Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2021

Κατακτώντας την αθανασία εν ζωή



Σαν χθες θυμάμαι αυτήν την μαγική βραδιά που έζησα τέλη Ιουνίου του 2017 στο Καλλιμάρμαρο. Λίγο πριν το τέλος της ιστορικής συναυλίας που ήταν αφιερωμένη στον σπουδαίο Μίκη Θεοδωράκη, κάτι με ώθησε να ανέβω πάνω από τις κερκίδες και να σταθώ πίσω από το μεγάλο πέταλο, θέλοντας να απολαύσω το μεγαλείο της στιγμής έχοντας μπροστά μου όχι μόνο την πολυάριθμη χορωδία αλλά και το κοινό που παρακολουθούσε εκστασιασμένο. Δεν ξέρω τι με παρακίνησε να πάρω την απόφαση αυτή. Όμως με αυτήν μου την πράξη συνειδητοποίησα ότι κάποιες στιγμές της ζωής μας κάτι μας φωτίζει και μας ωθεί ασυνείδητα να βρεθούμε στο κατάλληλο σημείο την κατάλληλη στιγμή. 
Λίγα μόλις λεπτά αφότου είχα γείρει πάνω στη δροσερή μαρμάρινη επιφάνεια του τοιχίου που περιστοιχίζει περιμετρικά το στάδιο, έγινα μάρτυρας μιας έντονα φορτισμένης σκηνής, καθώς ο σπουδαίος Έλληνας συνθέτης με την βοήθεια κάποιων ανθρώπων του ανέβηκε πάνω στη σκηνή κι από το καροτσάκι του διηύθυνε την ορχήστρα για τελευταία φορά στη ζωή του με το πολυαγαπημένο μουσικό κομμάτι "Άρνηση". 
Με έναν απροσδιόριστο τρόπο ένιωσα να αιωρούμαι πάνω από τον σπουδαίο συνθέτη, μαγεμένος από τις αέρινες κινήσεις των χεριών του καθώς χόρευαν με τον δικό τους γνώριμο τρόπο στο ρυθμό της μελωδίας. Κι ενώ είχα παρασυρθεί από την αρμονία της στιγμής σιγοτραγουδώντας τους στίχους του τραγουδιού, ξαφνικά είδα τα δύο του χέρια να κρύβουν τρυφερά το συγκινημένο του πρόσωπο την στιγμή που από την ορχήστρα ακουγόταν ο σπαρακτικός στίχος "πήραμε τη ζωή μας λάθος...".  
Αμέσως κυριεύθηκα από ένα πρωτόγνωρο δέος συνειδητοποιώντας πως απέναντί μου είχα έναν άνθρωπο που κατακτούσε εκείνη τη στιγμή την πολυπόθητη αθανασία εν ζωή. Αυτή η στιγμή χαράκτηκε για πάντα στη μνήμη μου και τέσσερα χρόνια τώρα την θυμάμαι πεντακάθαρα σαν να την έζησα χθες, βέβαιος πως δε θα μου δοθεί ξανά αυτή η ευκαιρία καθώς ο Μίκης Θεοδωράκης ήταν από τους τελευταίους των μεγάλων όλης της οικουμένης, για τον οποίον νιώθω τυχερός που πρόλαβα να τον ζήσω.
Είχα την τύχη να βρεθώ άλλες δυο φορές κοντά στον σπουδαίο άνθρωπο Μίκη Θεοδωράκη. Η πρώτη ήταν στην ομιλία του στα Προπύλαια το 2011 κι η δεύτερη ήταν σε εκείνη την φλεγόμενη μέρα του Φλεβάρη του 2012 στο Σύνταγμα, όπου βρισκόμουν στην αλυσίδα που κάναμε με άλλους συντρόφους ανοίγοντας δρόμο για τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μανώλη Γλέζο που απαιτούσαν να μπουν στην Βουλή για να παρακολουθήσουν το ξεπούλημα της χώρας μας πιστεύοντας πως με την παρουσία τους θα ασκούσαν κάποια πίεση στους βουλευτές ώστε να μην ψηφίσουν το δεύτερο μνημόνιο. Στην προσπάθειά τους αυτή συνοδεύονταν από τον Απόστολο Γκλέτσο, ο οποίος στη συνέχεια φυγάδευσε με καροτσάκι τον σπουδαίο συνθέτη μετά την άνανδρη επίθεση των ματατζήδων με χημικά στα δυο αυτά ιστορικά πρόσωπα. 
Τα παραπάνω γεγονότα τα αναφέρω διότι από το πρωί ακούω μαρτυρίες ανθρώπων στο ραδιόφωνο και παρατηρώ πως όλοι μας στον ατέρμονο αυτόν αγώνα που δίνουμε στους δρόμους, έχουμε βρεθεί συνοδοιπόροι με αυτόν τον σπουδαίο άνθρωπο είτε με την φυσική του παρουσία είτε με την μουσική του συνοδεία. Ειδικά εκείνην την μέρα του Φλεβάρη που κάναμε την αλυσίδα για να μπει στην Βουλή, τραγουδούσαμε όλοι μαζί με μια φωνή το "Θα σημάνουν οι καμπάνες". 
Ο σπουδαίος Μίκης Θεοδωράκης έφυγε σήμερα από την ζωή αλλά όχι από τις συνειδήσεις μας. Αποδεσμεύτηκε από το φθαρμένο του θνητό κορμί αλλά η αιωνίως νεανική του ψυχή θα συνεχίσει να φτερουγίζει εντός μας. Τα δυναμικά του και γεμάτα ζωή κι ελπίδα τραγούδια θα εξακολουθούν να μας συντροφεύουν στους αγώνες που δίνουμε ενάντια στον φασισμό, ο οποίος έχει εδραιωθεί ξανά στο τιμόνι της χώρας. 
Ας πάρουμε το παράδειγμά του. Στο χέρι μας είναι.
Ας είμαστε κι εμείς μια παρουσία της πρώτης γραμμής απέναντι στις τρέχουσες εξελίξεις μέχρι να πέσει το καθεστώς που μας καταπατά κάθε δικαίωμα και κάθε ελευθερία αλλά και σε κάθε καθεστώς που θα προκύψει στο μέλλον.
Ας μην σιωπούμε σε κάθε αδικία αλλά και σε κάθε έγκλημα που συντελείται στη χώρα μας αλλά και στη διεθνή σκηνή. Ο ίδιος μας έχει δώσει πολλά παραδείγματα μέσα από την πλούσια δράση του.
Ας είμαστε παρόντες στην ίδια μας την ζωή. 
Σπουδαίε Μίκη Θεοδωράκη σε χαιρετούμε και σ' ευχαριστούμε για όλα όσα μας έχεις προσφέρει. 
Καλό σου ταξίδι. 

Σάββατο, 28 Αυγούστου 2021

Ο Άνθρωπος που Πούλησε το Δέρμα του (2020)




Ένας από τους πιο αινιγματικούς τίτλους ταινιών των τελευταίων χρόνων αποδεικνύεται σε μια ενδιαφέρουσα κινηματογραφική προσέγγιση απέναντι στην θρασύτατη εκμετάλλευση των κοινωνικών προβλημάτων και των ανθρώπινων αδιεξόδων από την εκάστοτε μορφή τέχνης. Στην περίπτωση του "Ανθρώπου που Πούλησε το Δέρμα του" μπλέκεται η εμπορευματοποίηση της τέχνης με το προσφυγικό ζήτημα των Συρίων και το προσωπικό δράμα του πρωταγωνιστή που προσπαθεί να βρει τρόπο να ταξιδέψει από τον Λίβανο στο Βέλγιο, αναζητώντας τον έρωτα της ζωής του. Μέσα σ' αυτήν την φορτισμένη κατάσταση συναντάμε αρκετά ενδιαφέροντα σημεία που προσφέρουν ουσιώδεις προβληματισμούς για πολύωρες συζητήσεις μετά την προβολή της ταινίας. 
Η ιστορία μας γυρνάει δέκα χρόνια πίσω, λίγο πριν το ξεκίνημα του εμφυλίου στη Συρία και μας παρουσιάζει το ερωτικό ειδύλλιο ανάμεσα σε δύο νέους, οι οποίοι αποφασίζουν να παντρευτούν μέσα σε ένα τραίνο. Όμως τα λόγια που θα ξεστομίσει μες στη χαρά του ο νεαρός, θα του δημιουργήσουν μπελάδες καθώς θα συλληφθεί ως αντικαθεστωτικός. Για καλή του τύχη θα δραπετεύσει και με τη βοήθεια της συντρόφου του θα διαφύγει στο Λίβανο. Προσπαθώντας να πατήσει ξανά στα πόδια του δουλεύοντας σε μια βιομηχανία, θα μάθει πως η κοπέλα με την οποία είναι ερωτευμένος, παντρεύτηκε έναν Σύριο διπλωμάτη που εργάζεται στην συριακή πρεσβεία του Βελγίου. Η απόγνωση της καθημερινής του ρουτίνας θα 'ρθει να δέσει με την οργή της συναισθηματικής προδοσίας που τον πνίγει. Έκτοτε ζει με την προσδοκία πως θα καταφέρει κάποια στιγμή να πάει στο Βέλγιο για να την κάνει πάλι δικιά του.
Η συναισθηματική φόρτιση του πρωταγωνιστή θα γίνει γρήγορα αντιληπτή από έναν διάσημο καλλιτέχνη, ο οποίος συναντηθεί τυχαία μαζί του σε μια εικαστική του έκθεση στην Βηρυτό. Στην μεταξύ τους συζήτηση, την οποία βρήκα άκρως ενδιαφέρουσα καθώς πάνω στον πάγκο ενός αδιάφορου μπαρ "συγκρούονται" πολιτισμένα δυο τελείως διαφορετικοί κόσμοι. Μέσα σ' αυτήν την έντονη συζήτηση, ο νεαρός θα εκμυστηρευτεί στον καλλιτέχνη την ως τώρα ζωή του, με εκείνον να του υπόσχεται την πολυπόθητη βίζα για να φύγει στο Βέλγιο με αντάλλαγμα να του προσφέρει την πλάτη του ως "καμβά" για το νέο του έργο. Μες στην απόγνωσή του, ο πρωταγωνιστής θα βρει την πρότασή του άκρως δελεαστική, αδιαφορώντας για τα ηθικά διλήμματα που προκύπτουν με την εφαρμογή της.




Το εύστοχο σκεπτικό του καλλιτέχνη που τον ωθεί να μετατρέψει την πλάτη του πρόσφυγα σε καμβά, είναι πως τα προϊόντα μετακινούνται πιο εύκολα από χώρα σε χώρα απ' ότι οι άνθρωποι. Στηριζόμενος στον παραπάνω προβληματισμό, μεταμορφώνει τον νεαρό πρόσφυγα σε ένα ζωντανό έργο τέχνης, μετατρέποντάς τον μ' αυτόν τον τρόπο σε ένα προϊόν τέχνης που μπορεί να μετακινηθεί από χώρα σε χώρα. 
Η ζωή του Σύριου πρόσφυγα αλλάζει εντυπωσιακά. Ζει σε ακριβά ξενοδοχεία, συγκεντρώνει όλη την προσοχή πάνω του και κυκλοφορεί σαν Ευρωπαίος πολίτης στην καρδιά της Γηραιάς Ηπείρου, την ώρα που η χώρα του κυλάει στο χάος του εμφυλίου και της προσφυγικής κρίσης. Παρόλο που βιώνει μια πολυτελής καθημερινότητα, διαπιστώνει πως εξακολουθεί να ζει καταπιεσμένος κι ανελεύθερος καθώς έχει θυσιάσει το κορμί του στο βωμό της Τέχνης. Σαν ένας σύγχρονος σάτυρος Μαρσύας που χάνει το δέρμα του εξαιτίας μιας σύγχρονης ύβρις, με το να πουλήσει ασυνείδητα την αξιοπρέπειά του. 
Παράλληλα η ταινία μετατρέπεται σε ένα κατηγορώ απέναντι στο νεοφιλελεύθερο σύστημα που έχει εισχωρήσει στον χώρο της Τέχνης, μετατρέποντάς τον σε μια κερδοφόρα αγορά κενής γκλαμουριάς και ναρκισσιστικού σνομπισμού. Η κατρακύλα του σύγχρονου κόσμου της Τέχνης γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν ο καλλιτέχνης "πουλάει" την πλάτη του πρόσφυγα σε έναν συλλέκτη έργων τέχνης. Η συμπεριφορά των πλουσίων και των ασφαλιστικών εταιριών φανερώνουν την έλλειψη ανθρωπισμού και κυρίως την πλήρη απουσία της ηθικής. 
Ένα άλλο στοιχείο που με εντυπωσίασε στην ταινία ήταν η εξαιρετική ματιά της Τυνήσιας δημιουργού Κάουθερ Μπεν Χάνια, η οποία προσφέρει αρκετά ευφάνταστα πλάνα όπως η πρώτη σκηνή της ταινίας με τις δυο μορφές των συντηρητών έργων τέχνης να κινούνται ανάμεσα σε κάτοπτρα δημιουργώντας μια εντυπωσιακή προοπτική ψευδαίσθηση. Όμως η πρωτοτυπία της περιορίζεται σε λίγες μόνο σκηνές καθώς η υπόλοιπη ταινία βαδίζει σε ένα συνηθισμένο μοτίβο, το οποίο είναι ικανοποιητικό τόσο με την γωνία των πλάνων όσο και με την επιλογή χρωμάτων και φωτισμού.
Ερμηνευτικά εντυπωσιάστηκα με τον πρωταγωνιστή Γιάχια Μαχαϊνί, ο οποίος κέρδισε και το Βραβείο Α' Ανδρικού Ρόλου στο τμήμα Ορίζοντες του Φεστιβάλ της Βενετίας το 2020. Ενδιαφέρον όμως βρήκα και τον ρόλο του Κόεν Ντε Μπου ως ιδιότροπου κι υπερφίαλου καλλιτέχνη. Αντιθέτως βρήκα άχαρο τον ρόλο της λατρεμένης Μόνικα Μπελούτσι που είχα καιρό να απολαύσω στον κινηματογράφο. Τέλος θα ήταν μεγάλο λάθος να μην αναφερθώ τα υπέροχα μάτια της Ντέα Λάιαν. 




Για τη συγκεκριμένη ταινία, η Τυνήσια δημιουργός εμπνεύστηκε από ένα παρόμοιο περιστατικό που συνέβη το 2006, όταν ο Βέλγος ζωγράφος Βιμ Ντελβουά δημιούργησε ένα έργο τέχνης στην πλάτη του Τιμ Στάινερ, το οποίο είχε αγοραστεί ήδη από συλλέκτη. Η ίδια καταφέρνει να δέσει το χυδαίο αυτό γεγονός με το προσφυγικό ζήτημα που μας συγκλόνισε την περασμένη δεκαετία, θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο να δείξει πως η κοινωνική μας αδιαφορία έχει αρκετούς αποδέκτες είτε αυτοί είναι οι πρόσφυγες που πνίγονται στα νερά της Μεσογείου, είτε οι σύγχρονοι άθλιοι που ζουν άστεγοι στις μεγάλες πόλεις, είτε οι άνθρωποι που μες στην απόγνωσή τους γίνονται βορά των εκάστοτε νεοφιλελεύθερων θηρίων. 
Η ταινία προσπαθεί με έναν αξιοπρεπή τρόπο να δηλώσει πως η τέχνη έχει χάσει καιρό τώρα το ουμανιστικό της νόημα, μιας κι οι εκκεντρικές πρωτοτυπίες κι οι δημιουργικές καλλιτεχνικές δράσεις δεν έχουν πια επίκεντρο τον άνθρωπο αλλά την ικανοποίηση του ναρκισσισμού των ίδιων των δημιουργών. Την ίδια άποψη έχω και για τον Κινέζο δημιουργό Άι Γουέι Γουέι που ακούστηκε αρκετά με τις καλλιτεχνικές του δράσεις που βασίστηκαν πάνω στο προσφυγικό ζήτημα.
Αυτό είναι το κυριότερο θέμα στο οποίο καταπιάνεται η συγκεκριμένη ταινία, κάνοντάς με να την εκτιμήσω. Με ένα καυστικό μαύρο χιούμορ θίγει την κοινωνική αδιαφορία απέναντι σε πολλά κοινωνικοπολιτικά θέματα όπως είναι και το προσφυγικό ζήτημα και με έναν εύστοχο και συγκινητικό τρόπο μας δίνει μια ευκαιρία να κοιτάξουμε και την άλλη πλευρά καθώς όπως αναφέρει ο πρωταγωνιστής "είμαστε τυχεροί καθώς έχουμε γεννηθεί στη σωστή πλευρά του κόσμου". 

