Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Το Δέντρο που Πληγώναμε (1987)


Αν μου ζητήσει κανείς να του περιγράψω διάφορες μνήμες των παιδικών μου χρόνων, σίγουρα θα αναφερθώ και στην πολυαγαπημένη ταινία του Δήμου Αβδελιώδη, το "Δέντρο που Πληγώναμε", καθώς για έναν απροσδιόριστο λόγο έχω συνδυάσει τις τότε ανέμελες στιγμές μου με τα κοντοκουρεμένα κεφαλάκια των πρωταγωνιστών, τα γνώριμα σοκάκια των Μαστιχοχωρίων, τη κάψα του ήλιου στα λευκά βότσαλα της Αγίας Φωτιά αλλά και την 80s μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου. Έχοντας δει σε πολύ μικρή ηλικία τη συγκεκριμένη ταινία, είχε ως αποτέλεσμα να καταγραφούν για πάντα στη μνήμη μου κάποια απ' τα όμορφά της πλάνα. Έκτοτε η ταινία με είχε στοιχειώσει καθώς ένιωθα πως την είχα δει ενώ στην ουσία δε θυμόμουν απολύτως τίποτα. Ένα αίσθημα οικειότητας αλλά και άγνοιας που έμπλεκε περίεργα μες στο μυαλό μου. Όμως μες στην καρδιά της καραντίνας ένα διαδικτυακό κινηματογραφικό φεστιβάλ μου έδωσε την αφορμή να την ξαναδώ. Ή για να το θέσω καλύτερα, να την δω για πρώτη φορά.
Θεωρώ πως η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Δήμου Αβδελιώδη, είναι ιδιαίτερα συγκινητική κι αυθεντική. Ίσως ο ρεαλισμός της είναι αυτός που την κάνει τόσο οικεία σε σημείο να την νιώθω ως μια ακόμη παιδική μου ανάμνηση. Ξαναβλέποντάς την όμως τρεις δεκαετίες μετά, ήμουν σε θέση να καταλάβω τους λόγους για τους οποίους υπήρξε μια από τις πιο αγαπημένες ταινίες τόσο του κοινού όσο και των κριτικών τότε αλλά κι ως ένα έργο που όχι μόνο άντεξε αλλά θα συνεχίσει να αντέχει στο χρόνο χάρη στην ειλικρίνεια, τον αυθορμητισμό και την αθωότητά του. 
Η ιστορία μας ταξιδεύει στη δεκαετία του '60 όπου σε ένα χωριό της Χίου, δυο συμμαθητές παρεξηγιούνται από μία ατυχής στιγμή την ώρα του μαθήματος μ' αποτέλεσμα να περάσουν χώρια το μισό καλοκαίρι. Η ψυχρότητα μεταξύ τους θα παγιωθεί καθώς οι δυο τους θα ασχοληθούν με δυο διαφορετικά πράγματα. Ο ένας ακολουθεί την μητέρα του στα μαστιχόδεντρα ενώ ο άλλος ο πιο ατίθασος τον βάζουν οι συγχωριανοί του να σκοτώνει αδέσποτα ζώα. 
Όμως κάποια στιγμή καθώς ο ένας πιτσιρικάς ρεμβάζει στο παράθυρο, βλέπει το φίλο του να σέρνει ένα γατάκι που το χει δεμένο με ένα σπάγκο στο λαιμό και χωρίς να το σκεφτεί του κάνει νόημα όταν αντιλαμβάνεται πως η μάνα του τον έχει πάρει από πίσω για να του τις βρέξει. Αυτή η σωτήρια κίνησή του θα σταθεί αφορμή να ξανασμίξουν οι δυο φίλοι και να ακολουθήσουν μαζί το δρόμο προς την ενηλικίωση. Μαζί θα αρχίσουν τις πρώτες επαναστάσεις, τις πρώτες αμφισβητήσεις, τις πρώτες επικίνδυνες επιδρομές στο γειτονικό χωριό, θα κερδίσουν τα πρώτα χρήματα που θα τα ξοδεύσουν σε παγωτά, θα εκμυστηρευτούν τα πρώτα τους όνειρα χαμένοι στον καπνό του πρώτου τους τσιγάρου και θα βιώσουν τον πρώτο έρωτα που θα ρθει με την έλευση ενός κοριτσιού στο χωριό. Κι έτσι, το σμίξιμο των δύο φίλων θα κάνει το καλοκαίρι να φύγει γρήγορα φέρνοντας μια ώρα νωρίτερα την επιστροφή τους στη γεμάτη σχολική αίθουσα. 


Η ταινία είναι ένας ύμνος της παιδικής ηλικίας που όλοι αφήσαμε πίσω μας. Οι εικόνες του αλλά και οι σκανταλιές των μικρών μου θύμισαν πολλές από τις στιγμές των καλοκαιρινών μου αναμνήσεων στο νησί. Τη ξεγνοιασιά, τη μεσημεριανή ζέστη που ήταν γεμάτη σκόνη και ιδρώτα, το άρωμα των μαστιχόδεντρων και το ατελείωτο τραγούδι των τζιτζικιών αλλά και το άγριο τοπίο της Χίου που έχει αρχίσει να εξομαλύνεται στο βωμό του τουρισμού.
Ένα άλλο στοιχείο που εκτιμώ στο έργο του Δήμου Αβδελιώδη είναι πως καταφέρνει να βγάλει από διάφορους ερασιτέχνες ηθοποιούς άψογες ερμηνείες γεμάτες αυθορμητισμό και γλυκύτητα. Έτσι και στη συγκεκριμένη ταινία δίνει την εντύπωση πως αφήνει να παιδιά να εισχωρήσουν ελεύθερα στο δικό τους κόσμο όπου δεν έχουν εισβάλει ακόμη οι ενήλικες. Έχοντας τους εαυτούς τους ως κέντρο του κόσμου, παρατηρούν όλα όσα συμβαίνουν γύρω τους και τα βλέπουν ως ένα απλό παιχνίδι. Ακόμη και μια κηδεία. Ακόμη και το φευγιό ηλικιωμένων ανθρώπων του χωριού, που ο πιτσιρικάς το βλέπει ως επιπλέον χαρτζιλίκι.
Η παρουσία των παιδιών είναι η επίμονη ομορφιά της αθωότητας σε έναν κόσμο σκληρό. Εκεί που ο άνθρωπος δολοφονεί, όπως ο κυνηγός που πιάνει τα πουλιά με τον ύπουλο τρόπο της ξόβεργας, έρχονται τα παιδιά για να τα σώσουν. Εκεί που ο κόσμος πενθεί κάποιον νεκρό, έρχονται τα πιτσιρίκια να κάνουν έναν αγώνα δρόμου μπροστά από το φέρετρο. Έναν αγώνα προς την ενηλικίωση διότι ακόμη δε γνωρίζουν τη φθορά και τις ασθένειες που επιφέρει το πέρασμα του χρόνου. Γι' αυτό επιτίθενται χωρίς προστασία σε σφίγγες κι οργανώνουν εξορμήσεις με σφεντόνες στο διπλανό χωριό. Όμως τα παιδιά όσο κι αν ομορφαίνουν το κόσμο, άλλο τόσο γίνονται αυστηρά κι άδικα απέναντι στον αδύναμο. Στον τρελό του χωριού. 
Για την ερμηνεία του τρελού ναυτικού, ομολογώ πως ο Δήμος Αβδελιώδης ήταν απίστευτα συγκινητικός. Αγνοώντας τα παιδιά που τον περιγελούν, στέκεται σε μια στέρνα γεμάτη νερό και πετάει μέσα σ' αυτήν τα ψάρια που βγάζει από μια κονσέρβα, θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο να δείξει πως κι ο ίδιος είναι ένα νεκρό σώμα εγκλωβισμένο στην ασφυκτική κονσέρβα ενός σκληρού χωριού. "Έτσι ζεις;" ρωτάει τον εαυτό του για να δώσει την σπαρακτική απάντηση "τι να κάνω, έτσι ζω". Κι όμως δε κοιτάει με μίσος τα παιδιά που τον κακομεταχειρίζονται. Δε ρίχνει στιγμή το φταίξιμο σ' αυτά. Ο ίδιος γνωρίζει πως είναι μια ταλαιπωρημένη ψυχή που περιφέρεται άσκοπα στους αγρούς της Χίου κι είναι συνειδητοποιημένος πως η ζωή του θα κυλήσει έτσι ως το τέλος. Και πως το αντιμετωπίζει αυτό; Μα φυσικά με χαμόγελο. 
Επίσης θα ήθελα να επισημάνω μια ακόμη συγκινητική σκηνή της ταινίας. Όταν οι δυο φίλοι σμίγουν ξανά, ο ένας οδηγεί τον άλλον σε ένα μυστικό καταφύγιο που έχει φτιάξει έξω από το χωριό στο οποίο αφήνει όλα τα ζώα που οι υπόλοιποι συγχωριανοί του ζητούν να σκοτώσει. Έτσι "ο μανιακός δολοφόνος" του χωριού είναι ένας ανιδιοτελής προστάτης των κατατρεγμένων ψυχών. Για μένα αυτή η σκηνή συγκαταλέγεται στις πιο ποιητικές στιγμές του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. 




Ωστόσο παρακολουθώντας αυτήν την ταινία, αναρωτιόμουν για ποιο λόγο ο Δήμος Αβδελιώδης επέλεξε τον συγκεκριμένο τίτλο. Έπρεπε να ξαναδώ την ταινία για να καταλάβω πως το κέντημα των μαστιχόδεντρων (δηλαδή το τρύπημα των δέντρων που ξεκινάει μέσα καλοκαιριού) τα κάνει να συμμετέχουν με το δάκρυ τους στον κύκλο της ζωής, καθώς το μαστιχόδεντρο πληγώνεται για να προσφέρει το πολύτιμο ρετσίνι του κι αυτό το κάνει χωρίς να ζητάει ανταλλάγματα ενώ συνάμα περιμένει καρτερικά το ερχόμενο καλοκαίρι για να πληγωθεί ξανά.
Για μένα ο κύκλος τους μαστιχόδεντρου εκφράζει τόσο όμορφα τον φαύλο κύκλο της ζωής που όλοι πορευόμαστε αλλά λίγοι συνειδητοποιούμε. Ένα κύκλο που δε μπορούμε να δαμάσουμε αλλά μπορούμε να παρατηρήσουμε και να ερμηνεύσουμε χωρίς να αφήνουμε το χρόνο να περνάει χωρίς ουσία και σκοπό. Εξάλλου αν το δούμε ρεαλιστικά γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε, γερνάμε και στο τέλος πεθαίνουμε.
Ο χρόνος περνάει τόσο γρήγορα που όταν το συνειδητοποιούμε μας πιάνει ένα γλυκόπικρο σφίξιμο στο στήθος. Αυτή η μελαγχολία που νιώθουμε όταν έρχονται τα πρωτοβρόχια, που μας προϊδεάζουν για το τέλος του καλοκαιριού και τον ερχομό του φθινοπώρου. Είναι αυτό το βίαιο πέρασμα από τα παιδικά χρόνια στην ενήλικη ζωή. Ένα πέρασμα που μας ζητάει να αφήσουμε πίσω μας την αθωότητα και την ανεμελιά. Μία φυγή που μόνο με ένα δακρυσμένο μαστιχόδεντρο μπορεί να αποτυπωθεί. Ένα δέντρο πληγωμένο όπου πάνω του λάμπουν στο φως του ήλιο οι πιο βαθιές μας αναμνήσεις. Ένα δέντρο που ανατρέχουμε κάθε φορά που μας πιάνει ο νόστος των παιδικών μας χρόνων. Ένα δέντρο που θα βρίσκεται για πάντα στις καρδιές μας να θυμίζει πως όποτε κι αν στρέψουμε το βλέμμα μας πίσω, θα διαπιστώσουμε πως όλα είναι έντονα και καθαρά όπως ήταν και τότε που τα ζήσαμε.
Είναι εντυπωσιακό που μετά από τόσα χρόνια η πρώτη ταινία του Δήμου Αβδελιώδη, εξακολουθεί να μας προσφέρει μέσα από τα μάτια ενός αγοριού την ίδια ποιητική περιγραφή των παιδικών μας χρόνων που πέρασαν κι έφυγαν για πάντα. Ένα ιδιαίτερο αριστούργημα που έχει την γλυκόπικρη γεύση του μαστιχιού.

Βαθμολογία: 9/10

Κυριακή 19 Απριλίου 2020

Μια διαφορετική ανάσταση



Μεγαλώνοντας σε έναν συντηρητικό τόπο όπως είναι η Χίος, συνειδητοποίησα πως η μεγαλύτερη γιορτή της ορθοδοξίας δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια επίδειξη πλουτισμού, καλής οικογενείας και δημοσίων σχέσεων. Μια γιορτή κουτσομπολιού, όλοι ντύνονται καλά για να μην έχει κάτι να πει ο κόσμος. Όλοι μαζεύονται στους ναούς για να μη δώσουν δικαιώματα στους γνωστούς και στους γείτονες, κι όλοι δίνουν ευχές έστω και τυπικές για να μη δημιουργήσουν ψυχρότητες.
Όλο αυτό το θέατρο αρχικώς με ξίνιζε κι ενίοτε με εξόργιζε. Όμως με τα χρόνια βρήκα πως η καλύτερη λύση είναι η αδιαφορία αλλά κι η αντικατάσταση της τόσης τοξικότητας με ταξίδια στο εξωτερικό. Σε δύο απ' αυτά τα ταξίδια έζησα δύο διαφορετικές αναστάσεις, μια ορθόδοξη στην Λουμπλιάνα την οποία θεωρώ ως την πιο ζεστή κι ειλικρινή ανάσταση που έχω βιώσει και μια καθολική στην Κατάνια όπου μαγεύτηκα με την ψαλμωδική μυσταγωγία αυτών των τελετών.
Φέτος έτυχε να ζήσω και την καραντινάτη ανάσταση. Η βραδιά ήταν γλυκιά οπότε στάθηκε αφορμή για την πρώτη (έστω και πρόωρη) θερινή προβολή στο μπαλκόνι μου. Λίγο πριν τις δώδεκα άφησα την ταινία στη μέση, σηκώθηκα και στάθηκα στα κάγκελα γεμάτος περιέργεια να ζήσω την πρώτη φορά Ανάσταση στην Αθήνα σε μια άκρως πρωτόγνωρη φάση.
Οι πρώτες φωτοβολίδες έκαναν την εμφάνισή τους στον Αττικό ουρανό καλώντας τους πιστούς στα μπαλκόνια ενώ σε κάποιες ταράτσες έκαναν την εμφάνισή τους διάφορες φιγούρες που κοιτούσαν προς το καμπαναριό του Αγίου Γεωργίου του Κυνοσάργους. Γύρω στις δώδεκα άρχισαν τα πυροτεχνήματα κι ο ουρανός γέμισε με καμπάνες που έστελναν σε όλες τις γειτονιές το χαρμόσυνο μήνυμα της ανάστασης.
Τέτοια ώρα σε άλλες χρονιές θα φεύγαμε βιαστικά από τις εκκλησίες καθώς μας περίμενε η μαγειρίτσα στο σπίτια. Θα φεύγαμε επίσης βιαστικά για να αποφύγουμε τις τυπικές χαιρετούρες με τους διάφορους γνωστούς. Ζούσαμε καταστάσεις τόσο ψεύτικες που ποτέ δεν είχαμε αντιληφθεί. Κι όμως, φέτος αυτό που διαπίστωσα ήταν η ανάγκη να συναντηθούμε με ανθρώπους αγαπημένους και να ανταλλάξουμε ειλικρινείς ευχές. Να πούμε το σ' αγαπώ σε πρόσωπα δικά μας και να φιλήσουμε τους πάντες. Αυτή η επιθυμία ήταν εμφανής στα πρόσωπα των ανθρώπων που συνάντησα χθες το βράδυ στα μπαλκόνια. Αρχικά επικρατούσε ένα μούδιασμα καθώς δε ξέραμε πως να συμπεριφερθούμε. Όλοι κοιτιόμασταν μεταξύ μας περιμένοντας την τυχαία συνάντηση των βλεμμάτων μας. Κι όταν αυτό έγινε, άρχισαν οι πρώτες ευχές. Και με μιας η γειτονιά που μέχρι χθες ήταν απρόσωπη κι αντικοινωνική, μετατράπηκε σε μια μεγάλη παρέα. Ευχές, χαμόγελα, συζητήσεις και προσφωνήσεις γειτόνων χρησιμοποιώντας το μικρό τους όνομα. Μια εικόνα ονειρική, πανανθρώπινη κι άκρως επαναστατική για τα δεδομένα της Αθήνας. Μια εικόνα που ευελπιστώ πως θα διατηρηθεί όταν επιστρέψουμε ξανά στην κανονικότητά.
Ίσως τελικά χθες να ζήσαμε την ανάσταση του ανθρώπου που χρόνια κρύβουμε μέσα μας ναρκωμένο κι αδρανή.... 

Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Η Μάχη του Αλγερίου (1966)


Έχοντας γράψει πρόσφατα ένα κείμενο για τον "Ξένο" του Λουκίνο Βισκόντι, μου προτάθηκε μία ακόμη ταινία σχετικά με την ιστορία της Αλγερίας και την εξέγερσή της κατά της γαλλικής αποικιοκρατίας. Έχοντας ακούσει και σε παλιότερες κινηματογραφοφιλικές συζητήσεις διάφορες απόψεις για την "Μάχη του Αλγερίαου", αναρωτήθηκα αν θα με άγγιζε ως έργο. Οι όποιες αμφιβολίες μου τελικά διαλύθηκαν από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας. Μάλιστα όσο η ιστορία προχωρούσε τόσο η αγωνία μου ανέβαινε σε μεγάλο βαθμό, φτάνοντας με σε μια πρωτόγνωρη συναισθηματική φόρτιση καθώς παρακολουθούσα τα τελευταία συγκλονιστικά λεπτά της ταινίας. 
Η ταινία ξεχωρίζει για την άψογη δόμηση της που στήνεται κομμάτι κομμάτι, κάνοντας κατανοητή τόσο την οργάνωση και τη δράση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου της Αλγερίας όσο και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των Γάλλων που επεδίωξαν να επαναφέρουν την τάξη στην τότε αποικία τους. Αυτό όμως που θαύμασα ακόμη περισσότερο στη συγκεκριμένη ταινία είναι τα άψογα πλάνα της τόσο από τον ανταρτοπόλεμο στην πόλη όσο κι από την λαϊκή εξέγερση τα οποία αρχικά υπέθεσα πως είναι ιστορικά ντοκουμέντα. Οπότε ήταν μεγάλη η έκπληξή μου όταν έμαθα μετά την προβολή της ταινίας πως κι αυτά ήταν σκηνοθετημένα. Και μόνο για τη τόσο ρεαλιστικότατη σχεδόν αληθοφανή αναπαράσταση του ανταρτοπόλεμου των εξεγερθέντων Αλγερινών, θεωρώ πως η συγκεκριμένη ταινία είναι ένα από τα σημαντικότερα φιλμ της ιστορίας του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. 
Η ιστορία ξεκινάει από τις αρχές του ανταρτοπόλεμου, συγκεκριμένα από την 1η Νοέμβρη του 1954 με την προκήρυξη του FLN για ανεξαρτησία. Στις πρώτες αντιδράσεις των κατοίκων, η αστυνομία θα ανταποκριθεί με τακτικούς ελέγχους αλλά και στη μετατροπή της Κάσμπα, της συνοικίας που ήταν πάνω στα κάστρα του Αλγερίου,  σε γκέτο ώστε να προστατευθεί η παραλιακή ευρωπαϊκή συνοικία. Μια αποικιοκρατική απόφαση που θα οδηγήσει στις τυφλές εκτελέσεις αρκετών Γάλλων αστυνομικών. Σ' αυτήν την εξέλιξη, ο αρχηγός της αστυνομίας θα αντιδράσει με μια πράξη ωμής αντεκδίκησης τοποθετώντας βόμβα σε μια αραβική συνοικία, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα να χαθούν πολλοί άμαχοι. Από εκείνη τη στιγμή αρχίζει ο ανεξέλεγκτος χορός της απροκάλυπτης βίας με το FLN να ανταπαντά στέλνοντας τρεις γυναίκες καμικάζι να ανατινάξουν δύο καφέ και τα γραφεία της Air France που βρίσκονται στην ευρωπαϊκή συνοικία του Αλγερίου. 
Το Αλγέρι μετατρέπεται αμέσως σε ένα πεδίο μάχης όπου το αίμα κι από τις δυο πλευρές ρέει άφθονο. Οι Αλγερινοί μετά από παρότρυνση του FLN κατεβαίνουν σε καθολική απεργία ενώ η Γαλλία στέλνει εκστρατευτικό στρατιωτικό σώμα με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Ματιέ ο οποίος ήταν γνωστός για τη σκληρότητά του αλλά και τα βασανιστήρια που έκανε σε όσους έπιανε. Τελικώς η απεργία όχι μόνο αποτυγχάνει παταγωδώς αλλά γίνεται αφορμή να αποκαλυφθούν όλα τα ηγετικά μέλη της FLN και να πέσουν στα χέρια του γαλλικού στρατού κατοχής. Η μάχη ολοκληρώνεται με την ανατίναξη του τελευταίου ηγετικού στελέχους και τριών συντρόφων του που είναι κρυμμένοι στο κρησφύγετό του. Όμως ο αγώνας που έδωσαν αυτοί οι άνθρωποι δε πήγε χαμένος καθώς δυο χρόνια μετά τις μάχες στο Αλγέρι, η συντριπτική πλειοψηφία του αλγερινού λαού ξεσηκώθηκε για ανεξαρτησία ενώ την ίδια περίοδο στη Γαλλία ξεκινούσε ένα κίνημα για την απόσυρση του στρατού κάτι που τελικά πραγματοποιήθηκε το 1962.




Πριν ξεκινήσω να μνημονεύω την ταινία, θα ήθελα να μιλήσω για το βιβλίο του Saadi Yacef «Αναμνηστικά από τη Μάχη του Αλγερίου» στο οποίο βασίστηκε ο Ιταλός σκηνοθέτης Τζίλο Ποντεκόρβο. Ο Saadi Yacef υπήρξε ιδρυτικό μέλος του FLN και συμμετείχε στις μάχες που πραγματοποιήθηκαν στο Αλγέρι μέχρι που πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Γάλλους και καταδικάστηκε σε θάνατο. Τελικά του δίνεται χάρη από τη γαλλική κυβέρνηση μετά την επιστροφή του Ντε Γκωλ στην εξουσία το 1958. Η ποινή του, που ήταν τρεις εις θάνατο, μετατρέπεται σε ισόβια και μεταφέρεται από την Αλγερία στην Γαλλία, όπου και γράφει τα απομνημονεύματα του. Μετά την απελευθέρωσή του και με την υποστήριξη και την ενίσχυση της Αλγερινής κυβέρνησης, ιδρύει την εταιρία παραγωγής, Casba Films και γίνεται συμπαραγωγός σε πολλές ταινίες, μέσα σε αυτές και το "Ξένο" του Λουκίνο Βισκόντι. Λίγα χρόνια αργότερα συναντιέται με τον σκηνοθέτη Τζίλο Ποντεκόρβο κι αποφασίζουν να μεταφέρουν τα απομνημονεύματά του στον κινηματογράφο. Μάλιστα ο ίδιος υποδύθηκε τον εαυτό του στη συγκεκριμένη ταινία. 
Και μιας κι έθιξα το θέμα του πρωταγωνιστικού ρόλου, θα ήθελα να επισημάνω πως όλοι οι ηθοποιοί της ταινίας ήταν ερασιτέχνες πέρα από τον συνταγματάρχη Ματιέ που τον υποδύεται ο Γάλλος ηθοποιός Jean Martin, ο οποίος κατά βάση ήταν ηθοποιός θεάτρου κι είχε χάσει πολλές δουλειές, καταδικάζοντας τις δράσεις της κυβέρνησης του στην Αλγερία. Πολλοί από τους υπόλοιπους ηθοποιούς στην ταινία ήταν αγωνιστές της αντίστασης ενώ αρκετοί κομπάρσοι επιλέχτηκαν με βάση τα χαρακτηριστικά τους θέλοντας με αυτόν τον τρόπο οι συντελεστές να δώσουν μια σκληρή εικόνα της άγριας καταστολής που υπέστη ο εξεγερμένος αλγερινός λαός. 
Ένα ακόμη στοιχείο που κάνει μοναδική τη συγκεκριμένη ταινία είναι πως γυρίστηκε στα πραγματικά πεδία των μαχών. Στενά καλντερίμια, κλειστοφοβικά αίθρια και ταράτσες που επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Μία παλιά πόλη που μετατράπηκε σε πεδίο άγριων συμπλοκών. Μάλιστα βρήκα ανατριχιαστική την εικόνα του ελικοπτέρου που πετά χαμηλά και φαίνεται στιγμιαία από ένα στενό άνοιγμα κάποιων κτιρίων. Οι σκηνές με τις εκρήξεις είναι τόσο ζωντανές κι ο τρόμος στα πρόσωπα των ηθοποιών ενισχύει την δική μας αγωνία ως θεατές. Συγκλονιστικές ήταν οι βομβιστικές επιθέσεις των Αλγερινών αλλά περισσότερο συνταρακτικές ήταν οι σκηνές με τα βασανιστήρια που ασκούσε ο γαλλικός στρατός σε όσους έπιανε και προσπαθούσε να αποσπάσει πληροφορίες. 
Επίσης θα θελα να μνημονεύσω την εξαιρετική μουσική της ταινίας που επιμελήθηκε ο αγαπημένος Ιταλός συνθέτης Έννιο Μορικόνε, ο οποίος κατάφερε να δημιουργήσει έναν συνδυασμό του Μπαχ με τη μουσική των Βεδουίνων και την τζαζ του ’50, προσφέροντας ένα από τα καλύτερα κινηματογραφικά soundtrack. Αλλά ακόμη κι εκεί που τα πλάνα δεν είναι μουσικά ντυμένα, έρχονται οι κραυγές των γυναικών, οι θρήνοι των Αλγερινών, οι ήχοι των πυρών και οι εκρήξεις των βομβών να παίξουν ένα εναλλακτικό είδος μουσικής.
  



Όμως σ' αυτό που επικεντρώθηκα ήταν στις σκληρές αλήθειες που ακούστηκαν κατά τη διάρκεια της ταινίας. Σε κάποια στιγμή πάνω στη ταράτσα μιλούν δύο από τα ιδρυτικά μέλη του FLN. Φεύγοντας ο ένας (ο οποίος για έναν αδιευκρίνιστο λόγο μου θύμιζε τον Νίκο Πλουμπίδη) λέει στο σύντροφό του το εξής: "Είναι δύσκολο να ξεκινήσεις μια επανάσταση κι ακόμα πιο δύσκολο να την κρατήσεις. Όμως είναι δυσκολότερο να νικήσεις. Κι αν νικήσεις τότε αρχίζουν τα δύσκολα". Με αυτά τα λόγια δημιουργείται αμέσως το ερώτημα "για ποιο λόγο να κυνηγήσει κανείς την ανεξαρτησία του;". Κι όμως η συγκεκριμένη ταινία το απαντάει με τον πιο δυνατό τρόπο. Είναι η αξιοπρέπεια κι η ελευθερία που οδηγούν τον κάθε λαό. Κι αυτές οι δυο σημαντικές αξίες απαιτούν ευθύνες και καθημερινούς αγώνες. Δεν είναι τυχαίο που οι άβουλοι, οι βολεμένοι, οι τεμπέληδες κι οι καλοπερασάκηδες αποζητούν τα καθεστώτα και την υποδούλωση σε ξένους. 
Επίσης πολύ δυνατοί είναι οι διάλογοι των δημοσιογράφων με τον συνταγματάρχη Ματιέ, όπου εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η στιγμή που ο αξιωματικός ξεσπάει επειδή τον αποκαλούν φασίστα δηλώνοντας πως στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ο ίδιος πολέμησε τους ναζί. Κι όμως σε έναν πόλεμο κανείς δεν είναι άγιος. Ακόμη τα τέρατα του ναζισμού δε μπορούν να κρύψουν τις σφαγές των αποικιοκρατών σε χώρες της Αφρικής και της Ασίας. Εξάλλου η δράση του γαλλικού στρατού κατοχής αποδεικνύει πως έχει μαθητεύσει καλά από τις αντίστοιχες γερμανικές δυνάμεις. 
Από τον ίδιο το συνταγματάρχη ακούμε κι άλλες άβολες αλήθειες ειδικά όταν διώχνει έναν αιχμάλωτο που απαντάει σε ερωτήσεις δημοσιογράφων λέγοντας πως δε πρέπει να μεταφερθούν στον υπόλοιπο κόσμο πληροφορίες από την αντίπαλη πλευρά, ή όταν ζητάει από τους δημοσιογράφους να κάνουν σωστά τη δουλειά τους, εννοώντας την παραπληροφόρηση. Ενώ επίσης ήταν εξαιρετική η δήλωσή του για τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ, λέγοντας πως τον θεωρεί εχθρό του θεωρώντας λυπηρό που δε βρίσκεται στη δική του πλευρά. 
Παρόλο που στην ταινία απονεμήθηκε το «Χρυσό Λιοντάρι» και το Βραβείο των Κριτικών στο Φεστιβάλ Βενετίας του 1966, ενώ ήταν επίσης υποψήφια και για τρία Οσκαρ: Καλύτερης Σκηνοθεσίας, Καλύτερου Σεναρίου και Καλύτερης Ξένης Ταινίας, οι γαλλικές κυβερνήσεις την είχαν απαγορεύσει μέχρι το 1971. Μάλιστα η πρώτη προβολή της στο Παρίσι (μια λογοκριμένη έκδοση που κατέβηκε αμέσως) σημαδεύτηκε από συγκρούσεις και διαδηλώσεις από ακροδεξιούς της OAS Algerie (Οργάνωση Μυστικού Στρατού Αλγερίας) με την αστυνομία ενώ επίσης είναι εντυπωσιακό που προβλήθηκε για πρώτη φορά στη γαλλική τηλεόραση μόλις το 2004. Κάτι ακόμη αξιοσημείωτο είναι πως η συγκεκριμένη ταινία προβλήθηκε το 2003 στο Πεντάγωνο με αφορμή την εισβολή του αμερικανικού στρατού στο Ιράκ κι είχε αποδέκτες αξιωματικούς του στρατού κι ειδικούς επί πολεμικών θεμάτων υπό τον ηχηρότατο τίτλο «Πώς να κερδίσετε τη μάχη κατά της τρομοκρατίας και να χάσετε τον πόλεμο των ιδεών».
Μετά το τέλος της ταινίας αναρωτήθηκα πως κατάφερε ο Τζίλο Ποντεκόρβο να σκηνοθετήσει ένα τόσο αληθινό έργο. Πως κατάφερε να με μπερδέψει πιστεύοντας πως βλέπω πραγματικά ντοκουμέντα ενώ τελικά ήταν όλα άρτια σκηνοθετημένα από τον ίδιο. Πως κατάφερε τόσο πιστά να συλλάβει και να αποδώσει, το πώς είναι να αγωνίζεται κανείς για την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα του.
Η "Μάχη του Αλγερίου" είναι ένα αξεπέραστο αντιπολεμικό αριστούργημα που τότε ενόχλησε έντονα αλλά έκτοτε έμεινε στην ιστορία ως ένα άριστο κινηματογραφικό διαμάντι που διδάσκει τον αγώνα για την ελευθερία του κάθε λαού αλλά και του κάθε ανθρώπου.

Βαθμολογία: 10/10

Δευτέρα 13 Απριλίου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Το Πνεύμα του Μελισσιού (1973)


Οι σπουδαίες ταινίες μπορούν να κερδίσουν και τους πιο απαιτητικούς θεατές για την ουσία και την ιστορία που κουβαλούν και παρουσιάζουν. Υπάρχουν όμως και ταινίες που είναι άκρως ποιητικές, καταφέρνοντας να χωθούν στις κινηματογραφόφιλες καρδιές μας χάρις στη μυσταγωγική τους αύρα και την άκρως νοσταλγική τους ατμόσφαιρα. Όμως στην ονειρική ταινία του Βίκτορ Ερίθε υπάρχει ένας ακόμη λόγος για να την λατρέψει κάποιος για πάντα κι αυτός δεν είναι άλλος από τα βαθιά γλυκά μαύρα μάτια της μικρής Άννας. 
Παρόλο που γύρισε μόνο τρεις ταινίες, ο Βίκτορ Ερίθε θεωρείται ως ένας από τους σπουδαιότερους Ισπανούς σκηνοθέτες. Τον ανακάλυψα σε μία από τις όμορφες θερινές προβολές του Open Air Festival, στην κατάμεστη αυλή του Νομισματικού Μουσείου όπου προβλήθηκε ο "Νότος" με πρωταγωνιστή τον αγαπημένο μου ηθοποιό Ομέρο Αντονούτι. Παρόλο που είχα μαγευτεί τόσο πολύ απ' αυτήν την ταινία, χρειάστηκαν να περάσουν τρία χρόνια για να δω μια από τις άλλες δύο που έχει σκηνοθετήσει. Το "Πνεύμα του Μελισσιού" με κράτησε καθ' όλη τη διάρκειά του σε μια πρωτόγνωρη συναισθηματική και νοσταλγική έξαρση. Υπάρχει όμως ένας ακόμη λόγος που με κάνει να δώσω επιπλέον αξία στη συγκεκριμένη ταινία, κι αυτός είναι ότι γυρίστηκε κατά τη διάρκεια της ισπανικής δικτατορίας, κάτι που ανάγκασε τον Ισπανό σκηνοθέτη να βρει ευφάνταστες διεξόδους δίνοντας έμφαση κυρίως σε συμβολισμούς μέσω των προσώπων και των γεγονότων. 
Η ιστορία μας γυρνάει λίγο μετά το τέλος του ισπανικού εμφυλίου όπου οι φασίστες έχουν επικρατήσει κι η δικτατορία του Φράνκο μόλις ξεκινά. Σε ένα χωριό της Καστίλης όπου στην είσοδό του ξεχωρίζει το περιβόητο σήμα των φαλαγγιτών, σου δίνεται η αίσθηση πως έχει πέσει μια κοινωνική νάρκωση. Μόνο οι φωνές των παιδιών ακούγονται καθώς ενθουσιασμένα τρέχουν πίσω από ένα φορτηγό που κουβαλάει μπομπίνες προβολής ταινιών. Αμέσως γίνεται φανερό πως ο κινηματογράφος είναι μια παροδική έξοδος για τους εγκλωβισμένους κατοίκους των χωριών αλλά και τους εγκλωβισμένους πολίτες των δικτατορικών καθεστώτων. Έπειτα δεν είναι τυχαίο που ως ταινία στο χωριό έχει επιλεχθεί να προβληθεί ο Φρανκενστάιν του James Whaleτου καθώς ένα αντίστοιχο τέρας προσπαθούσαν εκείνην την περίοδο  να εδραιώσουν οι φασίστες στην Ιβηρική χερσόνησο. Μάλιστα δε βρήκα καθόλου τυχαία τα λόγια του παραγωγού που ζητά από τους θεατές να μην πάρουν στα σοβαρά την ταινία κάτι που μου θύμισε έντονα το εναρκτήριο λόγο του θρυλικού θεατρικού έργου το "Μεγάλο μας Τσίρκο" του Ιάκωβου Καμπανέλλη που παίχτηκε κατά τη διάρκεια της εγχώριας χούντας.  




Τον ίδιο λήθαργο που υπάρχει στην ισπανική κοινωνία, τον συναντάμε ξανά στην οικογένεια των δυο κοριτσιών. Ο πατέρας είναι προσηλωμένος σε μια μελέτη για τη ζωή και την εργασία των μελισσών μέσα στις κυψέλες κι η μάνα στέλνει γράμματα σε έναν χαμένο στρατιώτη, πιθανότατα κάποιον παλιό εραστή της. Δεν τους βλέπουμε ποτέ να μιλούν μεταξύ τους κάτι που φανερώνει το μεγάλο χάσμα που επικρατεί στο ζευγάρι. Νιώθοντας μια απροσδιόριστη μοναξιά, τα δυο κορίτσια θα αρχίσουν να ζουν με τη φαντασία τους, προσπαθώντας μ' αυτόν τον τρόπο να προστατεύσουν την αγνότητά τους σε έναν κόσμο βάρβαρο κι απάνθρωπο. Η φαντασία της μικρής Άννας διογκώνεται περισσότερο όταν βλέπει την ταινία του Φρανκενστάιν κι αρχίζει να συζητά με την αδελφή της Ιζαμπελ για το θάνατο του τέρατος. Απορημένη αν είναι όλα αυτά αλήθεια και αν το τέρας ζει η πέθανε, η Ιζαμπέλ θα της εξηγεί πως δεν πέθανε κανείς, πως όλα είναι ψέματα και πως το πνεύμα του τέρατος βρίσκεται σε ένα απομακρυσμένο στάβλο κι εμφανίζεται όποτε εκείνο το επιθυμεί αφού πρώτα το καλέσει κάποιος. 
Αρχίζοντας λοιπόν η μικρή να αναζητά το δικό της πνεύμα, θα συναντήσει έναν παρτιζάνο που έχει κρυφτεί στο στάβλο κοντά στο χωριό τους. Η μικρή θα τον προσεγγίσει παίρνοντας παράδειγμα την αθώα κινηματογραφική συνάντηση ενός μικρού κοριτσιού με το τέρας του Φρανκενστάιν και θα του τείνει ένα μήλο, προσφέροντας μια άκρως συγκινητική στιγμή όπου παρουσιάζεται η αμόλυντη ανθρώπινη πλευρά των παιδιών που μπορούν να καθυποτάξουν κάθε μορφή φόβου. Πιστεύοντας όμως στην αθανασία των πνευμάτων, θα ρθει αντιμέτωπη με την ζοφερή πραγματικότητα καθώς η φασιστική πολιτικοφυλακή θα βρει τον παρτιζάνο και θα τον σκοτώσει. 
Η μικρή Άννα συναντώντας για πρώτη φορά το θάνατο, θα το σκάσει σε μια απέλπιδα προσπάθεια να διασώσει τον αθώο της κόσμο. Τότε συνειδητοποιεί πως οι πορείες των ανθρώπων οδηγούν στον σκληρό ρεαλισμό επιφέροντας τον αργό θάνατο του ονειρικού παιδικού μας κόσμου. Ένα θάνατο που γινόμαστε ξανά μάρτυρες μέσα απ' αυτήν την ταινία κι επιβεβαιώνεται μέσα από τα λόγια του γιατρού στο τέλος που δηλώνει πως η μικρή Άννα πέρασε ένα ισχυρό σοκ αλλά αργά και σταθερά θα ξεχάσει.  



Η ταινία είναι ένα ταξίδι μύησης στη βίαιη ενηλικίωσης και μια μυσταγωγία ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία αλλά και μια ματιά στη μοναξιά των μελών της κυψέλης. Δεν είναι τυχαίο που τα παράθυρα του σπιτιού έχουν κυψελοειδή διακοσμητικά στοιχεία και το σέπια φίλτρο που καλύπτει τα πλάνα έχει το χρώμα του μελιού. Μέσα στην βουβή απομόνωση των μελών της οικογένειας ξεκινάει ένας βαθύς στοχασμός αλλά και μια νοσταλγική κι άκρως συγκινητική εξερεύνηση της παιδικής μας μνήμης ενώ από κάθε πλάνο ξεπηδούν απανωτά ερωτήματα που ποτέ δε μπήκαμε στον κόπο να απαντήσουμε.
Το "Πνεύμα του Μελισσιού" είναι ένα λυρικό αερικό που κινείται ελεύθερο σε μια χώρα γονατισμένη από τον φασισμό. Είναι ένα ποιητικό έργο που ζητάει από τον καθένα μας να ρίξουμε μια καθαρή κι αγνή ματιά προς το δικό μας παρελθόν για να θυμηθούμε εκείνες τις στιγμές που όλα όσα ζούσαμε κι ανακαλύπταμε φαίνονταν τόσο μαγικά. Παράλληλα είναι ένα γλυκόπικρο κατηγορώ του σκηνοθέτη προς όλους αυτούς τους φασίστες που έβαλαν στο γύψο δυο ολόκληρες γενιές, καταστρέφοντας τα όνειρα και τις πολύτιμες στιγμές πολλών συμπατριωτών του.
Όσο για τις μεθυστικές εικόνες της ταινίας του Βίκτορ Ερίθε, είναι δημιούργημα του διευθυντή φωτογραφίας Λουίζ Κοντράδο, ο οποίος εκείνη την περίοδο είχε αρχίσει να χάνει το φως του εξαιτίας ενός όγκου στον εγκέφαλο μ' αποτέλεσμα να δίνει σχεδόν τυφλός οδηγίες για τους φωτισμούς αφού πρώτα άκουγε την περιγραφή των σκηνών από τον βοηθό του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να απολαύσουμε υπέροχα πλάνα όπου η ποίηση παντρεύεται με την εικόνα και τα καλαίσθητα κάδρα με έναν πρωτόγνωρο ονειρικό φωτισμό που αγκαλιάζει με υπέροχους χρωματικούς τα πρόσωπα της ιστορίας.
Επίσης θα θελα πολύ να μνημονεύσω το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας καθώς η Άννα Τόρεντ προσφέρει μια εκπληκτική ερμηνεία που σπανίως συναντώ σε ρόλους μικρών παιδιών. Το μελαγχολικό της βλέμμα, οι μικρές όλο χάρη κινήσεις της και τα γλυκά της λόγια κατάφεραν τόσο εύκολα να με κάνουν να την λατρέψω. Δε γίνεται όμως να μην αναφερθώ στις εξαιρετικές ερμηνείες και των υπολοίπων συντελεστών, οι οποίοι έδωσαν μια ζεστή αύρα στην ταινία προσφέροντας τα μικρά τους ονόματα στα πρόσωπα που ερμήνευσαν.
Αυτό που δημιουργεί ένα επιπλέον μυστήριο στην ήδη μυσταγωγική αύρα της ταινίας είναι τα αναπάντητα ερωτήματα που αφήνει στο τέλος όπως τα ερωτικά μηνύματα της μάνας που δε ξέρουμε σε ποιον τα στέλνει ή τη φυγή του πατέρα με την άμαξα όπου δε ξέρουμε που πάει. Όπως επίσης την εμμονή του με τις μέλισσες και τη διάθεσή του να κλειδώνεται σε ένα δωμάτιο με μια πλούσια βιβλιοθήκη. Άραγε ήταν πάντα μελισσοκόμος ή κάτι άλλο που δε θα το μάθουμε ποτέ; Όπως επίσης είναι περίεργη η αστική μορφή της οικογένειας παρόλο που ζει σε ένα μικρό χωριό. Ίσως είναι λεπτομέρειες που ως παιδιά δε θα δίναμε κι εμείς την ανάλογη σημασία που δίνουμε σήμερα. Αντιθέτως μαγευόμασταν με πιο αγνά πράγματα όπως οι βόλτες στο δάσος όπου μαθαίναμε ποια μανιτάρια είναι δηλητηριώδη και ποια μπορούμε να φάμε ή δείχνοντάς μας μια βουνοπλαγιά λέγοντάς μας πως κάποια στιγμή θα μπορέσουμε να την επισκεφθούμε. Μία υπόσχεση που μας φέρνει πιο κοντά σε ένα μέλλον που κυνηγάμε.
Μέσα σ' όλα αυτά τα χρόνια που ασχολούμαι με τον κινηματογράφο, έχω διαπιστώσει πως υπάρχουν κινηματογραφικά αριστουργήματα που όλοι γνωρίζουμε κι αγαπάμε αλλά υπάρχουν και κάποια αθόρυβα διαμαντάκια που είναι γνωστά μόνο σε λίγους τυχερούς, με το "Πνεύμα του Μελισσιού" να είναι ένας απ' αυτούς τους κρυμμένους θησαυρούς. Ένας μαγευτικός ύμνος για την παιδική ηλικία  που περνά και χάνεται...

Βαθμολογία: 8/10

Σάββατο 11 Απριλίου 2020

Καλό σας ταξίδι κύριε Περικλή Κοροβέση


Τρεις βδομάδες πριν φύγω για το ταξίδι που είχα οργανώσει με τους φίλους μου για Κάτω Ιταλία και Σικελία, είχα μια πρόταση από τον εκδοτικό μου οίκο να παρουσιάσω το τρίτο μου βιβλίο στο βιβλιοπωλείο "Επί Λέξει" που βρίσκεται στην Ακαδημίας. Δέχτηκα με μεγάλη χαρά την πρόταση αυτή αλλά είχα έναν περιορισμένο χρόνο να βρω ομιλητές για το βιβλίο μου. Αμέσως επεδίωξα να επικοινωνήσω με τον κ. Περικλή Κοροβέση που πέρα απ' τον σεβασμό που του είχα για την ιστορία του και τον αντιδικτατορικό του αγώνα ήμουν και φανατικός αναγνώστης της αρθρογραφικής του στήλης στην Εφημερίδα των Συντακτών. Ξέροντας πως δεν έχει κινητό ή κάποιον αριθμό που θα μπορούσα να τον καλέσω, του έστειλα ένα προσωπικό μήνυμα στο προσωπικό του mail που αναγραφόταν στα άρθρα του. 
Οι μέρες όμως περνούσαν κι οι προσδοκίες μου μειώνονταν όλο και πιο πολύ. Μέχρι που ένα ζεστό απόγευμα την ώρα που χαλάρωνα στο μπαλκόνι σχεδιάζοντας το πρόγραμμα του ταξιδιού, χτύπησε το τηλέφωνο. Έγειρα στην οθόνη κι είδα βιαστικά έναν αριθμό σταθερού τηλεφώνου κι αμέσως ο νους μου πήγε στις ενοχλητικές διαφημίσεις διαφόρων ιδιωτικών εταιριών οπότε σκέφτηκα να το αποφύγω. Όμως τελευταία στιγμή μια απροσδιόριστη αίσθηση με έσπρωξε να το σηκώσω. Τότε άκουσα από την άλλη άκρη της γραμμής μια βραχνή αυστηρή φωνή. "Ο κύριος Χατζελένης;" με ρώτησε ευγενικά. "Ο ίδιος" απάντησα προσπαθώντας να καταλάβω από που γνωρίζω αυτή τη φωνή. "Περικλής Κοροβέσης στο τηλέφωνο" μου είπε κι αμέσως ένιωσα να χάνω το έδαφος κάτω από τα πόδια μου. Δε μπορούσα να συγκρατήσω τον ενθουσιασμό μου που μιλούσα μαζί του πόσο μάλλον που μου τηλεφώνησε για την παρουσίαση του βιβλίου. 
Αντιλαμβανόμενος τη συναισθηματική μου έξαρση, προσπάθησε να με κατευνάσει λέγοντάς μου πως δεν μπορεί να μου απαντήσει θετικά ή αρνητικά αν δε διάβαζε πρώτα το βιβλίο αλλά και να δει το πρόγραμμά του για 'κείνη τη μέρα που είχε οριστεί η παρουσίαση. Έτσι δώσαμε ραντεβού την επόμενη μέρα στο χώρο των "Εκδόσεων των Συναδέλφων" όπου θα παρουσίαζε εκεί ένα άλλο βιβλίο, συγκεκριμένα τους "Ταριχευτές του Λένιν". Μετά το πέρας της παρουσίασης καθίσαμε στο χώρο και συζητήσαμε τόσο για το δικό μου βιβλίο όσο και για τους "Ανθρωποφύλακες" το οποίο είχα πάρει μαζί μου για να μου το υπογράψει. Φεύγοντας, θυμάμαι που μου κούνησε το βιβλίο μου στον αέρα λέγοντάς μου "θα δω το πρόγραμμά μου και θα σου πω αν θα μπορέσω να στο παρουσιάσω". Ήταν λογικό πως ήθελε πρώτα να διαβάσει το βιβλίο για να αποφασίσει αν θέλει να μου το παρουσιάσει ή όχι. Έκτοτε άρχισε μια μικρής διάρκειας περίοδος γεμάτη αγωνία μέχρι να δεχτώ το κρίσιμο τηλεφώνημά του. Αισθανόμουν πως περνούσα από κάποια σημαντική εξέταση κι ανέμενα τα αποτελέσματα. 
Τελικά με ξαναπήρε τηλέφωνο λίγες μέρες πριν την αναχώρηση για την Ιταλία. Άκουσα ξανά τη βραχνή του φωνή και μεμιάς ο χρόνος σταμάτησε περιμένοντας να ακούσω την απόφασή του. "Κύριε Χατζελένη μπορείτε να με υπολογίζετε για την παρουσίαση του βιβλίου σας". Η χαρά που ένιωσα εκείνη τη στιγμή δε μπορεί να συγκριθεί με άλλες χαρές που έχω αισθανθεί στην μέχρι τώρα ζωή μου. 
Δύο βδομάδες μετά το ταξίδι συναντηθήκαμε ξανά στο βιβλιοπωλείο "Επί Λέξει". Μαζί μας ήταν ο σκηνοθέτης Δήμος Αβδελιώδης κι η συγγραφέας Πέλα Σουλτάνου που μου έκαναν την τιμή να παρουσιάσουν το βιβλίο μου. Το λόγια του γλυκά και οικεία. Ένιωθα τόσο όμορφα έχοντας δίπλα μου αυτόν τον άνθρωπο να μιλάει για μένα. Στεκόμουν στην άκρη του τραπεζιού και προσπαθούσα να συγκρατήσω την κάθε του λέξη συγκινησιακά φορτισμένος.
Μετά το τέλος της παρουσίασης, μας πρότεινε να πιούμε ένα ποτό. Οι υπόλοιποι δε μπορούσαν να ακολουθήσουν κι έτσι βρεθήκαμε σε ένα κοντινό μπαρ να συζητάμε όλο το βράδυ για τη ζωή, τον έρωτα και την καύλα. Πόσο πολύ του άρεσε αυτή η λέξη. Την επαναλάμβανε και γέμιζε το στόμα του από απόλαυση και χαρά. Μετά από τόσα βασανιστήρια, τόσες διώξεις και τόσους αγώνες, είχε συνειδητοποιήσει πως το μεγαλύτερο θαύμα στη ζωή είναι ο έρωτας κι η αγάπη. Παράλληλα όμως οφείλουμε να 'μαστε φύλακες της μνήμη. Δε ξεχνάμε τα δεινά, δε συγχωρούμε τους εγκληματίες, δεν επιτρέπουμε σε κανέναν να μας θεωρεί μαλάκες. Κοιτάμε μπροστά και κάνουμε πέρα κάθε τοξικό άνθρωπο διότι η ζωή είναι μικρή για να την χαραμίζουμε στον κάθε τυχάρπαστο. 
Εκείνη τη μέρα έζησα στιγμές μοναδικές γεμάτες ζεστασιά, ειλικρίνεια κι οικειότητα με έναν άνθρωπο που είχα πολύ ψηλά στην εκτίμησή μου. Στιγμές που με τα χρόνια έμειναν άσβεστες στη μνήμη μου. Στιγμές που μετά απ' το σημερινό του φευγιό αποκτούν μια άλλη αξία μέσα στην καρδιά μου.
Θα θελα με τη σειρά μου να αποχαιρετήσω τον κύριο Περικλή Κοροβέση με ένα ποίημά του που μου θύμισε εκείνο το βράδυ. Ένα ποίημα που το χω κρατήσει ως κανόνα ζωής.

Δεν υπάρχει κελί που να μην τρυπιέται. 
Δεν υπάρχει φυλακή που δεν μπορείς να δραπετεύσεις. 
Δεν υπάρχει σκλαβιά που να εμποδίζει την ελευθερία σου. 
Όλα είναι στο κεφάλι σου. 
Σπάσ’ το και πέτα. 
Ο ουρανός είναι απέραντος. 
Υπάρχει μια γωνιά που σε περιμένει∙ βρες την.


Καλό σας ταξίδι αγαπητέ κύριε Περικλή Κοροβέση

Πορτραίτο του Περικλή Κοροβέση στο βιβλιοπωλείο "Μωβ Σκίουρος"


Μπορείτε να δείτε την παρουσίαση του βιβλίου μου "Εντεύθεν" που πραγματοποιήθηκε στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει στις 3 Μαΐου του 2017 εδώ

Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

Οχρίδα, μια πόλη γεμάτη βυζαντινές εκκλησιές



Ένας λόγος που επέλεξα να φτιάξω ένα ξεχωριστό φωτογραφικό βίντεο για τις εκκλησίες της Οχρίδας, είναι η πλούσια ποικιλία στοιχείων του βυζαντινού πολιτισμού και της βυζαντινής ιστορίας που υπάρχουν στη συγκεκριμένη πόλη αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της λίμνης.
Ένα από τα σημαντικότερα μνημεία είναι ο ναός της Αγίας Σοφίας, που έχει χτιστεί τέσσερις φορές στο ίδιο σημείο. Πρόκειται για μια εκκλησία ρυθμού μεγάλης βασιλικής, με τοιχογραφίες του 11ου και 14ου αιώνα που εντυπωσιάζει με την πλούσια συλλογή αρχιτεκτονικών σπαραγμάτων που βρίσκονται εντοιχισμένα στην πρόσοψή της ενώ στο εσωτερικό της μαγεύτηκα τόσο από το μυσταγωγικό φωτισμό που προκαλούν τα παράθυρά της όσο και για τις υψηλής τεχνικής τοιχογραφίες της, ειδικά με τη μορφή της καθισμένη Παναγία στην κόγχη του ιερού. Στο εσωτερικό του ναού έχει διατηρηθεί επίσης ένας τουρκικός άμβωνας από την εποχή που ναός είχε μετατραπεί σε τζαμί. Για καλή μας τύχη βρεθήκαμε εκείνη την ώρα μόνοι μας μες στο να ναό κάτι μου μας έδωσε την δυνατότητα να προσεγγίσουμε τις τοιχογραφίες και να απολαύσουμε τις μικρές λεπτομέρειες των μορφών αλλά και τα σημάδια από τις συντηρήσεις που είχαν πραγματοποιηθεί πάνω τους. 
Μετά τη βόλτα μας στο ξύλινο μονοπάτι της λίμνης και τα στενά σοκάκια της γειτονιάς των ψαράδων, βρεθήκαμε στο όμορφο εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη που χτισμένο στα απόμερα και ψηλά βράχια που ξεπετάγονται στο τελείωμα της συνοικίας των ψαράδων, βρίσκεται σε ιδανικό σημείο απ' όπου μπορεί κανείς να απολαύσει ολόκληρη την ακτογραμμή της λίμνης. Οι απότομοι βράχοι που πέφτουν σχεδόν κατακόρυφα στα νερά, δίνουν στους επισκέπτες την αίσθηση πως πετάνε πάνω απ' αυτό το ονειρικό τοπίο που ανοίγεται μπροστά τους. Επίσης το μεγάλο τους ύψος δίνει την ευκαιρία να διαπιστώσει κανείς τη διαύγεια των νερών με τα σκάφη που τυχόν περάσουν εκείνη τη στιγμή από κάτω να φαίνονται πως σχεδόν πετάνε πάνω από τα βράχια του πυθμένα.
Το Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα βρίσκεται μέσα αρχαιολογικού χώρου του Πλάοσνικ κι είναι αφιερωμένο στον Κλήμη της Οχρίδας, μαθητή των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου. Οι αρχαιολόγοι εκτιμούν πως το μοναστήρι αυτό αποτέλεσε την τοποθεσία εντός της οποίας οι πρώτοι μαθητές διδάχθηκαν το γλαγολιτικό αλφάβητο (χρησιμοποιείτο για την μετάφραση της Βίβλου στα Παλαιά Εκκλησιαστικά Σλαβονικά).Το μοναστήρι πιστεύεται πως ανεγέρθηκε την περίοδο κατά την οποία ο Άγιος Κλήμης κατέφθασε στην Οχρίδα, κατόπιν αιτήματος του Μπόρις Α΄ της Βουλγαρίας, όπου και ανακαίνισε μια παλαιά εκκλησία. Πηγές αναφέρουν πως ο Άγιος Κλήμης δεν ήταν ικανοποιημένος με το μέγεθος της εκκλησίας και, ως συνέπεια, προχώρησε στην ανέγερση νέας εκκλησίας στην θέση της παλαιάς, ενώ όρισε τον Άγιο Παντελεήμονα ως Προστάτη Άγιο. Ο Άγιος Κλήμης χρησιμοποίησε το νεοανεγερθέν μοναστήρι του ως λειτουργικό κτίριο και χώρο διδασκαλίας για τους μαθητές του της εκδοχής του του γλαγολιτικού αλφάβητου, γνωστής ως κυριλλικό αλφάβητο. Ο ίδιος ο Κλήμης έχτισε κρύπτη εντός του μοναστηριού, εντός της οποίας ετάφη μετά τον θάνατό του το 916, ενώ τάφος του εξακολουθεί να υφίσταται ως σήμερα. Στην διάρκεια του 15ου αιώνα, οι Οθωμανοί Τούρκοι μετέτρεψαν το μοναστήρι σε τζαμί, ωστόσο, στις αρχές του 16ου αιώνα επέτρεψαν την ανακαίνιση των ερειπωμένων εκκλησιών και μοναστηριών, με το μοναστήρι, πλέον, να είναι αφιερωμένο στον Άγιο Κλήμη. Το μοναστήρι ερειπώθηκε εκ νέου στα τέλη του 16ου ή στις αρχές του 17ου αιώνα, ενώ ένα νέο τζαμί, γνωστό ως Ιμαρέτ Τζαμί, ανεγέρθηκε από τους Οθωμανούς, το οποίο υπάρχει μέχρι σήμερα. Παρά τη μεγάλη του ιστορικότητα, ολόκληρο το μοναστήρι ανακατασκευάστηκε ξανά το 2000, ενώ η αρχική εκκλησία το 2002.
Είκοσι εννέα χλμ. νότια της Οχρίδας ακριβώς δίπλα στα αλβανικά σύνορα, υπάρχει το μοναστήρι του Οσίου Ναούμ το οποίο χτίστηκε το 900 μ.Χ. και δέκα χρόνια αργότερα κάηκε, για να ξαναχτιστεί το 14ο αι. Από το 1912 μέχρι το 1925 το μοναστήρι και η γύρω περιοχή ανήκε στο αλβανικό κράτος. Τελικά στις 28 Ιουνίου 1925 ο βασιλιάς της Αλβανίας Ζογ Α’ μετά από διαπραγματεύσεις παραχώρησε την περιοχή με το μοναστήρι στην Γιουγκοσλαβία. Το μνημείο αυτό βρίσκεται σε ένα μοναδικό περιβάλλον όπου το πράσινο του πυκνού δάσους και του ποταμού δένουν με το γαλάζιο της λίμνης. Το κτιριακό συγκρότημα δεν έχει κάτι ιδιαίτερο να προσφέρει πέρα από τις εντυπωσιακές τοιχογραφίες που βρίσκονται εντός του ναού. Περισσότερο όμως μαγεύει η θέα από τον προαύλιο χώρο και τα φανταχτερά παγόνια που κυκλοφορούν ανενόχλητα ανάμεσα στους επισκέπτες.
Το μοναστήρι του Αγίου Ναούμ ήταν και το τελευταίο σημείο που απολαύσαμε την ομορφιά της λίμνης της Οχρίδας. Φεύγοντας από κει, διανύσαμε ένα μεγάλο κομμάτι της ακτογραμμής γεμάτο δάση και μικρές παραλίες που ξεπετάγονταν κάθε τόσο, πριν χαθούμε ξανά στις κοιλάδες των επιβλητικών βουνών της Βόρειας Μακεδονίας με προορισμό την Μπίτολα και τα σύνορα. 

Τρίτη 7 Απριλίου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Ο Ξένος (1967)


Η πρώτη μου γνωριμία με τον Αλμπέρ Καμύ ήταν μέσα από το θρυλικό βιβλίο "Ο Ξένος", το οποίο ομολογώ πως δεν με άγγιξε σε αντίθεση με τα δοκίμια του σπουδαίου Γάλλου φιλόσοφου. Όταν έμαθα πως το βιβλίο αυτό γυρίστηκε σε ταινία από τον Λουκίνο Βισκόντι με πρωταγωνιστικό δίδυμο τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και την πάντα ερωτική Άννα Καρίνα, αναζήτησα να το δω παρά τις επιφυλάξεις που έχω για ταινίες που έχουν βασιστεί σε βιβλία. 
Αρχικά εντυπωσιάστηκα που η μεταφορά του έργου στην μεγάλη οθόνη ήταν απίστευτα ακριβής, φέρνοντας στη μνήμη μου τις λεπτομέρειες ενός βιβλίου που το είχα διαβάσει πριν μια δεκαετία. Όμως από τα μισά του έργου κι έπειτα ακολουθεί μία απίστευτη κορύφωση σε σημείο που φτάνει η ταινία να γίνεται πολύ καλύτερη από το βιβλίο, μπαίνοντας στη λίστα των σπάνιων κινηματογραφικών εξαιρέσεων του κανόνα των αποτυχημένων κινηματογραφικών μεταφορών από το λογοτεχνικό χώρο. Λαμπρές αντίστοιχες εξαιρέσεις είναι "Το Σπίτι των Πνευμάτων" του Μπιλ Όγκουστ από το βιβλίο της Ιζαμπέλ Αλιέντε και το "Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι" του Φραντζέσκο Ρόσι από το βιβλίο του Κάρλο Λέβι.
Για όσους δεν έχω διαβάσει ακόμη το βιβλίο (καθώς πιο πιθανό είναι να έχει διαβάσει κανείς το έργο του Αλμπέρ Καμύ παρά να έχει δει αυτήν την όχι και τόσο γνωστή ταινία του Βισκόντι), η ιστορία αναφέρεται σε έναν μοναχικό κι άκρως αντικοινωνικό άνθρωπο τον Μαρσώ ο οποίος πηγαίνει στο γηροκομείο για να την κηδεύσει τη μάνα του. Ο ίδιος δε θρηνεί για την απώλειά της παρά μόνο στέκεται μπροστά στο πρόχειρο φέρετρο κι αναλογίζεται το πόσο αυστηρή ήταν όλα αυτά τα χρόνια μαζί του. Η κηδεία αλλά και η ταφή της μητέρας του είναι γι' αυτόν μια τυπική διαδικασία που θέλει να ολοκληρωθεί όσο πιο γρήγορα γίνεται ώστε να επιστρέψει πάλι στη ρουτίνα της καθημερινότητάς του. 
Η καθημερινότητά του όμως δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Είναι τυπικός στη δουλειά του χωρίς να θέλει να εξελιχθεί, έχει ένα όμορφο κορίτσι που του ζητάει γάμο με εκείνον να της εξηγεί πως δεν τον συγκινεί πολύ η ιδέα αυτή αλλά εφόσον εκείνη το θέλει τότε πολύ ευχαρίστως εκείνοςθα την παντρευόταν κι έχει δύο ενοίκους που ο καθένας κουβαλάει τη δικιά του ιστορία. Ο ένας είναι μαστροπός που τον παρασέρνει στις αλητείες κι ο άλλος ένα συμπαθητικό γεροντάκι που ζει μαζί με τον σκύλο του μέχρι που το χάνει. 
Η ζωή του Μαρσώ κυλάει ήρεμα και σταθερά μέχρι που φεύγει εκδρομή στην παραλία με τον μαστροπό φίλο του και την σύντροφό του. Σε μια συμπλοκή που θα ακολουθήσει θα δολοφονήσει έναν Άραβα κάτι που θα τον οδηγήσει στη φυλακή κι από κει στο εκτελεστικό απόσπασμα. Το θέμα όμως είναι για ποιο λόγο τελικά θα καταδικαστεί από την κοινωνία αλλά και για ποιο λόγο ο ίδιος θα αντιμετωπίσει τόσο ψυχρά το δικαστήριο, τόσο επιθετικά τη θρησκεία και τόσο ανακουφιστικά το θάνατο.


Έχοντας πια παρακολουθήσει την ταινία, αναλογίστηκα αν θα μπορούσε κάποιος άλλος σκηνοθέτης να μεταφέρει το συγκεκριμένο βιβλίο στη μεγάλη οθόνη. Σε μια περίοδο που το θέμα της αποικιοκρατίας ήταν φλέγον, πόσο μάλλον για μια χώρα όπως τη Γαλλία, το βιβλίο αυτό ήταν μια καυτή πατάτα για γαλλικά σκηνοθετικά χέρια. Όχι πως η Ιταλία έχει λιγότερο σκοτεινό παρελθόν. Όμως ο Λουκίνο Βισκόντι έχοντας ήδη ένα Χρυσό Φοίνικα με τον "Γατόπαρδο" κι έναν Χρυσό Λέοντα με τα "Μακρινά Αστέρια της Άρκτου", επιχείρησε με απίστευτο σεβασμό να μεταφέρει το συγκεκριμένο βιβλίο στην μεγάλη οθόνη. Και πράγματι το αποτέλεσμά του να βρίσκω άκρως συγκινητικό καθώς δε πείραξε τη δομή του βιβλίου παρά μόνο όπου χρειάστηκε για καθαρά κινηματογραφικούς λόγους. Βασικά σ' αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο και η χήρα του Αλμπέρ Καμύ, η οποία δέχτηκε να γίνει η μεταφορά του βιβλίου σε ταινία αρκεί να μη γινόταν καμιά απολύτως αλλαγή. 
Έπειτα ο σπουδαίος Ιταλός σκηνοθέτης κατάφερε να πάρει έναν αντικοινωνικό ήρωα και να τον κάνει προσιτό στο κοινό με τους μονολόγους του και παρουσιάζοντας τόσο καθαρά την άβολη διάθεσή του με τον υπόλοιπο κόσμο. Μια γλυκιά κι αθώα αδιαφορία τόσο για τα συναισθήματα και τα προβλήματα των άλλων όσο και για την τιμωρία που του επιφύλαξε η κοινωνία όχι τόσο για το έγκλημα που διέπραξε όσο για την απαθή του στάση απέναντι στους άγραφους κοινωνικούς κανόνες. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου πως στη δίκη περισσότερο εστιάζουν στην απαθή του στάση απέναντι στο θάνατο της μητέρας του παρά στη δολοφονία του Άραβα. 
Ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι στο ρόλο του Μερσώ αποδεικνύει για μια ακόμη φορά το υποκριτικό του ταλέντο ερμηνεύοντας έναν από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας του. Με εκπληκτικό τρόπο μπαίνει στο πετσί του λογοτεχνικού αντιήρωα μένοντας απαθής στο θάνατο της μάνας του, φλερτάροντας με μια παλιά του συνάδελφό την αμέσως επόμενη ημέρα της κηδείας, καλύπτοντάς τις βρώμικες δουλειές του μαστροπού φίλου του κι αδιαφορώντας για την επαγγελματική του εξέλιξη όταν ο εργοδότης του του προτείνει να τον στείλει ως εταιρικό εκπρόσωπό στο Παρίσι. Όμως το απόγειο της ερμηνείας του έρχεται με τον αδικαιολόγητο φόνο και την απαθή του στάση απέναντι στη μοιραία απόφαση του δικαστηρίου. Και φυσικά ακολουθεί το συνταρακτικό τέλος όπου ο ήρωας περιγράφει τις τελευταίες του στιγμές μέσα στο κελί περιμένοντας την εκτέλεσή του. Τα λόγια του μας παρασέρνουν τόσο εύκολα, κάνοντάς μας να νιώσουμε πως κι εμείς βιώνουμε την ίδια αγωνία με το να κοιμόμαστε όλη τη μέρα και το βράδυ να παραμένουμε ξύπνιοι περιμένοντας το εκτελεστικό απόσπασμα να ρθει να μας πάρει. 
Εκρηκτικός ο διάλογος που ακολουθεί με τον ιερέα όπου ο προσωπικός ανιδιοτελής εγωισμός υπερνικά τον ανόητο εγωισμό της θρησκευτικής υποκρισίας, ο οποίος πατάει πάνω στο φόβο του κρατούμενου για να υπερνικήσει. Να όμως που το πείσμα του ιερέα γίνεται αφορμή να ξεσπάσει για μια και μοναδική φορά ο απαθής Μαρσώ, ο οποίος μέσα από ειλικρινή και σκληρά λόγια καταφέρνει να ξεγυμνώσει το υποκριτικό ενδιαφέρον των εκπροσώπων της κάθε θρησκείας. 



Κι όμως η περίεργη αυτή έπαρση του ήρωα δημιουργεί καθόλη τη διάρκεια της ταινίας μια ιδιαίτερη αντίθεση με τα πρόσωπα που τον περιβάλλουν μ' αποτέλεσμα να δενόμαστε και να συγκινούμαστε με τους γύρω ανθρώπους παρά με τον ίδιο. Την ώρα που εκείνος ξαγρυπνά απαθής την μάνα του δίπλα στο φέρετρό της μια γυναίκα κλαίει με λυγμούς ερχόμενη σε αντίθεση με τη δική του αδιάφορη στάση. Όταν την κατεβάζουν στο τάφο εκείνος παραμένει ατάραχος ενώ δίπλα του λιποθυμά ένας γεροντάκος με τον οποίον η μάνα του είχε συνάψει σχέση μες στο γηροκομείο, μια πράξη που αποδεικνύει πως ακόμη και την ύστατη στιγμή ο άνθρωπος αποζητά μια αφορμή για να κάνει μια νέα αρχή αναζητώντας την ελπίδα. Επίσης νιώθουμε τον σιωπηλό πόνο της συντρόφου του η οποία του ζητά να παντρευτούν κι εκείνος ψυχρά της λέει πως δε πιστεύει στο γάμο αλλά θα της έκανε τη χάρη αφού το θέλει πολύ, δείχνοντας πως περισσότερο το κάνει από λύπηση παρά επειδή κι ο ίδιος το επιθυμεί. Όταν ο γεροντάκος χάνει τον σκύλο του και γυρνά στο σπίτι ξεσπώντας σε ολονύκτιους λυγμούς, μόνο τότε ο ήρωας συνειδητοποιεί την απώλεια της μάνας του. Όταν τον κλείνουν σε ένα κελί γεμάτο Άραβες, δε διστάζει να πει πως τον συνέλαβαν επειδή σκότωσε έναν δικό τους. Η τολμηρή του αυτή δήλωση αλλά κι η απαθής του στάση απέναντι στα έντονα βλέμματα των συγκρατούμενών του αντί να τους εξοργίσει τους προκαλεί τελικά ένα αίσθημα αβάσιμου θαυμασμού προς το πρόσωπό του. 
Τελικά ο ήρωας γίνεται συμπαθής μόνο όταν έρχεται αντιμέτωπος με τον θάνατο καθώς τότε αρχίζει να ανοίγεται προς τα έξω. Κι εδώ τόσο το βιβλίο όσο και οι ταινία παίζουν εξαιρετικά με τις αντιθέσεις καθώς όσο ο ήρωας περιφερόταν ελεύθερος στη ζωή ένιωθε συναισθηματικά φυλακισμένος ενώ στον περιορισμό των τεσσάρων ντουβαριών του κελιού του νιώθει πως απελευθερώνεται. Τον ακούμε λοιπόν να λέει πως κάποτε δεν τον ένοιαζε αν πέθαινε κάποιος άνθρωπος στα 30 ή στα 70 αλλά τώρα που βρίσκεται πια λίγα βήματα πριν το τέλος τον πιάνει ένα σφίξιμο στο λαιμό. Το ξέσπασμά του απέναντι στην υποκρισία του παπά, τον πείθει πως τελικά ο θάνατός του είναι παρηγοριά στο παράδοξο της ύπαρξής του σε έναν κόσμο που δεν τον είχε ποτέ αποδεχτεί. Μέσα από τους υγρούς τοίχους του κελιού που πλημμυρίζουν με τις μυρωδιές της νύχτας και της θάλασσας, ο ήρωας μοναχός του καταλαβαίνει ότι το νόημα που έψαχνε με αγωνία όλα αυτά τα χρόνια είναι η απουσία του νοήματος. Η απογοήτευσή του αυτή τον λυτρώνεται από μια ελπίδα που κυνηγούσε άδικα και νοιώθει έτοιμος να ατενίσει το τελικό μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η εκτέλεσή του δε θα είναι τίποτα παραπάνω από μια ύβρις του ίδιου απέναντι στο άβουλο πλήθος. Γι' αυτόν τον λόγο το τελευταίο πλάνο κλείνει με ένα σαρκαστικό χαμόγελο που σπάει διαπαντός το έρεβος που ο Μερσώ χρόνια κουβαλούσε λέγοντας τη συγκλονιστική φράση "το μόνο που εύχομαι είναι ένα πλήθος ανθρώπων στην εκτέλεσή μου να με κοιτούν με περιφρόνηση".
Ο "Ξένος" είναι ένα αδίκως ξεχασμένο αριστούργημα σπάνιας ομορφιάς που αξίζει να αναζητήσετε και είναι πραγματικά κρίμα που δεν έχει συζητηθεί και δεν έχει τοποθετηθεί ποτέ σε περίοπτη θέση όταν γίνεται αφιερώσεις για τη φιλμογραφία του Λουκίνο Βισκόντι και τους ρόλους του Μαρστέλο Μαστρογιάνι και της Άννα Καρίνα. Αναζητήστε το.

Βαθμολογία: 9/10

Επίσης, αξίζει να διαβάσετε το παρακάτω άρθρο που αναφέρεται στο Ξένο του Αλμπέρ Καμύ και το άγνωστο για κείνα τα χρόνια σύνδρομο Άσπεργκερ. (διαβάστε εδώ)

Δευτέρα 6 Απριλίου 2020

Το μόνο που ήθελε η Helin Bolek ήταν να τραγουδά ελεύθερα




Μετά από 288 μέρες απεργίας πείνας, πέθανε σήμερα 3 Απρίλη, στα 28 της χρόνια, η κομμουνίστρια Χελίν Μπολέκ (Helin Bolek), μέλος του τουρκικού συγκροτήματος Grup Yorum.
Η νεαρή τραγουδίστρια από την Τουρκία μαζί με τον άλλο μουσικό του συγκροτήματος, Ιμπραχίμ Γκιοκσέκ (Ibrahim Gökçek), είχαν ξεκινήσει απεργία πείνας διαμαρτυρόμενοι για στις διώξεις του καθεστώτος Ερντογάν, τις απαγωγές και φυλακίσεις συνεργατών τους και μελών του συγκροτήματος Grup Yorum.
Το Grup Yorum (Ομάδα «Ερμηνεία») που είναι μια από τις πιο γνωστές αριστερές πολιτικές ομάδες μουσικών στην Τουρκία, δημιουργήθηκε στο πλαίσιο του καταπιεστικού πολιτικού κλίματος μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1980. Έχει παράγει είκοσι τρία άλμπουμ και μία ταινία από το 1985. Τα μέλη του συγκροτήματος δέχονται συνεχώς πιέσεις και παρενοχλήσεις από την κυβέρνηση του Ερντογάν. Ιδιαίτερα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιούλη 2016. Οι μουσικοί του Grup Yorum αντιμετωπίζουν συνεχώς κρατήσεις, συλλήψεις και απαγορεύσεις, για τις πολιτικές ιδέες τους. Πολλές συναυλίες και άλμπουμ του συγκροτήματος απαγορεύτηκαν, ενώ πολλά μέλη της μπάντας συνελήφθησαν και ακόμη και βασανίστηκαν. Τα μέλη του συγκροτήματος κατέβηκαν, πέρσι, σε απεργία πείνας για 261 μέρες για να διαμαρτυρηθούν για τις παράνομες πιέσεις και διώξεις. Παρά την καταπίεση αυτή, η μπάντα εξακολουθεί να είναι πολύ δημοφιλής τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.
Τον Γενάρη η Helin Bolek και ο Ibrahim Gökçek, μετέτρεψαν την απεργία πείνας σε απεργία πείνας μέχρι θανάτου.
Τα τελευταία τρία χρόνια η αστυνομία πραγματοποίησε τουλάχιστον οκτώ επιδρομές στο Πολιτιστικό Κέντρο της İdil στην Κωνσταντινούπολη, όπου η μπάντα δραστηριοποιείται. Κατά τη διάρκεια των επιδρομών, τα μουσικά όργανα της μπάντας είτε σπάστηκαν είτε κατασχέθηκαν και τα μουσικά βιβλία τους καταστράφηκαν. Σύμφωνα με δήλωση του συγκροτήματος, η αστυνομία συνέλαβε συνολικά 30 άτομα σε αυτές τις επιδρομές. Τα μέλη της μπάντας ξεκίνησαν απεργία πείνας τον Ιούνιο του 2019 καταγγέλλοντας αυτές τις επιθέσεις. Η μπάντα ζητά την απελευθέρωση των συλληφθέντων μελών της, την κατάργηση των ενταλμάτων σύλληψης εναντίον ορισμένων άλλων μελών, τον τερματισμό των συνεχών αστυνομικών επιδρομών στο Πολιτιστικό Κέντρο İdil και το τερματισμό των αυθαίρετων απαγορεύσεων στις συναυλίες και την πολιτιστική τους δραστηριότητα.
Η Helin Bölek και ο Ibrahim Gökçek συνελήφθησαν πριν από περίπου ένα χρόνο κατά τη διάρκεια έρευνας στο πολιτιστικό κέντρο Idil της Κωνσταντινούπολης, μαζί με άλλους αγωνιστές – κομμουνιστές του συγκροτήματος. Κατηγορήθηκαν ότι είναι μέλη του παράνομου Επαναστατικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Κόμματος-Μετώπου (DHKP-C).
Η Bölek απελευθερώθηκε τον Νοέμβρη του 2019 και ο Gökçek στις 24 Φλεβάρη 2020. Και οι δυο μουσικοί συνέχισαν την απεργία πείνας ζητώντας τον τερματισμό των επεμβάσεων και διώξεων εναντίον του λαϊκού αριστερού μουσικού σχηματισμού.
Στις 11 Μάρτη η αστυνομία, μετά από επιδρομή στο «Σπίτι της Αντίστασης» (Küçük Armutlu) όπου οι δύο μουσικοί συνέχιζαν την απεργία πείνας, του απήγαγαν και παρά τη θέλησή τους, τους μετέφεραν σε Νοσοκομείο, προκειμένου να υποβληθούν σε αναγκαστική βίαιη σίτιση.
Μετά από έξι ημέρες και αφού αρνήθηκαν τις ιατρικές παρεμβάσεις, επέστρεψαν στο «Σπίτι της Αντίστασης», όπου συνέχισαν την απεργία πείνας.
Η Helin Bölek έφτασε να είναι κάτω από 40 κιλά και συνέχιζε αδιάκοπα τον αγώνα της για να αποφυλακιστούν τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος και να σταματήσουν οι διώξεις από το τουρκικό κράτος. Την είδηση του θανάτου της, την 288η μέρα της απεργίας πείνας, έκανε γνωστή το συγκρότημα μέσα από τις επίσημες σελίδες τους στα social media. Σε μήνυμα της στο twitter η Επιτροπή Αλληλεγγύης στο Grup Yorum, έγραψε:
«Το μόνο που ήθελε η Helin ήταν να τραγουδά ελεύθερα τα τραγούδια της. Ο φασισμός του AKP είναι υπεύθυνος για το θάνατο της. Τα αιτήματα ήταν πολύ εύκολο να ικανοποιηθούν»

Πηγή: Ημεροδρόμος

Σάββατο 4 Απριλίου 2020

Οχρίδα, η λαμπερή πέρλα των Βαλκανίων





Φεύγοντας από Θεσσαλονίκη με αμάξι κι έχοντας διασχίσει μια μεγάλη απόσταση με όμορφη μουσική, ατελείωτες συζητήσεις αλλά και με μια απίστευτη χιονοθύελλα να μας περικυκλώνει έξω από τη Φλώρινα φτάσαμε τελικά στα σύνορα. Κοιτώντας τη σημαία της Βόρειας Μακεδονίας να κυματίζει στο απέναντι φυλάκιο, μου εντεινόταν η περιέργεια να δω πως θα μας συμπεριφερθούν οι βόρειοι γείτονες και κατά πόσο επηρεασμένοι θα είναι τόσο μετά τις χρόνιες διαμάχες μας σχετικά με την επίσημη ονομασία της χώρας τους και την διεκδίκηση της αρχαίας ιστορίας όσο και με τις διαμαρτυρίες που προκάλεσε η Συμφωνία των Πρεσπών.
Αφού περάσαμε από μικρές πόλεις που κουβαλούσαν πάνω τους μια ξεθωριασμένη γοητεία και διασχίσαμε στενές κοιλάδες που σχηματίζονταν ανάμεσα από ψηλά χιονισμένα βουνά, φτάσαμε αργά το βράδυ στην Οχρίδα. Η νυχτερινή μας άφιξη δεν μας άφηνε πολλά περιθώρια να δούμε την όψη της πόλης καθώς μπαίναμε σ' αυτήν. Από την άλλη είχαμε και το άγχος να βρούμε το κατάλυμα.  Φτάνοντας στην προκυμαία, σταθμεύσαμε προσωρινά σε ένα άνοιγμα προσπαθώντας να βρούμε τρόπο για να μπορέσουμε να ανεβάσουμε με το αμάξι στην παλιά πόλη καθώς η κυκλοφορία από ένα σημείο και μετά επιτρεπόταν μόνο για τους κατοίκους της παλιάς γραφικής συνοικίας. Για καλή μας τύχη και με τη συνδρομή της αυθόρμητης εξυπηρέτησης ενός περαστικού που μας βοήθησε να συνεννοηθούμε με την οικοδέσποινα, ανηφορίσαμε στα στενά καλντερίμια. Και τότε μας αποκαλύφθηκε για πρώτη φορά η μοναδική ομορφιά αυτού του τόπου.
Τα υπέροχα αρχοντικά με τους κλιμακωτούς ορόφους τους σχεδόν έγερναν επιβλητικά πάνω από το αμάξι ενώ σε κάθε σημείο της παλιάς πόλης κρέμονταν μικρά φαναράκια στο σχήμα των σπιτιών δίνοντας μια γλυκιά και παιχνιδιάρικη νότα στην αύρα της Οχρίδας. Φευγαλέα προλάβαμε να δούμε το αρχαίο θέατρο και τα παλιά τείχη που είχαν γίνει ένα με τις πάνω συνοικίες. Οι πρώτες αυτές εντυπώσεις ανέβασαν κατά πολύ τις προσδοκίες που είχαμε εξαρχής γι' αυτήν την πόλη. Προσδοκίες που όχι μόνο κάλυψε η Οχρίδα αλλά μας πρόσφερε άλλες τόσες απολαύσεις και συγκινήσεις που δεν τις περιμέναμε.
Ο ενθουσιασμός αλλά κι η ανυπομονησία να ξεχυθούμε στην πόλη, είχαν σβήσει κάθε ίχνος κούρασης από την τετράωρη διαδρομή με το αμάξι. Αφού αφήσαμε τα πράγματα στο σπίτι, κατεβήκαμε στην ακτή της λίμνης για να κάνουμε την πρώτη μας βόλτα. Στο βάθος διακρίνονταν τα φώτα του Πόγραδετς ενώ από πάνω μας δέσποζε το φωταγωγημένο φρούριο του Σαμουήλ. Δυο χώρες που επιβλέπουν νυχθημερόν τη λίμνη αυτή. Αμέσως εισχωρήσαμε στα γραφικά καλντερίμια της Οχρίδας για να πάρουμε μια ιδέα για την πόλη. Οι περιπλανήσεις μας όμως δεν κράτησαν πολύ καθώς ανακαλύψαμε ένα αυθεντικό τζαζ μπαρ δίπλα στο ναό της Αγιά Σοφιάς, το οποίο είχε πετύχει απίστευτα την υπόγεια ατμόσφαιρα των μαγαζιών αυτών κι έπαιζε πολύ αγαπημένα κομμάτια. Κλείνοντας τη βραδιά με κόκκινο κρασί κι αγαπημένες μελωδίες, συμφωνήσαμε πως η πόλη αυτή μας υποδέχτηκε με τον πιο όμορφο τρόπο.
Ποια είναι όμως αυτή η πόλη που για καιρό την είχα βάλει στο μάτι θέλοντας να την επισκεφθώ; Η Οχρίδα είναι η όγδοη μεγαλύτερη πόλη της Βόρειας Μακεδονίας και η μεγαλύτερη της ομώνυμης λίμνης. Η ομορφιά της αλλά κι η ιστορία που κουβαλάει, έπαιξαν σημαντικό ρόλο για να ενταχθεί ως πόλη το 1979 κι ως λίμνη το 1980 στην UNESCO ως Πολιτιστικό και Φυσικό Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Επίσης η πόλη φημίζεται για τις 365 εκκλησίες της που αντιστοιχούν μια για κάθε μέρα του χρόνου. Γι' αυτόν τον λόγο αναφέρεται ως "Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων" κάτι το οποίο με βρίσκει κάθετο καθώς θεωρώ πως το Σαράγεβο δικαιούται τον χαρακτηρισμό αυτό. Η πόλη είναι χτισμένη αμφιθεατρικά στις όχθες της ομώνυμης λίμνης και θυμίζει στην τοπογραφία της νησί κάτι που την κάνει ως ένα από τους διασημότερους τουριστικούς προορισμούς της χώρας της κι όχι μόνο. Στην αρχαιότητα η πόλη ήταν γνωστή με το αρχαιοελληνικό όνομα Λύχνιδος (και το Λατινικό Lychnidus), που πιθανόν σημαίνει "πόλη του φωτός" πιθανότατα από την διαύγεια και καθαρότητα των κρυστάλλινων νερών της λίμνης της. Όμως από το 879 μ.Χ. και μετά η πόλη μετονομάστηκε από τους Σλάβους σε Όχριντ, από τις σλαβικές λέξεις βο χριντ, που σημαίνουν "στο λόφο", καθώς η αρχαία πόλη ήταν χτισμένη στην κορυφή ενός λόφου. Η Οχρίδα περηφανεύεται για τα τριάντα σημαντικά της πολιτιστικά μνημεία που ελκύουν το ενδιαφέρον των επισκεπτών. Ανάμεσα σ' αυτά είναι πολλές βυζαντινές εκκλησίες, το μεσαιωνικό κάστρο του τσάρου Σαμουήλ, το ελληνορωμαϊκό θέατρο αλλά κι η μαγευτική της λίμνη. Προτίμησα να μοιράσω τα αξιοθέατα σε δυο φωτογραφικά βίντεο, όπου στο ένα θα αναφερθώ μόνο για τις εκκλησίες που έχουν μεγάλο ενδιαφέρον ενώ στο άλλο θα επικεντρωθώ περισσότερο στην πόλη και τα υπόλοιπα μνημεία της.
Φυσικά δε θα μπορούσα να ξεκινήσω από την βασική πρωταγωνίστρια της περιοχής που δεν είναι άλλη από την ομώνυμη λίμνη. Δίκαια η λίμνη Οχρίδα κερδίζει τον τίτλο της Θάλασσας του Γλυκού Νερού όχι μόνο λόγω των καταγάλανων νερών της τα οποία είναι απόλυτα διαυγή με καθαρότητα που φτάνει τα 20 μ. βάθος το χειμώνα, αλλά και εξαιτίας της έκτασής της, που παραπέμπει σε θάλασσα, καλύπτοντας 358 τετρ. χλμ. με μεγαλύτερο βάθος τα 294 μέτρα. Είναι η πιο βαθιά λίμνη των Βαλκανίων και προστατευμένος υδροβιότοπος. Πρόκειται για μια φυσική, τεκτονική λίμνη που ανήκει στις παλαιότερες του κόσμου, με ηλικία τριών εκατομμυρίων ετών. Την λίμνη την απολαύσαμε από πολλά σημεία της Οχρίδας, δίνοντάς μας την εντύπωση πως απ' όπου κι αν την κοιτούσαμε εκείνη άλλαζε όψη. Από τη μεγάλη προκυμαία η εικόνα της έδενε υπέροχα με τους δύο λόφους που απλωνόταν η παλιά πόλη, από το Kaneo που ήταν η συνοικία των ψαράδων είχε μια πιο κρυφή όψη ενώ από το βράχο που δέσποζε ο Άγιος Ιωάννης σου δινόταν η αίσθηση πως πετούσες πάνω από τα καταγάλανα νερά της. Η λίμνη αυτή περιτριγυρισμένη από ψηλά βουνά, σου άφηνε μια γλυκιά αίσθηση που σε ανάγκαζε φεύγοντας από την πόλη να δώσεις μια υπόσχεση πως θα την επισκεφτείς ξανά καλοκαίρι για να μπορέσεις να κολυμπήσεις στα καταγάλανα νερά της.
Πηγαίνοντας προς την Αγιά Σοφιά, διασχίζοντας πολλά παράκτια σοκάκια, πέρασε κάτω από το Εθνικό Μουσείο της Οχρίδας που στεγάζεται σήμερα στην οικία Robevci και θεωρείται ως το αρχαιότερο μουσείο στο είδος του στην Ευρώπη καθώς ιδρύθηκε το 1516, δύο αιώνες δηλαδή πριν το Λούβρο και το Βρετανικό Μουσείο. H Οικία Robevci είναι ένα αρχιτεκτονικό κόσμημα του 1863 και φιλοξενεί την αρχαιολογική κληρονομιά της περιοχής Οχρίδας και Στρούγκας από την προϊστορία μέχρι σήμερα ενώ η εθνογραφική συλλογή φιλοξενείται στην έπαυλη Uranija.
Από το προαύλιο της Αγιά Σοφιάς, πήραμε ένα μικρό κατηφορικό δρομάκι που μας έβγαλε στη λίμνη κι από κει διαβήκαμε ένα μακρύ ξύλινο μονοπάτι που εκτεινόταν ακριβώς πάνω από τα καταγάλανα νερά. Από την μια είχαμε τους θεόρατους βράχους που έπεφταν κάθετοι στο νερό κι από την άλλη την απέραντη λίμνη. Ακολουθώντας το μονοπάτι βγήκαμε στο Kaneo, την παλιά φτωχική γειτονιά των ψαράδων που πλέον λειτουργεί ως τουριστικό θέρετρο γεμάτο ταβερνάκια και μπαρ, τα οποία τις μέρες που βρεθήκαμε εκεί ήταν κλειστά. Όμως η γραφικότητα της συνοικίας ήταν λίγο πιο πέρα. Κρυβόταν στα εγκαταλειμμένα σπίτια των ψαράδων που κούρνιαζαν στα ριζά των γκρεμών και στις λαμαρινένιες βάρκες που ήταν αραγμένες στις μικρές βοτσαλωτές παραλίες.
Αφού θαυμάσαμε την θέα από τον ψηλό βράχο του Αγίου Ιωάννη, ακολουθήσαμε τα μικρά μονοπάτια που χανόντουσαν μέσα στο δάσος που κυριαρχούσε λίγο βορειότερα από τον αρχαιολογικό χώρο του Plaoshnik που είναι ένα από τα πιο ήρεμα και γαλήνια σημεία της παλιάς πόλης. Εκεί βρίσκονται τα ερείπια μιας πεντάκλιτης βασιλικής που πιθανότατα κτίστηκε τον 5 αιώνα, όταν η πόλη Λυχνιδός ήταν σημαντικό επισκοπικό κέντρο του πρώιμου χριστιανισμού. Η μονή ιδρύθηκε από τον Άγιο Κλήμη της Αχρίδας, ο οποίος ήταν ένθερμο υπέρμαχο της Ορθοδοξίας. Λέγεται ότι ο ίδιος δεν έμεινε ικανοποιημένος από το μέγεθος του μοναστηριού και έτσι έκτισε πάνω στην αρχική εκκλησία ένα νέο μοναστήρι που ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Παντελεήμονα. Σε αυτό το σημείο, ιδρύθηκε και το πρώτο σλαβικό πανεπιστήμιο όπου σπούδασαν πάνω από 3500 μαθητές, μέχρι να μετατραπεί σε τζαμί κατά την Οθωμανική κυριαρχία. Σήμερα έχουν μείνει μόνο λίγα σπαράγματα διάσπαρτα μέσα στο χώρο ενώ η σημερινή μονή που στέκει περιμετρικά του αρχαιολογικού πάρκου αποτελεί αντίγραφο της αρχικής, η οποία είχε καταστραφεί ολοκληρωτικά.
Από τον αρχαιολογικό χώρο του Plaoshnik διακρίναμε την μεγάλη σημαία της χώρας να κυματίζει στα τείχη του μεγαλοπρεπούς Φρουρίου του Σαμουήλ. Τα απανωτά της τινάγματα μας καλούσαν να πάμε κοντά της. Όταν πια φτάσαμε στα ριζά του κάστρου, σταθήκαμε να θαυμάσουμε τις ισχυρές του οχυρώσεις και τους θεόρατούς του πύργους, που εξακολουθούσαν να διατηρούν ένα μέρος της αίγλης από την περίοδο που η Οχρίδα ήταν πρωτεύουσα του πρώτου κράτους της Σλαβικής Μακεδονίας μέχρι το 1018,. Εκείνη τη περίοδο αποφάσισε ο Τσάρος Σαμουήλ (976-1014) να κτίσει εκεί το φρούριό του, προστατεύοντας μ' αυτόν τον τρόπο την πόλη από τις τρεις πλευρές που έβλεπαν στη λίμνη. Σήμερα, το φρούριο κυριαρχεί στο τοπίο και αποτελεί ένα εξαιρετικό σημείο για να απολαύσει κανείς μια πανοραμική θέα της πόλης, της λίμνης και των γυρω βουνών.
Από 'κείνο το σημείο ξεκίνησε η κατάβασή μας προς την παλιά πόλη περνώντας πρώτα από το ελληνορωμαϊκό αμφιθέατρο που βρίσκεται ανάμεσα στους λόφους Gorni Saraj και Deboj. Εντυπωσιακό χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου μνημείου είναι που έχουν διατηρηθεί σκαλισμένα τα ονόματα επιφανών οικογενειών της πόλης, που είχαν δικές τους θέσεις στις πρώτες σειρές του θεάτρου.
Ο ήλιος είχε αρχίσει πια να γέρνει προς τις απέναντι αλβανικές βουνοκορφές καθώς εμείς εισχωρούσαμε ξανά στα γραφικά σοκάκια θαυμάζοντας τα καλαίσθητα αρχοντικά και φωτογραφίζοντας τις φουντωτές γάτες που απολάμβαναν τα πρώτα ηλιόλουστα ανοιξιάτικα χάδια. Όταν φτάσαμε πια στην προκυμαία, ο ήλιος σχεδόν ακουμπούσε στον ορίζοντα προσφέροντάς μας μια μεγάλη ποικιλία χρωμάτων που ξεκινούσαν από το πιο θερμό πορτοκαλί και κατέληγαν στο πιο ψυχρό μπορντό ενώ τα σχήματα των σύννεφων έπαιρναν περίεργους σχηματισμούς.
Το φως της μέρας έφευγε με έναν ονειρικό τρόπο παραχωρώντας τη θέση του στα φωταγωγημένα μνημεία της πόλης. Στο πεδινό κομμάτι της πόλης διέκρινα τους δυο μιναρέδες που φλέγονταν ενώ πάνω στο λόφο έλαμπε το φρούριο του Σαμουήλ σαν χρυσή κορώνα. Τα υπέροχα φαναράκια της πόλης άρχισαν ξανά να παίζουν μαζί μας ένα νοσταλγικό κρυφτό. Κι όσο εμείς προσπαθούσαμε να τα ανακαλύψουμε τόσο εκείνα μας οδηγούσαν σε ένα ζεστό και φιλόξενο χώρο όπου μας δόθηκε η ευκαιρία να δοκιμάσουμε την τοπική τους κουζίνα απολαμβάνοντας ένα από τα πολλά ερυθρά κρασιά της λίμνης κι έχοντας μια μπάντα να παίζει μουσική για μας.
Με τη μεθυστική μελωδία του Czardas επιστρέψαμε το βράδυ στο σπίτι, νιώθοντας ένα γλυκό πόνο στο στήθος καθώς αυτή η πόλη όχι μόνο μας μάγεψε αλλά μας έκανε να νιώσουμε από την πρώτη στιγμή οικεία κι όμορφα μαζί της. Γι' αυτό το λόγο, φεύγοντας την επόμενη μέρα από την Οχρίδα, μετριάσαμε τη μελαγχολία μας δίνοντας της μια υπόσχεση πως θα την επισκεφθούμε ξανά...

Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Dreams (1990)


Πόσοι από μας λατρεύουμε τον μαγικό κόσμο των ονείρων και πόσες φορές έχουμε βυθιστεί σε τόσο ζωντανά όνειρα που αναρωτιόμαστε αν είναι πραγματικά, πλημμυρίζοντας με ένα αίσθημα απέραντης χαράς που ζούμε ένα τόσο όμορφο γεγονός. Και πόσες φορές συνειδητοποιούμε εκείνη ακριβώς τη στιγμή πως βρισκόμαστε μέσα σε ένα ακόμη όνειρο οπότε αφηνόμαστε να μας συμπαρασύρει στις πιο κρυφές γωνιές του υποσυνείδητού μας.
Η γοητεία του ονείρου είναι τόσο ισχυρή που έχει προκαλέσει αρκετούς δημιουργούς να την προσεγγίσουν και να την αναπαραστήσουν μέσα από τα έργα τους. Το πόσο κοντά φτάσανε στον ονειρικό τους κόσμο, μόνο οι ίδιοι το ξέρουν. Και το πόσο κοντά προσεγγίζουμε εμείς τα έργα αυτά, εξαρτάται από τη δική μας φαντασία αλλά και το μνημονικό που κουβαλάμε από τα δικά μας όνειρα.
Όταν αποφάσισα να δω τα "Όνειρα" του Ακίρα Κουροσάβα, δε περίμενα πως θα εισχωρούσα τόσο έντονα στα όνειρα ενός δημιουργού αλλά και στα όνειρα ολόκληρης της ανθρωπότητας. Διότι ο σπουδαίος Ιάπωνας σκηνοθέτης δεν περιορίζεται μόνο στα δικά του όνειρα αλλά καταπιάνεται με τα όνειρα όλης της οικουμένης, παρουσιάζοντας την αυτοκαταστροφική φύση του ανθρώπινου γένους μέσα από έναν καταιγισμό χρωμάτων και μελωδιών. Ο σπουδαίος δημιουργός μας παρουσιάζει αυτήν την πορεία μέσα από οκτώ ιστορίες, οι οποίες σου δίνουν την αίσθηση πως έχουν τη διάρκεια ενός ονείρου. Το εντυπωσιακό στοιχείο της συγκεκριμένης ταινίας είναι πως η κάθε μία ιστορία είναι από μόνη της ένα ξεχωριστό αριστούργημα, μέσα από τα οποία ο δημιουργός παρουσιάζει τους βαθύτερους φόβους και τις μεγαλύτερες ελπίδες μας. Τα δικά του όνειρα και τις ελπίδες του πως στο τέλος θα καταλάβουμε τα εγκλήματα που κάνουμε και θα σωθούμε. 


Στις πρώτες δύο ιστορίες η ανθρωπότητα παρουσιάζεται με παιδική μορφή καθώς αναφέρεται στη περίοδο που ο άνθρωπος ήταν ακόμη ένας απλός κρίκος της φύσης. Στο πρώτο όνειρο έχουμε ένα μικρό παιδί που στέκεται απορημένο στην πόρτα του σπιτιού του κοιτάζοντας μια ηλιόλουστη βροχή. Ένα ιδιαίτερα σπάνιο καιρικό φαινόμενο, το οποίο κάθε φορά που το ζούμε μας αφήνει την εντύπωση πως το θυμόμαστε από τα πιο παλιά μας όνειρα. Μια γυναίκα, πιθανότατα η μητέρα του παιδιού, το προτρέπει να μπει σπίτι για να προστατευτεί από τη βροχή αλλά και για να μην πάει στο δάσος καθώς με τέτοιον καιρό οι αλεπούδες βγαίνουν για να βρουν το ταίρι τους. Εδώ παρατηρούμε την πρώτη προσπάθεια του ανθρώπου που έδενε με μύθους και θρύλους κάθε τι που δε γνώριζε ώστε να μπορεί να συγκρατεί τους υπόλοιπους στα περιορισμένα όρια μιας ανύπαρκτης ασφάλειας. Όπως κάνουν κι όλες οι θρησκείες μέχρι σήμερα. Όμως η ανθρώπινη περιέργεια ξεπερνάει τους φόβους, κάνοντας τον μικρό να πάει στο δάσος. Κρυμμένος πίσω από ένα δέντρο, θα γίνει μάρτυρας μιας μυσταγωγικής χορογραφικής πομπής με ανθρωπόμορφες αλεπούδες. Όταν τα πλάσματα αυτά αντικρίζουν τον μικρό, ο χορός σταματάει κι ένα αίσθημα καχυποψίας αρχίζει να πλανάται. Τα ζώα συνειδητοποιούν πως έχουν απέναντί τους έναν νέο εχθρό ενώ ο μικρός διαπιστώνει πως τελικά δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από την ομορφιά της φύσης. Όμως το διαπεραστικό βλέμμα των αλεπούδων τον αναγκάζουν να τραπεί σε φυγή. Επιστρέφοντας σπίτι θα βρει την μητέρα του αυστηρή κι αμείλικτη. Τον κατηγορεί που παραβίασε την απαγόρευση και του δίνει ένα χαρακίρι διώχνοντάς τον πάλι πίσω στο δάσος για να ζητήσει συγχώρεση από τις αλεπούδες. Αν την δεχτούν έχει καλώς αλλιώς θα αναγκαστεί να αυτοκτονήσει. Τελικώς η συγχώρεση της φύσης έρχεται με ένα ουράνιο τόξο το οποίο δημιουργεί ένα φαντασμαγορικό τοπίο καθώς η βροχή κι ο ήλιος ζωντανεύουν τα χρώματα κι ανασταίνουν την πλάση. Επίσης το ονειρικό τοπίο υποδηλώνει την ομορφιά όταν κάποιος ανακαλύπτει κάτι καινούργιο. Είναι η στιγμή που η φύση κάνει το λάθος καθώς αφήνει να εισχωρήσει στα σπλάχνα της ο πιο επιθετικός καρκίνος που δεν είναι άλλος από τον άνθρωπο. 
Έτσι συνεχίζουμε στο δεύτερο όνειρο όπου ένα μεγαλύτερο σε ηλικία παιδί, κυνηγώντας ένα αερικό, φτάνει σε μια πλαγιά του κτήματος των γονιών του όπου συναντά τα πνεύματα των κομμένων ροδακινιών. Η οθόνη πλημμυρίζει με μια πανδαισία χρωμάτων, φορεσιών και στησίματος των ανθρώπων μέσα στο κάδρο καθώς έχουν παραταχθεί σε όλα τα επίπεδα της πλαγιάς. Τα πνεύματα αρχίζουν να τον κατηγορούν για τα εγκλήματα των γονιών του λέγοντάς του πως είναι τα πνεύματα των λουλουδιών που δε μπορούν να γιορτάσουν πια καθώς τα δέντρα είναι κομμένα. "Τα χαμένα δέντρα κλαίνε από θλίψη" του λένε κάνοντας τον μικρό να ξεσπάσει σε λυγμούς προσπαθώντας να υπερασπιστεί την αθώωσή του για το έγκλημα αυτό. Στο συγκεκριμένο όνειρο το παιδί συμβολίζει τον απλό λαό που πορεύεται με αποφάσεις των ανωτέρων του. Αναφέρεται στον ευνουχισμένο λαό. Μόνο που στο έγκλημα που διαπράττεται κατά της φύσης και των επόμενων γενεών δεν είναι κανείς αθώος καθώς μεγάλη ευθύνη πέρα από τους εγκληματίες φέρουν κι οι άβουλοι με τους αγνώμονες. Τα πνεύματα του δάσους δείχνουν μια κατανόηση στον πόνο του μικρού κι αποφασίζουν να του φανερώσουν έστω για λίγο, την ομορφιά της φύσης. Την ομορφιά που οι ίδιοι οι άνθρωποι καταστρέφουν. Την ομορφιά που ίσως να μην συναντήσει ποτέ ξανά στη ζωή του. Έτσι ξεκινάει μια από τις ωραιότερες σκηνές που έχω προσωπικά δει στον κινηματογράφο με το χορό της ανθοφορίας. Μέσα σ' αυτόν τον χορό, ο μικρός συναντά ξανά το αερικό που κυνηγούσε από το σπίτι. Φτάνοντας όμως κοντά της, θα επανέλθει ξανά η πραγματική εικόνα του εγκλήματος, η έρημη πλαγιά με τους κομμένους κορμούς. Όμως εκεί ανάμεσα στα νεκρά δέντρα, ξεπετάγεται μια μικρή ανθισμένη ροδακινιά, δίνοντας την υπόσχεση πως ίσως κάτι μπορεί να σωθεί ακόμη και την ύστατη στιγμή. Κι αυτό που μπορεί να μας σώσει είναι ο έρωτας. 


Ο άνθρωπος πια έχει αρχίσει να νικάει τη φύση αλλά δεν την έχει κατακτήσει οριστικά. Σ' αυτό το θέμα πατάει ο Κουροσάβα στο τρίτο του όνειρο όπου τέσσερις ορειβάτες έχουν αποκλειστεί σε μια χιονισμένη πλαγιά και παλεύουν με τα στοιχεία της φύσης παρουσιάζοντας την τελική μάχη μεταξύ ανθρώπου και πλάσης. Η κόπωση τους αναγκάζει να κινούνται με μεγάλη δυσκολία μέχρι που αρχίζει να υπερισχύει η ιδέα της εγκατάλειψης κάτι που θα φέρει εκνευρισμό και ξεσπάσματα αποδεικνύοντας πως ο άνθρωπος όταν τα βρίσκει σκούρα τρώγεται με τις σάρκες του. Ο αρχηγός τους παρακινεί συνεχώς να σταματήσουν τον καβγά και να μην αναπαυθούν στο χιόνι γιατί αυτό θα τους οδηγήσει σίγουρα στο θάνατο. Όμως κάποια στιγμή και μετά αρχίζουν ένας ένας να γονατίζουν εξουθενωμένοι. Μαζί μ'αυτούς ξαπλώνει κι ο αρχηγός αρχίζοντας μια ανηλεής μάχη με τον ύπνο, ο οποίος έρχεται με ένα γλυκό τραγούδι. Ένα νανούρισμα που συνοδεύεται με τη μορφή μιας όμορφης γυναίκας η οποία προσπαθεί να τον σκεπάσει. «Το χιόνι είναι τρυφερό κι ο πάγος είναι ζεστός» του τραγουδάει πιέζοντάς τον να μείνει ξαπλωμένος. Όμως ο αρχηγός αντιστέκεται στο νανούρισμα και με πείσμα ξυπνάει επαναφέροντας το θόρυβο της χιονοθύελλας που τον κρατάει ως το τέλος ζωντανό. Είναι ο οριστικός θρίαμβος του ανθρώπου πάνω στη φύση. Το μόνο που του απομένει πια είναι η κατάκτηση της κορυφής, η οποία φαίνεται πεντακάθαρα πάνω από τα κεφάλια τους.  
Έχοντας πια ο άνθρωπος κυριαρχήσει οριστικά στη φύση, αρχίζει μια νέα ανηλεή μάχη. Μια μάχη με τον ίδιο του τον εαυτό. Πάνω σ' αυτό το θέμα πατάει το τέταρτο όνειρο όπου ο Κουροσάβα μας μιλάει για τον πόλεμο. Στο πρώτο πλάνο έχουμε έναν αξιωματικό του ιαπωνικού στρατού που κοντοστέκεται μπροστά από ένα σκοτεινό τούνελ όπου μέσα από κει βγαίνει ένας στρατιωτικός σκύλος που του γαβγίζει απειλητικά. Εδώ το ζωντανό αντιπροσωπεύει την φύση που έχει εξαγριωθεί με τα καμώματα του ανθρώπου. Είναι η φύση που έχει χάσει την αγνή της υπόσταση συμμετέχοντας στα πολεμικά εγκλήματα. Ο αξιωματικός προσπερνά το σκυλί και χάνεται στο σκοτάδι έχοντας το βλέμμα του καρφωμένο στο ασθενές φως της αντίπερα εξόδου. Κάθε τόσο κοιτάει με τρόμο λοξά χωρίς όμως να μας αφήνει να δούμε κι εμείς τι είναι αυτό που του τραβάει την προσοχή. Το τούνελ εδώ συμβολίζει την επιρροή του υποσυνείδητου, οι ενοχές κι οι τύψεις που κουβαλάει ο καθένας. Βγαίνοντας από την άλλη άκρη του τούνελ συναντάει έναν πεθαμένο φαντάρο από το λόχο του που εξακολουθεί να πιστεύει πως είναι ακόμη ζωντανός περιμένοντας κάποιο νέο παράγγελμα. Τα σπαρακτικά του λόγια έρχονται και δένουν έντονα με τη κίνηση του χεριού του που δείχνει στον αξιωματικό το σπίτι των γονιών του που βρίσκεται στην αντικριστή πλαγιά λέγοντάς του πως τον περιμένουν. Ο αξιωματικός μαζεύει τις διαλυμένες του δυνάμεις για να μπορέσει να εξηγήσει στον φαντάρο πως πέθανε στα δικά του χέρια, πείθοντάς τον να επιστρέψει στα σκοτάδια του τούνελ που αυτή τη φορά έχει τον ρόλο του περάσματος για τον Κάτω Κόσμο. Στη συνέχεια όμως εμφανίζεται ολόκληρος ο λόχος φέρνοντας σε ακόμη πιο δυσάρεστη θέση τον αξιωματικό που προσπαθεί να τους πείσει πως είναι όλοι τους νεκροί. Εκείνοι όμως τον κοιτούν επίμονα χωρίς όμως να έχουν κάποιο ίχνος πίκρας ή εκδίκησης στο βλέμμα τους. Δε θα αργήσει να ρθει το ξέσπασμα του αξιωματικού, ο οποίος θα αρχίσει να ζητάει συγγνώμη που δεν μπορεί να τους αντικρίσει στα μάτια. Θεωρεί πως είναι δικό του λάθος ο θάνατός τους διότι συμβιβάστηκε με τα στρατιωτικά ιδεώδη. Ο απολογητικός του ρόλος κλείνει δηλώνοντας πως θα προτιμούσε να είναι μαζί τους στον άλλον κόσμο κι όχι ζωντανός. Οι στρατιώτες πείθονται βουβοί καθώς διαπιστώνουν πως ο διοικητής τους είναι ψυχική νεκρός κι ας στέκεται ακόμη υγιής στα δυο του πόδια. Το μόνο που αναμένουν πια είναι το τελευταίο παράγγελμα για να επιστρέψουν μια για πάντα στον Άδη. Όμως μέσα από τα σκοτάδια ξεπετάγεται πάλι ο σκύλος σαν μια σύγχρονη Ερινύα που θα κυνηγάει τον αξιωματικό για το υπόλοιπο της ζωής του καθώς η αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής οφείλει προς όλους μας να θεωρείται ως ύψιστη ύβρις.




Όμως σε όλην αυτήν την αυτοκαταστροφική φύση του ανθρώπου, υπάρχει μια χαραμάδα ελπίδας. Είναι τα αποτυπώματα που αφήνουν οι δημιουργοί προσπαθώντας να δείξουν στον υπόλοιπο κόσμο την ομορφιά της φύσης που οι ίδιοι καταστρέφουν. Γι' αυτό τον λόγο ο Κουροσάβα μιλάει στο πέμπτο του όνειρο για την δύναμη της Τέχνης, μαρτυρώντας παράλληλα την απραγματοποίητη επιθυμία του στο να γίνει ζωγράφος. Ο πρωταγωνιστής που περιφέρεται στα όνειρα έχει πια ενηλικιωθεί κι έχει αρχίσει να αναζητά τα δικά του πατήματα. Περιφερόμενος σε έναν εκθεσιακό χώρο, παρατηρεί εξονυχιστικά κάποιους πίνακες του Βαν Γκογκ, φτάνοντας στο σημείο να εισχωρήσει μέσα σ' αυτούς και συγκεκριμένα στο τοπίο της "Γέφυρας της Άρλ» όπου κι αρχίζει να αναζητά τον ίδιο το ζωγράφο. Ρωτώντας κάποιες γυναίκες που πλένουν τα ρούχα τους στο ποτάμι, θα διαπιστώσει πως όλες θεωρούν τον ζωγράφο τρελό, φανερώνοντας μ' αυτόν τον τρόπο την απόμακρη σχέση που έχει ο κόσμος με τους δημιουργός. Τελικώς ο νεαρός τον συναντά σε ένα χωράφι με στάχυα όπου θα διαπιστώσει από κοντά το πάθος του που παρουσιάζεται σαν μια ατμομηχανή που κινείται διαρκώς. Ομολογώ πως στο συγκεκριμένο όνειρο ενθουσιάστηκα με την ερμηνεία του Μάρτιν Σκορσέζε στο ρόλο του σπουδαίου ζωγράφου. Επίσης βρήκα εκπληκτική τη σκηνή όπου ο νεαρός τον ρωτάει πως τραυματίστηκε στο αυτί  με τον Βαν Γκογκ να του απαντά πως ήθελε να ολοκληρώσει ένα αυτοπορτραίτο αλλά του ήταν πολύ δύσκολο να ζωγραφίσει το αυτί του μ' αποτέλεσμα να το κόψει και το πετάξει. Εδώ αφήνει τον υπαινιγμό πως για να καταφέρει κανείς κάτι πρέπει να αναλογιστεί και το κόστος που ίσως του στοιχίσει ένα κομμάτι από τον ίδιο του τον εαυτό. Ο Βαν Γκογκ όμως δεν έχει χρόνο για κουβέντες καθώς αναζητά το κατάλληλο φως. Κυνηγώντας τον από πίσω ο νεαρός ζωγράφος, θα χαθεί μες στους πίνακές του προσφέροντας σε μας τους θεατές ένα φαντασμαγορικό σκηνικό ντυμένο με το υπέροχο πρελούδιο No15 του Σοπέν (απολαύστε το εδώ). Μια εποικοδομητική βόλτα στους πίνακες του Βαν Γκογκ γεμάτη έμπνευση, επιρροές και συγκίνηση που θα τον οδηγήσουν στο δικό του δημιουργικό μονοπάτι.
Όμως η επιρροή των δημιουργών είναι μικρή κι αυτό γίνεται φανερό στην ανεξέλεγκτη αυτοκαταστροφική πορεία των ανθρώπων. Πάνω σ' αυτό καταπιάνεται ο Κουροσάβα με τα δυο επόμενα όνειρα. Στο έκτο όνειρο μιλάει για μια πυρηνική καταστροφή που προέρχεται από την έκρηξη κάποιων πυρηνικών εργοστασίων στο ηφαίστειο Φούτζι. Σκηνές πανικού με το πλήθος να τρέχει στους δρόμους φτάνοντας στο σημείο να πηδήξει στον ωκεανό μήπως και σωθεί. Στο χείλος του γκρεμού κοντοστέκονται ένας άνδρας, μια γυναίκα με τα δυο της παιδιά κι ένας πυρηνικός επιστήμονας ο οποίος εξηγεί για ποιο λόγο είναι μάταιη η φυγή προς τον ωκεανό κι αναλύει τα διαφορετικά χρώματα των ραδιενεργών αερίων καθώς και τους τρόπους που σκοτώνει το καθένα. Προτιμά όμως κι αυτός να πηδήξει στον ωκεανό και να πνιγεί παρά να βιώσει τον αργό βασανιστικό θάνατο της ραδιενέργειας. Στη συγκεκριμένη ιστορία συνταράζει η αγωνία της μάνας που σέρνει τα δύο παιδιά της για να τα σώσει. Όταν όμως συνειδητοποιεί πως δεν υπάρχει καμιά ελπίδα, αρχίζει ένα ξέσπασμα ενάντια στην εξουσία η οποία την πρόδωσε και την καταδίκασε σ' αυτόν τον βασανιστικό θάνατο. Η τραγική της κατάσταση συσχετίζεται με την άγνοια των υπολοίπων ανθρώπων, οι οποίοι έχουν εναποθέσει την ασφάλειά τους στον κερδοσκοπικό τζόγο της κάθε εξουσίας χωρίς να γνωρίζουν ή να μη θέλουν να μάθουν πως το οποιοδήποτε "ατύχημα" θα τους οδηγήσει σε ένα φρικτό τέλος. Ο εφιάλτης ολοκληρώνεται με την απεγνωσμένη προσπάθεια του άνδρα να διώξει μακριά του το ραδιενεργό νέφος. Μάταια όμως καθώς η καταστροφή έχει επέλθει. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος συνειδητοποιεί το πόσο πολύ αδύναμος και τρωτός είναι.
Κι έτσι φτάνουμε στο έβδομο όνειρο το οποίο μας μεταφέρει σε ένα κρανίου τόπο που είναι αποτέλεσμα μιας πυρηνικής καταστροφής. Εδώ πια κυριαρχεί η διαστροφή της λεηλατημένης φύσης,. Η σφοδρή αντίδρασή της στο να διώξει κάθε ανθρώπινο μικρόβιο από πάνω της, μετατρέποντας τον πλανήτη σε μια επίγεια κόλαση όπου φυτρώνουν τεράστια φυτά και περιφέρονται δαίμονες που χωρίζονται σε ταξικές ομάδες ανάλογα με το πόσα κέρατα έχουν στο κεφάλι τους. Όμως το πρόβλημα των δαιμόνων δεν είναι μόνο τα κέρατα αλλά κι ο πόνος που τους προκαλούν κάθε βράδυ. Παρόλο που προτιμάνε το θάνατο, είναι καταδικασμένοι να ζουν σε μια βάναυση αθανασία. Όταν ο πρωταγωνιστής μαθαίνει πως αυτοί ήταν παλιά άνθρωποι, ρωτάει έναν δαίμονα που συναντά ποιοι απ' τους ανθρώπους απέκτησαν το "προνόμιο" να φέρουν το μαρτυρικό κέρατο της αθανασίας, εκείνος του απαντά πως ήταν οι άνθρωποι της εξουσίας. Όλοι αυτοί που κυνηγώντας το δικό τους πολιτικό και οικονομικό όφελος, οδήγησαν την ανθρωπότητα στο θάνατο. Ο δαίμονας οδηγεί τον άνθρωπο στη κορυφή ενός λόφου όπου από κει γίνεται μάρτυρας μιας εφιαλτικής χορογραφίας δαιμόνων που ουρλιάζουν γύρω από δυο κατακόκκινες λίμνες. Μια παράσταση βγαλμένη από αρχαία ελληνική τραγωδία που σε παρασέρνει σε έναν πρωτόγνωρο ατέρμονο πόνο. Κι εκεί ο δαίμονας ρωτά τον άνθρωπο αν θέλει να βγάλει κι αυτός κέρατα, σπρώχνοντάς τον στην κατρακύλα της αιώνιας τιμωρίας, δείχνοντάς του μ' αυτήν την κίνηση πως όλοι μας ευθυνόμαστε για την καταστροφή του πλανήτη μας.




Όμως ακόμη και σ' αυτήν την ύστατη στιγμή που η ανθρωπότητα βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού, υπάρχει ελπίδα, κάτι που παρουσιάζεται στο τελευταίο όνειρο της ταινίας. Έναν ύμνο για τη ζωή και τον πολιτισμό. Ο πρωταγωνιστής φτάνει σε ένα πανέμορφο χωριό που διατρέχεται από ένα ποτάμι μ' αποτέλεσμα να χει αρκετούς υπέροχους νερόμυλους. Παντού η φύση οργιάζει με τα τραγούδια των πουλιών και το κελάρυσμα του νερού να ντύνουν τα υπέροχα τοπία. Σ' αυτά τα πλάνα κυριαρχεί η αρμονία. Αρχικά ο πρωταγωνιστής συναντά μια παρέα παιδιών τα οποία εναποθέτουν λουλούδια σ’ ένα βράχο δίπλα στο ποτάμι, ενώ λίγο πιο πέρα βρίσκει έναν ηλικιωμένο που κατασκευάζει ένα μύλο. Όταν αρχίζει να τον ρωτάει για το χωριό θα διαπιστώσει πως βρίσκεται σε μια πρωτόγνωρη αναρχική κοινωνία όπου δεν υπάρχουν ονόματα, θρησκείες κι όργανα εξουσίας. Δεν υπάρχει εγκληματικότητα. Δεν χρησιμοποιούν ηλεκτρισμό και για καύσιμη ύλη έχουν τις κοπριές των ζώων. Όσο για το σύγχρονο τρόπο ζωής ο γέρος ανταπαντά πως οι επιστήμονες είναι έξυπνα μυαλά που έχουν κάνει πιο εύκολη τη ζωή των ανθρώπων αλλά παράλληλα μολύνουν τον αέρα και το νερό, και μαζί μ’ αυτά μολύνουν τις καρδιές της ανθρωπότητας. Αντιθέτως οι άνθρωποι του χωριού έχουν μνήμη κάτι που φανερώνεται ακόμη και με την κίνηση των παιδιών που αφήνουν λουλούδια στο σημείο που κάποιος ξένος είχε ξεψυχήσει κάποτε. Μπορεί να μη θυμούνται ποιος ήταν και γιατί πέθανε αλλά εξακολουθούν να αφήνουν ένα λουλούδι, καθώς ο πολιτισμός τους το επιβάλλει σαν μια άσκηση καθημερινής μνήμης. Το όνειρο αυτό ολοκληρώνεται με μια νεκρική πομπή που γίνεται μέσα σε γιορτινή ατμόσφαιρα. Απορημένος ο πρωταγωνιστής για την εύθυμη κηδεία, μαθαίνει από τον γέρο πως όταν τελειώνει μια πλήρης ζωή πρέπει να γιορτάζεται διότι σκοπός του κάθε ανθρώπου είναι να ζει αρμονικά, συμφιλιωμένος με τη φύση, αυτάρκης στα αποθέματα ενέργειας, προσπαθώντας να έχει μνήμη κι αντιλαμβανόμενος πως η ζωή έχει κάποιο όριο που χρειάζεται να το σέβονται όλοι.
Με αυτά τα υπέροχα λόγια του γέρου παρασύρθηκα κι εγώ στον εύθυμο χορό και με μια γλυκόπικρη αίσθηση παρακολούθησα τους τίτλους τέλους οι οποίοι δίνουν την εντύπωση πως ακόμη κι αυτοί είναι μια σκηνή του έργου, η οποία θα μπορούσε άνετα να χαρακτηριστεί σαν ένας ζωντανός ιμπρεσιονιστικός πίνακας, καθώς τα φύκια του ποταμού χορεύουν στο ρυθμό του ροής του νερού.
Τα «Όνειρα» είναι ένας σπάνιας ωριμότητας αριστούργημα όπου μπλέκονται τα όνειρα με την αχαλίνωτη φαντασία, τους λαϊκούς μύθους και τη σοφία που κουβαλούν οι γέροντες που επιμένουν να ζουν με σεβασμό κοντά στη φύση. Ο Ακίρα Κουροσάβα μέσα από οκτώ κινηματογραφικά ποιήματα μας προτρέπει να ονειρευόμαστε με τον πιο αληθινό τρόπο.

Βαθμολογία: 10/10