Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2019

Η Άγρια Αχλαδιά


Πόσο αισιόδοξος μπορεί να νιώθεις όταν ξεκινάς την κινηματογραφική χρονιά με το λυρικό αριστούργημα του πολυαγαπημένου Τούρκου σκηνοθέτη Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν. Η "Άγρια Αχλαδιά" είναι ένα ακόμη συγκλονιστικό έργο από τη πλούσια φιλμογραφία του, που συνεχίζει επάξια την εκπληκτική κληρονομία που έχουν αφήσει το "Κάποτε στην Ανατολία" τα "Κλίματα Αγάπης" κι η πολυλατρεμένη "Χειμερία Νάρκη". Ένα έργο που εισήλθε σε δυο μόνο κινηματογραφικές αίθουσες της Αθήνας χωρίς να διαφημιστεί ιδιαίτερα. Παρόλο που η "Άγρια Αχλαδιά" είναι η πρώτη ταινία που βλέπω φέτος, αμέσως παίρνει το χρίσμα της καλύτερης ταινίας της χρονιάς καθώς δύσκολα θα βρεθεί κάποια άλλη που θα με μαγέψει τόσο πολύ. 
Αυτή τη φορά, ο Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν μας ταξιδεύει στους άγνωστους κι άγριους τόπους του Τσανάκκαλε. Στα ξεχασμένα ορεινά χωριά των Δαρδανελλίων όπου επιστρέφει ο νεαρός Σινάν μετά τις σπουδές του. Έχοντας φύγει λίγα χρόνια από τους συντηρητικούς κι ασφυκτικούς κοινωνικούς κύκλους των μικρών πόλεων, συνειδητοποιεί πως η θέση του δεν βρίσκεται εκεί. Νιώθει ξένος μέσα στο σπίτι του και στις παιδικές του παρέες. Αφήνει πίσω του παλιούς παιδικούς φίλους κι ανολοκλήρωτους έρωτες και περιφέρεται ανάμεσα στην πόλη και στο χωριό των γονιών του αναζητώντας κάτι που ακόμη κι ο ίδιος δεν μπορεί να προσδιορίσει. 
Παρ' όλο που όλοι τον κρυφοθαυμάζουν καθώς έχει σπουδάσει δάσκαλος ακολουθώντας το επάγγελμα του πατέρα του, ο Σινάν γνωρίζει πως δύσκολα θα βρει δουλειά πάνω στο αντικείμενό του. Φοβούμενος πως ίσως βρεθεί σε κάποιο απομακρυσμένο χωριό της ανατολικής Τουρκίας σκέφτεται την περίπτωση να ενταχθεί στα σώματα ασφαλείας κάτι το οποίο έρχεται σε σύγκρουση με τα πιστεύω του. Μέσα σ' αυτήν την επαγγελματική ανασφάλεια, τον ταλαιπωρεί μια ακόμη επιθυμία, η έκδοση ενός βιβλίου που έχει γράψει. Έχοντας μάθει να βρίσκει τα πάντα στη ζωή του έτοιμα, έχει την εντύπωση πως και το βιβλίο θα εκδοθεί στηριζόμενο στις πλάτες άλλων. Προσπερνώντας τα οικονομικά προβλήματα του σπιτιού, ζητάει βοήθεια από τον τοπικό δήμαρχο και στη συνέχεια από έναν μεγαλοεργολάβο της πόλης. Κι οι δυο αρνούνται ευγενικά με τον δεύτερο μάλιστα να του εξηγεί πλαγίως πως κάθε επίτευγμα χρειάζεται μόχθο και πείσμα κι όχι παρακάλια. 



Οι απανωτές απογοητεύσεις του Σινάν τόσο στο θέμα διορισμού στο επάγγελμα του δασκάλου όσο και στην έκδοση του βιβλίου θα του εντείνουν την αντιδραστική του φύση. Έχοντας ξεφύγει από τη νοοτροπία της μικρής του πόλης, αγνοεί τη σκέψη πως η συμπεριφορά του γίνεται δυσάρεστη και πικρόχολη στους δικούς του ανθρώπους. Χωρίς να το θέλει, προσβάλλει τον παιδικό του έρωτα για τις επιλογές που έκανε καθώς η κοπέλα παράτησε τις σπουδές της, φόρεσε μαντίλα κι αποφάσισε να παντρευτεί νέα διότι απώτερος σκοπός της πατριαρχικής κοινωνίας είναι η δημιουργία νέων οικογενειών. Μια πραγματικά εκπληκτική σκηνή αναπτύσσεται στη σκιά της πυκνής φυλλωσιάς ενός πλατάνου όπου οι δύο νεαροί συναντιούνται για τελευταία φορά. Η προσοχή επικεντρώνεται πάνω στο υπέροχο βλέμμα της κοπέλας. Το παιχνιδιάρικο και ναζιάρικο ύφος της αγριεύει σιγά σιγά και τα μισόκλειστα μάτια της γίνονται ολοστρόγγυλα έτοιμα να πετάξουν φλόγες στον άνθρωπο που έχουν απέναντί τους. Κι επειδή δεν υπάρχει ίχνος κακίας μέσα τους, ο θυμός εκφράζεται με κλάμα. Ένα κλάμα που ο ήρωας δεν μπορεί να ερμηνεύσει. Το αποχαιρετιστήριο φιλί με το οποίο ολοκληρώνεται η συνάντηση, τελειώνει με το δάγκωμα του κάτω χείλους του πρωταγωνιστή. Μόνο μ' αυτόν τον τρόπο μπορούσε η κοπέλα να εκφράσει τον πόνο που της προκάλεσε.
Μετά τον γάμο της κοπέλας μαζεύεται η παιδική παρέα του πρωταγωνιστή σε μία λίμνη για να συμπαρασταθούν στον πρώην σύντροφο της. Μόνος του στέκεται σε έναν βράχο κι αγναντεύει την κρυστάλλινη επιφάνεια του νερού. Δίπλα του πηγαίνει και στέκεται ο πρωταγωνιστής, είτε από τύψεις καθώς κι εκείνος ήταν ερωτευμένος μ' αυτό το κορίτσι είτε από έπαρση καθώς δεν κατάφερε ούτε ο φίλος του να την παντρευτεί. Όταν εκείνος του φανερώνει τις υποψίες του πως είχε καταλάβει την ερωτική επιθυμία του φίλου του προς την κοπέλα εκείνος δε διστάζει να το επιβεβαιώσει. Μια κίνηση που γίνεται είτε γιατί θέλει να είναι ειλικρινής με τους γύρω του είτε επειδή θέλει να προκαλέσει τον πονεμένο του φίλο. Η ρήξη της παιδικής φιλίας που πραγματοποιείται με μια ανούσια αψιμαχία, είναι πλέον ανεπανόρθωτη. 
Ο ήρωας όμως δεν μένει εκεί. Ακολουθεί η ρήξη και μες στην οικογένειά του, ιδίως με τον πατέρα του τον οποίον θεωρεί πηγή όλων των δεινών. Η επιλογή του πατέρα ως αποδιοπομπαίου τράγου, οφείλεται στη περιφρόνηση που δέχεται τόσο από τη γυναίκα και την κόρη του όσο κι από τον παππού του. Αλαφροΐσκιωτος, ονειροπόλος, με ευαίσθητη ψυχή μικρού παιδιού αλλά και με ένα θανάσιμο ελάττωμα, τον εθισμό του στο τζόγο. Ο πατέρας του συνειδητοποιεί την εικόνα που έχει σχηματίσει ο γιος του γι' αυτόν και προσπαθεί να τον "βοηθήσει" σ' αυτήν την αποδέσμευση, την ιερή πράξη του ιδεαλιστή "πατροκτόνου". Όμως ο πρωταγωνιστής αποφεύγει κάθε πρόκληση διότι κι ο ίδιος νιώθει αδύναμος κι ευάλωτος. Η ύπαρξη του "αποτυχημένου" πατέρα είναι αναγκαία γι' αυτόν ώστε να νιώθει ακόμα χρήσιμος σε μια κοινωνία και μία οικογένεια που ο ίδιος απαρνιέται. 




Όμως οι πιο δυνατές συγκρούσεις στην ταινία γίνονται με έναν αναγνωρισμένο τοπικό συγγραφέα και με δυο νεαρούς ιμάμηδες. Με τον πρώτο ο πρωταγωνιστής συναντιέται σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο, όπου μέσα από έναν ακόμη χορταστικό διάλογο φανερώνεται η κενότητα των κυρίαρχων μορφών κάθε καλλιτεχνικού κλάδου αλλά κι η αγένεια των μη αναγνωρισμένων προσώπων που προσπαθούν να αναρριχηθούν στην εκάστοτε ελίτ. Μέσα στη σκόνη αρκετών βιβλίων που περιμένουν τους αναγνώστες τους, πραγματοποιείται μια ανελέητη σύγκρουση δύο κόσμων. Και τα δύο πρόσωπα έχουν τα δίκια τους αλλά ο τρόπους που τα υποστηρίζουν τους κάνουν εμπαθείς στα μάτια μας. Ο ένας ξεχνάει το σημείο απ' όπου ξεκίνησε η πορεία του, αδιαφορώντας και σνομπάροντας όσους προσπαθούν να χαράξουν τη δική τους πορεία κι ο άλλος εκμηδενίζει το έργο αναγνωρισμένων προσώπων προσπαθώντας να καλύψει μ' αυτόν τον τρόπο το δικό του φτωχό βιογραφικό. Εξαιρετική η ερώτηση που κάνει ο ήρωας στον αναγνωρισμένο συγγραφέα αν τα βιογραφικά των συγγραφέων σε μια εκδήλωση που είχε γίνει στην πόλη ήταν γραμμένα από τους ίδιους ή από άλλους. Επίσης εξαιρετική η στάση του αναγνωρισμένου συγγραφέα απέναντι στο ηλίθιο (με συγχωρείτε για τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό) μανιφέστο ενός άλλου συγγραφέα που αρνήθηκε να συμμετάσχει στην εκδήλωση. Οι επαναστάσεις κι η αντικοινωνικότητα ορισμένων προσώπων δεν εκφράζονται με γλυκανάλατες ανακοινώσεις αλλά με αθόρυβες κι αξιοπρεπείς πράξεις. Η έπαρση του πρωταγωνιστή διακόπτεται απότομα όταν ο συγγραφέας τον βάζει στη θέση του με φωνές. Για το ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο, αφήνεται στη κρίση του θεατή. Η ουσία όμως είναι μια. Καλές οι φιλοσοφίες κι οι προβληματισμοί αλλά η μανιώδης προσπάθεια στο να αποδείξουμε πως είμαστε κάποιοι μας κάνει να χάνουμε τη ζωή που κυλάει αδιάκοπα. 
Η δεύτερη δυνατή σκηνή είναι ο αντίλογος που δημιουργείται μεταξύ του ήρωα και δυο νεαρών ιμάμηδων, με τους δυο ιερείς να χάνονται σε μια αόριστη ανάλυση της θρησκείας και των ιερών κειμένων. Ο ένας είναι υπέρ της βαθιάς μελέτης για την αναζήτηση της μιας και μοναδικής αλήθειας κι ο άλλος είναι υπέρ της τυφλής υποταγής στη πίστη. Ένας πραγματικά ενδιαφέρον διάλογος με μία πολύ όμορφη σύγκρουση την οποία απόλαυσα χωρίς να παίρνω θέση καθώς καμία από τις δυο αυτές απόψεις δεν με εξέφραζε. Όμως μου άρεσε πολύ το πολιτισμένο κλίμα που επικρατούσε στον αντίλογο, μέχρι που έρχεται μια στιγμή να γκρεμιστούν όλα όταν οι δυο νεαροί κρίνουν τον πατέρα του πρωταγωνιστή που έχει εθιστεί στον τζόγο. Η απάντηση του ήρωα τους αποστομώνει. "Τελικά ποιος έχει μεγαλύτερη ηθική, αυτός που εργάζονται και ξοδεύει όλα τα λεφτά του στον τζόγο ή αυτοί που φιλοσοφούν και λειτουργούν σε τζαμιά με μισθό που προέρχεται από τα χαμένα λεφτά του λαού στον τζόγο;". 




Η επιμονή όπως κι η υπομονή έχουν κάποια όρια κι αυτά εμφανίζονται όταν ξεκινάει η επικράτηση της απογοήτευσης. Το βιβλίο τελικά εκδίδεται, η αναγνώριση δεν έρχεται καθώς ούτε οι δικοί του άνθρωποι, ή έστω αυτοί που ο πρωταγωνιστής θεωρεί δικούς του δεν κάθονται να το διαβάσουν. Η ιδέα της εξάσκησης του επαγγέλματός του αρχίζει να ξεθωριάζει ενώ η στρατιωτική του θητεία λειτουργεί ως μια περίοδος ευκαιριακού μοναχισμού, όπου αρχίζει να αναθεωρεί αρκετές καταστάσεις ρίχνοντας λίγο νερό στο κρασί του. 
Επιστρέφοντας στην πόλη βρίσκει την οικογένειά του διαλυμένη και τα βιβλία του μουχλιασμένα σε μια γωνιά. Τελευταία του διαφυγή είναι πλέον οι ρίζες, το χωριό και το ρημάδι όπου ζει πλέον ο πατέρας του. Με μιας, τα μέρη και τα πρόσωπα που αποστρεφόταν μετατρέπονται σε μια ζεστή αγκαλιά. Το πηγάδι, σύμβολο αποτυχίας των οραμάτων του πατέρα του, γίνεται σημείο αναφοράς ενός εκκρεμούς θανάτου πάνω από έναν βράχο που εμποδίζει τις προσδοκίες και τα όνειρα ενός αναλλοίωτου κι άκρως ευγενικού προσώπου. Ο ήρωας συνειδητοποιεί την αδικία του απέναντι στο πρόσωπο του πατέρα κι αποφασίζει να "σκοτώσει" την έπαρση και τον εγωισμό του κι όχι τον γονιό του καθώς συνειδητοποιεί πως δεν τον μισεί επειδή κατέστρεψε την οικογένειά του λόγω τζόγου αλλά επειδή στο πρόσωπό του αναγνωρίζει έναν πιο ειλικρινή άνθρωπος. Έναν αγνό οραματιστής. Χαρακτηριστικά τα οποία δεν έχει εκείνος. 
Η αγνότητα κι η άγια φύση του πατέρα φαίνεται στην αγάπη που έχει για τον σκύλο. Μια αγάπη που κανείς δεν κατανοεί καθώς μόνο ο πατέρας γνωρίζει πως ο σκύλος είναι ο μοναδικός που δεν τον έχει επικρίνει. Η μητέρα εκφράζεται με παράπονο πως ο πατέρας θα τρέξει περισσότερο αν πάθει κάτι ο σκύλος παρά κάποιο μέλος της οικογένειας. Ο γιος παραμελεί τον σκύλο και τελικά τον θυσιάζει για να εκδώσει το βιβλίο. Η θυσία αυτή θα τον ακολουθεί σαν σκιά. Εντυπωσιακές οι σκηνές με τον σκύλο-φάντασμα που ακολουθεί τον πρωταγωνιστή σε κάθε του βήμα. Αλλά συνταρακτική κι η σκηνή του πατέρα που την ώρα του μαθήματος σχεδιάζει την αναγγελία για την εξαφάνιση του αγαπημένου του φίλου. Το κουρασμένο του βλέμμα, η τρεμάμενη φωνή και τα μουδιασμένα του χέρια έγιναν μεμιάς μαχαιριά στην καρδιά μου. Από τις σπάνιες στιγμές του ευρωπαϊκού κινηματογράφου όπου φέρνω ξανά και ξανά την ίδια σκηνή στο μυαλό μου και συγκινούμαι το ίδιο.
Ο πατέρας που χλευάστηκε απ όλους, ο άνθρωπος αυτός που αποδέχτηκε την αποστροφή του ίδιου του του γιου είναι αυτός που τελικά αναγνώρισε κι αποδέχεται ανιδιοτελώς τον εσωτερικό κόσμο του παιδιού του. Και με μιας αυτός ο άνθρωπος γίνεται άγιος κι από δεύτερος ρόλος κατακτά επάξια τη δόξα του πρωταγωνιστή αυτής της ιστορίας. Ο πατέρας είναι η αυθεντική άγρια αχλαδιά, ο άνθρωπος που δέθηκε περισσότερο με τη φύση πάρα με τους ανθρώπους. Μια στάση όχι αντιδραστική αλλά ξεκάθαρα επαναστατική. Μια προτίμηση σε έναν ειλικρινή και γαλήνιο τρόπο ζωής που επιβεβαιώνεται στη σκηνή όπου ο γιος βρίσκει τον πατέρα ξαπλωμένο κάτω από ένα δέντρο. Τρέχοντας κοντά του με τον φόβο πως κάτι έπαθε (ή ότι αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει) τον βλέπει να κοιμάται γαλήνια με αρκετά μυρμήγκια να τρέχουν πάνω του. Όταν τον ρωτάει πως γίνεται να μην τον ενοχλούσαν τα ζωύφια που έτρεχαν πάνω στο δέρμα του εκείνος του απαντά ήρεμα πως "τον ξέρουν και γι' αυτό δεν τον τσιμπάνε". Μία λιτή απάντηση που στα αυτιά μου ακούστηκε ως ένα υπέρτατο ποίημα.  




Ο Σινάν εκπροσωπεί επάξια τη νέα γενιά που θέλει να αλλάξει τον κόσμο αλλά φοβάται να αλλάξει τον εαυτό της. Αποτραβηγμένη από τα βαρίδια του παρελθόντος φοβάται να κάνει το επόμενο βήμα προς το μέλλον διότι δεν έχει μάθει να παίρνει αποφάσεις, να αγωνίζεται, να κυνηγά το όνειρο αλλά και να αποδέχεται με θάρρος την ευθύνη των πράξεων της. Μια γενιά που βουλιάζει μες στην ανασφάλεια και την ανόητη αντίδραση. Μια γενιά που έχει εγκλωβιστεί στο σκοτεινό παρόν μας και θα εξαφανιστεί μεμιάς στη λήθη όταν περάσει στο παρελθόν. 
Η οικογένεια του Σινάν είναι το αδιάφορο βλέμμα της κοινωνίας που έχει μάθει να κρίνει αλλά όχι να κρίνεται. Του συνόλου που κρύβει τα λάθη του ρίχνοντας τις ευθύνες στους αδύναμους. Αντιθέτως, ο πατέρας συμβολίζει το αγνό παρελθόν που σβήνει μες στην ταπεινότητά του, με βλέμμα θλιμμένο καθώς η αξιοπρέπεια που κουβαλά δεν του επιτρέπει να ζητήσει καμία βοήθεια επιβίωσης. Μέχρι να χαθεί κι αυτός στη λήθη, παραμένει ορατός μόνο σε όσους μπορούν να δουν κι όσους προλάβουν να δουν πριν το παρελθόν τον σβήσει οριστικά. 
Ο Σινάν είναι η Τουρκία αλλά κι η Ελλάδα που έχουν εγκλωβιστεί σε ένα πλούσια φορτωμένο παρελθόν και δεν μπορούν να ανοίξουν τα φτερά τους προς ένα καλύτερο μέλλον. Εγκλωβίζονται και μένουν στάσιμοι κάτι που τους οδηγεί σε καθεστωτικές καταστάσεις. Η αδιαφορία, η νευρικότητα, η πνευματική νέκρωση κι η οργή είναι χαρακτηριστικά που επισπεύδουν τον ερχόμενο σκοταδισμό. 
Ο Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν μας προσφέρει ένα ακόμη αριστούργημα με πλάνα που μαγεύουν, μέσα στα οποία μπλέκονται υπέροχα γήινα χρώματα ντυμένα με την αύρα της γαλήνης που μόνο η φύση μπορεί να προσφέρει ενώ η ατμόσφαιρα συνοδεύεται υπέροχα με τη μυσταγωγική μουσική του Μπαχ. Η κινηματογράφησή του σπουδαίου Τούρκου δημιουργού παραμένει η ίδια ενώ οι επιρροές του από Ταρκόφσκι, Αντονιόνι κι Αγγελόπουλο εξακολουθούν να είναι εμφανείς σε κάθε του πλάνο. Ένα ακόμη στοιχείο που με εντυπωσιάζει στο συγκεκριμένο σκηνοθέτη είναι οι επιλογές των ηθοποιών. Όλοι δένουν απόλυτα με τους ρόλους προσφέροντας αξεπέραστες ερμηνείες. Στη συγκεκριμένη ταινία λάτρεψα τον ρόλο του πατέρα.
Η νέα ταινία του πολυαγαπημένου Τούρκου δημιουργού όχι μόνο ικανοποίησε τις προσδοκίες μου αλλά μου πρόσφερε έναν υπέροχο θησαυρό σκέψεων μέσα από ένα τρίωρο περίπατο στα μονοπάτια του Τσανάκκαλε, συντροφιά με επίκαιρους και διαχρονικούς προβληματισμούς κι όνειρα που σπανίως υλοποιούνται όταν κανείς δεν τα πιστεύει και δεν επιδιώκει να τα πραγματοποιήσει. 
Η "Άγρια Αχλαδιά" είναι ένα ακόμη αριστούργημα που δυσκολεύομαι να αναλύσω σε όλο της το μέγεθος, διότι θέλω τόσα να πω κι άλλα τόσα να γράψω. Είναι όμως μια σπάνια ταινία στην οποία με μεγάλη ευχαρίστηση βυθίστηκα κι έζησα την κάθε στιγμή που μου πρόσφερε. Για μένα είναι σίγουρα η καλύτερη ταινία της χρονιάς που μόλις ξεκίνησε.

Βαθμολογία: 10/10

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου