Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2024

Το Πρόσωπο του Έρωτα


 

Μόλις κυκλοφόρησε ο συλλογικός τόμος «Το πρόσωπο του Έρωτα» από τις Εκδόσεις Παρέμβαση. Ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα των Εκδόσεων συγγραφείς, φωτογράφοι και εικαστικοί εμπνεύστηκαν από το ζωογόνο αυτό στοιχείο, τον έρωτα, και κατέθεσαν τις δημιουργίες τους. 324 συμμετοχές κατέληξαν να κοσμούν τις σελίδες του βιβλίου, που μεταφράζονται σε ποιήματα, πεζά, φωτογραφίες, εικαστικές συνθέσεις, επιβεβαιώνοντας πως ο έρωτας αποτελούσε και αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ύπαρξής μας. 

Το έργο εξωφύλλου είναι του Αλέξανδρου Χάτσιου. 

Συμμετέχουν οι: 


Κούλα Αδαλόγλου 
Ελένη Αλεξίου 
Άννα Αφεντουλίδου 
Χρύσα Βλάχου 
Ελισάβετ Αθανασιάδου 
Τασούλα Γεωργιάδου 
Βάλια Γκέντσου 
Παναγιώτης Γκούβερης 
Γιώργος Δελιόπουλος 
Γεωργία Δεμπερδεμίδου 
Αρχοντούλα Διαβάτη 
Αθανασία Ανδρέου 
Κλεονίκη Δρούγκα 
Αλέξης Σ. Ζήρας 
Γιώργος Χ. Θεοχάρης 
Γιώργος Καλιεντζίδης 
Βαλεντίνη Χρ. Καμπατζά 
Β. Π. Καραγιάννης 
Ανδρέας Καρακόκκινος 
Χριστίνα Καραντώνη 
Μαρία Καρδάτου 
Σοφία Ανδρέου 
Κατερίνα Καριζώνη
Γιώργος Καρτέρης 
Γιάννης Αργυριάδης 
Ηλίας Κεφάλας 
Αφροδίτη Κοΐδου 
Δημήτρης Κονιδάρης 
Χλόη Κουτσουμπέλη 
Τίνα Κουτσουμπού 
Στάθης Κουτσούνης 
Μαρία Λάτσαρη 
Ειρήνη Βαμβουκάκη 
Ευτυχία - Αλεξάνδρα Λουκίδου 
Γεωργία Μακρογιώργου 
Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου 
Χρήστος Β. Μασσαλάς 
Σταύρος Μίχας 
Αλεξάνδρα Μπακονίκα 
Δημήτρης Μπρούχος 
Γιώργος Κ. Μύαρης 
Νίκος Μυλόπουλος 
Βασίλης Βαρσακέλης 
Ηρώ Νικοπούλου 
Στρατής Οικονόμου 
Νίκος Ορφανίδης 
Γιάννης Πανούσης 
Αντώνης Ν. Παπαβασιλείου 
Δημήτρης Παπακωνσταντίνου 
Στεφανία Βελδεμίρη 
Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου 
Καίτη Παυλή 
Παύλος Δ. Πέζαρος 
Κώστας Θ. Ριζάκης 
Ελένη Α. Σακκά 
Δότα Σαρβάνη 
Ιφιγένεια Σιαφάκα 
Ελένη Σιγαλού 
Χρήστος Σκιαδαρέσης 
Αντώνης Δ. Σκιαθάς 
Κώστας Σουέρεφ 
Φοίβος Σταμπολιάδης 
Σταύρος Σταυρόπουλος 
Βαγγέλης Τασιόπουλος 
Περσεφόνη Τζίμα 
Ολυμπία Τσικαρδάνη 
Δημήτρης Τσινικόπουλος 
Eλένη Δινοπούλου 
Τάσος Φούντογλου 
Ανδρέας Φουσκαρίνης 

ΙΙ 
Αγγελική Αγγελοπούλου 
Αλέξανδρος Αηδώνης 
Φανή Αθανασιάδου 
Ρένα Αθανασοπούλου 
Αχιλλέας Αναγνώστου 
Ειρήνη Δ. Αντωνίου 
Γλύκα Διονυσοπούλου 
Γιώργος Ανωγειάτης 
Σοφία Αποστολίδου-Μπούρου 
Ασημάκης Ασημακόπουλος 
Αλέξανδρος Βαναργιώτης 
Κατερίνα Καρακατσάνη 
Καλλιόπη Βελόνια 
Κατίνα Βλάχου 
Άννα Γεωργίου 
Χρυσούλα Γεωργούλα 
Μιχαήλ Καραπαναγιωτίδης 
Κική Γιαμουρίδου 
Σάββας Γιαγτζόγλου 
Άννα Γκασνάκη 
Αριστούλα Δάλλη 
Στέλιος Καράς 
Ελένη Δεληβοριά 
Χρύστα Δημαρέλου 
Αφροδίτη Διαμαντοπούλου 
Γιάννης Δίγκας 
Παναγιώτης Ο. Δόικος 
Πένυ Δουλαβέρα (Peny Delta) 
Μάνος Δραγώγιας 
Σοφία Ελευθερίου 
Αγγελική Κουρμουλάκη 
Νάνση Εξάρχου 
Μαίριλυν Ζαννέτου 
Νένα Ζήση 
Άντζελα Ζιούτη 
Χρυσάνθη Ιακώβου 
Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης 
Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη 
Γιώτα Κουτσώνα 
Χαρά Χ. Καλλιανίδου 
Παναγιώτης Καποδίστριας 
Αφόριο μέλι 
Πασχάλης Κατσίκας 
Πάνος Κεφαλάς 
Κάλι Κεχαγιά 
Γιώργος Σ. Κόκκινος 
Αλεξάνδρα Θ. Κολιγιώτη 
Κατερίνα Κολιοπούλου 
Παναγιώτα Λίγκα 
Κωνσταντίνος Κομιανός 
Παρασκευή Β. Κοτσάλου 
Αγγελική Κουντουράκη 
Κώστας Κουτρουμπάκης 
Ιωάννα Κύρου 
Γιώργος Κωνσταντινίδης 
Ελένη Κωνσταντινίδου 
Νίκος Λοφτσάλης 
Σεβαστή Κωνσταντινίδου 
Νίκος Κωσταγιόλας 
Λάμπρος Κωσταράκης 
Αγγελική Λάλου 
Έλενα Λιάτου 
Θέμης Λιβεριάδης 
Σταύρος Μακρίδης 
Ζωή Μακρονάσιου 
Δημήτρης Μάλλης 
Κωνσταντίνος Μανίκας 
Αναστάσιος Γ. Μαράς 
Κασσιανή Μαρτινάκη 
Ανατολή Μελίδου 
Αθανασία Λυκουρέση 
Νεκταρία Μενδρινού 
Λεωνίδας Μερτύρης 
Βηθλεέμ (Βίλμα) Μαυροματίδου 
Θεοδώρα Μήλιου 
Γιάννης Μήτσιος 
Αναστάσιος-Μάριος Μιχαηλίδης 
Γιώργος Κ. Μιχαηλίδης 
Χριστίνα Μιχαηλίδου 
Θανάσης Γ. Μίχος 
Βιβή (Παρασκευή) Μεντζελοπούλου 
Νίκη Μουντράκη 
Πάρης Μπερμπέρογλου 
Θεοχάρης Μπικηρόπουλος 
Χαρά Μπούκα 
Ξανθούλα Νικηφόρου 
Παναγιώτης Νικολαΐδης 
Χρήστος Ντικμπασάνης 
Μιλτιάδης Ντόβας 
Γιάννης Ξέστερνος 
Παναγιώτης Παλασίδης 
Πόπη Παντελάκη 
Δήμητρα Παπανικολάου 
Ελένη Παρασκευά 
Γεωργία Μηνά 
Βάννα Πασούλη 
Χρυσούλα Πατρώνου-Παπατέρπου 
Λεόντιος Πετμετζάς 
Μαίρη Πίσια 
Νικόλας Μπαλτζής 
Ελευθέριος Πλουτάρχου 
Μαίρη Γ. Πράσατζη 
Πολύβιος Ν. Πρόδρομος 
Αναστάσιος Ελ. Πτωχός 
Μαρία-Δέσποινα Ράμμου 
Μάουρα Ρομπέσκου 
Ερμιόνη Σαββίδου 
Χρυσούλα Ξυνέλη 
Γρηγόρης Σακαλής 
Δημήτρης Σακισλίδης 
Ελένη Σεμερτζίδου 
Γιώργος Σιώμος 
Λίτσα Στυλιανού 
Βάνια Σύρμου 
Σοφία Τριανταφυλλίδου 
Ελπίδα Δ. Τσαβδάρη 
Ηλίας Παπανικολάου 
Γιώργος Τσάρος 
Θωμαή Τσιμερίκα 
Γιάννης Τσιτσίμης 
Παρθένα Τσοκτουρίδου 
Αναστασία Υφαντίδου 
Απόστολος Α. Φεκάτης 
Γιώργος Χατζελένης 
Άνθιμος Χατζηαποστόλου 
Ζωή Χατζηγεωργίου 
Χρήστος Σαμαράς 
Κατερίνα Χατζηγιαννάκη 
Φωτεινή Χρηστίδου 
Αναστασία Π. Χρήστου 
Μαρία Ψωμά-Πετρίδου 
Αργυρώ Ψώρα-Θεοδωράτου 

ΙΙΙ 

Σοφία Αλεξανδρίδου 
Ζωή Αραβέλα-Κώτσου 
Φίλιππος Βίλδος 
Ευανθία Βλαχάβα 
Σπύρος Σ. Βουτσινάς 
Δημήτριος Γαρίπης 
Angela Argentino Γέργου 
Γεωργία Γιαλούρη 
Δήμητρα Γκατζηγιάννη-Αναστασίου 
Παύλος Σαπαλίδης 
Ελένη Γουγουτσά 
Αντώνης Γουλιανός 
Αλέκα Δημητροπούλου 
Μίμα Ε. Δουγαλή 
Ιωάννα Ευθυμιάδου 
Νίκος Σαχπεκίδης 
Μαρίνα-Αφροδίτη Ευθυμίου 
Αθανάσιος Ζτούπας 
Ελπίδα Θεοφανίδου 
Ελένη Ιωάννου 
Εμμανουήλ Καββουσανού 
Νικολέττα Καλαφατσή 
Απόστολος Καλουδάς 
Αντώνης Σβολιαντόπουλος 
Κατερίνα Κανάκη-Αξούγκα 
Θωμάς Καποδίστριας 
Φανή Καπουλίτσα 
Ελένη Καρακώτσου 
Διονυσία Καρνέση 
Μαίρη Καρρά 
Αλεξάνδρα Καρυπίδου 
Ελένη Κατίκογλου 
Δημήτριος Καφάσης 
Άννα Κεφαλά (Αν. Κεφά) 
Κωνσταντίνος Μ. Κικής 
Χρήστος Στέφας 
Δήμητρα Κίτσου 
Οργκέσα Κοδελάι 
Όλγα Κοτζαμανίδου 
Δημήτριος Κουκουλάκης 
Έλενα Κουρή 
Ελευθερία Κουρκούτα 
Προκόπης Κρανιάς 
Σοφία Κυριαζίδου 
Γιώργος Κύρκος 
Μαρία Δ. Κύρου 
Δημήτρης Κυτίδης 
Μαρία Κωσταράκη 
Απόστολος Τρανουλίδης 
Γεωργία Κωστούρου 
Άννα Λαμπαρδάκη 
Δήμητρα Λιαράκου 
Ιωάννα Λυγερού 
Σοφία Λυκούδη 
Ελένη Μανταδάκη 
Κική Ματέρη 
Παναγιώτης Φτάρας 
Αικατερίνη Μήλιου 
Σοφία Μπανιά 
Γεωργία Μπαντώλα 
Σωκράτης Μπουζούκας 
Μάρω Μυλωνά 
Ειρήνη Φ. Νάνου 
Βιβή Νίκου 
Ελπίδα Νταλούκα 
Γωγώ Ντούτση 
Φωτεινή Χαμιδιελή 
Κυριακή Ουζουνίδου 
Άννα Παγούνη 
Στέλλα Παθιάκη 
Γεώργιος Παλαιστής 
Απόστολος Παντσάς 
Γωγώ Παπαβασιλείου 
Μαρία Παπαβασιλείου  
Τασία Σέμψη 
Μιχάλης Παπαδόπουλος
Χρήστος Παπαδόπουλος 
Αθηνά Παπαδοπούλου 
Κυριακή Παπαλεωνίδα 
Δήμητρα Παπατσαρούχα 
Δώρα Χατζιδάκη 
Άγγελος Πάσκος 
Damjan Kozarov 
Παρασκευή Πατσιλιά 
Μαίρη Πέστροβα 
Δανάη Πετυχάκη 
Vincent Lempereur 
Ειρήνη Πούλα 
Χρήστος Ι. Ράικος 
Νεκταρία Ρουμπελάκη 
Ελένη Σαββίδου 
Αποστόλης Σιαραμπής 
Ελένη Σιούστη 
Γιάννης Σταμούλης 
Ρούλα Συγγούνα 
Κωνσταντίνα Σύγκουνα 
Φώτιος Συνδούκας 
Μαρία Σφενδώνη 
Κατερίνα Τάπανα 
Μαρία-Μιχαέλα Ράπτη 
Γιώργος Τζεβελεκάκης 
Βαΐα Τζώρη 
Γιάννης Τόμπρος 
Θεοδώρα Τοπάλη 
Λάζαρος Τσιαούσης 
Μαρία Τσιγάρα 
Όλγα Τσιφοπούλου 
Νικολέτα Τσοκαρίδου 
Μαρία Φασνάκη 
Παναγιώτα Φιλημέγκα 
Αλέξανδρος Παναγιωτόπουλος 
Άννα Φιλιππίδου 
Χρυσούλα Φούφα 
Αλέξανδρος Χατζηκώστας 
Ιωάννης Χήτας 
Λάμπρος Ανδρέου 
Βασιλική Χριστοφορίδου 
Αγγέλα Χρονοπούλου 
Χρυσοβαλάντης Χρόνης 
Bill Hunchback 
Τούλα Χαριτίδου

Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2023

Μάλο Μόμε, το Μικρό Κορίτσι της Χαρούλας Αποστολίδου


"Δύο γυναίκες που ήταν κορίτσια. Που τις έσπειραν και φύτρωσαν σαν αγριολούλουδα στα ξερικά χωράφια των εξελληνισμένων συνόρων της πατρίδας, χωρίς επίγνωση της αυταπάτης της πατρίδας και της αυταπάτης της μητρικής φροντίδας. Δίχως μυρωδιά μάνας και πατρίδας". 
Τα παραμεθόρια μέρη της Μακεδονίας κρύβουν ακόμη πολλές ιστορίες που κουβαλούν τον πόνο της περιθωριοποίησης, της "εθνικής" καταπίεσης, της φτώχιας και της ξενιτιάς. Οικογένειες αναγκάστηκαν να χωρίσουν για να κυνηγήσουν το όνειρό τους στις φάμπρικες της Γερμανίας, εγκαινιάζοντας μιας περίοδο όπου οι μητέρες δούλευαν χωρίς τα παιδιά τους και παιδιά μεγάλωναν χωρίς τους γονείς τους. Η μόνη τους επαφή ήταν τα γράμματα κι οι φωτογραφίες. Αλλά όπως εύστοχα και συγκινητικά γράφει η συγγραφέας του βιβλίου, Χαρούλα Αποστολίδου, "αυτό που δε δείχνουν όλες οι φωτογραφίες είναι η ζωή μας πριν και μετά από αυτές τις στιγμές. Το παρελθόν και το μέλλον. Αλλά, τι να σου πω; Το κουτί αυτό είναι γεμάτο φωτογραφίες. Σε καμιά δεν είμαστε μαζί. Αυτό που σου μένει είναι η καλοσύνη της μνήμης". 
Το υπέροχο βιβλίο της Χαρούλας Αποστολίδου "Μάλο Μόμε" είναι ένας φόρος τιμής για τις μανάδες και τις κόρες που μεγάλωσαν ξέχωρα και για τους κατοίκους της Μακεδονίας που αναγκάστηκαν να απαρνηθούν το παρελθόν τους για να μπορέσουν να ενσωματωθούν στον υπόλοιπο εθνικό κορμό. Και φυσικά, θέλω να σταθώ στο συγκινητικό σχέδιο του εξωφύλλου δια χειρός της Αγγέλα Σταμένου.


Μάλο Μόμε "Μικρό Κορίτσι
Χαρούλα Αποστολίδου
Σελίδες 120
Εκδόσεις Βάρφη
Έτος έκδοσης: 2022

Παρασκευή 21 Ιουλίου 2023

Μια ηλιόλουστη χειμερινή συνάντηση με τον Γιώργο Μιχαήλοβιτς

 


Κατηφορίσαμε προς το φαράγγι Τάρας και διασχίσαμε την εντυπωσιακή γέφυρα προσπαθώντας να αποβάλλουμε απ’ το μυαλό μας τη σκέψη πως από κάτω μας το ποτάμι κυλούσε σε βάθος χιλίων τριακοσίων μέτρων. Η φύση γύρω μας οργίαζε, σαν να μην είχε περάσει ποτέ άνθρωπος απ’ αυτά τα άγριας ομορφιάς θεόρατα βουνά. Αυτά εδώ τα μέρη ήταν η πατρίδα των παππούδων ενός γλυκού ανθρώπου που είχα γνωρίσει εκείνη τη χρονιά σε μια από τις επισκέψεις μου στη Θεσσαλονίκη. 
Όσα χρόνια κι αν περάσουν, δεν θα ξεχάσω εκείνο το χειμωνιάτικο πρωινό που συνάντησα την ανθρωπιά στην όψη ενός γέροντα, που μια ζωή περιφερόταν ανάμεσα σε κυπαρίσσια και στρατιωτικά μνήματα. Μέχρι τότε πίστευα πως η γνήσια ανθρωπιά κρύβεται σε κάποιο έρημο περιγιάλι ή σε κάποιο απόμακρο χωριό. Είχα την εντύπωση πως φώλιαζε στις καρδιές ταπεινών ανθρώπων της θάλασσας, του κάμπου και των βουνών. Ανθρώπων που σπάνια συναντάει κανείς στην καρδιά μιας μεγάλης πόλης. Πόσο μάλλον σε έναν άνθρωπο που σ’ όλη του τη ζωή είναι κλεισμένος μέσα σε ένα νεκροταφείο. 
Έφερα στο μυαλό μου το πρωινό εκείνης της ηλιόλουστης Δευτέρας του Γενάρη που στάθηκα έξω από τη σιδερένια είσοδο του συμμαχικού νεκροταφείου Ζέιτενλικ, έχοντας πίσω μου τη λεωφόρο Λαγκαδά πηγμένη στην κίνηση. Μπροστά μου μία σιδερένια πόρτα χώριζε δυο τελείως αντιφατικούς τόπους. Από τη μια τα κορναρίσματα και το καυσαέριο κάτω από έναν απίστευτα ζεστό για κείνες τις μέρες ήλιο κι από την άλλη ένα δάσος όπου κυριαρχούσε η νεκρική σιωπή. Έσπρωξα την πόρτα να ανοίξει αλλά, απ’ ό,τι φάνηκε, κάπου είχε σκαλώσει. Έκανα δύο βήματα πίσω, προσπαθώντας να διακρίνω που είχε μαγκώσει ή έστω να βρω κάποιον τρόπο για να την ξεκλειδώσω. Όσο κι αν την παρατήρησα, δεν μπόρεσα τελικά να βγάλω άκρη. 
Έριξα μια τελευταία ματιά στην επιγραφή της πόρτας που έγραφε κάτι στα σέρβικα ενώ στο βάθος εξακολουθούσε να με καλεί κοντά του ο ναΐσκος του κοιμητηρίου με το υπέροχο ψηφιδωτό του Αϊ-Γιώργη πάνω από τη μεγάλη του πύλη. 
Πεισμωμένος για τον σκοπό της επίσκεψής μου στο συμμαχικό νεκροταφείο, στερέωσα το κεφάλι μου πάνω στα κάγκελα σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια αναζήτησης του τελευταίου Σέρβου στρατιώτη που υπηρετεί ακόμη στην Ελλάδα. Όμως το τοπίο έδειχνε απελπιστικά έρημο. Αποτραβήχτηκα και κίνησα προς την Εγνατία, απογοητευμένος που δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά τον Γιώργο Μιχαήλοβιτς. 
Για καλή μου τύχη, λίγα μέτρα πιο πέρα από την κεντρική πύλη, διέκρινα ένα μικρό πέρασμα που οδηγούσε σε μια άλλη είσοδο του κοιμητηρίου. Κατηφόρισα προς τα εκεί με μια λάμψη στο πρόσωπό μου καθώς ένιωθα πως μου δινόταν μια δεύτερη ευκαιρία. Διέσχισα ένα μονοπάτι που περνούσε πρώτα από τον τομέα των Ιταλών και στη συνέχεια των Γάλλων που σκοτώθηκαν μαχόμενοι στον τόπο μας κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Ένα επιβλητικό μνημείο ανάμεσα στους τάφους ανέφερε πως οι Γάλλοι στρατιώτες έπεσαν για την πατρίδα. 
«Είναι τα Βαλκάνια πατρίδα των Γάλλων;» αναρωτήθηκα καθώς έστριβα προς το σερβικό νεκροταφείο. 
Περπατούσα σιωπηλός διαβάζοντας φευγαλέα όσα ονόματα ήταν γραμμένα στην πρώτη συστοιχία μέχρι που έφτασα στο αίθριο και κοντοστάθηκα κάτω από τη σκιά του ναΐσκου, που από κοντά έδειχνε ακόμη μεγαλύτερος. Σε μια άκρη του ξέφωτου, μία μικρή βρύση έδινε ρυθμό στη νεκρική στασιμότητα του τόπου, στάζοντας ρυθμικά στη μικρή λιμνούλα που είχε σχηματιστεί από κάτω της. Σκέφτηκα να κάτσω δίπλα της, περιμένοντας να βρεθεί κάποιος στην ανάγκη της. Πηγαίνοντας όμως κοντά της, άκουσα ανεπαίσθητα τον απαλό θόρυβο που κάνει η τσάπα όταν χώνεται σε μαλακό χώμα κι αμέσως κίνησα προς τα κει, ελπίζοντας πως η διαίσθησή μου αυτή τη φορά θα ήταν αλάνθαστη. 
Όταν τον διέκρινα στη σκιά των ψηλών κυπαρισσιών να καθαρίζει τον χώρο μεταξύ των μνημάτων πλημμύρισα από χαρά. Αμέσως αντιλήφθηκε τη παρουσία μου και σήκωσε το κεφάλι του για να με κοιτάξει καλύτερα, παρόλο που ήταν σκυμμένος κι απορροφημένος στο καθαρισμό από ξερόχορτα και πεσμένα κλαδιά. Με ένα χαμόγελο ανταποκρίθηκα στη ματιά του. Φτάνοντας κοντά του, παρατήρησα πως είχε την ίδια ευγενική φυσιογνωμία που είχα πρωταντικρίσει στην τηλεόραση. 
«Καλημέρα σας», του είπα φανερώνοντας απλόχερα τη χαρά μου που τον συναντούσα από κοντά. 
«Καλημέρα και σε σένα», μου ανταποκρίθηκε γεμάτος απορία καθώς προσπαθούσε να στηριχτεί στη τσάπα του. 
«Για σας ήρθα». 
«Το ξέρω», μου απάντησε με σιγουριά κι έκατσε σε ένα πεζούλι που βρήκε μπροστά του. «Από την τηλεόραση με έμαθες, σωστά;» 
«Σωστά», του απάντησα σχεδόν ψιθυριστά. 
«Τόσα χρόνια δεν με ήξερε κανείς, αλλά από τότε που μ’ έδειξε η τηλεόραση δέχομαι καθημερινά επισκέψεις». 
Μια θλίψη ξεπετάχτηκε από μέσα μου καθώς άκουγα το παράπονό του. Χωρίς να το σκεφτώ, γονάτισα μπροστά του και τον κοίταξα ευθέως στα μάτια. Αν κι ενενήντα χρονών, είχε το βλέμμα ενός μικρού παιδιού. Στο κεφάλι του εξακολουθούσε να φοράει το στρατιωτικό δίκοχο καπέλο, ενώ στο μανίκι του χακί μπουφάν του δέσποζε το εθνόσημο της Σερβίας. Το βλέμμα μου έπεσε στα χέρια του, που το ένα είχε ακουμπήσει απαλά στο πόδι και το άλλο κρατούσε την τσάπα. Δυο πρόχειροι επίδεσμοι προστάτευαν τις παλάμες του από το σκάψιμο. Όταν ξανασήκωσα το βλέμμα μου τον είδα να με κοιτάει με ζεστασιά. Του χαμογέλασα από αμηχανία καθώς δεν ήξερα από πού να ξεκινήσω τις ερωτήσεις που είχα συγκεντρώσει για τη συνάντησή μας. 
«Σας λείπει η πατρίδα;» 
«Εδώ γεννήθηκα, νεαρέ μου, παρόλο που πατρίδα μου είναι το Μαυροβούνι. Είμαι Σέρβος του Μαυροβουνίου. Μην κοιτάς που γίνανε άλλο κράτος. Σέρβοι ορθόδοξοι είμαστε κι εμείς». 
«Και πώς βρεθήκατε εδώ;» 
«Ο παππούς μου πολέμησε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και θάφτηκε εδώ. Έπειτα ο πατέρας μου έγινε φύλακας του νεκροταφείου. Εδώ θάφτηκε κι εκείνος. Κι έμεινα εγώ να συνεχίζω το χρέος αυτό μέχρι σήμερα». 
«Κι από πού αντλείτε τόση δύναμη να υπηρετείτε μέχρι σήμερα αυτό το χρέος;» συνέχισα να τον ρωτάω κάπως κοφτά κι απότομα, δίνοντας χρόνο στο να νιώσω άνετα μαζί του. 
«Πρώτα απ’ όλα τιμάω τους νεκρούς μας. Εκείνη την εποχή πολέμησαν όλοι οι Σέρβοι. Γι’ αυτόν τον λόγο είχαν και τους περισσότερους νεκρούς από κάθε άλλη χώρα. Αυτά εδώ τα μνήματα ανήκουν σε παιδιά που ήταν δεκαπέντε χρονών μέχρι ανθρώπους που είχαν φτάσει στα εξήντα πέντε», μου είπε κι άπλωσε τα χέρια του θέλοντας να αγκαλιάσει όλο το νεκροταφείο με μια τρυφερότητα σαν να ήταν δικά του παιδιά όλοι οι θαμμένοι. «Έπειτα είναι η μνήμη. Έχω χρέος να κρατήσω αυτή τη μνήμη ζωντανή. Και γιατί πρέπει να την κρατήσω ζωντανή; Για να βροντοφωνάζω σ’ αυτούς τους μεγάλους πως ο πόλεμος είναι μεγάλη καταστροφή κι αυτό που αφήνει πίσω του είναι όλοι αυτοί εδώ οι τάφοι». 
Με μια απαλή κίνηση προσπάθησε να δώσει μια ώθηση στο κορμί του να σηκωθεί. Τα πόδια του όμως έτρεμαν και από το βλέμμα του ξεχείλισε απογοήτευση. Με κοίταξε πάλι παραπονεμένα και μου ζήτησε ευγενικά να τον βοηθήσω. Συνεχίσαμε την κουβέντα μας περπατώντας ανάμεσα στα μνήματα. Μου διάβαζε διάφορα ονόματα εξηγώντας μου πως η κάθε κατάληξη μαρτυρούσε την καταγωγή του κάθε νεκρού. 
«Αυτός είναι Σέρβος» μου είπε δείχνοντάς μου με την τσάπα ένα μνήμα. «Κι αυτός Μαυροβούνιος. Βλέπεις που διαφέρουν τα ονόματά τους;» 
«Έχετε δίκιο», του είπα σκύβοντας να τα διαβάσω. 
«Α να! Κι αυτός εδώ είναι από τη Βοϊβοντίνα. Εκείνων τα ονόματα είναι τελείως διαφορετικά». 
«Σωστά», του απάντησα ψιθυριστά για να μη διακόψω τον οίστρο του. 
«Έχουμε και Βόσνιους εδώ πολλούς». 
«Κροάτες;» επενέβη προβοκατόρικα για να δω την αντίδρασή του. 
«Οι Κροάτες δεν είναι Σλάβοι», μου απάντησε απότομα και τα μάτια του αμέσως γυάλισαν. «Οι Κροάτες πάντα ανήκαν αλλού. Είναι και καθολικοί». 
«Όπως οι Σλοβένοι;» 
«Αυτοί δεν μιλάνε καν σλάβικα». 
Με τη συζήτηση είχαμε φτάσει στα όρια του σερβικού κοιμητηρίου χωρίς να το καταλάβουμε. Από κει και πέρα ξεκινούσαν τα μνήματα των Γάλλων πεσόντων. 
«Η διαφορά του δικού μας νεκροταφείου με των Γάλλων ήταν πως οι δικοί μας νεκροί ήταν μόνο Σέρβοι ενώ των Γάλλων ήταν μισθοφόροι. Βλέπεις τις μικρές λεπτομέρειες που υπάρχουν σε ορισμένους σταυρούς;» 
Έκανα μερικά βήματα μπροστά κι αναζήτησα τα σημάδια που ανέφερε, διακρίνοντας αμέσως στα μπροστινά μνήματα διάφορα περίεργα σύμβολα. 
«Έχετε δίκιο. Τι είναι αυτά τα σύμβολα;» 
«Όσα έχουν το “S” ανήκουν σε Σενεγαλέζους κι όσα έχουν την ημισέληνο σε Αλγερινούς. Υπάρχει κι ένα άλλο σύμβολο γ’ αυτούς που προέρχονταν από την Ινδοκίνα. Άνθρωποι που δεν πολέμησαν για τη δική τους πατρίδα και τα δικά τους ιδανικά, αλλά πολέμησαν για κάποιους άλλους και μάλιστα σε ξένο έδαφος. Αυτή είναι η τρέλα του συγκεκριμένου πολέμου αλλά και του κάθε πολέμου». 
Κάναμε μεταβολή κι επιστρέψαμε προς τον ναΐσκο του σερβικού κοιμητηρίου. Μέσα σε ένα δάσος μνημάτων και κυπαρισσιών, δυο τελείως διαφορετικές γενιές προσπαθούσαν να καλύψουν το μεταξύ τους χάσμα. Σε κάθε μας βήμα αισθανόμουν πως αναπτυσσόταν όλο και περισσότερο μια συγκινητική οικειότητα με τον Γιώργο Μιχαήλοβιτς. 
«Όλα αυτά τα χρόνια, εγκλωβισμένος σ’ αυτή τη μοναχική δουλειά, μου άρεσε πολύ να μελετάω την ιστορία. Όμως, νεαρέ μου, όλα αυτά τα βιβλία που πέρασαν από τα χέρια μου δεν θα ξεπεράσουν ποτέ το δώρο που μου πρόσφερε τούτο εδώ το πόστο». 
«Τι δώρο;» τον ρώτησα ξαφνιασμένος. 
«Όπως καταλαβαίνεις, όλοι αυτοί που θάφτηκαν εδώ άφησαν απογόνους που έρχονταν συχνά στο νεκροταφείο. Τώρα έρχονται αραιά και πού μερικά δισέγγονα. Όμως παλιότερα έρχονταν εγγόνια, γιοι, αδέλφια και τον πρώτο καιρό είχα την τιμή να συναντήσω κι αρκετούς φίλους των νεκρών, οι οποίοι είχαν πολεμήσει μαζί στο μέτωπο. Ο καθένας κουβαλούσε τη δική του ιστορία κι εγώ τότε είχα πολλή όρεξη να τις ακούω και μεγάλη διάθεση να τις καταγράφω. Πίστεψέ με, όλες τους ήταν συγκλονιστικές, αλλά δυστυχώς για καμιά δεν υπήρξε λίγος χώρος στις σελίδες της επίσημης Ιστορίας κι έτσι με τον χρόνο χάθηκαν στη λήθη. Σαν να τις πήρε ο αέρας και να τις σκόρπισε…» είπε κι η φωνή του έσβηνε καθώς με μια απαλή κίνηση προσπάθησε να αρπάξει κάτι άυλο στον αέρα. «Όμως είναι και κάτι άλλο που με πονάει πιο πολύ σήμερα. Όσο περνούν τα χρόνια τόσο περισσότερο ξεχνιέται η ιστορία και διογκώνεται η αδιαφορία των νέων γενεών. Σήμερα, διάφοροι δάσκαλοι φέρνουν τους μαθητές τους εδώ και μου ζητούν να μιλήσω στα παιδιά για τον πόλεμο. Αλλά να πω τι; Βλέπω τα βλέμματά τους κι αντιλαμβάνομαι πως βαριούνται και δεν ακούνε τίποτα. Και δυστυχώς, νεαρέ μου, μέσα απ’ αυτή την αδιαφορία ξεπηδάει η άγνοια και πάνω στην άγνοια πατάει ο φασισμός. Αυτό είναι που με φοβίζει πολύ. Και πες εγώ είμαι γέρος και θα πεθάνω σύντομα, αλλά φοβάμαι αυτά που ίσως ζήσετε εσείς. Θα είναι μεγάλο κρίμα να ξεφυτρώσουν από τη γη νέοι σταυροί», μου είπε και στράφηκε για μία ακόμη φορά και παρατήρησε σιωπηλός τα μνήματα. «Αυτό που έχω διαπιστώσει είναι πως η ιστορία παρουσιάζεται πολύ συχνά σαν μια σειρά από ασοβάρευτες πράξεις που έβλαψαν πολλούς. Πάμπολλα συμβάντα που ανέκοψαν την ανθρώπινη πρόοδο. Νομίζω πως δεν υπάρχει πια καιρός για τέτοιες ασοβάρευτες πράξεις. Ο κλήρος αυτή τη φορά θα είναι βαρύτατος». 
«Απαισιοδοξείτε;» 
«Πιστεύω πως κάποτε οι καιροί θα ηρεμήσουν, κι όσοι επιβιώσουν θα μαζέψουν τα σπαραγμένα τους μέλη και θα σχηματίσουν ένα νέο σώμα με ένα νέο πρόσωπο. Εξάλλου όσα είναι ενδεχόμενα σήμερα θα μεταβληθούν σε πραγματικότητες αύριο κι οι εκπλήξεις θα πάψουν να ξαφνιάζουν» 
«Πολύ φοβάμαι πως θα αργήσει να συμβεί αυτό». 
«Ήδη έχει αρχίσει να συμβαίνει. Αλλά δυστυχώς είμαστε ακόμη στην αρχή». Σε μια σκιερή γωνιά του ναΐσκου βρισκόταν ένα τραπεζάκι με έναν δίσκο, πάνω στον οποίο στεκόταν ένα πολυχρησιμοποιημένο μπουκάλι και σκόρπια ποτηράκια. Ακούμπησε απαλά την τσάπα του στο τραπέζι κι έπιασε το μπουκάλι. Με αργές κινήσεις έβγαλε το πώμα και γέμισε δυο καθαρά ποτήρια. 
«Αυτό είναι το παραδοσιακό μας ποτό που πίνουμε για να τιμάμε τους νεκρούς μας», μου εξήγησε καθώς μου έτεινε το ένα ποτήρι. 
«Στη μνήμη τους», του είπα ταπεινά κι άδειασα όλο το περιεχόμενο στο στεγνό μου λαρύγγι. 
«Και στην υγειά μας», μου απάντησε χαμογελαστός. 
Πάντα απορούσα πόσο εύκολα συγκρατούσα συζητήσεις που μ’ ενδιέφεραν. Τις έφερνα στο μυαλό μου και τις ζούσα ξανά. Όπως επίσης είναι ανατριχιαστικός ο τρόπος που νιώθω ξανά τα συναισθήματα εκείνων των στιγμών, όπως την απόγνωσή μου όταν συνειδητοποίησα ότι η ώρα είχε περάσει κι έπρεπε να φύγω βιαστικά για τον σιδηροδρομικό σταθμό. Ο αποχαιρετισμός ήταν άγαρμπος και βεβιασμένος, τερματίζοντας άδοξα μια υπέροχη συζήτηση που με ταξίδεψε πίσω στον χρόνο. Όταν του είπα πως έπρεπε να φύγω για να προλάβω το τρένο, σήκωσε το χέρι του με δυσκολία και με χτύπησε φιλικά στην πλάτη. 
«Όταν ανέβω ξανά Θεσσαλονίκη θα έρθω να σας βρω», του είπα φανερά συγκινημένος. 
«Να μου ξανάρθεις. Θα χαρώ να σε ξαναδώ». 
Πριν περάσω την πύλη του νεκροταφείου, κοντοστάθηκα και του έριξα μια τελευταία ματιά. Τελευταία μου εικόνα απ’ αυτόν τον υπέροχο άνθρωπο ήταν η μορφή του να χάνεται προς τα μνήματα, αγέρωχη, ακάματη και περήφανη. 

 Απόσπασμα από το βιβλίο «Βαλκανευτές» Εκδόσεις Ενύπνιο

Τρίτη 30 Μαΐου 2023

«Ο χρόνος που περνά και χάνεται»

 


 Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο «Ο χρόνος που περνά και χάνεται» από τις Εκδόσεις Παρέμβαση. Πρόκειται για μία συλλογική έκδοση που πραγματοποιήθηκε έπειτα από κάλεσμα των Εκδόσεων Παρέμβασησε συγγραφείς και φωτογράφους με θέμα τον Χρόνο που περνά και χάνεται... 
Οι διακόσιες σαράντα συμμετοχές που περικλείονται αφορούν ποιήματα, διηγήματα και φωτογραφίες, παρουσιάζοντας την ξεχωριστή ματιά καθενός από τους δημιουργούς αναφορικά με την επίδραση του χρόνου και τα σημάδια που αφήνει στις ζωές μας. 
Το έργο εξωφύλλου είναι του Τάκη Χάτσιου.  

Γράφουν οι: 

I

Αλέξανδρος Βαναργιώτης - 13 χαϊκού για τον χρόνο 
Γεωργία Βεληβασάκη - Αυτός και εαυτός 
Χρύσα Βλάχου - Εριέττα Γιορτή ενηλικίωσης 
Τασούλα Γεωργιάδου - Αλλαγές 
Βάλια Γκέντσου - Ο χρόνος όρθιος ας σταθεί 
Νίκη Γκίζη - Ο χρόνος που περνά και χάνεται 
Αριστούλα Δάλλη - Ο κύκλος του χρόνου 
Λίτσα Δαμουλή - Tα στολίδια του δέντρου 
Γιώργος Δελιόπουλος - Ασύμπτωτοι 
Παναγιώτης Δημόπουλος - Ασώματη τάξη  
Γεωργία Δεμπερδεμίδου - Ο χρόνος δεν περνά
Κλεονίκη Δρούγκα - Ενηλικίωση 
Γιώργος Θεοχάρης - Δυστυχία για το χρόνο 
Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη - Κόρες της Εύας 
Γιώργος Καλιεντζίδης - Μη λησμονήσεις 
Βαλεντίνη Χρ. Καμπατζά - «Χρόνος∙ ένας αόρατος, δυναμικός συνοδοιπόρος του ανθρώπου» 
Χριστίνα Καραντώνη - Διαφυγόντων ετών 
Αλέξης Κασνάκης Ηλίας Κεφάλας Ευριπίδης Κλεόπας - Δεν είναι τα κεριά 
Τάσος Κοκόγιας - Χρονομνήμη 
Θάνος Κόσυβας - Άχρονα χρόνια 
Μαρία Κουγιουμτζή - Δεσποινίς Λεονί 
Άννα Κουστινούδη - Χρόνος: Οι οντολογίες, οι ανατομίες, οι εμμονές και οι συνωμοσίες του 
Γιάννης Τζήμκας Γιώργος Κωνσταντινίδης - Βότσαλα λευκά άφησε ο χρόνος… 
Σεβαστή Κωνσταντινίδου - Άσπρο με κοφτή δαντέλα 
Μαρία Λάτσαρη - Χρονοφάι Χρήστος Λαμπριανίδης Δημήτρης Λεοντζάκος - Ακουμπώντας βουβά στο σκοτάδι 
Ευτυχία - Αλεξάνδρα Λουκίδου - Το μόνο «άλφα στερητικό» που δεν μας αφανίζει 
Χρήστος Β. Μασσαλάς - Εμείς και ο χρόνος... 
Ξενοφών Ε. Μαυραγάνης - Ο χρόνος που δεν χάνεται 
Σταύρος Μίχας - Ο χρόνος κι ο θάνατος 
Αλεξάνδρα Μπακονίκα - Το ρίσκο 
Πολύνα Γ. Μπανά - Οι μοιραίες επιπτώσεις του μηχανισμού ενός παλιού ρολογιού 
Νίκη Μπλούτη - Καράτζαλη - Ο αμείλικτος χρόνος... 
Αλεξάνδρα Μυλωνά - Πάντα η κόρη, πάντα η μάνα της 
Ηρώ Νικολοπούλου - Ο χρόνος που περνά και χάνεται 
Γιάννης Πανούσης - Οι 12 περι-ορισμοί του Χρόνου (+6 ανα-πληρωμα-τικοί) 
Αντώνης Παπαβασιλείου - Δεν έχει 
Απόστολος Παπαδημητρίου - Ο χρόνος, ο Θεός, ο άνθρωπος 
Δημήτρης Παπακωνσταντίνου - Μια μέρα μόνο 
Δημήτρης Παπαστεργίου - Επέτειος 
Καίτη Παυλή-Τζίμα - Παγίδα Κώστας Θ. Ριζάκης - ατάκτως προχωρών 
Σωτήρης Σαράκης - Το ερώτημα 
Δότα Σαρβάνη - Ημερολόγιο 
Ιφιγένεια Σιαφάκα - Στον αέρα 
Ελένη Σιγαλού - Σταθμοί ξεχασμένοι 
Φοίβος Σταμπολιάδης Σταύρος Σταμπόγλης - Περιρρέουσα επανάληψη 
Βασιλική Στεργίου - Η ρηχή ρίζα του Thorn 
Γιάννης Στεφανάκις - Της μοναξιάς μου φίλος 
Μαρίκα Συμεωνίδου - Χρόνος – δεν έχεις επιλογή 
Στέργιος Τσακίρης - Η πασχαλινή φλαούνα 
Γιώργος Τσάρος Nώντας Τσίγκας - Ίσκιοι σε φωτογραφίες 
Ολυμπία Τσικαρδάνη - Η κυρά-Ρήνα 
Γιάννης Τσιτσίμης - Στην έρημη χώρα 
Ανδρέας Φουσκαρίνης - Η ζωή μου: Μία ανάμνηση 
 
IΙ 

Αγγελική Αγγελοπούλου - Ο χρόνος που περνά και χάνεται… 
Φανή Αθανασιάδου - Ο χρόνος που φεύγει 
Καίτη Βασιλάκου - Η εποχή μου 
Βικτωρία Βουδουράκη - Φιλμ 
Ελένη Βουδούρη - Η παλίρροια του χρόνου 
Σουλτάνα Βουδούρη - Η σκοτεινή ήπειρος 
Άννα Γεωργίου - Ο Φάρος 
Χρυσούλα Γεωργούλα - Ο αβιώτος χρόνος 
Κική (Κυριακή) Γιαμουρίδου - Όλα εξαρτώνται από τη στιγμή 
Μερκούριος Γιάντσης - Εκείνος 
Κατερίνα Γιάσογλου - Άχρονες στιγμές 
Παναγιώτης Γκούβερης - Προφήτης 
Ελένη Γουγουτσά - Τα γενέθλια 
Ελένη Δεληβοριά - Ακροστιχίδα του χρόνου - Παιχνίδια του χρόνου - Χρόνος-αράχνη 
Μάνος Δραγώγιας - Το αέναο γίγνεσθαι 
Γιώργος Δρίτσας - Χαμένες αναμνήσεις 
Ιωάννα Ευθυμιάδου - Ich bebe, μαμά 
Λευτέρης Ευμορφόπουλος - Άνθρωποι είσαστε 
Άντζελα Ζιούτη - Ο καλύτερος δολοφόνος 
Διονυσία Καραμπουρνιώτη - Έτσι είναι ο χρόνος 
Κώστας Κίτσος Γιώργος Σ. Κόκκινος - Τα ρούχα της νιότης μου 
Αλεξάνδρα Κολιγιώτη - Μειδίαμα του χρόνου 
Ζαφειρία Κοτζαμάνογλου - Ο χρόνος που περνά και χάνεται 
Δημήτρης Κουτουλάκης - Μοναστήρια: Το μέρος όπου σταματά ο χρόνος 
Δημήτρης Κουφόγιαννης - Δεσμώτες του Χρόνου 
Χριστίνα Κρητικού - Από την άλλη πλευρά του χρόνου 
Ελένη Κριτσιβέλα - Χρονο(δια)τριβή 
Ασημίνα Λαμπράκου - Αποτύπωμα στον χρόνο 
Μαριλού Λεονάρδου - Και κάπως έτσι ο χρόνος σταμάτησε… 
Έλενα Λιάτου - Μυστικό πέρασμα στου χρόνου το αργοκύλισμα 
Βασίλης Μαγκλάρας - Η φρίκη του Χρόνου 
Γεωργία Μακρογιώργου - Ν’ άλλαζες δρόμο 
Δημήτρης Μάλλης - Επισκεπτήριο 
Κωνσταντίνος Μανίκας - Το μαχαίρι του χρόνου 
Αναστάσιος Μαράς - Η στιγμή που φεύγει 
Σοφία Μαργαρίτη - Περσεφόνη 
Κωνσταντίνος Μαρκογιάννης - Ίσως ο Θάνατος 
Κασσιανή Μαρτινάκη - Λευκές Εποχές 
Γιάννης Μήτσιος - Μνήμες και αποχωρισμοί 
Αναστάσιος-Μάριος Μιχαηλίδης - Μια παλιά φωτογραφία 
Θανάσης Γ. Μίχος - Σε ένα άλλο νησί κάποτε 
Αντώνης Μπαλασόπουλος - Ένα όνειρο 
Κοραλί Μπαρμπέν - Kορέστεια 
Αναστάσιος Σαχινίδης Αριάδνη Νικολάρα - Το σακάκι 
Χρήστος Ντικμπασάνης - Χρόνος και μύθος 
Μιλτιάδης Ντόβας - Πεντόβολα 
Ιωάννης Ξενίδης Παναγιώτης Παλασίδης - Ο χρόνος 
Πόπη Παντελάκη - Η δίνη του χρόνου 
Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη - Ο χρόνος τυπωμένος στο χαρτί 
Γιάννης Σαμοθράκης Ελένη Κ. Παπαδοπούλου - «Ἐνθύμιον ἀρραβῶνος» 
Άγγελος Πάσκος - Μεταμόσχευση καρδιάς 
Βάννα Γ. Πασούλη - Στο βάραθρο του χρόνου 
Χρυσούλα Πατρώνου-Παπατέρπου - Αλλαγή ώρας 
Λεόντιος Πετμεζάς - Το άγριο, απρόσμενο πέρασμα του χρόνου 
Δημήτριος Σ. Πέτρου - Πρώτα ο Θεός 
Σταύρος Ξ. Πέτρου - Στη γιαγιά μου 
Μαίρη Πίσια - Μια ρωγμή στο χρόνο 
Πολύβιος Ν. Πρόδρομος - Τριαντάφυλλό μου 
Καλλιόπη Ράικου Πένυ Ραμαντάνη - Ο μάρτυρας 
Μάουρα Ρομπέσκου - Για μια στιγμή αιώνια 
Αντώνιος Σανουδάκης-Σανούδος - Το ξύλινο τραπεζάκι του χρόνου 
Θανάσης Σαρδέλης - Στιγμές ζωής… 
Αθηνά Σαρλάνη Ελένη Σεμερτζίδου - Δεσμώτης 
Ιωάννης Σιδηρόπουλος - Χριστούγεννα σ’ ένα σπιτικό 
Νίκος Σουβατζής - Καταργώντας την εξουσία του χρόνου 
Αρχοντία Σπαχίδου - Η νόρμα του χρόνου 
Μαρία Σταυρίδου - Ένα λεπτό 
Αλέξανδρος Στεφόπουλος - Ανεπιστρεπτί 
Γιάννης Στρούμπας - Παράλληλες ρυτίδες 
Βάνια Σύρμου - Μετάξι 
Κωνσταντίνος Συρράκος - Ο χρόνος που περνά και χάνεται 
Κώστας Τερζανίδης - Εδώ στου δρόμου τα μισά 
Χρήστος Τζιώκος Άρτεμις Τομαή (η Θαλασσινή) - Χρόνος απών 
Παρθένα Τσοκτουρίδου - Φτερά που δεν πετάνε 
Ελένη Φιτσάλη - Η Γέφυρα 
Δημήτρης Μπουλουγούρης 
Γιώργος Χατζελένης - Ο απογευματινός καφές της Σαλαμάνκα 
Ζωή Χατζηγεωργίου - Του Χρόνου οι γιοι  
Kατερίνα Χατζηγιαννάκη - Τα γρανάζια του χρόνου 
Γιάννης Χονδρός - Περί βημάτων και σταγόνων 
Φωτεινή Χρηστίδου - Η κλεψύδρα 
Ελένη Ψαραδάκη - Οι στιγμές χάνονται μα οι μνήμες μένουν 

ΙΙΙ 

Σοφία Αλεξανδρίδου - Κάποτε δεν αρκεί η αγάπη 
Αμφίνοος - Ανθρωποθυσίες 
Ανώνυμο - Όταν χάνεις το αεροπλάνο 
Κατερίνα (Κανάκη) Αξούγκα - Ατελεύτητο 
Παύλος Βελιτζέλος - Χρόνου πέρι 
Ευαγγελία Βογιατζάκη - Δυναμικό 
Γεωργία Γιαλούρη - Στάση προς την αιωνιότητα 
Mατίνα Γεωργά Σπυριδούλα-Υρώ Γιολδάση - Συνδέσεις 
Άννα Γκασνάκη - Ο χρόνος αλλιώτικα μέτρα 
Χρύστα Δημαρέλου - Το ραντεβού 
Αντωνία Δημοπούλου Σοφία Ελευθερίου - Μέσα σ’ ένα λευκό κεφάλι 
Μάνος Ζερβός - Κατά τον Δαίμονα Εαυτής 
Μάρθα Ζιώγα - Σε ευθεία κίνηση ή κυκλική; 
Nατάσσα Θάνου (Δόνα Αμαρυλλίς) - Έχοντας το γνώθι σαυτόν 
Χρυσούλα Ιωαννίδου - Ο χρόνος στο Ορμένιο του Έβρου 
Ελένη Ιωάννου - Συνειρμοί για το χρόνο που περνά και χάνεται 
Μιχάλης Καλιότσος - Η μαύρη επισκέπτρια 
Έλενα Καλογεροπούλου - Σαν ρωγμή στον χρόνο 
Αλεξάνδρα Καλτσογιάννη - Λευκό κοράλλι 
Ζώη Καρασίγκου Μαρίνος Ε. Καρβελάς - Όταν ο χρόνος δεν είναι εδώ 
Ευάγγελος Καρλόπουλος - Η Ψευδαίσθηση του Χρόνου 
Στέλλα Καρούτσου – Ιακωβίδου - Χρόνε 
Δέσποινα Καρπούζη - Παρατηρητής του χρόνου 
Λάζαρος Κηπουρίδης - Η ειμαρμένη μέρα 
Οργκέσα Κοδέλαι - Χρόνος βαρύς 
Ρένα Κοτζαγιώργη - Δεν είναι αργά για το όνειρο… 
Αγγελική Κουντουράκη - Χρόνος 
Δημήτρης Κυτίδης Γιώτα Κωνσταντάκη - Λήθη 
Στέλλα Κωνσταντάκη - Μια στιγμή 
Γεωργία Κωστούρου - Ο χρόνος που περνά και χάνεται 
Ζωή Κώτσου - Ο χρόνος δε ρωτάει 
Άννα Λαμπαρδάκη - Τα ρολόγια του χρόνου 
Ελένη Λιακάλου - Ο χρόνος που περνάει και χάνεται 
Μαγδαληνή-Ελευθερία Μανουσάκη - Fugit inreparabile tempus 
Κική Ματέρη - Τικ τακ 
Βηθλεέμ (Βίλμα) Μαυροματίδου Ανατολή Μελίδου - Η τελευταία κυρία της παραλίας 
Μυριοφυλλιά Β. Μήττα - Οι μέρες που πέρασαν 
Άννα Μοραλίδου - O χρόνος που περνάει και χάνεται 
Αφροδίτη Μπαρλαμπά - Μια αγάπη δίχως αύριο... 
Αθανασία Μπεχλιβάνη - Φτυάρι 
Ειρήνη Φ. Νάνου - Στον αιώνα της φωτογραφίας 
Ιλεάνα Νίστορ - Πορείες 
Ελευθερία Παγκάλου - Χρόνος 
Αικατερίνη Πανταλέων - Του χρόνου το αμείλικτο 
Δήμητρα Παπατσαρούχα (Ανεμώνη) Ελένη Παπόγλου - Ο χρόνος και η δημιουργία 
Αχιλλέας Πάσχος Ιωάννης Πατσιατζής - Χρονοκάψουλα 
Παρασκευή Πατσιλιά - Η στόφα του χρόνου 
Ηλίας Ποιμενίδης - Τιμωρημένο πουκάμισο 
Μαίρη Γ. Πράσατζη - Κύκλοι 
Αναστάσιος Ελ. Πτωχός - Συνάντηση και αλλαγή πορείας 
Αμαλία Ραπτοπούλου - Όταν επιστρέφουν 
Νεκταρία Ρουμπελάκη - Εν πτήσει 
Νίκος Σαχπεκίδης Αγγελική Σταύρου - Ψεύτη καθρέφτη 
Δημήτρης Στραβού Ρούλα Συγγούνα - Αιώνιοι εμείς 
Παύλος Ταγτεβερενίδης - Μακρινό ’77 
Ευφροσύνη Τάσα Ευαγγελία Τάτση - Το παλίμψηστο των λέξεων 
Ελένη Τενεδίου - Ο χρόνος στη φιλοσοφία, τις κρίσεις και τις φυσικές καταστροφές 
Γιώργος Τζεβελεκάκης - Στη μεγάλη θάλασσα του αιώνα 
Στέλλα Τζιτζιλή Γιάννης Τόμπρος - Τριγύρω μου χρόνος - οκτώ ποιήματα χαϊκού 
Ελπίδα Τσαβδάρη - Χρόνος 
Μαρίνα Τσιάνα Μαρία Τσιγάρα - 364 μέρες 
Ελένη Τσιούλη - Το αγόρι και το δέντρο 
Νικολέτα Τσοκαρίδου - Tempus versus liber 
Παναγιώτης Φτάρας Μιχάλης Χαντζής Θεοδώρα Χατζιδάκη Ξανθή Χετζάκη - Αναμονή 
Νίκη Χριστόφη - Ο χρόνος που περνά και χάνεται 
Βασιλική Χριστοφορίδου - Διαφθορά του χρόνου 
Vincent Lempereur Maggie D Brace - Concentric Goddess Β. 
Π. Καραγιάννης - Και τι δεν θα ’δινα... 

Διατίθεται από τις Εκδόσεις Παρέμβαση, τον Ιανό Θεσσαλονίκης και Αθήνας, την Πρωτοπορία Θεσσαλονίκης και Αθήνας, το Κεντρί Θεσσαλονίκης, το διαδίκτυο και από όλα τα βιβλιοπωλεία της χώρας κατόπιν παραγγελίας.

Πέμπτη 6 Απριλίου 2023

Ελεύθερη, της Λέα Ούπι

 


Ένα από τα αίτια της ξενοφοβίας είναι η ελλιπής εικόνα που έχουμε για τους άλλους λαούς. Με αυτήν την ύπουλη ξενοφοβία "υποδεχτήκαμε" βιαίως τους Αλβανούς μετανάστες που ήρθαν στη χώρα μας πριν τρεις δεκαετίες. Παρά τις δύσκολες συνθήκες εκείνων των χρόνων, οι Αλβανοί κατάφεραν να αφομοιωθούν στην ελληνική κοινωνία και να τονώσουν την ελληνική οικονομία. 
Όμως τρεις δεκαετίες μετά, ποτέ δεν επιδιώξαμε να τους προσεγγίσουμε και να τους γνωρίσουμε καλύτερα. Μια στάση άδικη, που δε πατάει πλέον στο μίσος απέναντι στον ξένο Αλβανό αλλά στο φόβο μήπως και συνειδητοποιήσουμε πως έχουμε περισσότερα κοινά με τον "φτωχό" μας γείτονα παρά διαφορές να μας χωρίζουν. 
Αυτή η κοινωνική στασιμότητα προσέγγισης προς τον γείτονά μας, καλό είναι να πάψει να υφίσταται, μήπως και μπορέσουμε ως γειτονικοί λαοί να έρθουμε πιο κοντά, να συμφιλιωθούμε κι επιτέλους να συνυπάρξουμε αρμονικά, σπάζοντας κάθε αυγό φασισμού και ξενοφοβίας. Το βιβλίο της Λέα Ούπι είναι μια καλή αρχή για να μάθουμε την πρόσφατη ιστορία των γειτόνων μας και την περηφάνεια που τους διακατέχει. 
Οι εξιστορήσεις της συγγραφέως, συνδυάζουν το προσωπικό ύφος με το πολιτικό και τους υπαρξιακούς της προβληματισμούς με τις πολιτικές θεωρίες των δικών της. Το ενδιαφέρον αυτό βιβλίο είναι οι μαρτυρίες ενός μικρού κοριτσιού που είχε την τύχη (ή τη δυστυχία) να μεγαλώσει και να ωριμάσει ανάμεσα σε δύο κόσμους διαφορετικούς μέσα στην ίδια της τη χώρα. 
Το βιβλίο αυτό είναι η προσωπική εξομολόγηση ενός ανθρώπου που βρέθηκε απέναντι στο "Τέλος της Ιστορίας", κάνοντάς την να αναρωτιέται σήμερα για το νόημα τόσο των ιδεολογιών που εξαφανίστηκαν όσο και του νέου κόσμου που ξανοίχτηκε απότομα μπροστά της. 

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2023

Προτάσεις για μια παιδεία κοινωνικού χαρακτήρα



του Γιώργου Ορφανίδη*

Κάθε 30ή Ιανουαρίου η σκέψη πολλών, αυτόματα ή κατευθυνόμενα (υπό το πρίσμα της άκριτης υποστήριξης του ρεύματος «ακολουθώ ό,τι γίνεται προκειμένου να δηλώσω την παρουσία μου» (βλ. social media), επιστρέφει στο ζήτημα της θέσης-αξίας των Γραμμάτων & των Τεχνών. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό αρκετά γνωστός, τουλάχιστον στις ελληνικές κοινότητες. Επομένως, ας μη μείνουμε στο ιστορικό ή όποιο άλλο υπόβαθρο του θέματος. Για όποιον, όμως, το επιθυμεί, προσωπικά, προτείνω την ανάγνωση του παρακάτω και ιδιαίτερα κατατοπιστικού πονήματος της ακαδημαϊκού κ. Εφης Γαζή, «Ο δεύτερος βίος των Τριών Ιεραρχών». Μια γενεαλογία του «Ελληνοχριστιανικού πολιτισμού» (Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, 2004). 
Βέβαια, ο Ιανουάριος πέρασε, και ενδεχομένως ήδη πολλοί να ξέχασαν ακόμα και τον τελευταίο απόηχο της παραπάνω ημέρας, ή και της 24ης Ιανουαρίου (Διεθνής Ημέρα Εκπαίδευσης), κατά την οποία τα κλισέ για την πολυπόθητη ανοιχτή προς όλους & ορθή παιδεία-πολιτισμική (ανα)δόμηση αναδιατυπώνονται χωρίς καμία ουσία με συρραφές περσινών και προπέρσινων κειμένων. 
Ταυτόχρονα, τον Φεβρουάριο έχουμε ουκ ολίγες ημέρες αφιερωμένες σε αξίες-ιδέες που θα έπρεπε όχι μόνο να θεωρούνται αυτονόητες σήμερα αλλά και να λαμβάνονται ως πυλώνες της παιδείας μας (βλ. 04/02 –Διεθνής Ημέρα Ανθρώπινης Αδελφοσύνης, 11/02– Διεθνής Ημέρα για τις Γυναίκες και τα Κορίτσια στην Επιστήμη, 20/02 – Παγκόσμια Ημέρα Κοινωνικής Δικαιοσύνης). 
Αναδίφηση, λοιπόν, στο παρόν, και όχι στο χθες, με εφαλτήριο τί; Μία ή δύο ή τρεις… εορτές; Όχι. Ασφαλώς οι τυμπανοκρουσίες δεν επαρκούν, όταν η διαβίωσή μας εξαρτάται από καμένη γη. Τα Γράμματα και οι Τέχνες είναι απότοκα ενσυνείδησης και ενσυναίσθησης, τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με την επιβολή αναχρονιστικών θεσμών, την κυριαρχία πολιτισμικών στερεοτύπων, και τη μαζική χειραγώγηση. Δηλαδή, εάν θέλουμε να μιλήσουμε, όντως, για Γράμματα και Τέχνες στο μετα-μεταμοντέρνο κοσμοείδωλο της πολυπολιτισμικής κοινωνίας που δομείται στη δυναμική του unique ως ουτοπικό θεμέλιο, οφείλουμε να ξεκινήσουμε το παιχνίδι της εύρεσης των πολυπόθητων καρπών μίας παιδείας πρώτα από όλα κοινωνικής· να ξεκινήσουμε από το πώς βλέπουμε τον κόσμο εμείς οι ίδιοι. 
Για αυτό, σήμερα, επιλέχθηκαν τρία βιβλία, λογοτεχνικά αλλά διαφορετικού είδους-ύφους, η ανάλυση των οποίων λειτουργεί σαν ένα άλλο πρόσφορο έδαφος· προς καλλιέργεια μιας παιδείας κοινωνικού χαρακτήρα, άνευ επίπλαστων πραγματικών-συμβολικών συνόρων.




Οι «Βαλκανευτές», τυπικά, ανήκουν σε μία κατηγορία, η οποία παρεξηγείται από ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό, θεωρούμενη ως «καταγραφική», επομένως όχι και μείζονος σημασίας. Η κατηγορία αυτή δεν είναι άλλη, παρά η ταξιδιωτική λογοτεχνία. Εδώ, έχουμε μία ομάδα νέων που οδικώς περιδιαβαίνει τα δυτικά βαλκάνια, φθάνοντας ως την Τεργέστη της Ιταλίας. Ο αυτοπροσδιορισμός τους, Βαλκανευτές, παραπέμπει -κατά μία έννοια- στους Ιχνευτές, σατιρικό δράμα του 5ου αι. π.Χ., γραμμένο από τον Σοφοκλή, καθώς και τα δύο έργα αναφέρονται στην αξία της ανακάλυψης του «χ» πολιτισμικού στοιχείου μέσα από το μη αναμενόμενο· στο προγενέστερο εξ αυτών έχουμε τη μουσική, ή οποία εκπροσωπεί την αρμονία και άκρα αισθητική του οικουμενικού, στο άλλο, το κατά πολύ μεταγενέστερο χρονικά, έχουμε την ιστορική αρχή της ύφανσης της εκάστοτε πολιτισμικής ταυτότητας, η οποία εκπροσωπεί τη βάση κάθε κοινωνικού συνόλου που θέλει να διασφαλίσει την ύπαρξη του μεταξύ άλλων, λίγων ή πολλών. 
Διότι, ναι, τώρα, ο συγγραφέας θέτει τον δάκτυλον υπό τον τύπον των ήλων ανατρέποντας όλα όσα πιστεύουμε -στερεοτυπικά ή μη- για την πολύπαθη γη της βαλκανικής χερσονήσου, χωρίς να επιχειρεί να την ορίσει γεωγραφικά, αφού τα σύνορα ίσως και να διασπούν το σύνθημα περί ομόνοιας και συνεργασίας των λαών. 
Ένα απλό αυτοκίνητο γίνεται το μέσον με το οποίο κάθε παλαιό σύνορο ακυρώνεται αυτόματα από τον ίδιον τον άνθρωπο που κάποτε το τοποθέτησε, επειδή από την Προϊστορία ακόμα ως επίγειο ον αυτή του την ανάγκη θέλει να ικανοποιεί στη συμβίωση με τρίτους, περισσότερο ή λιγότερο φίλους εκ προοιμίου να περιφρουρήσει το (ολο)δικό του, ό,τι και αν είναι αυτό, προσδιοριζόμενο από τον όποιο δείκτη αξίας, π.χ. οικονομικό, συναισθηματικό. Έπειτα, ο άνθρωπος σηματοδοτεί –έστω και τύποις– τη δράση του μέσα από τα μνημεία. Και ως μνημείο ορίζεται το οτιδήποτε έχει φτιαχτεί από το χέρι του, επίσης, ανεξαρτήτως υλικής ή όποιας άλλης αξίας. Με τα μνημεία ο άνθρωπος γεμίζει τα σύνορα που γνωστοποίησε στους μη ανήκοντες στην ομάδα του ίδιου, αφήνει κληρονομιά για τις επόμενες γενιές. Τα πολλά μνημεία σηματοδοτούν πολλές φορές μια πλούσια ιστορία, μια αξιοθαύμαστη πολιτισμική ταυτότητα, χωρίς όμως αυτή η πολύ απλή συλλογιστική απόρροια να είναι ακλόνητη. Αλλωστε πώς ορίζονται τα πολλά μνημεία; Πώς ορίζεται, εντέλει, η πλούσια ή μη ιστορική αποτύπωση, και ακόμα περισσότερο το μεγάλο ή μη εύρος της πολιτισμικής ταυτότητας; 
Ο Χατζελένης με έναν άλλου είδους φακό απαθανατίζει σκηνές που αναδεικνύουν τα παρεξηγημένα παιδιά της ιστορίας, των οποίων η ζωή ακροβατεί πάνω από τη μεσόγειο και κάτω από τον Δούναβη. Και αυτό, όμως, είναι πολύ σχετικό, καθώς τα ερωτήματα που ανακύπτουν ξεφυτρώνουν σαν τις κεφαλές τις Λερναίας Υδρας, ειδικά με τη διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας κατά τις προηγούμενες δεκαετίες. Μιλάμε, λοιπόν, για Βαλκάνια ή Αδριατική, όπως θα έλεγαν οι Ιταλοί, εάν ήθελαν λίγο παραπάνω κύρος να προσδώσουν σε ορισμένες περιοχές; Ποιος είναι (και ποιος δεν είναι) «βαλκάνιος»; Μπορεί ένα (τόσο) διευρυμένο πολιτισμικό σύνολο μόνον επειδή ορίζεται από συγκεκριμένα φυσικά/τεχνητά σύνορα να χαρακτηρισθεί απ’ άκρη σ’ άκρη ως «βαλκανικό». Η Ελλάδα σίγουρα αποτελεί ένα παράδειγμα που διχάζει, και ταυτόχρονα ανατροφοδοτεί τους κατοίκους της με μία νέα διάθεση για αποκωδικοποίηση της τοπικής ιστορίας, των μνημείων και συμβόλων, που όλοι τους επικαλούνται στη διάρκεια (επανα)δόμησης της ταυτότητάς τους, αλλά και εκείνων των σημείων που ενδεχομένως να «φοβούνται» όντας φύσει ή θέσει (γεωπολιτισμικά) αμφιλεγόμενα. 
Κλείνοντας αυτήν την κυκλική –για άλλους σπειροειδή– πολιτισμική διαδρομή, ας κρατήσουμε ένα από εκείνα τα αποφθέγματα των Στωικών που μας υπενθυμίζουν ότι η παιδεία-σοφία είναι απαλλαγμένες από κάθε μορφή έπαρσης, εγωκεντρικής τοποθέτησης ή πεισματικής εσωστρέφειας: «Τι πρώτον έστιν έργον του φιλοσοφούντος; αποβαλείν οίησιν: αμήχανον γαρ, ά τις ειδέναι οίεται, ταύτα άρξασθαι μανθάνειν» (Επίκτητος, αρχαίος φιλόσοφος, 50-135 μ.Χ.).

* Ο Γιώργος Ορφανίδης είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ του ΑΠΘ – σε συνεργασία (συνεπίβλεψη) με το Πανεπιστήμιο της Τουλούζης ΙΙ. Σπούδασε Αρχαιολογία & Ιστορία της Τέχνης (ΒΑ, ΜΑ), Ιταλική Φιλολογία (ΒΑ), Μάνατζμεντ & Επικοινωνία (ΜΑ) στο ΑΠΘ. Εμπλουτίζει τις γνώσεις του παρακολουθώντας συστηματικά σεμινάρια από αναγνωρισμένους φορείς. Συμμετέχει σε συνέδρια και δημοσιεύει σε ακαδημαϊκά περιοδικά, τόμους, εγκυκλοπαίδειες, κ.ά. της Ελλάδας και του εξωτερικού. Έχει εργαστεί στο ΥΠΠΟΑ, καθώς και σε ένα πλήθος πολιτισμικών φορέων δημόσιου ή ιδιωτικού χαρακτήρα. Σήμερα, δραστηριοποιείται στον τομέα του Πολιτισμού-Τουρισμού και των Δημοσίων Σχέσεων.

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2023

«Βαλκανευτές» ένα ταξίδι αυτογνωσίας στο μέσα και το έξω μας




του Ιάσονα Γαβριηλίδη 


Με τον Γιώργο Χατζελένη δε γνωριζόμασταν. Πριν λίγο καιρό, βρισκόμουν σε κάποιο μπαρ με έναν φίλο. Από εκεί έτυχε να περνά μία γνωστή μου που μένει παραδίπλα. Χαιρετηθήκαμε και μου πρότεινε να συμμετέχω στην παρουσίαση ενός βιβλίου. Τόσο απλά! Έτσι ξεκινάνε τα όμορφα πράγματα. Ένα βράδυ με ένα φίλο στη γειτονιά. Το ίδιο απλά, ένα άλλο βράδυ, ο Γιώργος με τον δικό του φίλο πήραν την απόφαση για αυτό το ταξίδι απόδρασης από την φθοροποιό καθημερινότητα. Η ρουτίνα μας απομονώνει και μας κλειδώνει. Η έξοδος από αυτή ήρθε ως κάθαρση. Διέξοδος και όχι διαφυγή. Έφερε απελευθέρωση και συντροφικότητα. Ένωσε τους τρεις φίλους πηγαίνοντας τους σε ένα ταξίδι 4.730 χλμ. Μαζί! Κι αυτή είναι η ουσία γιατί «ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει». 
Τα Βαλκάνια είναι κι αυτά γειτονιά μας. Μια πληθωρική, μα ανεξερεύνητη -για τους περισσότερους από εμάς- γειτονιά. Πόσα γνωρίζουμε για τα Βαλκάνια και τους λαούς τους; Πόσο γνωρίζουμε τους γείτονες μας; Αυτούς που μας χωρίζει μια νοητή γραμμή πάνω στον χάρτη ή μια μεσοτοιχία σε μια γκρίζα και απρόσωπη πολυκατοικία των απρόσωπων πόλεων μας; Αυτή η κριτική ματιά στην αρχιτεκτονική ομορφιά και ασχήμια, η αναφορά στη μνήμη που κουβαλούν τα κτίσματα και οι τόποι, η διατήρηση και η καταστροφή του τοπίου και της αισθητικής διατρέχει όλο το κείμενο και όλα τα δυτικά Βαλκάνια, από την Αθήνα στο Αργυρόκαστρο και από το Σαράγεβο ως την Τεργέστη. 
Μια πρόταση, για ένα παρόμοιο οδοιπορικό στα Βαλκάνια, δέχτηκα φέτος το καλοκαίρι, από τον φίλο που ήμουν εκείνο το βράδυ. Εκείνος πήγε. 
Οι Βαλκανευτές ήρθαν να μου επισημάνουν πως πρέπει τελικά να πάω κι εγώ αυτό το ταξίδι. Κάποτε έφτασα ως το Ντουμπρόβνικ, που στον Γιώργο θύμισε την Χίο. Εμένα μου θύμισε τη Ρόδο. Μαγεύτηκα κι εγώ από τα καταπράσινα βουνά του Μαυροβουνίου και τις παραμυθένιες πόλεις του Κότορ και της Μπούτβα. Όσο ο Γιώργος και οι φίλοι του ανακάλυπταν τα Βαλκάνια, παρακολουθούσα, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, τα ίδια τοπία που περνούσαν πίσω από το τζάμι του αυτοκινήτου ή κατακτώντας τα στενά σοκάκια των μεσαιωνικών πόλεων της Αδριατικής. Ταυτόχρονα γνώριζα και τον ίδιο. Οι Βαλκανευτές είναι ένα διττό ταξίδι. Είναι παράλληλα μια επιλεκτική καταγραφή του οδοιπορικού στη δυτική πλευρά της Χερσονήσου του Αίμου και μια ενδοσκόπηση, φιλτραρισμένη μέσα από τα πολυποίκιλα ερεθίσματα αυτής της περιπλάνησης, της πολυχρωμίας, της πολυφωνίας και της βαριάς ιστορίας που κουβαλά αυτός ο πολύπαθος και παραγνωρισμένος τόπος και κόσμος. «Πόσα τοπία, πόσες πόλεις, πόσες ιστορίες», λέει ο συγγραφέας. Και πόσες σκέψεις, πόσα συναισθήματα συμπληρώνω. Και συμφωνώ πως μέσα από τα ταξίδια ανακαλύπτουμε νέους τόπους και συνάμα τον εαυτό μας. Και όντως τα ταξίδια απελευθερώνουν. Θα το έχετε νιώσει σίγουρα κι εσείς. Και αν τελικά το ταξίδι είναι «ένα κυνηγητό με τον χρόνο και μια αναζήτηση του φαρμάκου στον επικίνδυνο χειμώνα της συνείδησης που διανύουμε εδώ και χρόνια». 
Ο Γ. Χατζελένης καταλήγει πως το κέρδος και μάλλον το φάρμακο αυτό τουλάχιστον για τον ίδιο είναι η αυτογνωσία. Κι εδώ ταυτίζομαι. Άλλωστε η αυτογνωσία είναι το ζητούμενο της ενδοσκόπησης και τι πιο ταιριαστό από το να ανακαλύπτεις τον μέσα σου κόσμο, ανακαλύπτοντας τον έξω κόσμο. Και τι πιο ταιριαστό για το μεγάλο ταξίδι, το ισόβιο κυνηγητό με το χρόνο από το να ταξιδεύεις, όπως παρατήρησε κάποτε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. 
Οι ταυτίσεις που βρήκα με τον Γιώργο είναι πολλές, πέρα από την κοινή αγάπη για τα ταξίδια. Το ενδιαφέρον για την ιστορία των τόπων, την πολιτική κριτική στον μαζικό τουρισμό, τον καταναλωτισμό, η ανάγκη να περπατήσουμε πάνω-κάτω την κάθε πόλη τον κάθε τόπο για να αφουγκραστούμε, για να μπορούμε να νιώσουμε πως τον γνωρίσαμε, η χαρά και η αναζήτηση της αβίαστης επικοινωνίας με τους ντόπιους ως της πιο αυθεντικής επαφής με τον τόπο ή η απόλαυση του τυχαίου, όπως ένα αυτοσχέδιο πάρτι στη μποτιλιαρισμένη εθνική οδό. Είναι όλα αυτά μαζί σε μια ισορροπημένη όσμωση με όλο το βίωμα, που εσωτερικεύει ενός ανθρώπου που ζει, εργάζεται, προβληματίζεται, νιώθει, απογοητεύεται και ελπίζει στην Ελλάδα της κρίσης που ακόμη βαθαίνει. 
Όλο το βιβλίο είναι μια αναζήτηση για απαντήσεις που δεν υπάρχουν ή δεν έχουν βρεθεί και για άλλες που τελικά ο συγγραφέας μας τις δίνει, έστω προσωπικά ή και μερικά. Ερωτήσεις για την ταυτότητα και τι συγκροτεί, δηλαδή για το χθες και το σήμερα αλλά και για το μέλλον: το ατομικό, της Ελλάδας, των Βαλκανίων και των λαών τους, τι μας χωρίζει και τι μας συνδέει, πόσο μοιάζουμε και που διαφέρουμε με τους άλλους Βαλκάνιους, το νόημα του ταξιδεύειν και της ίδιας της ζωής, ο θάνατος και η αφύπνιση της γενιάς του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία ή της κρίσης στην Ελλάδα που μέσα από τις «αντανακλάσεις της λάμψης του τίποτα της έλαχε να σταθεί απέναντι στην Ιστορία και να τη λογαριάσει». 
Η γενιά του Γιώργου και δική μου, η γενιά μας και οι αγωνίες της. Η γειτονιά μας, τα Βαλκάνια, οι αντιφάσεις της και ο πλούτος που αυτές γεννούν μέσα στο ατέρμονο ταξίδι του χρόνου που περιέχει το ισόβιο ταξίδι της ζωής και τα επιμέρους ταξίδια, όσα προλάβουμε. Οι Βαλκανευτές είναι ένα από αυτά τα ταξίδια και η ανάγνωση τους είναι ένα ακόμη ταξίδι και μαζί μια πρόσκληση και μια πρόκληση στην ατομική αυτογνωσία μέσα από την αυτογνωσία μας ως μέρους ενός ευρύτερου γεωγραφικού και πολιτισμικού, ρευστού μα υπαρκτού κόσμου. Διότι τελικά είναι βέβαιο πως η απόληξη και ο στόχος είναι πάντα η μεγάλη εικόνα. Παραφράζοντας τον Γκράμσι: είναι δοσμένο πως η κατάληξη είναι το διεθνές, όμως το σημείο αφετηρίας είναι πάντα εθνικό κι απ’ αυτό οφείλουμε να ξεκινάμε. Στο τέλος πάντα γυρνάμε στην Ιθάκη, όμως η αυτογνωσία έρχεται με τον ζειν και την περιπλάνηση, γιατί τελικά «το να ζεις σε μικρό κομμάτι γης είναι αιχμαλωσία»

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2023

Βαλκανευτές και Βαλκανολάτρες


του Στράτου Κερσανίδη, 
κριτικού κινηματογράφου

Θα ξεκινήσω κάπως διαφορετικά, υποστηρίζοντας πως η ανθρωπότητα άρχισε να χαλάει εδώ και μερικές χιλιάδες χρόνια. Πιο συγκεκριμένα από τη στιγμή που κάποιος πρόγονός μας οριοθέτησε ένα κομμάτι γης και είπε είναι ιδιοκτησία του. Σιγά-σιγά η οριοθέτηση, η διεκδίκηση και η ιδιοποίηση του χώρου άρχισε να γίνεται και από ομάδες ανθρώπων που είχαν κάτι κοινό κι έτσι άρχισαν σιγά σιγά να δημιουργούνται τα κράτη και τα σύνορα. Κι έτσι από εκεί που οι άνθρωποι, πριν από τις οριοθετήσεις κυκλοφορούσαν ελεύθερα όπου ήθελαν και τα όρια που τους χώριζαν ήταν τα φυσικά όρια, εκείνα δηλαδή που θέτει η γεωγραφία άρχισαν οι διαχωρισμοί και οι απαγορεύσεις. Ο χώρος ελεύθερης μετακίνησης μίκρυνε, μπήκαν περιορισμοί, κατασκευάστηκαν εθνικοί μύθοι οι οποίοι γέννησαν εθνικισμούς και μισαλλοδοξία, δημιουργήθηκαν στρατοί για να προστατεύσουν τις διάφορες πατρίδες, ξέσπασαν πόλεμοι με αποτέλεσμα εκατομμύρια νεκρών στη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας για ένα κομμάτι γης που, σε τελευταία ανάλυση, δεν ανήκει σε κανέναν αλλά -αντιθέτως- ανήκει σε όλους. Και όπου η κατάσταση άρχισε να σταθεροποιείται και κάποια έθνη να συνεννοούνται και να δημιουργούν μεγαλύτερες κρατικές οντότητες και τα σύνορα να μετατρέπονται σε απλές νοητές γραμμές, βρικολάκιασαν οι μύθοι, ξεθάφτηκαν παράλογα μίση, ξέσπασαν νέοι πόλεμοι, περισσότερο ή λιγότερο άγριοι και τα σύνορα άρχισαν να πολλαπλασιάζονται μαζί με τα μνήματα χιλιάδων νεκρών που ανάθεμα κι αν κατάλαβαν το λόγο που έπρεπε να πεθάνουν. 
Δυστυχώς την ώρα αυτή το κακό συνεχίζεται σε διάφορες περιοχές του πλανήτη και χιλιάδες άνθρωποι περπατούν αναζητώντας έναν τόπο για να σωθούν. Όμως βρίσκουν μπροστά τους φράχτες, συνοριοφύλακες, ακτοφυλακές και ένα φαιό πέπλο μίσους να τους εμποδίζει. Είναι ο φασισμός ο οποίος παρουσιάζεται ως πατριωτισμός ή ως προστασία του πολιτισμού και της θρησκείας μας. Δηλαδή μια μπαρούφα η οποία προσβάλλει τις αρχές του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, τον οποίο πρώτες οι χώρες της Ευρώπης φρόντισαν να παραβιάσουν. 
Βρισκόμαστε σε ένα οριακό σημείο που αν δεν αφουγκραστούμε με προσοχή τα διδάγματα της ιστορίας και δεν αλλάξουμε ρότα πολύ φοβάμαι πως θα βρεθούμε μπροστά σε ιδιαίτερα επικίνδυνες καταστάσεις. 
Θα μου πείτε, προς τι όλα αυτά. Σήμερα βρεθήκαμε εδώ για την παρουσίαση ενός βιβλίου και όχι για να αναλύσουμε φαινόμενα του σύγχρονου κόσμου. Θα συμφωνήσω και θα πως ότι όλα όσα έχω αναφέρει έχουν άμεση σχέση με το πνεύμα του βιβλίου. Γιατί οι «Βαλκανευτές» του Γιώργου Χατζελένη δεν είναι ένα βιβλίο με ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Ή, τουλάχιστον δεν είναι μόνον αυτό. Μέσα στις 530 σελίδες του ακολουθούμε την άκρως ενδιαφέρουσα και ζηλευτή διαδρομή που έκανε ο συγγραφέας με τους δύο φίλους του που είναι μια διαδρομή βαθιάς γνωριμίας με ανθρώπους και τόπους. Και ξέρετε τι πιστεύω, σε σχέση με όσα έλεγα και πριν; Ότι το καλύτερο φάρμακο εναντίον του ρατσισμού, του σωβινισμού και του εθνικισμού είναι τα ταξίδια. Όπως αυτό που οι τρεις φίλοι έκαναν στα δυτικά Βαλκάνια, δηλαδή ως ταξιδευτές και όχι ως τουρίστες. 
Εν πρώτοις, λοιπόν πρόκειται για ένα βιβλίο με ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο ανάγνωσης -όπως συχνά λέμε κι εμείς οι κριτικοί κινηματογράφου, μιλώντας για μια ταινία. Εντυπώσεις που αποτυπώνονται με περιγραφές οι οποίες δημιουργούν εικόνες και κάνουν τον αναγνώστη να νιώθει πως βρίσκεται κι ο ίδιος εκεί. Το πετρόχτιστο Αργυρόκαστρο διασχίζοντας προς Βορά την Αλβανία. Το Κότορ και το μαγευτικό Περάστ στο Μαυτροβούνιο. Το διαμάντι της Αδριατικής, το Ντουμπρόβνικ, αλλά και τις ομορφιές του Σπλιτ και της Ριέκα στην Κροατία. Κι ύστερα στην πρωτεύουσα του πουθενά, την Τεργέστη, όπως την είπε ο Τζέιμς Τζόις που έζησε εκεί. Την πολύφερνη νύφη που διεκδίκησαν πολλοί και σήμερα παρακμάζει αφού την κέρδισε η Ιταλία. Το Νόβο Μέστο, το… ορεινό νησί στη Σλοβενία. Και πάλι στην Κροατία και την θορυβώδη πρωτεύουσά της, το Ζάγκρεμπ. Κι ύστερα στην πολύπαθη Βοσνία Ερζεγοβίνη. Η Μπάνια Λούκα, το μαρτυρικό Σαράγεβο, το Μόσταρ με το θρυλικό γεφύρι που γκρεμίστηκε στον εμφύλιο και ξαναχτίστηκε, πόλεις που ακούγαμε καθημερινά στα δελτία ειδήσεων τότε που μαινόταν ο πόλεμος στην ασταθή ακόμη και σήμερα χώρα. Η άχρωμη Ποντγκόριτσα στο Μαυροβούνιο, που ποτέ δεν πίστευε πως θα γινόταν πρωτεύουσα. Και η επιστροφή από τα Τίρανα που προσπαθούν να φανούν όμορφα και το Πόγραδετς πλάι στη λίμνη Οχρίδα πριν την επιστροφή στην Ελλάδα. 
4.730 χιλιόμετρα, 5 χώρες, χιλιάδες εικόνες στο μυαλό. Μέσα, όμως, από τις εικόνες αυτές, εκτός από τη Γεωγραφία ο συγγραφέας παραθέτει και πολλές ιστορικές πληροφορίες. Και όχι μόνον από την πρόσφατη αιματηρή ιστορία της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Όπως για τον απελευθερωτικό αγώνα των παρτιζάνων του στρατάρχη Τίτο, για την ελληνική αποικία Επίδαμνο που είναι το σημερινό Δυρράχιο, για το πείραμα του Ιταλού εθνικιστή ποιητή Γκαμπριέλε ντ’ Ανούτσιο στη Ριέκα, για τη σύλληψη του Ρήγα Φεραίου στην Τεργέστη, για την τρομοκρατική δράση των Ερυθρών Ταξιαρχιών και για τον αντιδικτατορικό αγώνα των Ελλήνων στην Ιταλία. Και βέβαια πολλά ακόμη τα οποία θα ανακαλύψετε διαβάζοντας το βιβλίο. 
Όταν όμως τρεις άνθρωποι ταξιδεύουν μαζί, αυτό είναι ένα είδος, έστω και προσωρινής, συμβίωσης. Η καθημερινή επαφή προσφέρεται για συζητήσεις κάθε είδους. Είτε για τα όσα βλέπουν και ακούν στο ταξίδι είτε για τα άλλα που προκύπτουν και συνδέονται με σκέψεις και ιδέες που αφορούν την Ελλάδα, την Ευρώπη, τον κόσμο και τους ανθρώπους. Έτσι διαβάζουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για την Ελλάδα και το τι συνέβη το καλοκαίρι του 2015. Μια συζήτηση για το ναι και το όχι στο δημοψήφισμα, για το τι σήμαινε, για το τι έγινε και για το τι ακολούθησε. Προσωπικά έχω διαφορετική άποψη και από τους τρεις συνταξιδιώτες για το τι έγινε, πως έγινε και το τι μπορούσε ή δεν μπορούσε να γίνει, αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης, καθώς από μόνο του αποτελεί μια ολόκληρη συζήτηση. Θα ήθελα όμως να σημειώσω πως θα ήταν πολύ ενδιαφέρον αν μπορούσα να είχα πάρει μέρος κι εγώ σε εκείνη τη συζήτηση. 
Και τέλος, ένα άλλο μέρος, που είναι οι σκέψεις του ίδιου του συγγραφέα, όπως ο ίδιος τις αποτυπώνει, σε στιγμές που έμενε και στοχαζόταν μόνος. Σκέψεις για την πολυπλοκότητα των πραγμάτων, για τις αντιφάσεις με τις οποίες κινείται η πραγματικότητα και η ιστορία, για την έννοια του πατριωτισμού, για την επέλαση της ακροδεξιάς ακόμη και για την επιθυμία που νιώθει για να ταξιδεύει καθώς δεν αισθάνεται καλά, είναι σαν εγκλωβισμένος όταν δεν το κάνει. 
Τι είναι εν τέλει οι «Βαλκανευτές»;. Ταξιδιωτικές εντυπώσεις; Μάθημα Γεωγραφίας; Μάθημα Ιστορίας; Συναντήσεις με ανθρώπους; Σκέψεις και ανταλλαγές απόψεων; Υπαρξιακοί στοχασμοί; Η αλήθεια είναι πως δεν μπορώ να δώσω συγκεκριμένη απάντηση. Και πιστεύω πως ούτε και ο συγγραφές μπορεί και ούτε θέλει. Αυτό το οποίο μπορώ όμως να υποστηρίξω είναι πως ο Γιώργος Χατζελένης έγραψε ένα εξαιρετικά σημαντικό βιβλίο. Το οποίο περιέχει στοιχεία τα οποία μας βοηθούν να κατανοήσουμε τον άλλο, τον βαλκάνιο γείτονά μας. Κι αυτό επιτυγχάνεται, εκτός από τις ιστορικές αναφορέα και τα κοινά πολιτισμικά μας στοιχεία, από τις συναντήσεις και τις συζητήσεις με ανθρώπους. Επειδή πόλεις και χώρες είναι οι άνθρωποι που τις κατοικούν. Κι αυτοί είναι που κουβαλούν μέσα τους την ιστορία, τις εμπειρίες, τη γνώση, τον πολιτισμό και τη διαφορετικότητα την οποία οφείλουμε να γνωρίσουμε. Γιατί μόνον γνωρίζοντας απελευθερωνόμαστε από προκαταλήψεις και ιστορικούς μύθους. 
Πως παντρεύονται όλα αυτά; Ε, κάπως τα καταφέρνει ο συγγραφέας να δημιουργήσει ένα συναρπαστικό και ρέον αφήγημα. Γιατί εάν 530 σελίδες διαβάζονται χωρίς ο αναγνώστης να νιώσει το αίσθημα της κόπωσης και της βαρεμάρας, αυτό οφείλεται στο συγγραφέα. Κι όταν πλησιάζοντας στο τέλος και βλέπει τις σελίδες να λιγοστεύουν, αντί να νιώσει χαρά που το «έφαγε το τούβλο», νιώθει κάτι να τελειώνει και αυτό του προκαλεί κάτι σαν αίσθηση μιας επερχόμενης απουσίας, ε τότε, κάτι καλό έχει συμβεί. 
Τέλος μαζί με αυτό το συναρπαστικό, γοητευτικό ταξίδι στα δυτικά Βαλκάνια, ο Γιώργος Χατζελένης επιχειρεί και το δικό του εσωτερικό ταξίδι. Είμαι βέβαιος πως ταξιδεύοντας γνώρισε καλύτερα τον εαυτό του καθώς τον υπέβαλε σε δοκιμασίες, όχι σωματικές, αλλά πνευματικές αφού μοιράστηκε ιδέες, αφουγκράστηκε σκέψεις, πλούτισε ως άνθρωπος. 
Οι «Βαλκανευτές» θα το ξαναπώ, είναι ένα βιβλίο που φέρνει τους ανθρώπους κοντά. Που δημιουργεί γέφυρες επικοινωνίας και προσπαθεί να καταργήσει τα σύνορα. Κάθε είδους σύνορα. Όχι μόνον εθνικά. Έτσι οι τρεις συνταξιδιώτες, μπορεί να ήταν και να είναι φίλοι αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία πως μετά από αυτό το κοινό ταξίδι ήρθαν πιο κοντά. Κι επίσης να πω πως χάρη στους «Βαλκανευτές» γνωρίστηκα κι εγώ με το Γιώργο καθώς ο ίδιος μου έκανε την τιμή να μου ζητήσει να βρίσκομαι μεταξύ των παρουσιαστών και της παρουσιάστριας του βιβλίου του. Προφανώς διαπίστωσε μέσα στα κοινωνικά δίκτυα και τη δική μου αγάπη για τα Βαλκάνια. 
Κι έτσι βρεθήκαμε εδώ οι ταξιδευτές των Βαλκανίων, με τους λάτρεις των Βαλκανίων. Οι «Βαλκανευτές» με τους Βαλκανολάτρες. 

Πηγή: Η Εποχή 

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2022

Βαλκανευτές, όπως λέμε περιηγητές


Βαλκανευτές του Γιώργου Χατζελένη 
Εκδόσεις Ενύπνιο, 2021 

της συγγραφέως Αθηνάς Παπανικολάου

Στην εκπνοή του χρόνου, επιτρέψτε μου να παρουσιάσω ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα σιμά στο τέλος του. Στα χνάρια των παλιών ταξιδιωτών ο Γιώργος Χατζελένης μου/μας πρόσφερε ένα οδοιπορικό στα Δυτικά Βαλκάνια, με τη ματιά του ανθρώπου που σκύβει με αγάπη και ειλικρινές ενδιαφέρον στον τόπο που επισκέπτεται και στοχάζεται με αφορμή τα τοπία, τη γεωγραφία, τη φύση, τους ανθρώπους και τα δημιουργήματά τους, τα μνημεία, τους δρόμους, τα σπίτια, την ιστορία, τον καθημερινό βίο, το παρόν και το παρελθόν των γειτονικών μας χωρών. 
Το βιβλίο του δεν είναι ένας ακόμη τουριστικός οδηγός, γιατί ο συγγραφέας και η παρέα του δεν πραγματοποίησαν αυτό το ταξίδι σαν τρελαμένοι τουρίστες που τρέχουν να απαθανατίσουν την ύπαρξή τους στα προβεβλημένα τοπόσημα των ταξιδιωτικών πρακτορείων. 
Ο Γ. Χατζελένης και οι δύο φίλοι του, στους οποίους μάλιστα αφιερώνει το βιβλιο, οργάνωσαν μόνοι τους το οδοιπορικό σε έξι χώρες. Στην πορεία δεν ανακάλυψαν μόνο τις αθέατες όψεις των τόπων που επισκέφθηκαν αλλά και τις κρυμμένες πτυχές του εσωτερικού τους κόσμου. 
Το ταξίδι είχε διπλή παράλληλη πορεία. Μία προς τη θέαση του εξωτερικού κόσμου και μία προς τα μέσα, στα ενδότερα αφανή στρώματα της ψυχής τους. Έτσι η διαδρομή εμπλουτίστηκε φιλοσοφικά με τους κραδασμούς που προκαλεί η βαθύτερη ματιά στα πράγματα. Αυτή είναι η διαφορά και το χάρισμα του βιβλίου. 
Στα χνάρια ενός Βενιαμίν της Τουδέλης(12ος αιώνας) και του Κυριακού Αγκωνίτη (14ος αιώνας) ή ενός Πουκεβίλ(18ος αιώνας), για να μην αναφέρω τους δυτικούς περιηγητές του 19ου αιώνα στη Βαλκανική ενδοχώρα, ο Γιώργος Χατζελένης με πήρε στα βήματά τους και με συνεπήρε τόσο η περιγραφή του που ονειρεύομαι το επόμενο ταξίδι προς την αγαπημένη αυτή περιοχή της ευρύτερης γειτονιάς μας, μήπως και προλάβω να νιώσω το πνεύμα της προτού προλάβει να το αλλοιώσει εντελώς η περίφημη τουριστική ανάπτυξη. Κι αν δεν καταφέρω να πάω, θα έχω κερδίσει αυτήν την "άλλη ματιά" και στα κοντινά μου τοπία. 
Εχω ταξιδέψει στη Σερβία, τη Βοσνία, τη Βουλγαρία και τη Β. Μακεδονία αλλά όχι στην Αλβανία, στο Μοντενέγκρο την Κροατία και την Σλοβενία. Θα είναι η επόμενη έξοδος. 
Το οδοιπορικό, που εξελίσσεται σε 529 σελίδες και με ασπρόμαυρες φωτογραφίες (εξαιρετική επιλογή, σαν γκραβούρες, θύμισαν τα παλιά βιβλία ) άνοιξε τον ορίζοντά μου πλουτίζοντάς τον με εικόνες, μελωδίες, γεύσεις, κουβέντες με τους ντόπιους, στοχασμού κοινωνικούς και πολιτικούς για παλιά και πρόσφατα γεγονότα της ιστορίας των πολύπαθων Βαλκανίων. Ανέτρεψε στερεότυπα, διηγώντας τα όλα με έξοχη λογοτεχνική γλώσσα, με αναφορές σε ταινίες, μουσικές και διαβάσματα που πολύ αγάπησα. 
Το αιτούμενο είναι να μην είμαστε τουρίστες ούτε στη ζωή ούτε στα ταξίδια. Η προοπτική του αληθινού περιηγητή απαιτεί υπομονή, χρόνο και ενατένιση, όχι την ταχύτητα και τη φευγαλέα ματιά της ρηχής καθημερινότητάς μας ούτε βέβαια πεντάστερα ξενοδοχεία, SPA, αγορές και λουξ παροχές. 
Την κατάδυση στην απλότητα της ομορφιάς απόλαυσα στην ξενάγηση του Χατζελένη, ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, εργάζεται ως συντηρητής αρχαιοτήτων στο Μουσείο της Ακρόπολης. 
Δυσκολεύτηκα να διαλέξω ένα απόσπασμα γιατί θα αδικούσα το σύνολο. Κάποια βιβλία δε μας ταξιδεύουν απλώς, μας κάνουν καλύτερους με τον ανθρωπισμό που εκλύει σαν άρωμα κάθε γραμμή τους. Οι Βαλκανευτές ανήκουν σ' αυτά.

Πηγή: parallaximag

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2022

Μια γνώμη για τους “Βαλκανευτές” του Γιώργου Χατζελένη

 


της Εύας Αραμπατζή 

Το βιβλίο του Γιώργου Χατζελένη “Βαλκανευτές” περιγράφει το ταξίδι με αυτοκίνητο τριών φίλων στα δυτικά Βαλκάνια. Πρόκειται για ένα σύγχρονο road trip στην καρδιά των Βαλκανίων. Το αυτοκίνητο ξεκινάει το ταξίδι του από την Αθήνα, διασχίζει την Ελλάδα φτάνει στα σύνορα με την Αλβανία και στη συνέχεια “χάνεται” σε τόπους ξένους. Βουτάει στην ιστορία των λαών που συναντάει και αναδύεται στο παρόν και στο σήμερα για να πιάσει τον παλμό της καθημερινής ζωής και των ανθρώπων. 
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι θεματολογικά το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη. Στην περιγραφή του ταξιδιού, στις εκτενείς κι εμπεριστατωμένες ιστορικές αναφορές και στην εσωτερική ενδοσκόπηση του συγγραφέα. Ίσως να μπορούσαμε να αναφερθούμε και σε μία τέταρτη κατηγορία, τον σχολιασμό της ελληνικής πραγματικότητας. 
Σε ότι αφορά στο ταξίδι, η παρέα των νέων ανδρών ακολουθεί τον χάρτη, επισκέπτεται τα μνημεία της κάθε πόλης, τα καφέ, τις μπιραρίες, τα εστιατόρια. Φλερτάρει, ανακατεύεται στις αγορές με τους ντόπιους και γενικά κάνει ό,τι θα έκανε και ο κάθε ξένος επισκέπτης. Μόνο που η δική τους επίσκεψη έχει έναν προσκυνηματικό χαρακτήρα. Ο συγγραφέας δεν βλέπει απλώς τους ανθρώπους, του κάθε τόπου. Δεν τους προσπερνάει. Τους παρατηρεί. Το βλέμμα του τους σκανάρει, σχεδόν ηδονοβλεπτικά. Προσπαθεί να μαντέψει και άλλοτε είναι σίγουρος για τα κίνητρα των πράξεων τους, για τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους. 

Διαβάζουμε: 
“Σε ένα από αυτά τα φαρδιά σκαλοπάτια κάθονταν δύο κοπέλες κι απολάμβαναν τον τον απογευματινό τους καφέ, ενώ διπλά τους ένας κύριος διάβαζε προσηλωμένος την εφημερίδα του. Η όψη του μου κέντρισε την προσοχή καθώς κουβαλούσε την αύρα ενός αυτοεξόριστου συγγραφέα που επιθυμούσε να κρυφτεί από κάποιο παρελθόν, έχοντας συντροφιά ένα πανέμορφο σκυλί.” 

Οι τρεις φίλοι στέκονται με θαυμασμό απέναντι στα δημιουργήματα των ανθρώπων και απολαμβάνουν στο έπακρο τα μνημεία της φύσης. Τα νιώθουν με όλες τις αισθήσεις τους. Ένα παράλληλο ταξίδι των αισθήσεων που ξεκινάει με το βλέμμα στο καινούργιο, με τους ήχους των δρόμων, τις μυρωδιές από τα πλακόστρωτα στενά των ιστορικών κέντρων των πόλεων, τις ιδιαίτερες γεύσεις και τη βροχή που πέφτει πάνω τους. Γιατί αυτή η βροχή είναι σαν να ποτίζει για πάντα τις ψυχές τους με τα τοπία. 

Διαβάζουμε: 
“Μέσα σ΄ αυτό το βροχερό σύθαμπο, ήχοι και μυρωδιές ξύπνησαν τη ναρκωμένη μου παιδικότητα. Κοιτούσα τις λακκούβες που είχαν γεμίσει νερό και γλιστρούσα πάνω στη ρευστή τους επιφάνεια που χοροπηδούσε ασταμάτητα από τις σταγόνες της βροχής.” 

Παράλληλα με την περιγραφή του ταξιδιού, εκτενείς είναι και οι ιστορικές αναφορές. Ο συγγραφέας δεν μας παρασύρει μόνο στον τόπο αλλά μας καθοδηγεί και στον χρόνο μέσα από τα ιστορικά γεγονότα τόσο της μακρινής όσο και της πρόσφατης ιστορίας των λαών που άλλαξε τον γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής των Βαλκανίων. Ο αναγνώστης αποκομίζει από τις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου, την εντύπωση ότι οι Βαλκανευτές - οι ταξιδευτές των Βαλκανίων – στέκονται με σεβασμό απέναντι στους ανθρώπους, στους τόπους και στην ιστορία. Και αυτό είναι ένα από τα επιτεύγματα του συγγραφέα, ο οποίος δεν περιγράφει απλά, αλλά εξιστορεί τα γεγονότα με τρόπο που φανερώνει φροντίδα και επιμέλεια χωρίς να φοβηθεί να πάρει θέση απέναντι στην ιστορία. 

Διαβάζουμε: 
“Για μια ακόμα φορά ξεπήδησαν από μέσα μου πολλά ερωτήματα προσπαθώντας να κάνω εικόνα το Σπλιτ να βομβαρδίζεται από το Σπλιτ. Τι είναι τελικά το έθνος; Είναι πράγματι μια αιώνια πραγματικότητα ή μια αρχέγονη κι ανεξάλειπτη οντότητα που στηρίζεται στην ανθρώπινη ύπαρξη κι επομένως επηρεάζει διαρκώς το ανθρώπινο γίγνεσθαι; Ή πρόκειται για μια προσωρινή πραγματικότητα;” 

Αυτό όμως που πραγματικά κάνει απολαυστική την ανάγνωση του βιβλίου είναι το εσωτερικό ταξίδι του αφηγητή στον κόσμο των προσωπικών του αναζητήσεων. Άλλοτε με αφορμή την εικόνα και άλλοτε αναίτια και εντελώς συνειρμικά, ο αφηγητής βρίσκει ευκαιρία και καταβυθίζεται στις προσωπικές του σκέψεις. Και είναι τόσο πραγματική και οικεία αυτή η εικόνα του ταξιδιώτη – στοχαστή. Γιατί με τα ταξίδια μπορεί να καταφέρνουμε να δραπετεύουμε από την καθημερινότητα, όμως ποτέ δεν θα ξεφύγουμε από τον εαυτό μας τον ίδιο όσο μακριά και αν πάμε. Και όσο ευγενικός – γιατί πράγματι, και ας μου επιτραπεί να πω, ότι ένα από τα κύρια γνωρίσματα του Χατζελένη θα πρέπει να είναι η ευγένεια – όσο ευγενικός λοιπόν είναι ο συγγραφέας με τη στάση του απέναντι στους ανθρώπους, φίλους και ξένους, τόσο αυστηρός και σκληρός στέκεται απέναντι στον εαυτό του. Έτσι ανελέητα και μια σχεδόν ηδονική εμμονή πηγαίνει όλο και πιο βαθιά στον ψυχισμό του. 

“Ήρθαν πάλι να με ταράξουν διάφορες σκέψεις που σχετίζονταν με το πέρασμα του χρόνου. Σκέψεις που με αγχώνουν όταν συνειδητοποιώ πως κάθε λεπτό που περνάει φθείρει όχι μονάχα το σώμα μου αλλά και την ψυχή μου. Πίεσα το μυαλό μου και αναζήτησα μια φυγή, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να διώξω τον πανικό. Τελικά το μόνο που κατάφερα ήταν να βυθιστώ απεγνωσμένος σε ανήσυχα όνειρα που με ξυπνούσαν συνεχώς. Όμως ακόμα και σε αυτήν τη δυσάρεστη κατάσταση, παρηγοριόμουν στη σκέψη πως είναι προτιμότερη από μια νύχτα δίχως όνειρα, διότι περισσότερο από το πέρασμα του χρόνου, με τρόμαζε ο μαύρος ύπνος που μοιάζει αρκετά με πρόβα θανάτου.” 

Ενώ σε άλλο σημείο αναφέρει: 

“Νομίζω πως η σημερινή μέρα είναι ιδανική για μια ακόμη ενδοσκόπηση. Αυτός ο ψυχρός ήλιος, που κρύβεται πίσω από τα σύννεφα του ουρανού δίχως ορίζοντα διεισδύει ευλαβικά και ανεμπόδιστα εντός μου μέσα από τις μικρές οπές των δύο υπνωτισμένων μου ματιών. Αυτό το απαλό φως αρκελι για να μπορέσω να ατενίσω τον ίδιο μου τον εαυτό. Όμως είναι στιγμές που φοβάμαι να εισχωρήσω πιο βαθιά μήπως και δεν βρω κάποιο νόημα” 

Όπως προανέφερα, χαρακτηριστικά είναι τα σχόλια του συγγραφέα για την ελληνική πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα. Σκέψεις που μας μεταφέρουν από το άγνωστο στο οικείο και που προσωρινά διακόπτουν τη γραμμική αφήγηση. 

“Όμως, αν το καλοσκεφτώ νομίζω πως οι περισσότεροι κάτοικοι της Αθήνας αποφεύγουν να δεθούν μαζί της. Μια σπάνια μη λειτουργική σχέση μεταξύ κατοίκων και πόλης, που ξεκίνησε όταν άρχισε να συγκεντρώνεται η μισή Ελλάδα στο λεκανοπέδιο της Αττικής.” 

και πιο κάτω ο συγγραφέας μας λέει: 

“Εκείνη την Παρασκευή που γέμισε η πλατεία Συντάγματος από χιλιάδες νέους που τάσσονταν υπέρ του “όχι”, εγώ βρισκόμουν στο πλοίο και ταξίδευα για Χίο. Οι τηλεοράσεις που ήταν διασκορπισμένες στα σαλόνια του καραβιού εξακολουθούσαν να τρομοκρατούν τους πολίτες με κάθε τρόπο.”

Τελειώνοντας αυτή τη σύντομη τοποθέτηση για τους Βαλκανευτές, θα ήθελα να επισημάνω τον πλούσιο λόγο του Γιώργου Χατζελένη. Η γραφή του είναι γενναιόδωρη, χωρίς να λυπάται να ξοδευτεί στις ενδελεχείς περιγραφές. 

Διαβάζουμε: 

“Σε μια από τις γέφυρες του ποταμού που διασχίσαμε, συναντήσαμε δυο δράκους που έστεκαν φρουροί του περάσματος. Με το στητό τους σώμα και τους σφιγμένους τους μυς μαρτυρούσαν την επιφυλακτική τους στάση καθώς επιτηρούσαν όσους περνούσαν από εκεί για να ανηφορήσουν προς το φρούριο. Τα γαμψά τους νύχια μπήγονταν στις τσιμεντένιες βάσεις και το στόμα τους ανοιχτό με α κοφτερά δόντια έχασκε απειλητικά πάνω από τα κεφάλια μας, προσπαθώντας να επιβληθούν με την επιθετική τους όψη. Όμως πίσω από το τρομακτικό τους παρουσιαστικό κρυβόταν επιδέξια ένα βλέμμα τρομαγμένο.” 

Μέσα από το ταξίδι των Βαλκανευτών, πέρα από του τόπους, τους λαούς και την ιστορία τους, ο αναγνώστης θα κάνει ένα παράλληλο ταξίδι στον ψυχισμό του συγγραφέα και θα ταξιδέψει μαζί του στις απορίες που γεννούν στο νου οι παναθρώπινες αξίες. Θα έρθει αντιμέτωπος με ανομολόγητες φοβίες και αδιέξοδα κοινά και για τον ίδιο. Θα βρεθεί όμως μπροστά και σε μια αξία δυνατή χαλκευμένη από την κοινή πορεία στον χρόνο και από την ανιδιοτέλεια. Θα γνωρίσει την αληθινή φιλία. Γιατί εκτός από όλα όσα ανέφερα παραπάνω, το βιβλίο του Γιώργου Χατζελένη είναι ένας ύμνος στη φιλία, στην αποδοχή και στον σεβασμό του πλουραλισμού της γνώμης και των απόψεων. Και προχωρώντας ακόμα περισσότερο τη σκέψη μου, το βιβλίο είναι μια δυνατή φωνή απέναντι στον ρατσισμό κάθε είδους.

Πηγή: culturebook.gr

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2022

Η παρουσίαση του βιβλίου “Βαλκανευτές” του Γιώργου Χατζελένη στην Κοζάνη

 

Στιγμιότυπα από την παρουσίαση του βιβλίου "Βαλκανευτές" που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου στο cafe-bar το "Μπλέ Ελάφι" (Παύλου Μελά 42). Διοργανωτής της παρουσίασης ήταν το βιβλιοπωλείο η "Στοά του βιβλίου" του Δημήτρη Μόσχου κι οι εκδόσεις Ενύπνιο. Την παρουσίαση υποστήριξαν η τοπική εφημερίδα "Χρόνος" και το τοπικό κανάλι "Top Channel".
Για το βιβλίο μίλησαν οι: 
Ελένη Γκόρα, Δρ. Δημιουργικής Γραφής 
Εύα Αραμπατζή, συγγραφέας 
Σταύρος Γαβριηλίδης, ιστορικός 
Την παρουσίαση συντόνισε ο δημοσιογράφος κι εκδότης Ιωάννης Κωσταρέλλας.

Τους ευχαριστώ όλους θερμά!

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2022

10+1 Ερωτήσεις στον Γιώργο Χατζελένη




Ο συγγραφέας Γιώργος Χατζελένης απέναντι στις 10+1 Ερωτήσεις που του θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου “Βαλκανευτές”.

  • Κυκλοφορεί το νέο σας μυθιστόρημα “Βαλκανευτές” από τις εκδόσεις Ενύπνιο. Τι πραγματεύεται; 

Το τέταρτο βιβλίο μου, οι «Βαλκανευτές», είναι η καταγραφή των περιπλανήσεών μου στα Δυτικά Βαλκάνια την άνοιξη του 2016. Το εν λόγω ανάγνωσμα αποτελεί ένα οδοιπορικό δοκίμιο μέσω του οποίου επεδίωξα να συνταιριάξω τις ονειρικές στιγμές του ταξιδιού και τις μαγευτικές ομορφιές των τοπίων, με την οδυνηρή ιστορία των πόλεων που επισκεφθήκαμε και τους προβληματισμούς που αναδύθηκανμέσα από συζητήσεις και συναντήσεις,τόσο σε μένα όσο και στους δυο συνταξιδευτές μου. 

  •  Πώς θα χαρακτηρίζατε τους τρεις βασικούς ήρωες. Ποια είναι τα κίνητρα και οι στόχοι τους; 

Οι τρεις βασικοί ήρωες του βιβλίου είναι συνακόλουθα και τρεις ετερόκλητες προσωπικότητες που έτυχε να συναντηθούν, να σμίξουν και να συμπορευτούν μέσα από τυχαίες περιστάσεις που τους επεφύλαξε η ζωή. Ανήκουμε στην πρώτη φουρνιά που αντίκρισε μουδιασμένη τα όνειρά της να θυσιάζονται στον βωμό των μνημονίων και των κοινωνικοπολιτικών ανωμαλιών της χώρας μας. Συγκαταλεγόμαστε στη χαμένη γενιά της οικονομικής κρίσης. Παρόλο που ο καθένας μας γαλουχήθηκε διαφορετικά, ορμώμενος από τη δική του αφετηρία και χαράσσοντας ξεχωριστή πορεία, δομώντας μ’ αυτόν τον τρόπο έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, οι συγκυρίες και τα γεγονότα της κοινωνικοοικονομικής κρίσης, μας έφεραν πιο κοντά και μας έσμιξαν γερά. Οι μεταξύ μας συζητήσεις, αναλύσεις και συγκρούσεις φανέρωσαν πως κι οι τρεις μαζί μπορούμε να καλύψουμε σφαιρικά και να αντιμετωπίσουμε αλληλέγγυα κάθε τι που μας απασχολεί. Έπειτα, μέσα στα χρόνια μάθαμε να σεβόμαστε τις προσδοκίες και τους στόχους του καθενός, πυροδοτώντας ο καθένας με τον τρόπο του το απαραίτητο κίνητρο για να εκπληρώσει ο άλλος τα όνειρα και τους σκοπούς του. 

  • Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα, ο αναγνώστης, από τους “Βαλκανευτές”; 

Εξαρτάται τι προσδοκά ο εκάστοτε αναγνώστης να αποκομίσει μέσα από το βιβλίο. Αναλογιζόμενος συζητήσεις που έχω μοιραστεί με αναγνώστες του βιβλίου, έχω παρατηρήσει την ικανοποίηση που αισθάνονται αντιλαμβανόμενοι πως όλοι κατακλυζόμαστε από παρόμοιες καθημερινές σκέψεις και κοινούς προβληματισμούς, τους οποίους διστακτικά αποφεύγουμε να εξωτερικεύσουμε. Είτε από ανασφάλεια, είτε από αδυναμία, αδυνατούμε να αποκαλύψουμε και να μοιραστούμε με τους γύρω μας όλα όσα μας απασχολούν. Επομένως θεωρώ και θέλω να πιστεύω πως διαβάζοντας κάποιες από τις σκέψεις μου αλλά και τις σκέψεις των φίλων μου, καθώς και τον τρόπο που τις μοιραζόμαστε μεταξύ μας, δίνεται η αφορμή στον αναγνώστη να ξεδιπλωθεί απελευθερωτικά κι ο ίδιος. Ίσως να είναι ένα από τα πιο εξέχοντα αποστάγματα του βιβλίου. Η διαφυγή μας. Όχι μόνο η αίσθηση της διαφυγής που μας παραχωρεί απλόχερα το κάθε ταξίδι από μια στάσιμη κατάσταση και μια μίζερη καθημερινότητα, αλλά και μια σωτήρια διαφυγή από το αποπνικτικά περίκλειστο κλουβί που οι ίδιοι έχουμε αναγείρει κι έχουμε εγκλωβιστεί εντός του. Μια διαφυγή από τον ίδιο μας τον εαυτό. 

  • Η ζωή είναι ένα ταξίδι με προορισμό ή ένας προορισμός χωρίς πυξίδα στο χέρι; 

Η ζωή είναι ένα θαύμα που δυστυχώς δυσκολευόμαστε να το αντιληφθούμε. Όσο πιο έγκαιρα το καταλάβουμε τόσο περισσότερες εμπειρίες, γνώσεις και συναισθήματα θα αποκομίσουμε και τόσο λιγότερες ανεπιστρεπτί χαμένες στιγμές θα προσμετρούμε για να θρηνήσουμε φτάνοντας προς την ολοκλήρωση του προορισμού. 

  • Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή; 

Η αδυναμία μου να επικοινωνήσω ουσιωδώς με τους ανθρώπους γύρω μου με ώθησε να προσφύγω στη γραπτή επικοινωνία. Η συγγραφή με ξεκλείδωσε, με απελευθέρωσε και συνέδραμε να προσδιορίσω τόσο τα προτερήματα όσο και τα ελαττώματά μου. 

  • Η έμπνευση ή η σκληρή δουλειά, παίζει το σημαντικότερο ρόλο στη δημιουργία ενός βιβλίου; 

Κι η έμπνευση αλλά κι η σκληρή δουλειά παίζουν σημαντικό ρόλο στη δημιουργικότητα, αλλά θεωρώ πως μεγαλύτερο ρόλο διαδραματίζει η ειλικρίνεια πρωτίστως απέναντι στον εαυτό μας κι επακόλουθα στους γύρω μας. Έχω διαβάσει αρκετά βιβλία με περίτεχνη γραφή, εντούτοις χωρίς ουσία και βιβλία με λιτή γραφή που βρίθουν από προβληματισμούς, περιγραφές, χαρακτήρες, νοήματα και συναισθήματα. Θεωρώ πως διανύουμε μια περίοδο που παρόλη τη σκληρή δουλειά που καταβάλλει ο καθένας μας, η έμπνευση έχει σχεδόν κορεστεί κι η ειλικρίνεια δυστυχώς έχει εκλείψει. 

  • Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας; 

Η πλειονότητα του κόσμου θεωρεί πως η ψηφιακή επανάσταση εκβάλει στο λυκόφως την εποχή του βιβλίου. Κατά την άποψή μου, η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Συμφωνώ πως ο ψηφιακός κόσμος έχει διεισδύσει καθοριστικά στη ζωή μας κι έχει παραγκωνίσει αρκετές συνήθειές μας, ωστόσο για τους βιβλιοφάγους τα βιβλία θα αποτελούν δια παντός ένα ξεχωριστό κι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους, που μάλλον ακατόρθωτα θα αντικατασταθεί από tablets και κινητά. Όπως είχα αναφέρει και σε μια προηγούμενη συνέντευξή μου, πιστεύω ακράδαντα πως τα βιβλία μπορούν να συνυπάρξουν με τον ψηφιακό κόσμο και να επωφεληθούν απ’ αυτόν. Προσωπικά, έχω ανακαλύψει αρκετά αξιόλογα βιβλία μέσα από λογοτεχνικές σελίδες που ακολουθώ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. 

  • Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας; 

Σε έναν «επερχόμενο» μήνα καραντίνας θα προτιμούσα να ξαναδιαβάσω βιβλία που ήδη λάτρεψα και τα έχω συμπεριλάβει στη λίστα των λογοτεχνικών έργων που θα ήθελα να επιστρέψω ξανά με την πρώτη δοθείσα ευκαιρία. Δυστυχώς, η επιλογή είναι δύσκολη κι είμαι βέβαιος πως θα αδικήσω αρκετά. Οπότε, θα αναφερθώ σε αυτά που μου έρχονται πρώτα στο μυαλό. Σίγουρα είναι ο «Φίλος» της Σίγκριντ Νιούνεζ, «Εμείς οι άλλοι» του Γιάννη Κιουρτσάκη, τα «Γραπτά» του Γιώργου Μακρή, «Αναφορά στον Γκρέκο» κι «Ασκητική» του Νίκου Καζαντζάκη, οι «Καταστάσεις» του Ζαν-Πολ Σαρτρ και κάποια βιβλία του Κορνήλιου Καστοριάδη, διότι σκέφτομαι πως θα είναι μια ιδανική ευκαιρία στους ήπιους ρυθμούς που θα επιφέρει η στασιμότητα της καραντίνας να επικεντρωθώ στις θεωρίες του, οι οποίες είναι άψογα δομημένες σε ορισμένα από τα βιβλία του τα οποία είχα διαβάσει παρελθοντικά, όπως είναι «Η άνοδος της Ασημαντότητας» κι «Ο Θρυμματισμένος κόσμος». Συγχωρήστε με καθώς δεν κατάφερα να επικεντρωθώ σε μόνο πέντε βιβλία. 

  • Διαλέγετε παρέα για ολιγοήμερη απόδραση. Ποιους λογοτέχνες, ανεξαρτήτως ιστορικής περιόδου δράσης, θα συμπεριλαμβάνατε; 

Αδιαμφισβήτητα θα έμοιαζε ονειρικό να έπινα καφέ σε ένα μπιστρό δίπλα στα μονοπάτια του ποταμού Νέκαρ με συντροφιά τον Μίλαν Κούντερα, τον Βίνφριντ Γκέοργκ Ζέμπαλντ και τον Βασίλη Ραφαηλίδη, καθώς συγκαταλέγονται στους συγγραφείς που έχω διατρέξει σχεδόν ολόκληρη τη βιβλιογραφία τους κι έχω συγκεντρώσει αρκετές ερωτήσεις για να τους απευθύνω. 

  • Πιστεύετε στη μοίρα ή στην τύχη; 

Πιστεύω στην τύχη, όμως περισσότερο πιστεύω στις συνέπειες των πράξεων και των αποφάσεών μας. 

  • Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό στις ζωές μας; 

Και τα δυο είναι εξίσου απαραίτητα. Ο ρομαντισμός είναι επιτακτικός για να διαφυλάξουμε την ανθρώπινη υπόστασή μας και να τροφοδοτούμαστε με εμπνευσμένα κίνητρα στο κυνήγι των στόχων μας, ακόμη κι όταν αυτοί είναι ανέφικτοι. Ο ρεαλισμός κρίνεται επωφελής για να πατάμε γερά τα πόδια μας στη γη, διότι οι αιθεροβάμονες κινδυνεύουν να γκρεμοτσακιστούν με την πρώτη αποτυχία ή δυσκολία. Επίσης θεωρώ πως είναι κατά καιρούς χρήσιμος κι ο κυνισμός, για να μπορέσουμε να αντιταχθούμε στην τοξικότητα που έχει εδραιωθεί τα τελευταία χρόνια στις ανθρώπινες σχέσεις και στις κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις της χώρας μας.


Πηγή: culturepoint.gr

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2022

Στην Τεργέστη του Γιώργου

 


του Κοσμά Τσόλα 


Κορίτσι της Τεργέστης τι να έγινες, 
θυμάμαι ακόμα το αιθέριο βάδισμά σου, 
την μαύρη σου κοτσίδα, όταν έγερνες, 
τη θάλασσα που ανοίγονταν μπροστά σου. 

Χόρευε το φουστάνι σου, κουρτίνα που ανέμιζε 
πανί πλεούμενου, σε θάλασσα ευφροσύνης, 
το στόμα μου ευχές, κατάρες ,ψέλλιζε, 
κορίτσι της οδύνης, της σαγήνης. 

Κι εσύ εξόριστε Έλληνα, του ονείρου επαναστάτη, 
άραγε ακόμα κυνηγιέσαι από τη μοίρα σου; 
Θα ξαποστάσεις μήπως κάποτε κι εσύ σαν το Σωκράτη, 
όταν μεσάνυχτα θα κρούσουνε τη θύρα σου; 

Οι στίχοι που διαβάστηκαν ποιός ξέρει που ταξίδεψαν, 
από του Ρίλκε τις μελαγχολικές τις ελεγείες, 
την ελαφρότητα του σύννεφου να ζήλεψαν, 
ή σε εφηβικό μυαλό, θρέφουν τις αϋπνίες; 

Στίχοι που ακούστηκαν στου Ντουίνο τις απρόσιτες επάλξεις, 
κι ύστερα θάφτηκαν στου εδάφους την σιγή, 
στίχοι ατσάλινοι, τίποτα δεν θα αλλάξεις, 
είναι για πάντα αγιάτρευτη ετούτη η πληγή. 

Τεργέστη πόλη ανάπηρη, θύμα της ειμαρμένης, 
στους δρόμους σου επανέρχομαι λάτρης του ξεπεσμού, 
πόλη που δεν υπόσχεσαι, άλλο δεν περιμένεις 
απ’ την αρχοντική κατάληξη του αυτοχειριασμού.


Πηγή: Ποιείν