Βαθμολογία: 7/10

Κυριακή, 11 Ιουλίου 2021

Σίκινος, η ανέγγιχτη ομορφιά των Κυκλάδων


Πάνε τρεις δεκαετίες από τότε που ανακάλυψα την μοναδική γοητεία της Σικίνου μέσα από τη συλλογή τηλεκαρτών που έκανα μικρός, καθώς σε μια απ' αυτές ήταν αποτυπωμένη η ομορφιά ενός ιδιαίτερου μνημείου πάνω στο οποίο μπλεκόντουσαν δυο διαφορετικές ιστορικές περίοδοι, η ρωμαϊκή κι η μεταβυζαντινή. Από τότε πέρασαν αρκετά χρόνια για να μου τραβήξει η Σίκινος ξανά την προσοχή, όταν την αντίκρισα από την Χώρα της Ίου. Μικρή, ταπεινή και σιωπηλή, η Σίκινος έπλεε αμέριμνη ανάμεσα σε τρεις πολυδιαφημισμένους προορισμούς (Φολέγανδρο, Σαντορίνη και Ίο). Στις συναναστροφές μου από τις νυχτερινές βόλτες της Ίου, άκουσα τα καλύτερα λόγια για το νησί αυτό κι αμέσως το τοποθέτησα ψηλά στη λίστα των επόμενων καλοκαιρινών μου προορισμών. Κι έτσι, μετά από δύο καλοκαίρια, ήρθε η στιγμή να την επισκεφθώ και να γνωρίσω από κοντά την ανέγγιχτη ομορφιά της.
Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, το όνομα του νησιού προέρχεται από τον γιο του Θόαντα, βασιλιά της Λήμνου κι εγγονού του Βάκχου και της Αριάδνης που ζούσαν στην Νάξο. Προσπαθώντας η σύζυγός του να τον σώσει από τις γυναίκες της Λήμνου που έσφαξαν τους άνδρες τους, τον έκρυψε σε μια λάρνακα και τον πέταξε στη θάλασσα. Το κιβώτιο έφτασε ως τη Σίκινο, όπου τον έσωσαν οι ψαράδες του νησιού και τον φιλοξένησαν. Κατά τη διαμονή του εκεί, ο Θόαντας γνώρισε την εγχώρια νύμφη Νηΐδα κι απέκτησε μαζί της τον Σίκινο, ο οποίος βασίλευσε στο νησί, δίνοντάς του το όνομά του, το οποίο έχει διατηρηθεί από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Επίσης, το νησί είχε ονομαστεί κι Οινόη λόγω των θεσπέσιων κρασιών που παρήγαγε ενώ την περίοδο της Φραγκοκρατίας μετονομάστηκε σε Σύκανδρο λόγω των πολλών σύκων που είχε. 
Η Σίκινος είναι απίστευτα μικρή και συμμαζευμένη κι έχει μόνο τρεις οικισμούς, την Αλοπρόνοια, η οποία είναι ένας μικρός παραθαλάσσιος οικισμός και λιμάνι του νησιού ενώ λίγα χιλιόμετρα βορειότερα βρίσκονται οι οικισμοί Χωριό και Κάστρο, χτισμένοι σε έναν μεγάλο γκρεμό που καταλήγει στη θάλασσα. Από τα τρία αυτά μέρη, επιλέξαμε να μείνουμε στην Αλοπρόνοια, καθώς θέλαμε να έχουμε τη θάλασσα ακριβώς κάτω από την πανοραμική μας βεράντα. 
Θα μπορούσαμε να πούμε πως η Αλοπρόνοια αποτελείται κυρίως από ενοικιαζόμενα δωμάτια που προορίζονται για τους επισκέπτες και κλέβει τις εντυπώσεις με τα πεντακάθαρα τυρκουάζ νερά της. Εντυπωσιάστηκα με την καθαρότητα και το χρώμα της θάλασσας παρόλο που στην άκρη της παραλίας βρίσκεται η μικρή μαρίνα κι ο υποτυπώδεις μόλος που δένει το καράβι της γραμμής. Όμως, η παραλία που μας μάγεψε περισσότερο ήταν ο Άγιος Γεώργιος που βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα βορειότερα της Αλοπρόνοιας. Η άγρια ομορφιά του τοπίου κι η απόκοσμη γαλήνη του αρκούν για να φύγει κάθε τοξικότητα κι άγχος που κουβαλάμε από την ξέφρενη καθημερινότητα της πόλης. Επίσης στην παραλία υπάρχουν αρκετά αλμυρίκια που προσφέρονται να μας προστατεύσουν με τη σκιά τους, όταν δεν απολαμβάνουμε τα κρυστάλλινα νερά και τον υπέροχο βυθό της θάλασσας. Στην άκρη της παραλίας βρίσκεται ένα μικρό ταβερνάκι, το οποίο δυστυχώς δεν είχε ακόμη ανοίξει. Στο νησί υπάρχουν κι άλλες παραλίες όπως η παραλία Μάλτας και τα Σαντοριναίικα, αλλά είναι προσβάσιμες μόνο με καραβάκι. Ψάχνοντας πληροφορίες για τις παραλίες αυτές, διαπίστωσα πως παρά τα όμορφα νερά τους, δεν παρέχουν σκιά στους λουόμενους. Επίσης είναι και το Διαλισκάρι αλλά ο δρόμος μέχρι την παραλία είναι άσχημος. 
Οι άλλοι δυο οικισμοί του νησιού είναι το Χωριό και το Κάστρο, τα οποία απλώνονται σε δύο αντικριστές πλαγιές κι ενώνονται νοητά με το νεοκλασικό σχολείο-γυμνάσιο-λύκειο και το νεκροταφείο. Το Χωριό (00:24-01:28) είναι το πιο ήσυχο κομμάτι καθώς αποτελείται κυρίως από τα σπίτια των κατοίκων του νησιού. Στα μικρά ήσυχα σοκάκια του θα συναντήσει κανείς την ομορφιά της λιτότητας στις όψεις των σπιτιών, τις μυρωδάτες και πολύχρωμες από γεράνια αυλές τους αλλά και την κυριαρχία των σικινιώτικων γατιών που ατάραχες ρεμβάζουν σε κάθε απίθανο σημείο του οικισμού. 
Από την άλλη πλευρά βρίσκεται το Κάστρο (01:40-03:40) το οποίο είναι χτισμένο σε ένα γκρεμό 280 μέτρα πάνω από τη θάλασσα κι είναι ένας οχυρωμένος οικισμός που κατοικείται από τον 15ο αι. Εκεί βρίσκεται το δημαρχείο, η κεντρική πλατεία με το μνημείο ηρώων και τα μαγαζιά του νησιού. Στα γραφικά του σοκάκια και στα λιγοστά του στέκια, νιώσαμε πως γίναμε μια παρέα τόσο με τους κατοίκους του νησιού που μας χαιρετούσαν όποτε μας συναντούσαν στο δρόμο όσο και με τους λιγοστούς τουρίστες που τους συναντούσαμε καθημερινά στα ίδια στέκια και στις ίδιες παραλίες (με τις πιο συνηθισμένες συναντήσεις να γίνονται με ένα ζευγάρι Άγγλων και με μια παρέα Ιταλών). Μια ακόμη όμορφη λεπτομέρεια από την παραμονή μας στη Σίκινο, κάτι το οποίο οφείλεται και στην περίοδο που διαλέξαμε να την επισκεφθούμε, ήταν η ανθρώπινη κι απίστευτα φιλόξενη συμπεριφορά των μαγαζατόρων. 
Από το Κάστρο ξεκινάει ένα μονοπάτι που οδηγεί προς το μοναστήρι της Χρυσοπηγής, όπου στα μισά της ανάβασης βρίσκεται το τάμα του Οδυσσέα Ελύτη (05:27-05:38), ο οποίος παρόλο που δεν επισκέφθηκε ποτέ την Σίκινο, την ύμνησε μέσα από το έργο του. Το τάμα του ποιητή εκπληρώθηκε λίγα χρόνια μετά το θάνατό του από την ποιήτρια και σύντροφό του Ιουλίτα Ηλιοπούλου. Με μια κομψή λιτότητα και με μια αιγαιοπελαγίτικη αύρα, δίνει την αίσθηση πως αιωρείται πάνω από τη θάλασσα των Κυκλάδων. Αυτό που μου τράβηξε την προσοχή από το κτίσμα, ήταν η μικρή μαρμάρινη επιγραφή πάνω από την είσοδο του ναού που αναφέρει το εξής "Παναγιά Σικινιώ, Οδυσσέας Ελύτης ανέθηκε", δίνοντας με τη φράση αυτή μια νοητή συνέχεια στις αντίστοιχες προσφορές αγαλμάτων των αρχαίων Ελλήνων προς τους δικούς τους θεούς. Από τον προαύλιο χώρο του ναού μπορεί κανείς να θαυμάσεις το μεγαλείο των Κυκλάδων, καθώς ο ορίζοντας καλύπτεται εξ ολοκλήρου από τα γύρω Κυκλαδονήσια. Σταθήκαμε τυχεροί καθώς εκείνες τις μέρες είχε καθαρή ατμόσφαιρα κι έτσι καταφέραμε να διακρίνουμε πεντακάθαρα στα δυτικά την Φολέγανδρο, την Μήλο, την Κίμωλο, την Σίφνο και στα βόρεια την Αντίπαρο, την Πάρο, την Νάξο και στο ενδιάμεσό τους την Σύρο. Για μένα που έχω συνηθίσει τους ανοιχτούς θαλάσσιους ορίζοντες της δυτικής Χίου, εντυπωσιάστηκα με τον κυκλικό νησιώτικο χορό που εξελισσόταν εκείνες τις μέρες μπροστά μου. Επίσης από το τάμα του Οδυσσέα Ελύτη απολαύσαμε και το τελευταίο μας ηλιοβασίλεμα στη Σίκινο, το οποίο δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει από τα αντίστοιχα φημισμένα ηλιοβασιλέματα της Σαντορίνης και της Φολεγάνδρου. 
Στην κορυφή του ανεβάσματος βρίσκεται ένα μικρό κατάλευκο κάστρο, το οποίο δεν είναι άλλο από το γυναικείο μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής ή αλλιώς Χρυσοπηγής όπως το αποκαλούν οι Σικινιώτες (05:29-06:21). Η οχυρωματική τη μορφή οφείλεται στο ότι οι κάτοικοι κάποτε το χρησιμοποιούσαν ως καταφύγιο για να προστατευτούν από τις επιδρομές των πειρατών. Το μοναστήρι αυτό χτίστηκε το 1690 και σταμάτησε να λειτουργεί το 1834 μετά από διάταγμα της αντιβασιλείας του Όθωνα που έκλεισε αρκετά μοναστήρια της τότε Ελλάδος, τα οποία είχαν λίγους μοναχούς. Όμως τα τελευταία χρόνια, το μοναστήρι άρχισε να λειτουργεί ξανά με τη συνδρομή μιας μοναχής, η οποία χειροτονήθηκε 200 χρόνια μετά την τελευταία φορά που είχε συμβεί στο νησί. Η μοναχή Δωροθέα, μας υποδέχτηκε με ένα γλυκό χαμόγελο κι αφού μας πρόσφερε δροσερό νερό, μας έδειξε τα κατατόπια του κτιριακού συγκροτήματος, το οποίο πέρα από την εκκλησία, έχει μια υπαίθρια φωτογραφική έκθεση για τη μοναστηριακή ζωή κι ένα γαλήνιο προαύλιο χώρο που καταλήγει σε ένα εντυπωσιακό άνοιγμα προς το Αιγαίο. 
Στα μισά της παραμονής μας στο νησί, επισκεφθήκαμε το πιο αινιγματικό κτίσμα των Κυκλάδων, το οποίο είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον μου πριν τρεις δεκαετίες όταν έκανα τη συλλογή με τις τηλεκάρτες. Η περίφημη Επισκοπή (03:44-04:08) βρίσκεται στη μέση του πουθενά κι είναι το πιο απομακρυσμένο προσβάσιμο σημείο του νησιού. Εικάζεται πως ανεγέρθηκε τον 3ο αιώνα ως ρωμαϊκό μαυσωλείο, αν κι υπάρχει μια θεωρία πως ήταν ναός του Πυθίου Απόλλωνα. Όμως τον 17ο αιώνα μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Η τότε βεβήλωση του μνημείου με την προσθήκη της ημικυκλικής κόγχης, του τρούλου και του τρίτοξου καμπαναριού, αντί να καταστρέψουν το μνημείο, το έκαναν περισσότερο εντυπωσιακό αλλά και μοναδικό. Δίπλα στην επιβλητική Επισκοπή βρίσκεται το βυζαντινό εκκλησάκι της Αγίας Αννας ενώ λίγο πιο πέρα έχουν χτιστεί μικρά διακριτικά κτίρια εναρμονισμένα με το περιβάλλον, τα οποία θα φιλοξενήσουν στο μέλλον τη συλλογή των ευρημάτων τόσο του μνημείου όσο και των γύρω ανασκαφών. Στη γύρω περιοχή της Επισκοπής, μπορεί κανείς να περπατήσει στα παλιά μονοπάτια του νησιού, γυρνώντας πίσω στο χρόνο τότε που οι μετακινήσεις γινόντουσαν με τα γαϊδουράκια ή με τα πόδια ανάμεσα σε χωράφια που διαχωρίζονταν μεταξύ τους με μεγάλες πλατιές πλάκες. 
Επιστρέφοντας από την Επισκοπή στο Κάστρο, κάναμε μια στάση στο διάσημο οινοποιείο του Μάναλη (04:28-04:48). Ο ιδιοκτήτης του, ο κύριος Γιώργος Μάναλης κατάφερε να αναβιώσει τις ξεχασμένες ποικιλίες του τοπικού κρασιού, δημιουργώντας έναν εντυπωσιακό οικολογικό αμπελώνα 30 στρεμμάτων στο βορειοδυτικό απόκρημνο τμήμα του νησιού, ξεκινώντας από μερικές βέργες που προμηθεύτηκε από παλιούς κατοίκους του νησιού. Μας υποδέχτηκε ο ίδιος στην είσοδο του οινοποιείου του και μας πρόσφερε να δοκιμάσουμε τα τέσσερα υπέροχα κρασιά που παράγει, το «Sikoinos Λευκό», το «Sikoinos Ερυθρό», το «Sikoinos Ροζέ» και το «Λιοσάτο». Αφού καταλήξαμε στο ροζέ, κατεβήκαμε σε μια από τις ομορφότερες βεράντες των Κυκλάδων, για να δοκιμάσουμε τα θεσπέσια πιάτα του οινοποιείου έχοντας μπροστά μας θέα τη Φολέγανδρο και το υπέροχο ηλιοβασίλεμα του νησιού. Η άγρια ομορφιά των απόκρημνων πλαγιών της Σικίνου, η ονειρική ηρεμία του τοπίου, η απεραντοσύνη της θάλασσας αλλά και τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος δημιουργούν μια πρωτόγνωρη μαγευτική ατμόσφαιρα στο οινοποιείο. Γι' αυτό το λόγο, προτείνω να το επισκεφθείτε από τις πρώτες κιόλας μέρες παραμονής σας στο νησί και να μην το αφήσετε τελευταία στιγμή διότι είμαι βέβαιος πως θα θελήσετε να το επισκεφθείτε ξανά, όπως κάναμε κι εμείς. 
Όταν έφτασε η μέρα της αναχώρησης, είχαμε την αίσθηση πως φεύγαμε από έναν τόπο που μας αγκάλιασε τόσο ζεστά κι όμορφα. Στην προβλήτα που θα έδενε το καράβι, συναντήσαμε για τελευταία φορά τον κύριο Μάναλη, ο οποίος αμέσως μας αναγνώρισε κι ήρθε να κάτσει δίπλα μας μέχρι να φτάσει το πλοίο. Στη σύντομη συζήτηση που είχαμε, του εκφράσαμε τον ενθουσιασμό μας για το νησί και το πόσο πολύ μας κέρδισε ξεπερνώντας την όποια προσδοκία είχαμε γι' αυτό. Εκείνος κουνούσε το κεφάλι του καταφατικά μέχρι να τελειώσουμε όλα αυτά που είχαμε να του πούμε. Εν μέρει συμφωνούσε με τα λεγόμενά μας αλλά εκείνος είχε μια άλλη εικόνα θεωρώντας πως η Σίκινος είναι ένας ιδιαίτερος τόπος, ο οποίος δεν είναι προσιτός σε όλους. Προλαβαίνοντας την αντίδρασή μας, μας είπε πως όλα αυτά τα χρόνια έχει δει αρκετούς επισκέπτες να κατεβαίνουν στο νησί και να περιμένουν από την επομένη κιόλας μέρα το πρώτο καράβι για να φύγουν. Η Σίκινος δεν είναι γι' αυτούς που αναζητούν την κοσμικότητα και τη ξέφρενη ζωή των άλλων νησιών, ούτε "γι' αυτούς που θέλουν να δείξουν την κορμάρα τους στην παραλία". Η Σίκινος είναι ο επίγειος παράδεισος γι' αυτούς που θέλουν να 'ρθουν και να ζήσουν λίγες μέρες απόλυτης ελευθερίας, απαλλαγμένοι από τις σκοτούρες της καθημερινότητάς τους. Η Σίκινος είναι γι' αυτούς που βρίσκουν την απόλυτη ευτυχία στα μεσημβρινά τραγούδια των τζιτζικιών ξαπλωμένοι κάτω από τα αλμυρίκια της παραλίας, έχοντας συντροφιά τους ένα βιβλίο. Η Σίκινος είναι για εκείνους που φεύγοντας από την παραλία, θα πάνε κατευθείαν στη Χώρα του νησιού για να απολαύσουν τον καφέ τους, το φαγητό τους και το ποτό τους χωρίς να τους ενδιαφέρει η τσαλακωμένη τους από την παραλία ενδυμασία κι η αλμύρα που έχει κατακάτσει στο δέρμα τους. 
Η Σίκινος είναι η πατρίδα των χαμένων ανέμελων χρόνων μας. 
Αυτήν την Σίκινο ερωτευτήκαμε. 
Αυτήν την Σίκινο θα κρατήσουμε για πάντα στην καρδιά μας. 

Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2021

Druk (2020)




Ένα κακό συνήθειο που έχω με τον κινηματογράφο, είναι η αποστροφή μου σε ταινίες που προωθούνται έντονα για ένα σύντομο χρονικό διάστημα μέσα από τα social media και μετά εξαφανίζονται ως δια μαγείας. Έχοντας πέσει στην παγίδα αυτών των σινεφίλ εξάρσεων, έφτασα στο σημείο να θεωρώ αυτού του είδους τις ταινίες ως έργα μαζικής κατανάλωσης που δεν αξίζουν καν τις δυο ώρες από το χρόνο μου για να τις παρακολουθήσω. Φυσικά αυτό το ελάττωμα προκλήθηκε μετά κάμποσες προβολές αντίστοιχων προτάσεων που τελικά αποδείχθηκαν σε ανόητες, αδιάφορες και κενές ταινίες που προωθήθηκαν ως πολυβραβευμένα αριστουργήματα. Δυστυχώς όμως με αυτή μου τη συνήθεια, προσπερνώ ταινίες που έχουν τελικά κάτι να προσφέρουν ώστε να προβληματίσουν το κοινό τους. Ένα απ' αυτά τα "θύματα" της κακής μου συνήθειας, είναι το δανέζικο διαμαντάκι "Druk", μια ανθρώπινη ταινία που επικεντρώνεται σε σημαντικά κοινωνικά ζητήματα μέσα από το πρίσμα της χορευτικής ζάλης του αλκοολισμού. 
Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από το πρωταγωνιστικό πρόσωπο ενός μεσήλικα δασκάλου, τον οποίον υποδύεται ο ακόμη μια φορά εξαιρετικός Μαντς Μίκελσεν. Στα πρώτα πλάνα μας συστήνεται ως ένας άνθρωπος που έχει χάσει κάθε διάθεση για ζωή. Αόρατος στο σπίτι του, αδιάφορος στον εργασιακό του χώρο και λιγομίλητος με τους φίλους του. Η ζωή του έχει βαλτώσει κι ο ίδιος νιώθει χαμένος κι αδύναμος σε μια στασιμότητα που τον έχει φθείρει ανεπανόρθωτα. Όλα όμως θα αλλάξουν μετά από μια μάζωξη με τους φίλους του για τον εορτασμό των γενεθλίων ενός απ' αυτών. Έχοντας κατεβάσει μερικά ποτήρια κρασιού, ο πρωταγωνιστής θα σπάσει και θα ανοιχτεί στους φίλους του, εκμυστηρεύοντάς τους το αδιέξοδο που έχει εγκλωβιστεί και δυσκολεύεται να βγει. Μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, ο συνταρακτικός λυγμός του πρωταγωνιστή, καθώς σπανίως βλέπουμε άντρες να κλαίνε με τόση ευκολία στον περίγυρό τους. Με αυτό το τόσο ανθρώπινο πλάνο και γνωρίζοντας την πρόσφατη οδυνηρή απώλεια της κόρης του Δανού σκηνοθέτη (ο οποίος αφιερώνει την ταινία στη μνήμη της), ως θεατές ανοίγουμε σα στρείδια έτοιμοι να απορροφήσουμε τον κάθε συλλογισμό που μας αναλύει η ταινία.   
Το ξέσπασμά του πρωταγωνιστή, θα γίνει αφορμή να προταθεί το αλκοόλ ως λύση στα αδιέξοδα των των τεσσάρων φίλων. Η άποψή τους πως μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση της ζωής του καθενός, στηρίζεται στη θεωρία του γνωστού Νορβηγού ψυχιάτρου Φινν Σκαρντερουντ, ο οποίος πίστευε πως οι άνθρωποι γεννιούνται με το επίπεδο αλκοόλ στο αίμα τους μικρότερο κατά 0,05% από το αναγκαίο, οπότε προέτρεπε τους ανθρώπους να πίνουνε σε καθημερινή βάση εκείνη την ποσότητα που χρειάζονται για να αποκαταστήσουν και να διατηρήσουν το επίπεδο αυτό. Με απλά λόγια, θεωρούσε την ελεγχόμενη κατανάλωση αλκοόλ ως μια σημαντική βιολογική ανάγκη. Βασιζόμενοι σ' αυτή τη θεωρία, αποφασίζουν οι τέσσερις φίλοι να ξεκινήσουν ένα κοινό πείραμα με ελεγχόμενη κατανάλωση αλκοόλ για να βελτιώσουν τη διάθεσή τους αλλά και τις συνθήκες της ζωή τους. 
Τα πρώτα αποτελέσματα είναι συναρπαστικά. Η διάθεση για εργασία εκτοξεύεται στα ύψη και οι κοινωνικές συναναστροφές αναθερμαίνονται και βελτιώνονται. Ο ενθουσιασμός των τεσσάρων φίλων, γίνεται αφορμή να αυξήσουν τη δοσολογία της καθημερινής κατανάλωσης αλκοόλ αλλά και να πειραματιστούν μ' αυτό, ξεπερνώντας τα όρια αντοχής. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, το πείραμα να πάρει άλλη τροπή μη ελεγχόμενη κι άκρως καταστροφική. Παρόλο που η διάθεση αλλάζει, τα προβλήματα παραμένουν κι η χαλάρωση των αναστολών τα φέρνει στην επιφάνεια, οδηγώντας τα πρόσωπα αντιμέτωπα με καταστάσεις που αδυνατούν να διαχειριστούν. Κάποιοι απ' αυτούς έχουν το ψυχικό σθένος να βάλουν ένα τέλος στον αλκοολισμό ενώ κάποιοι άλλοι θα δυσκολευτούν, παρασέρνοντας τους εαυτούς τους στο μοιραίο τέλος. Ένα οδυνηρό τέλος που θα γίνει αφορμή για τους υπόλοιπους να πιάσουν τη ζωή από τα μαλλιά και να τη ζήσουν όσο πιο έντονα μπορούν, υιοθετώντας τη φράση του Δανού φιλόσοφου, θεολόγου  κι υπαρξιστή Σαίρεν Κίρκεγκωρ, που εμφανίζεται στην αρχή της ταινίας: «Τι είναι νιότη; Ένα όνειρο. Τι είναι αγάπη; Το περιεχόμενο του ονείρου» 




Αυτό που με ενθουσίασε με το "Druk" είναι πως την βρήκα βαθύτατα ανθρώπινη, ζεστή κι ειλικρινή ταινία παρά τη ψυχρή σκανδιναβική της καταγωγή. Με απίστευτη τρυφερότητα καταπιάνεται με δύσκολα κι ευαίσθητα ανθρώπινα θέματα και τα παρουσιάζει με έναν πολύ γλυκό τρόπο. Για παράδειγμα, βρήκα εντυπωσιακή την βελτίωση της διδασκαλίας των τεσσάρων δασκάλων. Ο Μίκελσεν παραδίδει αξιοζήλευτα μαθήματα ιστορίας που τραβούν την προσοχή όχι μόνο των μαθητών αλλά και των θεατών της ταινίας. Το ίδιο ισχύει και με τον μουσικό που βρίσκει έναν ευφάνταστο τρόπο για να περάσει το πάθος και τη ψυχή της μουσικής στους μαθητές του. Όπως συμβαίνει και με τον προπονητή που καταφέρνει με απότομο μεν αλλά αποτελεσματικό τρόπο να περάσει την αίσθηση της ομαδικότητας στους πιτσιρικάδες παίκτες της ποδοσφαιρικής του ομάδας. Μέσα από τους ρόλους τους, παρακολουθεί ο καθένας τις αισθητές βελτιώσεις, δημιουργώντας προβληματισμούς στο κατά πόσο μπορεί να βοηθήσει μια ελεγχόμενη καθημερινή κατανάλωση αλκοόλ. Παρόλα αυτά, σε κανένα σημείο δεν αγιοποιείται ούτε συνιστάται η κατανάλωση αλκοόλ καθώς ο καθένας μπορεί να γίνει επιρρεπής σε σ' αυτόν τον τόσο επικίνδυνο εθισμό. 
Ένας άλλος λόγος που μ' έκανε να λατρέψω την ταινία ήταν η θαρραλέα ανάλυση που γίνεται σε ένα θέμα ταμπού όπως είναι αυτό του αλκοολισμού, παρουσιάζοντάς το με μεγάλη ευαισθησία κι αντικειμενικότητα, αφήνοντας τον θεατή να κρίνει τις επιλογές των προσώπων αλλά και στη λάθος στροφή που πήραν μερικοί, φτάνοντας στην αυτοκαταστροφή. Έχω την αίσθηση πως είχα χρόνια να παρακολουθήσω ταινία που καταπιάνεται με μια τόσο δύσκολη θεματολογία (ίσως τελευταία ταινία να ήταν το αριστουργηματικό "Shame" του Στιβ Μακουίν). Επίσης βρήκα ενδιαφέρουσες τις ιστορικές αναφορές πολιτικών και πνευματικών προσώπων που ήταν εθισμένοι με το αλκοόλ κι ανατρίχιασα παρακολουθώντας σύντομα βίντεο διάσημων πολιτικών προσώπων που βρίσκονταν κάτω από την επήρεια κάποιου ποτού. 
Ο σκηνοθέτης Τόμας Βίντερμπεργκ ακροβατεί παιχνιδιάρικα μεταξύ κωμωδίας και δράματος και ρισκάρει ανάμεσα στο ρεαλισμό και τη γραφικότητα, χωρίς να χάσει σε κανένα σημείο τον έλεγχο της ροής της ταινίας, κάτι το οποίο βρίσκω αξιοσημείωτο καθώς στην τέταρτη μέρα των γυρισμάτων έχασε την κόρη του. Το πένθος του δημιουργού γίνεται φανερό σε αρκετά πλάνα της ταινίας, παρασέρνοντας τους θεατές σε έναν απροσδιόριστο θρήνο ως το τέλος, επιβραβεύοντάς μας στην τελευταία σκηνή με έναν από τους πιο απελευθερωτικούς χορούς που έχουμε απολαύσει στον κινηματογράφο. 
Όμως πέρα από τις γενικόλογες θεωρίες για την κρίση της μέσης ηλικίας, ο δημιουργός περνάει κάπως επιδερμικά τα αδιέξοδα των τεσσάρων φίλων (με εξαίρεση τον ρόλο του Μαντς Μίκελσεν) δυσκολεύοντάς μας να κατανοήσουμε τα ψυχολογικά συμπλέγματα του καθενός. Προφανώς και τονίζονται σημαντικά θέματα της σημερινής κοινωνίας όπως είναι η μοναξιά, η τελματωμένη οικογενειακή ζωή, η εξασθενημένη ερωτική επιθυμία κι η αδιάφορη ρουτίνα της επαγγελματικής καθημερινότητας, αλλά οι πληροφορίες που συγκεντρώνουμε για το κάθε πρόσωπο της ιστορίας (ειδικά για τον προπονητή και τον ψυχολόγο) είναι τόσο φτωχές που μας δυσκολεύουν να κατανοήσουμε τις αφορμές που οδηγούν τον καθέναν από τους τέσσερις φίλους στον αλκοολισμό. 



