Πρωτοαντίκρισα την Ματέρα την άνοιξη του 2017, κατά τη διάρκεια ενός οδοιπορικού στην Κάτω Ιταλία και στη Σικελία, όπου τότε κάναμε μια στάση στη συγκεκριμένη πόλη. Ακόμη δεν είχε τη φήμη που τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει παγκοσμίως, οπότε ανίδεοι για την εικόνα που θα συναντούσαμε, παρκάραμε το αμάξι σε μια από τις γειτονιές της σύγχρονης πόλης και κατηφορίσαμε προς την Piazza Vittorio Veneto για να αντικρίσουμε από ψηλά τα διάσημα "Σάσσι" της Ματέρα. Σε μια σκεπαστή βεράντα που ίπταται πάνω από τις στέγες των λαξευμένων μέσα στα βράχια σπιτιών, σταθήκαμε κάμποση ώρα προσπαθώντας να πείσουμε τους εαυτούς μας, πως μπροστά μας δεν είχαμε τα κινηματογραφικά σκηνικά μιας ταινίας εποχής ούτε μια γκραβούρα περιηγητών των περασμένων αιώνων.
Μπροστά μας απλωνόταν μια μοναδική στον κόσμο πόλη που ενέπνευσε τον Κάρλο Λέβι να γράψει το υπέροχο βιβλίο "Ο Χριστός Σταμάτησε στο Έμπολι" κι οδήγησε τον άθρησκο Πιερ Πάολο Παζολίνι να κάνει τα γυρίσματα της πιο πανανθρώπινης θρησκευτικής ταινίας στην ιστορία του κινηματογράφου, το "Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο". Έκτοτε πολλοί δημιουργοί επέλεξαν την συγκεκριμένη πόλη για τα έργα τους, με τελευταία την ταινία του James Bond: No Time to Die (2021), η οποία εκτόξευσε σε παγκόσμιο επίπεδο τη φήμη της Ματέρα. Εκείνη τη στιγμή στη βεράντα της Piazza Vittorio Veneto, έδωσα μια υπόσχεση στον εαυτό μου, ότι σ' αυτήν την πόλη θέλω να ξαναρθώ. Κατάφερα να πραγματοποιήσω την υπόσχεσή μου αυτή, οκτώ χρόνια μετά.Αυτή τη φορά προσεγγίσαμε την Ματέρα από ανατολικά. Αναχωρήσαμε με τραίνο από το Μπάρι και κατευθυνθήκαμε προς την περιφέρεια της Μπαζιλικάτας. Η Ματέρα μας περίμενε στο χείλος ενός μικρού φαραγγιού, όπου ρέει ο ποταμός Γκραβίνα.
Στην περιοχή που χτίστηκε η Ματέρα έχουν βρεθεί στοιχεία που δείχνουν πως έχει κατοικηθεί από την Παλαιολιθική Περίοδο, κάνοντας την πόλη αυτή να θεωρείται μια από τις αρχαιότερες του κόσμου καθώς έχει διαρκή κατοίκηση από την 10η χιλιετία π.Χ. Οι φυσικές σπηλιές από ασβεστόλιθο, προσέλκυσαν τους πρώτους κατοίκους να φτιάξουν τα τρωγλοδυτικά τους σπίτια, που ήταν και οι πρώτοι οικισμοί της Ιταλίας. Όμως, η επίσημη ίδρυσή της χρονολογείται το 251 π.Χ. από τον Ρωμαίο ύπατο Λεύκιο Καικίλιο Μέτελλο, ο οποίος νίκησε σε πόλεμο τους Καρχηδόνιους κι επεξέτεινε τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία ως τη Σικελία. Τον 3ο π.Χ. αιώνα, οι Ρωμαίοι οχύρωσαν την πόλη σε ένα ύψωμα 400 μέτρων. Ακριβώς κάτω από τα τείχη δημιουργήθηκαν δύο συνοικίες, σκαμμένες στον μαλακό, ασβεστώδη βράχο: το Sasso Caveoso και το Sasso Barisano, που χωρίζονταν από μια κορυφογραμμή. Λόγω της μαλακής σύστασης του βράχου οι κάτοικοι δημιούργησαν ένα αξιοθαύμαστο δίκτυο όπου μάζευαν το νερό, σε μια περιοχή γνωστή για την ανομβρία της.
Στη μακρόχρονη ιστορία της, η πόλη κατακτήθηκε από Γότθους, Λομβαρδούς, Βυζαντινούς, Άραβες και Νορμανδούς. Κατά τον 15ο αιώνα η Ματέρα πέρασε στην κυριαρχία του στέμματος της Αραγωνίας και δόθηκε ως φέουδο στην οικογένεια Τραμοντάνο, ενώ από τον 17ο αιώνα διοικήθηκε από την οικογένεια Ορσίνι. Το 1860 ενσωματώθηκε στο βασίλειο της Σαρδηνίας και τον επόμενο χρόνο στο νεοσύστατο βασίλειο της Ιταλίας. Από τότε, η Ματέρα πέρασε στην αφάνεια κι από εκεί στην παρακμή, μετατρέποντάς την σε μια πόλη σκιά όπου οι κάτοικοί της ζούσαν μέσα στη φτώχια και την ανέχεια, παρόλο που μερικές δεκάδες χιλιόμετρα βορειοδυτικά είχε ανακαλυφθεί η Πομπηία, η οποία άρχισε απο τα τέλη του 18ου αι. να προσελκύει τουρισμό και στο νότιο τμήμα της Ιταλίας.
Τη δεκαετία του '30, η πόλη αριθμούσε 15.000 κατοίκους, οι οποίοι ζούσαν στα χαρακτηριστικά σπίτια-σπήλαια, τα διάσημα πλέον "σάσσι". Οι κάτοικοι συμβίωναν μαζί με τα ζωντανά τους στα μικρά, σκοτεινά και υγρά τους σπίτια. έκαιγαν κοπριά για να ζεσταθούν κι έπιναν νερό από μια γιγάντια στέρνα που βρισκόταν στα ριζά του οικισμού. Αυτές οι αντίξοες συνθήκες οδηγούσαν στο θάνατο ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού από τύφο, ελονοσία, φυματίωση και χολέρα. Μάλιστα, η παιδική θνησιμότητα άγγιζε το 50%. Όμως, σε εκείνην την τόσο δύσκολη για την πόλη περίοδο, η Ματέρα έζησε μια ηρωική στιγμή, καθώς το 1943 υπήρξε η πρώτη ιταλική πόλη που ξεσηκώθηκε εναντίον της ναζιστικής Βερμαχτ.
Γι' αρκετά χρόνια, η Ματέρα παραμελήθηκε και μετατράπηκε σε διαβόητο άντρο ληστών της ευρύτερης περιοχής. Η κατάσταση άλλαξε τη δεκαετία του 1950, μετά την έκδοση του βιβλίου "Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι" του Κάρλο Λέβι, το οποίο σόκαρε τον Ιταλό πρωθυπουργό Αλτσίντε ντε Γκάσπερι. Σοκαρισμένος από την εικόνα της πόλης, ο Ιταλός πρωθυπουργός την χαρακτήρισε "Ντροπή της Ιταλίας" κι έδωσε εντολή εκκένωσή της, προσφέροντας στους κατοίκους της νέες πολύχρωμες πολυκατοικίες, σχολεία, κινηματογράφους κι άλλες ανέσεις που είχαν οι σύγχρονες πόλεις. Τα "Σάσσι" της Ματέρα ερήμωσαν μετατρέποντάς την σε πόλη φάντασμα για τρεις δεκαετίες. Όμως, η μοίρα της της επεφύλασσε μια ακόμη αναγέννηση.
Το 1963, ο Πιερ Πάολο Παζολίνι αποφάσισε να πραγματοποιήσει τα γυρίσματα της ταινίας "Κατά Ματθαίον Ευαγγελίο" στην ερειπωμένη πόλη της Ματέρας, καθώς τα κτίσματά της, του θύμιζαν την Ιερουσαλήμ. Ακολούθησαν τα γυρίσματα κι άλλων ταινιών, οι οποίες αφύπνισαν ένα κομμάτι των απογόνων των κατοίκων της Ματέρα, οι οποίοι δημιούργησαν τη δεκαετία του '80, την ομάδα "Scaletta" κι άρχισαν να επενδύουν στην παλιά πόλη. Τα "Σάσσι" της Ματέρα άρχισαν να κατοικούνται ξανά ενώ αρκετά άλλα μετατράπηκαν σε ξενοδοχεία, εστιατόρια και καφέ. Επίσης, αρκετοί Ιταλοί διανοούμενοι δημιούργησαν πολιτιστικούς χώρους και γκαλερί, φέρνοντας έργα σύγχρονης τέχνης να εκτεθούν εκεί, δίνοντας μια επιπλέον νέα πνοή στην πόλη. Οι διεργασίες που πραγματοποιήθηκαν από τη δεκαετία του '80 κι έπειτα, προσέφεραν μια εντυπωσιακή αναγέννηση της πόλης, η οποία χαρακτηρίστηκε το 1993 Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς στην UNESCO κι έφτασε να γίνει πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης το 2019.
Από τη βεράντα που στεκόμασταν κι απολαμβάναμε το μυσταγωγικό τοπίο της Ματέρα, απλωνόταν το Sasso Barisano, ένα από τα δυο αρχαία τμήματα της πόλης, το σχηματισμός του οποίου κάποτε περικύκλωνε την Civita (την ρωμαϊκή πόλη). Το Sasso Barisano είναι λαξευμένο μέσα στους ασβεστολιθικούς βράχους, δημιουργώντας γραφικά σπιτάκια που εναλλάσσονται μέσα σε σοκάκια-λαβύρινθους και σπηλαιώδεις μαιάνδρους, δημιουργώντας ένα τοπίο μοναδικό. Η επικάλυψη διαφορετικών φάσεων αστικών μετασχηματισμών στην αρχική τραχιά μορφολογία του εδάφους κι ο εκλεπτυσμένος διάλογος μεταξύ βράχων και αρχιτεκτονικής, φαραγγιών και καμπαναριών, μοναστηριών και σπηλαίων, έχουν δημιουργήσει με την πάροδο των αιώνων ένα αστικό σκηνικό ασύγκριτης ομορφιάς και ποιότητας.
Στο βάθος δεσπόζει πάνω στην κορυφή των βράχων ο Καθεδρικός Ναός της Ματέρα, ένας ρωμαιοκαθολικός ναός, ο οποίος είναι αφιερωμένος στην Παναγιά και στον Άγιο Ευστάθιο (Cathedral of Maria Santissima of the Bruna & Sant' Eustachio). Η κατασκευή του ναού ξεκίνησε το 1203, στο ψηλότερο σημείο της πόλης ανάμεσα στις δύο συνοικίες Sasso Barisano και Sasso Caveoso. Αρχικά ήταν σχεδιασμένο να αφιερωθεί μόνο στην Παναγία, αλλά τελικά επιλέχτηκε και ο Άγιος Ευστάθιος, ως φόρος τιμής στην εκκλησία που υπήρχε σε εκείνο το σημείο. Πέραν από την ομορφιά του κτιρίου αυτού καθαυτού και του εντυπωσιακού καμπαναριού του, που λέγεται ότι είναι το ψηλότερο της περιοχής.
Κατηφορίσαμε στα στενά σοκάκια του Sasso Barisano με κατεύθυνση προς το φαράγγι που σχηματίζει το ποταμός Gravina. Μπαίνοντας μέσα στην παλιά πόλη, νιώθαμε πως εισχωρούσαμε και σε έναν κόσμο άλλων εποχών. Τα καλοδιατηρημένα σπίτια διατηρούσαν τα ίχνη του χρόνου ενώ τα ερειπωμένα απομεινάρια μας έδειχναν τις δύσκολες συνθήκες των ανθρώπων που ζούσαν μέσα σε αυτά πριν κάμποσες δεκαετίες. Σήμερα, η βραχώδης γούβα της Ματέρα φιλοξενεί διακριτικά εστιατόρια, καταστήματα με καλαίσθητα αναμνηστικά και ξενώνες πολυτελείας, προφυλάσσοντας παράλληλα την μοναδικότητα της πόλης. Μπορεί ο τουρισμός να καλπάζει θεαματικά αλλά οι κάτοικοι διατηρούν την αυθεντικότητα της Ματέρα.
Συνεχίσαμε τη βόλτα μας μέχρι το Αυγουστινιανό μοναστήρι που βρίσκεται στην άκρη της πόλης. Το μοναστήρι ιδρύθηκε το 1591 αλλά η εκκλησία του καταστράφηκε από έναν ισχυρό σεισμό. Ο ναός ξαναχτίστηκε σε ύστερο μπαρόκ ρυθμό το 1750 και μετονομάστηκε σε Madonna delle Grazie, αλλά οι κάτοικοι συνέχισαν να χρησιμοποιούν το όνομα του Αγίου Αυγουστίνου. Στην πρόσοψη του ναού στέκουν τα αγάλματα των Αγίων Πέτρου και Παύλου ενώ στο κέντρο βρίσκεται το άγαλμα ενός επισκόπου, πιθανότατα του Αγίου Αμβρόσιου, ο οποίος είχε βαπτίσει τον Άγιο Αυγουστίνο. Τέλος, υπάρχει και το άγαλμα του Αγίου Αυγουστίνου σε μια κόγχη. Δυστυχώς την μέρα που πήγαμε, το βρήκαμε κλειστό. Όμως από την προηγούμενη επίσκεψή μου, θυμάμαι τους σκαλιστούς σε ροκοκό ύφος βωμούς που διακοσμούν το εσωτερικό του ναού, κατασκευασμένους από ναπολιτάνους καλλιτέχνες τα έτη 1748 και 1749, καθώς και βωμούς κατασκευασμένους από τοπική πέτρα και ζωγραφισμένους σε στυλ ψεύτικου μαρμάρου, διακοσμημένους με πίνακες της ναπολιτάνικης σχολής. Σε έναν από τους δυο βωμούς υπάρχει μια τοιχογραφία της "Παναγίας των Θαυμάτων" του 1595, η οποία αφαιρέθηκε από τον τοίχο της πέτρινης εκκλησίας αφιερωμένης στον Άγιο Ιουλιανό και μεταφέρθηκε μέσα στη «νέα» εκκλησία.
Στη συνέχεια περπατήσαμε δίπλα στο φαράγγι έχοντας απέναντί μας το Περιφερειακό Πάρκο της Murgia Materana (Parco Regionale della Murgia Materana), το οποίο ιδρύθηκε με περιφερειακό νόμο στις 3 Απριλίου του 1990. Πρόκειται για μια δύσβατη περιοχή γεμάτη εκκλησίες λαξευμένες σε σπηλιές και βράχους, μία εκ των οποίων έχει νωπογραφίες του 8ου αιώνα. Από κάτω μας, κυλούσε ο ποταμός. έτοιμος να υποδεχτεί τα νερά ενός ακόμη χειμώνα. Ο δρόμος μας έβγαλε στη Sasso Caveoso, η οποία έχει διατηρήσει την αρχαία της όψη, καθώς τα σπίτια εκεί που είναι σχεδόν άψογα λαξευμένα στο βράχο, έχουν μείνει επί το πλείστον άθικτα σε σύγκριση με το παρελθόν.
Στο συγκεκριμένα περίπατο συναντήσαμε το μοναστικό συγκρότημα Chiesa di Madonna delle Virtù & Chiesa di San Nicola del Greci, ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της Ματέρα, το οποίο περιλαμβάνει δεκάδες θαλάμους λαξευτούς που μοιράζονται σε δυο επίπεδα στα ασβεστολιθικά βράχια της περιοχής. Η Chiesa di Madonna delle Virtù χτίστηκε τον 10ο ή 11ο αιώνα και αναστηλώθηκε τον 17ο αιώνα. Πάνω από αυτήν, η απλή Chiesa di San Nicola del Greci είναι πλούσια σε τοιχογραφίες. Το συγκρότημα χρησιμοποιήθηκε το 1213 από Βενεδικτίνους μοναχούς παλαιστινιακής καταγωγής. Στις μέρες μας, οι χώροι των συγκεκριμένων ναών χρησιμοποιούνται για περιοδικές εκθέσεις έργων τέχνης, ενώ σε μια πινακίδα διάβασα πως έχουν πραγματοποιηθεί τα γυρίσματα κάποιων ταινιών στους σπηλαιώδης χώρους τους.
Ο περίπατός μας δίπλα στο φαράγγι ολοκληρώθηκε στο βραχώδες ύψωμα του Montirone (ή Monterrone), όπου στέκει η λαξευμένη εκκλησία της Santa Maria De Idris. Το σημείο αυτό βρίσκεται στο άλλο άκρο της πόλης, προσφέροντας μια μοναδική θέα τόσο προς την Ματέρα όσο και στον ποταμό Gravina. Η εκκλησία της Santa Maria de Idris χρονολογείται από τον δέκατο πέμπτο και δέκατο πέμπτο αιώνα και αποτελεί μέρος ενός βραχώδους συμπλέγματος που περιλαμβάνει επίσης την παλαιότερη κρύπτη, αφιερωμένη στον San Giovanni in Monterrone. Αυτή η κρύπτη είναι σημαντική για τις τοιχογραφίες που διατηρεί, που κυμαίνονται από τον 12ο έως τον 17ο αιώνα. Οι δύο εκκλησίες επικοινωνούν εσωτερικά του βράχου. Η δημιουργία του στενού διαδρόμου που έγινε τον 19ο αιώνα για να συνδέσει τις δύο εκκλησίες προκάλεσε την σχεδόν ολική καταστροφή αρκετών τοιχογραφιών σε ένα μικρό μέρος.
Η εκκλησία Santa Maria De Idris έχει ακανόνιστο σχέδιο και χαρακτηρίζεται από δύο διακριτά μέρη: ένα χτισμένο και ένα ανασκαμμένο. Η πρόσοψη, απλή και κατασκευασμένη από τόφφο, ξαναχτίστηκε τον 15ο αιώνα, μετά από μια κατάρρευση. Είναι διακοσμημένο με ένα μικρό αλλά κομψό καμπαναριό. Το εσωτερικό αποτελείται από ένα ενιαίο δωμάτιο και έχει μερικές αρκετά ωραίες τοιχογραφίες, εν μέρει κατεστραμμένες από τον χρόνο και την εγκατάλειψη. Η Αγία Τράπεζα είναι διακοσμημένη με μια τέμπερα του 17ου αιώνα, που απεικονίζει την Παναγία με το Βρέφος. Στα δεξιά βρίσκονται οι πίνακες του Αγίου Αντωνίου, η Αγία Οικογένεια και η Μεταστροφή του Αγίου Ευσταθίου. Αριστερά της Αγίας Τράπεζας υπάρχει ένας Ευαγγελισμός, στα δεξιά μια Σταύρωση. Το όνομα του ναού - Idris - σχεδόν σίγουρα προέρχεται από την ελληνική Οδηγήτρια (οδηγός του δρόμου ή του νερού). Στην Κωνσταντινούπολη η Παναγία ονομαζόταν και λατρευόταν έτσι, η λατρεία της οποίας εισήχθη στη νότια Ιταλία από τους Βυζαντινούς μοναχούς.
Φεύγοντας από τον βραχώδη λόφο που φιλοξενεί την εκκλησία της Santa Maria De Idris, ανηφορίσαμε στις πάνω γειτονιές του Sasso Caveoso. Εκεί συναντήσαμε το Palazzo Lanfranchi, ένα πανέμορφο ιστορικό κτήριο της Ματέρα, το οποίο αντιπροσωπεύει μια σημαντική αρχιτεκτονική τάση του 17ου αιώνα. Το κτήριο αυτό χτίστηκε το 1668 κατόπιν εντολής του επισκόπου Vincenzo Lanfranchi, σύμφωνα με τις επιταγές του Τριεντίνου. Το έργο κατασκευής ανατέθηκε στον μοναχό Francesco de Copertino, ο οποίος το 1672 ολοκλήρωσε το συγκρότημα ενσωματώνοντας προϋπάρχουσες κατασκευές. Από το 2003 το Palazzo Landranchi στεγάζει το Εθνικό Μουσείο Μεσαιωνικής και Μοντέρνας Τέχνης της Μπασιλικάτα. Μαζί με το Μουσείο Ridola, είναι ένα από τα παραρτήματα του Εθνικού Μουσείου της Ματέρα.
Από το Palazzo Lanfranchi ξεκινάει η διάσημη οδός της πόλης Via Ridola, η οποία φιλοξενεί δυο σημαντικά αξιοθέατα της πόλης, την εκκλησία της Santa Chiara d' Assisi με την εντυπωσιακή της πρόσοψη η οποία χτίστηκε μεταξύ 1668 και 1672 και την εκκλησία του Καθαρτηρίου (Chiesa del Purtagory) με την κυρτή μπαρόκ πρόσοψή της
Ένας ακόμη ναός που αξίζει κανείς να επισκεφθεί στη Ματέρα είναι η εκκλησία του Ιωάννη του Βαφτιστή (Chiesa di San Giovanni Battista). Πρόκειται για έναν από τους ομορφότερους ναούς της πόλης, ο οποίος χρονολογείται μεταξύ 13ου και 18ου αιώνα και θεωρείται αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της ρωμανικής αρχιτεκτονικής της Απουλίας.
Κοντά σ' αυτόν τον ναό, υπάρχει ένας κρυμμένος θησαυρός της πόλης. Αναφέρομαι στις υπόγειες σπηλαιώδη αίθουσες που βρίσκονται κάτω από τη Chiesa di San Biagio. Από την αριστερή και δεξιά πλευρά του ναού, υπάρχουν δυο σοκάκια που σε οδηγούν σε κάποια εναπομείναντα "σάσσι" της πόλης. Εκεί είδαμε τις συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων της Ματέρα, τις κατακόμβες όπου αποθήκευαν το κρασί και τη δεξαμενή που είχαν λαξεύσει για να συγκρατούν το βρόχινο νερό. Η πιο όμορφη στιγμή σ' εκείνη την επίσκεψή μας, ήταν η κουβέντα που είχαμε με έναν από τους ανθρώπους που τους άνηκε το συγκεκριμένο "σάσσι". Με σπαστά ιταλικά και λίγα αγγλικά, μας ξενάγησε στις αίθουσες που είναι λαξευμένες στο βράχο, μας μίλησε για τις συνθήκες ζωής των ανθρώπων που έμεναν στο συγκεκριμένο "σάσσι", μας έδειξε τα απομεινάρια των αρχαίων τειχών της πόλης που εφάπτονταν με το συγκεκριμένο σπίτι και τέλος μας μίλησε για τις μνήμες της οικογένειάς του, που είχαν προλάβει τις συνθήκες αυτές. Παρά όμως τις δυσκολίες που έζησαν οι άνθρωποι εκείνη την περίοδο, ο "υπόγειος" ξεναγός μας, μας μιλούσε με μια πίκρα για τη σημερινή κατάσταση της Ματέρα, λέγοντάς μας πως πλέον δεν υπάρχουν "σάσσι" στην πόλη καθώς όλα έχουν αντικατασταθεί πλέον ξενοδοχείο, εστιατόρια και καφέ. Μέσα από τα θλιμμένα του μάτια προσπαθούσα να διακρίνω τη νοσταλγία ενός δύσκολου και σχεδόν αντίξοου παρελθόντος.
Η νύχτα μας βρήκε καθώς επιστρέφαμε στο σημείο απ' όπου ξεκινήσαμε τη βόλτα μας στην πανέμορφη Ματέρα. Ξαναβγήκαμε στη βεράντα της Piazza Vittorio Veneto για να δούμε την νέα όψη της πόλης, η οποία είχε φωταγωγηθεί από τις λάμπες των σοκακιών. Οι αρχαίες γειτονιές της είχαν αποκτήσει μια άλλη όψη ακόμη πιο θερμή και ζωντανή, δείχνοντας το πείσμα της ομορφιάς να παραμένει αιώνια απέναντι στη φθορά του χρόνου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου