Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Μπάρι, η προκυμαία της Αδριατικής θάλασσας


Η απόφαση να επισκεφθούμε το Μπάρι πάρθηκε με σκοπό να γυρίσουμε τα όμορφα μέρη της Απουλία και τις μοναδικές της πόλεις όπως το Λέτσε, το Οστούνι, η Μονόπολη και το Αλμπερομπέλο. Οπότε το Μπάρι θα το είχαμε σαν σημείο εφόδου για τους παραπάνω προορισμούς. Όμως, από την πρώτη στιγμή που πατήσαμε το πόδι μας στην πόλη συνειδητοποιήσαμε το μεγάλο λάθος που κάναμε να το αδικήσουμε, διότι το Μπάρι μπορεί να μη φημίζεται για τα αξιοθέατα και τα μνημεία του, όπως συμβαίνει στις υπόλοιπες διάσημες πόλεις της Ιταλίας, αλλά είναι μοναδικό επειδή δεν το άγγιξε ακόμη ο τουρισμός που "μαστίζει" τους πολυδιαφημισμένους προορισμούς. 
Η μη τουριστικοποίηση του Μπάρι έχεις ως αποτέλεσμα, το ιστορικό του κομμάτι να είναι ακόμη κατοικήσιμο και ζωντανό κι οι κάτοικοί του αυθεντικοί, επικοινωνιακοί και πρόσχαροι. Μου φάνηκε πρωτόγνωρη η εμπειρία να περπατώ στα στενά λιθόστρωτα σοκάκια της παλιάς πόλης και να συναντώ έξω από τα σπίτια παρέες γυναικών να κάθονται και να κουβεντιάζουν ανέμελα φτιάχνοντας τα διάσημα ζυμαρικά της περιοχής, παππούδες να μας πιάνουν κουβέντα ρωτώντας μας από που ήρθαμε για να βρουν πάτημα να μας πουν την ιστορία της ζωής τους, μαγαζάτορες που τραγουδούν με τη ψυχή τους μαζί με τους θαμώνες και το βράδυ καθώς γυρνούσαμε στο δωμάτιο να περπατάμε σε δρόμους που μύριζαν έντονα μαλακτικό από τα απλωμένα ρούχα των μικρών μπαλκονιών. Ακόμη και τα λιγοστά μπαράκια που ήταν ανοιχτά μέσα στην παλιά πόλη, λειτουργούσαν διακριτικά σεβόμενα την ηρεμία που αποζητούν οι κάτοικοι. 
Το Μπάρι αποτελεί το δεύτερο πιο σημαντικό οικονομικό κέντρο της Νότιας Ιταλίας μετά τη Νάπολη, τόσο για το λιμάνι του όσο και για το πανεπιστήμιό του. Η ιστορία της πόλης αρχίζει το 1500 π.Χ. περίπου, όταν οι Ιάπυγες, ένα φύλο ιλλυρικής καταγωγής, εγκαθίστανται στην περιοχή και αναπτύσσουν εμπορικές σχέσεις με τους Μυκηναίους και τους Μινωΐτες. Η πρώτη περίοδος άνθησης της πόλης ήρθε μετά την κατάκτηση της από τους Ρωμαίους, τον 3ο αιώνα π.Χ., όταν το λιμάνι της πόλης αξιοποιήθηκε για τα ταξίδια και τις εκστρατείες στην Ανατολή. Μετά την κατάκτηση του από τους Λομβαρ­δούς, το Μπάρι πέρασε για μικρό Διάστημα στα χέρια των Αράβων και, από το 875, των Βυζαντινών. 
Το 1071 κι αφού προηγήθηκε ένας τριετής αποκλεισμός του λιμανιού, η τελευταία βυζαντινή πόλη στην Κάτω Ιταλία παραδόθηκε στον Νορμανδό Ροβέρτο Γυισκάρδο, ο οποίος τερμάτισε μ' αυτόν τον τρόπο τη βυζαντινή παρουσία στην Ιταλία. Η ανάπτυξη που ακολούθησε στην πόλη την εποχή της κυριαρχίας των Νορμανδών κατά τον 12ο αιώνα, οφειλόταν στους σταυροφόρους, που επιβιβάζονταν από εκεί για τους Αγίους Τόπους, και στους χιλιάδες χριστιανούς από τη δυτική Ευρώπη, την Ελλάδα και την Ανατολή που έρχονταν για να προσκυνήσουν το σκήνωμα του Αγίου Νικολάου. 
Η σύγχρονη ιστορία του Μπάρι αρχίζει με τη θεμελίωση της «νέας πόλης», το 1813, από τον Γάλλο στρατηγό Μυρά, ο οποίος είχε διαδεχτεί στο θρόνο της Νεάπολης τον Ιωσήφ Βοναπάρτη. Ο Μυρά είχε προσπαθήσει να ξεσηκώσει τους κατοί­κους της νότιας Ιταλίας κατά των Βουρβόνων, οι οποίοι όμως επέστρεψαν στη Νεάπολη το 1815, όπου και παρέμειναν έως την ενσωμάτωση της νότιας Ιταλίας στο ιταλικό βασίλειο, το 1860. 
Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο το Μπάρι είχε την ατυχία να είναι η μοναδική ευρωπαϊκή πόλη που έζησε την εμπειρία του χημικού πολέμου κατά τη διάρκειά του. Τη νύχτα της 2ης Δεκεμβρίου 1943 γερμανικά βομβαρδιστικά Junkers Ju 88 επιτέθηκαν στο λιμάνι του Μπάρι, που ήταν κέντρο-κλειδί προμηθειών για τις συμμαχικές δυνάμεις που πολεμούσαν προχωρώντας στην ιταλική χερσόνησο. Αρκετά Συμμαχικά πλοία βυθίστηκαν στο κατάμεστο λιμάνι, περιλαμβανομένου του αμερικανικού Λίμπερτυ «Τζον Χάρβεϊ», που μετέφερε αέριο μουστάρδας. Τα χημικά, τα οποία είχαν απαγορευτεί στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, προορίζονταν για χρήση αν οι γερμανικές δυνάμεις ξεκινούσαν χημικό πόλεμο. Η παρουσία του αερίου ήταν άκρως απόρρητη και οι αρχές στην ξηρά δεν τη γνώριζαν. Αυτό αύξησε τον αριθμό των θυμάτων, καθώς οι γιατροί - που δεν είχαν ιδέα ότι χειρίζονταν τις συνέπειες του αερίου μουστάρδας- έδιναν θεραπεία, που σε πολλές περιπτώσεις αποδείχτηκε μοιραία. Θύματα έπεσαν κι οι διασώστες, οι οποίοι αγνοούσαν ότι είχαν να κάνουν με θύματα αερίων, μ' αποτέλεσμα να υπάρξει ένας μεγάλος αριθμός απωλειών κι απ' αυτούς μέσω της επαφής τους με το μολυσμένο δέρμα και τα ρούχα όσων εκτέθηκαν άμεσα στο αέριο. Οι ηγέτες των Συμμαχικών δυνάμεων Φραγκλίνος Ρούζβελτ, Ουίνστον Τσώρτσιλ και Ντουάιτ Αϊζενχάουερ έδωσαν διαταγή να καταστραφούν τα αρχεία αυτού του συμβάντος, μ' αποτέλεσμα η υπόθεση να κρατηθεί μυστική για πολλά χρόνια μετά τον πόλεμο. Αν και τα αμερικανικά αρχεία για την επίθεση αποχαρακτηρίστηκαν το 1959, το επεισόδιο παρέμεινε σχεδόν άγνωστο μέχρι το 1967. Στην πραγματικότητα, ακόμη και σήμερα, πολλοί κάτοικοι της πόλης αγνοούν τι και γιατί συνέβη ενώ υπάρχει σημαντική διαφωνία ως προς τον αριθμό των θυμάτων. Κατά μία περιγραφή «69 θάνατοι αποδόθηκαν εν όλο ή εν μέρει στο αέριο μουστάρδας, οι περισσότεροι ναύτες αμερικάνικων εμπορικών». Άλλες πηγές αυξάνουν τον αριθμό σε «πάνω από χίλιους συμμαχικούς στρατιώτες και πάνω από χίλιους Ιταλούς πολίτες». Μέρος της σύγχυσης και της διαφωνίας οφείλεται στο ότι η γερμανική επίθεση που ονομάστηκε «Μικρό Περλ Χάρμπορ», ήταν πολύ καταστροφική και φονική, μ' αποτέλεσμα να είναι δύσκολή η απόδοση των αιτίων θανάτου στο αέριο ή στην γερμανική επίθεση.