Ωστόσο το φινάλε της ταινίας, μας αποζημιώνει με την εορταστική σκηνή της αποφοίτησης των μαθητών, οι οποίοι παρασέρνουν τους καθηγητές τους σε ένα διονυσιακό χορό γεμάτο πάθος, ευτυχία κι όρεξη για ζωή. Σ' αυτήν την κορύφωση, απολαμβάνουμε τον ξεσηκωτικό χορό του Μαντς Μικελσεν, όπου μέσα απ' αυτόν παρακολουθούμε το ξέσπασμα ενός ανθρώπου ο οποίος ξεδιπλώνεται σε έναν τζαζ χορευτή που έχει ανάγκη να εκτονώσει όλα τα συναισθήματα που κρατούσε αδρανή για χρόνια μέσα του. Ο χορός του μετατρέπεται σε ένα χείμαρρο συναισθημάτων αλλά και σε ένα πάντρεμα σώματος και ψυχής. Η τελευταία του πράξη δε θα μπορούσε παρά να συμβολίσει την τελική του λύτρωση, τη σωτηρία ενός ανθρώπου που λύγισε και διαλύθηκε σε χίλια κομμάτια, αλλά κατάφερε να βγει πιο δυνατός κι αποφασιστικός, έτοιμος να χαλιναγωγήσει με αυτοπεποίθηση και δυναμισμό το υπόλοιπο της ζωής του. 
Τέλος, ένας ακόμη λόγος που λάτρεψα την ταινία, ήταν η παρουσίαση της νοοτροπίας που έχει κάθε παρέα. Αυτής της απροσδιόριστης αλληλεγγύης μεταξύ καλών κι επιστήθιων φίλων, οι οποίοι στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλον τόσο στις καλές όσο και στις δύσκολες στιγμές, προκαλώντας ένα αίσθημα πλήρους αισιοδοξίας για το κάθε τι που φέρνει το άγνωστο για όλους μας μέλλον. Επίσης η ταινία είναι ένας φόρος τιμής σε όσους έχουν το σθένος να θέσουν κανόνες στους εαυτούς τους, ώστε να μπορούν να έχουν την επίγνωση των δυνατοτήτων τους στο να αντιμετωπίσουν το κάθε εμπόδιο που τους φέρνει η ζωή αλλά και να προσπεράσουν αλώβητοι την κάθε δύσκολη στιγμή που μπορεί να τους προκύψει. Με λίγα λόγια, τo "Druk" είναι ένας ύμνος της ωρίμανσης που βιώνει ο καθένας σε όποια φάση της ζωής του κι αν βρίσκεται, διότι τελικά η ηλικία δεν είναι τίποτα παραπάνω από έναν αριθμό. 

Βαθμολογία: 8/10

Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2021

Digger (2020)



Ομολογώ πως είχα χρόνια να ενθουσιαστώ τόσο πολύ με κάποια ελληνική ταινία. Με την χρόνια έλλειψη αξιόλογων εγχώριων κινηματογραφικών προτάσεων, εξανεμίστηκαν οι προσδοκίες μου για τον ελληνικό κινηματογράφο, ο οποίος θεωρώ πως έχει μπλεχτεί άσχημα στα αδιέξοδα του αλλοπρόσαλλου και κενού greek weird wave. Γι' αυτό το λόγο ενθουσιάστηκα με το "Digger" του Τζώρτζη Γρηγοράκη, το οποίο όχι μόνο κάλυψε με το παραπάνω τις προσωπικές μου κινηματογραφικές απαιτήσεις αλλά θεωρώ πως πάτησε με απόλυτη σαφήνεια σε επίκαιρα θέματα που απασχολούν αυτήν την περίοδο την κοινωνία μας κι επικεντρώθηκε τρυφερά κι ειλικρινά στους προβληματισμούς των ανθρωπίνων σχέσεων και κυρίως στη δύσκολη σχέση πατέρα-γιού. 
Η ιστορία μας ταξιδεύει στα υπέροχα δασώδη βουνά της Χαλκιδικής. Κεντρικό πρόσωπο είναι ένας μοναχικός άνθρωπος, ο οποίος προσπαθεί με κάθε τρόπο να υπερασπιστεί το δάσος από την καταστροφική επέκταση μιας εξορυκτικής εταιρείας. Η επιλογή της ασκητικής ζωής, του προσφέρει το χάρισμα να επικοινωνεί με τη φύση και με τα ζώα που φροντίζει. Γι' αυτόν κάθε δέντρο έχει μια ξεχωριστή προσωπικότητα και κουβαλάει ένα πλούσιο ιστορικό καθώς γνωρίζει πότε έχει φυτέψει το καθένα. 
Παρόλα αυτά, ο πρωταγωνιστής δεν έχει σταθεί ιδιαίτερα τυχερός στην προσωπική του ζωή. Η ιστορία του αποκαλύπτεται σταδιακά όταν δέχεται μια αιφνίδια επίσκεψη από τον μοναχογιό του που έχει να τον δει από μικρό παιδί. Η σχέση των δύο προσώπων είναι συγκρουσιακή και το χάσμα που έχει ανοιχτεί ανάμεσά τους, είναι έτοιμο να τους παρασύρει στην καταστροφή. Στην προσπάθειά τους να λύσουν τις προσωπικές τους διαφορές, τα δυο αυτά πρόσωπα θα 'ρθουν αντιμέτωπα και με την κλειστή επαρχιακή κοινότητα που είναι διχασμένη απέναντι στις καταστροφικές για τον τόπο εξορύξεις αλλά και με μια πρόταση της εταιρείας προς τον πρωταγωνιστή για να του αγοράσει τα στρέμματα του.




Υπάρχουν πολλά στοιχεία τα οποία λάτρεψα στη συγκεκριμένη ταινία, τα οποία θεωρώ πως την ώθησαν να φτάσει τα απαιτητικά επίπεδα του καλού ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Πρώτα απ' όλα είναι το κεντρικό της θέμα, το οποίο στάθηκε αφορμή για την πρώτη μου θερινή επίσκεψη στην υπέροχη ταράτσα της Ταινιοθήκης. 
Με την ταινία αυτή, ο δημιουργός καταπιάνεται με το απόλυτο οικολογικό θέμα της χώρας μας, το οποίο δεν είναι άλλο από την καταστροφή των δασών. Μια μη αναστρέψιμη καταστροφή που ξεκίνησε με τις Σκουριές της Χαλκιδικής και συνεχίζεται μέχρι σήμερα με την επίμονη προσπάθεια της κυβέρνησης να εγκαταστήσει αιολικά πάρκα σε όλα τα βουνά και στα νησιά της χώρας μας. Πόσο μάλλον τώρα που έχουν καταργηθεί οι περιοχές Natura από τον υπουργό δουλείας κι αθλιότητας Κωστή Χατζηδάκη. 
Μέσα από τους διαλόγους των προσώπων, ξεδιπλώνονται οι δυο όψεις της συγκεκριμένης δυστοπικής κατάστασης. Από την μια είναι η ανεργία που ωθεί τους νέους σε ευκαιριακές εργασίες, οι οποίες δυστυχώς είναι καταστροφικές για το περιβάλλον κι από την άλλη, οι λιγοστοί ρομαντικοί κάτοικοι των βουνών, οι οποίοι αντιμετωπίζουν με σθένος μια άνιση μάχη με το τέρας του νεοφιλελεύθερου κέρδους. Κι οι δύο πλευρές έχουν τα δίκια τους αλλα κανένα απ' αυτά δεν ισχύει μπροστά στα συμφέροντα των μεγάλων εταιρειών. 
Ένα άλλο στοιχείο με το οποίο καταπιάνεται η ταινία με απίστευτη τρυφερότητα κι ειλικρίνεια, είναι η συγκρουσιακή κι άκρως ανταγωνιστική σχέση πατέρα-γιού. Στη συγκεκριμένη ιστορία, τα δύο πρόσωπα προσπαθούν να καλύψουν ένα κενό χρόνο δεκαετιών και να χτίσουν νέες γέφυρες επικοινωνίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δούμε μια σχέση με απότομα σκαμπανεβάσματα. Ο εγωισμός υπερτερεί υψώνοντας τείχη αλλά παράλληλα οι άμυνες χαλαρώνουν και δίνονται ευκαιρίες στο να γνωρίσει ο ένας τον κόσμο του άλλου. Τελικός σκοπός δεν είναι η επικράτηση του ενός αλλά ο αλληλοσεβασμός των δύο διαφορετικών αντιλήψεων, ο οποίος μπορεί να εδραιωθεί μόνο όταν δοθούν οι κατάλληλες ευκαιρίες. Σ' αυτές τις προσπάθειες μαθαίνουμε την αγάπη του πρωταγωνιστή για το δάσος, το παρελθοντικό δυστύχημα που τον έκανε να καταραστεί την εταιρεία των εξορύξεων αλλά και τους λόγους που διαλύθηκε ο γάμος του. Μ' αυτόν τον τρόπο ο γιός καταφέρνει σταδιακά να συμπληρώσει τα κενά του δικού του οικογενειακού παζλ κι αρχίζει να κατανοεί την ιδιόρρυθμη νοοτροπία του πατέρα του. Όταν όμως δυσκολέψουν ξανά πράγματα, η αντίδραση φουντώνει ανεξέλεγκτα, φτάνοντας τα δυο πρόσωπα στο χείλος της καταστροφής. Το τι θα επικρατήσει στο τέλος, αφήνεται στην ελεύθερη ερμηνεία των θεατών. 
Επίσης, η ταινία με συγκίνησε με αρκετές μικρές λεπτομέρειες, απίστευτα ανθρώπινες και γλυκές όπως η ιδιόχειρη διαθήκη του πρωταγωνιστή που είχε κάπου φυλαγμένη για τον γιο του, την οποία ξετρυπώνει και την διαβάζει μόνος του μετά από μια άδικη λεκτική επίθεση που δέχεται από τον νεαρό. Επίσης ο εξαιρετικός μονόλογος του πρωταγωνιστή προς τον γιό του, μετά από έναν  καβγά που είχε με τους υπαλλήλους της εταιρείας, οι οποίοι έκοψαν μια καρυδιά του. Τα λόγια που ξεστομίζει μες στο αμάξι, είναι καλό να διδάσκονται σε κάθε μάθημα οικολογίας. 




Σκηνοθετικά η ταινία εντυπωσιάζει με τη λιτή της περιγραφή, τους όμορφους φωτισμούς των προσώπων στους μισοσκότεινους κλειστούς χώρους και τα μαγευτικά πλάνα του δάσους βασιζόμενα στην εκπληκτική φωτογραφία του Γιώργου Καρβέλα. 
Ο Τζωρτζής Γρηγοράκης καταπιάνεται με ένα πολύ δύσκολο κι απαιτητικό θέμα, το οποίο καταφέρνει να το βγάλει εις πέρας, χτίζοντας με σταθερούς ρυθμούς την προσωπικότητα των χαρακτήρων και το πεδίο δράσης τους. Μου έκανε εντύπωση το πόσο διάχυτη είναι η αντίθεση που προκαλεί η ονειρική ατμόσφαιρα του δάσους με τη μίζερη ατμόσφαιρα των ξεχασμένων κατοίκων της υπαίθρου που προσπαθούν να βρουν τρόπο να ορθοποδήσουν. Επίσης βρήκα εύστοχη τη διακριτική παρουσίαση της αξιοπρεπής στάσης των τελευταίων ρομαντικών, που εξακολουθούν να αντιστέκονται με το κεφάλι ψηλά ακόμη κι όταν ξέρουν πως η μάχη είναι χαμένη, δίνοντας μια ξεκάθαρη εικόνα του επίμονου αγώνα που χρόνια τώρα δίνουν οι κάτοικοι των νησιών και των βουνών απέναντι στη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα. 
Επίσης ο δημιουργός κρατάει μια έντιμη στάση και δε δαιμονοποιεί την τεχνολογική και βιομηχανική πρόοδο, αποφεύγοντας μ' αυτόν τον τρόπο να παρουσιάσει στερεότυπα και λαϊκισμούς. Μάλιστα αφήνει να εννοηθεί πως η πρόοδος είναι απαραίτητη για τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής των ανθρώπων, αρκεί να εφαρμοστεί ορθά. Έχοντας ως πρόσχημα τη στάση του αυτή, στοχοποιεί κι αναθεματίζει με έναν πανέξυπνα διακριτικό τρόπο την προσπάθεια της κάθε εταιρείας να βγάλει κέρδος με κάθε τίμημα. 
Επίσης θεωρώ πως ο δυναμισμός της ταινίας πηγάζει και μέσα από την εξαιρετική ερμηνεία του Βαγγέλη Μουρική, ο οποίος φαίνεται τόσο αληθινός στο ρόλο του αλλά και τόσο εναρμονισμένος με το δάσος που προσπαθεί να σώσει. Σου αφήνει την αίσθηση πως όλη η ταινία πατάει πάνω του, χωρίς όμως να σβήνει τους συμπρωταγωνιστές του, οι οποίοι παίζουν με απίστευτη φυσικότητα, δημιουργώντας μια σχέση οικειότητας με τους θεατές που παρακολουθούν την ταινία. 
Δεν είναι τυχαίο πως η ταινία "Digger" έχει ήδη τιμηθεί από την Διεθνή Ένωση Κινηματογράφων Τέχνης με το Βραβείο CICAE Art Cinema Award, κάνοντας παγκόσμια πρεμιέρα στο 70ο Φεστιβάλ Βερολίνου και με πέντε βραβεία τον Νοέμβριο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ανάμεσά τους και ο Αργυρός Αλέξανδρος, ενώ ο Βαγγέλης Μουρίκης απέσπασε το βραβείο ερμηνείας στο 26ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο. Επίσης, η ταινία ήταν υποψήφια για 14 Βραβεία Ίρις (της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου) από τα οποία κέρδισε τα 10, μεταξύ των οποίων καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη, σεναρίου, α' ανδρικού ρόλου και φωτογραφίας.
Το "Digger" είναι ένα σύγχρονο γουέστερν που παραθέτει με εντιμότητα όλες τις πλευρές ενός οικολογικού εγκλήματος (στη συγκεκριμένη περίπτωση τις Σκουριές Χαλκιδικής) χωρίς να αποκτά τον χαρακτήρα μιας στρατευμένης ταινίας. Παρουσιάζει με κατανοητή επιχειρηματολογία όλες τις απόψεις, αφήνοντας στο τέλος τον θεατή να επιλέξει την μεριά που τον εκφράζει και τον αντιπροσωπεύει περισσότερο. Θεωρώ πως είναι μια από τις καλύτερες ταινίες της φετινής χρονιάς. Ίσως κι η καλύτερη μέχρι στιγμής. 

Βαθμολογία: 8/10

Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2021

Dear Comrades! (2020)

 



Σε μια πρόσφατη συζήτηση που είχα με έναν γνωστό μου κινηματογραφόφιλο, επικεντρωθήκαμε σε ένα κοινό μας σκεπτικό πως ο κινηματογράφος δεν είναι μόνο ψυχαγωγία αλλά κι ένας εποικοδομητικός τρόπος μόρφωσης. Γι' αυτό το λόγο, ενθουσιάζομαι όταν ανακαλύπτω ταινίες που επικεντρώνονται σε ιστορικά γεγονότα, τα οποία δε γνωρίζω. Μία απ' αυτές τις ταινίες είναι η τελευταία δημιουργία του Αντρέι Κοντσαλόφσκι που αναφέρεται στη σφαγή των απεργών του Νοβοκερκάσκ που σημειώθηκε στις 2 Ιουνίου του 1962 στην Σοβιετική Ένωση, με την ανήκουστη για το καθεστώς απεργία να έχει τελικό απολογισμό 26 νεκρούς και 87 τραυματίες. 
Το ιστορικό αυτό γεγονός που προκάλεσε τις πρώτες ρωγμές στον ιδεολογικό εγωισμό του κομμουνισμού αλλά συγκαλύφθηκε μέχρι το 1990, παρουσιάζεται μέσα από την ματιά της Λιουντμίλα, η οποία είναι μια ένθερμη υποστηρίκτρια του καθεστώτος κι ενεργό μέλος του κόμματος ως δημοτική σύμβουλος της πόλης. Η ίδια γνωρίζει τις ατέλειες του συστήματος καθώς έχει πρόσβαση σε αρκετά παρασκήνια δημοσίων δραστηριοτήτων κι ευνοϊκή μεταχείριση στις τροφοδοτήσεις των κατοίκων της πόλης με πρώτες ύλες κι άλλα απαραίτητα προϊόντα. Όμως παραμένει πιστή στο Κόμμα λόγω της ανασφάλειά της, η οποία εκδηλώνεται με τη φράση "πέρα από τον κομμουνισμό, δεν έχω που αλλού να πιστέψω". 
Η ιδεολογική στάση της πρωταγωνίστριας θα αρχίσει να κλονίζεται με αφορμή την απεργία ενός τοπικού εργοστασίου ατμομηχανών, όπου ενωμένοι εργάτες και κάτοικοι της πόλης ξεσηκώνονται εξαιτίας των αυξήσεων στις τιμές των τροφίμων από την κυβέρνηση του Νικίτα Χρουστσόφ. Μέσα στους απεργούς βρίσκεται κι η κόρη της πρωταγωνίστριας, η οποία θεωρεί χρέος της να σταθεί στο πλευρό των συντρόφων της, σε μια δίκαιη μάχη διεκδικώντας το καλό του κοινωνικού συνόλου. Έχοντας πληροφορηθεί για τα μέτρα που ετοιμάζεται το καθεστώς να πάρει κατά των απεργών, η Λιουντμίλα θα ζητήσει από την κόρη της να αποφύγει την πορεία, χωρίς όμως να την πείσει. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, να αναζητήσει η πρωταγωνίστρια την κόρη της μέσα στο έντρομο πλήθος που προσπαθεί να καλυφθεί από τις σφαίρες. Στην προσπάθειά της αυτή θα γίνει μάρτυρα μιας ανελέητης σφαγής. 




Μετά απ' αυτό το αιματηρό γεγονός, θα επικρατήσει πανικός κι οργή στην πόλη. Το καθεστώς θα χρησιμοποιήσει κάθε τρόπο για να αποσιωπήσει τη σφαγή, είτε συλλαμβάνοντας διαδηλωτές που γλίτωσαν από τις σφαίρες είτε αναγκάζοντας ανθρώπους να υπογράψουν ένα συμφωνητικό σιωπής απειλώντας τους με τη θανατική καταδίκη σε περίπτωση που το έλεγαν κάπου αλλού. Μέσα σ' αυτήν τη ζοφερή κατάσταση, η πρωταγωνίστρια θα αναζητήσει την κόρη της μέσα στους τραυματίες και τους νεκρούς. Όταν τελικά μάθει πως η κόρη της βρίσκεται μέσα στα θύματα των πυροβολισμών, θα αρχίσει την αναζήτηση της σωρού της με τη βοήθεια ενός πράκτορα της KGB. 
Κατά τη διάρκεια της μακάβριας αναζήτησης, η Λιουντμίλα θα ξεσπάσει στον πράκτορα, βγάζοντας από μέσα της όλες τις καταπιεσμένες αμφιβολίες που είχε τόσο για το καθεστώς όσο και για την ίδια της τη ζωή. Μέσα απ' αυτή την παράτολμη συζήτηση, μας αποκαλύπτεται ο ύπουλος τρόπος που έδρασε η KGB στους πυροβολισμούς, προσπαθώντας να εκθέσει τους στρατιώτες για τα θύματα αλλά και στον τρόπο που λειτουργούσαν οι μυστικές υπηρεσίες ώστε να μπορούν να σβήνουν τα εγκλήματα του καθεστώτος.  
Ο σκηνοθέτης αναδεικνύει με μαεστρικό τρόπο ένα ιστορικό γεγονός που ήταν άγνωστο μέχρι το 1990. Τα εξαιρετικά του πλάνα τόσο στους εσωτερικούς χώρους όπου γίνονται οι διαβουλεύσεις και παίρνονται οι αποφάσεις για την αντιμετώπιση της απεργίας όσο και στους εξωτερικούς όπου χτυπάει ο παλμός των διαδηλώσεων, δημιουργούν μια ταινία ντοκουμέντο, στην οποία μπλέκεται το ιστορικό γεγονός με την μυθοπλασία. Σ' αυτό παίζουν σημαντικό ρόλο τα ασπρόμαυρα πλάνα που θυμίζουν έντονα αρχειακό φιλμ. Πέρα όμως από την εξαιρετική περιγραφή του ιστορικού συμβάντος, η μυθοπλασία δείχνει να ισορροπεί εξαιρετικά πάνω στα γεγονότα, σε σημείο που δε βρήκα καμία σκηνή περιττή. Επίσης απουσιάζει η επίκληση στο συναίσθημα, όπως συμβαίνει συνήθως σε άλλες αυτού του είδους ταινίες.  
Ένα άλλο ενδιαφέρον της ιστορίας είναι η χρονική περίοδος που διαδραματίζεται το γεγονός αυτό. Ήταν η προσπάθεια της Σοβιετικής Ένωσης να αποβάλει τον σταλινισμό, δημιουργώντας ένα περίεργο συναίσθημα τόσο στον απλό λαό όσο και στα μέλη του Κόμματος καθώς αναγκάζονταν να αναθεωρήσουν πολλά από τα πιστεύω που υποστήριζαν κι υπηρετούσαν πιστά την περίοδο της κυριαρχίας του Στάλιν. Οι έντονες αυτές μεταβολές εκφράζονται εξαιρετικά από τα τρία πρόσωπα που αποτελούν την οικογένεια της πρωταγωνίστριας. Από την μια είναι ο πατέρας της Λιουντμίλα, ο οποιος αναπολεί το δικό του παρελθόν φορώντας τη στρατιωτική του στολή κι εκθέτοντας μες στο σπίτι μια θρησκευτική εικόνα που είχε κρυμμένη στο μπαούλο με τα λιγοστά υπάρχοντά του. Από την άλλη είναι η κόρη της πρωταγωνίστριας, η οποία εκπροσωπεί την νέα γενιά που αμφισβητεί το κομμουνιστικό καθεστώς κι αρχίζει να διεκδικεί τα δικαιώματά της. Αντιθέτως, η μητέρα εκπροσωπεί τη μεταβατική περίοδο, κατά τη διάρκεια της οποίας προσπαθεί να διατηρήσει με πείσμα τα ιδεώδη για τα οποία υπηρετούσε μέχρι τότε, ενώ παράλληλα κρύβει με δυσκολία τους προβληματισμούς της για τις νέες συνθήκες που έρχονται. 




Ένα άλλο μεγάλο κατηγορώ της ταινίας είναι η χυδαία προσπάθεια της γραφειοκρατίας, η οποία επιθυμώντας να διατηρήσει τα συμφέροντά της αλλά και τη θέση ισχύος της, δε διστάζει να στρέψει τα όπλα της προς τον λαό. Βρήκα εξαιρετικούς τους έντονους διαλόγους μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών, λίγο πριν παρθεί η μοιραία απόφαση. Αντίστοιχης έντασης κι ενδιαφέροντος, βρήκα και τον διάλογο της πρωταγωνίστριας με τον πράκτορα της KGB, ο οποίος με τη σιωπή του παραδέχεται τα εγκλήματα του παρελθόντος αλλά αρκείται στο να απειλήσει διακριτικά την πρωταγωνίστρια, συμβουλεύοντάς την πως καλό είναι να κρατήσει το στόμα της κλειστό διότι έχει ήδη ένα βεβαρυμμένο πολιτικό μητρώο. 
Τέλος, όσον αφορά το ιστορικό γεγονός, ομολογώ πως σοκαρίστηκα με δυο μεθόδους που χρησιμοποίησε το παρακράτος για να διαλύσει την απεργία. Την ώρα που δώσαν εντολή στους στρατιώτες να πυροβολήσουν στον αέρα, διάφοροι κρυμμένοι ελεύθεροι σκοπευτές της KGB, εκτελούσαν τους διαδηλωτές, προσπαθώντας στη συνέχεια να ρίξουν το φταίξιμο των θανάτων στους φαντάρους. Επίσης για να κρύψουν τον αριθμό των νεκρών, μετέφεραν κάτω από άκρα μυστικότητα αρκετά πτώματα, θάβοντάς τα σε τάφους άλλων ανθρώπων έξω από την πόλη. 
Θεωρώ πως το "Dear Comrades!" του Αντρέι Κοντσαλόφσκι είναι ένα σκληρό αλλά συνάμα ειλικρινές μάθημα ιστορίας, που μας παρουσιάζει την αναμενόμενη προδοσία των λαών όταν εμπιστεύονται την εξουσία σε λάθος χέρια. Στο τελευταίο του ασπρόμαυρο κινηματογραφικό διαμάντι με τα αριστοτεχνικά του πλάνα και την κατανοητή παρουσίαση κι ανάλυση του ιστορικού γεγονότος, ο δημιουργός αφήνει την υπόνοια του οράματος για ένα καλύτερο μέλλον, προσφέροντας ένα αίσθημα αισιοδοξίας που θεωρώ πως είναι αναγκαίο μες στη ζοφερή περίοδο που διανύουμε.

Βαθμολογία: 8/10

Δευτέρα, 24 Μαΐου 2021

Quo Vadis, Aida? (2020)

 



Σε μια κουτσουρεμένη χρονιά με λίγες κινηματογραφικές παραγωγές αλλά και με ένα πλήθος ταινιών από το προηγούμενο έτος που δεν κατάφεραν να προβληθούν λόγω της πανδημίας, θεωρώ πως είναι αναμενόμενος ο περιορισμένος αριθμός των έργων που θα μπορέσουν να με κερδίσουν φέτος. Πόσο μάλλον να με συγκλονίσουν. Κι όμως, μέσα σ' αυτήν την χρονιά όπου οι πιο πολυσυζητημένες ταινίες δεν κατάφεραν να με αγγίξουν (όπως το Nomadland και το Minari), ήρθε απροσδόκητα μια κινηματογραφική πρόταση από την Βοσνία-Ερζεγοβίνη να με συνταράξει, παρουσιάζοντας το μεγαλύτερο έγκλημα του πολέμου της Βοσνίας κι ένα από τα μεγαλύτερα μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, την αδιανόητη σφαγή των κατοίκων της Σρεμπρένιτσα.
Το φρικιαστικό έγκλημα του σερβικού στρατού, παρουσιάζεται με τη ματιά μιας Βόσνιας διερμηνέας, η οποία μέσα στην παράνοια του πολέμου και των πανικόβλητων κατοίκων της Σρεμπρένιτσα που συγκεντρώνονται έξω από το στρατιωτικό κέντρο των Ηνωμένων Εθνών, θα προσπαθήσει να σώσει τον άνδρα της και τους δυο της γιους από την διαφαινόμενη σφαγή. Παράλληλα μέσα από τις υπηρεσίες που παρέχει, γίνεται μάρτυρας των υπόγειων διαβουλεύσεων για την έκβαση της κατάστασης από την αρχή των γεγονότων μέχρι την επικίνδυνη τροπή των εξελίξεων. Βρισκόμενη δίπλα στους περιβόητους για την τότε ανικανότητά τους Ολλανδούς αξιωματικούς, συνειδητοποιεί πως η παρουσία τους όχι μόνο είναι άχρηστη αλλά κι επικίνδυνη για τις ζωές των συνανθρώπων της. 
Η ιστορία ξεκινάει με την είσοδο του σερβικού στρατού στη Σρεμπρένιτσα, αναγκάζοντας τους κατοίκους της να συγκεντρωθούν μέσα κι έξω από το στρατιωτικό κέντρο των ειρηνευτικών δυνάμεων των Ηνωμένων Εθνών, ευελπιστώντας πως θα γλιτώσουν τόσο από τα φονικά σφυροκοπήματα όσο κι από το κυνηγητό που έχουν εξαπολύσει οι Σέρβοι αναζητώντας μουσουλμάνους πολεμιστές. Ο ρόλος της Άιντα γίνεται επιτακτικός καθώς η ίδια λειτουργεί ως αναγκαίος συνδετικός κρίκος των Ολλανδών με τους πανικόβλητους συντοπίτες της. Συμμετέχοντας λοιπόν τόσο στις διαβουλεύσεις των αξιωματικών όσο και στην ενημέρωση των Βοσνίων πολιτών, συνειδητοποιεί πως η κατάσταση βρίσκεται εκτός ελέγχου. Αυτό θα την κάνει να νιώσει συνένοχη στην παραπληροφόρηση που παρέχει στους συμπατριώτες της. Όμως αδυνατεί να αντιδράσει καθώς προσπαθεί μέσα από τις υπηρεσίες που παρέχει να σώσει τον άντρα της και τους δυο γιούς της. 
Όλοι λίγο πολύ γνωρίζουμε την σφαγή της Σρεμπρένιτσα, οπότε δε χρειάζεται να επικεντρωθώ στο γεγονός αυτό. Οι Ολλανδοί αξιωματικοί των Ηνωμένων Εθνών αποδείχτηκαν αρκετά ανίκανοι στην διαχείριση της κατάστασης, αφήνοντας τους Σέρβους να δράσουν ανεξέλεγκτα, κάτι που οδήγησε στο μακελειό που είχαν προσχεδιάσει πριν την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων. Το αποτέλεσμα ήταν να μεταφερθούν τα γυναικόπαιδα σε μια γειτονική πόλη κι οι οχτώ χιλιάδες άνδρες να μαζευτούν σε κοντινούς προορισμούς όπου κι εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες. Ένα έγκλημα που πραγματοποιήθηκε με την ανοχή του ΟΗΕ.




Το στοίχημα της δημιουργού Γιασμίλα Ζμπάνιτς δεν ήταν μόνο η εξιστόρηση ενός γεγονότος που είναι γνωστό σε ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου αλλά κι η κλιμακωτή ένταση της εξέλιξης φτάνοντας σε ένα αναμενόμενο σπαρακτικό φινάλε. Στην επιτυχής έκβαση αυτού του ιδιαίτερου κινηματογραφικού στοιχήματος, η σκηνοθέτης είχε στο πλευρό της την εξαιρετική Γιάσνα Ντζούρισιτς στο ρόλο της διερμηνέας, μητέρας και συζύγου. 
Κατά την άποψή μου, βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα την περιγραφή ενός πολεμικού γεγονότος από τη γυναικεία σκοπιά, καθώς μας προσφέρεται ένα ξεχωριστό αντιπολεμικό δράμα που ξεφεύγει από τις συνηθισμένες γραμμές των ταινιών αυτού του είδους. Με έναν ιδιαίτερο τρόπο η δημιουργός παρουσιάζει με εκκωφαντικό τρόπο την αγωνία της επιβίωσης χωρίς εκρήξεις, κραυγές κι αίματα.
Οι πολεμικές σκηνές είναι περιορισμένες και λιτές αλλά αρκούν για να παρουσιάσουν την κόλαση της Βοσνίας. Προσωπικά, μου κέντρισαν το ενδιαφέρον οι σκηνές που επικεντρώνονταν στη δράση του Σέρβου στρατηγού Ράτκο Μλάντιτς τόσο κατά την είσοδό του στην Σρεμπρένιτσα όσο και στις διαπραγματεύσεις που πραγματοποίησε με τους Βόσνιους εκπροσώπους των πολιορκημένων και με τους Ολλανδούς αξιωματικούς. Με την κάμερα επικεντρωμένη στο πρόσωπο του Σέρβου στρατηγού, δίνεται έμφαση στο κρίσιμο έργο της τηλεοπτικής προπαγάνδας αλλά και των άμεσων μονομερών αποφάσεων που δίνουν καθοριστικούς ελιγμούς στην εξέλιξη ενός γεγονότος. Νικητής βγαίνει αυτός που τολμά χρησιμοποιώντας ακόμη και τους πιο ανήθικους τρόπους. Ή αλλιώς, κανείς δε βγήκε κερδισμένος με τον σταυρό στο χέρι. Βρήκα απολύτως ειλικρινής τη στάση της δημιουργού, προσφέροντάς μου μια τελείως διαφορετική ματιά στη σφαγή της Σρεμπρένιτσα και δημιουργώντας μου αρκετούς προβληματισμούς. 
Έπειτα, η Γιάσνα Ντζούρισιτς προσφέρει μια συγκλονιστική ερμηνεία, τραβώντας όλη την προσοχή πάνω της. Η προσπάθειά της να σώσει την οικογένειά της, την οδηγεί σε ένα αγωνιώδες τρέξιμο που κλιμακώνεται σταδιακά, φτάνοντας σε σημείο να μου προκαλέσει ένα έντονο σφίξιμο στο στομάχι κι ένα αγχωτικό πνίξιμο στο λαιμό. Στην κορύφωση της έντασης, το δράμα της μετατρέπεται σε τραγωδία, η οποία συντελείται σε δυο στάδια. Το ένα όταν χάνει τον άνδρα της και τους δυο της γιους παρά τις προσπάθειες που κάνει για να τους σώσει και το άλλο όταν μετά από χρόνια αναγνωρίζει τις σωρούς τους σε μια συνταρακτική σκηνή βωβού πόνου που σπανίως βιώνουμε ως θεατές σε κινηματογραφικές προβολές. 
Η ταινία είχε αρκετά σημεία που συνταράζουν παρουσιάζοντας εύστοχα την παράνοια του πολέμου μέσα από έντονες σκηνές όπως η στιγμή που ένας Σέρβος φαντάρος χαιρετάει και μιλάει με την πρωταγωνίστρια, φανερώνοντας πως ήταν κάποτε μαθητής της και συμμαθητής με τον γιό της. Αυτό όμως δεν τον εμποδίζει στο να τον μισεί λιγότερο από τους άλλους Βόσνιους, φτάνοντας στο σημείο να την προειδοποιήσει με έναν άγαρμπο μεν διακριτικό δε τρόπο για την μοιραία κατάληξη του γιου της. Μέσα απ' αυτήν την άβολη κοφτή συζήτηση εμφανίζεται ως αόρατη απειλή ο θάνατος. Το ίδιο συμβαίνει όταν η διερμηνέας αρχίζει να συνειδητοποιεί την αναπόφευκτη σφαγή του άμαχου πληθυσμού όταν ο γιατρός του στρατιωτικού κλιμακίου των Ηνωμένων Εθνών, της λέει εμπιστευτικά πως οι Βόσνιοι τραυματίες που έφυγαν από την μονάδα δεν μεταφέρθηκαν σε κάποιο νοσοκομείο όπως είχε συμφωνηθεί με τους Σέρβους. Κι εδώ ο θάνατος πλανάται στην έντονα φορτισμένη ατμόσφαιρα. Μέσα απ' αυτές τις συζητήσεις αρχίζουμε ως θεατές να "συνηθίζουμε" την παρουσία του θανάτου, του οποίου η μοιραία κυριαρχία έρχεται απότομα όταν η διερμηνέας μαθαίνει πως οι Σέρβοι ξετρύπωσαν και συνέλαβαν τον άντρας της και τους δυο της γιους. Με την απώλεια αυτή έρχονται να προστεθούν κι άλλες συνταρακτικές σκηνές αυτού του δράματος όπως η αναγνώριση κι η σύλληψη ενός Βόσνιου από τον Σέρβο γείτονά του αλλά και η άτιμη ενέργεια ενός Ολλανδού στρατιώτη που ανακαλύπτει και προδίδει έναν νεαρό Βόσνιο που προσπαθούσε να φυγαδευτεί ντυμένος γυναίκα.  




Για το ιστορικό κομμάτι θεωρώ πως η ταινία παρουσιάζει επιτυχώς με κάθε λεπτομέρεια τα γεγονότα που προηγήθηκαν κι οδήγησαν στην αποτρόπαια σφαγή των αμάχων. Ρίχνει μια εξονυχιστική ματιά στα παρασκήνια αλλά αποφεύγει να καταγράψει τα αιματηρά γεγονότα. Υπάρχουν πολλοί λόγοι που δικαιολογούν αυτήν την επιλογή της δημιουργού. Για μένα ίσως ένας επιπλέον λόγος είναι πως ζουν ακόμη αρκετά πρόσωπα που έζησαν το μακελειό, μ' αποτέλεσμα να παραμένουν ακόμη ανοιχτές οι πληγές που άφησε ο πόλεμος στη Βοσνία. Σίγουρα κανείς δε θέλει να τους αναγκάσει να ζήσουν ξανά αυτές τις σκοτεινές στιγμές του παρελθόντος.
Παρ' όλα αυτά, η ταινία ενίσχυσε έναν υπάρχον προβληματισμό μου, καθώς είναι διαφορετικό να μαθαίνεις ένα γεγονός διαβάζοντάς το και διαφορετικός να το παρακολουθείς σε ταινία (έχοντας παράλληλα την επιφύλαξη πως βλέπεις ή διαβάζεις κάτι προπαγανδιστικό). Έχοντας διαβάσει αρκετά κείμενα για τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας, είχα προβληματιστεί για την απραξία των ειρηνευτικών δυνάμεων του ΟΗΕ. Μάλιστα πολλοί κατηγόρησαν τους Ολλανδούς που δεν έδρασαν για να αποτρέψουν την πολιορκία του Σαράγεβο και την σφαγή της Σρεμπρένιτσα. Στην ταινία τονίζεται έντονα η αποτυχία τους αυτή, παρουσιάζοντάς τους ως αργόσχολους γραφειοκράτες που ακολουθούν τους διεθνείς κανόνες κατά γράμμα, φοβούμενοι την ανάληψη ευθυνών. Τους δείχνει κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων να τοποθετούν τον παράγοντα "άνθρωπο" στην άκρη και να μετατρέπονται σε νέους Πόντιους Πιλάτους που νίπτουν τας χείρας τους την ώρα που συντελούταν μια σφαγή μπροστά τους. Αυτή η απραξία του ΟΗΕ είναι εμφανής και σε άλλες συρράξεις που έχουν συντελεστεί στον κόσμο. Αντίστοιχη στάση έχουμε δει κι από την UNESCO σε αντίστοιχα εγκλήματα όπως η ανατίναξη του σπουδαίου αρχαιολογικού χώρου της Παλμύρα ή των πιο πρόσφατων περιπτώσεων όπως η μετατροπή της Αγιά Σοφιάς σε τζαμί, της τσιμέντωσης του Παρθενώνα αλλά και της απομάκρυνσης των αρχαίων από το μετρό Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη. Τελικά ποιος είναι ο όρος αυτών των οργανισμών και ποιο είναι το ήθος κι η αξιοπρέπειά τους μετά από τόσες "ήττες"; 
Το "Quo Vadis, Aida?" πέρα από ένα ιδιαίτερο αντιπολεμικό δράμα, είναι κι ένας ύμνος στο θάρρος, στην αγάπη αλλά και στην ελπίδα που ωθούν τους ανθρώπους να αγωνιστούν ως το τέλος ακόμη κι όταν μέσα τους γνωρίζουν πως το παιχνίδι είναι τελειωμένο. Είναι αυτή η επίμονη προσπάθεια για ανθρωπιά κι η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Αυτό και μόνο, την κατατάσσει ως μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς. 

Βαθμολογία: 8/10

Δευτέρα, 26 Απριλίου 2021

Μαθήματα Περσικών (2020)




Το Ολοκαύτωμα, η πιο μαύρη περίοδος της ανθρώπινης ιστορίας, έχει μετατραπεί με την πάροδο των χρόνων σε μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης, προσφέροντάς μας σπουδαία έργα τέχνης, τα οποία προσπαθούν με τον δικό τους τρόπο να διατηρήσουν τη μνήμη ζωντανή και την ανθρωπότητα αφυπνισμένη. Οι μαρτυρίες που έχουν καταγραφεί είναι πολλές, γι' αυτό θεωρώ πως το μέλλον επιφυλάσσει ακόμη περισσότερα βιβλία και κινηματογραφικά διαμάντια πάνω σ' αυτό το κομμάτι της ιστορίας. Ένα απ' αυτά είναι τα "Μαθήματα Περσικών", μια διεθνούς παραγωγής ταινία (Γαλλία, Γερμανία και Ρωσία), η οποία όμως συγκαταλέγεται ως κινηματογραφικό έργο της Λευκορωσίας, κάτι που της προσδίδει περισσότερο ενδιαφέρον. 
Η ιστορία μας ταξιδεύει στην κατεχόμενη Γαλλία, όπου ένα καμιόνι διασχίζει ένα πυκνό δάσος μεταφέροντας Εβραίους από Γαλλία και Βέλγιο. Στοιβαγμένος μαζί με άλλους συλληφθέντες, ο πρωταγωνιστής συστήνεται με έναν άλλον Εβραίο, όπου εκεί μαθαίνουμε ένα κομμάτι της ιστορίας του. Η εξέλιξη της κουβέντας θα αποδειχτεί στην πορεία σωτήρια για τον νεαρό, οδηγώντας τον σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης όπου θα τεθεί κάτω από την προστασία του διοικητή των μαγειρείων. Ο λόγος που ο ίδιος γλιτώνει από βέβαιο θάνατο, είναι η απεγνωσμένη προσπάθειά του να πείσει τους στρατιώτες-εκτελεστές πως είναι Πέρσης κι όχι Εβραίος. Η κίνησή του αυτή θα τον φέρει κοντά σε έναν διοικητή μαγειρείων ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης, ο οποίος αναζητά έναν Πέρση για να του κάνει μαθήματα φαρσί. 
Οι στρατιώτες θα παρουσιάσουν ως λάφυρο τον νεαρό στο γραφείο του διοικητή, όπου εκεί ο πρωταγωνιστής θα συνειδητοποιήσει πως η σωτηρία του από το θάνατο, δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα εισιτήριο για την επίγεια κόλαση των Γερμανών ναζί, καθώς είναι υποχρεωμένος σε καθημερινή βάση να υποδύεται τον Πέρση και να επινοεί ψεύτικες λέξεις για τα μαθήματα φαρσί που κάνει στον διοικητή των μαγειρείων, εμπνεόμενος από τα ονόματα των υπολοίπων Εβραίων κρατουμένων. Όμως η προσπάθεια αυτή δεν είναι εύκολη μ' αποτέλεσμα να πέφτει σε λάθη, τα οποία θα θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή του ενώ παράλληλα θα αρχίσουν να δημιουργούν αμφιβολίες στους υπόλοιπους διοικητές και στρατιώτες του στρατοπέδου. Παρ' όλα αυτά, το ένστικτο της επιβίωσης θα τον πεισμώσει, συνεχίζοντας με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση τον ρόλο του Πέρση ενώ παράλληλα θα εκμεταλλευτεί την εμπιστοσύνη του διοικητή για να βοηθήσει κάποιους συγκρατούμενούς του νιώθοντας ενοχικά για την ευνοϊκή του θέση μες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. 
Όταν διαπιστώνεται πως έρχεται το τέλος της μαρτυρικής ζωής τόσο της δικής του όσο και των υπολοίπων συγκρατουμένων του, καθώς οι Αμερικανοί έχουν ήδη αρχίσει να επελαύνουν προς την ανατολή, ο ίδιος θα επιλέξει να εξοντωθεί μαζί με τους υπολοίπους. Όμως για μια ακόμη φορά, η τύχη θα σταθεί με το μέρος του κι η σωτηρία του δε θα διασώσει μόνο τη δική του ύπαρξη αλλά και την μνήμη 2.840 συγκρατουμένων του που βρήκαν φρικτό θάνατο στα ναζιστικά κολαστήρια. Δηλαδή των ονομάτων που χρησιμοποίησε για να δημιουργήσει δικές του λέξεις φαρσί. 
 



Έχω την αίσθηση πως κάθε χρόνο βγαίνει στους κινηματογράφους κι από μια ταινία που έχει σχέση με το Ολοκαύτωμα. Επίσης έχω παρατηρήσει πως τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερες χώρες δίνουν περισσότερη βαρύτητα στο γεγονός αυτό, παρουσιάζοντάς το κάθε φορά κι από μια διαφορετική οπτική γωνιά. Το ίδιο συνέβη και με τα "Μαθήματα Περσικών". 
Ο νεαρός πρωταγωνιστής Ναουέλ Πέρες Μπισκαγιάρ προσφέρει μια εξαιρετική ερμηνεία στο ρόλο του Εβραίου που προσποιείται πως είναι Πέρσης για να γλιτώσει. Η σπιρτάδα του τον βοηθάει να ελίσσεται σε κάθε κίνδυνο που ελλοχεύει αλλά παράλληλα τον συνθλίβει εσωτερικά. Κάθε μέρα ζωής που κερδίζει μέσα στο κολαστήριο, μεγαλώνει ένα απροσδιόριστο βάρος που κουβαλάει εντός του. Βλέπει συνανθρώπους του να εκτελούνται μπροστά του ή να ταξιδεύουν στα κολαστήρια της Πολωνίας για να εξοντωθούν. Αυτό έχεις ως συνέπεια, η τύχη που έχει στραφεί με το μέρος του να μετατρέπεται σε κατάρα, ωθώντας τον στην αυτοθυσία για να εξιλεωθεί για τα δεινά που περνάει ο λαός του. Κατά κάποιον τρόπο, ζει ένα ψυχολογικό μαρτύριο που του τρώει κάθε μέρα τα σωθικά. Δεν είναι τυχαίο που σε κάποια στιγμή εκμυστηρεύεται στον διοικητή των μαγειρείων πως θέλει να πεθάνει διότι κουράστηκε να φοβάται. Αυτός ο αφόρητος φόβος θεωρεί πως είναι πιο τρομερός κι από τους ίδιους τους ναζί. 
Από την άλλη, έχουμε τον Λαρς Άιντινγκερ στο ρόλο του διοικητή των μαγειρείων. Ένας σκληρός κι απρόσιτος άνθρωπος που διατηρεί αυτό το ύφος για να καλύψει τις δικές του ανασφάλειες και τους δικούς του φόβους, οι οποίοι γίνονται φανεροί στις συναντήσεις του με τον διοικητή του στρατοπέδου συγκέντρωσης. Ωστόσο σε κάθε ευκαιρία φανερώνει μια ευαίσθητη πλευρά, η οποία δυστυχώς έχει υποταχθεί στην ιδεολογία του ναζισμού. Βρήκα εξαιρετικές τις μεμονωμένες στιγμές ανθρωπιάς του, που ξεπετάγονται μόνο όταν είναι μαζί με τον Εβραίο προστατευόμενό του, ειδικά όταν του απαγγέλει ένα ποίημα στα υποτιθέμενα φαρσί που του μαθαίνει ο νεαρός αλλά κι όταν τον ρωτάει αν έχει ως ναζί την δυνατότητα να ερωτευτεί κάποια στιγμή στη ζωή του. Επίσης βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα τη συζήτηση που είχε με τον νεαρό σχετικά με την απόφασή του να καταταχτεί στο ναζιστικό κόμμα, όπου εκεί αποκαλύπτεται η αδύναμη φύση του αλλά κι ο κρυφός ενθουσιασμός που είχε για τον αδελφό του, ο οποίος εγκατέλειψε την ναζιστική Γερμανία και κατέφυγε σε Ελλάδα κι έπειτα στην Τεχεράνη για να αποφύγει το φασιστικό τέρας που απλωνόταν στη χώρα του αλλά και στην υπόλοιπη Γηραιά Ήπειρο. 



Μέσα από τους διαλόγους των δυο πρωταγωνιστών, δίνεται η δυνατότητα και στους δυο να παρουσιάσουν τις διαφορετικές προσωπικότητες τους με τις αδυναμίες τους και τα χαρίσματά τους. Μάλιστα, οι ερμηνείες τους είναι τόσο αληθινές που γίνονται κι οι δυο συμπαθείς στα μάτια των θεατών (ή τουλάχιστον ο ναζί αξιωματικός λιγότερο αντιπαθής), κάτι που μας βοηθάει να βιώσουμε τα αδιέξοδά τους και να αισθανθούμε κυρίως το πνίξιμο του πρωταγωνιστή, ο οποίος καθημερινά νιώθει πως η ζωή του κρέμεται από μια λεπτή κλωστή. 
Η πρώτη του αποφυγή από το θάνατο, η απόδρασή του για την οποία τελικά μετανιώνει κι επιστρέφει στο στρατόπεδο, η υποψία του διοικητή πως ο νεαρός κρατούμενος τον κοροϊδεύει κι η τιμωρία που του ασκεί στέλνοντάς τον στα νταμάρια αλλά κι η έλευση ενός άλλου αιχμαλώτου Πέρση που τον φέρνει σε μια άκρως επικίνδυνη θέση στο να αποκαλυφθεί το μυστικό του, είναι γεγονότα που κρατούν την ένταση της ιστορίας στα ύψη μετατρέποντάς την από δράμα σε θρίλερ. Έπειτα, είναι κάποιες μικρές στιγμές μαύρου χιούμορ που δημιουργούν στιγμιαία διαλείμματα ανάσας στη συνεχόμενη ένταση της εξέλιξης. Επιλέγοντας αυτόν τον τρόπο, ο σκηνοθέτης Βαντίμ Πέρελμαν προσφέρει ένα κλασικό κινηματογραφικό διαμάντι, το οποίο πατάει στη συνηθισμένη γραμμή των ταινιών αυτού του είδους, χαρίζοντας του μια βέβαιη διαχρονικότητα.  
Τα "Μαθήματα Περσικών" είναι μια ιδιαίτερη ιστορία από τις μαρτυρίες των στρατοπέδων συγκέντρωσης όπου ο αντιήρωας πρωταγωνιστής μετατρέπεται σε απόλυτο προστάτη διαφύλαξης της μνήμης αρκετών θυμάτων του Ολοκαυτώματος. Επίσης είναι μια σπουδή στην ατέρμονη προσπάθεια των ανθρώπων και στα σκαρφίσματά τους για επιβίωση. Μια αέναη δύναμη που προσπαθεί συνεχώς να μας κρατά μακριά από το θάνατο. 

Βαθμολογία: 8/10 

Δευτέρα, 12 Απριλίου 2021

Όσο Κρατά ο Πόλεμος (2019)

 



Όταν είχα επισκεφθεί την πανέμορφη Σαλαμάνκα τον Οκτώβριο του 2019, συνάντησα αρκετά κινηματογραφικά συνεργεία διάσπαρτα στους γραφικούς της δρόμους. Λίγο καιρό αργότερα, έμαθα πως εκείνη την περίοδο ολοκληρωνόταν η τελευταία ταινία του Αλεχάνδρο Αμενάμπαρ με θέμα τον Ισπανικό Εμφύλιο. Αυτό είχε ως συνέπεια, πέρα από τις μαγευτικές εικόνες της μοναδικής αναγεννησιακής πόλης της Ιβηρικής χερσονήσου, να επιστρέψω στην Ελλάδα και με μια ανυπομονησία να παρακολουθήσω την νέα ταινία του Ισπανού σκηνοθέτη, ο οποίος μας είχε χαρίσει παλιότερα τα εξαιρετικά "Οι Άλλοι" και "Η Θάλασσα Μέσα Μου". Όμως η πανδημία έκανε την προσμονή μου να διαρκέσει σχεδόν δυο χρόνια κι όταν τελικά κατάφερα να την δω, διαπίστωσα πως η ταινία με αντάμειψε με το παραπάνω για την υπομονή μου. 
Η ιστορία μας μεταφέρει στο ξεκίνημα του Ισπανικού Εμφυλίου, όπου η πτώση του δικτάτορα Πρίμο ντε Ριβέρα κι η ανεξέλεγκτη κατάσταση του ισπανικού στρατού στο Μαρόκο οδήγησαν στη συσπείρωση των φασιστών στην ιβηρική χερσόνησο. Επίσης σημαντικό ρόλο είχε παίξει το γεγονός πως στις δημοκρατικές εκλογές του 1936, πρωτοστάτησαν οι κεντρο-δεξιοί με τους σοσιαλιστές. Για να μας βάλει ο δημιουργός στο κλίμα εκείνων των ημερών, μας παρουσιάζει στο εναρκτήριο πλάνο, το οποίο διαδραματίζεται στην εντυπωσιακή πλατεία της Σαλαμάνκα, τον ισπανικό στρατό που ανακοινώνει την κατάλυση της δημοκρατίας επιβάλλοντας στρατιωτικό νόμο με τους πολίτες να ακούν οι μεν σαστισμένοι κι οι δε με ζητωκραυγές απαιτώντας την επιστροφή της μοναρχίας. Η διχόνοια στον ισπανικό λαό είχε ήδη ανάψει και τα πρώτα σημάδια του εμφυλίου άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους. 
Πρωταγωνιστικό πρόσωπο σε 'κείνη την πτυχή της ιστορίας, είναι ο διάσημος συγγραφέας και πρύτανης του πανεπιστημίου της Σαλαμάνκα, Μιγκέλ ντε Ουναμούνο, ο οποίος από την πρώτη στιγμή υποστήριξε τη στρατιωτική επέμβαση υπογράφοντας το μανιφέστο των εθνικιστών, χάνοντας μ' αυτόν τον τρόπο την εκτίμηση των συναδέλφων του και του στενού του οικογενειακού και φιλικού του κύκλου. Ο ίδιος ως υπέρμαχος υποστηρικτής της μοναρχίας, υποστήριξε τη πράξη του αυτή δηλώνοντας προδομένος από τη νέα ισπανική δημοκρατία κι απαιτώντας την επαναφορά της τάξης με κάθε τίμημα. 
Όμως η στρατιωτική επέμβαση δεν άργησε να φανερώσει τις προσδοκίες της, οι οποίες ήταν η απόλυτη φασιστική κυριαρχία στην Ισπανία, έχοντας τη στήριξη των Γερμανών ναζί και των Ιταλών φασιστών. Μετά την πανηγυρική κατάληψη του Τολέδο από τον δημοκρατικό στρατό, οι φασίστες θα αναγκαστούν να συνεργαστούν με τους μοναρχικούς για να αντεπιτεθούν και να καταλάβουν ξανά τα προπύργια των αναρχικών και των κομμουνιστών. Αφού επέλεξαν ως αρχηγό τους τον Φράνκο, ξεκίνησαν την επέλασή τους προς την Μαδρίτη, καταλαμβάνοντας πρώτα το Τολέδο. Με τη νίκη τους αυτή, ο Φράνκο γίνεται μεμιάς ο ήρωας της συντηρητικής κοινωνίας και το προσωπείο των φασιστών, οι οποίοι μόλις συνειδητοποιήσουν πως έχουν αρχίσει να πατούν γερά στην κατάληψη της χώρας, θα πετάξουν τους μοναρχικούς από τη μέση και θα φανερώσουν το τέρας που έκρυβαν τόσο καιρό, αφήνοντας σαστισμένους όχι μόνο τους προοδευτικούς αλλά και τους συντηρητικούς που μέχρι εκείνη τη στιγμή τους υπερασπίζονταν. 
Στο πρόσωπο λοιπόν του πρύτανη, παρακολουθούμε την πορεία των συντηρητικών, των οποίων η υποστήριξή τους στους φασίστες μετατρέπεται σε έναν βουβό και σαστισμένο προβληματισμό, ο οποίος θα τους οδηγήσει στην ύστατη αντίδρασή τους απέναντι στην επέλαση του σκοταδισμού με κάθε τίμημα τόσο για τη θέση τους στην κοινωνία όσο και για την ίδια τους τη ζωή.




Υπήρξαν αρκετά στοιχεία της ταινίας που μου κέντρισαν το ενδιαφέρον και με κέρδισαν ως θεατή. Πρώτα απ' όλα, μου άρεσε η σταδιακή μεταστροφή του πρύτανη του πανεπιστημίου της Σαλαμάνκα. Είχε ενδιαφέρον η πορεία του, διότι ταύτισα την άποψή του με τις αντίστοιχες αρκετών προσώπων της σημερινής εποχής που υποστηρίζουν τόσο το σημερινό εγχώριο καθεστώς όσο και τα υπόλοιπα ακροδεξιά κινήματα της Ευρώπης. Στην όψη του διέκρινα ανθρώπους του κύκλου μου που αρνούνται να δουν την αλήθεια κατάματα, χρησιμοποιώντας τις πιο ηλίθιες δικαιολογίες. Δικαιολογίες που δε συνάδουν τόσο με το ποιόν τους όσο και με την ως τώρα πορεία τους. Ένα πολύ τρανταχτό παράδειγμα είναι η σκηνή με τους ήχους των τουφεκισμών από τις εκτελέσεις που ακούγονται έξω από την πόλη, τις οποίες ο πρύτανης τις καταλογίζει σε λαθροκυνηγούς. Κι ενώ βλέπει μπροστά του τους φαντάρους που επιστρέφουν από το σημείο της εκτέλεσης, επιμένει στη επιπόλαιη άποψη του. Άραγε πόσους τέτοιους τύπους συναντάμε στην καθημερινότητά μας που προσπαθούν να διαψεύσουν με παρόμοιες βλακώδεις δικαιολογίες την κατάλυση του εγχώριου δημοκρατικού μας πολιτεύματος;
Μάλιστα η στάση του έφτανε σε σημείο να με εξοργίζει καθώς έθετε ως επιχειρήματα την ηλικία του, τις γνώσεις του και την ως τότε καριέρα του. Γι' αυτή του τη στάση δέχεται μια δυνατή απάντηση από την κόρη του, η οποία του λέει πως τελικά είναι θέμα ηλικίας, θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο να δηλώσει πως η τρίτη ηλικία θα παραμένει αιωνίως ένα συντηρητικό κομμάτι της κοινωνίας που υπερασπίζεται τα καθεστώτα σε αντίθεση με την νεολαία που πάντα αναζητά την πιο προοδευτική πορεία. Η κόντρα με την κόρη του έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και φτάνει στην κορύφωση όταν εκείνη του λέει πως έχει καρδιά από πέτρα, ένα χαρακτηρισμό που ο ίδιος θα χρησιμοποιήσει λίγο αργότερα, θέλοντας να δείξει πως δε φοβάται τους νυχτερινούς βομβαρδισμούς. 
Το πείσμα του πρύτανη θα διαρκέσει όσο εκείνος θα νιώθει άτρωτος απέναντι στην επέλαση των φασιστών. Μάλιστα οι ίδιοι θα τον επαναφέρουν στη θέση του στο πανεπιστήμιο, μετά την απόλυσή του από τη δημοκρατική κυβέρνηση. Το πείσμα του θα δυναμώσει ακόμη περισσότερο μετά τους τσακωμούς του με ανθρώπους του στενού του φιλικού περιβάλλοντος. Όσο εκείνοι του ζητούν να συνέλθει τόσο εκείνος τους χλευάζει και γίνεται ισχυρογνώμον θεωρώντας πως βρίσκεται στη σωστή πλευρά της ιστορίας. 
Η στάση του όμως θα αλλάξει όταν αρχίσουν οι συλλήψεις δικών του ανθρώπων που ο ίδιος θεωρεί πως είναι καλοί χριστιανοί, σωστοί πατριώτες κι αθώοι πολίτες. Επίσης, θα νιώσει πως είναι κι αυτός υποψήφιο θύμα τους όταν συνειδητοποιήσει από τις στάσεις τους πως γι' αυτούς είναι απλώς ένα ακόμη χρήσιμο πιόνι. Ο φόβος μέσα του θα κυριαρχήσει μετά την εκτέλεση του φίλου του παπά της ευαγγελικής εκκλησίας και τη σύλληψη του πιστού βοηθού του. Εκεί πια αντιλαμβάνεται πως όλο αυτόν τον καιρό ήταν ακόμη ένας ανόητος θιασώτης του φασιστικού τέρατος. Νιώθοντας ενοχή όχι μόνο για τη λάθος στάση του αλλά και για τις συλλήψεις και τις εκτελέσεις των δικών του ανθρώπων, θα βγάλει έναν δυναμικό ουμανιστικό κι αντιφασιστικό λόγο σε μια άκρως προσβλητική και σκοταδιστική εκδήλωση που θα πραγματοποιηθεί εντός του πανεπιστημίου. Θα υμνήσει τη δημοκρατία και την ελευθερία, παρόλο που αισθάνεται ως θήραμα των λιονταριών μιας φασιστικής αρένας που απαιτεί την παραδειγματική θανάτωσή του φωνάζοντας "Θάνατος στη διανόηση. Ζήτω ο Θάνατος!". Η ιαχή αυτή αντί να τον ταράξει, του δίνει περισσότερο θάρρος να στον επιβλητικό του λόγο "Αυτός είναι ο ναός της διανόησης κι εγώ είμαι ο ανώτατος ιερέας. Εσείς βεβηλώνετε τους ιερούς χώρους του. Θα νικήσετε γιατί έχετε την αφθονία της ωμής βίας. Όμως, δε θα πείσετε. Για να πείσετε, πρέπει να είστε πειστικοί. Και για να είστε πειστικοί, χρειάζεστε κάτι που δεν έχετε. Λόγο και δικαίωμα στον αγώνα. Μου φαίνεται μάταιο να σας ζητήσω να σκεφτείτε την Ισπανία". Και με την πράξη του αυτή θα βγει νικητής. 
Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας είναι η παρουσίαση του δικτάτορα Φράνκο. Είναι η πρώτη φορά που τον βλέπω ως ένα άβουλο ανθρωπάκι που επιλέχθηκε παρά τη θέλησή του στη θέση του δικτάτορα μόνο και μόνο επειδή είχε την εκτίμηση των στρατιωτών. Επίσης μου έκανε μεγάλη εντύπωση ο φόβος που είχε απέναντι στη γυναίκα του και το κατά πόσο τον επηρέαζε στις αποφάσεις του. Ο σκηνοθέτης σε καμία περίπτωση δεν επιδιώκει να ωραιοποιήσει την υπόστασή του. Αντιθέτως, θεωρώ πως τσαλακώνει περαιτέρω την εικόνα του. Φυσικά σ' αυτό συμβάλλει κι η εξαιρετική ερμηνεία του άγνωστου για μένα ηθοποιού Σάντι Πρέγο. Όπως επίσης εξαιρετικός ήταν κι ο Εδουάρδ Φερνάντεθ στο ρόλο του στρατηγού Μιγιάν Αστράι. 




Ένα ακόμη στοιχείο που λάτρεψα στη συγκεκριμένη ταινία είναι τα υπέροχα πλάνα που παρουσιάζουν ένα μικρό μέρος της μοναδικής ομορφιάς της Σαλαμάνκα. Η αρχοντική πύλη του πανεπιστημίου με την πλούσια γλυπτή της διακόσμηση, ο επιβλητικός καθεδρικός που δεσπόζει στο ψηλότερο σημείο της πόλης κι είναι ορατός από κάθε σημείο της, η ρωμαϊκή γέφυρα που οδηγεί σε έναν καταπράσινο περίπατο δίπλα στο ποτάμι, τα παλιά καλοδιατηρημένα κτίρια με τα γήινα χρώματα, η κομψότατη πλατεία της πόλης που θεωρείται ως μια από τις ομορφότερες της Ισπανίας (μάλιστα κάποιοι πιστεύουν πως είναι η ομορφότερη όλων) και φυσικά οι πανέμορφες τοιχογραφίες στο παρεκκλήσι που βρίσκεται δίπλα στον καθεδρικό. Μέσα απ' αυτήν την ταινία θυμήθηκα ξανά τις όμορφες περιπλανήσεις μου σ' αυτήν την τόσο μοναδική πόλη. 
Σκηνοθετικά η ταινία ήταν άψογη. Τα πλάνα δημιουργούσαν μια τρομερή αντίθεση καθώς χωρίζονταν σε σκοτεινά και φωτεινά, προσπαθώντας μ' αυτόν τον τρόπο να δείξουν την εσωτερική πάλη του πρύτανη. Οι λήψεις στους εσωτερικούς χώρους ήταν ατμοσφαιρικές κι ο φωτισμός έδινε έναν ιδιαίτερο τονισμό στις μορφές που βρίσκονταν μέσα σ' αυτούς. Σε κάθε πλάνο έβρισκα ένα στοιχείο που με μάγευε. Επίσης οι ηθοποιοί έπαιξαν εξαιρετικά τους ρόλους τους, όπου απ' αυτούς ξεχώρισα τον Σάντι Πρέγο στο ρόλο του Φράνκο, τον Εδουάρδ Φερνάντεθ στο ρόλο του στρατηγού Μιγιάν Αστράι και φυσικά τον Κάρα Ελαγιάλντε στο ρόλο του πρύτανη Μιγκέλ ντε Ουναμούνο. 
Κάτι που παρατήρησα είναι πως από το πρώτο κιόλας λεπτό η ταινία προσπαθεί να χαρακτηριστεί σε διαχρονικό διάβημα πάνω στον φασιστικό κίνδυνο, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον στην ύποπτη σιγή των διανοουμένων μπροστά σε φανερές παραβιάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος. Σ' αυτήν την προσπάθεια από τη μια θεωρώ πως πέτυχε τον σκοπό της διότι προκαλεί έντονους προβληματισμούς αλλά από την άλλη έχω την αίσθηση πως χρειαζόταν επιπλέον βαρύτητα στις προσωπικότητες των εμπλεκομένων και στους διαλόγους τους ώστε να δώσει περαιτέρω τροφή για σκέψη. Για παράδειγμα, θα ήθελα πολύ να ακούσω τον ιδεολογικό αντίλογο του συντηρητικού πρύτανη με τον αριστερό βοηθό του παρά να παρακολουθώ τις σκιές τους να κουνιούνται με ένταση μπροστά από ένα ειδυλλιακό ισπανικό ηλιοβασίλεμα.
Το αντιφασιστικό έργο "Όσο Κρατά ο Πόλεμος" είναι μια ακόμη ιδιαίτερη κινηματογραφική αφορμή για να αναθεωρήσουμε την ως τώρα στάση μας απέναντι στην επέλαση της ακροδεξιάς πολιτικής και κατά πόσο φέρει ο καθένας μας ευθύνη απέναντι σ' αυτήν την πολιτική και κοινωνική ηθική κατρακύλα. Το πιο ανησυχητικό όμως της όλης ιστορίας είναι πως για μένα πλέον αυτές οι ταινίες δε σχετίζονται μόνο με το μακρινό παρελθόν αλλά και με το εγγύς μέλλον. Αυτός και μόνο ο λόγος κάνει τις προβολές τους να γίνονται ακόμη πιο αναγκαίες. 

Βαθμολογία: 8/10

Σάββατο, 10 Απριλίου 2021

Ανθρώπινη φωνή (2020)

 



Δεν έχω υπάρξει ένθερμος θαυμαστής των ταινιών μικρού μήκους παρόλο που ξέρω πως η στάση μου αυτή είναι λάθος. Ωστόσο η στάση που είχα για τη συγκεκριμένη κινηματογραφική κατηγορία άλλαξε όταν μαγεύτηκα από τις προβολές κάποιων αξιόλογων έργων στο φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους στις Βρυξέλλες την άνοιξη του 2019. Όταν λοιπόν μου προτάθηκε η τελευταία μικρού μήκους ταινία του Πέδρο Αλμοδόβαρ, δέχτηκα να την δω χωρίς αμφιβολίες για τους παρακάτω λόγους. Πρώτα απ' όλα, επειδή ο σπουδαίος Ισπανός σκηνοθέτης ξανακέρδισε την αγάπη μου με την αριστουργηματική αυτοαναφορική ταινία "Πόνος και Δόξα", προερχόμενος από μια απογοητευτική δημιουργική κοιλιά που είχε κάνει. Έπειτα ήταν η περιέργειά μου για το αποτέλεσμα της άκρως ενδιαφέρουσας συνεργασίας του με την Τίλντα Σουίντον. Κι επίσης ήθελα πολύ να απολαύσω το διασκευασμένο σενάριο από τον θεατρικό μονόλογο του Ζαν Κοκτώ.
Οι παραπάνω λόγοι μου πρόσφεραν τελικά ένα αξεπέραστο αριστούργημα, το οποίο προέκυψε με το πάντρεμα μιας πανδαισίας χρωμάτων, με μια άκρως ονειρική μουσική αλλά και με την συνταρακτική ερμηνεία της πρωταγωνίστριας που με 'κανε να νιώσω το νόημα και τη δυναμική της κάθε λέξης από τον σπαρακτικό της μονόλογο. 
Το πρώτο πλάνο έχει μια τάση να μαγέψει τον θεατή από την πρώτη στιγμή, όπου η Τίλντα Σουίντον με ένα εντυπωσιακό κόκκινο φόρεμα αιωρείται μέσα στο γκρίζο φόντο του στούντιο. Ο φωτισμός αλλά κι η ίδια της η μορφή, την κάνουν να βγαίνει έξω από την οθόνη, συμβάλλοντας μ' αυτόν τον τρόπο στην πρώτη της νοητή ένωση με τον θεατή. Αμέσως ακολουθούν οι τίτλοι αρχής, στους οποίους με έναν παιχνιδιάρικο τρόπο σχηματίζονται τα ονόματα των συντελεστών με οικιακά εργαλεία μαστορέματος, δίνοντας πάσα στη συνέχεια όπου παρακολουθούμε την επίσκεψη της πρωταγωνίστριας σε ένα κατάστημα για να αγοράσει ένα τσεκούρι. Αμέσως δημιουργούνται ερωτήματα με την αγορά της αυτή. Θέλει να καταστρέψει κάτι ή θέλει να σκοτώσει κάποιον; 
Στη συνέχεια επιστρέφει στο σπίτι της. Η αλήθεια είναι πως ένιωσα μια οικειότητα με το χώρο, καθώς μου θύμισε αρκετά το σπίτι του Αντόνιο Μπαντέρας στο "Πόνο και Δόξα". Ίσως από την άλλη να οφείλεται στα έντονα χρώματα που επιλέγει στις ταινίες του ο Πέδρο Αλμοδόβαρ και τα οποία δένουν τόσο όμορφα μεταξύ τους. Μέσα σ' αυτό το χαρούμενο και καλαίσθητο σπίτι αρχίζει να αποκαλύπτεται το δράμα της πρωταγωνίστριας, η οποία έχει να δει τρεις μέρες τον σύντροφό της με τον οποίον βρισκόταν σε μια τετράχρονη σχέση. 
Μέσα στο άδειο διαμέρισμα ξεκινάει μια ανελέητη μάχη ανάμεσα στον ανθρώπινο εγωισμό και στην αξιοπρέπεια. Από την μια αγαπάει πολύ τον σύντροφό της αλλά από την άλλη γνωρίζει πως η σχέση αυτή έλαβε τέλος και πρέπει να προχωρήσει μπροστά. Συνδετικός κρίκος μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος είναι ένας αξιαγάπητος σκύλος, ο οποίος άνηκε κάποτε στον σύντροφό της αλλά απ' ότι φαίνεται, καταλήγει στην περίθαλψη της πρωταγωνίστριας.
Εκείνη αρχικά ξεσπάει στο κοστούμι του συντρόφου τους, με τον σκύλο να πέφτει πάνω στα ρούχα για να τα προστατεύσει. Έπειτα αποφασίζει να πάρει υπνωτικά χάπια, γνωρίζοντας πως η απόπειρά της δε θα 'χει κάποιο αποτέλεσμα. Αυτό θα φανεί τόσο στο τηλεφώνημα που θα την ξυπνήσει όσο και στα φιλιά του σκύλου που θα την επαναφέρουν στην πραγματικότητα (άρα και στην αντιμετώπιση της όλης κατάστασης). Η πρώτη κλήση που δε προλαβαίνει να σηκώσει προέρχεται από έναν άγνωστο αριθμό. Ξέρει πως την κάλεσε αυτός κι εξοργίζεται που δεν το πρόλαβε. Θέλει να του μιλήσει αλλά δεν επιθυμεί να ρίξει τον εγωισμό της γι' αυτόν. Από την άλλη κι εκείνος κάνει μια κίνηση να επικοινωνήσει μαζί της, διαφυλάσσοντας τον δικό του εγωισμό πίσω από την απόκρυψη του αριθμού του. Επανέρχεται η βασανιστική σιωπή μέχρι που το τηλέφωνο χτυπάει ξανά. Και τότε είναι που αρχίζει το συνταρακτικός της μονόλογος.




Μέσα από την κουβέντα της με τον πρώην σύντροφό της, η πρωταγωνίστρια ταλαντεύεται ανάμεσα στην αξιοπρέπεια και την αυτολύπηση, ξέροντας πως με την πράξη της αυτή κάνει επικίνδυνα άλματα πάνω από την άβυσσο του θανάτου που έχει ανοιχτεί μπροστά της. Η ίδια δε κρύβει πως τα τέσσερα χρόνια που έζησε μαζί του ήταν υπέροχα και πως τον ευγνωμονεί γι' αυτό, αλλά από την άλλη δεν έχει τη ψυχική δύναμη να διατηρήσει όλες αυτές τις μνήμες μέσα της. Γι' αυτό και προσπαθεί με κάθε τρόπο να τις διαγράψει. Του λέει πως είναι καλά αλλά λέει ψέματα διότι λίγη ώρα πριν ξεσπούσε στο κοστούμι του με το τσεκούρι ενώ λίγο αργότερα πήρε βλακωδώς τα υπνωτικά χάπια. 
Παράλληλα προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον αναγκάσει να 'ρθει σπίτι έστω για μια τελευταία φορά λέγοντάς του πως έχει πακετάρει τα πράγματά του κι έχει μαζέψει όλη τους την αλληλογραφία σε ένα βαλιτσάκι. Όπως του δηλώνει, θέλει να του δώσει όλα τα γράμματα για να μη φοβηθεί ποτέ πως θα τα χρησιμοποιήσει εναντίον του. Του εξηγεί όμως πως δεν πρόκειται να του επιστρέψει όσα εκείνος της εκμυστηρεύτηκε από κοντά.
Έπειτα είναι κι ο σκύλος, τον οποίο θέλει να του τον δώσει πίσω διότι της θυμίζει αυτόν. Όμως εκείνος αρνείται να πάει εκεί για να πάρει τόσο τα πράγματα και τα γράμματα όσο και το σκυλί, κάτι που της προκαλεί επιπλέον πόνο καθώς θεωρεί την απαξίωσή του άκαρδη κι άδικη απέναντί της. Εκεί της βγαίνει η πίκρα διότι εκείνος είχε παράλληλες ιστορίες κάτι που εκείνη το γνώριζε αλλά εξακολουθούσε να θέλει να 'ναι μαζί του. Όμως το ότι το γνώριζε δεν την προστάτευσε στο να "πονάει σαν ζώο".
Έπειτα του λέει πως ο σκύλος του τον αναζητάει παντού, με τη φωνή της να τρέμει και τα πρώτα δάκρυά της  να κάνουν την εμφάνισή τους, διότι η απόγνωση του σκύλου δεν είναι κάτι παραπάνω από τη δικιά της απελπισία για την απουσία του, που με δυσκολία προσπαθεί να κρύψει για να προστατεύσει την αξιοπρέπειά της. Όταν διαπιστώνει πως εκείνος δεν επιθυμεί να πάρει τον σκύλο του πίσω, τότε συνειδητοποιεί πως δεν πρόκειται να συναντηθούν ποτέ ξανά. 
Κι αφού πια πείθεται για το οριστικό τέλος της σχέσης τους, αρχίζει μια τελευταία εξομολόγηση. Του μιλάει για τη βιαιότητα εξηγώντας του πως ποτέ δεν ήθελε να το βλάψει, με τον φόβο στο να μην πάθει ποτέ κακό διότι τον νοιάζεται. Επίσης ποτέ δε μπόρεσε να γίνει αστεία μαζί του καθώς θεωρούσε πως το χιούμορ είναι ξεγύμνωμα και τρικλοποδιά μες στη σχέση. Για 'κείνην ο έρωτας καθηλώνει ενώ το χιούμορ αποκαθηλώνει, διότι ο καθένας μπορεί να γελάσει με τα πάντα αλλά όχι με αυτά που νιώθει μέσα του. Γι' αυτόν τον λόγο προσπαθούσε να είναι μαγευτική μαζί του. 
Έχοντας ξαλαφρώσει με την εξομολόγησή της, έρχεται η σειρά του σπιτιού, το οποίο γι' αυτήν ήταν το σκηνικό που γυριζόταν ο έρωτάς τους και το καταφύγιο μιας αγάπης που πίστεψε πως θα κρατούσε για πάντα. Με παράπονο του λέει πως κάποτε τα όνειρά τους ήταν κοινά αλλά πλέον δεν έχει κανένα όνειρο. Χωρίς τη διάθεση αυτή, σταματάει κάθε προσπάθεια για τη σχέση αυτή ή στο να συγκρατήσει στη μνήμη της τις όμορφες στιγμές που ζήσανε. Η μόνη λύση είναι η απόλυτη καταστροφή που θα μετατρέψει την κάθε μνήμη σε στάχτη. Γι' αυτό το λόγο, βάζει φωτιά στο σπίτι της κι απελευθερώνεται. Μόνο έτσι καταφέρνει να σπάσει τα δεσμά της για να φύγει μπροστά. 
Από εκείνη τη στιγμή και μετά, ο σκύλος μετατρέπεται σε απομεινάρι του παρελθόντος, το οποίο έχει απαλλαγεί από συναισθηματισμούς και πόνους. Μόνο έτσι το παρελθόν μπορεί να γίνει χειρίσιμο. Άρα λιγότερο επώδυνο. Γι' αυτό το λόγο λέει στο σκύλο πως πλέον εκείνη είναι το νέο του αφεντικό που οφείλει να υπακούει. Μεμιάς γίνεται αφεντικό στην ίδια της τη ζωή, την παροντική, την παρελθοντική αλλά και την μελλοντική.
Η "Ανθρώπινη φωνή" είναι ένα απρόσμενο αριστούργημα. Ένας χείμαρρος χρωμάτων και συναισθημάτων, ένα ατμοσφαιρικό μουσικό ποτάμι και μια συγκλονιστική Τίλντα Σουίντον.

Βαθμολογία: 9/10