Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2020

1917


Με μία κινηματογραφική καμπάνια αρκετών μηνών, είχαμε προετοιμαστεί να δούμε μια ακόμη αξιόλογη πολεμική ταινία στις σκοτεινές αίθουσες. Το όνομα του Σαμ Μέντες και το πέρασμα γνωστών ονομάτων σε μικρούς ρόλους, εξίταραν όλο και περισσότερο την ανυπομονησία μας. Όμως με τους τίτλους τέλους κυριάρχησε ένα περίεργο μείγμα συναισθημάτων ικανοποίησης αλλά και δυσφορίας. Η ταινία ήταν όντως εξαιρετική στο σκηνοθετικό της κομμάτι αλλά ήταν καθαρά πολεμική. Κι όταν λέω πολεμική, εννοώ πως δεν επεδίωξε να περάσει κανένα απολύτως μήνυμα είτε αντιπολεμικό είτε καθαρά ουμανιστικό. Ήταν απλά ένα δίωρο εκπληκτικών πλάνων που σε έβαζαν στη καρδιά του πολέμου. 
Ας αρχίσουμε λοιπόν από τα καλά στοιχεία που μου άφησε η ταινία. Είναι γεγονός πως από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό δεν σ' αφήνει σε ησυχία. Οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές κι αδιάκοπες με μικρές μόνο παύσης που αποδείχτηκαν αναγκαίες ακόμη και για μας τους θεατές που παρακολουθούσαμε με κομμένη την ανάσα. 
Τα σκηνικά είναι εντυπωσιακά κι άκρως ρεαλιστικά. Τα χαρακώματα σου προκαλούν μια πρωτόγνωρη κλειστοφοβία και οι όψεις των στρατιωτών φανερώνουν τη συμφιλίωσή τους με τον θάνατο. Άψογα στημένη και η νεκρή ζώνη με τα πτώματα των αλόγων και τους εγκλωβισμένους νεκρούς  στα συρματοπλέγματα. Μεμιάς η αίθουσα πλημμύριζε με τη δυσοσμία του μετώπου και την ανατριχιαστική μυρωδιά του μπαρουτιού από τις οβίδες που είχαν ανοίξει μεγάλους λάκκους. Η συνεχόμενη κίνηση της κάμερας που ακολουθεί τους δυο στρατιώτες στην αποστολή τους, σου δίνει την αίσθηση πως είσαι ο τρίτος αυτής της μυστικής αποστολής. Έρπεις μέσα στις λάσπες, μπλέκεις μες στα πτώματα, κρατάς τη μύτη σου για να αποφύγεις τη δυσωδία, εγκλωβίζεσαι μες στα τούνελ και χαμογελάς δειλά όταν βλέπεις τις ανθισμένες κερασιές. 
Εκεί όμως που δίνω τα εύσημα στον Σάμ Μέντες και στον βετεράνο διευθυντή φωτογραφίας Ρότζερς Ντίκινς είναι τα νυχτερινά πλάνα της ισοπεδωμένης πόλης και το παιχνίδι που κάνουν οι σκιές κάθε φορά που πέφτει μια φωτοβολίδα. Οι εφιαλτικές εικόνες, η επιβλητική μουσική και το καθηλωτικό άγχος του σεναρίου, μου πρόσφεραν μια μοναδική κινηματογραφική στιγμή για την οποία άξιζε που πήγα σινεμά να δω αυτήν την ταινία.
Κι ερχόμαστε στα αρνητικά της ταινίας. Οι δυο πρωταγωνιστές μπήκαν στο πετσί του ρόλου κι έδωσαν όμορφες ερμηνείες αλλά οι χαρακτήρες που γράφτηκαν γι' αυτούς είχαν διάφορα κενά που χαλούσαν το όλο σύνολο. 
Πρώτα απ' όλα με ενόχλησε ο κρατικός εκβιασμός όπου ένας διοικητής στέλνει έναν στρατιώτη σε μια αποστολή αυτοκτονίας με πρόσχημα να σώσει τον άλλον του αδελφό που βρίσκεται σε κάποιο άλλο τάγμα. Έκτοτε ο πρωταγωνιστής αναλαμβάνει μια αποστολή όπου πατάει πάνω στην αδελφική του αγάπη κι όχι στην πίστη του για την πατρίδα και τη σωτηρία των άλλων του συντρόφων. Από εκεί και πέρα για μένα χάνεται το αντιπολεμικό ύφος της ταινίας. 
Επίσης έχει γίνει πλέον κουραστικό να παρουσιάζονται φρικαλεότητες από τη μία μόνο πλευρά. Ειδικά στη συγκεκριμένη ταινία, οι Γερμανοί παρουσιάζονται ως το απόλυτο κακό ενώ μέσα από τις κουβέντες η χώρα τους περιγράφεται ως η επίγεια κόλαση που προσπαθεί να επεκταθεί και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Γι' αυτό το λόγο αφήνουν πίσω τους ισοπεδωμένες πόλεις, τουφεκισμένες αγελάδες, ανακατεμένα στείρα χωράφια και τουμπανιασμένα πτώματα νεκρών. Οι ίδιοι οι Γερμανοί εμφανίζονται σε ελάχιστες στιγμές σαν σκιές που ακόμη και στην ύστατη στιγμή διψάνε για αίμα και θάνατο σε αντίθεση με τους Βρετανούς που είναι αναβλητικοί κι αναζητούν άλλες λύσεις πέρα από το να σκοτώσουν κάποιον. Μόνο που με την αναβλητικότητα και την "αγνότητα" δε κερδίζεται κανένας πόλεμος. Οπότε κάπου δε μας τα λένε καλά οι μονόπλευρες αυτές πολεμικές ταινίες. 
Ένα ακόμη αρνητικό στοιχείο που φανερώνει πως η ταινία πέρα από δράση έχει μια άκρως φανατισμένη πολεμική ματιά, είναι το τραγούδι που ακούγεται προς το τέλος και που μου το σχολίασε μετά την προβολή ένας καλός μου φίλος, ο οποίος μου επεσήμανε πως οι στίχοι του έχουν θρησκευτικό κι όχι πατριωτικό χαρακτήρα και πως λέει ότι θα πεθάνετε, αλλά μη φοβάστε, θα "επιστρέψετε" στην πραγματική πατρίδα σας, τον παράδεισο, και στον πατέρα σας τον Θεό. Όπως καταλαβαίνετε, το άσμα δεν είναι ούτε ηρωικό ούτε εμψυχωτικό αλλά ένας τραγουδιστός φανατισμός προς το θάνατο. 
Εντέλει, η ταινία είναι μια άρτια πολεμική ιστορία που αξίζει να τη δει κανείς για τα καλοστημένα της πλάνα. Σου προσφέρει ένα δίωρο γεμάτο ένταση, εκρήξεις, θάνατο και θέαμα. Αλλά ως εκεί. Τίποτα παραπάνω.

Βαθμολογία: 7/10

Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2020

Στη Χίο έγινε η αρχή...


Τα χθεσινοβραδυνά γεγονότα της Χίου πέρα από ανησυχητικά, ήταν κι αναμενόμενα καθώς η σημερινή κυβέρνηση αναρριχήθηκε στην εξουσία αγκαλιάζοντας όλα τα προηγούμενα χρόνια σκοταδιστές και νεοναζί. Ο βασικός κορμός των ψηφοφόρων της Ν.Δ. δεν αντιλαμβανόταν ή δεν ήθελε να αντιληφθεί πως η φωνή της οποιαδήποτε λαϊκής δεξιάς έσβηνε κάτω από τις ιαχές των άλλοτε μακεδονομάχων κι "αγανακτισμένων" κατοίκων των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Δεν έβλεπε πως το κόμμα που υποστήριζε άλλαζε ρότα προς ακροδεξιές κατευθύνσεις. Σημαντικό ρόλο σ'αυτό έπαιξαν κι εξακολουθούν να παίζουν τα Μ.Μ.Ε. όμως αυτό δε μειώνει την ευθύνη των ψηφοφόρων.
Λίγους μήνες διακυβέρνησης της Ν.Δ. χρειάστηκαν για να γίνει αντιληπτή η εξαπάτηση της μεσαίας τάξης που είδε να χάνει το κοινωνικό της μέρισμα, των συνταξιούχων που έχασαν την 13η σύνταξη, των νυκοκοιραίων που από τέλη Απρίλη θα βλέπουν να κινδυνεύει η πρώτη τους κατοικία και των "κυρ Παντελήδων" που ανά πάσα στιγμή θα φοβούνται τα αξημέρωτα μπουκαρίσματα των αστυνομικών στα σπίτια τους. Όμως κανείς τους δε μιλάει. Είτε από σάστισμα, είτε από ντροπή, είτε από άγνοια.
Όμως οι φασίστες δε ξεχνάνε. Κι εκεί είναι που την πάτησε η νέα κυβέρνηση (παρόλο που την έχει ξαναπατήσει με την υπόθεση Μπαλτάκος - Χρυσή Αυγή). Οι πολιτικάντηδες θρέψανε ανεξέλεγκτα ένα τέρας μόνο και μόνο για να τους ανεβάσει στην εξουσία. Όμως αυτό το τέρας λειτουργεί με το νόμο της ζούγκλας. Βλέποντας πως εξαπατήθηκε, έδειξε μεμιάς τα δόντια του όχι προς τους αδύναμους και τους κατατρεγμένους αλλά απέναντι στον αφέντη που το τάιζε σανό όλα αυτά τα χρόνια.
Τα γεγονότα της Χίου ήταν η αρχή ενός νέου εφιάλτη που παίρνει σάρκα κι οστά. Ενός εφιάλτη που βλέπαμε να ρχεται αρκετό καιρό πριν. Λίγους μήνες μετά τις εκλογές του καλοκαιριού και με τις ευλογίες ενός πλήθος με πλήρης πολιτική κι ιδεολογική άγνοια, βρεθήκαμε σε ένα κωμικοτραγικό καθεστώς μιας κυβερνητικής παρωδίας. Η κυβέρνηση αυτή που ανέθρεψε τον επικίνδυνο νεοφασισμό, υποστηρίζεται πλέον μόνο από μεγαλοεπιχειρηματίες, χριστιανοταλιμπάν κι ηλίθιους έχοντας ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας να παρακολουθεί μουδιασμένο σε καθημερινή βάση τα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά της εγκλήματα. Κι όπως φαίνεται θα τα λουζόμαστε αυτά όσο το επιτρέπουμε (;)...

ΥΓ: είναι κρίμα που ένα χρόνο πριν δεν ακουγόταν ο κώδωνας του κινδύνου που έκρουαν διορατικοί συνάνθρωποί μας (ένα παράδειγμα είναι το εύστοχο σκίτσο της ανάρτησης από το πενάκι του Γιάννη Δερμετζόγλου).

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2020

Κατηγορώ...


Η φετινή χρονιά ξεκινάει με θεσσαλονικιώτικο ποδαρικό, καθώς απόλαυσα την πρώτη ταινία του '20 στην κατακόκκινη αίθουσα του κινηματογράφου Μακεδονικόν. Κι η αρχή έγινε με το αναμενόμενο "Κατηγορώ..." του Εμίλ Ζολά που μεταφέρθηκε στην μεγάλη οθόνη με την μαεστρία του Ρομάν Πολάνσκι. Έχοντας διαβάσει στα φοιτητικά μου χρόνια το σπουδαίο αυτό βιβλίο, ένιωσα μια νοσταλγία όταν έμαθα πως θα μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη. Παρακολουθώντας λοιπόν ξανά την ιστορία, συνειδητοποίησα πως θυμόμουν κάθε λεπτομέρεια της άδικης καταδίκης του λοχαγού Ντρέιφους και της μετέπειτα δίκης παρωδίας που προσπαθούσε να κρύψει τις αδυναμίες των υψηλά ιστάμενων αξιωματικών του γαλλικού στρατού εις βάρος ενός αθώου πολίτη. 
Για όσους δεν έτυχε να διαβάσουν το σπουδαίο αυτό βιβλίο, θα συνοψίσω την υπόθεση που μας γυρνάει στο 1895, όπου ένας νεαρός και πολλά υποσχόμενος λοχαγός, ο Άλφρεντ Ντρέιφους, κατηγορείται για κατασκοπεία υπέρ της Γερμανίας και καταδικάζεται σε ισόβια κάθειρξη στο Νησί του Διαβόλου. Στην ταπεινωτική διαδικασία αφαίρεσης των αστεριών και λοιπών συμβόλων του λοχαγού Ντρέιφους, υπήρξε μάρτυρας ο εκπαιδευτής του Ζορζ Πικάρ, ο οποίος στη συνέχεια προάγεται στη μονάδα αντικατασκοπίας. Με την ανάληψη της νέας του αρμοδιότητας θα ανακαλύψει πως εξακολουθούν να διαρρέουν μυστικές πληροφορίες στους Γερμανούς. Ξετυλίγοντας το κουβάρι των αποδεικτικών στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν για να καταδικαστεί ο Ντρέιφους, θα συναντήσει αρκετές μηχανορραφίες άλλων αξιωματικών που προσπαθούν να σβήσουν τα λάθη που έκαναν στην πρώτη δίκη. Οι αποκαλύψεις θα δημιουργήσουν ένα επικίνδυνο δίλημμα στον νέο διοικητή της αντικατασκοπίας καθώς έρχεται στη δύσκολη θέση να επιλέξει μεταξύ της ηθικής και της πατρίδας από την μια  και με το συμφέρον και τις προσδοκίες των αξιωματικών του γαλλικού στρατού από την άλλη. Τελικά επιλέγει τον ηθικό δρόμο παρόλο που γνωρίζει πως η στάση του αυτή μπορεί να του στοιχίσει την καριέρα αλλά και τη ζωή.  
Η ταινία ξεκινάει κατευθείαν με την καταδίκη του λοχαγού Ντρέιφους. Οι λεπτομέρειες των πρώτων πλάνων φανερώνουν μια ενδελεχής μελέτη των λιθογραφιών εκείνης της εποχής που παρουσίαζαν το ιστορικό γεγονός, ειδικά το πλάνο που δείχνει τη καταστροφή του σπαθιού πάνω στο πόδι του αξιωματικού που σκίζει τα παράσημα και τα σήματα από τη στολή του Ντρέιφους. Σε συζητήσεις που ακολουθούν αποκαλύπτεται πως η καταδίκη αυτή πατούσε πάνω στην αντισημιτική στάση που επικρατούσε στη γαλλική κοινωνία αλλά και στα σώματα του γαλλικού στρατού. 
Καθ'όλη τη διάρκεια της ταινίας κυριαρχεί η ερμηνεία του Ζαν Ντιζαρντέν στο ρόλο του αξιωματικού Ζορζ Πικάρ, ο οποίος κερδίζει επάξια τις εντυπώσεις. Η μεταστροφή του από αμετανόητος αντισημίτης σε υποστηρικτή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας είναι άκρως συγκινητική και σε παρασέρνει σταδιακά κατά τη διάρκεια της ταινίας. Κι αυτό γίνεται εμφανές καθώς όσο προχωράει η ταινία τόσο πιο πολύ μαλακώνει η στάση του κι επανέρχεται η ανθρώπινη υπόστασή του. Κομβικό σημείο της μεταστροφής του είναι η στιγμή που παίζει πιάνο στο διαμέρισμά του αφού πρώτα το βρήκε άνω κάτω από τις έρευνες των γαλλικών αρχών. Είναι η στιγμή που αισθάνεται πως είναι μόνος εναντίον όλων μόνο και μόνο επειδή αγωνίζεται για το δίκαιο. 
Το ενδιαφέρον στην όλη ιστορία είναι πως ο πραγματικός πρωταγωνιστής της ιστορίας, ο Άλφρεντ Ντρέιφους τοποθετείται στο περιθώριο καθώς ο σκηνοθέτης επικεντρώνεται στον αντισημίτη αξιωματικό Ζορζ Πικάρ που ξεδιαλύνει σιγά σιγά την υπόθεση. Παρόλο όμως που ο Ντρέιφους βρίσκεται στο Νησί του Διαβόλου, η παρουσία του είναι αισθητή σε κάθε πλάνο και σε κάθε διάλογο. Επίσης είχε μεγάλο ενδιαφέρον η παρουσίαση των μεθόδων αντικατασκοπίας εκείνης της εποχής καθώς ήταν η πρώτη φορά που άρχισαν να χρησιμοποιούνται οι φωτογραφικές μηχανές και τα τηλέφωνα.
Η ταινία μου έδωσε την αίσθηση μιας έντονης συναισθηματικής φόρτισης στην μάχη του ανθρώπου ενάντια στο σύστημα που πολλές φορές είναι άδικο, ύπουλο κι απάνθρωπο. Ίσως αυτό να οφείλεται στη σκηνοθετική πινελιά του ίδιου του Ρομάν Πολάνσκι, ο οποίος δεκαετίες τώρα διώκεται από την αμερικανική δικαιοσύνη για απόπειρα βιασμού. 
Έπειτα ο Πολωνός σκηνοθέτης πατάει πάνω σε ένα στιβαρό σενάριο που βασίστηκε στο βιβλίο του Ρόμπερτ Χάρις "An Officer and a Spy" το οποίο στηρίχτηκε στο ιστορικό βιβλίο του Εμίλ Ζολά. Επίσης είχε ένα πλούσιο καστ ηθοποιών με καλοδουλεμένους διαλόγους. Με μια στρωτή κι άκρως ενδιαφέρουσα περιγραφή, μας παρουσιάζει ένα δικαστικό θρίλερ που όσο προχωράει η ώρα τόσο εντείνεται η αγωνία για την τελική έκβαση της μάχης της ανθρώπινης συνείδησης τόσο απέναντι σε κάθε μορφή κρατικής εξουσίας όσο και στον εθνικισμό που εκκολάπτεται κρυφά στη ψυχολογία των μαζών. Γι' αυτό το λόγο παρουσιάστηκε με μεγάλη ένταση το άρθρο "Κατηγορώ" του Εμίλ Ζολά στην ταινία. Ένα άρθρο που του στοίχισε ένα χρόνο φυλάκισης και πρόστιμο τρεις χιλιάδες φράγκα. Ίσως και τη ζωή του καθώς ο σπουδαίος αυτός Γάλλος συγγραφέας βρέθηκε νεκρός λόγω δηλητηρίασης από το τζάκι του παρόλο που πολλοί μιλούν πως έπεσε θύμα των πολέμιων του Ντρέιφους. 
Το "Κατηγορώ..." επανέρχεται σε μία περίοδο που ο εθνικισμός έχει φουντώσει ξανά στην Ευρώπη και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Δυστυχώς όμως το αντιλαμβάνεται μία μικρή μερίδα του λαού καθώς η πλειοψηφία έχει παρασυρθεί στο χειμαρρώδες μίσος που έχει αρχίσει να καταπνίγει πάλι ιδανικά κι αξίες που απ' ότι φαίνεται δεν κατάφεραν να μακροημερεύσουν στην Γηραιά Ήπειρο. Παρά την παλιομοδίτικη περιγραφή της, η ταινία βλέπεται με αμείωτο ενδιαφέρον ικανοποιώντας και τον πιο απαιτητικό κινηματογραφόφιλο. 

Βαθμολογία: 7/10

Τρίτη, 7 Ιανουαρίου 2020

Οι καλύτερες ταινίες του 2019



Δε περίμενα πως μετά από ένα άκρως απογοητευτικό '18 θα ακολουθούσε μια πλούσια κινηματογραφική χρονιά. Ίσως θα πρεπε να το είχα υποψιαστεί καθώς η δική μου καλύτερη ταινία της περασμένης χρονιάς ήταν αυτή με την οποία έκανα ποδαρικό στις σκοτεινές αίθουσες της Αθήνας.
Παρόλα αυτά για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά, απογοητεύτηκα οικτρά με το νικητή του Χρυσού Φοίνικα "Παράσιτα" (με δυσκολία το βαθμολογώ 3/10) και με το βραβευμένο με τη Χρυσή Άρκτο "Συνώνυμα" (έφυγα απηυδισμένος στο διάλειμμα της προβολής) ενώ το Πράσινο Βιβλίο που κέρδισε το όσκαρ καλύτερης ταινίας θα το χαρακτήριζα γλυκανάλατο καθώς κινήθηκε στα συνηθισμένα χολυγουντιανά πλαίσια (πιστεύω πως η Παρείσφρηση το άξιζε περισσότερο) και το βραβευμένο με τον Χρυσό Λέοντα "Joker" με απογοήτευσε σε ουσιώδεις λεπτομέρειες στις οποίες αν ο σκηνοθέτης Τοντ Φίλιπς δε λάκιζε θα πρόσφερε σίγουρα ένα αξιοπρόσεκτο έργο. Τέλος θέλω να ομολογήσω πως είδα και την πιο εμετική ταινία των τελευταίων χρόνων, τα "Άγρια Αγόρια" για την οποία δε θα θελα να προσθέσω τίποτα παραπάνω πέρα από τον επιεική χαρακτηρισμό "άθλια".
Προσπερνώντας όμως τις απογοητευτικές βραβεύσεις, ομολογώ πως η χρονιά ήταν εντυπωσιακή κι αυτό φαίνεται στις βαθμολογήσεις των ταινιών που επέλεξα να τοποθετήσω στις δέκα καλύτερες ταινίες της χρονιάς που έφυγε. Επίσης είναι κρίμα να μην αναφερθώ έστω κι εδώ σε ταινίες που δεν τοποθέτησα στη δεκάδα αλλά θα άξιζε να τις δει κανείς όπως το τσέχικο "Εγώ η Όλγα", το σλοβάκικο ο "Διερμηνέας" καθώς και το εξαιρετικό ρωσικό "Εξόριστος Συγγραφέας". Κι αφού κατεύνασα τις ενοχές μου για τις παραπάνω προτάσεις, συνεχίζω με τις δέκα καλύτερες ταινίες της χρονιάς (για περισσότερη κριτική, πατήστε πάνω στους τίτλους των ταινιών).



10. Μη χαμηλώνεις το βλέμμα


Η νέα ταινία του Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ ξεδιπλώνει την καλλιτεχνική πορεία του γνωστού Γερμανού καλλιτέχνη Γκέρχαρντ Ρίχτερ ενώ παράλληλα έχει μια ενδιαφέρουσα σπουδή στα καλλιτεχνικά κινήματα εκείνων των ημερών. Μάλιστα η στάση του σκηνοθέτη απέναντι στη καλλιτεχνική πρωτοπορία με βρίσκει απολύτως σύμφωνο. Στο "Μη Χαμηλώνεις το Βλέμμα" η Ιστορία και η Τέχνη συνυπάρχουν διαρκώς δείχνοντας το πόσο πολύ επηρεάζει η μια τη πορεία της άλλης. Μια κινηματογραφική προσπάθεια που έχουμε συναντήσει κι άλλες φορές, στις οποίες ξεδιπλώνεται ο κόσμος της Τέχνης έχοντας ως σημείο αναφοράς κάποιον καλλιτέχνη. Για μένα η συγκεκριμένη ταινία ανήκει σε ένα κινηματογραφικό είδος που έχει ένα αξιόλογο και πιστό κοινό.
Βαθμολογία 7/10



9. Ο Έκπτωτος


Να λοιπόν που τα τελευταία καλοκαίρια έχουν αποκτήσει ισπανικό αέρα καθώς έχουμε συνηθίσει το πέρασμα αξιόλογων παραγωγών της ιβηρικής χερσονήσου από τους θερινούς μας κινηματογράφους. Μετά το "Μικρό Νησί", το "Κανείς δεν Μπορεί να μας Σώσει" και την "Οργή ενός Υπομονετικού Ανθρώπου" ήρθε κι η σειρά ενός ισπανικού πολιτικού θρίλερ να μας καθηλώσει στις όχι και τόσο βολικές καρέκλες των θερινών. Ο "Έκπτωτος" είναι ένα θρίλερ που έχει όλα όσα ζητάει ένας απαιτητικός θεατής αυτού του κινηματογραφικού είδους. Γρήγοροι ρυθμοί που δε σ' αφήνουν λεπτό να πάρεις ανάσα, καλοδουλεμένες προσωπικότητες με τα τρωτά τους σημεία και υποβλητικά πλάνα που δένουν με αγχωτική μουσική. Η συγκεκριμένη ταινία με ενθουσίασε για αρκετούς λόγους. Πρώτα απ' όλα ήταν οι εξαιρετικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών και συγκεκριμένα του Αντόνιο ντε λα Τόρε που πλέον έχει γίνει γνωστή φυσιογνωμία στο ελληνικό κινηματογραφόφιλο κοινό. Επίσης τα γυρίσματα είναι καλοδουλεμένα αν και σε πολλά σημεία σου δίνουν την αίσθηση τηλεοπτικής παραγωγής. Οι διάλογοι δεν ανήκουν στο δυνατό σημείο της ταινίας αν κι εκεί που χρειάζονται να ειπωθούν κάποια λόγια, παίρνουν άριστα με τόνο. Ο "Έκπτωτος" είναι ένα διαχρονικό πολιτικό θρίλερ και θα παραμείνει όσο επιλέγουμε απατεώνες να διοικούν τους τόπους και τα κράτη μας. Δεν είναι τυχαίο πως μετά από τα πρώτα λεπτά της ταινίας είχα την αίσθηση πως παρακολουθούσα μια ελληνική υπόθεση. Εξάλλου η Ελλάδα δεν έχει να ζηλέψει την Ισπανία σε υποθέσεις σκανδάλων.
Βαθμολογία: 8/10



8. Η Στολή του Λοχαγού


Η Στολή του Στρατιώτη μπορεί να χαρακτηριστεί αντιπολεμική, θρίλερ, δράμα αλλά και μαύρη κωμωδία. Δε ξέρω ποιο να πρωτοδιαλέξω. Σίγουρα όμως μπορώ να πω πως είναι μία πετυχημένη μίξη όλων των παραπάνω ειδών που προσφέρουν μια εξαιρετική αφορμή για συζήτηση και προβληματισμό. Η ταινία περιγράφει με λιτό και σκληρό τρόπο το απάνθρωπο πρόσωπο του φασισμού αλλά και την αποκτήνωση του ανθρώπου όταν βρίσκεται σε θανάσιμο κίνδυνο. Με σταθερό ρυθμό παρουσιάζεται η αποσάθρωση κάθε νόμου και λογικής, παρομοιάζοντας την σήψη εκείνων των ημερών με την σημερινή πολιτική παρακμή όπου ο νεοφιλελευθερισμός κάνει τα στραβά μάτια, δίνοντας έδαφος στο ρίζωμα του φασισμού. Η δίκη παρωδία φανερώνει πως κάθε καθεστώς έχει ανάγκη τον φασισμό. Τον καμουφλάρει, τον κρύβει ή του αλλάζει όψη μόνο και μόνο για να τον διατηρήσει σε κάποια μελλοντική χρήση. Τέλος η ταινία φανερώνει την τρέλα που προκαλεί η εξουσία σε όσους την κατέχουν. Μια τρέλα που εντείνεται ανάλογα με την εξύψωση του κάθε ατόμου. Όσο πιο πάνω ανεβαίνει κανείς τόσο πιο πολύ χάνει τα λογικά του. Όπως ο νεαρός που μετατρέπεται μέσα σε μία στιγμή από απλός φαντάρος που έχει λιποτακτήσει σε σημαντικό λοχαγό που του έχει ανατεθεί μία μυστική αποστολή από τον ίδιο τον Χίτλερ. Κλείνοντας θα ήθελα να αναφερθώ στους ευφάνταστους τίτλους τέλους που έκαναν αρκετούς από τους θεατές να μείνουν στις θέσεις τους ως το τέλος. Ο φασισμός δεν νικήθηκε κι ούτε εξαφανίστηκε αλλά εξακολουθεί να περιφέρεται στις πόλεις μας. Ναι μεν ορατός αλλά δύσκολα αναγνωρίσιμος από ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας. Η συγκεκριμένη πρωτότυπη ιδέα προσθέτει επιπλέον πόντους σ' αυτήν την ταινία.
Βαθμολογία: 8/10



7. Στην Πύλη της Αιωνιότητας


Έχουν γυριστεί αρκετές ταινίες για τη ζωή και το έργο του Βίνσεντ Βαν Γκογκ. Μια πλούσια συλλογή που προσφέρει μέσα από διαφορετικά πρίσματα την μοναδικότητα αυτής της προσωπικότητας. Από την αξεπέραστη ερμηνεία του Κέρκ Ντάγκλας το 1956 με την ταινία "Η ζωή ενός ανθρώπους" στον αριστουργηματικό ζωντανό πίνακα του "Loving Vincent" που απολαύσαμε πριν από δύο χρόνια στις κινηματογραφικές αίθουσες. Τι άλλο θα μπορούσαμε να δούμε λοιπόν για την μυθιστορηματική ζωή αυτού του ανθρώπου; Η απάντηση δίνεται στην τελευταία ταινία όπου ανακαλύπτουμε με ιδιαίτερη μαεστρία τον εσωτερικό κόσμο του Ολλανδού ζωγράφου. Ο σκηνοθέτης Τζούλιαν Σνάμπελ προσπαθεί με ένα άκρως πειραματικό τρόπο να προσεγγίσει τον τρόπο με τον οποίο ο Βαν Γκογκ έβλεπε κι ανέλυε τον κόσμο γύρω. Προσπερνώντας λοιπόν τις ιστορικές αναφορές που κάθε άλλη κινηματογραφική βιογραφία θα χε, η ταινία επικεντρώνεται στο άγχος του καλλιτέχνη κατά τη διάρκεια αναζήτησης πηγών έμπνευσης, στην επιθυμία του να δημιουργήσει και στην ανάγκη του να αλληλεπιδράσει με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Η ταινία καταφέρνει επιτυχώς να περιγράψει την εικόνα του κόσμου μέσα από τα μάτια και την ψυχή του Βαν Γκογκ, φανερώνοντάς μας τα μονοπάτια που μόνος του περπάτησε για να καταφέρει εντέλει να δει την όψη της αιωνιότητας αντικρύζοντας τα ηλιοβασιλέματα και τα υπέροχα τοπία. Ένα χάρισμα μοναδικό που προσπάθησε να αιχμαλωτίσει μέσα από τους πίνακές του και να το δείξει στον κόσμο παρόλο που κανείς δεν μπορούσε τότε να το κατανοήσει. Γι' αυτόν τον λόγο δεν έγινε αποδεκτός. Καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας κυρίαρχο στοιχείο παραμένει η εικόνα κι ακολουθεί ο λόγος του ζωγράφου, ο οποίος σαν σκέψη έρχεται και ντύνει τη μεθυστική ατμόσφαιρα, ο οποίος λιτός κι ουσιώδης, σκιαγραφεί καλύτερα την προσωπικότητα του ζωγράφου. Παράλληλα η κίνηση της κάμερας είναι απότομη και κοφτή, σαν να αντιγράφει τις πινελιές του Βαν Γκογκ, ο οποίος επιθυμούσε να ζωγραφίζει με ένταση κι όχι με ηρεμία κι απαλότητα. Η Πύλης της Αιωνιότητας είναι μια ταινία που ξεφεύγει από τα συνηθισμένες βιογραφικές ταινίες. Από την μια γίνεται δυσνόητη και φλύαρη για μη εξοικειωμένο κοινό αλλά από την άλλη αναδεικνύει με τρυφερότητα την μαγεία της δημιουργίας που μόνο ένας ζωγράφος-σκηνοθέτης θα μπορούσε να προσφέρει.
Βαθμολογία: 8/10



6. Μια Προσωπική Ιστορία


Η προβολή της νέας ταινίας των αδελφών Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι ήταν μια από τις σημαντικότερες κινηματογραφικές στιγμές της χρονιάς. Το ότι είναι η τελευταία ταινία που γυρίζεται από τους δυο σπουδαίους Ιταλούς δημιουργούς, της δίνει περισσότερη αξία. Σημαντικό ρόλο στη σπάνια ομορφιά της ταινίας, έπαιξαν οι ταιριαστές ερμηνείες των ηθοποιών όπου επικρατεί ένας λιτός ρεαλισμός χωρίς ιδιαίτερες υπερβολές. Οι δυο σπουδαίοι Ιταλοί δημιουργοί εστιάζουν κυρίως στα βλέμματα των ηρώων και στις νευρικές κινήσεις των χεριών τους. Ο τρόπος που καπνίζει ο πρωταγωνιστής διαφέρει ανάλογα με τη συναισθηματική του έξαρση. Παρατηρώντας τις ερμηνείες των προσώπων δε ξέρεις που τελειώνει η μαεστρία των δημιουργών και που αρχίζει ο αυτοσχεδιασμός των ηθοποιών. Ένα στοιχείο που προσδίδει μια θεατρική διάθεση στο έργο. Το «Μια Προσωπική Ιστορία» είναι ένα μείγμα πολεμικού δράματος, ρομαντικής ιστορίας και πολιτικής ανάλυσης που όλα μαζί σχηματίζουν μια αυθεντική περιπέτεια στην καρδιά της Ιταλίας. Για μία ακόμη φορά οι Ταβιάνι βρίσκουν τον τρόπο να ενώσουν πτυχές της ιταλικής ιστορίας, μνήμες που έζησαν και γεγονότα που άκουσαν και διάβασαν και να τα παρουσιάσουν σε μια ελκυστική συναισθηματική διαδρομή όπου πολλές μικρές προσωπικές ιστορίες δημιουργούν την μεγάλη ιστορία ενός λαού. Ένας αέναος κύκλος γεμάτος συναισθηματικά αδιέξοδα και δύσκολες λύσεις, παρουσιάζοντας με άκρως γοητευτικό τρόπο τον αληθινό άθλο που λέμε ζωή. Η τελευταία ταινία των αδελφών Ταβιάνι είναι ο πιο γλυκόπικρος επίλογος που θα μπορούσαν να μας προσφέρουν. Βαθμολογία: 8/10



5. Το Πορτραίτο της Γυναίκας που Φλέγεται


Η νέα ταινία της Σελίν Σιαμά με μάγεψε απρόσμενα. Τα κάδρα είναι εκπληκτικά δίνοντας την αίσθηση πως παρατηρούμε φωτισμένες μορφές πινάκων του Ρούμπενς. Τα δωμάτια είναι άδεια έχοντας μόνο τα απαραίτητα στοιχεία που μπορούν να συνοδεύσουν τις παρουσίες των πρωταγωνιστριών, δημιουργώντας μια άψογη ισορροπία που σπάνια συναντάς σε κινηματογραφικά έργα. Τα χρώματα απαλά και ζεστά, σε υπνωτίζουν και σταματούν το χρόνο. Χάνεσαι μέσα στην άδεια έπαυλη κι ανασαίνεις στον ανοιχτό ορίζοντα της θάλασσας. Αισθάνεσαι τη δροσιά του κύματος που σκάει μπροστά σου κι ανασαίνεις ευλαβικά. Επίσης μου άρεσε πολύ που ο ανεκπλήρωτος έρωτας των γυναικών συσχετίζεται με τον μύθο του Ορφέα που χάνει την Ευρυδίκη του για πάντα. Διαβάζοντας την ιστορία οι δυο κοπέλες μαζί με την υπηρέτρια, δίνουν μια άλλη έννοια στον μύθο. Δε θεωρούν αδυναμία του Ορφέα το λάθος του να χάσει για πάντα την Ευρυδίκη αλλά επιθυμία του καθώς ο ήρωας επίλεξε τελικά να φυλάξει καλά μέσα στη μνήμη του την εικόνα της ερωμένης που είχε κάποτε. Η συναισθηματική φόρτιση της ιστορίας αυτής αλλά και του ανεκπλήρωτου έρωτα των δύο γυναικών δένει εξαιρετικά με το έργο Storm από τις Τέσσερις Εποχές του Βιβάλντι. Παίζουν οι νότες και πάλλονται τα εσώψυχά μας. Η ταινία μπορεί να συγκαταλεγεί απευθείας στις κλασικές διαχρονικές αξίες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Οι εξαιρετικές ερμηνείες, οι υπέροχες φωτογραφίες, η ζωγραφική, η μουσική, τα κοντινά κάδρα στα μάτια και η έκφραση των προσώπων συνθέτουν ένα μοναδικό έργο τέχνης.
 Βαθμολογία: 8/10



4. Ο Μπουνιουέλ στο Λαβύρινθο με τις Χελώνες


Ο "Μπουνιουέλ στο Λαβύρινθο με τις Χελώνες" είναι ένα animation ώριμο, ειλικρινές, αυστηρό, γλυκόπικρο και ουσιώδες. Είναι ένας ύμνος για την Τέχνη που έχει στραμμένη την προσοχή της στον άνθρωπο κι όχι στον ναρκισσισμό του κάθε καλλιτέχνη.Αυτό που επίσης με εντυπωσίασε από την ταινία ήταν τα πολύ όμορφα σχέδια που βασιζόντουσαν σε γήινα χρώματα και λιτές γραμμές. Μόνο τα όνειρα αποκτούσαν ένα πιο μουντό και ψυχρό χρώμα. Όπως επίσης βρήκα εκπληκτική την ιδέα να μπλέκουν τα πλάνα του ντοκιμαντέρ με τα σχέδια που παρουσίαζαν τις στιγμές των γυρισμάτων. Ήταν τρομερό το πόσο πολύ είχαν πετύχει τις μορφές των πραγματικών προσώπων. Τέλος, ομολογώ πως η μουσική του Arturo Cardelus είναι ότι πιο ονειρικό και ταξιδιάρικο έχω ακούσει τα τελευταία χρόνια στις σκοτεινές αίθουσες. 
Βαθμολογία: 9/10



3. Οροσειρά των Ονείρων


Έχω επισημάνει πολλές φορές πως τα σπουδαιότερα έργα εισέρχονται ταπεινά κι αθόρυβα στις κινηματογραφικές αίθουσες. Το θεματολογικό ήθος αυτών των έργων που βασίζεται στην ειλικρινή δημιουργικότητα των σκηνοθετών τους, συμπυκνώνεται καθ'όλη τη διάρκεια προβολή τους χωρίς να χει την ανάγκη μαρκετίστικων τυμπανοκρουσιών. Κουβαλώντας ήδη το βραβείο καλύτερου ντοκιμαντέρ στο φεστιβάλ των Καννών, η νέα ταινία του πολυαγαπημένου Χιλιανού σκηνοθέτη Πατρίσιο Γκούζμαν έκανε το πέρασμά της από το φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας. Είχα την τύχη να το δω στη κατάμεστη αλλά άκρως σιωπηλή αίθουσα του Δαναού. Μέσα σε μιάμιση σχεδόν ώρα ένιωσα πως όλο το κοινό είχε μπει στην ίδια συναισθηματική έκσταση. Μία κατάσταση που μόνο ο Πατρίσιο Γκούζμαν μπορεί να προσφέρει με τον άρτιο δοκιμιακό του λόγου και την άκρως μαγευτική του φωνή, πλαισιωμένα και τα δύο με την ονειρική μουσική του συγκροτήματος Miranda y Tobar. Η συγκεκριμένη προβολή υπήρξε για μένα μία από τις σπάνιες στιγμές συναισθηματικής έκρηξη. Ένα σφίξιμο στο στήθος κι ένα κόμπο στο λαιμό που δε μ' άφηναν να αναπνεύσω. Κι ενώ βούλιαζα στην αναπαυτική καρέκλα του κινηματογράφου, τα μάτια μου χανόντουσαν στα απέραντα τοπία των Άνδεων και το μυαλό μου άνοιγε ένα σωρό μικρές καταπακτές μέσα απ'τις οποίες ξεχυνόταν ένα σμήνος σκέψεων και συναισθημάτων. Η κατάσταση αυτή δεν προκλήθηκε αστραπιαία (αν και στο Νοσταλγώντας το Φως εντείνεται από τη πρώτη νότα της μουσικής), αλλά έρχεται με έναν αγνό κι ευγενικό τρόπο. Εκείνο το βράδυ στον Δαναό βρέθηκα απροετοίμαστος σ' αυτό που θα ζούσα, κι αυτός είναι ένας σημαντικός λόγος που θεώρησα πως η συγκεκριμένη προβολή, μου έχει μείνει ήδη αξέχαστη.Για μένα η συγκεκριμένη συναρπαστική τριλογία κλείνει με μια ανεξέλεγκτη έκρηξη συναισθημάτων. 
Βαθμολογία: 9/10



2. Πόνος και Δόξα


Η τελευταία ταινία του Πέδρο Αλμοδοβάρ είναι ένας ύμνος για τις μνήμες των παιδικών μας χρόνων που σβήνουν απαλά. Ξεθωριάζουν και γίνονται πιο λαμπρές προκαλώντας μας έναν ελαφρύ πόνο στο στήθος κάθε φορά που ανατρέχουμε σ' αυτές. Επίσης είναι ένας καημός για τις κουβέντες που δε καταφέραμε ποτέ να κάνουμε με τους γονείς μας. Αυτά τα μυστικά που δεν ειπώθηκαν ποτέ και με τον καιρό έγιναν βαρίδια στη ψυχή του καθενός. Είναι ένα μοιρολόι για τους έρωτες που περνούν, στιγματίζουν κι έπειτα χάνονται αφήνοντας ένα γλυκό πόνο στη καρδιά. Μία λυρική σπονδή στη συμφιλίωση μας με τα φαντάσματα του παρελθόντος. Όσον αφορά τον Αντόνιο Μπαντέρας, θεωρώ πως ήταν η καλύτερη ερμηνεία στην οποία των έχω παρακολουθήσει. Σοβαρός, μαζεμένος, ανασφαλής, γοητευτικός, ώριμος, αυτοκαταστροφικός, ειλικρινής και συναισθηματικός. Σε κάθε πλάνο ανταποκρινόταν εκπληκτικά. Ήταν απίστευτα πειστικός στις σκηνές που ήταν μαστουρωμένος. Ένιωθες έντονα το πνίξιμό του σε κάθε συναισθηματική έξαρση. Άκρως ανθρώπινη και συγκινητική η συνάντηση με τον πρώην εραστή του. Οι ανθρώπινες σκέψεις, το ζεστό ενδιαφέρον, ο φόβος της ερωτικής απάρνησης όλα αυτά συσσωρευμένα σε μικρές μισοσκότεινες στιγμές όπου οι φωνές ακούγονται ως ψίθυροι και τα συναισθήματα αναβλύζουν ανεξέλεγκτα μέσα από τα βλέμματα. Και φυσικά δε μπορώ να παραβλέψω την ονειρική μουσική του Alberto Iglesias. Αυτή η παρόμοια μελωδία που με στοιχειώνει από το αριστουργηματικό "Όλα για τη Μητέρα μου". Μία μουσική που την έχω συνδυάσει με τους άδειους νυχτερινούς δρόμους των μεγαλουπόλεων, με τα σκοτεινά δωμάτια των διαμερισμάτων όπου οι μορφές και τα αντικείμενα φωτίζονται από τους στύλους του δρόμου και τα διερχόμενα αυτοκίνητα.
Βαθμολογία: 9/10



1. Άγρια Αχλαδιά


Η Άγρια Αχλαδιά είναι ένα ακόμη συγκλονιστικό έργο που συνεχίζει επάξια την εκπληκτική κληρονομία που έχουν αφήσει το "Κάποτε στην Ανατολία" και η λατρεμένη "Χειμερία Νάρκη".Αυτή τη φορά, ο Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν μας ταξιδεύει στους άγνωστους κι άγριους τόπους του Τσανάκκαλε. Στα ξεχασμένα ορεινά χωριά των Δαρδανελλίων όπου επιστρέφει ο νεαρός Σινάν μετά τις σπουδές του. Έχοντας φύγει λίγα χρόνια από τους συντηρητικούς κι ασφυκτικούς κοινωνικούς κύκλους της κλειστής κοινωνίας των μικρών πόλεων, συνειδητοποιεί πως η θέση του δεν βρίσκεται εκεί. Νιώθει ξένος μέσα στο σπίτι του και στις παιδικές του παρέες. Αφήνει πίσω του παλιούς παιδικούς φίλους κι ανολοκλήρωτους έρωτες και περιφέρεται ανάμεσα στην πόλη και στο χωριό των γονιών του αναζητώντας κάτι που ακόμη κι ο ίδιος δεν έχει ακόμα προσδιορίσει. Ο Σινάν εκπροσωπεί επάξια τη νέα γενιά που θέλει να αλλάξει τον κόσμο αλλά φοβάται να αλλάξει τον εαυτό της. Αποτραβηγμένη από τα βαρίδια του παρελθόντος φοβάται να κάνει το επόμενο βήμα προς το μέλλον διότι δεν έχει μάθει να παίρνει αποφάσεις, να αγωνίζεται, να κυνηγά το όνειρο αλλά και να αποδέχεται με θάρρος την ευθύνη των πράξεων της. Μια γενιά που βουλιάζει μες στην ανασφάλεια και την ανόητη αντίδραση. Μια γενιά που έχει εγκλωβιστεί στο σκοτεινό παρόν μας και θα εξαφανιστεί μεμιάς όταν περάσει από τη μια στιγμή στην άλλη στο παρελθόν. Η οικογένεια του Σινάν είναι το αδιάφορο βλέμμα της κοινωνίας που έχει μάθει να κρίνει αλλά όχι να κρίνεται. Του συνόλου που κρύβει τα λάθη του ρίχνοντας τις ευθύνες στους αδύναμους. Κι ο πατέρας συμβολίζει το αγνό παρελθόν που σβήνει μες στην ταπεινότητά του, με βλέμμα θλιμμένο καθώς η αξιοπρέπεια που κουβαλά δεν του επιτρέπει να ζητήσει βοήθεια επιβίωσης. Παραμένει ακόμα ορατός μόνο σε όσους μπορούν να δουν κι όσους προλάβουν να δουν πριν το παρελθόν σβήσει οριστικά. Ο Σινάν είναι η Τουρκία αλλά κι η Ελλάδα που έχουν εγκλωβιστεί σε ένα πλούσια φορτωμένο παρελθόν και δεν μπορούν να ανοίξουν τα φτερά τους προς ένα καλύτερο μέλλον. Εγκλωβίζονται και μένουν στάσιμοι κάτι που οδηγεί σε καθεστωτικές καταστάσεις. Η αδιαφορία, η νευρικότητα, η πνευματική νέκρωση κι η οργή είναι καταστάσεις που επισπεύδουν τον ερχόμενο σκοταδισμό. Ο Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν μας προσφέρει ένα ακόμη αριστούργημα με πλάνα που μαγεύουν όπου μπλέκονται υπέροχα γήινα χρώματα μέσα στη γαλήνη που μόνο η φύση μπορεί να προσφέρει ενώ η ατμόσφαιρα ντύνεται υπέροχα με τη μυσταγωγική μουσική του Μπαχ. Η κινηματογράφησή του παραμένει η ίδια ενώ οι επιρροές του από Ταρκόφσκι, Αντονιόνι κι Αγγελόπουλο εξακολουθούν να είναι εμφανείς σε κάθε του πλάνο. Ένα ακόμη στοιχείο που με εντυπωσιάζει στο συγκεκριμένο σκηνοθέτη είναι οι επιλογές των ηθοποιών. Όλοι δένουν απόλυτα με τους ρόλους τους προσφέροντας αξεπέραστες ερμηνείες. Στη συγκεκριμένη ταινία λάτρεψα τον ρόλο του πατέρα. Η νέα ταινία του πολυαγαπημένου Τούρκου δημιουργού όχι μόνο ικανοποίησε τις προσδοκίες μου αλλά μου πρόσφερε έναν υπέροχο θησαυρό σκέψεων μέσα από ένα τρίωρο περίπατο στα μονοπάτια του Τσανάκκαλε συντροφιά με επίκαιρους και διαχρονικούς προβληματισμούς κι όνειρα που σπανίως υλοποιούνται όταν κανείς δεν τα πιστεύει και δεν επιδιώκει να τα πραγματοποιήσει. Η Άγρια Αχλαδιά είναι ένα ακόμη αριστούργημα που δυσκολεύομαι να αναλύσω διότι θέλω τόσα να πω κι άλλα τόσα να γράψω. Είναι όμως μια ταινία στην οποία εύκολα και με μεγάλη ευχαρίστηση βυθίστηκα μέσα της κι έζησα την κάθε στιγμή που μου πρόσφερε. Για μένα είναι σίγουρα η καλύτερη ταινία της χρονιάς που μόλις ξεκίνησε. 
Βαθμολογία: 9/10

Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2020

Νέα χρονιά, νέα δεκαετία, νέες προσδοκίες


Την ημέρα που γιόρταζα τα εικοστά μου γενέθλια, κυριεύθηκα από την χαρά της αλλαγή του πρώτου δεκαδικού μου ηλικιακού αριθμού. Το δύο αντικατέστησε το ένα και μεμιάς ένιωσα πως ωρίμασα αφήνοντας πίσω μου τα εφηβικά βάρη και τις παιδικές ανασφάλειες. Όταν όμως έγινα εικοσιένα με 'πνιξε το πρώτο άγχος της δικής μου δεκαετίας, έχοντας ήδη προβληματιστεί με το παράπονο ενός γνωστού μου, ο οποίος όταν έγινε τριάντα άρχισε να κλαίει για τα χρόνια που άφησε πίσω του χωρίς να τα ζήσει όπως εκείνος ήθελε.
Στο ζωή μας λοιπόν ακολουθούμε δύο δεκαετίες, την προσωπική μας η οποία συμβαδίζει με την χρονολογία γέννησής μας και την κοινή δεκαετία που μετράμε όλοι μαζί. Το '20 λοιπόν είναι μια νέα δεκαετία για όλους μας και για μένα ένας ενδιάμεσος απολογισμός των προσωπικών μου δεκαετιών. Οι προσδοκίες αρκετές αλλά κι η επίγνωση των συνθηκών είναι πιο βάσιμη κάτι που με προστατεύει από τις αιθεροβάμονες τάσεις μου. 
Σε μια λοιπόν νέα κοινή δεκαετία όπου ο κόσμος οδεύει ολοταχώς σε μια ανθρωπιστική και οικολογική καταστροφή είναι καλό να πολεμήσουμε για το ήθος, την αξιοπρέπεια και την αλληλεγγύη προσδοκώντας σε μικρές καθημερινές νίκες που θα ευφραίνουν τόσο τη δική μας όσο και των κοντινών μας προσώπων την καρδιά. 
Καλή χρονιά να χουμε λοιπόν και καλή αρχή στη νέα δεκαετία...

Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2019

Θέλουν να μετακινήσουν τα αρχαία - Ξεφτιλιζόμαστε διεθνώς


του Αργύρης Μπακιρτζής

Γεννήθηκα στο ρωσικό μαιευτήριο. Τότε μέναμε στη Μακεδονικής Αμύνης 7. Λίγο παρακάτω ένα στενό, η Καρμπολά οδηγεί στα παλιατζίδικα. Αλλάξαμε πέντε σπίτια. Όλα ανάμεσα στον Άγιο Δημήτριο, τα παλιατζίδικα και το Διοικητήριο.
Στην πλατεία παίζαμε μπάλα και πετροπόλεμο. Εκεί κοντά ήταν και τα λουτρά ΟΛΥΜΠΙΑ. Θυμάμαι, μωρό ακόμη, στο χαμάμ, τα γυμνά σώματα των γυναικών μες στους αχνούς. Αυτή ήταν η γειτονιά μου.
Για μπάνιο παίρναμε το πλοίο και πηγαίναμε στο Μπαξέ Τσιφλίκι. Η γιαγιά έμενε στον μπαξέ, κοντά στον Παλιό Σταθμό, δίπλα στις γραμμές. Ο θείος μου μας ανέβαζε στο κάρο, ένα σωρό πιτσιρικάδες και μας πήγαινε για μπάνιο κάτω απ’ του Χατζή Μπαξέ. Έμπαινε και το άλογο.
Σχολείο πήγα δημοτικό στο 56ο, στο συγκρότημα του 4ου με τα πιο ζωηρά παιδιά της πόλης και γυμνάσιο στο Πειραματικό κι αυτό κοντά στη γειτονιά. Μετά Πανεπιστήμιο. Στη συνέχεια έρχομαι και φεύγω. Φαντάρος, εξωτερικό, Καβάλα για δουλειά, Θάσος. Το πατρικό όμως Αγίου Δημητρίου και Δημητρίου Γούναρη, είναι πάντα η βάση μου. Τώρα μένει ο μικρός μας γιος, που με αντικατέστησε στα παλιατζίδικα, κι εμείς όταν κατεβαίνουμε.
Στη Θεσσαλονίκη ζουν οι περισσότεροι φίλοι μου. Συμμαθητές και συμφοιτητές, οι Χειμερινοί Κολυμβητές. Ο μεσαίος αδελφός μου, η ανεψιά μου Όλγα κι ένα σωρό συγγενείς.
Είναι η πόλη μου. Που όμως σήμερα με πληγώνει. Θέλουν να μετακινήσουν τα σπουδαία ευρήματα του Μετρό. Δηλ. να τα καταστρέψουν. Ξεφτιλιζόμαστε διεθνώς.
Το ΒΒC έγραψε: «Ανίκανοι οι Έλληνες να εκμεταλλευτούν τα αρχαιολογικά ευρήματα του μετρό Θεσσαλονίκης». Και υπάρχουν συμπολίτες που το υποστηρίζουν, κι ο δήμαρχος. Και το κακό είναι ότι πολιτικοποιούν το θέμα για να περάσουν την καταστροφή. Ντροπή. Αυτό κι αν θέλει συλλαλητήριο. Η εκκλησία κωφεύει κι ας είναι βυζαντινά τα ευρήματα.
Όταν γκρέμισαν την εκκλησία της Παναγίας του 16ου αι. στην Καβάλα το 1960, στην ερώτησή μου, λίγα χρόνια μετά, πώς το επέτρεψαν, μου είπαν «μα ήταν τουρκική». Επειδή κτίστηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Φυσικά τα έργα του Παρθένη εξαφανίστηκαν.
Δυστυχώς, αυτοί είμαστε: φωνάζουμε χωρίς να ξέρουμε, ξέρουμε και αδιαφορούμε.

Πηγή: parallaxi

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2019

Οι αληθινοί έρωτες δεν πεθαίνουν ποτέ...



"It's the beautiful minds of this world that win over beautiful faces. They win hearts by winning minds."
Τι συμβαίνει όμως όταν ένα υπέροχο μυαλό συνδυάζεται με ένα υπέροχα αγγελικό πρόσωπο;
Ίσως τότε βλέπουμε κατά πρόσωπο την ομορφιά της αιωνιότητας...

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2019

Ο Μπουνιουέλ στο Λαβύρινθο με τις Χελώνες


Δεν είμαι θαυμαστής των ταινιών του Λουίς Μπουνιούελ αν κι έχω δει αρκετές από τις ταινίες της πλούσιας φιλμογραφίας του. Παρόλα αυτά δε γινόταν να μην απολαύσω το animation που αναφερόταν σε μία ιδιαίτερα δύσκολη δημιουργική περίοδο του Ισπανού σουρεαλιστή, το οποίο είναι βασισμένο στο κόμικς του Φερμίν Σολίς. Η ανυπομονησία μου ήταν τόσο μεγάλη που επέλεξα να το δω την πρώτη μέρα που βγήκε στις σκοτεινές αίθουσες. Και για μια ακόμη φορά, ο αγαπημένος κινηματογράφος Μικρόκοσμος, μου πρόσφερε μια αναπάντεχη συγκινητική βραδιά. 
To animation ξεκινάει με έναν ενδιαφέρον διάλογο μεταξύ καλλιτεχνών σε ένα μπιστρό του Παρισιού. Καθώς προβάλλονται οι συντελεστές της ταινίας, ακούμε έναν εξαιρετικό αντίλογο μεταξύ διαφόρων δημιουργών για τον ρόλο της Τέχνης στην κοινωνία και στις ιστορικές εξελίξεις. Πολλές απόψεις με βρίσκαν σύμφωνο κι αρκετές σκέψεις που αναπτύχθηκαν μου θύμισαν τις συζητήσεις που κάνω κατά καιρούς σχετικά με τους σημερινούς δημιουργούς και την κενότητα των έργων τους. 
Πατώντας πάνω σ' αυτό το διάλογο, η ιστορία μας ταξιδεύει την περίοδο που ο Λουίς Μπουνιουέλ βρισκόταν σε ένα δημιουργικό αδιέξοδο. Οι πρώτες του ταινίες δεν είχαν τύχει την αποδοχή του κόσμου που εκείνος ευελπιστούσε ενώ παράλληλα η εκκλησία θεωρώντας τον αιρετικό και κομμουνιστή, του δημιουργούσε εμπόδια στις συνεργασίες του με διάφορους παραγωγούς. Παράλληλα είχε δημιουργηθεί μια κόντρα μεταξύ του Λουίς Μπουνιουέλ και του Σαλβαντόρ Νταλί. Ήταν εύστοχη η αντίδρασή του Ισπανού σκηνοθέτη στη κουβέντα που είχε με κάποιους θεατές, οι οποίοι του είπαν πως μέσα στο έργο του βρήκαν πολλά στοιχεία του Νταλί. Η εσωτερική ένταση που προκαλούσε αυτή η σύγκριση, εκφράστηκε εκπληκτικά μέσω ενός εφιάλτη, όπου περιφερόμενος ο Μπουνιουέλ σε μια πόλη που όλοι τον αγνοούσαν, συνάντησε τους πελώριους ελέφαντες από το διάσημο πίνακα "Οι Πειρασμοί του Αγίου Αντωνίου" του Νταλί. 
Η δημιουργική στασιμότητα του Μπουνιουέλ τερματίζει κάτω από κάποιες ευνοϊκές συγκυρίες, οι οποίες τον βοηθούν να κινηματογραφήσει ένα ντοκιμαντέρ για την δύσκολη ζωή των κατοίκων στη περιοχή Λας Ούρδες. Έχοντας ετοιμάσει ένα σενάριο, προσπαθεί να αποτυπώσει τα βάρβαρα έθιμα των περιοχών αυτών παράλληλα με τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης τόσο των κατοίκων όσο και των υπόλοιπων ζωντανών που βρίσκονται εκεί. Για να πετύχει το απόλυτο πλάνο φτάνει σε απάνθρωπες πράξεις, όπως η θανάτωση δύο αγριοκάτσικων κι ο βασανιστικός θάνατος ενός μουλαριού από τσιμπήματα μελισσών. Εν μέρει, αντί να δει κατάματα το πραγματικό δράμα που βιώνουν οι άνθρωποι εκεί, προσπαθεί να πρωτοτυπήσει έχοντας ως απώτερο σκοπό στο να προκαλέσει εντυπώσεις παρά να περάσει κάτι ουσιώδες στο κοινό. 
Όμως, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων θα βρεθεί αντιμέτωπος με την εκκεντρική του φύση, η οποία θα γίνει αφορμή για διάφορες αψιμαχίες με τους συνεργάτες του ενώ ένας άσχημος κι άδικος θάνατος θα τον ταρακουνήσει δείχνοντάς του πως στη συγκεκριμένη περίπτωση οφείλει να βάλει στο πλάνο την πραγματικότητα που βλέπει μπροστά του κι όχι όλα όσα προσπαθεί να πλάσει μες στο μυαλό του. Έτσι κατάφερε να δημιουργήσει το ντοκιμαντέρ "Γη Χωρίς Ψωμί", το οποίο ειλικρινά δεν γνώριζα την ύπαρξή του αλλά μου 'δωσε το ερέθισμα να το αναζητήσω.



Οι δημιουργοί του animation έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στον άγνωστο ψυχικό κόσμο του δημιουργού με απέραντη ειλικρίνεια κι ευθύτητα κάτι που ανέβασε αρκετά τη συγκεκριμένη ταινία στα μάτια μου. Με ένα πέπλο μυστηρίου μας περιγράφεται η σχέση του σουρεαλιστή με τον πατέρα του. Η μορφή του επιβλητική, αυστηρή και λιγομίλητη, μας παρουσιάζεται μέσα από τις παιδικές μνήμες του Μπουνιουέλ αλλά περισσότερο μέσα από τα όνειρά του. Εκεί διαπιστώνουμε πως ο σπουδαίος Ισπανός σουρεαλιστής κουβαλούσε ως κρίμα την μη ικανοποίηση των προσδοκιών που είχε ο πατέρας του γι' αυτόν. Συνταρακτική η στιγμή που τον βλέπει σε ένα λιβάδι και του λέει επίφοβα πως έγινε σκηνοθέτης, εκλιπαρώντας την εκτίμησή του. 
Επίσης βρήκα άκρως συγκινητική την αγανάκτηση των κατοίκων απέναντι στα τερτίπια του Μπουνιουέλ. Χωρίς να προκαλέσουν καβγά ή να τον κατηγορήσουν, του είπαν απλώς πως περίμεναν να τους δώσει λίγη παραπάνω σημασία στη δύσκολη ζωή τους κι όχι να αποζητά το τέλειο κάδρο που απλώς θα ικανοποιούσε το καλλιτεχνικό του κύρος. Αυτή η στιγμή με χτύπησε σαν ηλεκτροσόκ. Ήθελα να σηκωθώ και να χειροκροτήσω προς την μεγάλη οθόνη κι αυτό διότι ένα animation κατάφερε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων εξηγώντας τους λόγους που οφείλουμε να δείξουμε την αποστροφή μας και την αδιαφορία μας στη δήθεν κατεύθυνση που έχει πάρει ο καλλιτεχνικός κόσμος τις τελευταίες δεκαετίες (συμπτωματικά η ταινία προβλήθηκε την περίοδο που έγινε είδηση πως κάποιος εικαστικός πούλησε ένα έργο του για 120.000 ευρώ το οποίο δεν ήταν άλλο από μία κολλημένη μπανάνα σε έναν τοίχο). 
Συνάμα ήταν εντυπωσιακή η μεταστροφή του δημιουργού. Εκεί που έδειχνε ένα άκρως κυνικό πρόσωπο ζητώντας να του αποκεφαλίσουν έναν κόκορα, να γκρεμοτσακίσουν δύο αγριοκάτσικα και να "δολοφονήσουν" έναν γαϊδαράκο μόνο και μόνο για να πετύχει το τέλειο πλάνο, υποδηλώνοντας το κακομαθημένο του παρελθόν ως πλουσιόπαιδο που ήθελε απλώς να εντυπωσιάζει, τελικά έσκυψε πάνω από τον ανθρώπινο πόνο προσφέροντας ένα συνταρακτικό ντοκιμαντέρ. Συγκινητική η αναπαράσταση της κηδείας ενός βρέφους και της μεταφοράς της σωρούς του μέσα από ένα ποτάμι, κάτι που μου θύμισε αρκετά την τέταρτη ιστορία του αξεπέραστου αριστουργήματος "Χάος" των αδελφών Ταβιάνι. 
Αυτό που επίσης με εντυπωσίασε από την ταινία ήταν τα πολύ όμορφα σχέδια που βασιζόντουσαν σε γήινα χρώματα και λιτές γραμμές. Μόνο τα όνειρα αποκτούσαν ένα πιο μουντό και ψυχρό χρώμα. Όπως επίσης βρήκα εκπληκτική την ιδέα να μπλέκουν τα πλάνα του ντοκιμαντέρ με τα σχέδια που παρουσίαζαν τις στιγμές των γυρισμάτων. Ήταν τρομερό το πόσο πολύ είχαν πετύχει τις μορφές των πραγματικών προσώπων. 
Τέλος, ομολογώ πως η μουσική του Arturo Cardelus είναι ότι πιο ονειρικό και ταξιδιάρικο έχω ακούσει τα τελευταία χρόνια στις σκοτεινές αίθουσες. Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να την απολαύσει εδώ.
Ο "Μπουνιουέλ στο Λαβύρινθο με τις Χελώνες" είναι ένα animation ώριμο, ειλικρινές, αυστηρό, γλυκόπικρο και ουσιώδες. Είναι ένας ύμνος για την Τέχνη που έχει στραμμένη την προσοχή της στον άνθρωπο κι όχι στον ναρκισσισμό του κάθε καλλιτέχνη. Είναι ένα διαμάντι που κλέβει τις εντυπώσεις κι επάξια εισέρχεται στις καλύτερες ταινίες της χρονιάς. Σπεύσατε. 

Βαθμολογία: 9/10

Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2019

Εκτιμώ βαθύτατα ένα παιδί που εξεγείρεται...




Τον Ιανουάριο του 1990 ήμαστε καλεσμένοι κάποιο βράδυ στο σπίτι του Δημήτρη Χορν, στην οδό Βασιλέως Γεωργίου. Παρόντες άλλοι δέκα φίλοι του, προερχόμενοι κυρίως από καλλιτεχνικούς χώρους. Στη διάρκεια του δείπνου, κύριο θέμα συζήτησης ήταν η δίκη του αστυνομικού Αθανάσιου Μελίστα, που είχε πυροβολήσει και σκοτώσει τον δεκαπεντάχρονο Μιχάλη Καλτεζά, κατά τη διάρκεια επεισοδίων στα Εξάρχεια.
Το Εφετείο, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, τον είχε αθωώσει καθώς είχε δεχθεί ότι τελούσε σε κατάσταση άμυνας, δεδομένου ότι ο νεαρός είχε πετάξει εναντίον του βόμβα μολότωφ.
Οι συνδαιτυμόνες του Χορν επαινούσαν την απόφαση του δικαστηρίου και πρόσθεταν ότι λογικά και σωστά ένας αστυνομικός πυροβολεί όταν κινδυνεύει να καεί ο ίδιος από τις μολότωφ.
Το δείπνο συνεχιζόταν όπως και η συζήτηση˙χτύπησε το κουδούνι και μπήκε καθυστερημένος, ως συνήθως, ο Μάνος Χατζιδάκις. Παρακολούθησε για λίγο τα λεγόμενα. Και πήρε το λόγο, με έντονο ύφος:
«Θεωρώ τραγικό λάθος την αθώωση του αστυνομικού. Και πολύ κακό μήνυμα, που στέλνουμε στα νέα αυτά παιδιά, το υγιέστερο κομμάτι της κοινωνίας μας, που δεν έχει ακόμη διαφθαρεί, όπως εμείς. Όταν έχω να κρίνω ανάμεσα σ’ ένα παιδί 15 χρόνων, που πετάει μολότωφ, κι έναν τριαντάρη εκπαιδευμένο αστυνομικό, που κρατάει πιστόλι, εγώ είμαι με το μέρος του παιδιού και όχι του αστυνομικού. Εκτιμώ βαθύτατα ένα παιδί που εξεγείρεται και βγαίνει στους δρόμους για να διαμαρτυρηθεί, έστω κι αν υπερβάλλει, έστω και αν κρατάει μολότωφ. Και δεν εκτιμώ καθόλου έναν αστυνομικό που το πυροβολεί. Ό,τι και άν έχει γίνει, όπως και αν έχουν τα πράγματα, θεωρώ τραγικό λάθος την αθώωση του αστυνομικού. Και πολύ κακό μήνυμα, που στέλνουμε στα νέα αυτά παιδιά, το υγιέστερο κομμάτι της κοινωνίας μας, που δεν έχει ακόμη διαφθαρεί, όπως εμείς.»
Σώπασαν όλοι. Κανείς δεν απάντησε. Και ο Χορν άλλαξε αμέσως θέμα συζήτησης. Λίγο αργότερα ο Μάνος Χατζιδάκις έφυγε, δείχνοντας με τον τρόπο του ότι δεν τον ενδιέφερε ιδιαιτέρως η συγκεκριμένη παρέα και οι συζητήσεις της.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Η Αθέατη Όψη» του Πάνου Λουκάκου. 

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2019

Μαδρίτη, οι πολύχρωμες γωνιές μιας νεανικής πόλης



Ένα άλλο στοιχείο που λάτρεψα στη Μαδρίτη ήταν οι ζωντανές γειτονιές κι οι πολύχρωμες γωνιές τους. Ορισμένες μάλιστα είχαν το δικό τους ύφους ενώ σε αρκετές κυριαρχούσε έντονα κάποιο πολιτικό περιεχόμενο που τις έκανε ξεχωριστές, όπως η ΛΟΑΤ γειτονιά Chueca. Εμείς είχαμε την τύχη να μείνουμε κοντά στην υπέροχη γειτονιά Lavapies, την οποία θα μπορούσα να πω πως είναι μια μίξη από Εξάρχεια και Μεταξουργείο. Ήταν η περιοχή των μεταναστών με τα έντονα αρώματα και τα πολύχρωμα φορέματα και τα όμορφα μπαράκια στις μικρές διάσπαρτες πλατείες που ξεπετάγονταν σε διάφορα σημεία της πολυπολιτισμικής γειτονιάς
Το όνομα Lavapies σημαίνει "πλύσιμο ποδιών" και πιθανότατα συσχετίζεται με ένα συντριβάνι που υπήρχε παλιότερα στην περιοχή. Η γειτονιά βρισκόταν για δεκαετίες στο περιθώριο και στην εξαθλίωση, σε σημείο να την χαρακτηρίσουν ως "παραγκούπολη" της Μαδρίτης. Όλη αυτή η κατάσταση κράτησε μέχρι τη στιγμή που της έδωσαν ξανά ζωή οι μετανάστες που εγκαταστάθηκαν εκεί. Εκτιμάται ότι περίπου το 60% του πληθυσμού της γειτονιάς έχει ξένη προέλευση κι ο εθνολογικός πλούτος της ανέρχεται σε 82 διαφορετικές εθνικότητες. Η απρόσμενη ανάπτυξη καθώς και η ζωντάνια της έφτασαν σε σημείο να την μετατρέψουν σε τουριστικό αξιοθέατο. Εμείς είχαμε την τύχη να μένουμε ανάμεσα στην πλατεία Νέλσον Μαντέλα και στα ερείπια της θρησκευτικής σχολής Escuelas Pías, η οποία καταστράφηκε το 1936 από τους αναρχικούς. Το 2002 ένα μέρος των ερειπίων της ανακαινίστηκαν κι άρχισαν να λειτουργούν ως βιβλιοθήκη ενώ τις μέρες που βρισκόμασταν εκεί αντικρίσαμε σκαλωσιές στις υπόλοιπες προσόψεις της.
Η αρχιτεκτονική της Lavapies μοιάζει αρκετά με τα υπόλοιπα "barrios" της Μαδρίτης όπως την Malasaña, την La Latina και την Chueca. Κτίρια με παρόμοιες προσόψεις, με ομοιόμορφα παράθυρα, με μικρά μπαλκόνια και πολυκατοικίες σε όλες τις αποχρώσεις των παστέλ χρωμάτων.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 ξεκίνησε ένα πρόγραμμα με απώτερο σκοπό να μεταφερθούν πιο ευκατάστατοι κάτοικοι σ' αυτές τις γειτονιές, επιδιώκοντας να δημιουργήσουν μποέμ συνοικίες στην καρδιά της ισπανικής πρωτεύουσας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ανεβούν τα νοίκια και πολλοί μετανάστες να αναγκαστούν να φύγουν. Παρόλα αυτά, η γειτονιά έχει διατηρήσει ένα άκρως αριστερό κι αντιφασιστικό προφίλ κάτι το οποίο διατηρείται και υποστηρίζεται από τα στέκια που έχουν ανοίξει, τον κόσμο που κυκλοφορεί στους δρόμους της αλλά και τα πολιτικοποιημένα γκράφιτι από ταλαντούχους καλλιτέχνες που έχουν μετατρέψει τους δρόμους των "barrios" σε υπαίθριες γκαλερί.
Η φωτογραφική βόλτα ολοκληρώνεται λίγο πιο πέρα από τα barrios, σε έναν μικρό λόφο που υψώνεται απέναντι από το Παλάτι και τον Καθεδρικό ναό. Εκεί βρίσκεται ο αιγυπτιακός ναός Ντεμπόντ ο οποίος χρονολογείται από τον 4ο αιώνα π.Χ. και μέχρι το 1971 βρισκόταν στην κοιλάδα του Νείλου. Το μνημείο αυτό δόθηκε ως δώρο στην ισπανική κυβέρνηση κι αφού μεταφέρθηκε με πλοίο ως την Βαλένθια έφτασε με τραίνο στη Μαδρίτη. Πέρα από την υπέροχη νυχτερινή του φωταγώγηση, γύρω από τον ναό απλώνεται ένα όμορφο πάρκο το οποίο γεμίζει παρέες, γέλια και μουσική. Εκεί είναι και το ομορφότερο σημείο της Μαδρίτης για να απολαύσει κανείς το ηλιοβασίλεμα. Μπορεί να μην έχει κάποια σχέση με τα barrios αλλά είναι ένα σημείο σύναξης των νέων της πόλης.
Απ' αυτόν τον λόφο ξεκινήσαμε τις περιπλανήσεις μας και με τα χρώματα του μαδριλένικου ηλιοβασιλέματος αποχαιρετήσαμε την Ισπανία.

Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2019

Μαδρίτη, η διατηρητέα αίγλη μιας αυτοκρατορικής πόλης



Η Ισπανία υπήρξε για χρόνια ένας διακαής πόθος καθώς ήταν μια από τις ευρωπαϊκές χώρες που δεν είχα επισκεφθεί ακόμα. Συζητώντας τον τελευταίο καιρό με φίλους, προσπαθούσα να καταλάβω από ποια πόλη θα μου ταίριαζε να ξεκινήσω. Τελικά έβγαλα το συμπέρασμα πως η Μαδρίτη θα ήταν μια ιδανική αρχή. Κι η επιλογή μου αυτή με δικαίωσε.
H μεσημεριανή μας πτήση μας πέρασε πάνω από τον Κορινθιακό, την Καλαμβρία, την Σαρδηνία και την Μαγιόρκα. Για πρώτη φορά πέταξα πάνω από τη Μεσόγειο θάλασσα, κάτι που με κανε να μην ξεκολλάω το πρόσωπό μου από το παράθυρο. Μετά από τέσσερις ώρες αντικρίσαμε τις Καταλανικές ακτές. Παρατηρώντας την ισπανική ύπαιθρο, συναντούσα νέα χρώματα κι ένα τοπογραφικό σκηνικό διαφορετικό απ' αυτά που έχω δει σε Ιταλία και Βαλκάνια. Μετά από λίγα λεπτά φάνηκε η ισπανική πρωτεύουσα κι ο ποταμός Μανθανάρες. Βρισκόμασταν ακριβώς στο κέντρο της ιβηρικής χερσονήσου.
Η Μαδρίτη είναι μία πρόσφατη πόλη για τα δεδομένα της Ευρώπης καθώς η πρώτη αναφορά που γίνεται γι' αυτήν είναι τον 10ο αι. ως οχυρό των Αράβων με την ονομασία Ματζρίτ. Ίσως να οφείλεται κι από εκεί το όνομά της. Η πόλη υπήρξε σημείο ταραχών με σημαντικότερη όλων την επανάσταση των Κομμοννέρος τον 15ο αι. Έκτοτε μετατράπηκε σε πρωτεύουσα της ισπανικής αυτοκρατορίας και μετέπειτα χώρας. Μπορεί να στερείται από αξιόλογα μνημεία με τα οποία φημίζονται άλλες πόλεις αλλά έχει κάθε δικαίωμα να περηφανεύεται για τα σπουδαία της μουσεία, την εντυπωσιακή ζωντάνια στους πολύχρωμους δρόμους της και φυσικά την αυτοαποκαλούμενη από τους οπαδούς της καλύτερη ομάδα του γαλαξία. Επίσης θεωρείται το μείζον οικονομικό κέντρο της Νότιας Ευρώπης, κατατάσσεται παγκοσμίως ως 10η πόλη διαβίωσης και βρίσκεται στις δώδεκα πιο πράσινες πόλεις της Ευρώπης. Περιπλανώμενος στους δρόμους της για κάμποσες μέρες, μπορώ να συμφωνήσω με τις παραπάνω διακρίσεις. Μία επιπλέον ιδιαιτερότητα που έχει αυτή η πόλη είναι τα πολλά κεντρικά της σημεία αναφοράς. Η Πλάθα Μαγιόρ, η Πουέρτα ντε Σολ, η Γκραν Βία, το Ελ Ρετίρο και φυσικά ο αιγυπτιακός ναός του Debod.
Χωρίς να γνωρίζουμε την ιδιοσυγκρασία της πόλης, επιλέξαμε να κάνουμε την αρχή με την πρώτη εικόνα που αντικρίσαμε όταν φτάσαμε, τον Σιδηροδρομικός Σταθμός Ατότσα, τον μεγαλύτερο σιδηροδρομικό σταθμό της Μαδρίτης, ο οποίος κουβαλάει μια βαριά ιστορία καθώς στις 11 Μαρτίου του 2004 χτυπήθηκε από το σοβαρότερο τρομοκρατικό χτύπημα που έχει συμβεί στην Ευρώπη, με 191 νεκρούς. Το ιδιαίτερονχαρακτηριστικό αυτού του σταθμού είναι το πανέμορφο εσωτερικό του πάρκο. Μάλιστα αρκετά τροπικά δέντρα αγγίζουν σχεδόν τη γυάλινη οροφή του κτιρίου.
Από τον σιδηροδρομικό σταθμό μεταφερόμαστε στην κεντρική πλατεία της Μαδρίτης, την Πλάθα Μαγιόρ. Η κλειστή πλατεία επικοινωνεί με την υπόλοιπη πόλη μέσα από ένα σύστημα εννιά στοών. Έχει ορθογώνιο σχήμα και διαστάσεις 129 επί 94 μέτρα, και περιβάλλεται από τριώροφα κτίρια κατοικιών, τα οποία έχουν 237 μπαλκόνια προς τη μεριά της πλατείας. Η πλατεία δημιουργήθηκε το 1617 και λειτουργούσε ως κεντρική αγορά. Στη συνέχεια μετατράπηκε σε αρένα ταυρομαχιών και σ' εκτελεστικό χώρο καθώς εκεί έκαιγαν τους αιρετικούς στην Ιερά Εξέταση. Σήμερα έχει μετατραπεί ως ένα από τα πιο τουριστικά σημεία της πόλης γεμάτο μπαρ κι εστιατόρια που εμένα προσωπικά δεν με έλκυαν να κάτσω για ποτό ή φαγητό. Στο κέντρο της πλατείας ορθώνεται ο έφιππος ανδριάντας του Φιλίππου Γ', ένα γλυπτό που χρονολογείται από το 1616, αλλά τοποθετήθηκε εκεί μόλις το 1848.
Λίγο πιο πάνω βγαίνουμε στην Πουέρτα ντε Σολ, η πλατεία που έγινε παγκοσμίως διάσημη με τους αγανακτισμένους που είχαν κατασκηνώσει εκεί το 2011. Αυτούς που δικαίως έλεγαν "κάντε ησυχία μη ξυπνήσουν οι Έλληνες". Επίσης η πλατεία αυτή είναι η καρδιά του εορτασμού της αλλαγής του χρόνου, με το διάσημο καμπαναριό να χτυπάει δώδεκα φορές δίνοντας τον ρυθμό στους ανθρώπους που βρίσκονται στην πλατεία και σ' αυτούς που το παρακολουθούν από την τηλεόραση, να τρώνε ένα σταφύλι σε κάθε χτύπο της καμπάνας που μετράει του μήνες του χρόνου που φεύγει. Η πλατεία περικυκλώνεται από πολλά ιστορικά κτήρια όπως το παλιό ταχυδρομείο που σήμερα χρησιμοποιείται ως γραφείο του Προέδρου της Αυτόνομης Κοινότητας της Μαδρίτης. Στην νότια πλευρά της πλατείας βρίσκεται ένας έφιππος ανδριάντας του Κάρολου Γ΄ της Ισπανίας ενώ στην ανατολική πλευρά υπάρχει σε γλυπτή μορφή το σύμβολο της πόλης που είναι μια αρκούδα με μια κουμαριά. Επίσης από κει ξεκινάει το Χιλιόμετρο Μηδέν της Ισπανίας.
Οι γύρω δρόμοι από την Πουέρτα ντε Σολ, οδηγούν στην κοσμοπολίτικη Γκραν Βια, μια μεγάλη λεωφόρο γεμάτη μέγαρα με εντυπωσιακές όψεις αρτ νουβό κι αρτ ντεκόρ, θέατρα και μπαρ. Η λεωφόρος αυτή άρχισε να χτίζεται το 1910 και θεωρείται το ισπανικό "Μπρόντγουεϊ". Η μια άκρη της εντυπωσιακής λεωφόρου καταλήγει στην πλατεία της Κυβέλης, η οποία πήρε το όνομά της από το άγαλμα της θεάς που βρίσκεται εκεί. Η πλατεία αποτελείται από ένα συγκρότημα νεοκλασικών κτηρίων κι αγαλμάτων. Στη νοτιοδυτική πλευρά της φιλοξενεί την Τράπεζα της Ισπανίας, το Palacio de Buenavista, το Palacio de Linares και το Palacio de Cibeles. Η θέση της πλατείας είναι ιστορικά σημαντική καθώς αποτελούσε κάποτε μέρος ενός άξονα που διαιρούσε τα αστικά τμήματα της πόλης με την περιοχή των παλατιών των μονάρχων κατά την περίοδο της Αναγέννησης. Σήμερα είναι σημείο πανηγυρικής μάζωξης των οπαδών της Ρεάλ Μαδρίτης.
Λίγο πιο βόρεια, παίρνοντας το δρόμο προς το θρυλικό γήπεδο Μπερναμπέου, βρίσκεται η πλατεία του Κολόμβου, η οποία αρχικά ονομάζονταν 'Plaza de Santiago', αλλά μετονομάστηκε το 1893 προς τιμήν του διάσημου εξερευνητή που ανακάλυψε την Αμερική. Τέσσερα μνημεία βρίσκονται στην πλατεία, το άγαλμα του Κολόμβου που στέκεται σε μια ψηλή στήλη, κοιτώντας προς την κατεύθυνση του νέου κόσμου, μερικοί τσιμεντένιοι ογκόλιθοι που διακοσμούνται με τις επιγραφές φιλοσόφων και γηγενών ηγετών, ένα ιδιαίτερα στενό και λευκό γυναικείο κεφάλι με κλειστά μάτια και η μεγαλύτερη σημαία της χώρας να κυματίζει σε ένα πανύψηλο κοντάρι. Ακριβώς μπροστά από την πλατεία του Κολόμβου βρίσκεται το εθνικό αρχαιολογικό μουσείο της Ισπανίας και την εθνική βιβλιοθήκη.
Φυσικά δε γινόταν να μην επισκεφθούμε το Στάδιο Σαντιάγο Μπερναμπέου και να απολαύσουμε κάποιον αγώνα. Το γήπεδο εγκαινιάστηκε στις 14 Δεκεμβρίου 1947 με την επωνυμία Εστάδιο Ρεάλ Μαδρίδ Κλουμπ ντε Φούτμπολ (Estadio Real Madrid Club de Fútbol) αν και έμεινε γνωστό στους οπαδούς ως Νουέβο Εστάδιο Τσαμαρτίν (Nuevo Estadio Chamartin) ή απλά Τσαμαρτίν (Chamartín). Οι κερκίδες του είχαν χωρητικότητα 75.145 θεατών, εκ των οποίων 27.645 καθήμενοι. Από το 1955 η Ρεάλ Μαδρίτης προς τιμήν του Σαντιάγο Μπερναμπέου έδωσε το όνομά του στο γήπεδο. Η UEFA το έχει χαρακτηρισμένο ως γήπεδο 5 αστέρων. Εκεί μέσα έχει διεξαχθεί ο τελικός του Μουντιάλ του 1982, ο τελικός του Euro 1964, καθώς και 4 τελικοί του κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης Champions League, το 1957, το 1969, το 1980 και το 2010. Εμείς απολαύσαμε ένα χορταστικό ντέρμπι κορυφής μεταξύ Ρεάλ Μαδρίτης και Γρανάδα το οποίο έληξε 4-2.
Πέρα όμως από το Μπερναμπέου, η Μαδρίτη έχει μια ακόμη μεγάλη αρένα, μόνο που αυτή αμαυρώνει την υστεροφημία της πόλης. Αναφέρομαι στην Πλάθα ντε Τόρος όπου πραγματοποιούνται οι εξοργιστικές ταυρομαχίες. Δε θα αναφερθώ σ' αυτό το άθλιο έθιμο των Ισπανών αλλά θα αρκεστώ πως εκεί μέσα έχουν πραγματοποιηθεί ενδιαφέρουσες συναυλίες κι αγώνες τένις. Μακάρι να συνεχιστεί η χρήση του εντυπωσιακού αυτού σταδίου μόνο γι' αυτές τις εκδηλώσεις κι ας περαστεί αυτό το βάρβαρο έθιμο στη λήθη της ιστορίας.
Από τα τελευταία αξιοθέατα της πόλης που συνάδουν με το αυτοκρατορικό της προφίλ είναι ο Καθεδρικός της Αλμουδένα και το Βασιλικό Παλάτι, δύο κτιριακά συγκροτήματα που στέκουν αντικριστά καθώς εξουσία και θρησκεία πάνε μαζί. Ο καθεδρικός ναός της Σάντα Μαρία λα Ρεάλ δε Αλμουδένα άρχισε να κατασκευάζεται το 1879 κι εγκαινιάστηκε από τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄ το 1993. Πρόκειται για ένα κτίριο μήκους 102 μέτρων και ύψους 69, το οποίο χτίστηκε κατά τη διάρκεια του δέκατου ένατου και του εικοστού αιώνα σε ένα μείγμα διαφορετικών ρυθμών: νεοκλασικό εξωτερικό, νεογοτθικό εσωτερικό και νεορωμανικό ιερό. Καθαγιάστηκε από τον Πάπα Ιωάννη Παύλο ΙΙ κατά τη διάρκεια του τέταρτου ταξιδιού του στην Ισπανία στις 15 Ιουνίου 1993, και είναι ο μόνος ισπανικός ναός καθαγιασμένος από έναν Πάπα. Ο ναός είναι αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου, με την ιδιότητα της Παναγίας της Αλμουδένα, πολιούχου της πόλης της Μαδρίτης και την Αρχιεπισκοπή της Μαδρίτης. Σε αντίθεση με τις περισσότερες χριστιανικές εκκλησίες, που έχουν άξονα στην κατεύθυνση ανατολικής-δύσης, ο καθεδρικός ναός έχει προσανατολισμό βορρά-νότου, ως αποτέλεσμα του σχεδιασμού του ως μέρος του συγκροτήματος του Βασιλικού Ανακτόρου. Από την άλλη, το Βασιλικό Παλάτι είναι ένα από τα κορυφαία τουριστικά αξιοθέατα της πόλης και επίσημη οικία της βασιλικής οικογένειας. Σήμερα βέβαια χρησιμοποιείται μόνο για κρατικές τελετές ενώ τον υπόλοιπο χρόνο είναι ανοιχτό στο κοινό. Χτίστηκε μεταξύ του 18ου και 19ου αιώνα, αντικαθιστώντας ένα μεσαιωνικό κάστρο το οποίο υπήρχε εκεί αλλά κάηκε το 1794.
Ένας μικρός αλλά εκπληκτικός θησαυρός που βρίσκεται λίγα μόλις λεπτά από τον καθεδρικό είναι το Glorieta San Antonio de la Florida. Ένα μικρό ησυχαστήριο κρυμμένο σε πλατάνια ακριβώς κάτω από τις γραμμές των τραίνων. Εκείνος ο χώρος έχει ζωγραφιστεί από τον Γκόγια, του οποίου ο τάφος βρίσκεται εκεί, όπως ο ίδιος επιθυμούσε. Ο ιδιαίτερος φωτισμός, η απαλή μουσική κι η ηρεμία της περιοχής το μετέτρεψαν στα δικά μου μάτια ως ένα καλά κρυμμένο ονειρικό σημείο. Αξίζει να το επισκεφθείτε.
Όσο για τα σπουδαία μουσεία της Μαδρίτης δε χρειάζεται να αναφέρω πολλά. Θεωρείται επιτακτική η επίσκεψη στο Reina Sofia αλλά και στο Prado. Δεν αφήνεις να σου ξεγλιστρήσει εύκολα η ευκαιρία να σταθείς αντικριστά από την Γκέρνικα του Πικάσο αλλά και σε άλλους γνωστούς πίνακες του Μιρό, του Νταλί, του Μαγκρίτ που βρίσκονται στο Ρέινα Σοφία αλλά και σπουδαίων και ιστορικών πινάκων όπως τα Τρίπτυχα του Ιερόνυμου Μπος και τα διάσημα έργα του Ελ Γκρέκο, του Γκόγια, του Βελάσκεθ αλλά και σπουδαίων αναγεννησιακών δημιουργών που είναι συγκεντρωμένα στο μουσείο Πράδο. Οι πλούσιες συλλογές των δυο μουσείων που δεν απέχουν πολύ μεταξύ τους, απαιτούν μια ολόκληρη μέρα αλλά και την τύχη να μη συναντήσετε ουρές στην είσοδο. Επίσης καλό είναι να ανατρέξετε στις πληροφορίες καθώς τα μουσεία αυτά είναι δωρεάν κάποιες μέρες της εβδομάδας και για κάποιες ώρες.
Η Μαδρίτη έχει επίσης δύο υπέροχα σημεία για να ολοκληρώνει κανείς τη μέρα του. Το ένα είναι ο αιγυπτιακός ναός Ντεμπότ με το ηλιοβασίλεμά του και φυσικά το υπέροχο πάρκο Ελ Ρετίρο. Εδώ θα αναφερθώ στο άλλοτε μοναρχικό πάρκο που είναι γεμάτο μνημεία, αγάλματα, υπέροχα κτίρια και φυσικά ήρεμες γωνιές για να ξαποστάσει κανείς. Τα σημεία που ξεχωρίζουν στο πάρκο είναι η Εστάνκε δελ Ρετίρο, η μεγάλη τεχνητή λίμνη με το μνημείο στον Αλφόνσο ΙΒ΄, το οποίο διαθέτει μια ημικυκλική σειρά από κολώνες και τον έφιππο ανδριάντα του μονάρχη στη κορυφή του μνημιακού συμπλέγματος. Το πάρκο αυτό έχει χρησιμοποιηθεί και γι αρκετές διεθνείς εκθέσεις, οι οποίες άφησαν πίσω τους διάφορα εμβληματικά κτίρια όπως το Παλάθιο δε Βελάθκεθ και το Παλάθιο δε Κριστάλ, ένα γυάλινο περίπτερο εμπνευσμένο από το Κρυστάλλινο Παλάτι (Κρίσταλ Πάλας) στο Λονδίνο. Μέσα στο πάρκο συνάντησα αρκετό κόσμο να λιάζεται στο γρασίδι, να πίνει το καφέ του, να διαβάζει κάποιο βιβλίο ή να καλαμπουρίζει με την παρέα του. Επίσης συναντήσαμε αρκετές μαζώξεις μουσικών που έπαιζαν διάφορα κομμάτια μαζί έχοντας τον κόσμο γύρω τους να τραγουδά. Και τέλος μέσα στο πάρκο μπορούσες να κάνεις βαρκάδα στην μεγάλη τεχνητή λίμνη. Πρώτη φορά έπιασα στη ζωή μου κουπί κι ομολογώ πως το απόλαυσα αρκετά.
Αυτή λοιπόν ήταν η Μαδρίτη που λάτρεψα. Η πόλη των νέων, η πόλη των χρωμάτων, η πόλη χωρίς ταμπού, η πόλη των ξένων, η πόλη που κάποτε φώναξε το ιστορικό No Pasaran στους φασίστες του Φράνκο κι έπεσε μετά από μήνες πολιορκίας κι ανελέητων βομβαρδισμών από τα αεροπλάνα του Χίτλερ. Για όλους αυτούς τους λόγους και για τις στιγμές που μου πρόσφερε λάτρεψα την Μαδρίτη. 

Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2019

Πιο επίκαιρο από ποτέ...




Ωραία παιδιά,
με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια,
ωραία παιδιά,
δικά μας, με τη μεγάλη θλίψη των αντρείων,
αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια,
στον πέτρινο αέρα, έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι,
πώς μεγαλώνει το μπόι,
το βήμα και η παλάμη του ανθρώπου; 

Γιάννης Ρίτσος 
Απο το "Ημερολόγιο μιας εβδομάδας"
Αθήνα 16 Νοεμβρίου 1973 

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2019

Κι όμως κάτι έχει αρχίσει να κινείται...


Τα εκλογικά αποτελέσματα του Ιουλίου με βρήκαν σε μια απόμερη παραλία βορειοδυτικά της Χίου. Η απόγνωσή μου για την αρχή μιας νέας σκοταδιστικής εποχής, με κράτησαν μακριά από τα πανηγύρια των συντηρητικών συμπατριωτών μου και των συστημικών μέσων μαζικής ενημέρωσης. Ήθελα να ατενίσω με ηρεμία το ηλιοβασίλεμα προσπαθώντας να αποφύγω τα πρώτα φαρμάκια που θα δηλητηρίαζαν ξανά τη χρόνια ασθενική ελληνική κοινωνία. Στις τότε σκέψεις μου υπολόγιζα πως θα υπήρχε μια περίοδος στασιμότητας μέχρι να εδραιωθεί η νέα κυβέρνηση κι αμέσως μετά θα ξεκινούσε η λυσσαλέα διακυβέρνηση της περιβόητης Δεξιάς που δεκαετίες τώρα έχει ρημάξει τούτο εδώ τον τόπο. 
Τελικά η όλη κατάσταση εξελίχθηκε αλλιώς. Μεμιάς η Δεξιά επιτέθηκε χωρίς προσχήματα στον ελληνικό λαό. Τα πρώτα μέτρα του καλοκαιριού μας βρήκαν μουδιασμένους κι απροετοίμαστους. Αυτό όμως κράτησε για λίγο διότι ο λαός ξύπνησε την ώρα που άρχισε να μας καλύπτει το απόλυτο σκοτάδι του νεοφιλελευθερισμού, της ακροδεξιάς, της ξενοφοβίας. Του νεοφερμένου γραβατωμένο φασισμού. 
Μέρα με τη μέρα, σε κάθε ακροδεξιά επιβολή, η αντίδραση κι η αλληλεγγύη γίνονταν πιο αισθητές και δυναμικές. Και να που σήμερα, λίγους μόνο μήνες ακροδεξιάς διακυβέρνησης, ο λαός είναι όχι μόνο συνειδητοποιημένος αλλά και πανέτοιμος. Τα παραδείγματα πολλά και σίγουρα μου ξεφεύγουν αρκετά.
Φασίστες μαχαιρώνουν Ιρανό μαθητή απειλώντας τον να μη ξαναπατήσει στο σχολείο. Με μιας ολόκληρη η Νεάπολη Θεσσαλονίκης σείεται από ένα αντιφασιστικό κίνημα πολιτών. 
Ακροδεξιοί τρομοκρατούν πρόσφυγες κι εμποδίζουν τη μεταφορά τους στα μέρη τους. Η ντροπιαστική λίστα γέμιζε μέρα με την μέρα. Βρασνά, Γιαννιτσά, Κιλκίς, Νάουσα, Σκύδρα κ.α. Η αντίδραση κι εδώ ήταν άμεση. Δύο μέρες τώρα, το λιμάνι γεμίζει από προοδευτικούς ανθρώπους, οι οποίοι συγκεντρώνονται στις προβλήτες για να καλωσορίσουν τους πρόσφυγες που κατέφθαναν από τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.
Γραφικοί ακροδεξιοί οργάνωσαν μπάρμπεκιου-καρναβάλι (καθώς τους τίμησε ο διάσημος ζορό) για να προκαλέσουν τους πρόσφυγες στα Διαβατά. Αμέσως, Ολλανδοί εθελοντές πήραν την πρωτοβουλία να μετατρέψουν μια τουλάχιστον «μη φιλική αντίδραση», όπως τη χαρακτήρισαν, σε μια καλή πράξη υπέρ των προσφύγων. Με το σκεπτικό αυτό, δημιούργησαν το BBQ Sponsor Tour, μια εκστρατεία χρηματοδότησης όπου πολίτες προσφέρουν χρήματα ανάλογα με τον αριθμό των διαδηλωτών που θα συγκεντρωθούν, τα κομμάτια κρέατος που θα καταναλωθούν ή την ώρα που θα διαρκέσει το event. Τελικά μαζεύτηκαν καμιά δεκαριά ακροδεξιοί που απέδειξαν πως δεν διαθέτουν ίχνος πολιτισμού που είναι υποχρεωμένοι να διαφυλάξουν. Μάλιστα η γραφικότητά τους μετατράπηκε σε παράδειγμα προς αποφυγήν για τους ομοϊδεάτες τους. 
Τέλος, έχουμε την κατάργηση του ακαδημαϊκού ασύλου το οποίο ήδη έχει προκαλέσει έντονο μένος φοιτητών και πολιτών απέναντι στην ακροδεξιά κυβέρνηση. Τα γεγονότα που παρακολουθήσαμε στην ΑΣΟΕΕ, μας γύρισαν δεκαετίες πίσω καθώς παρακολουθήσαμε δυστοπικές σκηνές που απευχόμασταν να δούμε στην Ελλάδα. Κι όμως ακόμη κι εκεί ο κόσμος αντέδρασε την ίδια στιγμή γεμίζοντας την Πατησίων, απαιτώντας την αποχώρηση των δυνάμεων καταστολής. Κι εκεί ο λαός νίκησε ξανά. 
Μπορεί η ακροδεξιά κυβέρνηση με πρόσχημα την περιβόητη "κανονικότητα" να άνοιξε πρόωρα το χορό αλλά αυτόν το χορό θα τον σύρουμε εμείς, με τον δικό μας ρυθμό και το δικό μας πάθος. Κι αυτός ο χορός θα ναι το τέλος του σκοταδισμού που προσπαθεί με νύχια και με δόντια όχι μόνο να κυριαρχήσει αλλά να ριζώσει διαπαντός σ' αυτόν εδώ τον τόπο. 
Δεν πρόκειται να το επιτρέψουμε. 

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2019

Σαλαμάνκα, μια αναγεννησιακή πανεπιστημιούπολη



Χωρίς να μπορώ να βγάλω κάποια άκρη αναζητώντας τα δρομολόγια των τραίνων που συνέδεαν τη Μαδρίτη με την Σαλαμάνκα, αποφάσισα να πάω ξημερώματα στον σιδηροδρομικό σταθμό Atocha ευελπιστώντας πως θα προλάβαινα ένα από τα πρώτα πρωινά τραίνα που θα αναχωρούσε προς τα ισπανοπορτογαλικά σύνορα. Για κακή της τύχη, στα εκδοτήρια εισιτηρίων βρισκόταν μία μόνο υπάλληλος. Το ευγενικό της χαμόγελο αμέσως πάγωσε όταν συνειδητοποίησε πως δε μιλούσα ισπανικά. Χωρίς καφέ και με τα μάτια μισάνοιχτα από τον ύπνο που ακόμη δεν είχε φύγει από πάνω μας, προσπαθούσαμε να βρούμε έναν προσωρινό κώδικα επικοινωνίας. Σίγουρα θα θυμάμαι για καιρό το χαζό χαμόγελο  σταπου σχηματιζόταν στα χείλη μου κάθε φορά που μιλούσε σε μια εφαρμογή του κινητού της η οποία μετέφραζε τα λόγια της στα αγγλικά. Τελικά τα καταφέραμε και βγάλαμε άκρη.
Μέσω αυτού του ανορθόδοξου τρόπου επικοινωνίας, έμαθα πως η αναχώρησή μου θα γινόταν από έναν άλλο σιδηροδρομικό σταθμό στα βόρεια προάστια της Μαδρίτης. Με τις κατάλληλες οδηγίες βρήκα σχετικά εύκολα τον συρμό που θα στοιβαζόμουν με τους  κατοίκους υπόλοιπους αξημέρωτους της πόλης. Ο συρμός έφτασε και μεμιάς τα βαγόνια γέμισαν με πρόσωπα νυσταγμένα και βαριεστημένα. Ήταν από τις σπάνιες στιγμές που απείχα από την καθημερινή μιζέρια των υπολοίπων. Έφτασα στον άλλο σταθμό την ώρα που έβγαινε ο ήλιος από τα ανατολικά βουνά. Ανεβαίνοντας από τις υπόγειες αποβάθρες είδα πωςς βρισκόμουν ακριβώς κάτω από τους θεόρατους ουρανοξύστες της Μαδρίτης. Ήταν η στιγμή που οι γυάλινες όψεις τους λούζονταν μ' ένα χρυσαφί χρώμα.
Είχα λίγη ώρα μέχρι την αναχώρηση οπότε έκατσα σε μία απο τις καφετέριες του στσαθμού για να απολαύσω το πρωινό μου καφέ. Το δρομολόγιο που επέλεξα θα διαρκούσε μιάμιση ώρα με ενδιάμεση στάση τη Σεγόβια. Η επιστροφή όμως θα μου έπαιρνε δυόμισι ώρες με δυο στάσεις παραπάνω. Χαλάλι του όμως καθώς μου πρόσφερε την ευκαιρία να θαυμάσω τα φωταγωγημένα τείχη της Άβιλα.
Φτάνοντας στο σιδηροδρομικό σταθμό της Σαλαμάνκα, με υποδέχτηκε ένα καλαίσθητο κάδρο στην αίθουσα αναμονής που έγραφε "Καλώς ήρθατε στην πόλη των επιστημών και των τεχνών". Ήταν από τις λίγες φορές που συμφωνούσα απόλυτα με κάποιο τουριστικό καλωσόρισμα (ένα άλλο που θυμάμαι ήταν στο αεροδρόμιο Τέσλα του Βελιγραδίου που έγραφε "Καλώς ήρθατε στην χώρα των πρωταθλητών"). Ο λόγος που με βρισκε τελείως σύμφωνο το καλωσόρισμα αυτό είναι πως παρόλο που η Σαλαμάνκα ιδρύθηκε από τους Ρωμαίους κι έγινε μήλον της έριδος μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών για πολλούς αιώνες, η φήμη και το κύρος της, απογειώθηκαν με την ίδρυση του περίφημου πανεπιστημίου της που θεωρείται ένα από τα παλαιότερα και σημαντικότερα πανεπιστήμια του κόσμου. Η προοδευτική ιστορία του συγκεκριμένου ιδρύματος εφερε την αναγέννηση στην ιβηρική χερσόνησο ενώ η δυναμική που ασκούσε φαίνεται στο ότι υιοθέτησε το ηλιοκεντρικό σύστημα του Κοπέρνικου την περίοδο που η καθολική εκκλησία έκαιγε "αιρετικούς" στις κεντρικές πλατείες των πόλεων.
Ο σιδηροδρομικός σταθμός δεν απέχει πολύ από την πόλη. Κατηφόρισα με τα πόδια παρατηρώντας την αθέατη πλευρά που προσπερνούν συνήθως αδιάφορα οι επισκέπτες. Την ώρα που η φοιτητούπολη με τους χαλαρούς της ρυθμούς ξυπνούσε, εγώ φωτογράφιζα πανέμορφα γκράφιτι που κοσμούσαν τις τυφλές πλευρές των πολυκατοικιών. Εκπληκτικά τα δύο τεράστια μελαγχολικά μάτια που αντίκρισα από το απέναντι πεζοδρόμιο καθώς περίμενα να ανάψει το φανάρι.
Από ένα πάρκο κι έπειτα, άρχισε να αναδεικνύεται το παλιό κομμάτι της πόλης. Σε κάθε βήμα επιβεβαιωνόταν όλο και περισσότερο το χαρακτηρισμό που έχει κερδίσει η Σαλαμάνκα. La Dorada, η λαμπερή πόλη καθώς τα κτίριά της είναι χτισμένα με ψαμμίτη κάτι που έχει ως αποτέλεσμα να λάμπουν στο φως του ήλιου. Έχοντας ήδη ένα πλάνο της πόλης στο μυαλό μου, σκέφτηκα να γυρίσω πρώτα τα αξιοθέατα που βρίσκονται περιμετρικά του ιστορικού κέντρου και να καταλήξω στην πανέμορφη Πλάθα Μαγιόρ.
Πήρα λοιπόν το δρόμο που οδηγούσε στο ποτάμι καθώς είχα δει πως περνούσε έξω από πανέμορφο Δομινικανό μοναστήρι του San Esteban. Παρόλο που δεν είμαι λάτρης αυτών των αξιοθέατων, ομολογώ πως μαγεύτηκα με το συγκεκριμένο κτιριακό σύμπλεγμα. Η πανέμορφη πρόσοψη του ναού, το εκλεπτυσμένο υπαίθριο με το πηγάδι και τα κάτοπτρα, η εντυπωσιακή εσωτερική σκάλα που σε ανεβάζει στον πάνω όροφο, η κομψότητα του ναού με τις χρυσές λεπτομέρειες και τις όψεις των βασιλιάδων στην οροφή. Δε θυμάμαι πόση ώρα έμεινα μέσα σ' αυτό το υπέροχο ησυχαστήριο. Το σίγουρο είναι πως έντεινε την όρεξή μου να ανακαλύψω αυτήν την τόσο όμορφη πόλη.
Βγαίνοντας συνέχισα τη βόλτα μου προς το ποτάμι. Προσπέρασα κάποια απομεινάρια από τα παλιά τείχη της πόλης, τα οποία στέκουν ακόμα πίσω από έναν μικρό ελαιώνα. Από την αντίπερα όχθη, εκτεινόταν ένα καταπράσινο μονοπάτι γεμάτο παγκάκια. Στάθηκα σε ένα απ' αυτά για να θαυμάσω από κει την πανοραμική θέα της παλιάς πόλης. Στο κέντρο δέσποζε ο μνημειακός καθεδρικός με το πύργο του που φτάνει στα 110 μέτρα. Ένα εντυπωσιακό κτίσμα του 16ου αι ενώ στα βόρεια διέκρινα τη ρωμαϊκή γέφυρα που ένωνε τις δύο πλευρές.
Επιστρέφοντας πάλι πίσω, βρέθηκα πρώτα έξω από το μουσείο Art Nouveu και Art Deco. Η καλαίσθητη πρόσοψή του με τα βιτρό στα παράθυρα και τα γλυπτά στην αυλή, το καθιστούν ξεχωριστή νότα για την πόλη σε σχέση με τα γύρω κτίρια.
Από κει πήρα ένα στενό σοκάκι που ανηφόριζε προς τον Καθεδρικό ναό. Κάπου στα μισά συνάντησα ένα μουσείο για τον ισπανικό εμφύλιο. Ίσως να ήταν το μοναδικό μουσείου αυτού του τόσο σπουδαίου ιστορικού γεγονότος που συνάντησα σ' ολόκληρο το ταξίδι.
Ο ανηφορικός δρόμοε με οδήγησε στον προαύλιο χώρο του καθεδρικού ναού. Η ιδιαιτερότητα αυτού του θεόρατου κτίσματος είναι ότι περιστοιχίζει τον παλιό καθεδρικό που είχε χτιστεί μεταξύ 1100 με 1200. Παρ' όλο που είναι μικρότερος σε μέγεθος, έχει τη δική του ομορφιά με τις πλούσιες τοιχογραφίες του και το εντυπωσιακό εικονοστάσι που αποτελείται από 53 σκηνές που παρουσιάζουν τη ζωή του Χριστού.
Ο νέος καθεδρικός που δεσπόζει στην πόλη είναι ένας συνδυασμός γοτθικών και μπαρόκ αρχιτεκτονικών στοιχείων. Οι πόρτες του είναι πλούσια διακοσμημένες, ειδικά η δυτική απ' την οποία εισερχόμαστε εντός του ναού. Μπαίνοντας μέσα θαμπώνεσαι από το μέγεθός του κτιρίου. Με μήκος 104 μέτρα, πλάτος 48 και με ένα θόλο που αγγίζει τα 38 μέτρα ύψος, αισθάνεσαι πως βρίσκεται σε μια ξεχωριστή στεγασμένη πολιτεία. Περπατούσα στο εσωτερικό του ναού, κι ένιωθα πως έστριβα σε κανονικούε δρόμους για να βρω την αγία τράπεζα αλλά και να θαυμάσω τα έργα τέχνης που φυλάσσονται μέσα στα παρεκκλήσια. Ένας επιπλέον λόγος που χαιρόμουν με την επίσκεψή σ' αυτήν την εκκλησία είναι επειδή είχε στοιχειώσει τα παιδικά μου χρόνια. Τοτε που ασχολιόμουν με τα ανεξήγητα φαινόμενα. Στο χώρο λοιπόν του ανεξήγητου, η εκκλησία αυτή ήταν διάσημη για τον αστροναύτη της, μια γλυπτή μορφή σε έναν ανάγλυφο διάκοσμο που θύμιζε πολύ σε αστροναύτη. Όσο κι αν έψαξα να τον βρω, δεν κατάφερα να τον εντοπίσω.
Βγαίνοντας πάλι στον ήλιο, έκλεισα απότομα τα μάτια καθώς είχαν συνηθίσει στο ημίφως του ναού. Όντως η πόλη αυτή λάμπει. Συνέχισα τη βόλτα μου προς την καρδιά της παλιάς πόλης. Λίγα μέτρα πιο πέρα από τον καθεδρικό, βρέθηκα σε μια ανισόπεδη πλατεία, της οποίας η ομορφιά ήταν το υπέροχο φόντο που υπήρχε πίσω της, το οποίο δυστυχώς δυσκολευόμουν να αποθανατίσω με τον φωτογραφικό φακό. Στάθηκα σε μια σκιά κι αρκέστηκα να θαυμάζω το θέαμα. Μπροστά μου είχα το Σπίτι των Κοχειλιών (Casa de las Conchas), ένα ανάκτορο του 15ου αι. διακοσμημένο με γλυπτά κελύφη που ήταν το σύμβολο των μεσαιωνικών προσκυνητών που ταξίδευαν "το δρόμο του Αγίου Ιακώβου" στο Σαντιάγκο ντε Κομποστέλα. Κάπου είχα διαβάσει πως στις δύο όψεις του κτίσματος είναι σκαλισμένα γύρω στα τριακόσια κοχύλια αλλά δεν κάθισα να τα μετρήσω για να το σιγουρέψω. Το κτίριο αυτό λειτουργεί σήμερα ως βιβλιοθήκη, κάτι που μου έδωσε τη δυνατότητα να μπω στους εσωτερικούς του χώρους. Παρ' όλο που επικρατούσε μια απίστευτη ηρεμία καθώς είχε αρκετούς χώρους ανάγνωσης, τα πατώματά του έτριζαν απελπιστικά κάτι που μ' έφερνε σε δύσκολη θέση κάθε φορά που έκανα ένα βήμα.
Ακριβώς πίσω από το Σπίτι των Κοχειλιών ορθώνεται η Clerecia, μια πανέμορφη μπαρόκ εκκλησία του 17ου αι. με την επιβλητική της πρόσοψη και τους δυο δίδυμους πύργους της. Σήμερα λειτουργεί ως έδρα του πανεπιστημίου της Σαλαμάνκα και είναι επισκέψιμη για το κοινό. Ένας ακόμη λόγος που αξίζει να την επισκεφθούμε είναι πως μπορούμε να ανεβούμε στα καμπαναριά της και να θαυμάσουμε την πόλη από ψηλά. Περιφερόμενος μέσα στην εκκλησία, αναρωτιόμουν τι θα συνέβαινε αν κάποιο πανεπιστήμιο στην Ελλάδα ζητούσε από την αρχιεπισκοπή μία εκκλησία για να την αξιοποιήσει. Αλλά μεμιάς σκέφτομαι πως η Ελλάδα δεν έζησε ποτέ διαφωτισμό, οπότε διέκοψα τον προβληματισμό μου για να μη μου χαλάσει η καλή διάθεση της βόλτας.
Πηγαίνοντας προς το πανεπιστήμιο, δε περίμενα πως θα αντικρίσω μέσα σε ένα στενό δρομάκι την διάσημη και πλούσια σε γλυπτή διακόσμηση πύλη του. Ευτυχώς εκεί ανοίγεται η Patio de Escuelas, μια υπέροχη αυλή με κομψά αναγεννησιακά και μπαρόκ κτίρια τα οποία κάποτε λειτουργούσαν ως νοσοκομεία για τους φτωχούς φοιτητές (το 1533). Μέσα στο πλάτωμα αυτής της αυλής, κατάφερα να απομακρυνθώ λίγο για να μπορέσω να απολαύσω την ομορφιά της πύλης. Αυτό όμως που μου έκανε εντύπωση είναι πως οι περισσότεροι επισκέπτες ήταν μαζεμένοι ακριβώς από κάτω της και με τεντωμένους λαιμούς αναζητούσαν κάτι που ακόμα δεν είχα αντιληφθεί. Με τη συνδρομή ενός φίλου έμαθα πως κάπου στον πλούσιο γλυπτό διακόσμο κρύβεται ένας βάτραχος. Είναι τόσο δύσκολο να τον εντοπίσει κανείς, που είχε μετατραπεί σε τουριστική ατραξιόν. Μάλιστα πολλοί ακαδημαϊκοί έλεγαν πως όποιος περνάει την πύλη επιδιώκοντας να πάρει πτυχίο και δεν αντικρίζει με την πρώτη τον βάτραχο τότε είναι ανάξιος του πτυχίου. Παρόλο που έχω πτυχίο, χρειάστηκα τη βοήθεια του google για να καταλάβω που ακριβώς βρίσκεται. Κι όταν τον εντόπισα ήμουν σίγουρος πως χωρίς τη βοήθεια της τεχνολογίας δε θα τα κατάφερνα. Αν τώρα θέλετε να επιστρέψω το πτυχίο μου, είναι ένα άλλο θέμα που μπορούμε να το διαπραγματευτούμε. Αυτό όμως που μου κέντρισε την προσοχή ήταν ένα κεντρικό σύμβολο ακριβώε πάνω από τοε δύο θύρες με τις μορφές δυο βασιλιάδων με μι επιγραφή γύρω τους που έγραφε στα ελληνικά «ΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΤΗ, ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ, ΑΥΤΗ ΤΟΙΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣΙ.» κι ακριβώς από κάτω τα ονόματα "FERDINARDOS ELISABETHA". Περπατώντας προς την πλατεία αναρωτιόμουν το νόημα της ελληνικής φράσης. Ότι οι βασιλείς αφιερώνουν τη γνώση στο πανεπιστήμιο που αποκτά μ' αυτόν τον τρόπο μια βασιλική αίγλη; Ή μήπως αφήνουν παρακαταθήκη το πανεπιστήμιο σε μελλοντικούς βασιλείς. Ή τιμάνε τους προηγούμενους βασιλείς που τους το ανέθεσαν. Έσπαγα το κεφάλι μου δίχως λόγο μέχρι που αντίκρισα μία από τις ομορφότερες στιγμές των ως τώρα ταξιδιών μου. Ένας γεροντάκος είχε σταθεί σε ένα πεζούλι κι αφού τοποθέτησε απαλά τη μαγκούρα ανάμεσα στα δυο αδύναμά του πόδια, άρχισε να ταΐζει τα σπουργίτια που είχαν μαζευτεί μπροστά του. Κάθισα απέναντί του και τον έκανα χάζι αρκετή ώρα. Δεν με είχε αντιληφθεί. Που και που έριχνε κλεφτές ματιές στους φοιτητές που περνούσαν από δίπλα του. Πως είναι άραγε να βλέπει κανείς τα νιάτα όταν βρίσκεται στο λυκόφως της ζωής του;
Η ώρα είχε περάσει και είχα ήδη οργώσει σχεδόν όλη την πόλη. Σειρά είχε η Πλάθα Μαγιόρ, η κεντρική πλατεία της Σαλαμάνκα και μια από τις ομορφότερες της Ισπανίας. Αν και για κάποιους τολμηρούς θεωρείται ως η ομορφότερη της Ευρώπης. Δυστυχώς όμως θα διαφωνήσω με την υπερβολή τους. Παρόλα αυτά είναι μια θαυμάσια πλατεία για να απολαύσει κανείς το απογευματινό του καφεδάκι. Μετά από ώρες περιπλανήσεων στα λαμπερά σοκάκια της πόλης είναι όμορφο να ξαποστάσεις σε μια από τις καφετέριες και να αφεθείς στο παιχνίδι των σκιών που γίνεται στις τέσσερις όψεις των μπαρόκ κτιρίων. Επίσης αυτό που μ' αρέσει είναι πως όλα τα κτίρια είναι τριόροφα προσφέροντας μ' αυτόν τον τρόπο μια αρμονία στο χώρο. Φυσικά ξεχωρίζει το Pabellon Real και το Δημαρχείο.
Επέστρεψα στον σταθμό λίγη ώρα πριν την αναχώρηση κι ενώ ο ήλιος είχε αρχίσει να βασιλεύει. Η πόλη χανόταν σιγά σιγά μες στη σκοτεινιά σαν να ήθελε η ίδια να σβήσει πριν φύγω. Η Σαλαμάνκα έχει τη γοητεία της μη τουριστικής πόλης και τη ζωντάνια μιας ζωηρής φοιτητούπολης. Είναι μια πόλη που μένει βαθιά χαραγμένη στην μνήμη για τους χαλαρούς της ρυθμούς, τα λαμπερά της κτίρια, τον επιβλητικό καθεδρικό και την αναγεννησιακή της αύρα. Είναι μια πόλη που αξίζει να αγαπηθεί.

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2019

Πόνος και Δόξα


Η αλήθεια είναι πως πριν μια δεκαετία θεωρούσα σημαντικό κινηματογραφικό γεγονός τις πρεμιέρες των ταινιών του Πέδρο Αλμοδόβαρ. Από το "Volver" κι έπειτα δεν με τράβηξε καμία δημιουργία του, με την καθοριστική απογοήτευση να έρχεται με το "Δέρμα που Κατοικώ". Δυστυχώς με το πέρασμα των χρόνων έπαψα να προσδοκώ κάτι αξιόλογο από τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη. Γι' αυτόν τον λόγο δεν είχα ιδιαίτερες απαιτήσεις όταν αποφάσισα να δω την τελευταία του ταινία "Πόνος και Δόξα". Να όμως που ακόμη και το μικρό καλάθι που κουβαλούσα πριν την προβολή, εκτόξευσε κι άλλο τον ενθουσιασμό που με είχε κυριεύσει κατά τη διάρκεια της αλλά κι αρκετή ώρα μετά τους τίτλους τέλους. Η τελευταία ταινία του Πέδρο Αλμοδόβαρ είναι ίσως το ομορφότερο και συνάμα πιο εσωστρεφές αριστούργημα που μας έχει προσφέρει στην μέχρι τώρα κινηματογραφική του πορεία. Αξίζει να αναφέρω πως μεγάλη μέρος της αίγλης αυτού του κινηματογραφικού ποιήματος κατέχει η εκπληκτική ερμηνεία του Αντόνιο Μπαντέρας.
Στις ταινίες του Αλμοδόβαρ έχω λατρέψει δύο δυνατά τους χαρακτηριστικά που συναντώ σε κάθε του δουλειά. Πρώτα απ' όλα το υπέροχο παιχνίδι με τα έντονα χρώματα, τα οποία με έναν αδιευκρίνιστο κανόνα που μόνο ο ίδιος κατέχει, ταιριάζουν και ισορροπούν σε κάθε κάδρο. Και φυσικά η ονειρική μουσική υπόκρουση του Alberto Iglesias. Με αυτά τα δυο στοιχεία ξεκινάει η νέα του ταινία. Ένας μυσταγωγικός χορός εντυπωσιακών χρωμάτων με την γνώριμη μελαγχολική μουσική. Μεμιάς χαλαρώνει το βλέμμα κι αφήνει το σώμα σου να βυθιστεί στο απαλό κάθισμα της σκοτεινής αίθουσας μέχρι να σου συστήσει τα πρόσωπα της ιστορίας.
Η αρχή γίνεται με το ασάλευτο σώμα του πρωταγωνιστή να προσπαθεί να ισορροπήσει στο βυθό μιας πισίνας. Μεμιάς συνειδητοποιείς την αντικοινωνική φύση του ήρωα. Την ανάγκη του για απομόνωση. Βγαίνοντας στην επιφάνεια, διακρίνουμε στο βλέμμα του μια απέραντη θλίψη. Μία κόπωση δημιουργική και συναισθηματική. Μια ασφυξία που προκαλείται από παρελθοντικά βάρη που εξακολουθεί να κουβαλάει. Πουθενά όμως δεν μαρτυρά πως υπάρχουν τάσεις υποταγής στα προβλήματα υγείας και της δημιουργικής απραξίας. Είναι σεβαστό να πέσεις αλλά είναι απαίτηση να σηκωθείς ξανά.


Στο επόμενο πλάνο, ο πρωταγωνιστής συναντάει μια γνωστή του φίλη ηθοποιό. Στο διάλογό που ακολουθεί αρχίζει να ξεδιπλώνονται τα μυστικά του παρελθόντος του. Με αφορμή μια επετειακή προβολή κάποιου σημαντικού του έργου, θα συναντηθεί ξανά με έναν παλιό συνεργάτη που είχαν τσακωθεί με αφορμή την ερμηνεία του δεύτερου στο έργο που ο πρωταγωνιστής είχε σκηνοθετήσει. Η αναπόληση του παρελθόντος υπό την επήρεια ναρκωτικών θα φέρει κοντά ξανά τους δύο φίλους. Όμως το σμίξιμό τους θα αποδειχτεί δίκοπο μαχαίρι για τον πρωταγωνιστή. Από τη μια του δίνεται μια ώθηση να δημιουργήσει ξανά αλλά από την άλλη τον παρασέρνει στον ύπουλο κόσμο της ηρωίνης. Οι αναποδιές που θα ακολουθήσουν κι οι υποχωρήσεις που εκείνος θα κάνει για διορθώσει τα λάθη του παρελθόντος, θα του φέρουν έξω από την πόρτα έναν παλιό του έρωτα. 
Οι συναισθηματικές εξάρσεις, τα δημιουργικά αδιέξοδα κι η αμφιβολία του αύριο καθώς δε ξέρει που θα τον οδηγήσει η ταλαιπωρημένη του υγεία, θα αναγκάσουν τον πρωταγωνιστή να κάνει μια αναδρομή στα γεγονότα του παρελθόντος και συγκεκριμένα στα παιδικά του χρόνου όπου διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα του. Οι ξέγνοιαστες στιγμές στο ποτάμι, η ανέμελη ζωή στη φτώχεια, η αναγκαστική εγγραφή του στο θρησκευτικό σχολείο κι ο πρώτος του έρωτας. Μικρές πινελιές οι οποίες μας θυμίζουν αποσπάσματα από τις παλιές του ταινίας όπως το "Κακή Εκπαίδευση". Μέσα απ' αυτές τις παρελθοντικές βόλτες θα παρατηρήσουμε την αδιάφορη σχέση που είχε ο πρωταγωνιστής με τον πατέρα του καθώς εκείνος δούλευε όλη μέρα. Ένα κενό που καλύφθηκε με την ατέρμονη αγάπη που ένιωθε με την μάνα του. Παράλληλα παρακολουθούμε τα πρώτα του ερωτικά σκιρτήματα όπου συνειδητοποιεί την ομοφυλοφιλία του. Μέσω αυτής της ψυχικής ενδοσκόπησης θα επανέλθει στον πρωταγωνιστή η δημιουργική διάθεση που είχε χάσει.


Ξεκινώντας με το έργο του Πέδρο Αλμοδόβαρ, ομολογώ πως λάτρεψα τα υπέροχα πλάνα των εσωτερικών χώρων. Το σπίτι του πρωταγωνιστή είναι ένα μικρό μουσείο γεμάτο πίνακες ενώ η κουζίνα του είναι από μόνη της ένα ευχάριστο έργο τέχνης καθώς είναι γεμάτη φωτεινά χρώματα που συναντά κανείς μόνο σε αλμοδοβαρικές ταινίες. Το φως είναι συνήθως πλαϊνό, δίνοντας την αίσθηση στον θεατή πως παρακολουθεί θεατρικά δρώμενα. 
Παρόλο όμως που κυριαρχεί το χρώμα, ο πρωταγωνιστής κινείται στο ημίφως. Σαν να θέλει να κρυφτεί ή σαν να θέλει να ξεχάσει όλα όσα του θυμίζουν στιγμές που επηρέασαν τη ζωή του. Η σκοτεινή του πλευρά γίνεται σημείο αναφοράς όσων τον περιτριγυρίζουν. 
Οι βόλτες στο παρελθόν του πρωταγωνιστή, οδηγούν τους θεατές σε μία αναπόφευκτη σύγκριση όπου ανακαλύπτουν εντυπωσιακούς συμβολισμούς. Από το πολυτελέστατο διαμέρισμα στο κέντρο της Μαδρίτης μεταφερόμαστε σε μια υπόγεια σπηλιά όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια. Κι όμως η υπόγεια παιδική του ηλικία είναι λαμπρότατη σε σχέση με τη παροντική του σκοτεινή χλιδή. Τα συναισθηματικά και δημιουργικά αδιέξοδα του πρωταγωνιστή τον έχουν κρύψει στο σκοτάδι. Σε κανένα όμως σημείο δεν αποζητά τη λύπηση ούτε από τους γύρω του ούτε από τους θεατές. Συγκρατεί τον πόνο μέσα του με αξιοπρέπεια κάτι που με κανε να τον συμπαθήσω πολύ. Την μόνη μόνο φορά που λέει με παράπονο στο γιατρό του πως δεν έχει δημιουργική διάθεση εκείνος του απαντάει κοφτά πως εκεί έξω υπάρχουν άνθρωποι με σημαντικότερα προβλήματα. Αφοπλιστική απάντηση για χειροκρότημα.
Όσον αφορά τον Αντόνιο Μπαντέρας, θεωρώ πως ήταν η καλύτερη ερμηνεία στην οποία των έχω παρακολουθήσει. Σοβαρός, μαζεμένος, ανασφαλής, γοητευτικός, ώριμος, αυτοκαταστροφικός, ειλικρινής και συναισθηματικός. Σε κάθε πλάνο ανταποκρινόταν εκπληκτικά. Ήταν απίστευτα πειστικός στις σκηνές που ήταν μαστουρωμένος. Ένιωθες έντονα το πνίξιμό του σε κάθε συναισθηματική έξαρση. Άκρως ανθρώπινη και συγκινητική η συνάντηση με τον πρώην εραστή του. Οι ανθρώπινες σκέψεις, το ζεστό ενδιαφέρον, ο φόβος της ερωτικής απάρνησης όλα αυτά συσσωρευμένα σε μικρές μισοσκότεινες στιγμές όπου οι φωνές ακούγονται ως ψίθυροι και τα συναισθήματα αναβλύζουν ανεξέλεγκτα μέσα από τα βλέμματα. 
Επίσης με συγκίνησε η στάση του σκηνοθέτη απέναντι στο θάνατο. Πανανθρώπινη η στιγμή που η μάνα λέει στο γιο της πως θέλει να είναι μέσα στο φέρετρο. Με δυσκολία συγκρατεί κανείς τα δάκρυά του όταν την ακούει να του λέει πως "δε θέλει να της φορέσουν παπούτσια για να μπορέσει να πατήσει ελαφριά εκεί που θα την πάνε". Παράλληλα γίνεται μια άψογη παρουσίαση του οιδιπόδειου συμπλέγματος. Ο γιος αισθάνεται αποτυχημένος παρ' όλες τις κινηματογραφικές του επιτυχίες κι αυτό γιατί δεν ικανοποίησε τις προσδοκίες της μητέρας του. Έντονα φορτική η στιγμή που ο πρωταγωνιστής της ζητάει συγνώμη γιατί δε κατάφερε να γίνει αυτό που εκείνη ήθελε. Εκεί γίνεται εμφανές το ενοχικό σύνδρομο που τον έχει μετατρέψει σε υποχείριο της μητέρας του. Είναι επίσης αυτό το συναίσθημα που τον έχει καταστρέψει ψυχικά και σωματικά όταν δεν καταφέρνει να ικανοποιήσει τη τελευταία της επιθυμία. 


Θα μπορούσα να αναφερθώ και σε άλλες σκηνές της ταινίας που ξεχειλίζουν από λυρισμό όπως το χαμένο παιδικό πορτραίτο και το κρυφό γράμμα που διαβάστηκε πολλές δεκαετίες μετά. Ή επίσης την συνταρακτική εκφραστικότητα του πρώην εραστή του πρωταγωνιστή που συνειδητοποιεί πως ένας θεατρικός μονόλογος που παρακολουθεί αναφέρεται στο πρόσωπό του. Μικρές στιγμές που με εντυπωσίασαν απρόσμενα. 
Και φυσικά δε μπορώ να παραβλέψω την ονειρική μουσική του Alberto Iglesias. Αυτή η παρόμοια μελωδία που με στοιχειώνει από το αριστουργηματικό "Όλα για τη Μητέρα μου". Μία μουσική που την έχω συνδυάσει με τους άδειους νυχτερινούς δρόμους των μεγαλουπόλεων, με τα σκοτεινά δωμάτια των διαμερισμάτων όπου οι μορφές και τα αντικείμενα φωτίζονται από τους στύλους του δρόμου και τα διερχόμενα αυτοκίνητα. 
Η ταινία είναι ένας ύμνος για τις μνήμες των παιδικών μας χρόνων που σβήνουν απαλά. Ξεθωριάζουν και γίνονται πιο λαμπρές προκαλώντας μας έναν ελαφρύ πόνο στο στήθος κάθε φορά που ανατρέχουμε σ' αυτές. Επίσης είναι ένας καημός για τις κουβέντες που δε καταφέραμε ποτέ να κάνουμε με τους γονείς μας. Αυτά τα μυστικά που δεν ειπώθηκαν ποτέ και με τον καιρό έγιναν βαρίδια στη ψυχή του καθενός. Είναι ένα μοιρολόι για τους έρωτες που περνούν, στιγματίζουν κι έπειτα χάνονται αφήνοντας ένα γλυκό πόνο στη καρδιά. Μία λυρική σπονδή στη συμφιλίωση μας με τα φαντάσματα του παρελθόντος.

Βαθμολογία: 9/10