Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2020

Corpus Christi




Υπάρχει ένας άγραφος κινηματογραφικός κανόνας που έμαθα μετά από πολλές επισκέψεις στις αγαπημένες μου σκοτεινές αίθουσες. Ένας κανόνας που πάντα επισημαίνω όποτε τον συναντώ. Ο κανόνας αυτός λέει πως μέσα στη χρονιά υπάρχουν πολλές αξιόλογες ταινίες που περνούν απαρατήρητες διότι δεν έχουν τις μαρκετίστικες πλάτες άλλων παραγωγικών εταιριών που σιγοντάρουν λιγότερο ενδιαφέρουσες ταινίες. Το πολωνικό Corpus Chrsti είναι ένα απ' αυτά τα ταπεινά διαμαντάκια που διανύουν για λίγες βδομάδες τις σκοτεινές μας αίθουσες και προσφέρουν απλόχερα ενδιαφέρουσες θεματολογίες στους λίγους τυχερούς που επέλεξαν να πάνε να τα παρακολουθήσουν.
Η ιστορία μας μιλάει για έναν νεαρό βαρυποινίτη, ο οποίος αποζητώντας μια πιο ευνοϊκή μεταχείριση μέσα στη φυλακή. Ως βοηθός του ιερέα κι έχοντας μια καλή διαγωγή, τον στέλνουν στα ανατολικά σύνορα ως υπάλληλο ενός εργοστασίου ξυλείας. Όμως εκείνος μέσα από μια απρόσμενη παρεξήγηση, καταλήγει να πείσει τους κατοίκους του χωριού πως είναι ιερέας μ' αποτέλεσμα να του ζητήσουν να αντικαταστήσει τον πότη ιερέα της ενορίας τους όσο θα βρίσκεται σε κάποιο κέντρο απεξάρτησης. Ο νεαρός αναγκάζεται να αναλάβει τα νέα του καθήκοντα κι ενώ στην αρχή απολαμβάνει την πετυχημένη του εξαπάτησή, σιγά σιγά μπαίνει στο πετσί του ρόλου και καταλήγει να μετατραπεί σε έναν εναλλακτικό κι άκρως προοδευτικό ιερέα που θα ταράξει τις ισορροπίες του μικρού χωριού.
Παράλληλα κατά τη διάρκεια των καθηκόντων του, θα προσπαθήσει να ξεδιαλύνει το μυστήριο που κουβαλάει ο θάνατος μιας παρέας νεαρών. Εκεί θα ρθει αντιμέτωπος με τον συντηρητισμό στον οποίον έχουν στραφεί οι συγγενείς των θυμάτων κι οι υπόλοιποι κάτοικοι για να επουλώσουν τον πόνο τους. Σκαλίζοντας ο νέος ιερέας το συμβάν αυτό, θα προσπαθήσει να διορθώσει την αδικία που έχει επέλθει και χρησιμοποιώντας μεθόδους που έχει μάθει στη φυλακή θα επιχειρήσει να απαλύνει τον πόνο των κατοίκων.
Όμως σε κάθε ιστορία στο τέλος η αλήθεια λάμπει. Και πολλές φορές η αλήθεια μπορεί να γίνει άδικη. Έτσι κι εδώ έρχεται η στιγμή της αποκάλυψης, η οποία όχι μόνο δε δίνει λύσεις αλλά γίνεται αφορμή για να διαιωνιστεί το κακό.


Πριν φτάσουμε όμως στην αποκάλυψη, η ταινία καταφέρνει να θίξει αρκετά θέματα ευαίσθητα προς το καθολικό κοινό της αλλά και οικεία στο εγχώριο κοινό που έχει ζήσει ή έχει μεγαλώσει σε μια κλειστή κοινωνία. Ο κίβδηλος ιερέας που τον υποδύεται εκπληκτικά ο νεαρός ηθοποιός Μπάρτοζ Μπιελένια συνειδητοποιεί πως η κλειστή κοινωνία μιας απομακρυσμένης μικρής πόλης δε διαφέρει πολύ από τις συνθήκες διαβίωσης των φυλακών. Η μόνη διαφορά στις δυο καταστάσεις είναι πως οι φυλακισμένοι γνωρίζουν ότι είναι εγκλωβισμένοι σε έναν χώρο με περιορισμένα όρια ενώ οι κάτοικοι των μικρών κοινωνιών το αγνοούν. Έχοντας στο μυαλό του τα σεμινάρια και τις επουλωτικές δράσεις της φυλακής, συμπεριφέρεται και συμβουλεύει τους κατοίκους της πόλης σαν να ήταν κι εκείνοι φυλακισμένοι. Βρήκα εκπληκτική την μέθοδο που βάζει τους γονείς να ουρλιάζουν μπροστά από το μνήμα των νεκρών παιδιών τους προσπαθώντας μ' αυτόν τον τρόπο να διώξουν την οργή που κουβαλούν μέσα τους όπως επίσης τις ντόρμπες συμβουλές του σε μία μάνα που χτυπούσε το παιδί της επειδή κάπνιζε. Μου άρεσε πολύ το πως ξεμπρόστιασε τους γονείς με τα απειλητικά γράμματα που έστελναν στη γυναίκα ενός άλλου θύματος που τον κατηγόρησαν ως υπεύθυνο του δυστυχήματος, αποδεικνύοντας πως τέρας δεν ήταν αυτός που του έριχναν άδικα την ευθύνη για τον θάνατο των παιδιών τους αλλά οι ίδιοι που καταδίκασαν άδικα τη γυναίκα του στο να ζει ως "πεθαμένη" χωρίς να χει το δικαίωμα να θάψει τον άνδρα της σε μια κοινωνία που δεν τους αποδέχεται πια είτε αυτοί είναι ζωντανοί είτε πεθαμένοι.
Ο νεαρός παπάς παρόλο που γίνεται εκπρόσωπος μιας εκ των εξουσιών που ελέγχουν κι ενίοτε καταπιέζουν τις κοινωνίες, μετατρέπεται σε επικριτή της κάθε μορφής εξουσίας εκθέτοντας σε κάθε ευκαιρία τον δήμαρχο αλλά κι όσους πιστεύουν πως μπορούν να χαλιναγωγήσουν τη κοινή γνώμη. Κι ενώ έχει κερδίσει την εύνοια του κόσμου, δεν φοβάται να βρεθεί αντιμέτωπος με αυτούς, ρισκάροντας τα πάντα μόνο και μόνο για να επιφέρει τη δικαιοσύνη.



Ίσως η στάση του αυτή να δείχνει πως ο ίδιος έχει εκτιμήσει την ιδέα το ότι ο Θεός του έδωσε μία δεύτερη ευκαιρία για μια καλύτερη ζωή αλλά να που τελικά το ποίμνιό του παίρνει την ευκαιρία αυτή πίσω καταδικάζοντάς τον να επιστρέψει στην επίγεια κόλαση.
Η αποκάλυψη του παρελθόντος του συμβολίζει τη θυσία ενός έκπτωτου αγγέλου που ήρθε απρόσμενα για να σώσει μια κοινωνία, η οποία αγνώμονη κι υποκριτική του κόβει τελικά τα φτερά. Ίσως επειδή το ποίμνιο δε συγχωρεί όποιον ξεγυμνώνει την αλήθεια, αποκαλύπτοντας την υποκρισία και τη σκοτεινή προσωπικότητα όσων δηλώνουν βαθιά θρησκευόμενοι.
Στη τρίτη του ταινία, ο Πολωνός σκηνοθέτης Γιαν Κομασά αναλύει με έναν υποβλητικό ρεαλισμό τη δυσκολία της συγχώρεσης που απαιτεί την κατατρόπωση του εγωισμού αλλά και τις μορφές του εγκλεισμού είτε αυτός γίνεται με φυλακή είτε με τον συντηρητισμό που καλύπτει και πνίγει την κάθε κοινωνία. Γι' αυτούς τους λόγους, θεωρώ πως το Corpus Christi είναι ένα εξαιρετικό διαμαντάκι που γίνεται αφορμή για πολύωρες αναλύσεις μετά το πέρας της προβολής του.

Βαθμολογία: 8/10

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2020

"Δεν έχω άλλο σπίτι από το ταξίδι..."




Στην Ελλάδα, λέγεται ότι οι απλοί άνθρωποι αγαπούν την ποίηση και μιλάνε ποιητικά. Ο Αγγελόπουλος, μακριά από τα τετριμμένα, βρίσκει ποίηση στη φθορά, την προδοσία και την καταγράφει: Παιδιά αποξενωμένα από τον πατέρα τους, μια χώρα αποξενωμένη από την κληρονομιά της και πάνω απ’ όλα, την σιωπή γύρω του: Σιωπή της ιστορίας, του έρωτα και του Θεού. Όλα ιδωμένα μέσα από ένα βαθύ βλέμμα, που, όπως και αυτό του Τζόζεφ Κόνραντ, τελικά μας βοηθάει να δούμε… και να ζούμε.

Michael Wilimington (Los Angeles Times)

Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2020

JoJo Rabit


Είναι κάποιες σπάνιες κινηματογραφικές στιγμές που τελειώνει η προβολή μιας ταινίας αλλά η ύπαρξή της εξακολουθεί να εξελίσσεται μες στο μυαλό μας για πολλές ώρες. Κάποιες φορές κρατάει  και μέρες. Βγαίνεις από τη σκοτεινή αίθουσα συγκινημένος και περιφέρεσαι στους δρόμους της πόλης προβληματισμένος μες στην περιδίνηση ανήσυχων σκέψεων που σου χει επιφέρει. Γελάς ξανά με τις εύστοχες κι αστείες ατάκες των ηθοποιών, βουρκώνεις με τις συγκινητικές στιγμές της ιστορίας και μουδιάζεις όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με τον μεγαλύτερο εχθρό σου, που δεν είναι άλλος από τον ίδιο σου τον εαυτό. Το JoJo Rabbit όχι μόνο ανήκει σ' αυτού του είδους τις ταινίες αλλά το ξεπερνάει καθώς σε πιάνει απροετοίμαστο με αυτό που σου επιφυλάσσει κατά τη διάρκειά του. 
Σίγουρα θα σε κοιτάξει κάποιος με μισό μάτι αν του πεις πως αξίζει να δει μια κωμωδία που αναφέρεται στον Χίτλερ και στη ναζιστική θηριωδία. Κι ορθώς θα σε κοιτάξει έτσι διότι είναι λεπτές οι ισορροπίες που οφείλει να διατηρήσει κάποιος που επιδιώκει να σατιρίσει τον φασισμό. Μία λάθος κίνηση κι αμέσως η ταινία καταστρέφεται. Γι' αυτό θεωρώ μεγάλο άθλο το ότι ένας σκηνοθέτης όχι μόνο διατήρησε την ισορροπία αυτή αλλά πέρασε τον αντιπολεμικό κι αντιφασιστικό κινηματογράφο σε ένα άλλο επίπεδο.  
Η ιστορία μας μεταφέρει σε μία αδιευκρίνιστη κι άνευ σημασίας γερμανική πόλη όπου βιώνουμε την απότομη ενηλικίωση ενός δεκάχρονου αγοριού που έχει υποστεί πλήρης πλύση εγκεφάλου από τη ναζιστική Γερμανία. Λάτρης της σβάστικας κι έχοντας φανταστικό φίλο την καρικατούρα ενός ιδιαίτερου Αδόλφου Χίτλερ, προσπαθεί να ενταχθεί στο ναζιστικό κόμμα με απώτερο σκοπό να γίνει φύλακας και πραγματικός φίλος με το ίνδαλμα του. Όμως μια αναπάντεχη έκρηξη θα τον επιστρέψει βαριά τραυματισμένο σπίτι. Ηττημένος σωματικά και ηθικά, θα προσπαθήσει να ορθοποδήσει ξανά. Όμως τόσο η ζωή του όσο κι η αρρωστημένη ιδεολογία του τραντάζονται κι αρχίζουν να μεταβάλλονται όταν ανακαλύπτει κρυμμένη στο πάνω όροφο του σπιτιού του μία εβραιοπούλα. Με  άγαρμπο τρόπο, αρχίζει να δημιουργείται μεταξύ τους μία επιφυλακτική συναίνεση η οποία θα οδηγήσει σε μια φοβισμένη φιλία που θα καταλήξει σε μια αδελφική αγάπη. Κατά τη διάρκεια αυτής της ιστορίας, ο σκηνοθέτης κι ηθοποιός (υποδύεται τον Χίτλερ) Τάικα Γουαϊτίτι καταφέρνει με άψογο κι αξιοθαύμαστο τρόπο να τσακίσει τον φασισμό αλλά και να στήσει στον τοίχο κάθε θεατή που ίσως κουβαλάει υποσυνείδητα μέσα του συντηρητικές και σκοταδιστικές ενίοτε αντιλήψεις. 
Η ήττα του φασισμού συνοδεύεται με μία άκρως ενδιαφέρουσα και πρωτοποριακή παρουσίαση της παράνοιας του πολέμου. Ένας καταιγισμός συναισθημάτων που σε βρίσκουν απροετοίμαστο κι ευάλωτο. Συγκλονισμένος παρακολουθείς το τέλος χωρίς να ξέρεις τι να πρωτονιώσεις καθώς ο πόνος του θανάτου κοντράρεται με τη χαρά της λήξης του πολέμου κι ο κίνδυνος των οβίδων συμπορεύεται με την ανασφάλεια ενός αβέβαιου μέλλοντος. Κι εκεί που στέκεσαι στο κατώφλι των τίτλων τέλους χωρίς να ξέρεις τι να κάνεις και πως να αντιδράσεις, απλώς αφήνεις το σώμα σου ελεύθερο να χορέψει. Να χορέψει πρώτα απ' όλα επειδή είμαστε ζωντανοί. Κι όσο είμαστε ζωντανοί μπορούμε να παλέψουμε για το καλύτερο. 
Η σπουδαία αυτή αντιφασιστική ταινία με άγγιξε τόσο πολύ που προτιμώ να την αναλύσω με έναν διαφορετικό τρόπο απ' αυτόν που συνηθίζω να κάνω. Οπότε όσοι δεν έχουν δει ακόμα το έργο καλύτερα να μην προχωρήσουν στην περαιτέρω ανάγνωση του κειμένου κι απλώς να σπεύσουν στους κινηματογράφους να την δουν.


Ας αρχίσω λοιπόν να γράφω για τον μικρό πρωταγωνιστή της ιστορίας, τον Jojo, ο οποίος μας παρουσιάζεται λέγοντας πως είναι δέκα ετών, μαρτυρώντας μας με τη δήλωσή του αυτή πως βρίσκεται στο μεταβατικό στάδιο που από παιδί γίνεται αγόρι. Η χρόνια απουσία του πατέρα του στον πόλεμο (;) αλλά και η απώλεια της αδελφής του, τον καθιστούν ως προστάτη της οικογενείας και μοναδικό συνεχιστή της. Το βαρύ φορτίο που κουβαλάει υποσυνείδητα καθώς κι η ανασφάλεια που κυριαρχεί μέσα του, τον ωθούν στην αγκαλιά της ναζιστικής νεολαίας καθώς έχει την ανάγκη να νιώσει πως ανήκει κάπου. Η επιλογή του αυτή γίνεται έχοντας ο ίδιος υποστεί πλήρης πλύση εγκεφάλου, φτάνοντας στο σημείο να πιστεύει πως ανήκει στην ευλογημένη γενιά των νέων που θα κυβερνήσουν τον κόσμο. Μία ιδέα που πλασάρεται από το καθεστώς με μεγάλη επιτυχία ώστε να στέλνει φανατισμένους νέους στο μέτωπο, προετοιμασμένους να θυσιαστούν για την πατρίδα. 
Για να αντιμετωπίσει την απουσία του πατέρα κι έχοντας μια αντικοινωνική διάθεση καθώς απουσιάζουν άλλοι φίλοι από τη ζωή του, ο JoJo επινοεί έναν φανταστικό φίλο ο οποίος δεν είναι άλλος από τον Αδόλφο Χίτλερ. Η απρόσμενα φιλική όψη του Χίτλερ είναι μία εύστοχη πρωτοτυπία βασιζόμενη στην ύπουλη εξάπλωση του σκοταδισμού. Ο φασισμός γίνεται πρώτα προσιτός κι ελπιδοφόρος για να προσελκύσει τους οπαδούς του, κι αφού κατατροπώσει τους αδύναμους της εκάστοτε κοινωνίας, τρώει κι αυτούς που τον υπηρετούν. Στη περίπτωση του πρωταγωνιστή, ο πολεμοχαρής φανατισμός που έχει ριζώσει μέσα του του γυρνάει μπούμερανγκ. Μια ατυχής βολή χειροβομβίδας, θα τερματίσει τη στρατιωτική εκπαίδευση του JoJo. Εκείνος όμως επιμένει να υπηρετήσει τις ιδέες του ναζισμού. 
Όμως ο φανατισμός του JoJo θα αρχίσει να μαλακώνει από τη στιγμή που θα ανακαλύψει στο σπίτι του μια κρυμμένη εβραιοπούλα, την Έλσα. Δυο πλευρές ενός εφιαλτικού πολέμου θα 'ρθουν αντιμέτωπες  καθώς βρίσκονται εγκλωβισμένες μέσα σε τέσσερις τοίχους. Ο σκηνοθέτης στήνει μια πανέξυπνη παγίδα που τοποθετεί στον ίδιο χώρο το μίσος και το φόβος μαζί με το ένστικτο της επιβίωσης. Για να καταφέρουν λοιπόν να συνυπάρξουν οι δυο χαρακτήρες, θα πρέπει πρώτα να νικήσουν μαζί το φόβο και το μίσος που είναι τα κυριότερα συστατικά του φασισμού. Με δειλές κινήσεις ο μικρός ναζιστής βρίσκει την ευκαιρία να γνωρίσει καλύτερα τον μισητό εχθρό και συνάμα το μεγαλύτερο θύμα του έθνους του. Στις επίμονες και σχεδόν εξοργιστικές του ερωτήσεις, η Έλσα του δίνει συγκλονιστικές απαντήσεις που βρίσκουν κατευθείαν στόχο. "Τι είστε;" την ρωτάει ο μικρός, "σαν εσάς αλλά εμείς είμαστε άνθρωποι" του απαντάει η Έλσα και με μιας αρχίζει η ρηγμάτωση του ριζωμένου φασισμού. "Σχεδίασε μου το μέρος που κατοικείτε;" επιμένει ο μικρός κι εκείνη του προσφέρει ένα σχέδιο με το κεφάλι του. Η πιο λυρική απάντηση που θα μπορούσε να του δώσει. Σε μια επόμενη συζήτησή τους ακολουθεί ένας ανταγωνισμός των ιστορικών προσώπων που έχουν ξεπηδήσει από αυτούς τους δυο λαούς. Όσο ο JoJo προσπαθεί να υποστηρίξει την άρια φύση του έθνους του τόσο συνειδητοποιεί πως τελικά όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι. 
Στην ιστορία σημαντικό ρόλο παίζει και η μητέρα του JoJo, την οποία υποδύεται εκπληκτικά η Σκάρλετ Γιόχανσον. Μία δραστήρια αντιφασίστρια που αποφεύγει να ρθει σε κόντρα με τον γιο της, περισσότερο για να τον προστατεύσει από τον τυφλό φανατισμό του που ίσως τους φέρει όλους σε δύσκολη θέση. Όμως σε κατάλληλες στιγμές τον φέρνει αντιμέτωπο με το τέρας που υποστηρίζει, όπως στη σκηνή με τους κρεμασμένους αντιφασίστες. Ο μικρός αποστρέφει το βλέμμα του αλλά η μητέρα του τον αναγκάζει να κοιτάξει κατάματα τα εγκλήματα των ναζί. Όταν ο JoJo της ζητάει να του πει "τι έκαναν και τους κρέμασαν" εκείνη του απαντάει ευθέως "ότι μπόρεσαν". 
Η μητέρα του JoJo εκπροσωπεί τη χαμένη αξιοπρέπεια της Γερμανίας αλλά και του κάθε λαού που ανέχεται τα εγκλήματα των ηγετών του. Δε γουστάρει τον πόλεμο και το δηλώνει σε κάθε ευκαιρία που της δίνεται. Υμνύει τον έρωτα και την αγάπη και γίνεται εκφραστής της ελπίδας σε καιρούς χαλεπούς. Από τη μια προσπαθεί να αφυπνίσει τον μικρό της γιο ξέροντας πως πίσω από τις ναζιστικές στολές κρύβεται ένας αγνός άνθρωπος που στο τέλος θα ξεπηδήσει κι από την άλλη δίνει κουράγιο στην Έλσα, εξηγώντας της το σκεπτικό πως βγαίνουν νικητές όσο αντέχουν στην ατέρμονη μάχη απέναντι στο φασισμό. Εξαιρετική κι άκρως συγκινητική η φράση της απέναντι στους τραυματίες πολέμου που επιστρέφουν πίσω. "Πηγαίνετε τώρα να φιλήσετε τη μάνα σας" τους λέω και συνεχίζει να κάνει αμέριμνη ποδήλατο μαζί με τον γιο της. 
Όμως ο απρόσμενος θάνατός της, θα φέρει τον μικρό απέναντι στον φασισμό. Παγωμένος με το θέαμα της κρεμασμένης του μάνας συνειδητοποιεί ποιος είναι ο πραγματικός εχθρός για κάθε λαό. Ο εξωτερικός αλλά κι ο εγχώριος φασισμός. Παρ' όλα αυτά, σε μια απέλπιδα προσπάθειά του να υποστηρίξει μια ιδεολογία που έχει πια πεθάνει μέσα του, επιχειρεί να μαχαιρώσει την Έλσα για να εκδικηθεί για τον θάνατο της μάνας του. Εδώ ο σκηνοθέτης μας προσφέρει μια αξεπέραστη αλληγορική στιγμή όπου ο αφοπλισμένος λαός που έχει εξαπατηθεί από τον φασισμό, στρέφει την οργή του στον αδύναμο κι όχι στην πηγή του κακού. Η μύτη του μαχαιριού μπήγεται στη σάρκα της κοπέλας τραυματίζοντάς την ελαφριά κι αυτό διότι ο JoJo είναι πλέον συνειδητοποιημένος για την λάθος ρώτα της ζωής του. Είναι η στιγμή που ο φασισμός πεθαίνει μέσα του οριστικά. Ο μικρός υποχωρεί κλαίγοντας κι η κοπέλα στέκεται δίπλα του να του συμπαρασταθεί. Δύο κόσμοι διαφορετικοί που πλέον έχουν έρθει κοντά για να στηρίξουν ο ένας τον άλλον.
Κι οι υπόλοιποι χαρακτήρες της ταινίας παίζουν τον δικό τους ρόλο εκπροσωπώντας τις μικρές ομάδες των κοινωνιών. Η παχουλή ξανθιά ναζίστρια δεν είναι άλλη από την κάθε κυράτσα που διαδίδει από δω κι από κει ψευδείς ειδήσεις διαιωνίζοντας το μίσος προς τους αδύναμους. Ο τρόπος που περιγράφει διάφορα γεγονότα μπορεί να είναι αστείος αλλά αν το καλοσκεφτεί κανείς δε διαφέρει από αυτά που ζούμε στη καθημερινότητά μας. Με πόσες τέτοιες κυράτσες αρσενικές και θηλυκές έχουν γεμίσει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λέγοντας αντίστοιχες αναληθείς μαρτυρίες, ειδικά τα τελευταία χρόνια με το προσφυγικό. Επίσης ο μοναδικός φίλος του JoJo, ο γλυκύτατος Γιόρκι, εκπροσωπεί την αθώα πλευρά της κοινωνίας που παρασύρεται στη δίνη των σκοταδιστικών απόψεων και των ψευδών ειδήσεων του φασισμού. Εκπληκτικός σε μία περιγραφή του που βρήκανε Εβραίους στο δάσος και του έκανε μεγάλη εντύπωση πως δεν έμοιαζαν με τέρατα όπως τους είχαν περιγράψει. Όπως επίσης άκρως χιουμοριστικός όταν έλεγε πεπεισμένος για τα άσχημα κι άκρως απειλητικά χαρακτηριστικά που έχουν οι Ρώσοι κι οι Αμερικανοί που έφταναν στην πόλη τους. Τέλος, ο εκπαιδευτής του JoJo o Captain Klenzendorf, που τον υποδύεται εξαιρετικά ο Σαμ Ροκγουελ, φανερώνει με τη στάση του την κοροϊδία αλλά και την παράνοια που επικρατεί μέσα στο στρατό. Από τις εκπαιδεύσεις στους αγρούς και τις πισίνες μέχρι την φαντασμαγορική του στολή που έχει σχεδιάσει για να αποτρέψει κάθε εισβολέα να μπει στην πόλη. 



Ακολουθεί η πολιορκία της πόλης από τους συμμάχους. Η ήρεμη μουσική δένει εντυπωσιακά με τη χορογραφία του θανάτου. Ο JoJo γίνεται μάρτυρας μιας ακόμη βλακώδους ισοπέδωσης. Άνθρωποι σκοτώνονται γύρω του, κτίρια ανατινάζονται και παιδιά κουβαλώντας πάνω τους χειροβομβίδες τρέχουν κατευθείαν στους Αμερικανούς που έχουν μπει πια στην πόλη. Με έναν άκρως σουρεαλιστικό τρόπο, ο σκηνοθέτης μας προσφέρει ένα συνταρακτικό δεκάλεπτο όπου μουδιασμένοι γινόμαστε μάρτυρες της παράνοιας ενός πολέμου. Οι σκηνές που παρουσιάζονται είναι αδύνατον να περιγραφούν καθώς ο καθένας μας τις βιώνει από τη δική του οπτική γωνιά και καλό είναι να μένουν μόνο στο συναίσθημα κι όχι στην επεξήγηση. Κι έτσι ολοκληρώνεται ένα αξεπέραστο κινηματογραφικό αριστούργημα.
Στη συγκεκριμένη ταινία λάτρεψα τις ερμηνείες όλων των συντελεστών. Όλοι τους έπαιξαν εκπληκτικά κι έβγαζαν μια αίσθηση πως γούσταραν πολύ τους ρόλους που τους είχαν δοθεί. Ο πιτσιρικάς Ρομαν Γκρίφιν Ντέιβις ήταν απολαυστικότατος στο ρόλο του JoJo, όπως επίσης κι ο σκηνοθέτης Τάικα Γουατίτι στο ρόλο του Αδόλφου Χίτλερ. Η Σκάρλετ Γιόχανσον ήταν αποκαλυπτική και πιο όμορφη από ποτέ. Της αξίζει το όσκαρ β' γυναικείου ρόλου. Όπως απολαυστικοί ήταν ο Σαμ Ροκγουελ και η Τόμασιν ΜακΚένζι στο ρόλο της Έλσας. 
Επίσης το soundtrack της ταινίας είναι διαλεκτό. Ξεκινώντας με Beatles και κλείνοντας με David Bowie, ο σκηνοθέτης προσπαθεί να μας περάσει το σκεπτικό πως ο φασισμός δεν ανήκει στο παρελθόν αλλά ανά πάσα στιγμή ενδέχεται να ξεπηδήσει ξανά. Και καλό είναι να μην εφησυχαζόμαστε σ' αυτούς τους καιρούς που ο σκοταδισμός επανέρχεται. Επίσης το "Everybody's gotta live" δένει εντυπωσιακά με τα πλάνα που παρουσιάζουν τα γκρεμισμένα σπίτια της πολιορκημένης πόλης. Πόσο δυνατή αντίφαση. Εικόνα και μουσική σε επηρεάζουν από μια διαφορετική γωνιά, προκαλώντας μια πρωτόγνωρη συναισθηματική φόρτιση. Αλλά και πόσο συγκινητικό να ακούς τον Tom Waits να μας εκφράζει την επιθυμία του πως δε θέλει να μεγαλώσει, αποδεικνύοντας πως όλοι μας είμαστε κατά βάθος παιδιά. Μόνο που μεγαλώνοντας κάποιοι από μας μπορεί να γίνουν επικίνδυνα παιδιά.




Είναι πολύ δύσκολο και θεωρώ ανόητο από κάποιον που έχει δει την ταινία να κακολογήσει κανείς το σκοπό του Γουατίτι, ειδικά όταν πετυχαίνει να περάσει την ιστορία σε πιο σκοτεινά μονοπάτια, αντικαθιστώντας το γέλιο με μια νευρικότητα που οδηγεί στη λύτρωση του κλάματος. Αυτό το πετυχημένο παιχνίδι συναισθημάτων είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα που κάνει την ταινία σημαντική σε ουσία κι εξαιρετική σε σκηνοθεσία.Επίσης είχα χρόνια να γελάσω σε μια κωμωδία, πόσο μάλλον όταν αυτή η κωμωδία είναι εξίσου σοβαρή όπως μια δραματική, αντιπολεμική κι αντιφασιστική ταινία.
Με αυτή την σκέψη , το Jojo Rabbit είναι υπέροχο από την αρχή μέχρι το τέλος. Είναι μια ταινία που τολμά και παράγει αληθινό συναίσθημα το οποίο ενώ σου πλασάρεται αρχικά σε μορφή σάτιρας στο τέλος μετατρέπεται σε φιτίλι που οδηγεί σε μία ανεξέλεγκτη συγκινητική έκρηξη.
Σίγουρα η ταινία αυτή θα συζητηθεί αρκετά και είμαι βέβαιος πως θα δημιουργήσει δύο στρατόπεδα. Προσωπικά, με βρίσκει από τη μεριά αυτών που τολμούν να ρισκάρουν καταφέρνοντας να προσφέρουν ένα πρωτόγνωρο και πανέξυπνο αντιπολεμικό κι αντιφασιστικό αριστούργημα.
Για μένα προσωπικά ίσως είναι η ταινία της χρονιάς!

Βαθμολογία: 9/10

Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2020

1917


Με μία κινηματογραφική καμπάνια αρκετών μηνών, είχαμε προετοιμαστεί να δούμε μια ακόμη αξιόλογη πολεμική ταινία στις σκοτεινές αίθουσες. Το όνομα του Σαμ Μέντες και το πέρασμα γνωστών ονομάτων σε μικρούς ρόλους, εξίταραν όλο και περισσότερο την ανυπομονησία μας. Όμως με τους τίτλους τέλους κυριάρχησε ένα περίεργο μείγμα συναισθημάτων ικανοποίησης αλλά και δυσφορίας. Η ταινία ήταν όντως εξαιρετική στο σκηνοθετικό της κομμάτι αλλά ήταν καθαρά πολεμική. Κι όταν λέω πολεμική, εννοώ πως δεν επεδίωξε να περάσει κανένα απολύτως μήνυμα είτε αντιπολεμικό είτε καθαρά ουμανιστικό. Ήταν απλά ένα δίωρο εκπληκτικών πλάνων που σε έβαζαν στη καρδιά του πολέμου. 
Ας αρχίσουμε λοιπόν από τα καλά στοιχεία που μου άφησε η ταινία. Είναι γεγονός πως από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό δεν σ' αφήνει σε ησυχία. Οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές κι αδιάκοπες με μικρές μόνο παύσης που αποδείχτηκαν αναγκαίες ακόμη και για μας τους θεατές που παρακολουθούσαμε με κομμένη την ανάσα. 
Τα σκηνικά είναι εντυπωσιακά κι άκρως ρεαλιστικά. Τα χαρακώματα σου προκαλούν μια πρωτόγνωρη κλειστοφοβία και οι όψεις των στρατιωτών φανερώνουν τη συμφιλίωσή τους με τον θάνατο. Άψογα στημένη και η νεκρή ζώνη με τα πτώματα των αλόγων και τους εγκλωβισμένους νεκρούς  στα συρματοπλέγματα. Μεμιάς η αίθουσα πλημμύριζε με τη δυσοσμία του μετώπου και την ανατριχιαστική μυρωδιά του μπαρουτιού από τις οβίδες που είχαν ανοίξει μεγάλους λάκκους. Η συνεχόμενη κίνηση της κάμερας που ακολουθεί τους δυο στρατιώτες στην αποστολή τους, σου δίνει την αίσθηση πως είσαι ο τρίτος αυτής της μυστικής αποστολής. Έρπεις μέσα στις λάσπες, μπλέκεις μες στα πτώματα, κρατάς τη μύτη σου για να αποφύγεις τη δυσωδία, εγκλωβίζεσαι μες στα τούνελ και χαμογελάς δειλά όταν βλέπεις τις ανθισμένες κερασιές. 
Εκεί όμως που δίνω τα εύσημα στον Σάμ Μέντες και στον βετεράνο διευθυντή φωτογραφίας Ρότζερς Ντίκινς είναι τα νυχτερινά πλάνα της ισοπεδωμένης πόλης και το παιχνίδι που κάνουν οι σκιές κάθε φορά που πέφτει μια φωτοβολίδα. Οι εφιαλτικές εικόνες, η επιβλητική μουσική και το καθηλωτικό άγχος του σεναρίου, μου πρόσφεραν μια μοναδική κινηματογραφική στιγμή για την οποία άξιζε που πήγα σινεμά να δω αυτήν την ταινία.
Κι ερχόμαστε στα αρνητικά της ταινίας. Οι δυο πρωταγωνιστές μπήκαν στο πετσί του ρόλου κι έδωσαν όμορφες ερμηνείες αλλά οι χαρακτήρες που γράφτηκαν γι' αυτούς είχαν διάφορα κενά που χαλούσαν το όλο σύνολο. 
Πρώτα απ' όλα με ενόχλησε ο κρατικός εκβιασμός όπου ένας διοικητής στέλνει έναν στρατιώτη σε μια αποστολή αυτοκτονίας με πρόσχημα να σώσει τον άλλον του αδελφό που βρίσκεται σε κάποιο άλλο τάγμα. Έκτοτε ο πρωταγωνιστής αναλαμβάνει μια αποστολή όπου πατάει πάνω στην αδελφική του αγάπη κι όχι στην πίστη του για την πατρίδα και τη σωτηρία των άλλων του συντρόφων. Από εκεί και πέρα για μένα χάνεται το αντιπολεμικό ύφος της ταινίας. 
Επίσης έχει γίνει πλέον κουραστικό να παρουσιάζονται φρικαλεότητες από τη μία μόνο πλευρά. Ειδικά στη συγκεκριμένη ταινία, οι Γερμανοί παρουσιάζονται ως το απόλυτο κακό ενώ μέσα από τις κουβέντες η χώρα τους περιγράφεται ως η επίγεια κόλαση που προσπαθεί να επεκταθεί και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Γι' αυτό το λόγο αφήνουν πίσω τους ισοπεδωμένες πόλεις, τουφεκισμένες αγελάδες, ανακατεμένα στείρα χωράφια και τουμπανιασμένα πτώματα νεκρών. Οι ίδιοι οι Γερμανοί εμφανίζονται σε ελάχιστες στιγμές σαν σκιές που ακόμη και στην ύστατη στιγμή διψάνε για αίμα και θάνατο σε αντίθεση με τους Βρετανούς που είναι αναβλητικοί κι αναζητούν άλλες λύσεις πέρα από το να σκοτώσουν κάποιον. Μόνο που με την αναβλητικότητα και την "αγνότητα" δε κερδίζεται κανένας πόλεμος. Οπότε κάπου δε μας τα λένε καλά οι μονόπλευρες αυτές πολεμικές ταινίες. 
Ένα ακόμη αρνητικό στοιχείο που φανερώνει πως η ταινία πέρα από δράση έχει μια άκρως φανατισμένη πολεμική ματιά, είναι το τραγούδι που ακούγεται προς το τέλος και που μου το σχολίασε μετά την προβολή ένας καλός μου φίλος, ο οποίος μου επεσήμανε πως οι στίχοι του έχουν θρησκευτικό κι όχι πατριωτικό χαρακτήρα και πως λέει ότι θα πεθάνετε, αλλά μη φοβάστε, θα "επιστρέψετε" στην πραγματική πατρίδα σας, τον παράδεισο, και στον πατέρα σας τον Θεό. Όπως καταλαβαίνετε, το άσμα δεν είναι ούτε ηρωικό ούτε εμψυχωτικό αλλά ένας τραγουδιστός φανατισμός προς το θάνατο. 
Εντέλει, η ταινία είναι μια άρτια πολεμική ιστορία που αξίζει να τη δει κανείς για τα καλοστημένα της πλάνα. Σου προσφέρει ένα δίωρο γεμάτο ένταση, εκρήξεις, θάνατο και θέαμα. Αλλά ως εκεί. Τίποτα παραπάνω.

Βαθμολογία: 7/10

Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2020

Στη Χίο έγινε η αρχή...


Τα χθεσινοβραδυνά γεγονότα της Χίου πέρα από ανησυχητικά, ήταν κι αναμενόμενα καθώς η σημερινή κυβέρνηση αναρριχήθηκε στην εξουσία αγκαλιάζοντας όλα τα προηγούμενα χρόνια σκοταδιστές και νεοναζί. Ο βασικός κορμός των ψηφοφόρων της Ν.Δ. δεν αντιλαμβανόταν ή δεν ήθελε να αντιληφθεί πως η φωνή της οποιαδήποτε λαϊκής δεξιάς έσβηνε κάτω από τις ιαχές των άλλοτε μακεδονομάχων κι "αγανακτισμένων" κατοίκων των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Δεν έβλεπε πως το κόμμα που υποστήριζε άλλαζε ρότα προς ακροδεξιές κατευθύνσεις. Σημαντικό ρόλο σ'αυτό έπαιξαν κι εξακολουθούν να παίζουν τα Μ.Μ.Ε. όμως αυτό δε μειώνει την ευθύνη των ψηφοφόρων.
Λίγους μήνες διακυβέρνησης της Ν.Δ. χρειάστηκαν για να γίνει αντιληπτή η εξαπάτηση της μεσαίας τάξης που είδε να χάνει το κοινωνικό της μέρισμα, των συνταξιούχων που έχασαν την 13η σύνταξη, των νυκοκοιραίων που από τέλη Απρίλη θα βλέπουν να κινδυνεύει η πρώτη τους κατοικία και των "κυρ Παντελήδων" που ανά πάσα στιγμή θα φοβούνται τα αξημέρωτα μπουκαρίσματα των αστυνομικών στα σπίτια τους. Όμως κανείς τους δε μιλάει. Είτε από σάστισμα, είτε από ντροπή, είτε από άγνοια.
Όμως οι φασίστες δε ξεχνάνε. Κι εκεί είναι που την πάτησε η νέα κυβέρνηση (παρόλο που την έχει ξαναπατήσει με την υπόθεση Μπαλτάκος - Χρυσή Αυγή). Οι πολιτικάντηδες θρέψανε ανεξέλεγκτα ένα τέρας μόνο και μόνο για να τους ανεβάσει στην εξουσία. Όμως αυτό το τέρας λειτουργεί με το νόμο της ζούγκλας. Βλέποντας πως εξαπατήθηκε, έδειξε μεμιάς τα δόντια του όχι προς τους αδύναμους και τους κατατρεγμένους αλλά απέναντι στον αφέντη που το τάιζε σανό όλα αυτά τα χρόνια.
Τα γεγονότα της Χίου ήταν η αρχή ενός νέου εφιάλτη που παίρνει σάρκα κι οστά. Ενός εφιάλτη που βλέπαμε να ρχεται αρκετό καιρό πριν. Λίγους μήνες μετά τις εκλογές του καλοκαιριού και με τις ευλογίες ενός πλήθος με πλήρης πολιτική κι ιδεολογική άγνοια, βρεθήκαμε σε ένα κωμικοτραγικό καθεστώς μιας κυβερνητικής παρωδίας. Η κυβέρνηση αυτή που ανέθρεψε τον επικίνδυνο νεοφασισμό, υποστηρίζεται πλέον μόνο από μεγαλοεπιχειρηματίες, χριστιανοταλιμπάν κι ηλίθιους έχοντας ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας να παρακολουθεί μουδιασμένο σε καθημερινή βάση τα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά της εγκλήματα. Κι όπως φαίνεται θα τα λουζόμαστε αυτά όσο το επιτρέπουμε (;)...

ΥΓ: είναι κρίμα που ένα χρόνο πριν δεν ακουγόταν ο κώδωνας του κινδύνου που έκρουαν διορατικοί συνάνθρωποί μας (ένα παράδειγμα είναι το εύστοχο σκίτσο της ανάρτησης από το πενάκι του Γιάννη Δερμετζόγλου).

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2020

Κατηγορώ...


Η φετινή χρονιά ξεκινάει με θεσσαλονικιώτικο ποδαρικό, καθώς απόλαυσα την πρώτη ταινία του '20 στην κατακόκκινη αίθουσα του κινηματογράφου Μακεδονικόν. Κι η αρχή έγινε με το αναμενόμενο "Κατηγορώ..." του Εμίλ Ζολά που μεταφέρθηκε στην μεγάλη οθόνη με την μαεστρία του Ρομάν Πολάνσκι. Έχοντας διαβάσει στα φοιτητικά μου χρόνια το σπουδαίο αυτό βιβλίο, ένιωσα μια νοσταλγία όταν έμαθα πως θα μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη. Παρακολουθώντας λοιπόν ξανά την ιστορία, συνειδητοποίησα πως θυμόμουν κάθε λεπτομέρεια της άδικης καταδίκης του λοχαγού Ντρέιφους και της μετέπειτα δίκης παρωδίας που προσπαθούσε να κρύψει τις αδυναμίες των υψηλά ιστάμενων αξιωματικών του γαλλικού στρατού εις βάρος ενός αθώου πολίτη. 
Για όσους δεν έτυχε να διαβάσουν το σπουδαίο αυτό βιβλίο, θα συνοψίσω την υπόθεση που μας γυρνάει στο 1895, όπου ένας νεαρός και πολλά υποσχόμενος λοχαγός, ο Άλφρεντ Ντρέιφους, κατηγορείται για κατασκοπεία υπέρ της Γερμανίας και καταδικάζεται σε ισόβια κάθειρξη στο Νησί του Διαβόλου. Στην ταπεινωτική διαδικασία αφαίρεσης των αστεριών και λοιπών συμβόλων του λοχαγού Ντρέιφους, υπήρξε μάρτυρας ο εκπαιδευτής του Ζορζ Πικάρ, ο οποίος στη συνέχεια προάγεται στη μονάδα αντικατασκοπίας. Με την ανάληψη της νέας του αρμοδιότητας θα ανακαλύψει πως εξακολουθούν να διαρρέουν μυστικές πληροφορίες στους Γερμανούς. Ξετυλίγοντας το κουβάρι των αποδεικτικών στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν για να καταδικαστεί ο Ντρέιφους, θα συναντήσει αρκετές μηχανορραφίες άλλων αξιωματικών που προσπαθούν να σβήσουν τα λάθη που έκαναν στην πρώτη δίκη. Οι αποκαλύψεις θα δημιουργήσουν ένα επικίνδυνο δίλημμα στον νέο διοικητή της αντικατασκοπίας καθώς έρχεται στη δύσκολη θέση να επιλέξει μεταξύ της ηθικής και της πατρίδας από την μια  και με το συμφέρον και τις προσδοκίες των αξιωματικών του γαλλικού στρατού από την άλλη. Τελικά επιλέγει τον ηθικό δρόμο παρόλο που γνωρίζει πως η στάση του αυτή μπορεί να του στοιχίσει την καριέρα αλλά και τη ζωή.  
Η ταινία ξεκινάει κατευθείαν με την καταδίκη του λοχαγού Ντρέιφους. Οι λεπτομέρειες των πρώτων πλάνων φανερώνουν μια ενδελεχής μελέτη των λιθογραφιών εκείνης της εποχής που παρουσίαζαν το ιστορικό γεγονός, ειδικά το πλάνο που δείχνει τη καταστροφή του σπαθιού πάνω στο πόδι του αξιωματικού που σκίζει τα παράσημα και τα σήματα από τη στολή του Ντρέιφους. Σε συζητήσεις που ακολουθούν αποκαλύπτεται πως η καταδίκη αυτή πατούσε πάνω στην αντισημιτική στάση που επικρατούσε στη γαλλική κοινωνία αλλά και στα σώματα του γαλλικού στρατού. 
Καθ'όλη τη διάρκεια της ταινίας κυριαρχεί η ερμηνεία του Ζαν Ντιζαρντέν στο ρόλο του αξιωματικού Ζορζ Πικάρ, ο οποίος κερδίζει επάξια τις εντυπώσεις. Η μεταστροφή του από αμετανόητος αντισημίτης σε υποστηρικτή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας είναι άκρως συγκινητική και σε παρασέρνει σταδιακά κατά τη διάρκεια της ταινίας. Κι αυτό γίνεται εμφανές καθώς όσο προχωράει η ταινία τόσο πιο πολύ μαλακώνει η στάση του κι επανέρχεται η ανθρώπινη υπόστασή του. Κομβικό σημείο της μεταστροφής του είναι η στιγμή που παίζει πιάνο στο διαμέρισμά του αφού πρώτα το βρήκε άνω κάτω από τις έρευνες των γαλλικών αρχών. Είναι η στιγμή που αισθάνεται πως είναι μόνος εναντίον όλων μόνο και μόνο επειδή αγωνίζεται για το δίκαιο. 
Το ενδιαφέρον στην όλη ιστορία είναι πως ο πραγματικός πρωταγωνιστής της ιστορίας, ο Άλφρεντ Ντρέιφους τοποθετείται στο περιθώριο καθώς ο σκηνοθέτης επικεντρώνεται στον αντισημίτη αξιωματικό Ζορζ Πικάρ που ξεδιαλύνει σιγά σιγά την υπόθεση. Παρόλο όμως που ο Ντρέιφους βρίσκεται στο Νησί του Διαβόλου, η παρουσία του είναι αισθητή σε κάθε πλάνο και σε κάθε διάλογο. Επίσης είχε μεγάλο ενδιαφέρον η παρουσίαση των μεθόδων αντικατασκοπίας εκείνης της εποχής καθώς ήταν η πρώτη φορά που άρχισαν να χρησιμοποιούνται οι φωτογραφικές μηχανές και τα τηλέφωνα.
Η ταινία μου έδωσε την αίσθηση μιας έντονης συναισθηματικής φόρτισης στην μάχη του ανθρώπου ενάντια στο σύστημα που πολλές φορές είναι άδικο, ύπουλο κι απάνθρωπο. Ίσως αυτό να οφείλεται στη σκηνοθετική πινελιά του ίδιου του Ρομάν Πολάνσκι, ο οποίος δεκαετίες τώρα διώκεται από την αμερικανική δικαιοσύνη για απόπειρα βιασμού. 
Έπειτα ο Πολωνός σκηνοθέτης πατάει πάνω σε ένα στιβαρό σενάριο που βασίστηκε στο βιβλίο του Ρόμπερτ Χάρις "An Officer and a Spy" το οποίο στηρίχτηκε στο ιστορικό βιβλίο του Εμίλ Ζολά. Επίσης είχε ένα πλούσιο καστ ηθοποιών με καλοδουλεμένους διαλόγους. Με μια στρωτή κι άκρως ενδιαφέρουσα περιγραφή, μας παρουσιάζει ένα δικαστικό θρίλερ που όσο προχωράει η ώρα τόσο εντείνεται η αγωνία για την τελική έκβαση της μάχης της ανθρώπινης συνείδησης τόσο απέναντι σε κάθε μορφή κρατικής εξουσίας όσο και στον εθνικισμό που εκκολάπτεται κρυφά στη ψυχολογία των μαζών. Γι' αυτό το λόγο παρουσιάστηκε με μεγάλη ένταση το άρθρο "Κατηγορώ" του Εμίλ Ζολά στην ταινία. Ένα άρθρο που του στοίχισε ένα χρόνο φυλάκισης και πρόστιμο τρεις χιλιάδες φράγκα. Ίσως και τη ζωή του καθώς ο σπουδαίος αυτός Γάλλος συγγραφέας βρέθηκε νεκρός λόγω δηλητηρίασης από το τζάκι του παρόλο που πολλοί μιλούν πως έπεσε θύμα των πολέμιων του Ντρέιφους. 
Το "Κατηγορώ..." επανέρχεται σε μία περίοδο που ο εθνικισμός έχει φουντώσει ξανά στην Ευρώπη και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Δυστυχώς όμως το αντιλαμβάνεται μία μικρή μερίδα του λαού καθώς η πλειοψηφία έχει παρασυρθεί στο χειμαρρώδες μίσος που έχει αρχίσει να καταπνίγει πάλι ιδανικά κι αξίες που απ' ότι φαίνεται δεν κατάφεραν να μακροημερεύσουν στην Γηραιά Ήπειρο. Παρά την παλιομοδίτικη περιγραφή της, η ταινία βλέπεται με αμείωτο ενδιαφέρον ικανοποιώντας και τον πιο απαιτητικό κινηματογραφόφιλο. 

Βαθμολογία: 7/10

Τρίτη, 7 Ιανουαρίου 2020

Οι καλύτερες ταινίες του 2019



Δε περίμενα πως μετά από ένα άκρως απογοητευτικό '18 θα ακολουθούσε μια πλούσια κινηματογραφική χρονιά. Ίσως θα πρεπε να το είχα υποψιαστεί καθώς η δική μου καλύτερη ταινία της περασμένης χρονιάς ήταν αυτή με την οποία έκανα ποδαρικό στις σκοτεινές αίθουσες της Αθήνας.
Παρόλα αυτά για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά, απογοητεύτηκα οικτρά με το νικητή του Χρυσού Φοίνικα "Παράσιτα" (με δυσκολία το βαθμολογώ 3/10) και με το βραβευμένο με τη Χρυσή Άρκτο "Συνώνυμα" (έφυγα απηυδισμένος στο διάλειμμα της προβολής) ενώ το Πράσινο Βιβλίο που κέρδισε το όσκαρ καλύτερης ταινίας θα το χαρακτήριζα γλυκανάλατο καθώς κινήθηκε στα συνηθισμένα χολυγουντιανά πλαίσια (πιστεύω πως η Παρείσφρηση το άξιζε περισσότερο) και το βραβευμένο με τον Χρυσό Λέοντα "Joker" με απογοήτευσε σε ουσιώδεις λεπτομέρειες στις οποίες αν ο σκηνοθέτης Τοντ Φίλιπς δε λάκιζε θα πρόσφερε σίγουρα ένα αξιοπρόσεκτο έργο. Τέλος θέλω να ομολογήσω πως είδα και την πιο εμετική ταινία των τελευταίων χρόνων, τα "Άγρια Αγόρια" για την οποία δε θα θελα να προσθέσω τίποτα παραπάνω πέρα από τον επιεική χαρακτηρισμό "άθλια".
Προσπερνώντας όμως τις απογοητευτικές βραβεύσεις, ομολογώ πως η χρονιά ήταν εντυπωσιακή κι αυτό φαίνεται στις βαθμολογήσεις των ταινιών που επέλεξα να τοποθετήσω στις δέκα καλύτερες ταινίες της χρονιάς που έφυγε. Επίσης είναι κρίμα να μην αναφερθώ έστω κι εδώ σε ταινίες που δεν τοποθέτησα στη δεκάδα αλλά θα άξιζε να τις δει κανείς όπως το τσέχικο "Εγώ η Όλγα", το σλοβάκικο ο "Διερμηνέας" καθώς και το εξαιρετικό ρωσικό "Εξόριστος Συγγραφέας". Κι αφού κατεύνασα τις ενοχές μου για τις παραπάνω προτάσεις, συνεχίζω με τις δέκα καλύτερες ταινίες της χρονιάς (για περισσότερη κριτική, πατήστε πάνω στους τίτλους των ταινιών).



10. Μη χαμηλώνεις το βλέμμα


Η νέα ταινία του Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ ξεδιπλώνει την καλλιτεχνική πορεία του γνωστού Γερμανού καλλιτέχνη Γκέρχαρντ Ρίχτερ ενώ παράλληλα έχει μια ενδιαφέρουσα σπουδή στα καλλιτεχνικά κινήματα εκείνων των ημερών. Μάλιστα η στάση του σκηνοθέτη απέναντι στη καλλιτεχνική πρωτοπορία με βρίσκει απολύτως σύμφωνο. Στο "Μη Χαμηλώνεις το Βλέμμα" η Ιστορία και η Τέχνη συνυπάρχουν διαρκώς δείχνοντας το πόσο πολύ επηρεάζει η μια τη πορεία της άλλης. Μια κινηματογραφική προσπάθεια που έχουμε συναντήσει κι άλλες φορές, στις οποίες ξεδιπλώνεται ο κόσμος της Τέχνης έχοντας ως σημείο αναφοράς κάποιον καλλιτέχνη. Για μένα η συγκεκριμένη ταινία ανήκει σε ένα κινηματογραφικό είδος που έχει ένα αξιόλογο και πιστό κοινό.
Βαθμολογία 7/10



9. Ο Έκπτωτος


Να λοιπόν που τα τελευταία καλοκαίρια έχουν αποκτήσει ισπανικό αέρα καθώς έχουμε συνηθίσει το πέρασμα αξιόλογων παραγωγών της ιβηρικής χερσονήσου από τους θερινούς μας κινηματογράφους. Μετά το "Μικρό Νησί", το "Κανείς δεν Μπορεί να μας Σώσει" και την "Οργή ενός Υπομονετικού Ανθρώπου" ήρθε κι η σειρά ενός ισπανικού πολιτικού θρίλερ να μας καθηλώσει στις όχι και τόσο βολικές καρέκλες των θερινών. Ο "Έκπτωτος" είναι ένα θρίλερ που έχει όλα όσα ζητάει ένας απαιτητικός θεατής αυτού του κινηματογραφικού είδους. Γρήγοροι ρυθμοί που δε σ' αφήνουν λεπτό να πάρεις ανάσα, καλοδουλεμένες προσωπικότητες με τα τρωτά τους σημεία και υποβλητικά πλάνα που δένουν με αγχωτική μουσική. Η συγκεκριμένη ταινία με ενθουσίασε για αρκετούς λόγους. Πρώτα απ' όλα ήταν οι εξαιρετικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών και συγκεκριμένα του Αντόνιο ντε λα Τόρε που πλέον έχει γίνει γνωστή φυσιογνωμία στο ελληνικό κινηματογραφόφιλο κοινό. Επίσης τα γυρίσματα είναι καλοδουλεμένα αν και σε πολλά σημεία σου δίνουν την αίσθηση τηλεοπτικής παραγωγής. Οι διάλογοι δεν ανήκουν στο δυνατό σημείο της ταινίας αν κι εκεί που χρειάζονται να ειπωθούν κάποια λόγια, παίρνουν άριστα με τόνο. Ο "Έκπτωτος" είναι ένα διαχρονικό πολιτικό θρίλερ και θα παραμείνει όσο επιλέγουμε απατεώνες να διοικούν τους τόπους και τα κράτη μας. Δεν είναι τυχαίο πως μετά από τα πρώτα λεπτά της ταινίας είχα την αίσθηση πως παρακολουθούσα μια ελληνική υπόθεση. Εξάλλου η Ελλάδα δεν έχει να ζηλέψει την Ισπανία σε υποθέσεις σκανδάλων.
Βαθμολογία: 8/10



8. Η Στολή του Λοχαγού


Η Στολή του Στρατιώτη μπορεί να χαρακτηριστεί αντιπολεμική, θρίλερ, δράμα αλλά και μαύρη κωμωδία. Δε ξέρω ποιο να πρωτοδιαλέξω. Σίγουρα όμως μπορώ να πω πως είναι μία πετυχημένη μίξη όλων των παραπάνω ειδών που προσφέρουν μια εξαιρετική αφορμή για συζήτηση και προβληματισμό. Η ταινία περιγράφει με λιτό και σκληρό τρόπο το απάνθρωπο πρόσωπο του φασισμού αλλά και την αποκτήνωση του ανθρώπου όταν βρίσκεται σε θανάσιμο κίνδυνο. Με σταθερό ρυθμό παρουσιάζεται η αποσάθρωση κάθε νόμου και λογικής, παρομοιάζοντας την σήψη εκείνων των ημερών με την σημερινή πολιτική παρακμή όπου ο νεοφιλελευθερισμός κάνει τα στραβά μάτια, δίνοντας έδαφος στο ρίζωμα του φασισμού. Η δίκη παρωδία φανερώνει πως κάθε καθεστώς έχει ανάγκη τον φασισμό. Τον καμουφλάρει, τον κρύβει ή του αλλάζει όψη μόνο και μόνο για να τον διατηρήσει σε κάποια μελλοντική χρήση. Τέλος η ταινία φανερώνει την τρέλα που προκαλεί η εξουσία σε όσους την κατέχουν. Μια τρέλα που εντείνεται ανάλογα με την εξύψωση του κάθε ατόμου. Όσο πιο πάνω ανεβαίνει κανείς τόσο πιο πολύ χάνει τα λογικά του. Όπως ο νεαρός που μετατρέπεται μέσα σε μία στιγμή από απλός φαντάρος που έχει λιποτακτήσει σε σημαντικό λοχαγό που του έχει ανατεθεί μία μυστική αποστολή από τον ίδιο τον Χίτλερ. Κλείνοντας θα ήθελα να αναφερθώ στους ευφάνταστους τίτλους τέλους που έκαναν αρκετούς από τους θεατές να μείνουν στις θέσεις τους ως το τέλος. Ο φασισμός δεν νικήθηκε κι ούτε εξαφανίστηκε αλλά εξακολουθεί να περιφέρεται στις πόλεις μας. Ναι μεν ορατός αλλά δύσκολα αναγνωρίσιμος από ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας. Η συγκεκριμένη πρωτότυπη ιδέα προσθέτει επιπλέον πόντους σ' αυτήν την ταινία.
Βαθμολογία: 8/10



7. Στην Πύλη της Αιωνιότητας


Έχουν γυριστεί αρκετές ταινίες για τη ζωή και το έργο του Βίνσεντ Βαν Γκογκ. Μια πλούσια συλλογή που προσφέρει μέσα από διαφορετικά πρίσματα την μοναδικότητα αυτής της προσωπικότητας. Από την αξεπέραστη ερμηνεία του Κέρκ Ντάγκλας το 1956 με την ταινία "Η ζωή ενός ανθρώπους" στον αριστουργηματικό ζωντανό πίνακα του "Loving Vincent" που απολαύσαμε πριν από δύο χρόνια στις κινηματογραφικές αίθουσες. Τι άλλο θα μπορούσαμε να δούμε λοιπόν για την μυθιστορηματική ζωή αυτού του ανθρώπου; Η απάντηση δίνεται στην τελευταία ταινία όπου ανακαλύπτουμε με ιδιαίτερη μαεστρία τον εσωτερικό κόσμο του Ολλανδού ζωγράφου. Ο σκηνοθέτης Τζούλιαν Σνάμπελ προσπαθεί με ένα άκρως πειραματικό τρόπο να προσεγγίσει τον τρόπο με τον οποίο ο Βαν Γκογκ έβλεπε κι ανέλυε τον κόσμο γύρω. Προσπερνώντας λοιπόν τις ιστορικές αναφορές που κάθε άλλη κινηματογραφική βιογραφία θα χε, η ταινία επικεντρώνεται στο άγχος του καλλιτέχνη κατά τη διάρκεια αναζήτησης πηγών έμπνευσης, στην επιθυμία του να δημιουργήσει και στην ανάγκη του να αλληλεπιδράσει με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Η ταινία καταφέρνει επιτυχώς να περιγράψει την εικόνα του κόσμου μέσα από τα μάτια και την ψυχή του Βαν Γκογκ, φανερώνοντάς μας τα μονοπάτια που μόνος του περπάτησε για να καταφέρει εντέλει να δει την όψη της αιωνιότητας αντικρύζοντας τα ηλιοβασιλέματα και τα υπέροχα τοπία. Ένα χάρισμα μοναδικό που προσπάθησε να αιχμαλωτίσει μέσα από τους πίνακές του και να το δείξει στον κόσμο παρόλο που κανείς δεν μπορούσε τότε να το κατανοήσει. Γι' αυτόν τον λόγο δεν έγινε αποδεκτός. Καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας κυρίαρχο στοιχείο παραμένει η εικόνα κι ακολουθεί ο λόγος του ζωγράφου, ο οποίος σαν σκέψη έρχεται και ντύνει τη μεθυστική ατμόσφαιρα, ο οποίος λιτός κι ουσιώδης, σκιαγραφεί καλύτερα την προσωπικότητα του ζωγράφου. Παράλληλα η κίνηση της κάμερας είναι απότομη και κοφτή, σαν να αντιγράφει τις πινελιές του Βαν Γκογκ, ο οποίος επιθυμούσε να ζωγραφίζει με ένταση κι όχι με ηρεμία κι απαλότητα. Η Πύλης της Αιωνιότητας είναι μια ταινία που ξεφεύγει από τα συνηθισμένες βιογραφικές ταινίες. Από την μια γίνεται δυσνόητη και φλύαρη για μη εξοικειωμένο κοινό αλλά από την άλλη αναδεικνύει με τρυφερότητα την μαγεία της δημιουργίας που μόνο ένας ζωγράφος-σκηνοθέτης θα μπορούσε να προσφέρει.
Βαθμολογία: 8/10



6. Μια Προσωπική Ιστορία


Η προβολή της νέας ταινίας των αδελφών Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι ήταν μια από τις σημαντικότερες κινηματογραφικές στιγμές της χρονιάς. Το ότι είναι η τελευταία ταινία που γυρίζεται από τους δυο σπουδαίους Ιταλούς δημιουργούς, της δίνει περισσότερη αξία. Σημαντικό ρόλο στη σπάνια ομορφιά της ταινίας, έπαιξαν οι ταιριαστές ερμηνείες των ηθοποιών όπου επικρατεί ένας λιτός ρεαλισμός χωρίς ιδιαίτερες υπερβολές. Οι δυο σπουδαίοι Ιταλοί δημιουργοί εστιάζουν κυρίως στα βλέμματα των ηρώων και στις νευρικές κινήσεις των χεριών τους. Ο τρόπος που καπνίζει ο πρωταγωνιστής διαφέρει ανάλογα με τη συναισθηματική του έξαρση. Παρατηρώντας τις ερμηνείες των προσώπων δε ξέρεις που τελειώνει η μαεστρία των δημιουργών και που αρχίζει ο αυτοσχεδιασμός των ηθοποιών. Ένα στοιχείο που προσδίδει μια θεατρική διάθεση στο έργο. Το «Μια Προσωπική Ιστορία» είναι ένα μείγμα πολεμικού δράματος, ρομαντικής ιστορίας και πολιτικής ανάλυσης που όλα μαζί σχηματίζουν μια αυθεντική περιπέτεια στην καρδιά της Ιταλίας. Για μία ακόμη φορά οι Ταβιάνι βρίσκουν τον τρόπο να ενώσουν πτυχές της ιταλικής ιστορίας, μνήμες που έζησαν και γεγονότα που άκουσαν και διάβασαν και να τα παρουσιάσουν σε μια ελκυστική συναισθηματική διαδρομή όπου πολλές μικρές προσωπικές ιστορίες δημιουργούν την μεγάλη ιστορία ενός λαού. Ένας αέναος κύκλος γεμάτος συναισθηματικά αδιέξοδα και δύσκολες λύσεις, παρουσιάζοντας με άκρως γοητευτικό τρόπο τον αληθινό άθλο που λέμε ζωή. Η τελευταία ταινία των αδελφών Ταβιάνι είναι ο πιο γλυκόπικρος επίλογος που θα μπορούσαν να μας προσφέρουν. Βαθμολογία: 8/10



5. Το Πορτραίτο της Γυναίκας που Φλέγεται


Η νέα ταινία της Σελίν Σιαμά με μάγεψε απρόσμενα. Τα κάδρα είναι εκπληκτικά δίνοντας την αίσθηση πως παρατηρούμε φωτισμένες μορφές πινάκων του Ρούμπενς. Τα δωμάτια είναι άδεια έχοντας μόνο τα απαραίτητα στοιχεία που μπορούν να συνοδεύσουν τις παρουσίες των πρωταγωνιστριών, δημιουργώντας μια άψογη ισορροπία που σπάνια συναντάς σε κινηματογραφικά έργα. Τα χρώματα απαλά και ζεστά, σε υπνωτίζουν και σταματούν το χρόνο. Χάνεσαι μέσα στην άδεια έπαυλη κι ανασαίνεις στον ανοιχτό ορίζοντα της θάλασσας. Αισθάνεσαι τη δροσιά του κύματος που σκάει μπροστά σου κι ανασαίνεις ευλαβικά. Επίσης μου άρεσε πολύ που ο ανεκπλήρωτος έρωτας των γυναικών συσχετίζεται με τον μύθο του Ορφέα που χάνει την Ευρυδίκη του για πάντα. Διαβάζοντας την ιστορία οι δυο κοπέλες μαζί με την υπηρέτρια, δίνουν μια άλλη έννοια στον μύθο. Δε θεωρούν αδυναμία του Ορφέα το λάθος του να χάσει για πάντα την Ευρυδίκη αλλά επιθυμία του καθώς ο ήρωας επίλεξε τελικά να φυλάξει καλά μέσα στη μνήμη του την εικόνα της ερωμένης που είχε κάποτε. Η συναισθηματική φόρτιση της ιστορίας αυτής αλλά και του ανεκπλήρωτου έρωτα των δύο γυναικών δένει εξαιρετικά με το έργο Storm από τις Τέσσερις Εποχές του Βιβάλντι. Παίζουν οι νότες και πάλλονται τα εσώψυχά μας. Η ταινία μπορεί να συγκαταλεγεί απευθείας στις κλασικές διαχρονικές αξίες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Οι εξαιρετικές ερμηνείες, οι υπέροχες φωτογραφίες, η ζωγραφική, η μουσική, τα κοντινά κάδρα στα μάτια και η έκφραση των προσώπων συνθέτουν ένα μοναδικό έργο τέχνης.
 Βαθμολογία: 8/10



4. Ο Μπουνιουέλ στο Λαβύρινθο με τις Χελώνες


Ο "Μπουνιουέλ στο Λαβύρινθο με τις Χελώνες" είναι ένα animation ώριμο, ειλικρινές, αυστηρό, γλυκόπικρο και ουσιώδες. Είναι ένας ύμνος για την Τέχνη που έχει στραμμένη την προσοχή της στον άνθρωπο κι όχι στον ναρκισσισμό του κάθε καλλιτέχνη.Αυτό που επίσης με εντυπωσίασε από την ταινία ήταν τα πολύ όμορφα σχέδια που βασιζόντουσαν σε γήινα χρώματα και λιτές γραμμές. Μόνο τα όνειρα αποκτούσαν ένα πιο μουντό και ψυχρό χρώμα. Όπως επίσης βρήκα εκπληκτική την ιδέα να μπλέκουν τα πλάνα του ντοκιμαντέρ με τα σχέδια που παρουσίαζαν τις στιγμές των γυρισμάτων. Ήταν τρομερό το πόσο πολύ είχαν πετύχει τις μορφές των πραγματικών προσώπων. Τέλος, ομολογώ πως η μουσική του Arturo Cardelus είναι ότι πιο ονειρικό και ταξιδιάρικο έχω ακούσει τα τελευταία χρόνια στις σκοτεινές αίθουσες. 
Βαθμολογία: 9/10



3. Οροσειρά των Ονείρων


Έχω επισημάνει πολλές φορές πως τα σπουδαιότερα έργα εισέρχονται ταπεινά κι αθόρυβα στις κινηματογραφικές αίθουσες. Το θεματολογικό ήθος αυτών των έργων που βασίζεται στην ειλικρινή δημιουργικότητα των σκηνοθετών τους, συμπυκνώνεται καθ'όλη τη διάρκεια προβολή τους χωρίς να χει την ανάγκη μαρκετίστικων τυμπανοκρουσιών. Κουβαλώντας ήδη το βραβείο καλύτερου ντοκιμαντέρ στο φεστιβάλ των Καννών, η νέα ταινία του πολυαγαπημένου Χιλιανού σκηνοθέτη Πατρίσιο Γκούζμαν έκανε το πέρασμά της από το φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας. Είχα την τύχη να το δω στη κατάμεστη αλλά άκρως σιωπηλή αίθουσα του Δαναού. Μέσα σε μιάμιση σχεδόν ώρα ένιωσα πως όλο το κοινό είχε μπει στην ίδια συναισθηματική έκσταση. Μία κατάσταση που μόνο ο Πατρίσιο Γκούζμαν μπορεί να προσφέρει με τον άρτιο δοκιμιακό του λόγου και την άκρως μαγευτική του φωνή, πλαισιωμένα και τα δύο με την ονειρική μουσική του συγκροτήματος Miranda y Tobar. Η συγκεκριμένη προβολή υπήρξε για μένα μία από τις σπάνιες στιγμές συναισθηματικής έκρηξη. Ένα σφίξιμο στο στήθος κι ένα κόμπο στο λαιμό που δε μ' άφηναν να αναπνεύσω. Κι ενώ βούλιαζα στην αναπαυτική καρέκλα του κινηματογράφου, τα μάτια μου χανόντουσαν στα απέραντα τοπία των Άνδεων και το μυαλό μου άνοιγε ένα σωρό μικρές καταπακτές μέσα απ'τις οποίες ξεχυνόταν ένα σμήνος σκέψεων και συναισθημάτων. Η κατάσταση αυτή δεν προκλήθηκε αστραπιαία (αν και στο Νοσταλγώντας το Φως εντείνεται από τη πρώτη νότα της μουσικής), αλλά έρχεται με έναν αγνό κι ευγενικό τρόπο. Εκείνο το βράδυ στον Δαναό βρέθηκα απροετοίμαστος σ' αυτό που θα ζούσα, κι αυτός είναι ένας σημαντικός λόγος που θεώρησα πως η συγκεκριμένη προβολή, μου έχει μείνει ήδη αξέχαστη.Για μένα η συγκεκριμένη συναρπαστική τριλογία κλείνει με μια ανεξέλεγκτη έκρηξη συναισθημάτων. 
Βαθμολογία: 9/10



2. Πόνος και Δόξα


Η τελευταία ταινία του Πέδρο Αλμοδοβάρ είναι ένας ύμνος για τις μνήμες των παιδικών μας χρόνων που σβήνουν απαλά. Ξεθωριάζουν και γίνονται πιο λαμπρές προκαλώντας μας έναν ελαφρύ πόνο στο στήθος κάθε φορά που ανατρέχουμε σ' αυτές. Επίσης είναι ένας καημός για τις κουβέντες που δε καταφέραμε ποτέ να κάνουμε με τους γονείς μας. Αυτά τα μυστικά που δεν ειπώθηκαν ποτέ και με τον καιρό έγιναν βαρίδια στη ψυχή του καθενός. Είναι ένα μοιρολόι για τους έρωτες που περνούν, στιγματίζουν κι έπειτα χάνονται αφήνοντας ένα γλυκό πόνο στη καρδιά. Μία λυρική σπονδή στη συμφιλίωση μας με τα φαντάσματα του παρελθόντος. Όσον αφορά τον Αντόνιο Μπαντέρας, θεωρώ πως ήταν η καλύτερη ερμηνεία στην οποία των έχω παρακολουθήσει. Σοβαρός, μαζεμένος, ανασφαλής, γοητευτικός, ώριμος, αυτοκαταστροφικός, ειλικρινής και συναισθηματικός. Σε κάθε πλάνο ανταποκρινόταν εκπληκτικά. Ήταν απίστευτα πειστικός στις σκηνές που ήταν μαστουρωμένος. Ένιωθες έντονα το πνίξιμό του σε κάθε συναισθηματική έξαρση. Άκρως ανθρώπινη και συγκινητική η συνάντηση με τον πρώην εραστή του. Οι ανθρώπινες σκέψεις, το ζεστό ενδιαφέρον, ο φόβος της ερωτικής απάρνησης όλα αυτά συσσωρευμένα σε μικρές μισοσκότεινες στιγμές όπου οι φωνές ακούγονται ως ψίθυροι και τα συναισθήματα αναβλύζουν ανεξέλεγκτα μέσα από τα βλέμματα. Και φυσικά δε μπορώ να παραβλέψω την ονειρική μουσική του Alberto Iglesias. Αυτή η παρόμοια μελωδία που με στοιχειώνει από το αριστουργηματικό "Όλα για τη Μητέρα μου". Μία μουσική που την έχω συνδυάσει με τους άδειους νυχτερινούς δρόμους των μεγαλουπόλεων, με τα σκοτεινά δωμάτια των διαμερισμάτων όπου οι μορφές και τα αντικείμενα φωτίζονται από τους στύλους του δρόμου και τα διερχόμενα αυτοκίνητα.
Βαθμολογία: 9/10



1. Άγρια Αχλαδιά


Η Άγρια Αχλαδιά είναι ένα ακόμη συγκλονιστικό έργο που συνεχίζει επάξια την εκπληκτική κληρονομία που έχουν αφήσει το "Κάποτε στην Ανατολία" και η λατρεμένη "Χειμερία Νάρκη".Αυτή τη φορά, ο Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν μας ταξιδεύει στους άγνωστους κι άγριους τόπους του Τσανάκκαλε. Στα ξεχασμένα ορεινά χωριά των Δαρδανελλίων όπου επιστρέφει ο νεαρός Σινάν μετά τις σπουδές του. Έχοντας φύγει λίγα χρόνια από τους συντηρητικούς κι ασφυκτικούς κοινωνικούς κύκλους της κλειστής κοινωνίας των μικρών πόλεων, συνειδητοποιεί πως η θέση του δεν βρίσκεται εκεί. Νιώθει ξένος μέσα στο σπίτι του και στις παιδικές του παρέες. Αφήνει πίσω του παλιούς παιδικούς φίλους κι ανολοκλήρωτους έρωτες και περιφέρεται ανάμεσα στην πόλη και στο χωριό των γονιών του αναζητώντας κάτι που ακόμη κι ο ίδιος δεν έχει ακόμα προσδιορίσει. Ο Σινάν εκπροσωπεί επάξια τη νέα γενιά που θέλει να αλλάξει τον κόσμο αλλά φοβάται να αλλάξει τον εαυτό της. Αποτραβηγμένη από τα βαρίδια του παρελθόντος φοβάται να κάνει το επόμενο βήμα προς το μέλλον διότι δεν έχει μάθει να παίρνει αποφάσεις, να αγωνίζεται, να κυνηγά το όνειρο αλλά και να αποδέχεται με θάρρος την ευθύνη των πράξεων της. Μια γενιά που βουλιάζει μες στην ανασφάλεια και την ανόητη αντίδραση. Μια γενιά που έχει εγκλωβιστεί στο σκοτεινό παρόν μας και θα εξαφανιστεί μεμιάς όταν περάσει από τη μια στιγμή στην άλλη στο παρελθόν. Η οικογένεια του Σινάν είναι το αδιάφορο βλέμμα της κοινωνίας που έχει μάθει να κρίνει αλλά όχι να κρίνεται. Του συνόλου που κρύβει τα λάθη του ρίχνοντας τις ευθύνες στους αδύναμους. Κι ο πατέρας συμβολίζει το αγνό παρελθόν που σβήνει μες στην ταπεινότητά του, με βλέμμα θλιμμένο καθώς η αξιοπρέπεια που κουβαλά δεν του επιτρέπει να ζητήσει βοήθεια επιβίωσης. Παραμένει ακόμα ορατός μόνο σε όσους μπορούν να δουν κι όσους προλάβουν να δουν πριν το παρελθόν σβήσει οριστικά. Ο Σινάν είναι η Τουρκία αλλά κι η Ελλάδα που έχουν εγκλωβιστεί σε ένα πλούσια φορτωμένο παρελθόν και δεν μπορούν να ανοίξουν τα φτερά τους προς ένα καλύτερο μέλλον. Εγκλωβίζονται και μένουν στάσιμοι κάτι που οδηγεί σε καθεστωτικές καταστάσεις. Η αδιαφορία, η νευρικότητα, η πνευματική νέκρωση κι η οργή είναι καταστάσεις που επισπεύδουν τον ερχόμενο σκοταδισμό. Ο Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν μας προσφέρει ένα ακόμη αριστούργημα με πλάνα που μαγεύουν όπου μπλέκονται υπέροχα γήινα χρώματα μέσα στη γαλήνη που μόνο η φύση μπορεί να προσφέρει ενώ η ατμόσφαιρα ντύνεται υπέροχα με τη μυσταγωγική μουσική του Μπαχ. Η κινηματογράφησή του παραμένει η ίδια ενώ οι επιρροές του από Ταρκόφσκι, Αντονιόνι κι Αγγελόπουλο εξακολουθούν να είναι εμφανείς σε κάθε του πλάνο. Ένα ακόμη στοιχείο που με εντυπωσιάζει στο συγκεκριμένο σκηνοθέτη είναι οι επιλογές των ηθοποιών. Όλοι δένουν απόλυτα με τους ρόλους τους προσφέροντας αξεπέραστες ερμηνείες. Στη συγκεκριμένη ταινία λάτρεψα τον ρόλο του πατέρα. Η νέα ταινία του πολυαγαπημένου Τούρκου δημιουργού όχι μόνο ικανοποίησε τις προσδοκίες μου αλλά μου πρόσφερε έναν υπέροχο θησαυρό σκέψεων μέσα από ένα τρίωρο περίπατο στα μονοπάτια του Τσανάκκαλε συντροφιά με επίκαιρους και διαχρονικούς προβληματισμούς κι όνειρα που σπανίως υλοποιούνται όταν κανείς δεν τα πιστεύει και δεν επιδιώκει να τα πραγματοποιήσει. Η Άγρια Αχλαδιά είναι ένα ακόμη αριστούργημα που δυσκολεύομαι να αναλύσω διότι θέλω τόσα να πω κι άλλα τόσα να γράψω. Είναι όμως μια ταινία στην οποία εύκολα και με μεγάλη ευχαρίστηση βυθίστηκα μέσα της κι έζησα την κάθε στιγμή που μου πρόσφερε. Για μένα είναι σίγουρα η καλύτερη ταινία της χρονιάς που μόλις ξεκίνησε. 
Βαθμολογία: 9/10

Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2020

Νέα χρονιά, νέα δεκαετία, νέες προσδοκίες


Την ημέρα που γιόρταζα τα εικοστά μου γενέθλια, κυριεύθηκα από την χαρά της αλλαγή του πρώτου δεκαδικού μου ηλικιακού αριθμού. Το δύο αντικατέστησε το ένα και μεμιάς ένιωσα πως ωρίμασα αφήνοντας πίσω μου τα εφηβικά βάρη και τις παιδικές ανασφάλειες. Όταν όμως έγινα εικοσιένα με 'πνιξε το πρώτο άγχος της δικής μου δεκαετίας, έχοντας ήδη προβληματιστεί με το παράπονο ενός γνωστού μου, ο οποίος όταν έγινε τριάντα άρχισε να κλαίει για τα χρόνια που άφησε πίσω του χωρίς να τα ζήσει όπως εκείνος ήθελε.
Στο ζωή μας λοιπόν ακολουθούμε δύο δεκαετίες, την προσωπική μας η οποία συμβαδίζει με την χρονολογία γέννησής μας και την κοινή δεκαετία που μετράμε όλοι μαζί. Το '20 λοιπόν είναι μια νέα δεκαετία για όλους μας και για μένα ένας ενδιάμεσος απολογισμός των προσωπικών μου δεκαετιών. Οι προσδοκίες αρκετές αλλά κι η επίγνωση των συνθηκών είναι πιο βάσιμη κάτι που με προστατεύει από τις αιθεροβάμονες τάσεις μου. 
Σε μια λοιπόν νέα κοινή δεκαετία όπου ο κόσμος οδεύει ολοταχώς σε μια ανθρωπιστική και οικολογική καταστροφή είναι καλό να πολεμήσουμε για το ήθος, την αξιοπρέπεια και την αλληλεγγύη προσδοκώντας σε μικρές καθημερινές νίκες που θα ευφραίνουν τόσο τη δική μας όσο και των κοντινών μας προσώπων την καρδιά. 
Καλή χρονιά να χουμε λοιπόν και καλή αρχή στη νέα δεκαετία...