Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2019

Πόνος και Δόξα


Η αλήθεια είναι πως πριν μια δεκαετία θεωρούσα σημαντικό κινηματογραφικό γεγονός τις πρεμιέρες των ταινιών του Πέδρο Αλμοδόβαρ. Από το "Volver" κι έπειτα δεν με τράβηξε καμία δημιουργία του, με την καθοριστική απογοήτευση να έρχεται με το "Δέρμα που Κατοικώ". Δυστυχώς με το πέρασμα των χρόνων έπαψα να προσδοκώ κάτι αξιόλογο από τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη. Γι' αυτόν τον λόγο δεν είχα ιδιαίτερες απαιτήσεις όταν αποφάσισα να δω την τελευταία του ταινία "Πόνος και Δόξα". Να όμως που ακόμη και το μικρό καλάθι που κουβαλούσα πριν την προβολή, εκτόξευσε κι άλλο τον ενθουσιασμό που με είχε κυριεύσει κατά τη διάρκεια της αλλά κι αρκετή ώρα μετά τους τίτλους τέλους. Η τελευταία ταινία του Πέδρο Αλμοδόβαρ είναι ίσως το ομορφότερο και συνάμα πιο εσωστρεφές αριστούργημα που μας έχει προσφέρει στην μέχρι τώρα κινηματογραφική του πορεία. Αξίζει να αναφέρω πως μεγάλη μέρος της αίγλης αυτού του κινηματογραφικού ποιήματος κατέχει η εκπληκτική ερμηνεία του Αντόνιο Μπαντέρας.
Στις ταινίες του Αλμοδόβαρ έχω λατρέψει δύο δυνατά τους χαρακτηριστικά που συναντώ σε κάθε του δουλειά. Πρώτα απ' όλα το υπέροχο παιχνίδι με τα έντονα χρώματα, τα οποία με έναν αδιευκρίνιστο κανόνα που μόνο ο ίδιος κατέχει, ταιριάζουν και ισορροπούν σε κάθε κάδρο. Και φυσικά η ονειρική μουσική υπόκρουση του Alberto Iglesias. Με αυτά τα δυο στοιχεία ξεκινάει η νέα του ταινία. Ένας μυσταγωγικός χορός εντυπωσιακών χρωμάτων με την γνώριμη μελαγχολική μουσική. Μεμιάς χαλαρώνει το βλέμμα κι αφήνει το σώμα σου να βυθιστεί στο απαλό κάθισμα της σκοτεινής αίθουσας μέχρι να σου συστήσει τα πρόσωπα της ιστορίας.
Η αρχή γίνεται με το ασάλευτο σώμα του πρωταγωνιστή να προσπαθεί να ισορροπήσει στο βυθό μιας πισίνας. Μεμιάς συνειδητοποιείς την αντικοινωνική φύση του ήρωα. Την ανάγκη του για απομόνωση. Βγαίνοντας στην επιφάνεια, διακρίνουμε στο βλέμμα του μια απέραντη θλίψη. Μία κόπωση δημιουργική και συναισθηματική. Μια ασφυξία που προκαλείται από παρελθοντικά βάρη που εξακολουθεί να κουβαλάει. Πουθενά όμως δεν μαρτυρά πως υπάρχουν τάσεις υποταγής στα προβλήματα υγείας και της δημιουργικής απραξίας. Είναι σεβαστό να πέσεις αλλά είναι απαίτηση να σηκωθείς ξανά.


Στο επόμενο πλάνο, ο πρωταγωνιστής συναντάει μια γνωστή του φίλη ηθοποιό. Στο διάλογό που ακολουθεί αρχίζει να ξεδιπλώνονται τα μυστικά του παρελθόντος του. Με αφορμή μια επετειακή προβολή κάποιου σημαντικού του έργου, θα συναντηθεί ξανά με έναν παλιό συνεργάτη που είχαν τσακωθεί με αφορμή την ερμηνεία του δεύτερου στο έργο που ο πρωταγωνιστής είχε σκηνοθετήσει. Η αναπόληση του παρελθόντος υπό την επήρεια ναρκωτικών θα φέρει κοντά ξανά τους δύο φίλους. Όμως το σμίξιμό τους θα αποδειχτεί δίκοπο μαχαίρι για τον πρωταγωνιστή. Από τη μια του δίνεται μια ώθηση να δημιουργήσει ξανά αλλά από την άλλη τον παρασέρνει στον ύπουλο κόσμο της ηρωίνης. Οι αναποδιές που θα ακολουθήσουν κι οι υποχωρήσεις που εκείνος θα κάνει για διορθώσει τα λάθη του παρελθόντος, θα του φέρουν έξω από την πόρτα έναν παλιό του έρωτα. 
Οι συναισθηματικές εξάρσεις, τα δημιουργικά αδιέξοδα κι η αμφιβολία του αύριο καθώς δε ξέρει που θα τον οδηγήσει η ταλαιπωρημένη του υγεία, θα αναγκάσουν τον πρωταγωνιστή να κάνει μια αναδρομή στα γεγονότα του παρελθόντος και συγκεκριμένα στα παιδικά του χρόνου όπου διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα του. Οι ξέγνοιαστες στιγμές στο ποτάμι, η ανέμελη ζωή στη φτώχεια, η αναγκαστική εγγραφή του στο θρησκευτικό σχολείο κι ο πρώτος του έρωτας. Μικρές πινελιές οι οποίες μας θυμίζουν αποσπάσματα από τις παλιές του ταινίας όπως το "Κακή Εκπαίδευση". Μέσα απ' αυτές τις παρελθοντικές βόλτες θα παρατηρήσουμε την αδιάφορη σχέση που είχε ο πρωταγωνιστής με τον πατέρα του καθώς εκείνος δούλευε όλη μέρα. Ένα κενό που καλύφθηκε με την ατέρμονη αγάπη που ένιωθε με την μάνα του. Παράλληλα παρακολουθούμε τα πρώτα του ερωτικά σκιρτήματα όπου συνειδητοποιεί την ομοφυλοφιλία του. Μέσω αυτής της ψυχικής ενδοσκόπησης θα επανέλθει στον πρωταγωνιστή η δημιουργική διάθεση που είχε χάσει.


Ξεκινώντας με το έργο του Πέδρο Αλμοδόβαρ, ομολογώ πως λάτρεψα τα υπέροχα πλάνα των εσωτερικών χώρων. Το σπίτι του πρωταγωνιστή είναι ένα μικρό μουσείο γεμάτο πίνακες ενώ η κουζίνα του είναι από μόνη της ένα ευχάριστο έργο τέχνης καθώς είναι γεμάτη φωτεινά χρώματα που συναντά κανείς μόνο σε αλμοδοβαρικές ταινίες. Το φως είναι συνήθως πλαϊνό, δίνοντας την αίσθηση στον θεατή πως παρακολουθεί θεατρικά δρώμενα. 
Παρόλο όμως που κυριαρχεί το χρώμα, ο πρωταγωνιστής κινείται στο ημίφως. Σαν να θέλει να κρυφτεί ή σαν να θέλει να ξεχάσει όλα όσα του θυμίζουν στιγμές που επηρέασαν τη ζωή του. Η σκοτεινή του πλευρά γίνεται σημείο αναφοράς όσων τον περιτριγυρίζουν. 
Οι βόλτες στο παρελθόν του πρωταγωνιστή, οδηγούν τους θεατές σε μία αναπόφευκτη σύγκριση όπου ανακαλύπτουν εντυπωσιακούς συμβολισμούς. Από το πολυτελέστατο διαμέρισμα στο κέντρο της Μαδρίτης μεταφερόμαστε σε μια υπόγεια σπηλιά όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια. Κι όμως η υπόγεια παιδική του ηλικία είναι λαμπρότατη σε σχέση με τη παροντική του σκοτεινή χλιδή. Τα συναισθηματικά και δημιουργικά αδιέξοδα του πρωταγωνιστή τον έχουν κρύψει στο σκοτάδι. Σε κανένα όμως σημείο δεν αποζητά τη λύπηση ούτε από τους γύρω του ούτε από τους θεατές. Συγκρατεί τον πόνο μέσα του με αξιοπρέπεια κάτι που με κανε να τον συμπαθήσω πολύ. Την μόνη μόνο φορά που λέει με παράπονο στο γιατρό του πως δεν έχει δημιουργική διάθεση εκείνος του απαντάει κοφτά πως εκεί έξω υπάρχουν άνθρωποι με σημαντικότερα προβλήματα. Αφοπλιστική απάντηση για χειροκρότημα.
Όσον αφορά τον Αντόνιο Μπαντέρας, θεωρώ πως ήταν η καλύτερη ερμηνεία στην οποία των έχω παρακολουθήσει. Σοβαρός, μαζεμένος, ανασφαλής, γοητευτικός, ώριμος, αυτοκαταστροφικός, ειλικρινής και συναισθηματικός. Σε κάθε πλάνο ανταποκρινόταν εκπληκτικά. Ήταν απίστευτα πειστικός στις σκηνές που ήταν μαστουρωμένος. Ένιωθες έντονα το πνίξιμό του σε κάθε συναισθηματική έξαρση. Άκρως ανθρώπινη και συγκινητική η συνάντηση με τον πρώην εραστή του. Οι ανθρώπινες σκέψεις, το ζεστό ενδιαφέρον, ο φόβος της ερωτικής απάρνησης όλα αυτά συσσωρευμένα σε μικρές μισοσκότεινες στιγμές όπου οι φωνές ακούγονται ως ψίθυροι και τα συναισθήματα αναβλύζουν ανεξέλεγκτα μέσα από τα βλέμματα. 
Επίσης με συγκίνησε η στάση του σκηνοθέτη απέναντι στο θάνατο. Πανανθρώπινη η στιγμή που η μάνα λέει στο γιο της πως θέλει να είναι μέσα στο φέρετρο. Με δυσκολία συγκρατεί κανείς τα δάκρυά του όταν την ακούει να του λέει πως "δε θέλει να της φορέσουν παπούτσια για να μπορέσει να πατήσει ελαφριά εκεί που θα την πάνε". Παράλληλα γίνεται μια άψογη παρουσίαση του οιδιπόδειου συμπλέγματος. Ο γιος αισθάνεται αποτυχημένος παρ' όλες τις κινηματογραφικές του επιτυχίες κι αυτό γιατί δεν ικανοποίησε τις προσδοκίες της μητέρας του. Έντονα φορτική η στιγμή που ο πρωταγωνιστής της ζητάει συγνώμη γιατί δε κατάφερε να γίνει αυτό που εκείνη ήθελε. Εκεί γίνεται εμφανές το ενοχικό σύνδρομο που τον έχει μετατρέψει σε υποχείριο της μητέρας του. Είναι επίσης αυτό το συναίσθημα που τον έχει καταστρέψει ψυχικά και σωματικά όταν δεν καταφέρνει να ικανοποιήσει τη τελευταία της επιθυμία. 


Θα μπορούσα να αναφερθώ και σε άλλες σκηνές της ταινίας που ξεχειλίζουν από λυρισμό όπως το χαμένο παιδικό πορτραίτο και το κρυφό γράμμα που διαβάστηκε πολλές δεκαετίες μετά. Ή επίσης την συνταρακτική εκφραστικότητα του πρώην εραστή του πρωταγωνιστή που συνειδητοποιεί πως ένας θεατρικός μονόλογος που παρακολουθεί αναφέρεται στο πρόσωπό του. Μικρές στιγμές που με εντυπωσίασαν απρόσμενα. 
Και φυσικά δε μπορώ να παραβλέψω την ονειρική μουσική του Alberto Iglesias. Αυτή η παρόμοια μελωδία που με στοιχειώνει από το αριστουργηματικό "Όλα για τη Μητέρα μου". Μία μουσική που την έχω συνδυάσει με τους άδειους νυχτερινούς δρόμους των μεγαλουπόλεων, με τα σκοτεινά δωμάτια των διαμερισμάτων όπου οι μορφές και τα αντικείμενα φωτίζονται από τους στύλους του δρόμου και τα διερχόμενα αυτοκίνητα. 
Η ταινία είναι ένας ύμνος για τις μνήμες των παιδικών μας χρόνων που σβήνουν απαλά. Ξεθωριάζουν και γίνονται πιο λαμπρές προκαλώντας μας έναν ελαφρύ πόνο στο στήθος κάθε φορά που ανατρέχουμε σ' αυτές. Επίσης είναι ένας καημός για τις κουβέντες που δε καταφέραμε ποτέ να κάνουμε με τους γονείς μας. Αυτά τα μυστικά που δεν ειπώθηκαν ποτέ και με τον καιρό έγιναν βαρίδια στη ψυχή του καθενός. Είναι ένα μοιρολόι για τους έρωτες που περνούν, στιγματίζουν κι έπειτα χάνονται αφήνοντας ένα γλυκό πόνο στη καρδιά. Μία λυρική σπονδή στη συμφιλίωση μας με τα φαντάσματα του παρελθόντος.

Βαθμολογία: 9/10

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου