Τετάρτη 10 Απριλίου 2024

Οι Άποικοι (2023)

 



Οι κινηματογραφικές χρονιές πάντα περιέχουν αξιόλογες κι ενδιαφέρουσες προτάσεις από τη Λατινική Αμερική και συγκεκριμένα από την αγαπημένη μου χώρα, τη Χιλή, η οποία επικεντρώνεται τόσο στις μέχρι πρότινος αμερικανοκίνητες δικτατορίες όσο και στα σύγχρονα κοινωνικοπολιτικά αδιέξοδα. Υπάρχουν όμως και ταινίες που εστιάζουν στις πιο σκοτεινές περιόδους εκείνων των περιοχών. Με μια απ' αυτές τις άγνωστες πτυχές της ιστορίας καταπιάνεται ο Φελίπε Γκαλβέζ στο κινηματογραφικό του ντεμπούτο, παρουσιάζοντας με ωμό κι ανατριχιαστικό τρόπο την ανελέητη γενοκτονία που υπέστησαν οι ιθαγενείς της Παταγονίας από τους δυτικούς τυχοδιώκτες που αποίκησαν με απληστία στα συγκεκριμένα παρθένα μέρη. Με ένα πρωτοποριακό ύφος, ο σκηνοθέτης αναμοχλεύει τα στάσιμα και σκοτεινά νερά της άγνωστης χιλιανής ιστορίας, ασκώντας με δριμύτητα κριτική για τις θηριωδίες της δυτικής αποικιοκρατίας, αποσπώντας με το έργο του το βραβείο FIPRESCI, στο τελευταίο φεστιβάλ των Καννών.
Η ταινία μας γυρνάει πίσω στο 1901, παρουσιάζοντάς μας αρχικά τις απάνθρωπες συνθήκες των εργατών γης που προσλαμβάνονταν από τους ντόπιους γαιοκτήμονες. Ένας απ' αυτούς ήταν ο Χοσέ Μενέντεζ (υπαρκτό ιστορικό πρόσωπο), του οποίου τα πρωτοπαλίκαρα έκαναν ακόμη πιο δύσκολη τη ζωή τόσο των εργατών όσο και των γηγενών. Ένας απαράβατος κανόνας που ίσχυε χωρίς διακρίσεις και προκαλούσε τρόμο, ήταν πως κάθε εργατικό ατύχημα σήμαινε τερματισμό όχι μόνο της (συν)εργασίας, αλλά και της ζωής των εργατών. Πέρα όμως από τις εκτάσεις γης, ο Μενέντεζ είχε πάρει τα δικαιώματα και της εκτροφής προβάτων. Γι' αυτόν τον λόγο στέλνει τρεις άνδρες σε μια αποστολή για να καθαρίσουν τα περάσματα της Γης του Πυρός (το όνομά της δόθηκε από τους αποίκους λόγω των εστιών που άναβαν οι γηγενείς στις κατασκηνώσεις τους) ,ώστε να έχουν τα ζώα του μια ασφαλή δίοδο προς τα βοσκοτόπια τους. 
Η ιχνηλατική ομάδα σχηματίζεται από έναν Σκοτσέζο στρατιώτη, γνωστό ως "Κόκκινο Γουρούνι" τόσο για τα σαδιστικά του εγκλήματα, όσο και για την κόκκινη στολή του βρετανικού στρατού που εξακολουθούσε να φοράει, έναν Αμερικανό μισθοφόρο που γνώριζε από μαζικές σφαγές ιθαγενών κι έναν γηγενή ιχνηλάτη που τους καθοδηγούσε, καθώς γνώριζε τα μέρη.
Το οδοιπορικό των τριών προσώπων, θα δώσει τη δυνατότητα να αποκαλυφθεί η απέραντη ομορφιά της Παταγονίας, η άγρια γοητεία των βουνών της και το αλαλούμ των αχαρτογράφητων περιοχών που δεν είχαν προλάβει να ενταχθούν στη Χιλή και στην Αργεντινή. 
Η πορεία τους όμως θα βαφτεί με αίμα, καθώς οι ιχνηλάτες θα αρχίσουν να σφάζουν όλους τους ιθαγενείς που θα συναντούν στο διάβα τους. Αυτό έχεις ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια αντίφαση ανάμεσα στην άγρια ομορφιά του Χιλιανού τοπίου και στις φρικαλεότητες που συντελούνται μέσα σε αυτό. Με τη δράση τους αυτή, το "καθάρισμα" των μονοπατιών που ζήτησε ο Μενέντεζ αποκτά μια άλλη ερμηνεία, πολύ πιο σκοτεινή, απάνθρωπη κι αιμοβόρα. Όμως, η απληστία των ιχνηλατών δολοφόνων κι η αίσθηση της ατιμωρησίας των πράξεών τους, θα τους φέρει στο χείλος της δικής τους καταστροφής καθώς από κυνηγοί κεφαλών θα μετατραπούν σε κατατρεγμένα θύματα των δικών τους ανθρώπων (αντίστοιχων δυτικών τυχοδιωκτών). Η κατάληξή τους αυτή μετατρέπεται σε μια τιμωρία χωρίς δικαίωση για τα θύματα των εγκλημάτων τους, αποδεικνύοντας πως όσοι ταξίδεψαν ως τις εσχατιές του κόσμου, για να εκμεταλλευτούν παρθένα μέρη και να αφανίσουν αδύναμους λαούς, αποτελούν την προσωποποίηση του απόλυτου επίγειου κακού.




Το πιο εφιαλτικό στοιχείο της ταινίας είναι μια σκηνή που διαδραματίζεται κάμποσα χρόνια μετά τα γεγονότα που συνέβησαν στο οδοιπορικό των τριών ιχνηλατών. Στη συγκεκριμένη σκηνή παρακολουθούμε την οικογένεια του Χοσέ Μενέντεζ να απολαμβάνει τις ανέσεις που τους έχει επιφέρει ο βρώμικος πλουτισμός τους. Κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης με έναν ντόπιο ιερά κι έναν πολιτικό που έρχεται από την πρωτεύουσα της χώρας, θα δηλώσουν αμετανόητοι για τις σφαγές των γηγενών που διέπραξαν για να εδραιωθούν στην αριστοκρατική τους τάξη, χωρίς να αντιδρά κανείς από τους προσκεκλημένους για τα λεγόμενά τους. Μ' αυτόν τον ευφυή τρόπο, ο δημιουργός παρουσιάζει με ανατριχιαστικό κυνισμό τη σκοτεινή "κανονικότητα" αρκετών δυτικών κοινωνιών. Μια "κανονικότητα" που ξεκίνησε στις αρχές του περασμένου αιώνα και συνεχίζεται κάπως καλυμμένα μέχρι τις μέρες μας, τροφοδοτώντας με πλούτη και πρώτες ύλες ορισμένες ισχυρές χώρες, δυναστεύοντας παράλληλα αδύναμους λαούς, οι οποίοι ανήκουν σε μια κατηγορία κρατών, η οποία έχει υιοθετήσει τον παραποιημένο και περιφρονητικό χαρακτηρισμό «τρίτος κόσμος». 
Όμως για μένα, η πιο έντονη στιγμή της ταινίας, βρίσκεται στην τελευταία σκηνή όπου κάποια πολιτικά πρόσωπα προσπαθούν να εξιλεώσουν την εικόνα της Χιλής από τα εγκλήματα του παρελθόντος της, προσπαθώντας από τη μια να προσεγγίσουν τα εναπομείναντα θύματα των σφαγών για να συνεργαστούν μαζί τους, ώστε να τιμωρηθούν οι ένοχοι, υποτάσσοντάς τα παράλληλα από την άλλη σε μια εθελούσια υιοθέτηση της δυτικής κουλτούρας. Το βλέμμα της πρωταγωνίστριας που έμεινε επίμονα καρφωμένο στο φακό μέχρι να σβήσει η οθόνη, έμεινε για μέρες χαραγμένο στη μνήμη μου.
Ο σκηνοθέτης Φελίπε Γκαλβέζ επιλέγει να αφηγηθεί ένα φλέγον θέμα της χώρας του, παρουσιάζοντας την άγνωστη γενοκτονία των φυλών της Παταγονίας. Σημαντικό ρόλο στη δημιουργία της τρομακτικής ατμόσφαιρας έπαιξε ο διευθυντής φωτογραφίας Σιμόνε Ντ' Αρκάντζελο με τα εκπληκτικά πλάνα των ανοιχτών οριζόντων, των αφιλόξενων βουνών και των άγριων δασών τα οποία ερχόντουσαν σε τρομερή αντίθεση με τις φρικαλεότητες που σημειώθηκαν στα μέρη αυτά. Παράλληλα, πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξε κι η μουσική επένδυση του Χάρι Αλούτσε, η οποία διατηρεί μια ένταση καθόλη τη διάρκεια της ταινίας. Προσωπικά, βρήκα πρωτότυπους και τους κατακόκκινους τίτλους των κεφαλαίων της ταινίας, οι οποίοι εμφανίζονταν ξαφνικά και κάλυπταν απειλητικά όλη την επιφάνεια της μεγάλης οθόνης. 
Οι "Άποικοι" είναι ένα μοντέρνο και σκοτεινό γουέστερν, το οποίο τολμάει να πειραματιστεί με νέες οπτικές γωνίες, καταφέρνοντας να προσεγγίσει τις σκοτεινές πτυχές ενός όχι και τόσο μακρινού παρελθόντος, με απώτερο σκοπό να καταγγείλει την ανελέητη βαρβαρότητα των αποίκων και τη μη αναστρέψιμη καταστροφή ενός φιλήσυχου πολιτισμού που ζούσε για αιώνες ειρηνικά στην πιο απομακρυσμένη περιοχή του Νέου Κόσμου. 
Επίσης, ο δημιουργός προσπαθεί να αναδείξει και να ερμηνεύσει με έναν εύστοχο τρόπο την καταδικασμένη ιστορία της χώρας του, η οποία θεμελιώθηκε με τις βαρβαρότητες των αποίκων, προετοιμάζοντας το έδαφος των δικτατοριών που επιβλήθηκαν στις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Με λίγα λόγια, οι «Άποικοι», προσεγγίζουν με ειλικρίνεια, αλλά και με κυνισμό την απάνθρωπη φύση του ιμπεριαλισμού και της βάρβαρης κληρονομιάς του, η οποία δεν είναι άλλη από τη βίαιη κατάκτηση της εξουσίας, την επιδίωξη κάθε ανήθικου αισχροκερδούς πλούτου και τον ασφυκτικό έλεγχο των μαζών.  


Βαθμολογία: 7/10

Κυριακή 7 Απριλίου 2024

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Η Επιφώτιση (1973)

 



Ο χώρος του κινηματογράφου είναι ένα απέραντο σύμπαν γεμάτο αριστουργήματα που ακόμη αγνοούμε την ύπαρξή τους. Μέσα σ' αυτή τη χρόνια αναζήτηση σπάνιων κινηματογραφικών διαμαντιών, διαπίστωσα πως όσο περισσότερο πορευόμαστε μέσα στον αχανή κόσμο της έβδομης τέχνης, τόσο περισσότερο πειθόμαστε πως υπάρχουν ένα σωρό ταινίες που περιμένουν καρτερικά να μας μαγέψουν, να μας συνταράξουν, να μας προβληματίσουν και να μας βελτιώσουν ως ανθρώπους. Κι αυτό από μόνο του είναι ένα κίνητρο να συνεχίσω να τις αναζητώ. Η τελευταία μου αναπάντεχη ανακάλυψη είναι ένα σπάνιο υπαρξιακό κινηματογραφικό δοκίμιο, η "Επιφώτηση" (ή "Επιφοίτηση") του Πολωνού σκηνοθέτη Κριστόφ Ζανούσι. Μια κινηματογραφική ανακάλυψη που την οφείλω στις εκπληκτικές επιλογές του Cinemarian. 
Η σύνθετη κι άκρως πρωτοποριακή ταινία του Κριστόφ Ζανούσι, μας παρουσιάζει την πορεία ενός νεαρού Πολωνού, ο οποίος προσπαθεί από την πρώτη μέρα της φοιτητικής του ζωής να αναζητήσει το σκοπό της ύπαρξής του και το νόημα των επιλογών του, αλλά και το να κατανοήσει το θαύμα της ζωής. Για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, ο σκηνοθέτης επιλέγει μια περσόνα που δεν μας είναι ούτε συμπαθητική, αλλά ούτε κι αντιπαθητική. Η συνηθισμένη κι αδιάφορη όψη του, δίνει τη δυνατότητα στους θεατές να τον αφουγκραστούν και να τον κρίνουν αντικειμενικά και καθαρά τόσο για τις καθημερινές του σκέψεις όσο και για τις επιλογές που κάνει. 
Οι σπουδές του πάνω στη φυσική, του δίνουν τη δυνατότητα να συνδιαλέγεται σε καθημερινή βάση με ανθρώπους που έχουν κοινούς στόχους, κοινές αντιλήψεις, παρόμοιες ανασφάλειες και προβληματισμούς. Μέσα από αυθόρμητους διαλόγους πανεπιστημιακών που πραγματοποιούνται στις φοιτητικές αίθουσες, ανοίγεται ο άγνωστος κόσμος αυτών των τόσο κλειστών ανθρώπων της επιστημονικής ελιτ. Κάποιοι πιστεύουν πως ο κλάδος τους φέρει το βάρος του πυρηνικού ολέθρου, καθώς φυσικοί ήταν οι επιστήμονες που δημιούργησαν την ατομική βόμβα. Άλλος πιστεύει πως η φυσική είναι μια επιστήμη ξεπερασμένη, καθώς στις μέρες μας τα πρωτεία τα κουβαλάει η γενετική κι η βιολογία. Άλλοι πάλι επέλεξαν αυτό το επάγγελμα, διότι θέλουν να βγάλουν χρήμα και να αποκτήσουν κύρος μες στην κοινωνία. Και φυσικά υπάρχουν κάποιοι ρομαντικοί που πιστεύουν πως μέσα απ' αυτήν την επαγγελματική επιλογή θα καταφέρουν να γνωρίσουν ανθρώπους με κοινά ενδιαφέροντα. 
Οι απαντήσεις που ακούει ο πρωταγωνιστής από τους συμφοιτητές του και τους καθηγητές, δεν τον πείθουν. Όμως, αυτό δεν τον πτοεί καθώς βρίσκεται σε μια φάση της ζωής του που τον ελκύουν οι πειραματισμοί κι οι περιπέτειες. Οπότε τον βλέπουμε άλλες φορές να βυθίζεται σαν φάντασμα σε φοιτητικές μαζώξεις όπου κυριαρχεί η τάση της ανατολίτικης ψυχεδέλειας κι άλλες φορές να αναρριχάται σαν αερικό στους ορεινούς όγκους της νότιας Πολωνίας. Και στις δυο περιπτώσεις διαπιστώνει πως αποτυγχάνει να έρθει κοντά στην αλήθεια κι αδυνατεί να καλύψει το κενό που νιώθει πως υπάρχει μέσα του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να επιλέξει ένα άλλο μονοπάτι που θεωρεί ότι θα τον οδηγήσει στην ανθρώπινη ολοκλήρωσή του, το οποίο είναι η δημιουργία της δικής του οικογένειας. 




Αναζητώντας ο πρωταγωνιστής την πλήρη ολοκλήρωσή του, παίρνει το ρίσκο να πείσει τη σύντροφό του να συνεχίσει την κύησή της. Όμως, η απόφασή τους αυτή, είναι ολίγον επιπόλαιη, καθώς κανείς τους δεν έχει ολοκληρώσει τις σπουδές του και δεν έχει αναλογιστεί τις ευθύνες που κουβαλάει το μεγάλωμα ενός παιδιού. Ο πρωταγωνιστής θα αναγκαστεί να αφήσει τις σπουδές του για να δουλέψει, ώστε να μπορέσει να καλύψει τις ανάγκες της οικογένειάς του, κάτι που θα τον ρίξει απότομα στο στίβο της εργασιακής ζούγκλας, όπου θα διαπιστώσει βιαίως πως στις νέες για εκείνον κοινωνικές συνθήκες, κανείς δεν υπολογίζει κανέναν κι ο αλληλοσεβασμός πάει περίπατο. 
Την ίδια περίοδο, ένας φίλος του μουσικός χάνει τη μάχη με τη ζωή μετά από μια δύσκολη επέμβαση. Η εξέλιξη αυτή θα φέρει τον πρωταγωνιστή αντιμέτωπο με ηθικά διλήμματα στο κατά πόσο η επιστήμη μπορεί να επεμβαίνει βάναυσα στο σώμα των ασθενών με απώτερο σκοπό να σώσει τις ψυχές τους. Μέσα από συζητήσεις που κάνει με εξειδικευμένους γιατρούς, αναρωτιέται με ποιο δικαίωμα το ανθρώπινο είδος κάνει πειράματα πάνω σε άλλα ζώα, αναζητώντας την πολυπόθητη θεραπεία των ανθρώπινων ασθενειών. Με ποιο ήθος οι επιστήμονες αντιμετωπίζουν ως αντικείμενα μελέτης κι έρευνας τα ζωτικά όργανα νεκρών ασθενών τους; Οι απαντήσεις που παίρνει δεν τον ικανοποιούν, εκδηλώνοντας την αγανάκτησή του με τη συνταρακτική σκηνή όπου ο πρωταγωνιστής κάνει χίλια κομμάτια το δοχείο με τον εγκέφαλο του φίλου του μουσικού. 
Τα αδιέξοδα και τα αναπάντητα ερωτήματα των θετικών επιστημών θα στρέψουν τον πρωταγωνιστή στο μυστικισμό των θρησκειών. Θέλοντας απογοητευμένος να εγκαταλείψει τα εγκόσμια, θα αναζητήσει την ψυχική του γαλήνη σε κάποιο μοναστήρι. Όμως κι εκεί θα διαπιστώσει πως η παράνοια της ανθρώπινης απελπισίας χτίζει αβάσιμα δόγματα κι ανύπαρκτους θεούς, οδηγώντας τους ανθρώπους σε μια πνευματική αποχαύνωση που σε όλες τις θρησκείες ερμηνεύεται ως θεία επιφώτιση. Μέσα από διαλόγους που έχει με τους μοναχούς, διαπιστώνει πως ο γνωστικισμός δεν αρκεί, για να απαντήσει στα ζητήματα που θέτει η ανθρώπινη περιέργεια, καθώς προσφέρει μόνο μερική γνώση της πραγματικότητας. Μια αδυναμία που την είχε παρατηρήσει και στο χώρο της επιστήμης, η οποία αδυνατεί με τη σειρά της να συλλάβει την έννοια του απόλυτου.





Μετά από μια ατέρμονη υπαρξιακή οδύσσεια, ο πρωταγωνιστής θα επιλέξει την απλή λογική, βάζοντας τους προβληματισμούς του για λίγο στην άκρη, θέλοντας να επιλύσει πρώτα τα οικογενειακά του προβλήματα και να σταθεί αντάξιος των ευθυνών του, τόσο ως γονιός, όσο κι ως σύντροφος. Θα ολοκληρώσει τις σπουδές του και θα προχωρήσει σε διδακτορικό πάνω στη βιολογία, προσπαθώντας να θέσει νέους ηθικούς κανόνες στη συγκεκριμένη επιστήμη. 
Όμως, εκεί που η ζωή του έχει πάρει μια εποικοδομητική πορεία κι όλα κυλούν αρμονικά κι αποτελεσματικά, έρχεται ένα θέμα υγείας που θα τον προσγειώσει ανώμαλα, υποτάσσοντάς τον σε πιο αργούς και χαλαρούς ρυθμούς, τόσο στην επαγγελματική του καριέρα, όσο και στην καθημερινή του ζωή. 
Κι εκεί που επανέρχεται η απελπισία στον πρωταγωνιστή, η αναγκαστική παύση των αγχωτικών του ρυθμών θα του προσφέρει την πολυπόθητη επιφώτιση διότι μέσα στη σωτήρια στασιμότητά του θα συνειδητοποιήσει πως το μυστήριο νόημα της ζωής βρίσκεται στις μικρές ανθρώπινες στιγμές που περνούν και χάνονται χωρίς να το συνειδητοποιούμε εγκαίρως. 
Η μορφή του ήρωα μέσα στα τρεχούμενα νερά του ποταμού είναι ένα ποίημα, διότι συμβολίζει με τον πιο εύστοχο τρόπο τη φυσική μας αδυναμία να ελέγξουμε το χρόνο που περνά και να διαχειριστούμε σωστά τη ζωή μας που κυλάει αδιάκοπα. 
Ο Κριστόφ Ζανούσι κατάφερε να μας προσφέρει ένα σπάνιο κινηματογραφικό δοκίμιο, μέσω του οποίου προσπαθεί να μας αποδείξει πως ούτε η λογική της επιστήμης, αλλά ούτε κι ο μυστικισμός των θρησκειών θα καταφέρουν ποτέ να δώσουν κάποια ορθή απάντηση, τόσο για το μυστήριο της ζωής, όσο και για το σκοπό της ύπαρξής μας. Για να καταφέρει να μας πείσει για τη θεωρεία του αυτή, έχει επιλέξει διακεκριμένα μέλη της επιστημονικής ελίτ της χώρας του, τα οποία αντιπαρατίθενται με επιστημονικά επιχειρήματα σχετικά με την ηθική της επιστήμης και το μέλλον που μας επιφυλάσσεται. 
Κατά τη γνώμη μου, η τρίτη του ταινία δεν είναι μόνο ένα ακόμη αριστούργημα του πολωνικού κινηματογράφου, αλλά και μια από τις σπουδαιότερες στιγμές του ευρωπαϊκού κινηματογράφου προτάσσοντας αποφασιστικά τις πιο κραυγαλέες και μύχιες υπαρξιακές παλινωδίες των σκέψεών μας.


Βαθμολογία: 10/10

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2024

Φτάσαμε τα 40

 


Και να λοιπόν που πατήσαμε και τα σαράντα. Ένας αριθμός που κάποτε μου φαινόταν τόσο μακρινός κι η έλευσή του μου έφερνε μια απροσδιόριστη αναταραχή. 
Σήμερα μπαίνω στην πέμπτη δεκαετία της ζωής μου. Υποτίθεται πως βρίσκομαι στην πιο παραγωγική μου περίοδο αλλά οι βίαιες συνθήκες των περασμένων δεκαετιών με έχουν αναγκάσει στο να περιοριστώ σε έναν σχετικά ανεκτό τρόπο ζωής και κάθε πρωί που ξυπνάω να λέω ένα συμβιβαστικό "πάλι καλά...". 
Όμως η ζωή τρέχει σαν νερό. Χρόνο με το χρόνο το αισθάνομαι όλο και πιο έντονα. Προς τα πού οδεύουμε και τι αφήνουμε τελικά πίσω μας. 
Όταν έκλεισα τα τριάντα κοίταξα πίσω μου και σκέφτομαι πως "ως εδώ πάμε καλά". Κλείνοντας σήμερα τα σαράντα ξανακάνω τον ίδιο απολογισμό. Εξακολουθώ να λέω σε ατομικό επίπεδο πως "ως εδώ πάμε καλά" όμως έχει προστεθεί ένα "αλλά". 
"Ως εδώ πάμε καλά αλλά με λιγότερα αγαπημένα πρόσωπα στη ζωή. 
Ως εδώ πάμε καλά αλλά η κατάσταση γύρω μου μυρίζει μπαρούτι κι αυτό με ανησυχεί αρκετά.
Ως εδώ πάμε καλά αλλά ένα ένα τα όνειρά μου σβήνουν και τα μελλοντικά μου σχέδια περιορίζονται".
Όλα τα παραπάνω δεν τα λέω με μια δόση μιζέριας και μελαγχολίας. 
Είναι επακόλουθο να χάσεις σημαντικούς για τη ζωή σου ανθρώπους. 
Είναι πιο ρεαλιστικό να αρχίσεις να πατάς πιο γερά στα πόδια σου και να αρχίσεις να διεκδικείς πιο λογικές προσδοκίες κι επιθυμίες. 
Είναι πιο ώριμο να σταματάς να αναζητάς την επιβεβαίωση από πολλούς κι άγνωστους ανθρώπους και να στρέφεσαι μόνο στους λίγους κι αληθινούς ανθρώπους που έχεις αποφασίσει να κρατήσεις στη ζωή σου. 
Σε μια λοιπόν περίοδο που κυριαρχεί το σκοτάδι της καθεστωτικής ανελευθερίας και της δολοφονημένης δικαιοσύνης, οι οποίες στερούν σε κάθε ευσυνείδητο συνάνθρωπό μου να κοιτά με αισιοδοξία το κοντινό του μέλλον, θα επιμείνω στην προσπάθειά μου να συνεχίσω να ζω την κάθε στιγμή που περνά και χάνεται. Να συνεχίσω την ίδια τακτική ώστε να νιώσω τα πόδια μου να πατούν πιο γερά πάνω στη γη. Να συνεχίσω να κυνηγώ τα όνειρά μου κάνοντας εφικτές υπερβάσεις, ώστε να φτάσω στα πενήντα και να πω για τρίτη φορά το "ως εδώ πάμε καλά".

Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2024

Τέμπη, ένας χρόνος μετά


του Παντελή Μπουκάλα
σκίτσο ανάρτησης: Δερμεντζόγλου Γιάννης


Ένα χρόνο μετά την τραγωδία των Τεμπών, πολλά κρίσιμα ερωτήματα για την αδιανόητη σύγκρουση των δύο τρένων, που έκλεψε τη ζωή 57 συνανθρώπων μας, την υγεία δεκάδων άλλων και τη γαλήνη εκατοντάδων συγγενών τους, μένουν αναπάντητα. Κάποια άλλα έλαβαν πολιτικάντικη «απάντηση» από τη νεοδημοκρατική πλειοψηφία της εξεταστικής επιτροπής της Βουλής, γεγονός προσβλητικό για τη μνήμη των νεκρών. Ακολουθώντας σεβαστικά τη θλιβερή παράδοση, η επιτροπή έδειξε προς τα πού τής είχε ταχθεί να οδεύσει ήδη με την επιλογή ως προέδρου της ενός από τους πλέον επιθετικούς και ρηχούς λαϊκιστές της Ν.Δ. Λειτουργώντας με συνοπτικές διαδικασίες, δεν σκόπευε να αναδείξει έστω το πλατωνικό «εν τρίτον από της αληθείας» αλλά να ψευτογιατρέψει (με τη συγκαλυπτική εμμονή στο «ανθρώπινο σφάλμα») τη βαριά τραυματισμένη εικόνα της κυβέρνησης. Και να φτιασιδώσει το προφίλ του Κ. Αχ. Καραμανλή, ο οποίος, σαν εταίρος της κληρονομικής δημοκρατίας μας, φρονεί ότι γεννήθηκε απαλλαγμένος ισόβια από την υποχρέωση της λογοδοσίας και της ευθύνης. 
Ως εκ τούτου, δεν κλήθηκαν ως μάρτυρες όσοι γνώστες των προβλημάτων του σιδηροδρομικού δικτύου της χώρας προειδοποιούσαν από καιρό ότι οι συρμοί κινούνται σε ράγες καταστροφικές. Η αδιαφορία για τις προειδοποιήσεις γεννάει αναπόφευκτα τη σκέψη ότι ο χαρακτηρισμός «δυστύχημα» δεν είναι απλώς υποτιμητικός αλλά αθωωτικός. Οι κυβερνήσεις (η ίδια η πολιτική συγκρότηση του ανθρώπινου βίου εντέλει) υπάρχουν για να περιορίζουν μέχρι μηδενισμού τις πιθανότητες του «τυχαίου», της «κακιάς στιγμής». Πάνε αιώνες που δεν έχουμε πια στις πόλεις μας αγάλματα της θεοποιημένης Τύχης. Γι’ αυτό και οι επιζήσαντες και οι οικείοι τους στις μηνύσεις τους καταγγέλλουν το «μαζικό έγκλημα των Τεμπών». 
Ενα από τα ερωτήματα που θέτουν επίμονα οι συγγενείς των θυμάτων, παρά τους «συμβουλάτορες πόνου», που τους προτρέπουν να ζήσουν σιωπηρά το πένθος τους, αφορά το μπάζωμα του πεδίου της τραγωδίας με χαλίκια και άσφαλτο. «Το μπάζωμα έγινε με επιμελή και μόνιμο τρόπο», γράφει στο πόρισμά του ο τεχνικός σύμβουλος του συλλόγου των συγγενών. Ποιος ο στόχος της κατεσπευσμένης «επιμέλειας», αν όχι «η αλλοίωση και η μόλυνση του σημείου», όπως παρατηρεί ο ειδικός πραγματογνώμονας; Μια τόσο βαριά απόφαση, στα όρια της ύβρεως, μπορούν άραγε να τη φορτωθούν οι σχετικώς αδύναμοι ώμοι του περιφερειάρχη Κ. Αγοραστού ή του υφυπουργού παρά τω πρωθυπουργώ Χρήστου Τριαντόπουλου;

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2024

Το έγκλημα της Δρέσδης


 

Η Δρέσδη, η «Φλωρεντία του ‘Ελβα» όπως αποκαλείτο, ήταν μια πόλη μνημείο. Μια πόλη με χαρακτήρα μουσείου, γεμάτη αρχιτεκτονικά αριστουργήματα, βιβλιοθήκες, θέατρα, μουσεία, πάρκα. Ήταν μια πόλη απαράμιλλης πολιτιστικής ομορφιάς και γι’ αυτό είχε μείνει ανέπαφη από τους βομβαρδισμούς. Γι' αυτό το λόγο, εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες από την Ανατολική Γερμανία είχαν καταφύγει εκεί. Όμως, μετά από διαταγή των Αγγλοαμερικάνων, άρχισε ο ανελέητος βομβαρδισμός της, ο οποίος ξεκίνησε στις 13 Φεβρουάριου του 1945 κι ολοκληρώθηκε δυο νύχτες μετά. Στο συγκεκριμένο έγκλημα πολέμου, 1.400 αμερικανικά και βρετανικά αεροπλάνα σε σχηματισμό V, διέσχισαν χωρίς αντίσταση τον γερμανικό ουρανό ισοπεδώνοντας την "πόλη-μουσείο". Η πόλη της Δρέσδης, ένα μνημείο του πολιτισμού καταστράφηκε ολοσχερώς. Το 88% των κτηρίων της καταστράφηκε, ενώ υπολογίζεται ότι πάνω από 120.000 άμαχοι έχασαν τη ζωή τους. 
Για το συγκεκριμένο έγκλημα πολέμου, ο Βρετανός ιστορικός Alastair Parker, αναφέρει στο βιβλίο του "Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος" (Εκδόσεις Επιλογή / Θύραθεν - Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης) τις παρακάτω αναφορές: 
«Ο βομβαρδισμός της Δρέσδης δεν προκλήθηκε από τις ανάγκες του πολέμου. Τη νύχτα της 13ης Φεβρουάριου 1945, πάνω από 800 βρετανικά βομβαρδιστικά πέταξαν στη Δρέσδη και κατάφεραν ένα από τα πιο ολέθρια πλήγματα του πολέμου. Την επόμενη ακολούθησαν πάνω από 400 αμερικανικά βομβαρδιστικά, και την 15η Φεβρουάριου άλλα 200. Παρόλο που κανείς δε γνωρίζει τον ακριβή αριθμό θανάτων, η βρετανική επιδρομή άφησε πίσω της πολύ περισσότερους νεκρούς από κάθε άλλο βομβαρδισμό, ίσως μάλιστα περισσότερους από κάθε άλλη αεροπορική επιδρομή στην ιστορία, συμπεριλαμβανομένης και της ατομικής καταστροφής στη Χιροσίμα» (σελ. 227). 
«Τα επιχειρήματα του Τσόρτσιλ ήταν: εφ’ όσον οι Γερμανοί άρχισαν πρώτοι τους βομβαρδισμούς αμάχων, νομιμοποίησαν το βομβαρδισμό των Γερμανών πολιτών. Και, δεύτερον, ότι οι Γερμανοί άξιζε να τιμωρηθούν! Κρατάμε το ξίφος της δικαιοσύνης και είμαστε αποφασισμένοι να χρησιμοποιήσουμε αυτό το ξίφος με τη μέγιστη σφοδρότητα, μέχρι τέλους» (σελ. 228). 
Συνεχίζει ο συγγραφέας: «Οι Βρετανοί χτυπούσαν κατοικημένες περιοχές για να σκοτώνουν ή να τρομοκρατούν αμάχους εργαζόμενους. Αλλά και οι μισές τουλάχιστον αμερικανικές βόμβες ρίχτηκαν στα τυφλά, σε συνθήκες νέφωσης ή ομίχλης» (σελ. 228 – 229). 
Η τελευταία άποψη βασίστηκε στο σκεπτικό του Frederick A. Lindemann, αρχισυμβούλου του Τσώρτσιλ, ο οποίος είχε ισχυριστεί πως "οι βομβαρδισμοί πρέπει να γίνονται σε σπίτια της εργατικής τάξης επειδή τα σπίτια της μεσαίας τάξης έχουν πολύ χώρο γύρω τους οπότε οι Σύμμαχοι θα ήταν υποχρεωμένοι να σπαταλήσουν περισσότερες βόμβες".

Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2024

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Γράμματα ενός Νεκρού Ανθρώπου (1986)




Υπάρχουν κάποια αριστουργήματα του κινηματογράφου που ξεφεύγουν από τα όχι και τόσο στενά πλαίσια της ελεύθερης έκφρασης κι από έργα τέχνης μετατρέπονται σε ιδεολογικά κι άκρως επαναστατικά μανιφέστο. Γι' αυτό το λόγο, οι προβολές αυτών των αριστουργημάτων είναι εμπειρίες ζωής κι αστείρευτες πηγές προβληματισμών, στοιχειώνοντας κάθε σκεπτόμενο θεατή που επιλέγει να τις παρακολουθήσει, απροετοίμαστο αρκετές φορές γι' αυτό που πρόκειται να ακολουθήσει με το σβήσιμο των φώτων στις σκοτεινές κινηματογραφικές αίθουσες. Το συγκλονιστικό σοβιετικό αριστούργημα "Γράμματα ενός Νεκρού Ανθρώπου", το οποίο έχει διακριθεί με το Μεγάλο Βραβείο στο Φεστιβάλ Μανχάιμ-Χαϊδελβέργης, ανήκει στην παραπάνω κατηγορία ταινιών, όπου με τα χρόνια έχει μετατραπεί σε μια ταινία θρύλος που εξακολουθεί να εμπνέει και να προβληματίζει με το διαχρονικό εφιαλτικό της θέμα, το οποίο δεν είναι άλλο από την αυτοκαταστροφική φύση των ανθρώπων.
Το είδος της συγκεκριμένης ταινίας θα μπορούσε να τοποθετηθεί στην κατηγορία της επιστημονικής φαντασίας καθώς παρουσιάζει κι αναλύει τους μεγάλους κινδύνους που διατρέχει η ανθρωπότητα από ενδεχόμενους λανθασμένους χειρισμούς των μεγάλων επιτευγμάτων της επιστήμης, ειδικά σε μια περίοδο που ο εφιάλτης του πυρηνικού ολοκαυτώματος ήταν ανατριχιαστικά πιθανός. Πολλά θα μπορούσαν να συμβούν τότε ή να συμβούν σήμερα, αν λάθος άτομα τοποθετηθούν σε καίριες θέσεις. Ακόμη κι ένα απρόσεκτο ανθρώπινο λάθος ή ένα φυσικό γεγονός θα μπορούσαν να αποβούν μοιραία για τον πλανήτη και την ανθρωπότητα, όπως έχει ήδη συμβεί με το Τσέρνομπιλ και τη Φουκουσίμα...  
Η συγκεκριμένη ταινία πατάει πάνω σ' ένα απρόσεκτο λάθος ενός υπολογιστή και στην αδυναμία ενός χειριστή να προλάβει μια εκτόξευση, για να δείξει πόσο αναπόφευκτα μπορεί να προκληθεί ένα πυρηνικό δυστύχημα, ισοπεδώνοντας πόλεις και μολύνοντας τον πλανήτη με ραδιενεργά στοιχεία. Οι νέες συνθήκες διαβίωσης μετά το πυρηνικό ολοκαύτωμα είναι θανατηφόρες μ' αποτέλεσμα να τεθεί ένας αυστηρός αστυνομικός νόμος, ο οποίος παρέχει προστασία σε υπόγεια καταφύγια μόνο σε δυνατούς κι απολύτως υγιείς ανθρώπους. 
Κεντρικό πρόσωπο σ' αυτήν την εφιαλτική πυρηνική δυστοπία, είναι ένας νομπελίστας φυσικός επιστήμονας, ο οποίος ζει μαζί με μια ομάδα επιβιωσάντων στους υπόγειους χώρους ενός μουσείου ιστορίας. Κατά τη διαμονή του στα σκοτεινά κι υγρά έγκατα του κτηρίου, γράφει γράμματα στο γιο του Έρικ, παρόλο που είναι σίγουρος πως δεν πρόκειται ποτέ να τα διαβάσει, καθώς τον θεωρεί νεκρό. Μέσα από τα γράμματά του, εκφράζει την απογοήτευσή του τόσο για την επιστήμη όσο και για τους ανθρώπους που επέλεξαν να τη χρησιμοποιήσουν εναντίον τους, οδηγώντας την οικουμένη σε μια μεγάλη καταστροφή. Παρόλα αυτά, εξακολουθεί να ελπίζει σε ένα καλύτερο αύριο και να παλεύει γι' αυτό, κάνοντας καθημερινές αποδράσεις από το ασφαλές του καταφύγιο, αναζητώντας και φροντίζοντας εγκαταλελειμμένα παιδιά που συναντά στην αφιλόξενη επιφάνεια της γης, θέτοντας τον ίδιο του τον εαυτό σε θανάσιμο κίνδυνο. 




Πατώντας πάνω σ' αυτήν την απόλυτη καταστροφή, στήνεται ένα συγκλονιστικό διαχρονικό μανιφέστο, το οποίο εκλιπαρεί στη σωστή χρήση της επιστημονικής προόδου, η οποία θα εξυπηρετεί τη ζωή και δε θα την εξοντώνει, θα προβλέπει και θα βελτιώνει το μέλλον κι όχι να το ισοπεδώνει. Παράλληλα παρουσιάζει τις επικίνδυνες πορείες που μπορεί να πάρει η ανθρώπινη ματαιοδοξία οδηγώντας την ανθρωπότητα σε θανάσιμους κινδύνους και μη αναστρέψιμες καταστροφές. Άραγε, μέχρι που μπορεί να φτάσει η αυτοκαταστροφική αλαζονεία του ανθρώπινου είδους και ποιο είναι το τίμημα που επιφυλάσσει για τις επόμενες γενιές; 
Το σπουδαίο αριστούργημα του Κονσταντίν Λοπουσάνσκι θέτει όλα τα παραπάνω ερωτήματα κι αποδεικνύει πως τα "Γράμματα ενός Νεκρού Ανθρώπου" δε συγκαταλέγεται στα έργα επιστημονικής φαντασίας αλλά στις προφητικές ταινίες που κραυγάζουν για την έλευση ενός μέλλοντος αρκετά δυσοίωνου κι απειλητικού. Αποκρυπτογραφεί τα σημεία της ψυχροπολεμικής περιόδου και τα αποτυπώνει με μαθηματική ακρίβεια, αποδεικνύοντας τους λόγους που η συγκεκριμένη ταινία είναι εφιαλτικά επίκαιρη. Συμπωματικά η ταινία γυρίστηκε την ίδια χρονιά που συνέβη το τραγικό δυστύχημα του Τσέρνομπιλ. 
Ο δημιουργός επιλέγει να χρησιμοποιήσει κοντινά πλάνα δημιουργώντας μια αποπνικτική ατμόσφαιρα, θέλοντας να δείξει πως η αναπόφευκτη καταστροφή είναι μη αναστρέψιμη. Όμως, παρά τον έντονο πεσιμισμό της, στην ταινία εμφανίζονται μικρές χαραμάδες ελπίδας όπως ο στολισμός ενός νεκρού χριστουγεννιάτικου δέντρου με ευτελή υλικά από μια ομάδα μικρών παιδιών που κατάφερε να διασώσει ο πρωταγωνιστής. Είναι όμως αυτό αρκετό; 
Παράλληλα, ο σκηνοθέτης επικεντρώνεται στα πάθη της ανθρώπινης ψυχής και της αδυναμίας του ανθρώπινου νου σε κάθε είδους υλιστικής εξάρτησης που μπορεί να τον οδηγήσει στην παράνοια.  Στην επίτευξη των παραπάνω αναλύσεων και στην αποτύπωση της εξαθλίωσης και των αδιεξόδων της ανθρωπότητας μετά από ένα πυρηνικό όλεθρο, έπαιξαν σημαντικό ρόλο και τα φωτογραφικά κάδρα του σπουδαίου φωτογράφου Νικολάι Ποκόπτσεφ, ο οποίος πειραματίστηκε έντονα με τις αποχρώσεις του κίτρινου και της σέπιας, προσδίδοντας στα πλάνα της ταινίας την αίσθηση της σήψης και της παρακμής. 
Αυτό που κρατάω από την ταινία, είναι τα τελευταία συγκλονιστικά λόγια ενός συνειδητοποιημένου αυτόχειρα, λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή στα υπόγεια του μουσείου. Θα ήθελα να κλείσω την ανάρτησή μου μ΄ αυτά τα λόγια, τα οποία κορυφώνουν την ουσία του νοήματος που κουβαλάει το συγκεκριμένο κινηματογραφικό μανιφέστο: 
"Σήμερα θα ήθελα να σας μιλήσω ως νεκρός προς τους νεκρούς. Με άλλα λόγια, ντόμπρα. Παρακαλώ επιτρέψτε μου να δώσω έναν λόγο για τα ανθρώπινα όντα ως βιολογικά όντα. Ήταν τραγικά όντα, ίσως καταδικασμένα απ’ την αρχή. Η θαυμάσια και μοιραία μας μοίρα έγκειται στην αποφασιστικότητά μας να είμαστε ένα βήμα μπροστά απ’ τους εαυτούς μας. Να γίνουμε καλύτεροι, απ’ ό,τι η φύση προόριζε για εμάς να είμαστε. Βρήκαμε βαθιά μέσα μας την συμπόνια, παρόλο που αυτό αλληλοαναιρούσε τους νόμους της επιβίωσης. Να βιώσουμε το αίσθημα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, παρόλο που πάντα την ποδοπατούσαμε. Να δημιουργούμε έργα τέχνης, γνωρίζοντας πολύ καλά την χρησιμότητα και την ευθραυστότητα τους. Βρήκαμε βαθιά μέσα μας την αγάπη. Κύριέ μου, πόσο δύσκολο ήταν αυτό. Οι ανελέητες δυνάμεις του χρόνου θα έφθειραν το σώμα, το πνεύμα, και τα συναισθήματα. Αλλά ο άνθρωπος συνέχισε να αγαπά, και η αγάπη δημιουργούσε έργα τέχνης. Οι τέχνες, οι οποίες αιχμαλώτισαν την απόκοσμη λαχτάρα για ένα ιδεώδες, την ατέλειωτη απελπισία μας, και την καθολική κραυγή του φόβου μας. Η κραυγή νοημόνων πλασμάτων που εγκαταλείφθηκαν στην κρύα και απαθή έρημο της πλάσης. Εδώ, πίσω απ’ αυτούς τους τοίχους, έχουμε προφέρει πολλές λέξεις μίσους, λοιδορίας και εμπαιγμού προς την ανθρωπότητα. Αλλά δεν θα την κατηγορήσω σήμερα. Όχι. Αυτό που θα ήθελα να πω είναι τούτο. Αγάπησα την ανθρωπότητα. Και την αγάπησα περισσότερο, τώρα που έχει χαθεί, ακριβώς εξαιτίας αυτής της τραγικής μοίρας". 
Μετά απ' αυτά τα λόγια, ότι κι αν προσπαθήσω να προσθέσω θα είναι περιττό. 


Βαθμολογία: 10/10

Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2024

Οι καλύτερες ταινίες του 2023



Μετά την περίοδο της πανδημίας, ο κινηματογράφος επανήλθε δριμύτερος με εξαιρετικές προτάσεις που πρόσφεραν αναπάντεχες συγκινήσεις κι όμορφες στιγμές στις πάντα αγαπημένες σκοτεινές αίθουσες. Γι' αυτό το λόγο, είμαι ικανοποιημένος από τις ταινίες που απόλαυσα το 2023 και θεωρώ πως μετά από χρόνια, η φετινή μου λίστα απαρτίζεται με δημιουργίες αξιόλογες κι ουσιώδεις
Παρόλα αυτά, για μια ακόμη φορά παρατήρησα πως αρκετές ταινίες που εκθειάστηκαν από κριτικούς κινηματογράφους κι από μια μεγάλη μερίδα του κοινού, μου φάνηκαν αδιάφορες κι υπερτιμημένες. Για παράδειγμα, η "Barbie" ήταν μια πολύχρωμη κινηματογραφική τσιχλόφουσκα, η οποία φούσκωσε κι έσκασε απότομα στις θερινές προβολές. Επίσης, το "Οπενχάιμερ" του Κρίστοφερ Νόλαν ήταν καλογυρισμένο αλλά σε αρκετά σημεία του ήταν δυσνόητο καθώς ο δημιουργός δεν πρόσφερε στο κοινό το απαραίτητο χρόνο και την κατάλληλη πληροφορία για να γίνουν κατανοητές όλες οι θεωρίες που ακούστηκαν στους διαλόγους σχετικά με την κατασκευή της ατομικής βόμβας αλλά και για τα ηθικά διλήμματα των επιστημόνων. Απολύτως αδιάφορο με άφησε η ταινία "Tar", με την Κέιτ Μπλάνσετ. Έπειτα, η πολυδιαφημισμένη "Φόνισσα" δεν κατάφερε να με αγγίξει παρόλες τις προσπάθειες της Καρυοφιλλιάς Καραμπέτη, η οποία προσπαθούσε να σώσει με την εξαιρετική της ερμηνεία το συγκεκριμένο έργο. Όσον αφορά το "Poor Things", δεν εκφέρω καμία άποψη καθώς αρνούμαι να παρακολουθήσω ξανά κάποια από τις ταινίες του Γιώργου Λάνθιμου. 
Ένα ακόμη στοιχείο που με ενόχλησε με τις παραπάνω ταινίες ήταν η οπαδική υποστήριξή τους αλλά κι η υπερβολική υποτίμησή τους από μια μεγάλη μερίδα του κινηματογραφόφιλου κοινού. Κατά τη γνώμη μου, ο φανατισμός δεν έχει χώρο στην έβδομη τέχνη, καθώς ο κινηματογράφος είναι μια ξεκάθαρα προσωπική υπόθεση που δεν έχει ανάγκη από επιθέσεις και προσβολές.
Ωστόσο, υπήρξαν κι ενδιαφέρουσες ταινίες που απόλαυσα στις σκοτεινές αίθουσες αλλά δεν κατάφεραν να μπουν στην τελική μου δεκάδα, όπως για παράδειγμα "Η Ζώνη Ενδιαφέροντος", η οποία είχε αρκετά συγκλονιστικά πλάνα κι ενδιαφέροντα κινηματογραφικά στοιχεία, αλλά η πειραματική της αφήγηση με κούρασε και σε κάποια σημεία με ενόχλησε. Όμως, θεωρώ πως είναι μια ταινία που αξίζει να δει κανείς. Επίσης ενδιαφέρουσα ταινία ήταν το "Τέρας", η οποία καταπιάνεται με το σχολικό εκφοβισμό μεταξύ των μαθητών, την τοξικότητα των κακοποιητικών γονέων απέναντι στα παιδιά τους και το δύσκολο (και σχεδόν απάνθρωπο) λειτούργημα των δασκάλων και των καθηγητών στη δυσοίωνη εποχή της "δικτατορίας των παιδιών". Αξίζει να αναφέρω και το χιλιανό "1976", το οποίο παρουσιάζει από μια ακόμη οπτική γωνιά τη σκοτεινή περίοδο της δικτατορίας του Πινοσέτ. Τέλος, αξίζει να αναφερθώ και στις "Περασμένες Ζωές" με τα καλογυρισμένα πλάνα της και τη γλυκόπικρη ιστορία ενός ανεκπλήρωτου έρωτα.
Αφήνοντας λοιπόν τις παραπάνω ταινίες στην άκρη, παρουσιάζω τη δική μου λίστα με τις δέκα καλύτερες ταινίες της χρονιάς που μας έφυγε (για περισσότερη κριτική, πατήστε πάνω στους τίτλους των ταινιών).





Η "Χώρα του Θεού" του Ισλανδού σκηνοθέτη Χίλνουρ Πάλμασον, είναι ένα υπέροχο πάντρεμα ονειρικών πλάνων βγαλμένων από τις ταινίες του Τέρενς Μάλικ κι υπαρξιακών διλημμάτων αντίστοιχων μ' αυτά που έχουμε παρακολουθήσει μέσα από τη φιλμογραφία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και του Βέρνερ Χέρτζογκ, παρουσιάζοντας συνάμα μεγαλοπρεπώς τα απόκοσμα ισλανδικά τοπία όπου το παγωμένο νερό της βροχής και των ποταμών συνυπάρχει αρμονικά με την καυτή λάβα των ηφαιστείων. Η "Χώρα του Θεού" είναι από τα σπάνια υπαρξιακά κινηματογραφικά διαμάντια που μπορούν να γίνουν αφορμή για να γεμίσουν οι σκοτεινές αίθουσες. Η ταινία είναι ένα μυσταγωγικό ταξίδι τόσο στα άγρια τοπία της Ισλανδίας όσο και στα αχαρτογράφητα ύδατα του νου. Είναι μια δοκιμασία πάνω στην πίστη προς τον άνθρωπο, τη φύση και τον θεό αλλά και μια προσπάθεια στο να κατανοήσουμε καλύτερα τόσο τον ίδιο μας τον εαυτό όσο και τις δυνατότητες που έχουμε ως άνθρωποι. 

Βαθμολογία: 8/10




Η νέα ταινία του Κιρίλ Σερεμπρένικοφ ανήκει στις κινηματογραφικές περιπτώσεις που αδίκως περνούν αθόρυβα από τις σκοτεινές αίθουσες και δεν απολαμβάνουν την αναγνωρισιμότητα που τους αναλογεί. Η "Γυναίκα του Τσαϊκόφσκι είναι μια μυσταγωγική πανδαισία υπέροχων κι άκρως ισορροπημένων κάδρων, τα οποία ενισχύονται με έναν απόκοσμο ατμοσφαιρικό φωτισμό, προσφέροντας ένα μοναδικό κινηματογραφικό διαμάντι, του οποίου τα εντυπωσιακά πλάνα μένουν γι' αρκετό καιρό ανεξίτηλα στη μνήμη των θεατών. Όμως, η ταινία αφήνει την αίσθηση πως μετατράπηκε σε καυτή πατάτα στα χέρια του σκηνοθέτη, μ' αποτέλεσμα κάπου στο τέλος να χάνονται κάπως το μέτρο κι ο σκοπός της, ενώ η σκηνοθετική πειραματική υπερβολή, μου άφησε ένα απογοητευμένο αναπάντητο "γιατί". Παρόλα αυτά, η "Γυναίκα του Τσαϊκόφσκι" είναι μια κινηματογραφική πανδαισία υπέροχων πλάνων, που δυστυχώς από ένα σημείο κι έπειτα χάνει την ισορροπία και το ύφος της. Όμως, παρόλα αυτά, δεν περνάει απαρατήρητη κι αδιάφορη από το σινεφίλ κοινό. 

Βαθμολογία: 8/10




Για μια ακόμη φορά, ο Φίλιππος Κουτσαφτής χρησιμοποιεί την ίδια αλάνθαστη συνταγή με την "Αγέλαστο Πέτρα", ανασυνθέτοντας το πλούσιο μωσαϊκό ενός ακόμη τόπου, κινηματογραφώντας για δεκαετίες με απώτερο σκοπό να διατηρήσει τις μοναδικές στιγμές της Ζάκρου μέσα από τα πρόσωπά της, όπως τους ηλικιωμένους κατοίκους που δεν έφυγαν ποτέ από το χωριό τους αλλά και τα μικρά παιδιά που μεγάλωσαν και το καθένα πήρε τον δικό του δρόμο. Το σημαντικότερο όμως είναι πως για μια ακόμη φορά, ο σπουδαίος Έλληνας δημιουργός κατάφερε να διαφυλάξει στην κοινή μας μνήμη σπουδαίες προσωπικότητες που επιτέλεσαν εξέχον έργο στους τόπους τους, όπως ο αρχαιολόγος Νικόλαος Πλάτων. Αυτό που γίνεται αντιληπτό μέσα από το "Ζάκρος" είναι πως για τον Φίλιππο Κουτσαφτή, η ιστορία καταγράφεται μέσα από διαδοχικές κι υπομονετικές επισκέψεις, οι οποίες για μια ακόμη φορά θα τον οδηγήσουν στο ίδιο σημείο, το οποίο δεν είναι άλλο από την αναζήτηση του χαμένου χρόνου. Ενός χρόνου άγνωστου και μυστηριώδη, σύμφωνα με τα λόγια του Αυγουστίνου, ο οποίος είχε πει ότι «όσο δεν με ρωτάς ξέρω τι είναι ο χρόνος, αν όμως με ρωτήσεις δεν ξέρω να απαντήσω». 

Βαθμολογία: 8/10




Η "Ανατομία μιας Πτώσης", είναι ένα καλογυρισμένο δικαστικό θρίλερ που επεδίωξε να παρουσιάσει και να αναλύσει τα πνιγηρά αδιέξοδα των σημερινών ζευγαριών και την υπόκωφη σύγκρουση των ναρκισσισμών που μετατρέπουν αρκετούς συντρόφους σε χρόνιους ανταγωνιστές. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, η "Ανατομία μιας Πτώσης" να μετατραπεί σε ανατομία μιας σύγχρονης σχέσης, αλλά και σε ανατομία του υπερεγώ των προσώπων που εμπλέκονται στη συγκεκριμένη ιστορία. Είναι ένα σκληρό κι ώριμο έργο, του οποίου η αμεσότητα αφήνει μια πικρή γεύση στο τέλος, καθώς μας φέρνει αντιμέτωπους με όλες τις καθημερινές στιγμές της ζωής μας όπου βρεθήκαμε στη θέση να κρίνουμε κάποιον ή να κριθούμε από άλλους. Πόσες απ' αυτές τις φορές κρίναμε βιαστικά κι επιπόλαια, μ' αποτέλεσμα να γίνουμε άδικοι σε πρόσωπα που δε φέραν καμία απολύτως ευθύνη κι επίσης πόσες φορές έχουμε αδικηθεί κι εμείς από άλλους με τον ίδιο τρόπο. Μα το κυριότερο, πόσες φορές αναγκάσαμε ανθρώπους να απαρνηθούν τον εαυτό τους και πόσες φορές τον έχουμε απαρνηθεί εμείς. Άραγε, πόσες φορές έχουμε σκοτώσει την αλήθεια; 

Βαθμολογία: 8/10




Μετά από αρκετό καιρό, ο γαλλικός κινηματογράφος έδειξε πως παρά την ποιοτική του πτώση, εξακολουθεί να είναι παρών σε γεγονότα που έχουν τραυματίσει και σημάδεψει τις κοινωνίες μας τα τελευταία χρόνια. Το "Revoir Paris" είναι μια απ' αυτές τις ταινίες που είμαι βέβαιος πως θα συζητηθούν αρκετά, ενώ η θεματολογία της κι ο τρόπος που την παρουσιάζει και την αναλύσει, κάνει την ταινία συνταρακτικά επίκαιρη. Σ' αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο κι η ηθοποιός Βιρζινί Εφιρά, η οποία πρόσφερε μια ακόμη εξαιρετική ερμηνεία χωρίς εξάρσεις και μελοδραματισμούς. Με εκπληκτική εκφραστικότητα και με ένα υπέροχο βλέμμα, ειλικρινές και συναισθηματικά φορτισμένο, μεταφέρει στους θεατές όλα αυτά που βιώνει κανείς μετά από μια τραγωδία. Δικαίως κέρδισε το βραβείο Σεζάρ στην κατηγορία της Καλύτερης Γυναικείας Ερμηνείας. Όμως κι οι υπόλοιποι ηθοποιοί παίζουν με όρεξη και υποστηρίζουν άψογα τους χαρακτήρες που ερμηνεύουν, προσφέροντας έναν ρεαλισμό τόσο στην ιστορία όσο και στις μεταξύ τους σχέσεις. Το "Revoir Paris" είναι ένα συνταρακτικό κινηματογραφικό διαμαντάκι που αναζητά καθετί ανθρώπινο κι αλληλέγγυο που ξεπηδά μετά από μεγάλες τραγωδίες, προσπαθώντας να φωτίσει λίγο τις ψυχές μας απέναντι στο ζόφο του κοινωνικού ανταγωνισμού και της απάνθρωπης ξενοφοβίας που έχουν κυριαρχήσει εφιαλτικά σε μια κοινωνία κουρασμένη, απελπισμένη και γερασμένη. 

Βαθμολογία: 8/10





Μια από τις πιο αξιόλογες κι ειλικρινείς ταινίες που βγήκαν στις σκοτεινές αίθουσες τη χρονιά που μας πέρασε, είναι η γλυκόπικρη "Τελευταία Παμπ" του Κεν Λόουτς, η οποία σύμφωνα με τα λεγόμενά του είναι η τελευταία που γυρίζει, καθώς η όρασή του κι η μνήμη του έχουν ατονήσει και τον δυσκολεύουν αρκετά στο δημιουργικό του κομμάτι. Με την απόφασή του αυτή, θεωρώ πως ο 87χρονος αγαπημένος σκηνοθέτης κλείνει την πλούσια φιλμογραφία του με μια ανθρώπινη και κάπως αισιόδοξη ματιά απέναντι στους δύσκολους καιρούς που διανύουμε. Η "Τελευταία Παμπ" είναι ο τελευταίος καρπός μιας σπουδαίας "παλιάς βελανιδιάς" που προσπαθεί να μας δείξει και να μας πείσει μέχρι την ύστατη στιγμή, πως υπάρχει ακόμη ελπίδα αρκεί να συνυπάρξουμε αρμονικά κι αλληλέγγυα. Η «Τελευταία Παμπ» είναι ένας συγκινητικός επίλογος του βαθιά πολιτικοποιημένου και ουμανιστικά σκεπτόμενου Κεν Λόουτς. Ενός σπουδαίου ανθρώπου που υπήρξε ως το τέλος της δημιουργικής του καριέρας πιστός στα ιδανικά του αλλά και στην προσδοκία του για έναν κόσμο δίκαιο και δημοκρατικό. Υπηρετώντας πιστά τον κοινωνικό ρεαλισμό, ο Κεν Λόουτς επέλεξε να κλείσει την πλούσια φιλμογραφία του με ένα κάλεσμα απ' την αδράνεια στη δράση. 

Βαθμολογία: 8/10





Η "Γη της Επαγγελίας", παρά τη λανθασμένη της μετάφρασή από τον αυθεντικό δανέζικο τίτλο της ταινίας, ταιριάζει απόλυτα με την ιστορία που παρουσιάζεται καθώς το έργο είναι ένα βίαιο κι αγωνιώδες κινηματογραφικό διαμάντι, το οποίο εκτινάσσεται σε ανώτερα κινηματογραφικά επίπεδα χάρη στα εντυπωσιακά του πλάνα, τα κοινωνικά μηνύματα που περνάει, την ατμοσφαιρική του μουσική αλλά και την εκπληκτική ερμηνεία του Μαντς Μίκελσεν. Η ταινία είναι ένα σκληρό και κυνικό κινηματογραφικό διαμάντι χωρίς να προσφέρει κάποια επίπλαστη αισιοδοξία καθώς αποδεικνύει πως το κάθε όνειρο απαιτεί τις ανάλογες θυσίες. 

Βαθμολογία: 9/10





Όταν παρακολούθησα στην κατάμεστη αίθουσα του κινηματογράφου Άστυ το "Μαργαριταρένιο Κουμπί" του Πατρίσιο Γκουσμάν, πείστηκα πως ανακάλυψα έναν σπάνιο, ειλικρινή και συγκινητικό ποιητή της έβδομης τέχνης. Με τις προβολές του προγενέστερου "Νοσταλγώντας το Φως" και του μεταγενέστερου "Η Οροσειρά του Ονείρων", όχι μόνο επιβεβαιώθηκε η πεποίθησή μου αυτή, αλλά ενισχύθηκε περαιτέρω. Έκτοτε, θεωρώ φανατικά πως ο Πατρίσιο Γκουσμάν είναι ο σπουδαιότερος δοκιμιογράφος του σύγχρονου κινηματογράφου. Όταν σημειώθηκε η συγκλονιστική εξέγερση των Χιλιανών το φθινόπωρο του 2019, ήμουν βέβαιος πως μέσα απ' τα γεγονότα που παρατηρούσαμε αποσβολωμένοι αλλά κι ολίγον ντροπιασμένοι για τον δικό μας μοιρολατρικό τρόπο ζωής, θα ξεπηδήσει ένα ακόμη αριστουργηματικό δοκιμιακό ντοκιμαντέρ από τον σπουδαίο Χιλιανό σκηνοθέτη. Το 2022, ο Πατρίσιο Γκουσμάν επαλήθευσε τις προσδοκίες μου, παρουσιάζοντας στο κινηματογραφόφιλο κοινό το "My Imaginary Country". Για μια ακόμη φορά, ο Πατρίσιο Γκουσμάν προσφέρει ένα ανεπανάληπτο κινηματογραφικό ποίημα. Ως φύλακας των στιγμών του παρελθόντος μέσα από τα προηγούμενα αριστουργηματικά του δοκιμιακά ντοκιμαντέρ, έρχεται σήμερα ως φύλακας των στιγμών του παρόντος, γνωρίζοντας πως η νέα του ταινία μπορεί να μετατραπεί σε έναν ακόμη φάρο των εξεγέρσεων που ήδη εκκολάπτονται στις δοκιμαζόμενες κοινωνίες. Γι' αυτούς τους λόγους, θεωρώ πως το "My Imaginary Country" είναι ότι πιο ελπιδοφόρο κι εκρηκτικό έργο έχω παρακολουθήσει τα τελευταία χρόνια στον κινηματογράφο. 

Βαθμολογία: 10/10




Η επιστροφή του σπουδαίου και πολυαγαπημένου Τούρκου σκηνοθέτη Νουρί Μπίλγκε Τζεϊλάν στις σκοτεινές αίθουσες, θεωρείται από μόνη της ως ένα από τα αναμενόμενα και σημαντικότερα κινηματογραφικά γεγονότα της χρονιάς. Πόσο μάλλον όταν η νέα του ταινία έρχεται με πολλές διακρίσεις από τα διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ, με σημαντικότερη τη βράβευση της εκπληκτικής πρωταγωνίστριας Μέρβε Ντισντάρ στο φετινό φεστιβάλ των Καννών. Μετά από τα δύο προηγούμενα αριστουργήματα Χειμερία Νάρκη (2014) κι Άγρια Αχλαδιά (2018) αλλά και τα εξαιρετικά Κλίματα Αγάπης (2006), Μακριά (2002) και Σύννεφα του Μάη (1999), οι προσδοκίες μου για τον κινηματογραφικό έργο του Τζεϊλάν είναι ιδιαίτερα απαιτητικές, καθώς η νέα του ταινία έρχεται με έναν αέρα δυναμισμού κι ωριμότητας. Με τα "Ξερά Χόρτα", ο σπουδαίος Τούρκος δημιουργός αναζητάει την πολυπόθητη Άνοιξη της χώρας του, σε μια δύσκολη περίοδο όπου κυριαρχεί ο τσουχτερός χειμώνας και το ιδιαίτερα θερμό κι άνυδρο καλοκαίρι, αναγκάζοντας τους ανθρώπους να έχουν παρόμοια μοίρα μ' αυτήν των χόρτων στις αφιλόξενες στέπες της Τουρκίας, όπου παραμένουν συνεχώς ξερά. Γι' αυτόν τον λόγο, ο Νουρί Μπίλγκε Τζεϊλάν, μας ταξιδεύει για μια ακόμη φορά στα βάθη της Τουρκίας, θέλοντας σ' αυτό το σκληρό περιβάλλον να μας παρουσιάσει τα αδιέξοδα των ανθρώπων, τα ναρκωμένα τους όνειρα, τον εγκλωβισμό τους σε μια θανάσιμη στασιμότητα και το κουρδικό ζήτημα που εξακολουθεί να ελοχεύει στην τουρκική κοινωνία. Με τα "Ξερά Χόρτα", ο Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν καταφέρνει να μας προσφέρει μια ακόμα άκρως λυρική ταινία, προσπαθώντας μέσα απ' αυτήν να βρει τη χαμένη άνοιξη της Τουρκίας, ώστε μαζί με το φθινόπωρο (μέσω της Άγριας Αχλαδιάς), να επανενώσει πάλι τις τέσσερις εποχές, φέρνοντας την πολυπόθητη ισορροπία στους ανθρώπους. Ο εννοιολογικός συμβολισμός του τίτλου δεν είναι τίποτα παραπάνω από τους σύγχρονους σκεπτόμενους ανθρώπους, οι οποίοι προσπαθούν να μοιραστούν τις ανησυχίες τους και τα όνειρά τους, αλλά και να ενώσουν τις δυνάμεις τους, ξέροντας πως μέσα από τη συνύπαρξη και την αλληλεγγύη, θα καταφέρουν να βρουν μια πολυπόθητη ηλιαχτίδα ελπίδας για να αντιμετωπίσουν τη μοναξιά και την πλήξη των σημερινών κοινωνιών. 

Βαθμολογία: 9/10





Οι δημιουργοί Φελίξ Βαν Γκρόνινγκεν και Σάρλοτ Βαντερμίς προσφέρνουν ένα υπέροχο και συγκινητικό κινηματογραφικό διαμάντι, βασισμένο στο βιβλίο του Πάολο Κονιέτι. Η ιστορία της ταινίας είναι πολυσύνθετη καθώς ανοίγει αρκετά μέτωπα αλλά συνάμα και τόσο οικεία. Είναι η αποθέωση μιας ειλικρινούς παιδικής φιλίας, η οποία δοκιμάζεται στο χρόνο και στις διαφορετικές συνθήκες. Πάνω σ' αυτήν την απόλυτη αντίθεση των δυο φίλων πατάνε οι δημιουργοί προσφέροντας ένα από τα συγκινητικότερα αριστουργήματα των τελευταίων χρόνων. Τα "Οκτώ Βουνά" είναι μια κινηματογραφική ωδή στην πραγματική αγάπη που υπάρχει μεταξύ των ανδρών, η οποία όσο δύσκολο είναι να εκφραστεί με λόγια, τόσο πιο εύκολα εκδηλώνεται με πράξεις. Είναι μια υπενθύμιση των μικρών πραγμάτων που συμβαίνουν στην παιδική μας ηλικία και μένουν χαραγμένα στη μνήμη, με τη σπουδαιότητά τους να μεγαλώνει όσο περνούν τα χρόνια. Επίσης, είναι ένας ύμνος προς την φύση, η οποία έχει τη δύναμη να αλλάξει τους ανθρώπους, να τους δώσει κίνητρο για να κυνηγήσουν τα όνειρά τους, να γιατρέψει τις ανοιχτές πληγές τους αλλά και να τους βρει κάποια διέξοδο στα χρόνια προβλήματά τους. Τέλος, είναι μια ειλικρινής εξομολόγηση στην προσπάθεια του κάθε άνδρα να ξεπεράσει τον πατέρα του, αποφεύγοντας τις λάθος επιλογές των γονιών του κι εκπληρώνοντας τα όνειρά του. 

Βαθμολογία: 9/10

Τρίτη 16 Ιανουαρίου 2024

Η Γη της Επαγγελίας (2023)

 


Είχα καιρό να βγω από μια σκοτεινή αίθουσα κατενθουσιασμένος κι υπέρτατα ικανοποιημένος από μια απρόσμενη μαγευτική κινηματογραφική εμπειρία κι αυτό το οφείλω στον Δανό σκηνοθέτη Νικολάι Αρσέλ, ο οποίος επέστρεψε στην πατρίδα του μετά από ένα όχι και τόσο πετυχημένο πέρασμα στο Χόλυγουντ. Η "Γη της Επαγγελίας", παρά τη λανθασμένη της μετάφραση από τον αυθεντικό δανέζικο τίτλο της ταινίας, ταιριάζει απόλυτα με την ιστορία που παρουσιάζεται καθώς το έργο είναι ένα βίαιο κι αγωνιώδες κινηματογραφικό διαμάντι, το οποίο εκτινάσσεται σε ανώτερα κινηματογραφικά επίπεδα χάρη στα εντυπωσιακά του πλάνα, τα κοινωνικά μηνύματα που περνάει, την ατμοσφαιρική του μουσική αλλά και την εκπληκτική ερμηνεία του Μαντς Μίκελσεν.  
Η ταινία βασίζεται στην αληθινή ιστορία του Λούντβιχ φον Κέιλεν, ενός παρασημοφορημένου βετεράνου λοχαγού, ο οποίος έχοντας πίσω του μια εικοσιπενταετή καριέρα στο γερμανικό στρατό, αποφασίζει το 1755 να απαλλαγεί από την παρελθοντική του ταπεινή προέλευση και να ανέβει κοινωνική βαθμίδα διεκδικώντας τον τίτλο του βαρόνου. Για να το πετύχει αυτό, επιχειρεί να καλλιεργήσει μια αφιλόξενη κι άγονη περιοχή στη χερσόνησο της Γιουτλάνδης, υποσχόμενος στον βασιλιά, τη δημιουργία μιας νέας αγροτικής αποικίας. 
Η αποστολή του δεν είναι σε καμία περίπτωση εύκολη αλλά η επιμονή του σε πρώτη φάση, φαίνεται πως μπορεί να επιφέρει το πολυπόθητο αποτέλεσμα. Όμως, για την επίτευξη του στόχου του, θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες της στέρφας γης, τις άγριες διαθέσεις του καιρού αλλά και τα εμπόδια που του προκαλεί ο τοπικός γαιοκτήμονας Φρέντερικ Ντε Σίνκελ, ο οποίος προσπαθεί με κάθε τρόπο να διατηρήσει την υποτιθέμενη κυριαρχία του στα περίχωρα της Γιουτλάνδης. 
Επίσης, η περιοχή που προσπαθεί να καλλιεργήσει ο Λούντβιχ φον Κέιλεν, είναι γεμάτη τσιγγάνους που κρύβονται στα δάση και σε νυχτερινές τους επιδρομές κατακλέβουν τις περιουσίες των κατοίκων. Όμως, οι αντίξοες συνθήκες και τα σαδιστικά εμπόδια του τοπικού γαιοκτήμονα, θα οδηγήσουν τον επίδοξο βετεράνο λοχαγό, να συνεργαστεί με τους κατατρεγμένους, δημιουργώντας νέες κοινωνικές συμβάσεις αλλά και συνθήκες κανονικού πολέμου. 




Ολόκληρη η ταινία πατάει πάνω στη στιβαρή ερμηνεία του Μαντς Μίκελσεν, ο οποίος εκπροσωπεί με εντυπωσιακό τρόπο το εγωιστικό πείσμα και την επίμονη θέληση του ανθρώπου στην επίτευξη κάθε στόχου που μπορεί να δείχνει εκ πρώτης όψεως άπιαστος κι απατηλός. Η παρουσία του ρυθμίζει τη σκοτεινή ατμόσφαιρα της ταινίας καθώς στο πρόσωπό του είναι εμφανή τα σημάδια της αγωνίας και των κακουχιών ενώ σε κάποιες στιγμές που υπερτερεί το ένστικτο της επιβίωσης από την ανθρώπινη λογική, αναγκάζεται να μετατραπεί σε θανάσιμο τέρας. Επίσης, με κάθε ευκαιρία, φανερώνει την έκδηλή του επιθυμία για την πολυπόθητη αποδοχή από την αριστοκρατική τάξη που θα του προσφέρει το απαραίτητο κύρος.
Ένα ακόμη δυνατό στοιχείο της ταινίας είναι η κλασική αφήγηση που επιλέγει ο Δανός σκηνοθέτης Νίκολαϊ Άρσελ, προσφέροντας μια ψυχρή σκανδιναβική εκδοχή των διάσημων γουέστερν του παρελθόντος, όπου παρουσιαζόταν η αρχέγονη προσπάθεια των ανθρώπων να δαμάσουν τη Φύση. Μέσα από τη σκηνοθετική του ματιά, παρουσιάζει μια πειστική απεικόνιση των αντίξοων κι απειλητικών συνθηκών που επικρατούσαν στους βάλτους του βορρά και στήνει ένα πλήρες ανθρώπινο μωσαϊκό προσπαθώντας μ' αυτόν τον τρόπο να περάσει επιτυχώς έναν κοινωνικό σχολιασμό σε ζητήματα ταξικής εξουσίας, σχέσης φύλων και φυλών, ξενοφοβίας, ρατσισμού, μισογυνισμού και εργασιακής εκμετάλλευσης από την άρχουσα τάξη. 
Τα ξεσπάσματα βίας που προκύπτουν στην ιστορία, παρουσιάζουν την ποικιλόμορφη όψη του κακού που δυστυχώς διαιωνίζεται επ' άπειρον, φτάνοντας στο παρόν, οδηγώντας πάντα τις ίδιες ευάλωτες κοινωνικές τάξεις στο περιθώριο, καταδικάζοντας ξανά τόσο τις συνθήκες ζωής τους όσο και το μέλλον τους.




Αποκορύφωμα στις κοινωνικοπολιτικές τοποθετήσεις της ταινίας είναι ο κυνικός διάλογος του επίμονου πρωταγωνιστή με τον επιπόλαιο γαιοκτήμονα:
- Ο Θεός έστειλε τον άνθρωπο στη Γη να δημιουργήσει Πολιτισμό.
- Ο Θεός είναι χάος, η ζωής είναι χάος.
- Μονάχα ο πόλεμος είναι χάος.
Παράλληλα, η ταινία αποτυπώνει με ωμό ρεαλισμό τον βίαιο κι ανηλεή τρόπο επιβίωσης που αναγκάζονται να επιλέξουν οι άνθρωποι όταν βρίσκονται κάτω από αφιλόξενες συνθήκες κι όταν επιθυμούν να υλοποιήσουν με κάθε τρόπο και κάθε τίμημα τους στόχους τους, ακόμη κι όταν αυτοί δείχνουν ουτοπικοί.
Ελπιδοφόρο μήνυμα στη δυστοπία εκείνης της περιόδου που παρουσιάζεται στο έργο, είναι η αρμονική συνύπαρξη κι η αλληλεγγύη που ανθίζει ανάμεσα στα διαφορετικά πρόσωπα που απαρτίζουν την ιδιαίτερη "οικογένεια" που δημιουργεί ο Λούντβιχ φον Κέιλεν με την υπηρέτριά του και μια μικρή τσιγγάνα που αποφασίζει να "υιοθετήσει". Ο κόσμος μπορεί να προχωρήσει μπροστά, μόνο ενωμένος ανεξαρτήτως φύλου, φυλής, θρησκείας, εθνικότητας και χρώματος.
Η "Γη της Επαγγελίας" είναι ένα σκληρό και κυνικό κινηματογραφικό διαμάντι χωρίς να προσφέρει κάποια επίπλαστη αισιοδοξία καθώς αποδεικνύει πως το κάθε όνειρο απαιτεί τις ανάλογες θυσίες. Είναι μια άψογη καλογυρισμένη ταινία με καθαρά κι άκρως ισορροπημένα πλάνα που στέκουν εντυπωσιακά στη μεγάλη οθόνη και με μια καθηλωτική ερμηνεία του Μαντς Μίκελσεν, ο οποίος καταφέρνει να λάμψει μες στους υγρούς και σκοτεινούς βάλτους της Δανίας. Η "Γη της Επαγγελίας" είναι μια από τις έντονες μαγευτικές στιγμές που όλο και πιο σπάνια απολαμβάνουμε στις κινηματογραφικές αίθουσες.


Βαθμολογία: 9/10

Τετάρτη 10 Ιανουαρίου 2024

Η Τελευταία Παμπ (2023)



Μια από τις πιο αξιόλογες κι ειλικρινείς ταινίες που βγήκαν στις σκοτεινές αίθουσες τη χρονιά που μας πέρασε, είναι η γλυκόπικρη "Τελευταία Παμπ" του Κεν Λόουτς, η οποία σύμφωνα με τα λεγόμενά του είναι η τελευταία που γυρίζει, καθώς η όρασή του κι η μνήμη του έχουν ατονήσει και τον δυσκολεύουν αρκετά στο δημιουργικό του κομμάτι. Με την απόφασή του αυτή, θεωρώ πως ο 87χρονος αγαπημένος σκηνοθέτης κλείνει την πλούσια φιλμογραφία του με μια ανθρώπινη και κάπως αισιόδοξη ματιά απέναντι στους δύσκολους καιρούς που διανύουμε. Η "Τελευταία Παμπ" είναι ο τελευταίος καρπός μιας σπουδαίας "παλιάς βελανιδιάς" που προσπαθεί να μας δείξει και να μας πείσει μέχρι την ύστατη στιγμή, πως υπάρχει ακόμη ελπίδα αρκεί να συνυπάρξουμε αρμονικά κι αλληλέγγυα. 
Με την τελευταία του ταινία, ο Κεν Λόουτς μας γυρνάει στο 2016, όταν το προσφυγικό ζήτημα διένυε την πιο δύσκολη κι έντονη περίοδό του, με τις δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες να υποδέχονται μουδιασμένες αρκετές προσφυγικές οικογένειες που κατέφθαναν διωκόμενες από τις σφαγές της Συρίας. Κάποιες απ' αυτές τις οικογένειες μεταφέρονται σε ένα ξεχασμένο χωριό της βορειοανατολικής Αγγλιας, του οποίου οι κάτοικοι εργάζονταν στο παρελθόν ως ανθρακωρύχοι. Όμως σήμερα το χωριό αυτό βιώνει την απόλυτη παρακμή του, διατηρώντας ζωντανές τις μνήμες της παλιάς του ευημερίας και των αγώνων των κατοίκων του κατά των απάνθρωπων κι αντιεργατικών μέτρων της Μάργκαρετ Θάτσερ. Σημείο αναφοράς κάποιων από των κατοίκων αυτού του χωριού είναι η "Παλιά Βελανιδιά" (Old Oak) που διαχειρίζεται ο συμπαθής Τίτζεϊ.
Η ήρεμη και στάσιμη ζωή του χωριού θα διακοπεί όταν θα φτάσουν οι πρώτες οικογένειες προσφύγων. Η ξενοφοβία των ντόπιων θα εκδηλωθεί μέσα από τον εκφοβισμό και τις απειλές προς τα νέα πρόσωπα που καταφθάνουν, με αποκορύφωμα το σπάσιμο της φωτογραφικής μηχανής μιας νεαρής κοπέλας, της Γιάρα. 
Ο Τίτζεϊ αρχικά θα υπερασπιστεί τους πρόσφυγες διότι κατανοεί το δράμα τους, καθώς μέσα από δικά του βιώματα έχει μάθει να αντικρίζει όλα τα προβλήματα κατάματα και να τα αντιμετωπίζει με θάρρος κι επιμονή χωρίς να παραδίνεται και να επιρρίπτει ευθύνες σε τρίτους. Όμως στην πορεία θα αναγκαστεί να διατηρήσει μια ουδέτερη στάση, σκεπτόμενος πως δεν μπορεί να πάει κόντρα στο μικρό του πελατολόγιο που εξακολουθεί να κρατά ζωντανή την παμπ του. 
Από την άλλη, η Γιάρα μέσα από τον φωτογραφικό της φακό και τις εμπειρίες που έχει αποκομίσει από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης προσφύγων της Μεσογείου, θα καταγράψει όλα τα τεκταινόμενα που λαμβάνουν χώρα από την άφιξη των προσφύγων στο απομακρυσμένο χωριό, καθώς και τις προσπάθειες εγκατάστασής τους στην τοπική κοινωνία. Πάνω σ' αυτό, θα παίξει μεγάλο ρόλο το ένστικτο της επιβίωσης και της ομαλής ένταξης των νεόφερτων στην τοπική κοινωνία, το οποίο θα δώσει κάποιες λύσεις στις εντάσεις και τους προπηλακισμούς. Η Γιάρα μέσα από τις κορνιζαρισμένες φωτογραφίες που θα παρατηρήσει στην παμπ, θα μάθει την πρόσφατη ιστορία του μικρού χωριού και θα κατανοήσει τις δυσκολίες του παρελθόντος που βαραίνουν τους κατοίκους του. Έτσι, θα σκεφτεί να επαναλάβει ένα κίνημα αλληλεγγύης που σημειώθηκε στην τοπική κοινωνία τη δεκαετία του '80, όταν όλοι μαζί συσπειρώθηκαν για να αντιμετωπίσουν τη νεοφιλελεύθερη εγκληματική πολιτική της Θάτσερ. Με αυτόν τον τρόπο θα επιδιώξει να γκρεμίσει τα ξενοφοβικά τείχη και να  αναζωπυρώσει τη λησμονημένη ανθρωπιά.
Η πρωτοβουλία της Γιάρα θα φέρει πιο κοντά τους Άγγλους κατοίκους με τους Σύριους πρόσφυγες, αποδεικνύοντας πως όλοι μαζί, ανεξαρτήτως εθνικότητας, είναι θύματα του ίδιου κοινωνικοπολιτικού συστήματος. Προσωπικά βρήκα εξαιρετική τη σκηνή με τη μετατροπή του κλειστού δωματίου της παμπ σε σκοτεινή αίθουσα, όπου προβάλλονται οι φωτογραφίες της Γιάρα με τη συνοδεία ενός ανατολίτικου παραδοσιακού οργάνου. Μέσα από τις φωτογραφίες της, παρουσιάζεται το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, φανερώνοντας την προσδοκία της αρμονικής συνύπαρξης όλων των ανθρώπων που βιώνουν τις επιπτώσεις της χρόνιας οικονομικής και πολεμικής κρίσης. Μέσα από τα διάσπαρτα χαμόγελα και τη διάχυτη συγκίνηση που απλώνεται στην αίθουσα, η κλειστή κοινωνία του χωριού καταφέρνει να ακυρώσει τα σύνορα και να εξυψώσει τα ανθρώπινα δικαιώματα που καταπατούνται στα συμφέροντα του κεφαλαίου τόσο στη Συρία όσο και στην Αγγλία. Μέσα από τα βουρκωμένα μάτια των ανθρώπων, δημιουργούνται νέοι συνεκτικοί δεσμοί καθώς συνειδητοποιούν πως το δύσκολο παρελθόν και το δυσοίωνο μέλλον, μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο όταν απλώσει ο ένας το χέρι στον άλλον.




Η "Τελευταία Παμπ" του Κεν Λόουτς είναι ένα γλυκόπικρο κινηματογραφικό διαμάντι, το οποίο μπορεί να υστερεί σεναριακά (γραμμένο σε συνεργασία με τον Πολ Λάβερτι) αλλά είναι πλούσιο σε ανθρωπιά κι αλληλεγγύη. Οι διάλογοι είναι διατυπωμένοι με απλοϊκότητα αλλά είναι πλούσιοι σε ουσία. Οι ερασιτεχνικές ερμηνείες των προσώπων προσδίδουν μια αυθεντικότητα στο κλίμα της ταινίας. Ακόμη κι η Σύρια πρωταγωνίστρια Έμπλα Μαρί, καταφέρνει να κερδίσει τις εντυπώσεις και τις καρδιές μας παρά τη διακριτική και αρκετά συμπαθητική υποκριτική της αδεξιότητα. Να σημειώσω εδώ πως η συγκεκριμένη ηθοποιός προτάθηκε στον Κεν Λόουτς από την Παλαιστίνια σκηνοθέτη Ανμαρί Τζασίρ. Κατά κάποιον τρόπο, δίνει την αίσθηση πως παρακολουθούμε μια πραγματικότητα με μαρτυρίες αληθινών προσώπων, με μοναδικά στοιχεία μυθοπλασίας να είναι οι πρόσκαιρες κι ελπιδοφόρες λύσεις που παρουσιάζονται ως από μηχανής θεοί.
Μέσα από την ταινία του, ο Κεν Λόουτς εστιάζει για μια ακόμη φορά στην αθέατη πλευρά της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία έχει μπει σε επικίνδυνα κι αχαρτογράφητα νερά μετά το Brexit, οδηγώντας μια ήδη δοκιμασμένη κοινωνία σε μια νέα περίοδο ανασφάλειας κι όξυνσης της ξενοφοβίας και του εθνικισμού. Μέσα από τους διαλόγους επιδιώκει να δείξει πως το μίσος απέναντι στους ξένους συσχετίζεται με τον κατακερματισμό της μεσαίας αλλά και της εργατικής τάξης, αποδεικνύοντας πως το πρόβλημα δεν είναι οι πρόσφυγες κι οι μετανάστες αλλά αυτοί που μας έχουν οδηγήσει στη σημερινή μας μιζέρια. 
Τόσο μέσα από τις συνεντεύξεις του όσο και μέσα από τη φιλμογραφία του, ο Κεν Λόουτς αποδεικνύει πως ποτέ δεν ξέφυγε από τον αληθινό του χώρο, ο οποίος είναι η εργατική τάξη. Σ' αυτήν την καταπιεσμένη κοινωνική τάξη εστιάζει κι εμπνέεται, παρουσιάζοντας τα βιώματα, τις αγωνίες και τις ανασφάλειες των ανθρώπων αυτού του χώρου. Επίσης, μέσα από τους διαλόγους αυτών των απλών καθημερινών ανθρώπων μπορεί να βγει ένας γνήσιος πολιτικός λόγος και να φανερωθούν όλες οι καταστροφικές επιπτώσεις των χρόνιων οικονομικών κρίσεων. Έπειτα, ο δημιουργός χρησιμοποιεί αυτόν τον απλό, λιτό και κατανοητό λόγο διότι σ' αυτούς τους ανθρώπους απευθύνονται οι ταινίες του, διότι είναι βέβαιος πως η πολυπόθητη ανατροπή μπορεί να ρθει από την ίδια την εργατική τάξη. Όμως, σύμφωνα με τα λόγια του πρωταγωνιστή του, η εργατική τάξη ποτέ δεν κατάφερε να το συνειδητοποιήσει.
Η «Τελευταία Παμπ» είναι ένας συγκινητικός επίλογος του βαθιά πολιτικοποιημένου και ουμανιστικά σκεπτόμενου Κεν Λόουτς. Ενός σπουδαίου ανθρώπου που υπήρξε ως το τέλος της δημιουργικής του καριέρας πιστός στα ιδανικά του αλλά και στην προσδοκία του για έναν κόσμο δίκαιο και δημοκρατικό. Υπηρετώντας πιστά τον κοινωνικό ρεαλισμό, ο Κεν Λόουτς επέλεξε να κλείσει την πλούσια φιλμογραφία του με ένα κάλεσμα απ' την αδράνεια στη δράση!

 

Βαθμολογία: 8/10

Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2024

Οι Χωρικοί (2023)

 


Με τα χρόνια έχω γίνει αρκετά επιλεκτικός με την πρώτη ταινία του νέου έτους, έχοντας την αίσθηση πως μια καλή επιλογή σηματοδοτεί και μια πλούσια κινηματογραφική χρονιά. Για μια ακόμη φορά, θεωρώ πως έκανα ένα εξαιρετικά ελπιδοφόρο ξεκίνημα, επισκεπτόμενος τον κινηματογράφο Ατλαντίς για να παρακολουθήσω την πολωνική ταινία "Οι Χωρικοί" σε σκηνοθεσία του κινηματογραφιστικού ανδρόγυνου Ντορότα Κομπιέλα και Χιού Βέλχμαν. Στη συγκεκριμένη προβολή πήγα με μεγάλες προσδοκίες, τις οποίες όχι μόνο μου τις ικανοποίησε, αλλά μου πρόσφερε ακόμη περισσότερη κινηματογραφική μαγεία και συγκίνηση. Αυτό όμως που μου έκανε εντύπωση, ήταν πως η μικρή κινηματογραφική αίθουσα ήταν γεμάτη κόσμο, ο οποίος προσήλθε να απολαύσει αυτό το σπάνιο κινηματογραφικό διαμάντι, το οποίο δε διαφημίστηκε και δεν προωθήθηκε καθόλου, φανερώνοντας την επιθυμία του κινηματογραφόφιλου κοινού για αληθινό και ποιοτικό κινηματογράφο, τη στιγμή που στη μεγάλη αίθουσα του Ατλαντίς, η ουρά των επισκεπτών ήταν μεγάλη για το πολυδιαφημισμένο Poor Things του υπερεκτιμημένου Γιώργου Λάνθιμου. 
Η ιστορία μας γυρνάει στα τέλη του 19ου αιώνα, στο χωριό Λόπσε της Πολωνίας. Σ' αυτό το απομακρυσμένο χωριό της υπαίθρου κυριαρχεί το συντηρητικό κλίμα της κλειστής κοινωνίας, όπου η προσωπική ζωή παύει να υφίσταται και τα πάθη των ανθρώπων καταπιέζονται και σβήνουν με το πέρασμα του χρόνου, καθώς κυρίαρχο στοιχείο των κατοίκων του μικρού αυτού οικισμού είναι η επιβίωση κι η επιβολή. Σ' αυτή τη σκληρή και δύσκολη πραγματικότητα προσπαθεί να ανθίσει η πρωταγωνίστρια της ιστορίας. Η νεαρή Γιάγκνα (υποδυόμενη από την πανέμορφη Καμίλα Ουρζεντόφσκα) προσπαθεί να ανταπεξέλθει στις πιέσεις της μάνας της για γάμο αλλά και στη ζήλεια των γυναικών του χωριού, οι οποίες δεν μπορούν να δεχτούν το πόσο ποθητή είναι από τους άντρες του χωριού. Ένας απ' αυτούς είναι ο Αντέκ (υποδυόμενος από τον εξαιρετικό Ρόμπερτ Γκούλατσικ), ένας παντρεμένος άξεστος αγρότης, ο οποίος είναι γείτονας με την Γιάγκνα. 
Η Γιάγκνα τελικά θα υποκύψει στην πολιορκία του και θα τον ερωτευτεί. Όμως, η κατάσταση θα μπερδευτεί όταν ο πατέρας του Αντέκ, ο οποίος χήρεψε πρόσφατα, θα ζητήσει τη νεαρή κοπέλα σε γάμο, επηρεασμένος από τους συντοπίτες του, οι οποίοι του προτείνουν να ξαναπαντρευτεί για να ανέβει ξανά το κύρος του στην τοπική κοινωνία. Έχοντας ως δυνατά χαρτιά τον τίτλο του μεγαλύτερου και πλουσιότερου αγρότη του Λόπσε, ο Μπορίνα θα καταφέρει να πείσει τη μητέρα της Γιάγκνα γράφοντας στην μελλόνυμφη ένα εκλεκτό κι εκτεταμένο κομμάτι γης. ΄
Με την πράξη του αυτή θα προκαλέσει επικίνδυνες εντάσεις στις σχέσεις του με τους δυο του γιους, καθώς ο ένας έχει βλέψεις στα κληρονομικά κι ο άλλος στην ίδια την Γιάγκνα. Παρόλο που ο γάμος θα πραγματοποιηθεί, το κλίμα θα συνεχίσει να εντείνεται και το ερωτικό ειδύλλιο της Γιάγκνα με τον Αντέκ να συνεχιστεί, οδηγώντας πολλά πρόσωπα σε μια ανελέητη μάχη συμφερόντων. Κι όσο η ένταση φουντώνει στην κλειστή κοινωνία του Λόπσε, τόσο οι κάτοικοί του αποζητούν έναν αποδιοπομπαίο τράγο για να φορτώσουν όλα τα κρίματά τους πάνω του. Κι αυτός ο αποδιοπομπαίος τράγος δεν είναι άλλος από την πανέμορφη Γιάγκνα. 




Για την ολοκλήρωση του συγκεκριμένου κινηματογραφικού κομψοτεχνήματος, το σκηνοθετικό ζεύγος χρησιμοποίησε την ίδια τεχνική που είχαν επιλέξει και στο ανεπανάληπτο αριστούργημα "Loving Vincent", μεταφέροντας με μεγάλη επιτυχία στη μεγάλη οθόνη το ομότιτλο μυθιστόρημα του βραβευμένου με νόμπελ Βλάντισλαβ Στάνισλαβ Ρέιμοντ, ο οποίος κατέγραψε την επαρχιακή μισαλλοδοξία, τα ιδιαίτερα ήθη της Πολωνίας και την καθολική ενοχή, και τα έκανε λογοτέχνημα τεσσάρων τόμων, με τον καθέναν να αναφέρεται σε μια εποχή του χρόνου. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα εκθαμβωτικό αριστούργημα που παντρεύει τη λογοτεχνία με τη ζωγραφική και τον κινηματογράφο, προσφέροντας ένα ξεχωριστό είδος animation. 
Για να επιτευχθεί το συγκεκριμένο αριστούργημα, χρειάστηκαν περισσότεροι από εκατό ζωγράφοι από τέσσερις διαφορετικές χώρες, οι οποίοι σχεδίασαν στο χέρι το κάθε πλάνο της ταινίας, πολλά εκ των οποίων αναπλάθουν διάσημα έργα της ρομαντικής πολωνικής ζωγραφικής (Γιούζεφ Χεουμόνσκι, Φέρντιναντ Ρούστσιτς) . Όπως στο "Loving Vincent", έτσι κι εδώ, τα πλάνα γυρίστηκαν κανονικά και στη συνέχεια ανέλαβαν δράση οι καλλιτέχνες για τη μετατροπή της ταινίας σε animation. Για τη συγκεκριμένη ταινία χρειάστηκαν γύρω στις 40.000 ελαιογραφίες, οι οποίες μοιράστηκαν με σεβασμό στα τέσσερα κεφάλαια του βιβλίου του Βλάντισλαβ Στάνισλαβ Ρέιμοντ, τα οποία βασίστηκαν στην πολωνική βουκολική ζωή και των τεσσάρων εποχών του χρόνου.  
Στη μαγεία της συγκεκριμένης ταινίας έρχεται να προστεθεί κι η εκπληκτική φολκλορική μουσική της Πολωνίας με τις ρυθμικές διασκευές της από τον συνθέτη (και ράπερ) Λούκας «Λουκ» Ροσκόφσκι δίνοντας σε αρκετά σημεία έναν έντονο ρυθμό και σε κάμποσα άλλα μια ονειρική χροιά με τη φωνητική ερμηνεία της πρωταγωνίστριας Καμίλα Ουρζεντόφσκα . 





Οι "Χωρικοί" θα μπορούσαν να είναι ένα ακόμη φεμινιστικό έργο που ακολουθεί το ρεύμα των εποχών μας. Όμως, καταφέρνει να ξεχωρίσει κρατώντας μια ισορροπημένη κατάσταση στα πεπραγμένα εκείνης της περιόδου, χωρίς να κάνει την αβάσιμη και χαοτική σύγκριση με το παρόν. Οι δημιουργοί αναφέρονται στην κοινωνική αντίληψη της κατωτερότητας των γυναικών εκείνης της περιόδου και στη θυσία τους σε γάμους που αποσκοπούσαν περισσότερο σε οικονομικές δοσοληψίες κι εκτάσεις γης. Όμως δεν ηρωοποιούν την Γιάγκνα, όπως βλέπουμε να συμβαίνει σε άλλες ταινίες ίδιας θεματολογίας. Η πρωταγωνίστριά τους μπορεί να θυματοποιείται ως πέτρα του σκανδάλου στο μικρό χωριό λόγω της ομορφιά της, αλλά κι η ίδια δεν κάνει απολύτως τίποτα για να αντιμετωπίσει την όλη κατάσταση. Επίσης αδιαφορεί πλήρως για όλα όσα συμβαίνουν στο χωριό και κρατάει μια ψυχρή στάση απέναντι στους ανθρώπους γύρω της, μετατρεπόμενη σε ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο με το οποίο δυσκολεύεσαι να δεθείς ως θεατής. Η τελική της καταδίκη μοιάζει περισσότερο με ένα ξέσπασμα της ζήλειας των γυναικών του χωριού, παρά της αρρωστημένης πατριαρχίας. 
Στην ταινία δέθηκα περισσότερο με τα πρόσωπα που έχουν δεύτερο ρόλο, όπως η απατημένη Χάνκα που προσπαθεί να εξασφαλίσει τροφή για τα παιδιά της καθώς ο σύζυγός της έχει το μυαλό του μόνο στη Γιάγκνα και στην κόντρα με τον πατέρα του, παρά στο πώς θα φροντίσει και θα προστατεύσει το ίδιο του το σπίτι. Όπως επίσης, μου φάνηκε περισσότερο συμπαθητικός και τίμιος ο ηλικιωμένος κι αρκετά αυστηρός Μπορίνα που απλώς ήθελε να ξαναπαντρευτεί για να αποκτήσει κύρος στο χωριό παρά το παράνομο ζευγάρι του Αντέκ και της Γιάγκνα. Η ύπαρξη κι η ανάδειξη των αντιηρώων, προσθέτουν στην ταινία μια ειλικρίνεια αλλά και μια αυθεντικότητα, στοιχεία που σπανίζουν στις ταινίες της εποχής μας.  
Οι "Χωρικοί" δεν είναι μόνο μια ιστορία ενός απαγορευμένου ερωτικού πάθους που ανθίζει σε μια μικρή και συντηρητική κοινωνία, αλλά κι ένας ύμνος για τον αρχέγονο δεσμό του ανθρώπου με τη φύση και τον κύκλο της ζωής μέσα στις εναλλαγές των τεσσάρων εποχών. Είναι ένας φόρος τιμής στις παγανιστικές παραδόσεις που είναι τόσο κοινές στους ανθρώπους της υπαίθρου, οι οποίες δυστυχώς σβήνουν με το πέρασμα του χρόνου. Είναι μια αναφορά στις διαχρονικές οικογενειακές συγκρούσεις για τα κληρονομικά αλλά και στις ηθικές καταπιέσεις των κλειστών τόπων. Όμως πάνω απ' όλα, οι "Χωρικοί" είναι μια πλούσια κι ονειρική πανδαισία χρωμάτων και μελωδιών που μόνο ο κινηματογράφος μπορεί να προσφέρει. 
 

Βαθμολογία: 9/10