς, τους Σαρακηνούς και τους Νορμανδούς. Το 1507 πέρασε στην κατοχή της Ισαβέλλας της Αραγωνίας. Εκείνη την περίοδο, οι Αραγώνες περιτείχισαν την πόλη ώστε να την προστατεύσουν από τις τουρκικές επιδρομές. Παρόλο που τα τείχη κράτησαν τους εχθρούς μακριά, δεν κατάφεραν να διατηρήσουν την ηρεμία εντός της πόλης καθώς το Οστούνι επαναστάτησε πολλές φορές εναντίων των Βουρβόνων μέχρι να αυτοανακηρυχθεί το 1799 σε ελεύθερη πόλη και δημοκρατία. Ωστόσο, μετά το Συνέδριο της Βιέννης επέστρεψε στους Βουρβόνους μέχρι το 1860, οπότε και έγινε τμήμα της Ιταλίας. Παρόλο που η πόλη πέρασε από πολλά χέρια κατακτητών, έχει διατηρήσει μέχρι σήμερα το ελληνικό αρχιτεκτονικό της στοιχείο, γεγονός που την κάνει να φαίνεται αρκετά οικεία στα μάτια μας.
Το ταξί μας άφησε στην Piazza della Liberta, στην καρδιά της πόλης όπου βρίσκεται το δημαρχείο το οποίο στεγάζεται σε ένα παλιό μοναστήρι κι η εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, η οποία χρονολογείται από τον 14ο αι. Στη συγκεκριμένη πλατεία βρίσκεται κι η στήλη του Αγίου Ορόνζo (Sant' Oronzo), με τον προστάτη της πόλης να ορθώνεται στην κορυφή της. Η Στήλη του Αγίου Ορόνζο, γνωστή και ως Κωδωνοστάσιο του Αγίου Ορόνζο, κατασκευάστηκε το 1771 από τον έμπειρο γλύπτη του Οστούνι, Τζουζέπε Γκρέκο. Η κατασκευή του καθοδηγήθηκε από βαθιά αφοσίωση και βαθιά ευγνωμοσύνη προς τον πολιούχο της πόλης, τον Άγιο Ορόνζο, ο οποίος ήταν σεβαστός για τη σωτηρία του Οστούνι από την καταστροφική πανώλη. Υψώνεται σε εντυπωσιακό ύψος περίπου είκοσι μέτρων κι αποτελεί την επιτομή του πληθωρικού μπαρόκ στυλ εκείνης της περιόδου. Ο οβελίσκος αποτελείται από τέσσερα ξεχωριστά επίπεδα, καθένα από τα οποία είναι διακοσμημένο με περίπλοκες λεπτομέρειες που γιορτάζουν την αφοσίωση της πόλης στον Άγιο Ορόνζο. 
Από την κεντρική πλατεία ανηφορίσαμε την Via Cattedrale, η οποία οδηγεί στον καθεδρικό της πόλης. Κατά τη διάρκεια της ανάβασής μας, κάθε τόσο ξεπροβάλλανε μικρά σοκάκια που είχαν έντονη αιγαιοπελαγίτικη αύρα. Προσωπικά, μου θύμιζαν αρκετά τα Μαστιχοχώρια της Χίου με ασβεστομένες τις όψεις των σπιτιών όπως είναι στις Κυκλάδες. Κάθε τόσο το βλέμμα μας έπεφτε πάνω σε αρχοντικές πύλες που διατηρούσαν το μπεζ χρώμα της πέτρας του Λέτσε, δίνοντας έναν πιο γήινο τόνο στις κατάλευκες προσόψεις. Η ανηφόρα της Via Cattedrale καταλήγει σε μια ακόμη καμάρα, η οποία μας έβγαλε μπροστά στον Καθεδρικό. 
Ο Καθεδρικός Ναός του  Οστούνι (Duomo di Ostuni; Basilica concattedrale di Santa Maria Assunta) είναι ένας Ρωμαιοκαθολικός καθεδρικός ναός, αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου και βρίσκεται στη θέση μιας παλαιότερης εκκλησίας που ασκούσε ορθόδοξες τελετουργίες πριν από το 1000 μ.Χ. Αρχικά είχε ρομανικό ύφος καθώς ανεγέρθηκε το 1228-1229 από τον Φρειδερίκο Β' της Σουαβίας. Όμως, ένας μεγάλος σεισμός που σημειώθηκε το 1456, την ισοπέδωσε. Κατά τη διάρκεια του 1469-1495 ξαναχτίστηκε σε γοτθικό ρυθμό, αποκτώντας τον 15ο αιώνα τον πανέμορφο ρόδακα της πρόσοψής του. Το 1970 πραγματοποιήθηκε μια αναστήλωση στον ναό (αναπαλαιώθηκε ξανά μεταξύ 2006 και 2007), αναδεικνύοντας διακοσμητικά στοιχεία της αρχικής ρομανικής αρχιτεκτονικής. Ο καθεδρικός ναός ανακηρύχθηκε σε Εθνικό Μνημείο το 1902 ενώ το 2011 έλαβε το καθεστώς μιας μικρής βασιλικής.
Απέναντι από τον Καθεδρικό του Οστούνι στέκει η Αψίδα Σκόπα (Arco Scoppa), η οποία αποτελεί απόδειξη της πλούσιας πολιτιστικής κληρονομιάς κι αρχιτεκτονικής λαμπρότητας της πόλης. Η αρχική της μορφή ήταν ξύλινη και συνέδεε το Palazzo Vescovile (Το Παλάτι του Επισκόπου) με το Palazzo del Seminario (Το Παλάτι του Σεμιναρίου) αλλά το 1750 αντικαταστάθηκε με μια πέτρινη, η οποία προσπάθησε να αντιγράψει τη Γέφυρα των Στεναγμών της Βενετίας. Αυτή η αλλαγή αναφέρεται στη λατινική επιγραφή που είναι τοποθετημένη στο fastigium. Λέει: «PONS ERAT E LIGNO / CONSTRUXIT MARMORE /SCOPPA / MUNIAT UT TIMIDIS / PER LOCA TUTA VIAM / CESI RECTOR FECIT /A. D. 1750». (Αρχικά ήταν μια ξύλινη γέφυρα. Ο Επίσκοπος Σκόππα έχτισε μια νέα πέτρινη, προς όφελος όποιου φοβόταν να τη χρησιμοποιήσει, και η διέλευση θα ήταν λιγότερο επικίνδυνη, μέσω ενός ασφαλούς μονοπατιού). 
Από το ψηλότερο σημείο της πόλης, όπου βρίσκεται ο Καθεδρικός ναός, συνεχίσαμε τις περιπλανήσεις μας στα γραφικά καλντερίμια του Οστούνι. Πέρα από την αρχιτεκτονική που παρέπεμπε σε ελληνικό τοπίο, ήταν κι οι βουκαμβίλιες αλλά κι οι φραγκοσυκιές που μας μπέρδευαν κάνοντάς μας να ξεχνάμε κάθε τόσο ότι περπατάμε σε ιταλικό έδαφος. Η περιπλάνησή μας μας οδήγησε στην Porta Nova, μια από τις αρχαίες πύλες του Οστούνι, που συνδέουν το παλιό με το σύγχρονο κομμάτι της πόλης. Τη διασχίσαμε και κατηφορίσαμε στον μεγάλο περίπατο έξω από τα Λευκά Τείχη. 
Τα Cinta Muraria, γνωστά κι ως Mura Aragonesi, είναι μια εντυπωσιακή σειρά αρχαίων τειχών που χρονολογούνται από τον 15ο αι. Περπατώντας στον πεζόδρομο που απλώνεται κάτω από τα τείχη, είχαμε από τη μια τους ελαιώνες που απλώνονταν ως την Αδριατική θάλασσα κι από την άλλη την πλούσια αρχιτεκτονική κληρονομιά της πόλης, η οποία εξακολουθεί να είναι ζωντανή καθώς ένα μεγάλο μέρος των οχυρώσεων έχουν μετατραπεί σε κατοικίες. Οπότε πάνω από τις πολεμίστρες και τους απόρθητους πύργους, υπήρχαν μπαλκόνια με τραπεζάκια κι απλωμένα πολύχρωμα ρούχα που δημιουργούσαν μια αντίθεση με το κυρίαρχο λευκό των οχυρώσεων. 
Καθώς κάναμε μια τελευταία βόλτα κάτω από τα Λευκά Τείχη του Οστούνι, διακρίναμε στον ορίζοντα το θεόρατο καμπαναριό του Καθεδρικού της Μονόπολης, να μας καλεί για την απογευματινή μας βόλτα στις ιταλικές ακτές της Αδριατικής. Έχοντας χορτάσει την αιγαιοπελαγίτικη αύρα του Οστούνι, κατηφορίσαμε με λεωφορείο στο σταθμό των τραίνων περιμένοντας το επόμενο που θα περνούσε για Μπάρι για να μας πάρει. 

Η Μονόπολη (Monopoli) που μέχρι χθες την γνώριζα μόνο ως τίτλο επιτραπέζιου παιχνιδιού, είναι μια παραθαλάσσια πόλη που εξακολουθεί να διατηρεί την αυθεντικότητά της σε αντίθεση με άλλα διάσημα ιταλικά παραλιακά θέρετρα. Η αρχαία Μονόπολις ιδρύθηκε από Έλληνες το 500 π.Χ. κι η στρατηγική της θέση την έκανε περιζήτητη, με πρώτους κατακτητές τους Ρωμαίους, οι οποίοι την είχαν συμπεριλάβει όταν κατασκεύασαν τη Via Traiana, έναν από τους σημαντικότερους δρόμους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. 
Η ιστορία της πόλης δεν υπήρξε ήρεμη καθώς πολιορκήθηκε κι από άλλους λαούς. Την περίοδο της βυζαντινής και μετέπειτα νορμανδικής κατοχής αναδείχθηκε σε ακμάζον λιμάνι, ενώ στη συνέχεια, ακολούθησε η προσάρτησή της στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας, γύρω στο 1400, γεγονός που ανέβασε το κύρος της ως ναυτική και εμπορική δύναμη σε επίπεδα αντάξια του Αμάλφι, της Γένοβας και της ίδιας της Βενετίας. Για αυτό το λόγο χτίστηκαν οχυρωματικά έργα και αμυντικά τείχη για προστασία από πειρατές και πολιορκητές, μέρος των οποίων διασώζεται μέχρι σήμερα συμβάλλοντας στη γραφική της εικόνα. Εξάλλου, το μεγαλύτερο μέρος του γοητευτικού της χαρακτήρα οφείλεται σε αυτό το μακρινό της παρελθόν, τόσο με το μικρό λιμανάκι Porto Vecchio το οποίο αιώνες τώρα φιλοξενεί τις παραδοσιακές ψαρόβαρκες της πόλης με το έντονο μπλε και κόκκινο χρώμα, όσο και με το επιβλητικό κάστρο Castello Carlo V που ανεγέρθηκε στην άκρη της πόλης κατά την περίοδο της ισπανικής κυριαρχίας.
Η απογευματινή μας περιπλάνηση ξεκίνησε από τον σταθμό των τραίνων με κατεύθυνση προς τον Καθεδρικό ναό Μadonna della Μadia ή αλλιώς Basilica Cattedrale Maria Santissima della Madia, ο οποίος είναι αφιερωμένος στην προστάτιδα της πόλης κι η ιστορία του πατάει πάνω σε έναν τοπικό θρησκευτικό θρύλο. Στη θέση του σημερινού θεαματικού μπαρόκ ναού με το θεόρατο καμπαναριό, υπήρχε μια προγενέστερη εκκλησία. Όταν άρχισε η ανοικοδόμηση του νέου ναού, οι εργασίες σταμάτησαν λόγω έλλειψης πόρων καθώς δεν υπήρχαν αρκετά δοκάρια για να ολοκληρωθεί η οροφή. Τότε είναι που συνέβη το "θαύμα", καθώς στις 15 Δεκεμβρίου του 1107 εμφανίστηκε στο λιμάνι της πόλης μια μεγάλη σχεδία αποτελούμενη από τόσα ξύλινα δοκάρια, όσα απαιτούνταν για την ολοκλήρωση του ναού, με την εικόνα της Μadonna della Μadia να επιπλέει πάνω της. Ο ρομανικού ρυθμού ναός ολοκληρώθηκε τελικά το 1442, όταν και καθαγιάστηκε. Όμως δύο από τα τρία καμπαναριά υπέστησαν ζημιές κατά την πολιορκία του Μαρκησίου Ντελ Βάστο το 1528 ενώ ο εναπομείνας πύργος κατέρρευσε το 1686, σκοτώνοντας σαράντα κατοίκους της πόλης. Τη θέση εκείνου του ρωμανικού ναού πήρε στα μέσα του 18ου αιώνα ο σημερινός καθεδρικός, με το πολυτελές μπαρόκ εσωτερικό διάκοσμο. Στον εσωτερικό του διάκοσμο ξεχωρίζουν τα υπέροχα παρεκκλήσια από πολύχρωμο μάρμαρο και οι νωπογραφίες με τους τέσσερις Απόστολους. Φυσικά, πολυτιμότερο στοιχείο της εκκλησίας είναι η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, τοποθετημένη στο περίτεχνο ιερό και πλαισιωμένη από ασημένια και μαρμάρινα χερουβείμ. Στους εορτασμούς που γίνονται δύο φορές το χρόνο – 14 Αυγούστου και 16 Δεκεμβρίου – σε ανάμνηση του θαύματος, ομοίωμα της εικόνας μεταφέρεται πανηγυρικά σε πομπή και εν τέλει τοποθετείται εν μέσω πυροτεχνημάτων, στην ίδια εκείνη σχεδία που σώζεται ως τις μέρες μας. Ένα ακόμη ιδιαίτερο στοιχείο του συγκεκριμένου ναού είναι πως υπάρχει ένα ακόμη αντίγραφο της συγκεκριμένης αγιογραφίας, τοποθετημένο στην κορυφή του πανύψηλου καμπαναριού.
Από τον καθεδρικό κατηφορίσαμε στην Cala Porta Vecchia, μια από τις πιο κοντινές παραλίες της πόλης, η οποία βρίσκεται προστατευμένη κάτω από τα σωζόμενα οχυρωματικά τμήματα της πόλης Bastione di Babula και Bastione Santa Maria, τα οποία εξακολουθούν να προστατεύουν την παλιά πόλη από την φθορά της αλμύρας. Καθώς πηγαίναμε προς τα εκεί, σταθήκαμε μπροστά από την μακάβρια πύλη ενός ναού. Ο διάκοσμός της είχε αρκετούς σκελετούς κι επικεντρωνόταν έντονα στον Θρίαμβο του Θανάτου, με αρκετούς σκελετούς που συμβολίζουν την ισότητα όλων μας απέναντι στο θάνατο. Η συγκεκριμένη πύλη ανήκει στην Εκκλησία του Καθαρτηρίου του 17ου αι. η οποία είναι γνωστή κι ως Santa Maria del Suffragio αλλά κι ως Εκκλησία των Όρθιων Νεκρών καθώς φιλοξενεί πώματα από την κατάρρευση του καμπαναριού του Καθεδρικού που είχε σημειωθεί το 1686. Ο συγκεκριμένος ναός χτίστηκε στη μνήμη των θυμάτων εκείνου του καταστροφικού και πολύνεκρου συμβάντος. Μέσα στον ναό βρίσκεται και το λεγόμενο Παρεκκλήσι των Μούμιων, όπου διακρίνονται μουμιοποιημένα σώματα ντυμένα σε λευκούς χιτώνες με μαύρες κάπες. Τα συγκεκριμένα λείψανα ανήκαν στην Αδελφότητα του Καθαρτηρίου. Δυστυχώς ο ναός ήταν κλειστός μ' αποτέλεσμα να μην μας δοθεί η δυνατότητα να θαυμάσουμε τον υπέροχο διάκοσμο του κεντρικού βωμού του ναού σκαλισμένο με την μαλακή πέτρα του Λέτσε. 
Συνεχίσαμε τη βόλτα μας πίσω από τα παραθαλάσσια τείχη, ακούγοντας κάθε τόσο τον φλοίσβο στα βράχια της ακτογραμμής. Λίγα μέτρα πριν βγούμε στην όμορφη προκυμαία της Santa Maria, συναντήσαμε μια λιλιπούτια εκκλησία με μυστικιστική όψη, καθώς η αλμύρα της θάλασσας έχει φθείρει αρκετά την νεοκλασική της πρόσοψη. Ο San Vito είναι ένα παρεκκλήσι του 16ου αι. που άνηκε στην οικογένεια Del Lago, της οποίας το οικόσημο εξακολουθεί να είναι ορατό πίσω από το βωμό μαζί με έναν καμβά του Αγίου Βίτου με τον σκύλο του. Σήμερα, ο ναός ανήκει σε ιδιώτες κι είναι προσβάσιμος στο κοινό όταν οι ιδιοκτήτες του βρίσκονται εκεί. Στην απογευματινή μας βόλτα σταθήκαμε τυχεροί καθώς ο επιστάτης, κύριος Peppino βρισκόταν εκεί καλωσορίζοντάς μας ευγενικά στην είσοδο του ναού 
Περπατώντας στην παλιά προκυμαία συναντήσαμε ένα ακόμη ενδιαφέρον αξιοθέατα της πόλης, το οποίο κουβαλάει με τη σειρά του μια όμορφη ιστορία. Αναφέρομαι στην Chiesa di San Salvatore, μία από τις αρχαιότερες εκκλησίες της Μονόπολης, που χρονολογείται από το 313μ.Χ. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου ναού είναι η διαφορετική κατεύθυνση της πρόσοψή της σε σχέση με τους υπόλοιπους ναούς, καθώς η συγκεκριμένη εκκλησία κοιτάει προς τη θάλασσα κι ο λόγος που συμβαίνει αυτό σχετίζεται με τον μύθο που κουβαλάει το χτίσιμό της. Σύμφωνα λοιπόν με το μύθο, η εκκλησία χτίστηκε από πειρατές που σώθηκαν όταν το πλοίο τους ναυάγησε στα ανοιχτά της πόλης. Ούτε σ' αυτήν την εκκλησία καταφέραμε να μπούμε αν κι αυτό που έμαθα αργότερα είναι πως ο εσωτερικός της χώρος είναι πλέον άδειος καθώς πολλά έργα τέχνης καλλιτεχνών της Ναπολιτάνικης σχολής μεταφέρθηκαν σε άλλες εκκλησίες καθώς ο συγκεκριμένος εγκαταλείφθηκε στα μέσα του 20ου αι. και λεηλατήθηκε κατ' επανάληψη. 
Η βόλτα μας στην προκυμαία, μας οδήγησε στο  Κάστρο του Καρόλου Ε΄ της Ισπανίας – Castello Carlo V, ένα έξοχο δείγμα παραθαλάσσιων οχυρωματικών έργων του 16ου αιώνα. Χτισμένο πάνω σε μια στενή χερσόνησο, το πεντάγωνο κτίσμα που φέρεται να ολοκληρώθηκε το 1552 από τους Ισπανούς κατακτητές, έχει ενσωματωμένα στη δομή του έναν κυλινδρικό ρωμαϊκό πύργο και την αρχαία βασιλική San Nicola della Pinna, που αποτελεί ακόμη και σήμερα την εκκλησία του φρουρίου. Στην πορεία της ιστορίας του χρησιμοποιήθηκε και για τη στέγαση του ισπανικού στρατού, ενώ ένα μεγάλο μέρος του 20ου αιώνα λειτούργησε ως φυλακή. Το κάστρο σήμερα δεν είναι επισκέψιμο παρά μόνο όταν γίνονται κάποιες περιοδικές καλλιτεχνικές εκθέσεις. 
Διασχίζοντας μια οχυρωματική πύλη βρεθήκαμε στο Porto Antico, το παλιό λιμάνι της πόλης με τις τις χαρακτηριστικές ψαρόβαρκες σε έντονο μπλε και κόκκινο χρώμα, οι οποίες έρχονται σε έντονη αντίθεση με τα γήινα και λευκά χρώματα των σπιτιών της Μονόπολης. Οι συγκεκριμένες ψαρόβαρκες ονομάζονται "gozzo" κι εξακολουθούν να εφοδιάζουν καθημερινά τους κατοίκους με φρέσκια θαλασσινά. Είχαμε την τύχη να απολαύσουμε τη βόλτα μας εκεί λίγο πριν το ηλιοβασίλεμα. Το απαλό φως του ήλιου πρόσφερε έναν θερμό τονισμό στις προσόψεις των σπιτιών ενώ ένας Ιταλός τραγουδιστής έντυνε τη βόλτα μας με διάσημα ιταλικά άσματα.  
Από το παλιό λιμάνι εισχωρήσαμε ξανά στο παλιό κομμάτι της Μονόπολης, γεμάτο αριστοκρατικά παλάτσα που μαρτυρούσαν το πλούσιο παρελθόν της πόλης. Το πιο διάσημο απ' αυτά είναι το Palazzo Palmieri που βρίσκεται στην ομώνυμη πλατεία. Αυτό το έξοχο δείγμα μπαρόκ αρχιτεκτονικής του 18ου αιώνα με τα περίτεχνα μαρμάρινα δάπεδα, τις αψιδωτές πύλες και τις μεγαλοπρεπείς νωπογραφίες στις οροφές, ανήκε στην επιφανή οικογένεια Palmieri και κατοικούνταν έως τη δεκαετία του 1920. Χωρίς να υπάρχουν διάδοχοι στην οικογένεια, το εντυπωσιακό κτίσμα μετατράπηκε σε φιλανθρωπικό ίδρυμα και κέντρο προώθησης των τεχνών. 
Έχοντας ολοκληρώσει τις βόλτες μας και στην Μονόπολη, ξαποστάσαμε στην Piazza Giuseppe Garibaldi, στην κεντρική πλατεία της παλιάς πόλης, λίγο πριν πάρουμε το τραίνο της επιστροφής για το Μπάρι. Αυτό που έκανε τις περιπλανήσεις μας μοναδικές, είναι ότι οι τρεις πόλεις της Απουλίας που επισκεφθήκαμε έχουν έναν εντελώς ξεχωριστό χαρακτήρα και κουβαλάνε μια διαφορετική πλούσια ιστορία, μ' αποτέλεσμα να είναι τελείως διαφορετικές παρόλο που απέχουν η καθεμία από την άλλη λίγα μόνο χιλιόμετρα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μέσα σε ένα διήμερο να θαυμάσουμε τις μοναδικές ξερολιθιές του Αλμπερομπέλο, να περιπλανηθούμε στα ολόλευκα σοκάκια του Οστούνι και να απολαύσουμε το ηλιοβασίλεμα στο παλιό λιμάνι της Μονόπολης έχοντας συντροφιά τις όμορφες ψαρόβαρκές της.