Τετάρτη 28 Αυγούστου 2019

Oresteia Reversed



Μια πρωτοποριακή έκθεση θα φιλοξενηθεί από την Τρίτη 10 έως Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, καθώς θα συναντήσουμε τη μόνη αρχαία σωζόμενη τριλογία Ορέστεια του Αισχύλου σε μορφή κόμικς.
Στο Oresteia Reversed συμμετέχουν 22 σύγχρονοι καλλιτέχνες που δημιουργούν πρωτότυπες ιστορίες από την τριλογία με έμφαση στις Ευμενίδες. Καλλιτέχνες από τον χώρο των κόμικς και καλλιτέχνες με αφετηρία τις εικαστικές τέχνες, επανεξετάζουν έννοιες όπως Δίκαιο, Δικαιοσύνη, Πόλις, Πολίτης, Αυτοδικία, Νέμεσις, Ύβρις, Δημοκρατία, Ισονομία και Ισοτιμία, Προσωπική και Συλλογική Ευθύνη. 
Για τη συγκεκριμένη έκθεση, η ιστορικός τέχνης Νικόλ Λεβέντη αναφέρει: “Οι συμμετέχοντες δημιουργοί πειραματίζονται με χρώματα, έντονες φωτοσκιάσεις, ρεαλιστικό και υπερρεαλιστικό σχέδιο, αποδομούν την τραγωδία και εντοπίζουν σε αυτή διαχρονικά ζητήματα, τα οποία μεταφέρουν στο σήμερα και στο φανταστικό μέλλον μέσα από τις δικές τους ιστορίες. Οι νέες ιστορίες συχνά καθρεφτίζουν το σύγχρονο Ορέστη και υπενθυμίζουν ότι οι προβληματισμοί αυτοί είναι αέναοι μέσα στην κοινωνία και σε πολλές περιπτώσεις τη δομούν.
Για τη συγκεκριμένη έκθεση είχα την τιμή να συνομιλήσω με τρεις από τους δημιουργούς που θα συμμετάσχουν.





Η Δέσποινα Μανώλαρου, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1988. Είναι τελειόφοιτη της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών. Κάποια άλλα ενδιαφέροντά της είναι η εικονογράφηση εντύπων και το comic, ενώ τελευταία πειραματίζεται με το animation. Οι επιρροές της πηγάζουν από το κόσμο της ποίησης, της ψυχολογίας, της βιολογίας και τη θρησκείας . Την ενδιαφέρει ιδιαίτερα η σύνθεση ποικίλων εικαστικών στοιχείων ώστε να δημιουργεί φανταστικούς κόσμους που εξερευνούν τα όνειρα, το υποσυνείδητο και τις διαφορετικές εκφάνσεις της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης.


1. Με ποια ιδέα της Ορέστειας εμπνευστήκατε για τη δημιουργία της ιστορία σας; 

Με απασχόλησε περισσότερο η έννοια της απόδοσης του δικαίου, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από το συμβολισμό των χθόνιων θεοτήτων Ερηνύων και τη μετατροπή τους σε Ευμενίδες. Η ιστορία μου δεν είναι κάτι περισσότερο από τη σουρεαλιστική μεταφορά μιας περιπέτειας του υποσυνείδητου που προσεγγίζει το ζήτημα της ύπαρξης ή μη προσωπικής ηθικής, και πως βάση αυτής αποτιμώνται από εμάς τους ίδιους οι συνέπειες συμπεριφορών που έχουν θεσπιστεί κοινωνικά ως παραβατικές ή άνομες. 

2. Τι αποκομίσατε από τη μελέτη της τραγωδίας και πόσο επίκαιρη είναι σήμερα;

Μελετώντας κανείς την Ορέστεια μπορεί να ανακαλύψει πολιτικούς, κοινωνικούς και φιλοσοφικούς προβληματισμούς διαχρονικού χαρακτήρα, εκπληκτικά επίκαιρους. Σημαντική κρίνω από μέρους μου τη αίσθηση ύπαρξης κοινού πυρήνα ανάμεσα σε ανθρώπινες δομές που ανήκουν σε διαφορετικό χρονικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Έργα όπως η Ορέστεια, φαίνεται να καταργούν για λίγο το χώρο και το χρόνο, κρατώντας μόνο τον ανθρώπινο παράγοντα και ότι τον αφορά, θυμίζοντάς μας πως μόνο η τέχνη μπορεί να καταφέρει κάτι τέτοιο. 

3. Μέσα απ’ το έργο σας παρατηρούμε την μεταμόρφωση του εφιάλτη στη μορφή εντόμου. Ενώ έχει τη μορφή πεταλούδας που προϊδεάζει σε κάτι αθώο κι όμορφο ξεπετάγεται σαν ένα απροσδιόριστο αιμοβόρο τέρας. Εν μέρει δημιουργείται ένας κύκλος. Αυτός ο κύκλος έχει θετικό πρόσημο στο ότι όλα θα οδηγηθούν σε μια έκβαση της δικαιοσύνης είτε αυτή έρθει πρακτικά είτε ηθικά ή θα βιώνουμε ξανά την επανάληψη βίαιων κι άδικων πράξεων; 

Σκοπός μου ήταν να φωτίσω αυτό το ερώτημα, που με συνοδεύει και την ίδια από τη στιγμή που ξεκίνησα να δουλεύω πάνω στην Ορέστεια, αφήνοντας την απάντηση να τη δώσει ο καθένας όπως κρίνει καταλληλότερο. Τα ζητήματα ηθικής και δικαίου είναι εξάλλου σύνθετα και θα χρειαζόμασταν πολλές παραπάνω αφορμές για να προβληματιστούμε σχετικά, πόσο μάλλον για να τα απαντήσουμε. Ωστόσο, με μια δόση ρομαντισμού, θα ήθελα να επενδύσω στη διαδικασία της κάθαρσης. Μια πορεία από το σκοτάδι προς το φως, προωθούμενη περισσότερο από την αίσθηση ηθικού αυτοπεριοριορισμού, πάρα από την επιβολή βίαιου σωφρονισμού, που στη σύγχρονη μορφή του μάλλον τροφοδοτεί εντονότερα το κύκλο της βίας.






Η Αυγή Κανάκη γεννήθηκε το 1985, και σπούδασε φιλοσοφία της επιστήμης. Αρκετό καιρό μετά, αποφάσισε ότι προτιμάει να κάνει αυτό που πάντα ονειρευόταν: comics. Κάπως έτσι συμμετείχε ως inker στο WOMANTHOLOGY: HEROIC της IDW και ξεκίνησε την περιπέτειά της στον χώρο. Από τότε, λαμβάνει μέρος σε εκθέσεις όσο συχνά μπορεί και εργάζεται ως εικονογράφος και δημιουργός comics, σε συνεργασία με εκδοτικές, μουσικές και διαφημιστικές εταιρίες, από την Ελλάδα, την Ευρώπη και την Αμερική. Το 2017, σχεδίασε το πρώτο της graphic novel, το ΓΡΙΜΟΡΙΟ ΤΗΣ ΓΚΡΕΤΑ, ΒΙΒΛΙΟ 1: ΜΥΗΣΗ, το οποίο εκδόθηκε από την Jemma Press.



1. Με ποια ιδέα της Ορέστειας εμπνευστήκατε για τη δημιουργία της ιστορία σας; Τι αποκομίσατε από τη μελέτη της τραγωδίας και πόσο επίκαιρη είναι σήμερα;

Ποια ιδέα της Ορέστειας ενέπνευσε την δική μου ιστορία; Δικαιοσύνη, σωστά; Νομίζω περί αυτής της ιδέας πρόκειται. Διαβάζοντας την Ορέστεια ξανά τώρα για την έκθεση, είδα πράγματα που δεν έβλεπα μικρότερο. Η δικαιοσύνη είναι η εφαρμογή κάποιων διυποκειμενικα και μέσα από κάποιες διαδικασίες συμφωνημένων νόμων. Αλλά πάντα εφαρμόζεται υπό όρους οι οποίοι δεν έχουν αναγκαστικά να κάνουν με τους όποιους νόμους. Οι νόμοι δεν ισχύουν το ίδιο για όλους στην Ορέστεια. Και δεν ισχύουν το ίδιο για όλους και σήμερα. Από αυτή την άποψη είναι εξαιρετικά επίκαιρη σήμερα, μάλλον περισσότερο από ποτέ. Και μάλλον ήδη απέτυχα στο να απαντήσω ξεχωριστά τις πρώτες δυο ερωτήσεις.

2. Στο έργο σας οι Ερινύες ξεπετάγονται από τη θάλασσα με γυναικείες μορφές. Με έναν εύστοχο τρόπο συνδυάζεται την οικολογική καταστροφή με τις αμέτρητες άγριες επιθέσεις και δολοφονίες γυναικών κι ομοφυλόφιλων. Πιστεύετε πως η δικαιοσύνη θα μπορούσε να επικρατήσει μόνο μέσα από ριζικές δράσεις συνειδητοποιημένων γυναικών;

Τείνω να είμαι από αυτούς που νιώθουν ότι οι αλλαγές χρειάζονται μακρόχρονη προετοιμασία και όλων των ειδών τις δράσεις, των ριζικών συμπεριλαμβανομένων, πριν εδραιωθούν με νόμους η μπουν στο κοινωνικό συμβόλαιο. Όπως και να έχει όμως, όχι, δεν πιστεύω ότι η δικαιοσύνη θα μπορούσε να επικρατήσει μόνο στα χέρια γυναικών. Αν θέλουμε δικαιοσύνη, σε αυτό το κομμάτι της ιστορίας μας, απαιτείται βαθύς συλλογισμός από όλους σχετικά με τον ρόλο μας ως άτομα. Αυτόν που νιώθουμε ότι έχουμε αναλάβει επειδή έτσι έλεγε το σενάριο, σε αντιδιαστολή με αυτόν που επιθυμούμε. Στην προσωπική μας ζωή, στην κοινωνία μας και στον κόσμο ως φυσικό τόπο μέσα στον οποίο υπάρχουμε. Και μετά από αυτό, την αντιπαραβολή με την φυσική πραγματικότητα ενός πλανήτη και μιας ανθρωπότητας που είναι και οι δυο γεμάτοι ποικιλία και μυστήριο, και τους οποίους στην προσπάθεια μας να ελέγξουμε και να εκμεταλλευτούμε, τους καταστρέφουμε, αφού πρώτα τους έχουμε κατηγοριοποιήσει ως Άλλους στην συνείδηση μας. Χρειάζεται την κατανόηση των συνεπειών των πράξεων μας και την ανάληψη της ευθύνης για το τι μας συμβαίνει ως άνθρωποι, πολίτες, είδος. Είναι μεγάλο το θέμα και είναι πολύ γενική η απάντηση μου αλλά δεν θέλω να κουράσω περαιτέρω. Σε μια προσπάθεια να είμαι λιγότερο ασαφής, τονίζω το «ως άτομα». Γυναίκες, άντρες και όλοι όσοι βρισκόμαστε στο ενδιάμεσο, είμαστε χρήσιμες και αναντικατάστατες φωνές αν είναι να γίνει αυτή η δύσκολη κι επίπονη διεργασία. Δεν αρκεί μόνο αυτή βέβαια, αλλά νομίζω ότι είναι απαραίτητη προϋπόθεση.







Ο Γιώργος Μικάλεφ γεννήθηκε στην Κέρκυρα Δεκέμβρη του 1985. Οι ρίζες του κρατάνε από το Γκόζο της Μάλτας. Μεγάλωσε στη Γαρίτσα, δίπλα στο κλειστό εργοστάσιο «Καννάβεως, Λίνου και Ιούτης». Το 2003 μετακόμισε στην Πάτρα για σπουδές. Το 2004 παράτησε  τις σπουδές και τα δημοσιοϋπαλληλικά όνειρα της γενιάς του μετά από ένα άσχημο ατύχημα κι επέστρεψε στο “νησί του Πάσχα”. Ολικός αρνητής ενηλικίωσης, καθόταν στο δωμάτιο του και μουτζούρωνε σκηνές απ' την αυριανή ευτυχία του κόσμου. Ήρθε η ανάγκη για οπτικοακουστική έκφραση και με μια φτηνή βιντεοκάμερα στο χέρι «έκαιγε» φιλμ για δυο χρόνια. Αργότερα γεννήθηκαν λέξεις και οι underground εκδόσεις «Το Κόλο» αποκλειστικά σε ψηφιακό χαρτί. Από το 2010 άρχισε να ζωγραφίζει εντατικά και σύντομα ήρθα σε επαφή με την Εικαστική Κερκυραϊκή Ένωση η οποία τον αγκάλιασε. Απ’ τους ζωγράφους του νησιού δεν θα μπορούσε να μην αναφέρει τον Σπύρο Φρόνιμο που μας άφησε νωρίς και τον καλό του φίλο Ps Mavro που τον στήριξε και τον βοήθησε απ’ την αρχή. Αυτά τα χρόνια εργάστηκε λίγο ή πολύ ως τεχνικός τηλεοράσεων, ξενοδοχοϋπάλληλος, καφετζής, delivery και βοηθός τοπογράφου μέχρι τα 28 του χρόνια που η επιβαρυμένη υγεία του καθώς και η γυναίκα του, τον ώθησαν να τα παρατήσει και να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη ζωγραφική. Το Καλοκαίρι του 2014 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και από τότε ζωγραφίζει ακατάπαυστα. Ως τώρα έχει λάβει μέρος σε αρκετές ομαδικές εκθέσεις και έχει πραγματοποιήσει 6 ατομικές σε Κέρκυρα, Σπέτσες, Αθήνα και Πάτρα. Το Γενάρη του 2017 ξεκίνησε συνεργασία με τον Κώστα Εφήμερο και το The Press Project με αφορμή το “ημερολόγιο της Μυρτώς”. Kατά κάποιο τρόπο, έγινε σκιτσογράφος χωρίς να το καταλάβει. Απ’ το Γενάρη του 2018 συνεργάζεται με το μηνιαίο περιοδικό Πεζοδρόμιο Free Press με έδρα την Καρδίτσα, με δισέλιδη εικονογράφηση. Το 2018 κυκλοφόρησε και το πρώτο underground κόμικ του απ’ τις Εκδόσεις του Κάμπου με τίτλο “Ευγονική για Αρχάριους”.


1. Με ποια ιδέα της Ορέστειας εμπνευστήκατε για τη δημιουργία της ιστορία σας; 

Η γενικότερη ιδέα της κληρονομικής αράς που διαπνέει τους μυθολογικούς κύκλους απ’ όπου αντλεί η αρχαία τραγωδία το υλικό της, ήταν πάντα κάτι που μου κινούσε το ενδιαφέρον και «κούμπωσε» με την αληθινή ιστορία που διάλεξα να φέρω στο φως, καθώς πράγματι η «γενάρχης» εκστόμισε μια κατάρα κατά του απογόνου της λίγο πριν πεθάνει. Ειδικότερα όμως η έννοια της ενοχής που στην Ορέστεια αναπτύσσεται στο γιο εξαιτίας της μητέρας του και όσων αυτή τον ώθησε να κάνει ήταν αυτό που αναδύθηκε ως κυρίαρχη ιδέα και στη δική μου ιστορία όπου ο ήρωας εμφορείται από ενοχικά συμπλέγματα εξαιτίας των πράξεων της μητέρας του και καταδιώκεται από τις τύψεις - Ερινύες, όπως και ο Ορέστης. Ακόμα, η αντιφατική συνύπαρξη της αθωότητας και της ενοχής στον ίδιο άνθρωπο, όπως ο νεαρός που θέλει να απαλλάξει από τα δεινά τον ήρωα μου, σκοτώνοντας τον - «όσια πανουργών» παραφράζοντας τον στίχο της Αντιγόνης- και βρίσκεται αντιμέτωπος με τις δικές του Ερινύες. Η ιδέα, τέλος, της επερχόμενης θεϊκής δικαιοσύνης – η οποία ενσαρκώνεται με τρόπο άτεγκτο αλλά και με κάποια τρυφερότητα προς τον βασανιζόμενο γιο, με συγκίνησε βαθιά. Στη δική μου ιστορία ο θάνατος θα ήταν βέβαια μια σκληρή κατάληξη για τον ήρωα αλλά είναι παράλληλα και η μόνη λύτρωση, κι είναι κι αυτό μια ιδιόμορφη δικαιοσύνη, πέρα από τα ανθρώπινα. 

2. Τι αποκομίσατε από τη μελέτη της τραγωδίας και πόσο επίκαιρη είναι σήμερα; 

Η τριλογία υπενθυμίζει διαρκώς τη θνητότητα, τον περιορισμό του ανθρώπινου όντος κι αυτό είναι ένα δίδαγμα για τον σύγχρονο άνθρωπο που είτε θεωρεί τον εαυτό του αιώνιο και υπερδύναμο είτε αναλώνεται σε ένα κυνήγι επιβίωσης ή υλικών απολαύσεων ξεχνώντας να ζει. Παράλληλα όμως γοητεύει το γεγονός ότι ο Ορέστης που, ως τραγικός ήρωας, είναι τόσο ένοχος όσο και αθώος μαζί, στην πράξη δεν εκλέγει πώς θα ενεργήσει, η ίδια του η ύπαρξη –που είναι η μια μείξη του εγγενή χαρακτήρα του και των αξιών μέσα στις οποίες ανδρώθηκε- του υπαγορεύει τι θα κάνει : και το έγκλημα και την επιζήτηση της τιμωρίας του. Γι’ αυτόν και τα δύο είναι αναπόδραστα. Είναι ένα ζήτημα λοιπόν στη σύγχρονη κοινωνία των διαπρύσιων ηθικολόγων που ωστόσο συχνά αποδεικνύονται αήθεις, αυτή η ισχυρή πίστη στην ουσιαστική δικαιοσύνη που δεν υποδουλώνεται σε συμφέροντα και ωφελιμισμό. 

3. Στην απελπισία του ήρωα με την επικαιρότητα των ημερών του/μας παρατηρούμε και το ενοχικό σύμπλεγμα που κουβαλάει από τη μητέρα του. Μέσα από το έργο σας, παρουσιάζεται ένας επικίνδυνος δεσμός μάνας-γιου που δύσκολα σπάει στη χώρα μας. Κατά τη γνώμη σας πόσο και πως επηρεάζει ο ευνουχισμός που υφίσταντο τα παιδιά από τους γονείς τους με την κοινωνική και ηθική παρακμή των ημερών μας; 

Η Ελληνίδα μάνα στην παρούσα ιστορία αποδεικνύεται χειρότερη και από τον καρκίνο που τρώει τον πρωταγωνιστή καθώς η αρρώστια κράτησε μονάχα δυο χρόνια ενώ η τυραννική επιβολή της μητέρας πάνω στον γιο κράτησε σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Αυτός ο ιδιότυπος -αλλά συνήθης στις σχέσεις των ανθρώπων- δεσμός όντως τον ευνούχισε, δεν μπόρεσε να προστατεύσει τον εαυτό του από την τυραννία της ούτε όταν ακόμα αυτή φεύγει από τη ζωή: δεν ελευθερώνεται, αντίθετα σκλαβώνεται με ακόμα πιο μαρτυρικό τρόπο. Κι ενώ ο ίδιος μάλιστα όλη του τη ζωή –αυτό, μόνο υπονοείται στο σκίτσο- αγωνίστηκε για την ελευθερία του συνόλου, αυτό ήταν και το παράδειγμα του πατέρα του, δεν πέτυχε την προσωπική ελευθερία. Αυτή η μαρτυρική ανελευθερία εντός των οικογενειακών τειχών δεν μπορεί παρά να έχει αντίκτυπο και στη σκέψη και στη δράση του ατόμου και εκτός αυτών. Οι δούλοι αυτού του τύπου, επειδή ακριβώς νοσούν στην ψυχή, συχνά σκέφτονται χαιρέκακα, εκδικητικά, πράττουν σπασμωδικά, συμφεροντολογικά, σιωπούν με εγκληματική αδιαφορία ή ανοχή και διαιωνίζουν την ιδέα της σκλαβιάς δηλητηριάζοντας με αυτή κάθε υγιή θεσμό που πάει να γεννηθεί. Ο ήρωάς μου ωστόσο διαφέρει ως προς αυτό, ήταν ένας ξεχωριστός άνθρωπος που παρά την δουλεία του, διαπότισε την κοινωνική δράση του με ειλικρίνεια και άγιες προθέσεις.



Συμμετέχουν οι καλλιτέχνες: Ρενέ Αγγελίδου (Fokshee), Δήμητρα Αδαμοπούλου, Δημήτρης Αναστασίου, Θωμάς Βαλιανάτος, BLEΣΣΕD, Γιάννης Γαλαίος, Γεωργία Ζάχαρη, Αυγή Κανάκη, Βάλια Καπάδαη, Θανάσης Καραμπάλιος, Θωμάς Κεφαλάς, Kristanz, Δέσποινα Μανώλαρου, Γιώργος Μικάλεφ, Mekl, Μάριος Μπόρας, No Budget Epics, Αλκυόνη Παπακωνσταντοπούλου (Poisoner), Μιχάλης Σιγάλας, Στέλλα Στεργίου, Νίκος Τσουκνίδας - Μαρία Καραζάνου, Ρομπέρτα Γιαϊτζόγλου Watkinson.

Επιμέλεια: Καλλιόπη Λιαδή, Εικαστικός, Καλλιτεχνική Σύμβουλος του Προγράμματος.

Εγκαίνια: Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου στις 20:00.

Ώρες λειτουργίας: καθημερινά και Σαββατοκύριακα 18:00-22:00.

Είσοδος Ελεύθερη

Η έκθεση αποτελεί μέρος των δράσεων του ερευνητικού και καλλιτεχνικού προγράμματος Μεγάλες Αφηγήσεις_ Η Επιστροφή το οποίο διερευνά τη συνάντηση της Αρχαίας Ελληνικής Τραγωδίας με τις Πολιτικές Επιστήμες.

Περισσότερες πληροφορίες στην ιστοσελίδα www.ancientdrama.gr

Κυριακή 11 Αυγούστου 2019

Ο Έκπτωτος


Να λοιπόν που τα τελευταία καλοκαίρια έχουν αποκτήσει ισπανικό αέρα καθώς έχουμε συνηθίσει το πέρασμα αξιόλογων παραγωγών της ιβηρικής χερσονήσου από τους θερινούς μας κινηματογράφους. Μετά το "Μικρό Νησί", το "Κανείς δεν Μπορεί να μας Σώσει" και την "Οργή ενός Υπομονετικού Ανθρώπου" ήρθε κι η σειρά ενός ισπανικού πολιτικού θρίλερ να μας καθηλώσει στις όχι και τόσο βολικές καρέκλες των θερινών. 
Ο "Έκπτωτος" είναι ένα θρίλερ που έχει όλα όσα ζητάει ένας απαιτητικός θεατής αυτού του κινηματογραφικού είδους. Γρήγοροι ρυθμοί που δε σ' αφήνουν λεπτό να πάρεις ανάσα, καλοδουλεμένες προσωπικότητες με τα τρωτά τους σημεία και υποβλητικά πλάνα που δένουν με αγχωτική μουσική.
Η ιστορία ξεκινάει με μια συνάντηση μεγαλοστελεχών ενός κόμματος όπου συζητούν με πανηγυρική διάθεση για μια παράνομη δραστηριότητα. Στη συνάντηση αυτή βρίσκεται κι ο περιφερειακός γραμματέας, ο οποίος έχει βλέψεις για την ηγεσία της παράταξης. Το σχέδιο φαίνεται καλοδουλεμένο και τα κέρδη αρκετά. Όλα όμως αρχίζουν να γκρεμίζονται σαν χάρτινος πύργος όταν συλλαμβάνουν έναν από τα μέλη της κομπίνας, ο οποίος αμέσως μαρτυράει το σχέδιο στις αρχές. Από κείνη τη στιγμή αρχίζει ένα κυνηγητό ενάντια στον περιφερειακό γραμματέα, ο οποίος απ' την μεριά του βλέπει πως όλοι μέσα από το κόμμα έχουν αρχίσει να του γυρνούν πλάτη. 
Αντιμέτωπος με τον χρόνο που κυλάει εις βάρος του κι έχοντας απέναντί του όλους τους μέχρι πρότινος συνεργάτες του, ο περιφερειακός γραμματέας αναζητάει τρόπους διαφυγής. Συνειδητοποιεί πως είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος της παράταξής του που θα υποστεί όλα τα βάρη του αμαρτωλού παρελθόντος. Μια τακτική που επιφέρει ανακούφιση στα υπόλοιπα πολιτικά πρόσωπα αλλά είναι δυσβάσταχτη για τον ίδιο. 
Η δράση του έκπτωτου πολιτικού προσώπου από την οργάνωση της κομπίνας ως την πτώση του, θα περάσει από διάφορα στάδια. Πρώτα έχουμε την υπεροψία ότι η διαλεύκανση ενός σκανδάλου δεν θα τον αγγίξει. Ακολουθεί το μούδιασμα όταν συνειδητοποιεί πως στην παράταξή του έχει μετατραπεί σε μαύρο πρόβατο που δεν είναι αποδεκτό πια. Αρχίζει η αναζήτηση σωτηρίας. Πρώτα ρίχνει την αξιοπρέπειά του ζητώντας βοήθεια από ανθρώπους που κάποτε τον στήριζαν αλλά κι από πρόσωπα που είχαν μια άκρως ανταγωνιστική σχέση εντός του κόμματος. Βλέποντας πως κανείς δε βάζει το χέρι του στη φωτιά γι' αυτόν αρχίζει την αντεπίθεση. Αναζητεί στοιχεία σκανδάλων άλλων πολιτικών προσώπων και προσπαθεί να παγιδεύσει με παράνομες ηχογραφήσεις ανθρώπους που μέχρι τότε είχαν σταθεί στο πλευρό του. Ένας εσωκομματικός ακήρυχτος πόλεμος θα ξεκινήσει που θα οδηγήσει σε μαφιόζικες (και κάπως υπερβολικές) πράξεις. 
Ο έκπτωτος πολιτικός ξεγλιστράει από τις παγίδες που του στήνονται κι όπως όλα δείχνουν, φαίνεται πως αγγίζει απαλά τη σωτηρία του. Όμως εκεί έρχεται αντιμέτωπος με τον ίδιο του τον εαυτό, καθώς το ανύπαρκτο ήθος του ξεπετάγεται μετά από ένα εξευτελιστικό πολιτικό ξεγύμνωμα. Ένα ξεγύμνωμα που συμβαίνει μέσα από έναν εκπληκτικό τηλεοπτικό διάλογο που όχι μόνο σε μαγνητίζει αλλά σε εξοργίζει. Ένα εκπληκτικό πλάνο κι ένας καταιγισμός σκέψεων που καλό θα 'ταν να παιχτεί σε γιγαντοοθόνες έξω από το ελληνικό κοινοβούλιο. 
Η συγκεκριμένη ταινία με ενθουσίασε για αρκετούς λόγους. Πρώτα απ' όλα ήταν οι εξαιρετικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών και συγκεκριμένα του Αντόνιο ντε λα Τόρε που πλέον έχει γίνει γνωστή φυσιογνωμία στο ελληνικό κινηματογραφόφιλο κοινό. Επίσης τα γυρίσματα είναι καλοδουλεμένα αν και σε πολλά σημεία σου δίνουν την αίσθηση τηλεοπτικής παραγωγής. Οι διάλογοι δεν ανήκουν στο δυνατό σημείο της ταινίας αν κι εκεί που χρειάζονται να ειπωθούν κάποια λόγια, παίρνουν άριστα με τόνο. 
Επίσης η ταινία μου άρεσε πολύ διότι θυμίζει αρκετά το σκάνδαλο που έριξε την κυβέρνηση του Μαριάνο Ραχόι (του πολιτικού φίλου και περίεργου ομοϊδεάτη του Αντώνη Σαμαρά και της Νέας Δημοκρατίας του πολιτικού διαστήματος 2012-15). Παρ' όλα αυτά ο δημιουργός δε δίνει πολιτικό χρώμα στα πρόσωπα καθώς θέλει να δείξει πως η ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή έχει σαπίσει δεκαετίες τώρα δίνοντας ηττημένη τη σκυτάλη της εξουσίας στους ακροδεξιούς. Εν μέρει η ταινία δείχνει το τέλος των ιδεολογιών καθώς αυτές θυσιάστηκαν στο βωμό τους κέρδους, του ατομικισμού και των σκανδάλων. Αφαιρώντας λοιπόν το κέλυφος του ανύπαρκτου ιδεολογισμού αποκαλύπτεται ο αθέατος βρώμικος πόλεμος των πολιτικών προσώπων.
Ο "Έκπτωτος" είναι ένα διαχρονικό πολιτικό θρίλερ και θα παραμείνει όσο επιλέγουμε απατεώνες να διοικούν τους τόπους και τα κράτη μας. Δεν είναι τυχαίο πως μετά από τα πρώτα λεπτά της ταινίας είχα την αίσθηση πως παρακολουθούσα μια ελληνική υπόθεση. Εξάλλου η Ελλάδα δεν έχει να ζηλέψει την Ισπανία σε υποθέσεις σκανδάλων. Επίσης δεν είναι λίγα τα πρόσωπα που θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τον εξαιρετικό πρωταγωνιστή της ταινία. Οι μπίζνες με την Ελβετία θα μπορούσαν να συσχετιστούν με το "ότι είναι νόμιμο είναι και ηθικό" ενώ οι κραυγές του πρωταγωνιστή στην τηλεοπτική συνέντευξη μπορούν να αντικατασταθούν με τις γνωστές ακροδεξιές τσιρίδες προσώπων που εμπλέκονται σε σκάνδαλα τα οποία πλέον θα μπουν στο συρτάρι και θα εξαφανιστούν πατώντας πάνω στη κοντή μνήμη των Ελλήνων. Το μόνο που λείπει από την πραγματικότητα είναι η εκρηκτική αντίδραση της δημοσιογράφου. Στα μισά της συνέντευξης γίνεται φανερό ο ρόλος των τηλεοπτικών παπαγάλων καθώς η στάση της δημοσιογράφου υπαγορεύεται από το ακουστικό (ακούγονται ψίθυροι όσο τα δυο πρόσωπα μιλάνε μπροστά στον τηλεοπτικό φακό) αλλά όταν η δημοσιογράφος αφαιρεί ενοχλημένη το ακουστικό, ξεχύνεται από το στόμα της ένας χείμαρρος οργής και ήθους που φέρνει τον κάθε απατεώνα αντιμέτωπο με το βρώμικο παρελθόν του. Δυστυχώς όμως αυτά μπορούμε να τα "απολαύσουμε" μόνο σε μεγάλες οθόνες καθώς δε πρόκειται ποτέ να τα δούμε στους τηλεοπτικούς μας δέκτες. Εξάλλου οι εγχώριοι τηλεοπτικοί παπαγάλοι προσφέρουν υπηρεσίες με απώτερο σκοπό μια βουλευτική έδρα κάτι που διαπιστώσαμε στις πρόσφατες εκλογές. Περαστικά μας λοιπόν.
Όσο για την ταινία, για μένα είναι η έκπληξη του φετινού καλοκαιριού.

Βαθμολογία: 8/10

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2019

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Η Γνωριμία της Σάρκας (1971)


Η "Γνωριμία της Σάρκας" είναι ένα αριστούργημα που ωριμάζει ανάλογα με την ηλικία που βλέπει κανείς τη συγκεκριμένη ταινία. Την πρώτη φορά που την παρακολούθησα, μου φάνηκε ως μια ενδιαφέρουσα ερωτική ιστορία. Την δεύτερη φορά ενθουσιάστηκα για την ειλικρίνειά της στους σεξουαλικούς προβληματισμούς των ανδρών και για τις εκπληκτικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Την τρίτη φορά που την απόλαυσα σε ένα από τα θερινά σινεμά της Αθήνας, σε αυτές τις όμορφες στιγμές που μπορεί να σου προσφέρει αυτή η πόλη, παραδέχτηκα πως η συγκεκριμένη ταινία είναι η υπέρτατη ερωτική βίβλος αλλά κι ο καλύτερος ψυχαναλυτής των συναισθηματικών αδιεξόδων που εγκλωβίζονται πολλά ζευγάρια σήμερα, κάνοντας τη "Γνωριμία της Σάρκας" να ξεπερνάει τα κινηματογραφικά όρια και να γίνεται ένα ιδιαίτερο μάθημα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης κι ανθρωπίνων σχέσεων. 
Η ταινία σε κερδίζει από την πρώτη στιγμή καθώς στους τίτλους αρχής με τα κόκκινα γράμματα των συντελεστών να εναλλάσονται σε μαύρο φόντο υπό τις μελωδίες του μαγευτικού Moonlight Serenade, ακούμε τον απολαυστικό διάλογο δυο εφήβων να μιλούν για τον έρωτα και την ονειρική σύντροφο που επιθυμούσε ο καθένας. Ο πιο ντροπαλός θέλει μια γυναίκα με κατανόηση, ένα κορίτσι με το οποίο «να ξεκινούν μαζί τις ίδιες προτάσεις» ενώ ο άλλος που είναι πιο κυνικός προτιμάει τα μεγάλα βυζιά. Ο ένας θέλει να κάνει για πρώτη φορά σεξ με μια επίσης παρθένα ενώ ο άλλος θα επιθυμούσε μια πιο έμπειρη γυναίκα, αρκεί να μην είναι τέρας. Οι προσδοκίες, τα πειράγματα, οι κρυφές επιθυμίες κι η άγνοια στα θέλω του άλλου φύλου δημιουργούν ένα κλίμα οικειότητας μεταξύ πρωταγωνιστών και θεατή. Συζητήσεις που όλοι μας έχουμε κάνει και στιγμές που έχουμε γελάσει αμήχανα. Σκέψεις που καταλήγουν με έναν αναστεναγμό και μια σιωπηλή ευχή να πραγματοποιηθούν κάποιες από τις προσδοκίες που έχουμε καλλιεργήσει εντός μας.
Πρώτο πλάνο κι αμέσως συναντάμε τα δυο πρόσωπα που συζητούσαν για τον ιδανικό έρωτα. Βαριεστημένοι σε ένα φοιτητικό πάρτι, παρατηρούν μια πανέμορφη κοπέλα που περιφέρεται μόνη της στο χώρο. Την προσπάθεια γνωριμίας την κάνει ο πιο ντροπαλός κι ανασφαλής που τον υποδύεται ο εξαιρετικός Αρτ Γκαρφάνκελ. Παρά τις ανεπιτυχείς του προσεγγίσεις και το άτσαλο φλερτ, θα καταφέρει τελικά να ξεκινήσει μια σχέση μαζί της. Η θετική εξέλιξη του ντροπαλού της παρέας θα τσιγκλίσει τον άλλον που τον υποδύεται ένας εκπληκτικός Τζακ Νίκολσον, ο οποίος με ύπουλες κινήσεις θα διεκδικήσει την σύντροφο του κολλητού του. Στη πρώτη τους κρυφή συνάντηση γινόμαστε μάρτυρες ενός άκρως απολαυστικού διαλόγου όπου ο Τζακ Νίκολσον αναλύει ένα σημαντικό λάθος που συμβαίνει σε συναντήσεις ανδρών με γυναικών, καθώς σε δύσκολες κι άβολες καταστάσεις οι άνθρωποι άλλα λένε κι άλλα εννοούν. Να προσθέσω πως είχε προηγηθεί ένας ακόμη απολαυστικός διάλογος μεταξύ του Αρτ Γκαρφάνκελ και της κοπέλας, όπου εκείνη με μια έξυπνη επιχειρηματολογία του αποδεικνύει πως όλοι οι άνθρωποι υποκρίνονται ανάλογα με τις καταστάσεις που βρίσκονται και με τους ανθρώπους που συναναστρέφονται. Εξαιρετικές κι οι δυο αυτές στιγμές στα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας. 


Το ερωτικό τρίγωνο που δημιουργείται φέρνει υπόγειες προστριβές και διαλόγους με υποσυνείδητα νοήματα που οδηγούν στη φθορά των σχέσεων καθώς κυριαρχεί η ζήλια κι ο φθόνος. Σ' αυτή τη κατάσταση παρακολουθούμε δυο διαφορετικές καταστάσεις. Από τη μια έχουμε τον ρομαντικό άνδρα που θέλει να χτίσει μια σχέση με μέλλον κι από την άλλη τον άνδρα-αρπακτικό που απλώς διεκδικεί αυτό που δεν δικαιούται να χει. Μια ξεκάθαρα εγωιστική στάση γεμάτη κενότητα κι ανασφάλεια. "Γιατί δεν μου μιλάς όπως μιλάς σ' εκείνον" ή "γιατί δεν μένεις μαζί μου αφού κι εγώ σ' αγαπώ". Φράσεις που κραυγάζουν απελπισία. Δύο σχέσεις που οδηγούνται απ' την αρχή στη καταστροφή. 
Το πρώτο κεφάλαιο κλείνει με την λήξη αυτού του άβολου ερωτικού τριγώνου με το δεύτερο κεφάλαιο να ανοίγει με τη συνάντηση των δυο φίλων σε ένα πάρκο, αρκετά χρόνια μετά όπου συζητάνε τα ίδια θέματα με μια τελείως διαφορετική ματιά πια. Ο Τζακ Νίκολσον επιμένει στη μποέμικη ζωή, έχοντας σκοπό να πάει με όσο το δυνατόν περισσότερες γυναίκες ενώ ο Αρτ Γκαρφάνκελ έχει διατηρήσει την ίδια (και μοναδική) σχέση από το κολέγιο μ' αποτέλεσμα να χει εγκλωβιστεί σε μια βαρετή και στάσιμη καθημερινότητα. Ο Τζακ Νίκολσον προθυμοποιείται να τον βοηθήσει χωρίς να γίνονται ξεκάθαρα τα κίνητρά του, στον αν το κάνει αυτό επειδή νοιάζεται για το φίλο του ή επειδή εξακολουθεί να ζηλεύει για τη σχέση που διατήρησε εκείνος με τη συγκεκριμένη κοπέλα. 
Από κείνο το σημείο και μετά, οι δύο φίλοι μπαίνουν σε μια νέα ερωτική φάση της ζωής τους. Ο Τζακ Νίκολσον γνωρίζει μια πανέμορφη γυναίκα με την οποία συζούν ενώ ο Αρτ Γκαρφάνκελ βγαίνει με μια άκρως απαιτητική και ψυχρή γυναίκα. Τα δυο ζευγάρια εγκλωβίζονται ξανά σε δύσκολες καταστάσεις. Ο Τζακ Νίκολσον αρχίζει να πνίγεται στη σχέση αυτή, κάτι που τον οδηγεί σε απανωτές εκρήξεις θυμού. Σ' αυτές τις σκηνές, ο Τζακ Νίκολσον ξετυλίγει το μοναδικό του ταλέντο δίνοντας ένα εκπληκτικό ρεσιτάλ υποδυόμενος τον τριαντάρη που δε ξέρει που πατά και που πηγαίνει. Είναι φανερό πως δεν αντέχει πια τη συμβίωση με τη σύντροφό του αλλά δεν έχει και τα κότσια να τη διώξει καθώς αποδεικνύεται σαν χαρακτήρας αρκετά αδύναμος παρ' όλο που προσπαθεί να δείχνει μια άλλη εικόνα. Και τα τέσσερα πρόσωπα βρίσκονται σε μια δεινή και σχεδόν αυτοκαταστροφική θέση. Η σκέψη ανταλλαγής συντρόφων θα αποτύχει παταγωδώς κι ένα δυσάρεστο γεγονός θα οδηγήσει τον Τζακ Νίκολσον σε μια βεβιασμένη απόφαση που θα του στοιχίσει. 
Το τρίτο κεφάλαιο της ιστορίας συνοδεύεται με έναν ευφάνταστο τίτλο καθώς οι δύο φίλοι, στην ηλικία των σαράντα πια, μαζεύονται στο σπίτι του Τζακ Νίκολσον όπου εκείνος παρουσιάζει σε σλάιντς όλες τις γυναίκες που πέρασαν από τη ζωή του. Κυνικός, συναισθηματικά νεκρός, εγωιστής και σε κάποιες στιγμές μισογύνης απέναντι στα πρόσωπα που παρουσιάζει. Όμως μέσα στις κοπέλες εμφανίζεται το μήλον της έριδος των φοιτητικών χρόνων. Όσο αστραπιαία κι αν προσπαθεί να την προσπεράσει ο Τζακ Νίκολσον, δε καταφέρνει να περαστεί απαρατήρητη από τον φίλο του, προσφέροντας μια από τις πιο λυρικές στιγμές του αμερικανικού κινηματογράφου. 
Η ταινία βαίνει προς το τέλος της δίνοντας ένα ξεκάθαρο μήνυμα. Στη μάχη των δυο φύλων κανείς δε βγαίνει νικητής. 


Όταν η "Γνωριμία της Σάρκας" είχε βγει στους κινηματογράφους, είχε προκαλέσει αρκετές αντιδράσεις σε μια κοινωνία συντηρητική που προσπαθούσε να αντεπεξέλθει σε μια εποχή σαρωτικών αλλαγών και με τον Πόλεμο του Βιετνάμ να οδηγεί μια υπερδύναμη σε ένα ανεπανόρθωτο πλήγμα. Μάλιστα η ταινία αυτή έφτασε μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο με μια ιστορική απόφαση έκρινε πως δεν είναι πορνογράφημα, ακυρώνοντας την αντίθετη κρίση των αρχών της πολιτείας της Τζόρτζια, που είχε συλλάβει έναν αιθουσάρχη επειδή τόλμησε να προβάλει την ταινία. 
Αυτό που εντυπωσιάζει στην ταινία είναι η διεισδυτικότητα της ματιάς του Μάικ Νίκολς και η ακρίβεια της ανάλυσης που πραγματοποιεί για το αδιέξοδο των διαπροσωπικών σχέσεων μέσα από την ιστορία των δυο φίλων και των σχέσεων τους με τις γυναίκες. Μια ματια που προσφέρει στη ταινία μια έντονη διαχρονικότητα η οποία γίνεται εμφανής ανάλογα με τα βιώματα του κάθε θεατή. 
Επίσης κάτι ακόμα που μου έκανε εντύπωση είναι οι θεατρικές καταβολές του έργου, οι οποίες φαίνονται στους διαλόγους αλλά και στο χωρισμό της ταινίας σε τρία κεφάλαια-πράξεις. Η στατικότητα των πλάνων δίνει τη δυνατότητα στο σκηνοθέτη να ζουμάρει στα πρόσωπα των ηρώων προσπαθώντας να ανιχνεύσει τις σκέψεις που δεν ξεστομίζουν, τις εσωτερικές αντιφάσεις τους και τα αδιέξοδα συναισθήματά τους. Για να πετύχει όμως αυτό, βοήθησαν αρκετά οι εξαιρετικές ερμηνείες τις οποίες ο δημιουργός κατάφερε να αποσπάσει από το ολιγομελές του καστ. Ο ρόλος του Τζόναθαν έδεσε τρομερά στον Τζακ Νίκολσον καθώς του ταίριαζε απόλυτα η περσόνα του άνδρα που δείχνει δυναμικός και πετυχημένος μόνο και μόνο για να κρύψει την πνιγερή του ανασφάλεια ενώ για τον πολυαγαπημένο τραγουδιστή Αρτ Γκαρφάνκελ έδενε γάντι ο ρόλος του εσωστρεφή και ντροπαλού Σάντι. Μπορώ όμως να ομολογήσω πως η Αν Μάργκρετ είναι η προσωπικότητα που γέμισε την οθόνη με την εκπληκτική της ερμηνεία (εξάλλου είναι η μόνη που προτάθηκε για όσκαρ), η οποία με άψογο τρόπο εξελίσσεται από σεξοβόμβα σε ανυπεράσπιστη γυναίκα που ζητάει απεγνωσμένα τον γάμο. 
Η «Γνωριμία της Σάρκας» με την μοναδική της ειλικρίνεια στα θέματα που θίγει, παρέμεινε αγέραστη στο χρόνο. Κι αυτό διότι η ανθρώπινη ανάγκη για επαφή βασανίζει όλα τα φύλα εδώ και δεκαετίες, σε μια ανελέητη μάχη ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα. Μια μάχη όπου όλοι βγαίνουν χαμένοι. 

Βαθμολογία: 9/10