Η πόλη του Μπάρι αποτελείται από το παλιό και το σύγχρονο κομμάτι, τα οποία χωρίζονται από την Corso Vittorio Emanuele II, η οποία καταλήγει στο θέατρο Margherita. Στο σύγχρονο κομμάτι θα συναντήσει κανείς τα δύο μεγάλα θέατρα της πόλης, το Θέατρο Πετρουτσέλι (Teatro Petruzzelli) και το Θέατρο Μαργαρίτα (Museo Teatro Margherita). Το Θέατρο Πετρουτσέλι (Teatro Petruzzelli) χτίστηκε το 1904 κι είναι το μεγαλύτερο θέατρο της πόλης και το τέταρτο μεγαλύτερο σε ολόκληρη την Ιταλία, μετά από αυτά του Παλέρμο, του Μιλάνου και της Νάπολης. Ξεχωρίζει για την εντυπωσιακή του μπορντό πρόσοψη και για τον πλούσιο γλυπτό του διάκοσμο. Ωστόσο, το θέατρο καταστράφηκε ολοσχερώς το 1991 εξαιτίας μια πυρκαγιάς αλλά ανοικοδομήθηκε και ξανάνοιξε τις πύλες του το 2009. 
Το άλλο θέατρο της πόλη, το θέατρο Μαργαρίτα (Museo Teatro Margherita) είναι ένα αρτ νουβό κτήριο κι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και συμβολικά μνημεία της πόλης καθώς είναι ορατό από πολλά σημεία (κατά μήκος της Corso Vittorio Emanuele II αλλά κι από το παραλιακό μέτωπο). Το εντυπωσιακό στοιχείο του συγκεκριμένου θεάτρου είναι ότι τα θεμέλιά του βρίσκονται μέσα στη θάλασσα. Το θέατρο χτίστηκε το 1910 κι η λειτουργία του ξεκίνησε ταυτόχρονα με αυτή του Θεάτρου Petruzzelli. Ωστόσο ήταν κατασκευασμένο εξολοκλήρου από ξύλο, μ' αποτέλεσμα να καταστραφεί ολοσχερώς από μια πυρκαγιά, τα αίτια της οποίας παραμένουν μέχρι σήμερα άγνωστα. Η ανοικοδόμηση του κτιρίου έγινε το 1914, αυτή τη φορά σε οπλισμένο σκυρόδεμα, αλλά με τα ξύλινα θεμέλια να εξακολουθούν να βρίσκονται μέσα στη θάλασσα, περνώντας έτσι στην ιστορία όχι μόνο επειδή ήταν η πρώτη κατασκευή από οπλισμένο σκυρόδεμα που κατασκευάστηκε στο Μπάρι, αλλά κυρίως επειδή ήταν το μοναδικό κτήριο στην Ευρώπη που χτίστηκε πάνω σε ξύλινα θεμέλια. Σήμερα λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος αλλά τις μέρες που επισκεφθήκαμε την πόλη ήταν κλειστός. 
Από το Θέατρο Μαργαρίτα ξεκινάει το παραθαλάσσιο μέτωπο Lungomare Nazario Sauro, το οποίο ξεκινάει από το Παλιό Λιμάνι (Porto Vecchio) και καταλήγει στην παλιά πόλη, έχοντας μήκος περίπου  ένα χιλιόμετρο. Στο συγκεκριμένο παραλιακό μέτωπο υπάρχουν κάποια από τα μουσεία της πόλης όπως η Pinacoteca Metropolitana di Bari και διάφορα τεράστια κτήρια από τη φασιστική περίοδο του Μουσολίνι. 
Ωστόσο, το καμάρι της πόλης είναι το Πανεπιστήμιο "Αλντο Μόρο" του Μπάρι, το οποίο είχε ιδρυθεί το 1925 ως "Αδριατικό Πανεπιστήμιο Μπενίτο Μουσολίνι". Τη σημερινή του ονομασία την έλαβε το 2008 προς τιμή του δολοφονημένου Ιταλού πρωθυπουργού Αλντο Μόρο, ο οποίος φοίτησε εκεί ως το 1939 και κατόπιν δίδαξε ως τακτικός καθηγητής της Φιλοσοφίας του Δικαίου και του Ποινικού Δικαίου. Το πανεπιστήμιο του Μπάρι είναι ένα από τα μεγαλύτερα της Ιταλίας με 43.000 εγγεγραμμένους φοιτητές. Από την επίσκεψή μας στους χώρους του, συγκινήθηκα με ένα τεράστιο πανό που είχαν κρεμάσει στην πρόσοψή του με το οποίο απαιτούσαν το Νόμπελ Ειρήνης να προσφερθεί στα παιδιά της Παλαιστίνης. 
Φεύγοντας από το πανεπιστήμιο, περπατήσαμε στην πεζοδρομημένη Via Sparano με τα εντυπωσιακά της μέγαρα και κατευθυνθήκαμε προς την Παλιά Πόλη, η οποία απλώνεται σε ένα στενό ακρωτήρι μεταξύ του παλιού και του νέου λιμανιού. Τα ψηλά της τείχη, τα οποία εξακολουθούν να στέκουν στο παραλιακό κομμάτι κάποτε προφύλασσαν τους κατοίκους από τους εχθρούς ενώ σήμερα τους προστατεύουν από τους ισχυρούς ανέμους της Αδριατικής θάλασσας. Μέσα στα δαιδαλώδη της σοκάκια βρίσκονται μαζεμένα τα μεσαιωνικά της αξιοθέατα.  
Η παλιά πόλη (Citta Vecchia) του Μπάρι είναι αδιαμφισβήτητα το πιο όμορφο κομμάτι της πόλης. Πρόκειται για ένα λαβύρινθο μέσα στον οποίο φιλοξενούνται περισσότερες από 40 εκκλησίες. Όμως το πιο διάσημο σημείο της είναι ο δρόμος των Ορεκιέτε (Strada delle Orecchiette), με τις γυναίκες της Παλιάς Πόλης, οι οποίοι βρίσκονται καθισμένες μπροστά στα ξύλινα τραπέζια τους και πλάθουν με τα χέρια τους τα orecchiette, τα γευστικότατα ζυμαρικά της πόλης. Το θέαμα μου φάνηκε πολύ γνώριμο καθώς μου θύμισε έντονα τις γυναίκες που συναντώ στα Μαστιχοχώρια της Χίου, να επεξεργάζονται παρέα την μαστίχα στα σοκάκια των χωριών. 
Οι περιπλανήσεις μας ξεκίνησαν από την δυτική πλευρά της παλιάς πόλης όπου στέκει το Κάστρο Σουαβίας (Castello Svevo), το οποίο χτίστηκε από τον Νορμανδό βασιλιά Ρογήρο Β' της Σικελίας γύρω στο 1133. Όμως το οχυρό καταστράφηκε ολοσχερώς το 1156 και ξαναχτίστηκε από το Φρειδερίκο Β΄ Χοενστάουφεν το 1233-39 σε στυλ Νορμανδίας-Σουαβίας και συμπληρώθηκε με ισχυρούς προμαχώνες τον καιρό της Ισαβέλλας της Αραγονίας τον 16ο αιώνα. Το αρχικό κτίσμα, που ξεχωρίζει εύκολα από τις προσθήκες του 16ου αιώνα, βρίσκεται στο κέντρο της συνολικής κατασκευής κι έχει σχήμα τραπεζοειδές. Ανά τους αιώνες το κάστρο χρησιμοποιήθηκε ως παλάτι και φυλακή ενώ σήμερα λειτουργεί ως πινακοθήκη-γλυπτοθήκη. Στις ανακατασκευασμένες αίθουσες λειτουργεί έκθεση γύψινων εκμαγείων από γλυπτά και αρχιτεκτονικά μέλη ρομανικών μνημείων της Απουλίας. Προσωπικά εντυπωσιάστηκα με τις βιντεοπροβολές που προσέδιδαν μια σύγχρονη όψη στις τεράστιες σκοτεινές αίθουσες. Σε μια προβολή γινόταν η ιστορική ανασκόπηση τόσο του Μπάρι όσο κι ολόκληρης της Απουλία ενώ σε μια άλλη αίθουσα προβάλλανε αποσπάσματα ταινιών που έχουν γυριστεί στις πόλεις της περιοχής, το οποίο το βρήκα πολύ πρωτότυπο κι ενδιαφέρον. Η αλήθεια είναι πως κατέγραψα τη λίστα των ταινιών, τις οποίες θα ήθελα να απολαύσω κάποια στιγμή. 
Από το Κάστρο Σουαβίας μπήκαμε στα λιθόστρωτα σοκάκια της παλιάς πόλης, όπου συναντήσαμε πρώτα τον Καθεδρικό ναό, ο οποίος είναι αφιερωμένος στον Άγιο Σαβίνο, επίσκοπο της Κανόσα (Cattedrale di San Sabino), του οποίου τα λείψανα μεταφέρθηκαν εκεί τον 9ο αιώνα. Πρόκειται για τον παλαιότερο ναό της πόλης, ο οποίος κατασκευάστηκε τέλη του 12ου με τέλη του 13ου αιώνα. Ανεγέρθηκε στη θέση των ερειπίων του αυτοκρατορικού βυζαντινού καθεδρικού ναού, που καταστράφηκε το 1156 από τον Γουλιέλμο Α' της Σικελίας και σε αρκετά σημεία του αντιγράφει αυτόν του Αγίου Νικολάου. Στη βόρεια αψίδα σώζονται ίχνη αγιογράφησης του 13ου-14ου αιώνα, ενώ σε ορισμένα σημεία του δαπέδου στα υπόγεια του καθεδρικού, είναι ορατά ίχνη από το ψηφιδωτό του προγενέστερου βυζαντινού ναού. Πολύ σημαντική είναι κι η συλλογή της Επαρχιακής Πινακοθήκης, η οποία περιλαμβάνει έργα καλλιτεχνών που έζησαν ή εργάστηκαν στη νότια Ιταλία από τον 11ο έως τον 19ο αιώνα. Στα πιο φημισμένα έργα της συλλογής συγκαταλέγονται ο Άγιος Πέτρος, έργο του Τζοβάνι Μπελίνι για το ναό του Άγιου Δομήνικου της Νεάπολης (αιθ. 3), η Παναγία ένθρονη με αγίους του Πάολο Βερονέζε (αιθ. 6), ο Άγιος Ρόκος του Τιντορέτο (αιθ. 6) και ο Άγιος Πέτρος της Αλκαντάρα του Λούκα Τζορνιάνο (αιθ. 13). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους Έλληνες έχει και η αίθουσα 5, όπου εκτίθενται έργα ζωγράφων που ήρθαν στην Απουλία από την Ανατολή μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, το 1453.
Στο βορειοανατολικό τμήμα της παλαιάς πόλης βρίσκεται η βασιλική του Αγίου Νικολάου (San Nikola), στην οποία φυλάσσονται τα λείψανα του αγίου μετατρέποντας τον συγκεκριμένο ναό τόπο προσκυνήματος τόσο για τους καθολικούς όσο και για τους ορθόδοξος. Ο ναός του Αγίου Νικολάου, ο οποίος φαίνεται να μοιάζει αναπόσπαστο κομμάτι των οχυρώσεων της πόλης, αποτέλεσε πρότυπο για όλους τους μετέπειτα ναούς που χτίστηκαν στην Απουλία. Πρόκειται για ένα εκπληκτικό κτίσμα της Ρομανικής τέχνης με τους μεγάλους και περίτεχνους ρόδακες στην πρόσοψή του, στο οποίο έχουν ενσωματωθεί με πολύ διακριτικό τρόπο επιρροές από την κλασική, τη βυζαντινή και την αραβική τέχνη. Η τεράστια σε όγκο τρίκλιτη βασιλική άρχισε να χτίζεται το 1087 για να στεγάσει τα λείψανα του Αγίου Νικολάου, τα οποία ναυτικοί από το Μπάρι έκλεψαν από τα Μύρα της Μικράς Ασίας. Κατ΄ άλλους τα έκλεψαν οι σταυροφόροι κατά την 1η σταυροφορία και σε μία άλλη εκδοχή μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, ένας παπικός ιερέας, (ο Αβάς Ηλίας) από το Μπάρι για να τα «σώσει». Τα λείψανα του Αγίου τα πούλησε αργότερα ο πάπας στους Ρώσους. Κατόπιν στο Κίεβο, οι Ρώσοι το μοίρασαν σε πολλά τεμάχια. Λείψανα του Αγίου Νικολάου, πήραν και οι Άγγλοι οι οποίοι τον θαύμαζαν για τα θαύματα, που έκανε. Ο πάπας είχε κρατήσει το δεξί του χέρι, αλλά αργότερα, το 1520, το πούλησε και αυτό στον ηγεμόνα της Βλαχίας. Σώζεται στο Βουκουρέστι, μέσα στο ναό του Αγίου Νικολάου. Όλα αυτά τα γράφω για να δείξω ένα μικρό κομμάτι του παραλογισμού αλλά και τις εμπορευματοποίησης των θρησκειών. Ας επιστρέψουμε όμως στο μνημείο. Στο εσωτερικό της εκκλησίας, που χωρίζεται σε τρία κλίτη με μαρμάρινους κίονες, αξίζει να δει κανείς τον επισκοπικό θρόνο, τη θολωτή κατασκευή πάνω από την αγία τράπεζα (κιβώριο) και στη δεξιά αψίδα το τρίπτυχο του αγιογράφου από το Ηράκλειο της Κρήτης Ανδρέα Ρίτζου (1451). 
Κοντά στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου βρίσκεται η Piazza Mercantile, το πιο ζωντανό σημείο της παλιάς πόλης, η οποία αποτελεί σημείο συνάντησης τόσο για τους ντόπιους όσο και για τους τουρίστες. Η πλατεία σήμερα κατακλύζεται από εστιατόρια και μπαρ αλλά στον Μεσαίωνα λειτουργούσε ως τόπος τιμωρίας μικροεγκληματιών και οφειλετών, οι οποίοι ανέβαιναν στη Στήλη της Δικαιοσύνης (Colonna della Giustizia), με σκοπό να γελοιοποιηθούν. Επίσης, στη συγκεκριμένη πλατεία βρίσκεται το «Παλάτι των Καθισμάτων των Ευγενών» (Palazzo del Sedile), το οποίο χτίστηκε στο 1543 ενώ άλλες πηγές αναφέρουν ότι ανεγέρθηκε το 1400. Κατά τον Μεσαίωνα αποτελούσε το κέντρο λήψης διοικητικών και πολιτικών αποφάσεων του Συμβουλίου των Ευγενών του Μπάρι, ενώ αργότερα αποτέλεσε εμπορική κατοικία και το πρώτο δημόσιο θέατρο της πόλης. Το 1601 ξέσπασε πυρκαγιά στην περιοχή, η οποία κατέστρεψε ολοσχερώς το κτίριο, όμως το 1604 ανοικοδομήθηκε πλήρως και στην κορυφή του τοποθετήθηκε ένα μεγάλο ρολόι γερμανικής κατασκευής. Στις μέρες μας φιλοξενήσει καλλιτεχνικές και πολιτιστικές δραστηριότητες και γραφεία του Ιδρύματος της Απουλίας.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον εντός της Παλιάς Πόλης, είναι τα απομεινάρια της Santa Maria del Buon Consiglio (η Παναγία της Καλής Συμβουλής), η οποία χρονολογείται από τον 10ο και 11ο αι. Σήμερα έχουν μείνει μόνο οι κολώνες της και ένα τμήμα του μωσαϊκού δαπέδου της. Το υπόλοιπα κτίσμα δεν υπάρχει πλέον καθώς η εκκλησία κατεδαφίστηκε το 1930 μετά από μια ανεπιτυχή αναστήλωσή της. Σύμφωνα με μελέτες, ο ναός είχε ρομανικό στυλ, με γλυπτή διακόσμηση και τοιχογραφίες που εμπλούτιζαν τον εσωτερικό χώρο. Το εντυπωσιακό με το συγκεκριμένο αξιοθέατο είναι που αποκαλύπτεται απότομα σε όποιον αποφασίζει να χαθεί στα στενά σοκάκια της Παλιάς Πόλης. 
Τέλος, θα ήθελα να αναφερθώ σε μια από τις πιο ονειρικές στιγμές του συγκεκριμένου ταξιδιού. Από μια συζήτηση είχαμε ακούσει πως κάπου μέσα στην πόλη κρύβονται τα απομεινάρια ενός μοναστηριού, το οποίο ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο των Ελλήνων (San Niccolo dei Greci). Το ενδιαφέρον με το συγκεκριμένο αξιοθέατο δεν ήταν μόνο η ιστορική του αξία αλλά και το ότι μέχρι σήμερα κατοικείται, μ' αποτέλεσμα να έχει μετατραπεί σε κομμάτι της πόλης. Αυτό το τόσο ενδιαφέρον καμουφλάρισμα του μνημείου, μας είχε κάνει να το ζήσουμε σαν ένα κυνήγι χαμένου θησαυρού μες στα στενά σοκάκια της πόλης. Οι μέρες όμως περνούσαν και δεν το βρίσκαμε. Είχαμε γυρίσει σχεδόν όλη την πόλη αλλά αυτό πουθενά. Όμως το τελευταίο βράδυ, αφού είχαμε απολαύσει το ποτό μας στην Piazza dell'Odegitria έχοντας φόντο την επιβλητική πρόσοψη του καθεδρικού, αποφασίσαμε να κάνουμε μια τελευταία βραδινή βόλτα στην πόλη. Με τη βοήθεια του αλκοόλ αρχίσαμε να μπαίνουμε σε κάθε εσωτερική αυλή των κτηρίων, θέλοντας να δούμε και την αθέατη πλευρά του Μπάρι. Περνώντας όμως το κατώφλι μιας αυλής, σηκώσαμε το κεφάλι κι αντικρίσαμε τη μεγαλειώδη σειρά από στρογγυλές καμάρες που ανέβαιναν προς τον ουρανό. Οι κίονες ήταν διακοσμημένοι με κιονόκρανα με φυτικά μοτίβα. Αυτό που ορθωνόταν από πάνω μας ήταν τα απομεινάρια του αρχαίου βυζαντινού μοναστηριού που χτίστηκε πριν από χίλια σχεδόν χρόνια. Είναι εντυπωσιακό που αυτό το μνημείο εξακολουθεί να είναι "ζωντανό" με έναν διαφορετικό τρόπο. Στο ισόγειό του λειτουργεί ένας από τους διάσημους φούρνους της παλιάς πόλης ενώ οι πάνω όροφοι έχουν μετατραπεί σε κατοικίες. Κάποια στιγμή καθώς φωτογράφιζα τις καμάρες του αίθριου, άνοιξε ένα παράθυρο κι έγειρε το κεφάλι της μια κυρία, η οποία μάλλον μας είχε ακούσει. Μας έγνεψε με το κεφάλι της, συνηθισμένη μάλλον από τις επισκέψεις περίεργων επισκεπτών κι εμείς την καληνυχτίσαμε κάπως ενοχικά, καθώς είχαμε παραβιάσει τον ιδιωτικό της χώρο.
Από το Μπάρι φύγαμε αναπάντεχα χορτασμένοι από αυθεντικές εικόνες και γλυκές στιγμές. Τώρα που έχει περάσει κάμποσος καιρός από τις περιπλανήσεις μας εκεί, μπορώ να ομολογήσω πως είναι η πόλη που με κέρδισε όχι μόνο για τα ιστορικά της μνημεία αλλά και για τους ανθρώπους της. Και σ' αυτούς θα ήθελα να αναφερθώ στο κλείσιμο του κειμένου. Πρώτα απ' όλα στον γλυκύτατο κύριο Λορέντζο που καθόταν στο πεζούλι της τάφρου του κάστρου και μας μιλούσε χαμογελαστός για τη ζωή του και την περηφάνειά του για την "ιταλικότητά" του, τον μαγαζάτορα του "La Baresana", ο οποίος μας θυμήθηκε που πήγαμε δεύτερη συνεχόμενη βραδιά να απολαύσουμε την γευστικότατη καρμπονάρα του κι αφού μας κέρασε λικέρ λεμόνι μας μίλησε για τα όνειρά του και στο πόσο πολύ αγαπάει την πόλη του και το επάγγελμά του, τον σερβιτόρο του Caffe del Borgo που μας εξηγούσε με σπαστά αγγλικά κι ιταλικά, τα συστατικά ενός δικού τους κοκτέιλ που λατρέψαμε, τις γιαγιάδες που μας έπιασαν κουβέντα όταν διαλέγαμε τα ζυμαρικά τους και φυσικά τους σερβιτόρους του The Risto Pazzeria που ξεσήκωσαν τους θαμώνες τραγουδώντας με πάθος διάσημα ιταλικά άσματα. Οι παραπάνω άνθρωποι που συναντήσαμε τις μέρες που μείναμε εκεί, μας απέδειξαν πως το Μπάρι είναι μια πλούσια σε ζωντάνια πόλη, ένα στοιχείο που την κάνει μοναδική στην ιταλική χερσόνησο. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου