Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2019

Κι όμως κάτι έχει αρχίσει να κινείται...


Τα εκλογικά αποτελέσματα του Ιουλίου με βρήκαν σε μια απόμερη παραλία βορειοδυτικά της Χίου. Η απόγνωσή μου για την αρχή μιας νέας σκοταδιστικής εποχής, με κράτησαν μακριά από τα πανηγύρια των συντηρητικών συμπατριωτών μου και των συστημικών μέσων μαζικής ενημέρωσης. Ήθελα να ατενίσω με ηρεμία το ηλιοβασίλεμα προσπαθώντας να αποφύγω τα πρώτα φαρμάκια που θα δηλητηρίαζαν ξανά τη χρόνια ασθενική ελληνική κοινωνία. Στις τότε σκέψεις μου υπολόγιζα πως θα υπήρχε μια περίοδος στασιμότητας μέχρι να εδραιωθεί η νέα κυβέρνηση κι αμέσως μετά θα ξεκινούσε η λυσσαλέα διακυβέρνηση της περιβόητης Δεξιάς που δεκαετίες τώρα έχει ρημάξει τούτο εδώ τον τόπο. 
Τελικά η όλη κατάσταση εξελίχθηκε αλλιώς. Μεμιάς η Δεξιά επιτέθηκε χωρίς προσχήματα στον ελληνικό λαό. Τα πρώτα μέτρα του καλοκαιριού μας βρήκαν μουδιασμένους κι απροετοίμαστους. Αυτό όμως κράτησε για λίγο διότι ο λαός ξύπνησε την ώρα που άρχισε να μας καλύπτει το απόλυτο σκοτάδι του νεοφιλελευθερισμού, της ακροδεξιάς, της ξενοφοβίας. Του νεοφερμένου γραβατωμένο φασισμού. 
Μέρα με τη μέρα, σε κάθε ακροδεξιά επιβολή, η αντίδραση κι η αλληλεγγύη γίνονταν πιο αισθητές και δυναμικές. Και να που σήμερα, λίγους μόνο μήνες ακροδεξιάς διακυβέρνησης, ο λαός είναι όχι μόνο συνειδητοποιημένος αλλά και πανέτοιμος. Τα παραδείγματα πολλά και σίγουρα μου ξεφεύγουν αρκετά.
Φασίστες μαχαιρώνουν Ιρανό μαθητή απειλώντας τον να μη ξαναπατήσει στο σχολείο. Με μιας ολόκληρη η Νεάπολη Θεσσαλονίκης σείεται από ένα αντιφασιστικό κίνημα πολιτών. 
Ακροδεξιοί τρομοκρατούν πρόσφυγες κι εμποδίζουν τη μεταφορά τους στα μέρη τους. Η ντροπιαστική λίστα γέμιζε μέρα με την μέρα. Βρασνά, Γιαννιτσά, Κιλκίς, Νάουσα, Σκύδρα κ.α. Η αντίδραση κι εδώ ήταν άμεση. Δύο μέρες τώρα, το λιμάνι γεμίζει από προοδευτικούς ανθρώπους, οι οποίοι συγκεντρώνονται στις προβλήτες για να καλωσορίσουν τους πρόσφυγες που κατέφθαναν από τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.
Γραφικοί ακροδεξιοί οργάνωσαν μπάρμπεκιου-καρναβάλι (καθώς τους τίμησε ο διάσημος ζορό) για να προκαλέσουν τους πρόσφυγες στα Διαβατά. Αμέσως, Ολλανδοί εθελοντές πήραν την πρωτοβουλία να μετατρέψουν μια τουλάχιστον «μη φιλική αντίδραση», όπως τη χαρακτήρισαν, σε μια καλή πράξη υπέρ των προσφύγων. Με το σκεπτικό αυτό, δημιούργησαν το BBQ Sponsor Tour, μια εκστρατεία χρηματοδότησης όπου πολίτες προσφέρουν χρήματα ανάλογα με τον αριθμό των διαδηλωτών που θα συγκεντρωθούν, τα κομμάτια κρέατος που θα καταναλωθούν ή την ώρα που θα διαρκέσει το event. Τελικά μαζεύτηκαν καμιά δεκαριά ακροδεξιοί που απέδειξαν πως δεν διαθέτουν ίχνος πολιτισμού που είναι υποχρεωμένοι να διαφυλάξουν. Μάλιστα η γραφικότητά τους μετατράπηκε σε παράδειγμα προς αποφυγήν για τους ομοϊδεάτες τους. 
Τέλος, έχουμε την κατάργηση του ακαδημαϊκού ασύλου το οποίο ήδη έχει προκαλέσει έντονο μένος φοιτητών και πολιτών απέναντι στην ακροδεξιά κυβέρνηση. Τα γεγονότα που παρακολουθήσαμε στην ΑΣΟΕΕ, μας γύρισαν δεκαετίες πίσω καθώς παρακολουθήσαμε δυστοπικές σκηνές που απευχόμασταν να δούμε στην Ελλάδα. Κι όμως ακόμη κι εκεί ο κόσμος αντέδρασε την ίδια στιγμή γεμίζοντας την Πατησίων, απαιτώντας την αποχώρηση των δυνάμεων καταστολής. Κι εκεί ο λαός νίκησε ξανά. 
Μπορεί η ακροδεξιά κυβέρνηση με πρόσχημα την περιβόητη "κανονικότητα" να άνοιξε πρόωρα το χορό αλλά αυτόν το χορό θα τον σύρουμε εμείς, με τον δικό μας ρυθμό και το δικό μας πάθος. Κι αυτός ο χορός θα ναι το τέλος του σκοταδισμού που προσπαθεί με νύχια και με δόντια όχι μόνο να κυριαρχήσει αλλά να ριζώσει διαπαντός σ' αυτόν εδώ τον τόπο. 
Δεν πρόκειται να το επιτρέψουμε. 

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2019

Σαλαμάνκα, μια αναγεννησιακή πανεπιστημιούπολη



Χωρίς να μπορώ να βγάλω κάποια άκρη αναζητώντας τα δρομολόγια των τραίνων που συνέδεαν τη Μαδρίτη με την Σαλαμάνκα, αποφάσισα να πάω ξημερώματα στον σιδηροδρομικό σταθμό Atocha ευελπιστώντας πως θα προλάβαινα ένα από τα πρώτα πρωινά τραίνα που θα αναχωρούσε προς τα ισπανοπορτογαλικά σύνορα. Για κακή της τύχη, στα εκδοτήρια εισιτηρίων βρισκόταν μία μόνο υπάλληλος. Το ευγενικό της χαμόγελο αμέσως πάγωσε όταν συνειδητοποίησε πως δε μιλούσα ισπανικά. Χωρίς καφέ και με τα μάτια μισάνοιχτα από τον ύπνο που ακόμη δεν είχε φύγει από πάνω μας, προσπαθούσαμε να βρούμε έναν προσωρινό κώδικα επικοινωνίας. Σίγουρα θα θυμάμαι για καιρό το χαζό χαμόγελο  σταπου σχηματιζόταν στα χείλη μου κάθε φορά που μιλούσε σε μια εφαρμογή του κινητού της η οποία μετέφραζε τα λόγια της στα αγγλικά. Τελικά τα καταφέραμε και βγάλαμε άκρη.
Μέσω αυτού του ανορθόδοξου τρόπου επικοινωνίας, έμαθα πως η αναχώρησή μου θα γινόταν από έναν άλλο σιδηροδρομικό σταθμό στα βόρεια προάστια της Μαδρίτης. Με τις κατάλληλες οδηγίες βρήκα σχετικά εύκολα τον συρμό που θα στοιβαζόμουν με τους  κατοίκους υπόλοιπους αξημέρωτους της πόλης. Ο συρμός έφτασε και μεμιάς τα βαγόνια γέμισαν με πρόσωπα νυσταγμένα και βαριεστημένα. Ήταν από τις σπάνιες στιγμές που απείχα από την καθημερινή μιζέρια των υπολοίπων. Έφτασα στον άλλο σταθμό την ώρα που έβγαινε ο ήλιος από τα ανατολικά βουνά. Ανεβαίνοντας από τις υπόγειες αποβάθρες είδα πωςς βρισκόμουν ακριβώς κάτω από τους θεόρατους ουρανοξύστες της Μαδρίτης. Ήταν η στιγμή που οι γυάλινες όψεις τους λούζονταν μ' ένα χρυσαφί χρώμα.
Είχα λίγη ώρα μέχρι την αναχώρηση οπότε έκατσα σε μία απο τις καφετέριες του στσαθμού για να απολαύσω το πρωινό μου καφέ. Το δρομολόγιο που επέλεξα θα διαρκούσε μιάμιση ώρα με ενδιάμεση στάση τη Σεγόβια. Η επιστροφή όμως θα μου έπαιρνε δυόμισι ώρες με δυο στάσεις παραπάνω. Χαλάλι του όμως καθώς μου πρόσφερε την ευκαιρία να θαυμάσω τα φωταγωγημένα τείχη της Άβιλα.
Φτάνοντας στο σιδηροδρομικό σταθμό της Σαλαμάνκα, με υποδέχτηκε ένα καλαίσθητο κάδρο στην αίθουσα αναμονής που έγραφε "Καλώς ήρθατε στην πόλη των επιστημών και των τεχνών". Ήταν από τις λίγες φορές που συμφωνούσα απόλυτα με κάποιο τουριστικό καλωσόρισμα (ένα άλλο που θυμάμαι ήταν στο αεροδρόμιο Τέσλα του Βελιγραδίου που έγραφε "Καλώς ήρθατε στην χώρα των πρωταθλητών"). Ο λόγος που με βρισκε τελείως σύμφωνο το καλωσόρισμα αυτό είναι πως παρόλο που η Σαλαμάνκα ιδρύθηκε από τους Ρωμαίους κι έγινε μήλον της έριδος μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών για πολλούς αιώνες, η φήμη και το κύρος της, απογειώθηκαν με την ίδρυση του περίφημου πανεπιστημίου της που θεωρείται ένα από τα παλαιότερα και σημαντικότερα πανεπιστήμια του κόσμου. Η προοδευτική ιστορία του συγκεκριμένου ιδρύματος εφερε την αναγέννηση στην ιβηρική χερσόνησο ενώ η δυναμική που ασκούσε φαίνεται στο ότι υιοθέτησε το ηλιοκεντρικό σύστημα του Κοπέρνικου την περίοδο που η καθολική εκκλησία έκαιγε "αιρετικούς" στις κεντρικές πλατείες των πόλεων.
Ο σιδηροδρομικός σταθμός δεν απέχει πολύ από την πόλη. Κατηφόρισα με τα πόδια παρατηρώντας την αθέατη πλευρά που προσπερνούν συνήθως αδιάφορα οι επισκέπτες. Την ώρα που η φοιτητούπολη με τους χαλαρούς της ρυθμούς ξυπνούσε, εγώ φωτογράφιζα πανέμορφα γκράφιτι που κοσμούσαν τις τυφλές πλευρές των πολυκατοικιών. Εκπληκτικά τα δύο τεράστια μελαγχολικά μάτια που αντίκρισα από το απέναντι πεζοδρόμιο καθώς περίμενα να ανάψει το φανάρι.
Από ένα πάρκο κι έπειτα, άρχισε να αναδεικνύεται το παλιό κομμάτι της πόλης. Σε κάθε βήμα επιβεβαιωνόταν όλο και περισσότερο το χαρακτηρισμό που έχει κερδίσει η Σαλαμάνκα. La Dorada, η λαμπερή πόλη καθώς τα κτίριά της είναι χτισμένα με ψαμμίτη κάτι που έχει ως αποτέλεσμα να λάμπουν στο φως του ήλιου. Έχοντας ήδη ένα πλάνο της πόλης στο μυαλό μου, σκέφτηκα να γυρίσω πρώτα τα αξιοθέατα που βρίσκονται περιμετρικά του ιστορικού κέντρου και να καταλήξω στην πανέμορφη Πλάθα Μαγιόρ.
Πήρα λοιπόν το δρόμο που οδηγούσε στο ποτάμι καθώς είχα δει πως περνούσε έξω από πανέμορφο Δομινικανό μοναστήρι του San Esteban. Παρόλο που δεν είμαι λάτρης αυτών των αξιοθέατων, ομολογώ πως μαγεύτηκα με το συγκεκριμένο κτιριακό σύμπλεγμα. Η πανέμορφη πρόσοψη του ναού, το εκλεπτυσμένο υπαίθριο με το πηγάδι και τα κάτοπτρα, η εντυπωσιακή εσωτερική σκάλα που σε ανεβάζει στον πάνω όροφο, η κομψότητα του ναού με τις χρυσές λεπτομέρειες και τις όψεις των βασιλιάδων στην οροφή. Δε θυμάμαι πόση ώρα έμεινα μέσα σ' αυτό το υπέροχο ησυχαστήριο. Το σίγουρο είναι πως έντεινε την όρεξή μου να ανακαλύψω αυτήν την τόσο όμορφη πόλη.
Βγαίνοντας συνέχισα τη βόλτα μου προς το ποτάμι. Προσπέρασα κάποια απομεινάρια από τα παλιά τείχη της πόλης, τα οποία στέκουν ακόμα πίσω από έναν μικρό ελαιώνα. Από την αντίπερα όχθη, εκτεινόταν ένα καταπράσινο μονοπάτι γεμάτο παγκάκια. Στάθηκα σε ένα απ' αυτά για να θαυμάσω από κει την πανοραμική θέα της παλιάς πόλης. Στο κέντρο δέσποζε ο μνημειακός καθεδρικός με το πύργο του που φτάνει στα 110 μέτρα. Ένα εντυπωσιακό κτίσμα του 16ου αι ενώ στα βόρεια διέκρινα τη ρωμαϊκή γέφυρα που ένωνε τις δύο πλευρές.
Επιστρέφοντας πάλι πίσω, βρέθηκα πρώτα έξω από το μουσείο Art Nouveu και Art Deco. Η καλαίσθητη πρόσοψή του με τα βιτρό στα παράθυρα και τα γλυπτά στην αυλή, το καθιστούν ξεχωριστή νότα για την πόλη σε σχέση με τα γύρω κτίρια.
Από κει πήρα ένα στενό σοκάκι που ανηφόριζε προς τον Καθεδρικό ναό. Κάπου στα μισά συνάντησα ένα μουσείο για τον ισπανικό εμφύλιο. Ίσως να ήταν το μοναδικό μουσείου αυτού του τόσο σπουδαίου ιστορικού γεγονότος που συνάντησα σ' ολόκληρο το ταξίδι.
Ο ανηφορικός δρόμοε με οδήγησε στον προαύλιο χώρο του καθεδρικού ναού. Η ιδιαιτερότητα αυτού του θεόρατου κτίσματος είναι ότι περιστοιχίζει τον παλιό καθεδρικό που είχε χτιστεί μεταξύ 1100 με 1200. Παρ' όλο που είναι μικρότερος σε μέγεθος, έχει τη δική του ομορφιά με τις πλούσιες τοιχογραφίες του και το εντυπωσιακό εικονοστάσι που αποτελείται από 53 σκηνές που παρουσιάζουν τη ζωή του Χριστού.
Ο νέος καθεδρικός που δεσπόζει στην πόλη είναι ένας συνδυασμός γοτθικών και μπαρόκ αρχιτεκτονικών στοιχείων. Οι πόρτες του είναι πλούσια διακοσμημένες, ειδικά η δυτική απ' την οποία εισερχόμαστε εντός του ναού. Μπαίνοντας μέσα θαμπώνεσαι από το μέγεθός του κτιρίου. Με μήκος 104 μέτρα, πλάτος 48 και με ένα θόλο που αγγίζει τα 38 μέτρα ύψος, αισθάνεσαι πως βρίσκεται σε μια ξεχωριστή στεγασμένη πολιτεία. Περπατούσα στο εσωτερικό του ναού, κι ένιωθα πως έστριβα σε κανονικούε δρόμους για να βρω την αγία τράπεζα αλλά και να θαυμάσω τα έργα τέχνης που φυλάσσονται μέσα στα παρεκκλήσια. Ένας επιπλέον λόγος που χαιρόμουν με την επίσκεψή σ' αυτήν την εκκλησία είναι επειδή είχε στοιχειώσει τα παιδικά μου χρόνια. Τοτε που ασχολιόμουν με τα ανεξήγητα φαινόμενα. Στο χώρο λοιπόν του ανεξήγητου, η εκκλησία αυτή ήταν διάσημη για τον αστροναύτη της, μια γλυπτή μορφή σε έναν ανάγλυφο διάκοσμο που θύμιζε πολύ σε αστροναύτη. Όσο κι αν έψαξα να τον βρω, δεν κατάφερα να τον εντοπίσω.
Βγαίνοντας πάλι στον ήλιο, έκλεισα απότομα τα μάτια καθώς είχαν συνηθίσει στο ημίφως του ναού. Όντως η πόλη αυτή λάμπει. Συνέχισα τη βόλτα μου προς την καρδιά της παλιάς πόλης. Λίγα μέτρα πιο πέρα από τον καθεδρικό, βρέθηκα σε μια ανισόπεδη πλατεία, της οποίας η ομορφιά ήταν το υπέροχο φόντο που υπήρχε πίσω της, το οποίο δυστυχώς δυσκολευόμουν να αποθανατίσω με τον φωτογραφικό φακό. Στάθηκα σε μια σκιά κι αρκέστηκα να θαυμάζω το θέαμα. Μπροστά μου είχα το Σπίτι των Κοχειλιών (Casa de las Conchas), ένα ανάκτορο του 15ου αι. διακοσμημένο με γλυπτά κελύφη που ήταν το σύμβολο των μεσαιωνικών προσκυνητών που ταξίδευαν "το δρόμο του Αγίου Ιακώβου" στο Σαντιάγκο ντε Κομποστέλα. Κάπου είχα διαβάσει πως στις δύο όψεις του κτίσματος είναι σκαλισμένα γύρω στα τριακόσια κοχύλια αλλά δεν κάθισα να τα μετρήσω για να το σιγουρέψω. Το κτίριο αυτό λειτουργεί σήμερα ως βιβλιοθήκη, κάτι που μου έδωσε τη δυνατότητα να μπω στους εσωτερικούς του χώρους. Παρ' όλο που επικρατούσε μια απίστευτη ηρεμία καθώς είχε αρκετούς χώρους ανάγνωσης, τα πατώματά του έτριζαν απελπιστικά κάτι που μ' έφερνε σε δύσκολη θέση κάθε φορά που έκανα ένα βήμα.
Ακριβώς πίσω από το Σπίτι των Κοχειλιών ορθώνεται η Clerecia, μια πανέμορφη μπαρόκ εκκλησία του 17ου αι. με την επιβλητική της πρόσοψη και τους δυο δίδυμους πύργους της. Σήμερα λειτουργεί ως έδρα του πανεπιστημίου της Σαλαμάνκα και είναι επισκέψιμη για το κοινό. Ένας ακόμη λόγος που αξίζει να την επισκεφθούμε είναι πως μπορούμε να ανεβούμε στα καμπαναριά της και να θαυμάσουμε την πόλη από ψηλά. Περιφερόμενος μέσα στην εκκλησία, αναρωτιόμουν τι θα συνέβαινε αν κάποιο πανεπιστήμιο στην Ελλάδα ζητούσε από την αρχιεπισκοπή μία εκκλησία για να την αξιοποιήσει. Αλλά μεμιάς σκέφτομαι πως η Ελλάδα δεν έζησε ποτέ διαφωτισμό, οπότε διέκοψα τον προβληματισμό μου για να μη μου χαλάσει η καλή διάθεση της βόλτας.
Πηγαίνοντας προς το πανεπιστήμιο, δε περίμενα πως θα αντικρίσω μέσα σε ένα στενό δρομάκι την διάσημη και πλούσια σε γλυπτή διακόσμηση πύλη του. Ευτυχώς εκεί ανοίγεται η Patio de Escuelas, μια υπέροχη αυλή με κομψά αναγεννησιακά και μπαρόκ κτίρια τα οποία κάποτε λειτουργούσαν ως νοσοκομεία για τους φτωχούς φοιτητές (το 1533). Μέσα στο πλάτωμα αυτής της αυλής, κατάφερα να απομακρυνθώ λίγο για να μπορέσω να απολαύσω την ομορφιά της πύλης. Αυτό όμως που μου έκανε εντύπωση είναι πως οι περισσότεροι επισκέπτες ήταν μαζεμένοι ακριβώς από κάτω της και με τεντωμένους λαιμούς αναζητούσαν κάτι που ακόμα δεν είχα αντιληφθεί. Με τη συνδρομή ενός φίλου έμαθα πως κάπου στον πλούσιο γλυπτό διακόσμο κρύβεται ένας βάτραχος. Είναι τόσο δύσκολο να τον εντοπίσει κανείς, που είχε μετατραπεί σε τουριστική ατραξιόν. Μάλιστα πολλοί ακαδημαϊκοί έλεγαν πως όποιος περνάει την πύλη επιδιώκοντας να πάρει πτυχίο και δεν αντικρίζει με την πρώτη τον βάτραχο τότε είναι ανάξιος του πτυχίου. Παρόλο που έχω πτυχίο, χρειάστηκα τη βοήθεια του google για να καταλάβω που ακριβώς βρίσκεται. Κι όταν τον εντόπισα ήμουν σίγουρος πως χωρίς τη βοήθεια της τεχνολογίας δε θα τα κατάφερνα. Αν τώρα θέλετε να επιστρέψω το πτυχίο μου, είναι ένα άλλο θέμα που μπορούμε να το διαπραγματευτούμε. Αυτό όμως που μου κέντρισε την προσοχή ήταν ένα κεντρικό σύμβολο ακριβώε πάνω από τοε δύο θύρες με τις μορφές δυο βασιλιάδων με μι επιγραφή γύρω τους που έγραφε στα ελληνικά «ΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΤΗ, ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ, ΑΥΤΗ ΤΟΙΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣΙ.» κι ακριβώς από κάτω τα ονόματα "FERDINARDOS ELISABETHA". Περπατώντας προς την πλατεία αναρωτιόμουν το νόημα της ελληνικής φράσης. Ότι οι βασιλείς αφιερώνουν τη γνώση στο πανεπιστήμιο που αποκτά μ' αυτόν τον τρόπο μια βασιλική αίγλη; Ή μήπως αφήνουν παρακαταθήκη το πανεπιστήμιο σε μελλοντικούς βασιλείς. Ή τιμάνε τους προηγούμενους βασιλείς που τους το ανέθεσαν. Έσπαγα το κεφάλι μου δίχως λόγο μέχρι που αντίκρισα μία από τις ομορφότερες στιγμές των ως τώρα ταξιδιών μου. Ένας γεροντάκος είχε σταθεί σε ένα πεζούλι κι αφού τοποθέτησε απαλά τη μαγκούρα ανάμεσα στα δυο αδύναμά του πόδια, άρχισε να ταΐζει τα σπουργίτια που είχαν μαζευτεί μπροστά του. Κάθισα απέναντί του και τον έκανα χάζι αρκετή ώρα. Δεν με είχε αντιληφθεί. Που και που έριχνε κλεφτές ματιές στους φοιτητές που περνούσαν από δίπλα του. Πως είναι άραγε να βλέπει κανείς τα νιάτα όταν βρίσκεται στο λυκόφως της ζωής του;
Η ώρα είχε περάσει και είχα ήδη οργώσει σχεδόν όλη την πόλη. Σειρά είχε η Πλάθα Μαγιόρ, η κεντρική πλατεία της Σαλαμάνκα και μια από τις ομορφότερες της Ισπανίας. Αν και για κάποιους τολμηρούς θεωρείται ως η ομορφότερη της Ευρώπης. Δυστυχώς όμως θα διαφωνήσω με την υπερβολή τους. Παρόλα αυτά είναι μια θαυμάσια πλατεία για να απολαύσει κανείς το απογευματινό του καφεδάκι. Μετά από ώρες περιπλανήσεων στα λαμπερά σοκάκια της πόλης είναι όμορφο να ξαποστάσεις σε μια από τις καφετέριες και να αφεθείς στο παιχνίδι των σκιών που γίνεται στις τέσσερις όψεις των μπαρόκ κτιρίων. Επίσης αυτό που μ' αρέσει είναι πως όλα τα κτίρια είναι τριόροφα προσφέροντας μ' αυτόν τον τρόπο μια αρμονία στο χώρο. Φυσικά ξεχωρίζει το Pabellon Real και το Δημαρχείο.
Επέστρεψα στον σταθμό λίγη ώρα πριν την αναχώρηση κι ενώ ο ήλιος είχε αρχίσει να βασιλεύει. Η πόλη χανόταν σιγά σιγά μες στη σκοτεινιά σαν να ήθελε η ίδια να σβήσει πριν φύγω. Η Σαλαμάνκα έχει τη γοητεία της μη τουριστικής πόλης και τη ζωντάνια μιας ζωηρής φοιτητούπολης. Είναι μια πόλη που μένει βαθιά χαραγμένη στην μνήμη για τους χαλαρούς της ρυθμούς, τα λαμπερά της κτίρια, τον επιβλητικό καθεδρικό και την αναγεννησιακή της αύρα. Είναι μια πόλη που αξίζει να αγαπηθεί.

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2019

Πόνος και Δόξα


Η αλήθεια είναι πως πριν μια δεκαετία θεωρούσα σημαντικό κινηματογραφικό γεγονός τις πρεμιέρες των ταινιών του Πέδρο Αλμοδόβαρ. Από το "Volver" κι έπειτα δεν με τράβηξε καμία δημιουργία του, με την καθοριστική απογοήτευση να έρχεται με το "Δέρμα που Κατοικώ". Δυστυχώς με το πέρασμα των χρόνων έπαψα να προσδοκώ κάτι αξιόλογο από τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη. Γι' αυτόν τον λόγο δεν είχα ιδιαίτερες απαιτήσεις όταν αποφάσισα να δω την τελευταία του ταινία "Πόνος και Δόξα". Να όμως που ακόμη και το μικρό καλάθι που κουβαλούσα πριν την προβολή, εκτόξευσε κι άλλο τον ενθουσιασμό που με είχε κυριεύσει κατά τη διάρκεια της αλλά κι αρκετή ώρα μετά τους τίτλους τέλους. Η τελευταία ταινία του Πέδρο Αλμοδόβαρ είναι ίσως το ομορφότερο και συνάμα πιο εσωστρεφές αριστούργημα που μας έχει προσφέρει στην μέχρι τώρα κινηματογραφική του πορεία. Αξίζει να αναφέρω πως μεγάλη μέρος της αίγλης αυτού του κινηματογραφικού ποιήματος κατέχει η εκπληκτική ερμηνεία του Αντόνιο Μπαντέρας.
Στις ταινίες του Αλμοδόβαρ έχω λατρέψει δύο δυνατά τους χαρακτηριστικά που συναντώ σε κάθε του δουλειά. Πρώτα απ' όλα το υπέροχο παιχνίδι με τα έντονα χρώματα, τα οποία με έναν αδιευκρίνιστο κανόνα που μόνο ο ίδιος κατέχει, ταιριάζουν και ισορροπούν σε κάθε κάδρο. Και φυσικά η ονειρική μουσική υπόκρουση του Alberto Iglesias. Με αυτά τα δυο στοιχεία ξεκινάει η νέα του ταινία. Ένας μυσταγωγικός χορός εντυπωσιακών χρωμάτων με την γνώριμη μελαγχολική μουσική. Μεμιάς χαλαρώνει το βλέμμα κι αφήνει το σώμα σου να βυθιστεί στο απαλό κάθισμα της σκοτεινής αίθουσας μέχρι να σου συστήσει τα πρόσωπα της ιστορίας.
Η αρχή γίνεται με το ασάλευτο σώμα του πρωταγωνιστή να προσπαθεί να ισορροπήσει στο βυθό μιας πισίνας. Μεμιάς συνειδητοποιείς την αντικοινωνική φύση του ήρωα. Την ανάγκη του για απομόνωση. Βγαίνοντας στην επιφάνεια, διακρίνουμε στο βλέμμα του μια απέραντη θλίψη. Μία κόπωση δημιουργική και συναισθηματική. Μια ασφυξία που προκαλείται από παρελθοντικά βάρη που εξακολουθεί να κουβαλάει. Πουθενά όμως δεν μαρτυρά πως υπάρχουν τάσεις υποταγής στα προβλήματα υγείας και της δημιουργικής απραξίας. Είναι σεβαστό να πέσεις αλλά είναι απαίτηση να σηκωθείς ξανά.


Στο επόμενο πλάνο, ο πρωταγωνιστής συναντάει μια γνωστή του φίλη ηθοποιό. Στο διάλογό που ακολουθεί αρχίζει να ξεδιπλώνονται τα μυστικά του παρελθόντος του. Με αφορμή μια επετειακή προβολή κάποιου σημαντικού του έργου, θα συναντηθεί ξανά με έναν παλιό συνεργάτη που είχαν τσακωθεί με αφορμή την ερμηνεία του δεύτερου στο έργο που ο πρωταγωνιστής είχε σκηνοθετήσει. Η αναπόληση του παρελθόντος υπό την επήρεια ναρκωτικών θα φέρει κοντά ξανά τους δύο φίλους. Όμως το σμίξιμό τους θα αποδειχτεί δίκοπο μαχαίρι για τον πρωταγωνιστή. Από τη μια του δίνεται μια ώθηση να δημιουργήσει ξανά αλλά από την άλλη τον παρασέρνει στον ύπουλο κόσμο της ηρωίνης. Οι αναποδιές που θα ακολουθήσουν κι οι υποχωρήσεις που εκείνος θα κάνει για διορθώσει τα λάθη του παρελθόντος, θα του φέρουν έξω από την πόρτα έναν παλιό του έρωτα. 
Οι συναισθηματικές εξάρσεις, τα δημιουργικά αδιέξοδα κι η αμφιβολία του αύριο καθώς δε ξέρει που θα τον οδηγήσει η ταλαιπωρημένη του υγεία, θα αναγκάσουν τον πρωταγωνιστή να κάνει μια αναδρομή στα γεγονότα του παρελθόντος και συγκεκριμένα στα παιδικά του χρόνου όπου διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα του. Οι ξέγνοιαστες στιγμές στο ποτάμι, η ανέμελη ζωή στη φτώχεια, η αναγκαστική εγγραφή του στο θρησκευτικό σχολείο κι ο πρώτος του έρωτας. Μικρές πινελιές οι οποίες μας θυμίζουν αποσπάσματα από τις παλιές του ταινίας όπως το "Κακή Εκπαίδευση". Μέσα απ' αυτές τις παρελθοντικές βόλτες θα παρατηρήσουμε την αδιάφορη σχέση που είχε ο πρωταγωνιστής με τον πατέρα του καθώς εκείνος δούλευε όλη μέρα. Ένα κενό που καλύφθηκε με την ατέρμονη αγάπη που ένιωθε με την μάνα του. Παράλληλα παρακολουθούμε τα πρώτα του ερωτικά σκιρτήματα όπου συνειδητοποιεί την ομοφυλοφιλία του. Μέσω αυτής της ψυχικής ενδοσκόπησης θα επανέλθει στον πρωταγωνιστή η δημιουργική διάθεση που είχε χάσει.


Ξεκινώντας με το έργο του Πέδρο Αλμοδόβαρ, ομολογώ πως λάτρεψα τα υπέροχα πλάνα των εσωτερικών χώρων. Το σπίτι του πρωταγωνιστή είναι ένα μικρό μουσείο γεμάτο πίνακες ενώ η κουζίνα του είναι από μόνη της ένα ευχάριστο έργο τέχνης καθώς είναι γεμάτη φωτεινά χρώματα που συναντά κανείς μόνο σε αλμοδοβαρικές ταινίες. Το φως είναι συνήθως πλαϊνό, δίνοντας την αίσθηση στον θεατή πως παρακολουθεί θεατρικά δρώμενα. 
Παρόλο όμως που κυριαρχεί το χρώμα, ο πρωταγωνιστής κινείται στο ημίφως. Σαν να θέλει να κρυφτεί ή σαν να θέλει να ξεχάσει όλα όσα του θυμίζουν στιγμές που επηρέασαν τη ζωή του. Η σκοτεινή του πλευρά γίνεται σημείο αναφοράς όσων τον περιτριγυρίζουν. 
Οι βόλτες στο παρελθόν του πρωταγωνιστή, οδηγούν τους θεατές σε μία αναπόφευκτη σύγκριση όπου ανακαλύπτουν εντυπωσιακούς συμβολισμούς. Από το πολυτελέστατο διαμέρισμα στο κέντρο της Μαδρίτης μεταφερόμαστε σε μια υπόγεια σπηλιά όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια. Κι όμως η υπόγεια παιδική του ηλικία είναι λαμπρότατη σε σχέση με τη παροντική του σκοτεινή χλιδή. Τα συναισθηματικά και δημιουργικά αδιέξοδα του πρωταγωνιστή τον έχουν κρύψει στο σκοτάδι. Σε κανένα όμως σημείο δεν αποζητά τη λύπηση ούτε από τους γύρω του ούτε από τους θεατές. Συγκρατεί τον πόνο μέσα του με αξιοπρέπεια κάτι που με κανε να τον συμπαθήσω πολύ. Την μόνη μόνο φορά που λέει με παράπονο στο γιατρό του πως δεν έχει δημιουργική διάθεση εκείνος του απαντάει κοφτά πως εκεί έξω υπάρχουν άνθρωποι με σημαντικότερα προβλήματα. Αφοπλιστική απάντηση για χειροκρότημα.
Όσον αφορά τον Αντόνιο Μπαντέρας, θεωρώ πως ήταν η καλύτερη ερμηνεία στην οποία των έχω παρακολουθήσει. Σοβαρός, μαζεμένος, ανασφαλής, γοητευτικός, ώριμος, αυτοκαταστροφικός, ειλικρινής και συναισθηματικός. Σε κάθε πλάνο ανταποκρινόταν εκπληκτικά. Ήταν απίστευτα πειστικός στις σκηνές που ήταν μαστουρωμένος. Ένιωθες έντονα το πνίξιμό του σε κάθε συναισθηματική έξαρση. Άκρως ανθρώπινη και συγκινητική η συνάντηση με τον πρώην εραστή του. Οι ανθρώπινες σκέψεις, το ζεστό ενδιαφέρον, ο φόβος της ερωτικής απάρνησης όλα αυτά συσσωρευμένα σε μικρές μισοσκότεινες στιγμές όπου οι φωνές ακούγονται ως ψίθυροι και τα συναισθήματα αναβλύζουν ανεξέλεγκτα μέσα από τα βλέμματα. 
Επίσης με συγκίνησε η στάση του σκηνοθέτη απέναντι στο θάνατο. Πανανθρώπινη η στιγμή που η μάνα λέει στο γιο της πως θέλει να είναι μέσα στο φέρετρο. Με δυσκολία συγκρατεί κανείς τα δάκρυά του όταν την ακούει να του λέει πως "δε θέλει να της φορέσουν παπούτσια για να μπορέσει να πατήσει ελαφριά εκεί που θα την πάνε". Παράλληλα γίνεται μια άψογη παρουσίαση του οιδιπόδειου συμπλέγματος. Ο γιος αισθάνεται αποτυχημένος παρ' όλες τις κινηματογραφικές του επιτυχίες κι αυτό γιατί δεν ικανοποίησε τις προσδοκίες της μητέρας του. Έντονα φορτική η στιγμή που ο πρωταγωνιστής της ζητάει συγνώμη γιατί δε κατάφερε να γίνει αυτό που εκείνη ήθελε. Εκεί γίνεται εμφανές το ενοχικό σύνδρομο που τον έχει μετατρέψει σε υποχείριο της μητέρας του. Είναι επίσης αυτό το συναίσθημα που τον έχει καταστρέψει ψυχικά και σωματικά όταν δεν καταφέρνει να ικανοποιήσει τη τελευταία της επιθυμία. 


Θα μπορούσα να αναφερθώ και σε άλλες σκηνές της ταινίας που ξεχειλίζουν από λυρισμό όπως το χαμένο παιδικό πορτραίτο και το κρυφό γράμμα που διαβάστηκε πολλές δεκαετίες μετά. Ή επίσης την συνταρακτική εκφραστικότητα του πρώην εραστή του πρωταγωνιστή που συνειδητοποιεί πως ένας θεατρικός μονόλογος που παρακολουθεί αναφέρεται στο πρόσωπό του. Μικρές στιγμές που με εντυπωσίασαν απρόσμενα. 
Και φυσικά δε μπορώ να παραβλέψω την ονειρική μουσική του Alberto Iglesias. Αυτή η παρόμοια μελωδία που με στοιχειώνει από το αριστουργηματικό "Όλα για τη Μητέρα μου". Μία μουσική που την έχω συνδυάσει με τους άδειους νυχτερινούς δρόμους των μεγαλουπόλεων, με τα σκοτεινά δωμάτια των διαμερισμάτων όπου οι μορφές και τα αντικείμενα φωτίζονται από τους στύλους του δρόμου και τα διερχόμενα αυτοκίνητα. 
Η ταινία είναι ένας ύμνος για τις μνήμες των παιδικών μας χρόνων που σβήνουν απαλά. Ξεθωριάζουν και γίνονται πιο λαμπρές προκαλώντας μας έναν ελαφρύ πόνο στο στήθος κάθε φορά που ανατρέχουμε σ' αυτές. Επίσης είναι ένας καημός για τις κουβέντες που δε καταφέραμε ποτέ να κάνουμε με τους γονείς μας. Αυτά τα μυστικά που δεν ειπώθηκαν ποτέ και με τον καιρό έγιναν βαρίδια στη ψυχή του καθενός. Είναι ένα μοιρολόι για τους έρωτες που περνούν, στιγματίζουν κι έπειτα χάνονται αφήνοντας ένα γλυκό πόνο στη καρδιά. Μία λυρική σπονδή στη συμφιλίωση μας με τα φαντάσματα του παρελθόντος.

Βαθμολογία: 9/10

Negative Space




Στην φετινή εαρινή μου εξόρμηση στο Βέλγιο, έπεσα σε ένα φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους που πραγματοποιόταν στους Κήπους των Τεχνών. Με φόντο το πολύχρωμα φωταγωγημένο πάρκο κι έχοντας το θεόρατο πύργο του δημαρχείου των Βρυξελλών στην Γκραν Πλας να δεσπόζει στο βάθος, παρακολούθησα μικρές στη διάρκεια αλλά έντονες κι ώριμες συναισθηματικά δημιουργίες.
Απ' όσες ταινίες είδα εκείνα τα βράδια καθισμένος στα σκαλιά και σκεπασμένος με μια λεπτή κουβερτούλα που μας μοίραζαν οι διοργανωτές, μου έμεινε βαθιά χαραγμένο στο μυαλό το συγκεκριμένο με όσκαρ βραβευμένο stop-motion animation.
Όταν το ανακάλυψα ολοκληρο στο youtube μετά από ανάρτηση μιας σινεφίλ φίλης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σκέφτηκα να το μοιραστώ μαζί σας διότι πραγματικά αξίζει.

Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2019

Τολέδο, ένα πολύτιμο πολιτισμικό φρούριο



Πρωινό Δευτέρας κι ενώ οι κάτοικοι της Μαδρίτης τρέχουν να προλάβουν τους τρελούς ρυθμούς της καθημερινότητας, εμείς περπατάμε αμέριμνοι προς το σιδηροδρομικό σταθμό για να επισκεφθούμε το Τολέδο. Η μέρα ήταν ζεστή με έναν ήλιο ολόλαμπρο να διατηρεί τις καλοκαιρινές του διαθέσεις στην καρδιά του Οκτώβρη. Περνώντας μέσα από το πυκνό δασάκι στο εσωτερικό του σιδηροδρομικού σταθμού της Atocha, βρήκαμε την αποβάθρα όπου μας περίμενε το τραίνο, το οποίο και προλάβαμε τέσσερα λεπτά πριν την αναχώρησή του.
Η διαδρομή ήταν σύντομη κι η ευχάριστη παρέα σχεδόν την εκμηδένισε. Ο πανέμορφος σιδηροδρομικός σταθμός του Τολέδο, βρίσκεται λίγο έξω από το ιστορικό κέντρο. Οι πρώτες εικόνες που αντικρίσαμε προμήνυαν όλα όσα θα συναντήσουμε στις βόλτες μας στα μεσαιωνικά στενά της πόλης. Πήραμε το δρόμο που περνάει έξω από τον σταθμό και περπατήσαμε ως την γέφυρα Αλκάνταρα. Από εκεί η εντυπωσιακή όψη της μεσαιωνικής πόλης μας ανάγκασε να σταθούμε αρκετή ώρα πάνω από τον ποταμό Τάγο, για να απολαύσουμε την ομορφιά του τοπίου καθώς απέναντί μας είχαμε τα παλιά τείχη και το αναστηλωμένο μετά από εντολή Φράνκο, Αλκαζάρ.
Το όνομα της πόλης προέρχεται από την λατινική λέξη Toletum που σημαίνει "χτισμένη σε ψηλό λόφο". Παρατηρώντας την από την αρχαία ρωμαϊκή γέφυρα, μπορεί κανείς να καταλάβει το πόσο εύστοχη είναι η επιλογή του συγκεκριμένου ονόματος. Επίσης από την πρώτη στιγμή το Τολέδο επιβεβαιώνει τον χαρακτηρισμό της πόλης-μουσείο. Δεν είναι τυχαίο πως ολόκληρο το ιστορικό της κέντρο προστέθηκε στον κατάλογο των παγκόσμιων μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς της Unesco το 1986. Επίσης μια ακόμη σημαντική επισήμανση είναι πως υπήρξε πρωτεύουσα της ισπανικής αυτοκρατορίας για πεντακόσια χρόνια.
Ανηφορίζοντας προς την πόλη, ξεκίνησα μια σύγκριση των πρώτων εικόνων της πόλης με τους πίνακες του Ελ Γκρέκο, συνειδητοποιώντας έτσι πως το Τολέδο δεν άλλαξε καθόλου με το πέρασμα των αιώνων. Ούτε από την καταστροφή του εμφυλίου πολέμου.
Πριν μπούμε στην πόλη, περάσαμε από το μουσείο της Σάντα Κρουζ, το οποίο θεωρείται ως το κομψότερο κτίσμα του Τολέδο. Χτίστηκε τον 15ο αι. για να λειτουργήσει ως νοσοκομείο αλλά μετατράπηκε σε μουσείο τον 19ο αι. καθώς εκτιμήθηκε ιδιαίτερα η αρχιτεκτονική του ομορφιά. Ειδικά η πύλη του είναι πανέμορφη και πλούσια σε ανάγλυφη διακόσμηση. Σήμερα στεγάζει τρία μουσεία, αυτό των Καλών Τεχνών, των Διακοσμητικών Τεχνών και της Αρχαιολογίας.
Στη συνέχεια ανηφορίσαμε προς την πλατεία Ζοκοντόβερ. Στο ανοιχτό αυτό χώρο που κάποτε πραγματοποιούνταν εκτελέσεις της Ιεράς Εξέτασης, σήμερα συναντάμε τα γνωστά tapas και διάφορες καφετέριες που δεν μας γέμισαν πολύ το μάτι. Προσπεράσαμε την πλατεία κι ανηφορίσαμε προς το Αλκαζάρ, ένα από τα πιο αναγνωρισμένα σημεία της πόλης. Οι ρίζες του συγκεκριμένου κτιρίου ξεκινούν από τον 3ο αι. μ.Χ. και μέσα σ' αυτήν την μακρόχρονη ιστορία του, λειτούργησε ως φρούριο, παλάτι και κάστρο. Στον εμφύλιο πόλεμο καταστράφηκε ολοσχερώς και ξαναχτίστηκε από τον δικτάτορα Φράνκο για να μετατραπεί σε πολεμικό μουσείο και βιβλιοθήκη της περιφέρειας. Περπατώντας γύρω του, συναντήσαμε αρκετά σημάδια από τον εμφύλιο πόλεμο ενώ στον προαύλιο χώρο που βρίσκεται από τη μεριά του ποταμού υπήρχε μια συλλογή γλυπτών στρατιωτικής θεματολογίας. Αρκεστήκαμε στη θέα προς τον ποταμό κι αμέσως εισχωρήσαμε στην καρδιά της πόλης. Χωθήκαμε σε μικρά και στενά δρομάκια που κρύβονταν στη σκιά ψηλών κτιρίων, προσφέροντας μια πανδαισία γήινων χρωμάτων. Η αίσθηση που μας άφηνε το ιστορικό κέντρο ήταν πως το Τολέδο είναι μία πόλη που από την μια φαίνεται λιτή αλλά από την άλλη είναι αρκετά πλούσια σε ιστορία και τέχνη.
Διασχίζοντας τα γραφικά της στενά, βρεθήκαμε στον προαύλιο χώρο του Καθεδρικού, ο οποίος ανήκει στις δέκα ομορφότερες εκκλησίες της Ισπανίας. Η αύρα του επιβλητική και σκοτεινή, με τις περισσότερες εντυπώσεις να κλέβει η γοτθική του πρόσοψη. Δυστυχώς όμως, το καμπαναριό του ήταν κρυμμένο πίσω από πυκνές σκαλωσιές, στερώντας μου ένα σημαντικό τμήμα της θαυμάσιας όψη του. Παρατηρώντας το κτίσμα περιμετρικά, μπορεί να συναντήσει κανείς αρκετά στοιχεία του μουσουλμανικού παρελθόντος αλλά και της ισπανικής αναγέννησης που συντελέστηκε στην πόλη. Προσωπικά μου τράβηξε την προσοχή η γλυπτή αναπαράσταση του μυστικού δείπνου πάνω από την κεντρική πύλη της πρόσοψης.
Φεύγοντας από τον Καθεδρικό, περάσαμε από το σπίτι του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου το οποίο δηλωνόταν με μια επιγραφή και κάναμε μια στάση στην εκκλησία του Αγίου Θωμά για να θαυμάσουμε τον πίνακα της ταφής του "Η Ταφή του Κόμητος Οργάθ". Απόλαυσα τη στιγμή που περιέγραφα τον πίνακα στους φίλους μου αντλώντας πληροφορίες από το διαδίκτυο. Δυστυχώς ήταν το μοναδικό έργο του Ελ Γκρέκο που θαυμάσαμε στην πόλη καθώς εκείνη την μέρα το μουσείου του ήταν κλειστό.
Είχαμε πλέον φτάσει στην άλλη άκρη της πόλης. Φεύγοντας απογοητευμένοι από το κλειστό μουσείο του σπουδαίου Έλληνα ζωγράφου, ανηφορίσαμε προς την περίφημη Συναγωγή της Σάντα Μαρία λα Μπλάνκα. Ο θρησκευτικός αυτός χώρος χτίστηκε το 1180 καθιστώντας τον ως την παλαιότερη συναγωγή της Ευρώπης που στέκεται ακόμη όρθια. Η ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου κτίσματος είναι πως χτίστηκε από ισλαμιστές αρχιτέκτονες μ' αποτέλεσμα να μπλεχτεί το μουσουλμανικό στοιχείο με το εβραϊκό. Γι' αυτόν τον λόγο θεωρείται σύμβολο της αρμονικής συνύπαρξης των τριών πολιτισμών που κυριάρχησαν στην Ιβηρική χερσόνησο.
Λίγο πιο πέρα βρίσκεται το επιβλητικό μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη που ιδρύθηκε από τον βασιλιά Φερδινάνδο Β 'της Αραγονίας και τη βασίλισσα Ισαβέλα της Καστίλλης για τον εορτασμό τόσο της γέννησης του γιου τους, του πρίγκιπα Ιωάννη, όσο και της νίκης τους στη Μάχη του Τορό το 1476 ενάντια στον στρατό του Αλφόνσο του Ε' της Πορτογαλίας. Η νίκη αυτή ήταν σημαντική καθώς μ'αυτήν την επίτευξη ενώθηκαν όλα τα βασίλεια της χερσονήσου.
Ο σχεδιασμός του μοναστηριού βασίστηκε στην ιδέα πως σταδιακά θα μετατρεπόταν σε μαυσωλείο των βασιλέων της Ισπανίας. Όμως αυτό τελικά δε συνέβη καθώς επιλέχθηκε η Γρανάδα ως τόπος ταφής τους. Η κατασκευή του μοναστηριού ξεκίνησε το 1477 σύμφωνα με τα σχέδια του αρχιτέκτονα Χουάν Γκουά και ολοκληρώθηκε το 1504. Το 1809 υπέστη σοβαρές ζημιές από τα στρατεύματα του Ναπολέοντα κατά την κατάληψη του Τολέδο και εγκαταλείφθηκε το 1835. Η αποκατάστασή του άρχισε το 1883 αλλά δεν ολοκληρώθηκε. Το μοναστήρι τελικά ανακαινίστηκε από τους Φραγκισκανούς το 1954.
Από το άλλο άκρο της πόλης, οι περιηγήσεις μας συνεχίστηκαν στην εβραϊκή συνοικία και γύρω από το πανεπιστήμιο (Campus de Toledo). Στενά και ήσυχα σοκάκια με ξύλινα μπαλκονάκια που εξείχαν, από τις όψεις των κτιρίων, παρόμοια με τα τούρκικα και μικρές αψίδες που ένωναν τις ταράτσες των σπιτιών που θύμιζαν αρκετά τους όμορφους δρόμους της Σιένα. Εκεί επιλέξαμε να φάμε σε ένα εκλεπτυσμένο εστιατόριο που είναι γνωστό κι αγαπητό στους ντόπιους. Αναφέρομαι στο La Abadía Cervecería Artesana. Πέρα απ' τα εκπληκτικά του πιάτα, δοκιμάστε την μπύρα που οι ίδιοι παράγουν και είναι εξαιρετική.
Κατά το απογευματάκι κατηφορίσαμε προς τη βόρεια πλευρά της πόλης. Εκεί συναντήσαμε ένα ιδιαίτερο τζαμί κοντά στην Puerta de Sol. Το Mosque of Cristo de la Luz είναι ένα από τα δέκα μαυριτανικά τζαμιά που υπήρξαν στην πόλη. Χτίστηκε το 999 κι έχει την ιδιαιτερότητα πως δεν άλλαξε καθόλου από τότε. Το παλιό του όνομα το πήρε από την πύλη Bab al-Mardum.
Περνώντας κάτω από την επιβλητική Puerta De Bisagra, βγήκαμε έξω από τα παλιά τείχη και συναντήσαμε το σύγχρονο κομμάτι του Τολέδο, το οποίο μας φάνηκε ήρεμο κι αδιάφορο, οπότε εισχωρήσαμε ξανά στα στενά σοκάκια της παλιάς πόλης.
Οι περιηγήσεις μας ολοκληρώθηκαν με μία επίσκεψη στον Ναό των Ιησουϊτών. Μία θεόρατη εκκλησία στην καρδιά της πόλης, με εντυπωσιακό εσωτερικό διάκοσμο όπου κυριαρχούσε το λευκό. Αυτό όμως που άξιζε στη συγκεκριμένη επίσκεψη είναι η πρόσβαση στα δυο της καμπαναριά, απ' όπου θαυμάσαμε από ψηλά το Τολέδο.
Φεύγοντας, η πόλη μας αποχαιρέτησε με έναν κατακόκκινο ουρανό. Ήταν τόσο μαγευτική η στιγμή που όλοι οι επιβάτες που περίμεναν το τραίνο στην αποβάθρα, είχαν στραφεί προς τη δύση κι απολάμβαναν το φευγιό του ήλιου.
Μετά από λίγα λεπτά ακολούθησε και το δικό μας φευγιό... 

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2019

Σεγόβια, η νικηφόρος πόλη της Καστίλλης και Λεόν



Την ύπαρξη αυτής της παραμυθένιας πόλης δεν την γνώριζα. Όταν προετοιμαζόμουν για το ταξίδι κι αναζητούσα πόλεις κοντά στην Μαδρίτη, την προσπέρασα χωρίς να ανατρέξω σε μια φωτογραφία της. Φτάνοντας όμως Ισπανία, την μάθαμε μέσα από κουβέντες τρίτων. Η ομορφιά της και το μεγαλείο της έρχονται σε αντίθεση με τη φήμη που κουβαλάει σήμερα καθώς λίγοι την επισκέπτονται σε σχέση με τις υπόλοιπες γειτονικές πόλεις.
Λόγω κούρασης των προηγούμενων ημερών, επέλεξα να πάω με κάποιο ημερήσιο τουριστικό γκρουπ στη Σεγόβια και στην Άβιλα. Αγουροξυπνημένος, περίμενα πρωινό Πέμπτης στη Γκραν Βία να περάσει το πούλμαν που θα μας μαζέψει. Γύρω μου άρχισαν να μαζεύονται τουρίστες από διάφορες χώρες περιμένοντας με μένα. Διστακτικά βλέμματα συναντιόντουσαν που και που με την ίδια απορία, "ταξιδεύουμε μαζί;". Δεν είχα διάθεση να μιλήσω σε κανέναν. Κοιτούσα τον μουντό ουρανό και παραξενευόμουν με την πρωινή ψύχρα καθώς οι μέρες μας στην Ισπανία ήταν σχεδόν καλοκαιρινές.
Με μια μικρή καθυστέρηση αναχωρήσαμε προς το βορρά με τη ξεναγό να μιλάει μια ισπανικά μια αγγλικά. Η προφορά της ήταν τόσο καθαρή που με βοηθούσε να καταλάβω όλα όσα έλεγε. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, μας έδειξε τον θεόρατο σταυρό που είχε υψώσει ο δικτάτορας Φράνκο για τα θύματα του Ισπανικού Εμφυλίου. Κάτω απ' αυτόν φυλάσσονται οστά κι από τις δυο μαχόμενες πλευρές. Επιθυμία του ίδιου ήταν να τοποθετηθούν και τα δικά του εκεί, αλλά μετά από επίμονες αντιδράσεις δημοκρατών, απομακρύνθηκαν.
Γι' αρκετή ώρα στη διαδρομή, μας συντρόφευε η οροσειρά της Γκουανταράμα, μέχρι που μπήκαμε σ' ένα τούνελ για να περάσουμε από την άλλη μεριά των ορεινών όγκων αφήνοντας πίσω μας τη μουντάδα της Μαδρίτης. Ένας γλυκός ήλιος μας υποδέχτηκε λίγο πριν συναντήσουμε τα πρώτα σπίτια της Σεγόβια.
Κατηφορίζοντας προς την πόλη, αποκαλύφθηκε μπροστά μας το επιβλητικό υδραγωγείο. Δε το χωρούσε ο νους μου το μεγαλείο αυτού του έργου. Το μνημείο αυτό είναι ένα από τα πιο καλοδιατηρημένα ρωμαϊκά έργα της Ιβηρικής χερσονήσου. Ξεκινώντας από τη μία πλαγιά, υψωνόταν πάνω από τις στέγες των σπιτιών που δίπλα του έδειχναν χάρτινα και μικρά και χανόταν στις οχυρώσεις της παλιάς πόλης.
Δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια η χρονολογία του υδραγωγείου καθώς δεν διαθέτει αναγνώσιμη εγγραφή του έτους κατασκευής του. Παρόλο που θεωρείται άγνωστη η χρονιά κατασκευής του, εικάζεται ότι αυτή έλαβε χώρα τον 1ο αιώνα μ.Χ., κατά τη διάρκεια της εξουσίας των αυτοκρατόρων Δομιτιανού, Νέρβα και Τραϊανού. Στα τέλη του 20ού αιώνα, ένας Γερμανός αρχαιολόγος κατάφερε να αποκρυπτογραφήσει το κείμενο στην αφιερωτική πλάκα μελετώντας τα σημάδια των χαμένων μπρούτζινων γραμμάτων. Χρησιμοποιώντας αυτή τη μέθοδο, κατάφερε να προσδιορίσει ότι ο αυτοκράτορας Δομιτιανός (81-96 μ.Χ.) διέταξε την κατασκευή του. Μαζί με το υδραγωγείο και οι απαρχές της Σεγόβια δεν είναι απόλυτα γνωστές. Κι εδώ αρκετοί πιστεύουν πως η περιοχή κατοικήθηκε από τους Βακκαίους πριν οι Ρωμαίοι κατακτήσουν την πόλη. Μετέπειτα, τα ρωμαϊκά στρατεύματα που στάλθηκαν για να ελέγξουν την περιοχή παρέμειναν και εγκαταστάθηκαν εκεί.
Το υδραγωγείο είναι το σημαντικότερο αρχιτεκτονικό μνημείο της πόλης ενώ η λειτουργία του κράτησε για αιώνες. Γι' αυτό το λόγο διατηρείται σε άψογη κατάσταση. Είναι χτισμένο χωρίς κονίαμα, με ογκόλιθους γρανίτη. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή, η καθεμία από τις τρεις ψηλότερες καμάρες είχε μία επιγραφή με χάλκινα γράμματα, αναφέροντας το όνομα του κατασκευαστή του, μαζί με την ημερομηνία κατασκευής. Σήμερα, δύο κόγχες είναι ακόμα ορατές, μία σε κάθε πλευρά του υδραγωγείου. Είναι γνωστό ότι σε μία από αυτές βρισκόταν μία εικόνα του Ηρακλή, ο οποίος, σύμφωνα με το μύθο, ήταν ο ιδρυτής της πόλης. Η άλλη θέση περιέχει τώρα εικόνες της Παρθένου της Φουενθίσλα (η προστάτιδα της Σεγόβια) και του Αγίου Στεφάνου. Η διαφορετική διάβρωση των πέτρινων τμημάτων, προκάλεσε ρωγμές στη γρανιτένια τοιχοποιία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το μνημείο να συμπεριληφθεί από το 2006 στο τμήμα παρακολούθησης παγκόσμιων μνημείων από το Παγκόσμιο Ταμείο Μνημείων.
Πίσω από τις θεόρατες καμάρες του υδραγωγείου απλώνεται η παλιά πόλη της Σεγόβια. Στενά δρομάκια ανηφορικά σε οδηγούν αιώνες πίσω, έχοντας κρυμμένα σε διάφορες γωνίες ίχνη λαών και παραδόσεων που πέρασαν κι εδραιώθηκαν σ' αυτή τη γωνιά της Ισπανίας. Ένα απ' αυτά είναι η εκκλησία του Σαν Μαρτίν. Μια εντυπωσιακή εκκλησία ρωμανικού ρυθμού που χτίστηκε τον 12ο αι. Ο ρυθμός της, η τοξωτή της στοά και το χοντρό καμπαναριό θυμίζουν αρκετά την περίοδο των Ρωμαίων. Στη μικρή της πλατεία ξεχωρίζουν δύο σφίγγες που κοιτούν με νόστο τους επισκέπτες της πόλης. Βρήκα μια παρέα κοριτσιών να διασκεδάζει με μία απ' αυτές. Ανέβαιναν στη ράχη της και φωτογραφίζονταν. Δίπλα στα χαμογελαστά τους πρόσωπα διέκρινα τη μελαγχολία που μόνο τα γλυπτά μπορούν να εκφράσουν.
Ο δρόμος από κει μας οδήγησε στη Πλάθα Μαγιόρ. Παλιά κτίρια άλλοτε αριστοκρατικά στέκουν με αρκετές φθορές περιμετρικά της πλατείας, δίνοντας μια παρελθοντική αίγλη στην πόλη. Έκανα βόλτα γύρω από το άνοιγμα κοιτώντας τα μπαλκόνια και τα παράθυρα. Οι ευθείες είχαν ακυρωθεί καθώς η φθορά είχε δημιουργήσει αρκετές καμπύλες στις προσόψεις των κτιρίων. Στην άλλη άκρη όμως ορθωνόταν ο πανέμορφος καθεδρικός. Ο Καθεδρικός της Σεγόβια που είναι αφιερωμένος στην Παρθένο Μαρία είναι ένας από τους τελευταίους γοτθικούς ναούς που κατασκευάστηκαν στην Ευρώπη κι ο τελευταίος στην Ισπανία. Η οικοδόμησή του ξεκίνησε στα μέσα του 16ου αιώνα, όταν στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, η αναγεννησιακή αρχιτεκτονική ήταν το νέο σημείο αναφοράς.
Ο καθεδρικός φέρει τρία ψηλά κλίτη, με όμορφα παράθυρα και πολυάριθμα βιτρώ. Το εσωτερικό χαρακτηρίζεται από την ομοιομορφία του ρυθμού του, με εξαίρεση τον τρούλο, ο οποίος κατασκευάστηκε περίπου το 1630 από τον Πέδρο δε Μπριθούελα. Τα γοτθικά κλίτη έχουν ύψος 33 μέτρα, 50 μέτρα πλάτος και 105 μήκος. Το κωδωνοστάσιο έχει ύψος περίπου 90 μέτρα. Ο σημερινός πέτρινος οβελός στην κορυφή του κωδωνοστασίου χρονολογείται από το 1614 και ανεγέρθη μετά από μία μεγάλη πυρκαγιά που προκλήθηκε από κεραυνό. Ο αρχικός οβελός, ολόκληρος γοτθικός, κατασκευάστηκε από αμερικανικό μαόνι, είχε πυραμοειδές σχήμα και ήταν ο ψηλότερος πύργος στην Ισπανία. Το κύριο τέμπλο του καθεδρικό είναι έργο του Φραντσίσκο Σαμπατίνι και είναι αφιερωμένο στην Παναγία της Ειρήνης. Τα πιο εξέχοντα παρεκκλήσια είναι αυτά των Σαντίσιμο Σακραμέντο, με τέμπλο φιλοτεχνημένο από τον Χοσέ δε Τσουρριγκέρα, του Σαν Ανδρές, με ένα τρίπτυχο της Αποκαθήλωσης του Αμπρόσιους Μπένσον, και της Αποκαθήλωσης.
Ένα στενό κατηφορικό δρομάκι με οδήγησε στην άλλη άκρη της πόλης. Μικρά σπίτια μαζεμένα το ένα δίπλα στο άλλο φανέρωναν την αμυντική φύση μιας πόλης-φρούριο, με τις χαρακτικές τους προσόψεις να δίνουν ένα τέμπο στο βάδισμά μου. Κάθε σπίτι είχε κι από μια προσωπικότητα. Μοναδική παραφωνία στη βόλτα ήταν τα αυτοκίνητα που περνούσαν ξυστά από τους τοίχους των σπιτιών και τα κορναρίσματα των νευριασμένων οδηγών που δεν χωρούσαν μαζί με τους τουρίστες στους δρόμους της μικρής τους πόλη. Όμως μεγάλη εντύπωση μου έκανε η συνάντησή μου με αμάξι που είχε δυνατή ένταση στα ηχεία αλλά αντί για κλαρίνα και καημούς, ακουγόταν κλασική μουσική.
Στο τελείωμα της κατηφόρας ανοιγόταν ένα μικρό πάρκο. Από τα δυτικά φαινόταν το μοναστήρι του Ελ Παρράλ κι η εκκλησία ντε λα Βέρα Κρουζ ενώ στο βάθος υψωνόταν το παραμυθένιο Αλκαζάρ της Σεγόβια πάνω σε έναν απόκρημνο βράχο. Το φρούριο-παλάτι θεωρείται ως ένα από τα ομορφότερα κάστρα της Ευρώπης με τη μια του όψη να μοιάζει αρκετά με πλώρη καραβιού.
Το Αλκάθαρ αρχικά κατασκευάστηκε τον 12ο αιώνα ως οχυρό, αλλά έκτοτε μετατράπηκε σε βασιλικό ανάκτορο, φυλακή, κολέγιο βασιλικού πυροβολικού και στρατιωτική ακαδημία. Σήμερα χρησιμοποιείται ως μουσείο και κτίριο φύλαξης στρατιωτικών αρχείων. Το κτίριο χωρίζεται σε δύο τμήματα: το εξωτερικό με την αυλή, την τάφρο με μία ανασηκώμενη γέφυρα και τον πύργο, και τα εσωτερικά δωμάτια, τα οποία περιλαμβάνουν ένα παρεκκλήσι με πολλές αίθουσες για τους ευγενείς (αίθουσα του Θρόνου, της Γαλέρας, του Ανανά, των Βασιλιάδων και άλλες), οι οποίες σήμερα είναι επισκέψιμες. Η διάταξή του είναι πολύ ανώμαλη καθώς έχει προσαρμοστεί στο λόφο πάνω στον οποίο βρίσκεται. Ξεχωρίζει πολύ όμορφα ο πύργος φύλαξης, ο οποίος έχει τετράγωνο σχήμα με τέσσερις πύργους. Ανεγέρθη από τον βασιλιά Ιωάννη Β΄ και αρχικά χρησιμοποιούταν ως οπλοστάσιο. Μέσα, οι αίθουσες και τα δωμάτια είναι διακοσμημένα με πολυτελή και όμορφα έργα τέχνης. Προσωπικά ενθουσιάστηκα με την αίθουσα της Γαλέρας όπου βρίσκεται μια τεράστια τοιχογραφία που απεικονίζει τη στέψη της βασίλισσας Ισαβέλλας της Καστίλλης. Αυτό που μου κανε εντύπωση ήταν πως όλες οι μορφές στον πίνακα είναι χωρίς μάτια, μ' αποτέλεσμα οι φιγούρες όλων να δείχνουν εφιαλτικές. Δυστυχώς δεν άκουσα καθαρά τη ξεναγό για να καταλάβω τον λόγο που σχεδιάστηκαν έτσι.
Επιστρέφοντας στο υδραγωγείο, πέρασα από την παλιά εβραϊκή γειτονιά με τα διακριτικά της σπίτια και τα μικρά τους μπαλκόνια που εξέχουν δειλά κάτω από τη σκιά του καμπαναριού. Όσο προχωρούσα προς το κέντρο της παλιάς πόλης, πλήθαιναν γύρω μου πολλά μικρά παλάτια με μεσαιωνικές προσόψεις και πλακόστρωτες αυλές. Το πιο γνωστό απ' όλα τα παλάτια είναι της Αγιάλα Βεργάνθα, γνωστό στους ντόπιους ως το "σπίτι του εγκλήματος" καθώς τον 19ο αι. είχε διαπραχθεί ένας φόνος εκεί. Τέλος η Κάσα ντε λα Μοντέδα είναι το παλαιότερο βιομηχανικό κτήριο της Ευρώπης.
Φεύγοντας από την πόλη, δε σταμάτησα να παρατηρώ το υδραγωγείο μέχρι που χάθηκε πίσω από τα κτίρια. Η Σεγόβια είναι μια από τις σπάνιες εκπλήξεις που έχω ζήσει στα ταξίδια μου. Χωρίς να γνωρίζω κάτι γι' αυτήν και πηγαίνοντας τελείως απροετοίμαστος, έφυγα κατενθουσιασμένος. Η ομορφιά της ήταν τόσο μεγάλη που έσβησε την ανυπομονησία μου να συναντήσω τα περίφημα τείχη της Άβιλα. Μάλιστα, όταν έφτασα εκεί, μου φάνηκε η πόλη πολύ λιτή κι αδιάφορη. Τα τείχη εντυπωσιακά κι ο Καθεδρικός ορθωμένος σαν αστακός. Δυστυχώς όμως η Άβιλα επισκιάστηκε από την παραμυθένια ομορφιά της Σεγόβια. 

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2019

Μη Χαμηλώνεις το Βλέμμα


Την ώρα που συνεχίζεται ο παροξυσμός με τον υπερτιμημένο Τζόκερ, σε διάφορες άλλες κινηματογραφικές αίθουσες προβάλλονται αθόρυβα αξιόλογα έργα που δυστυχώς περνούν απαρατήρητα. Πέρα από την εκπληκτική "Οροσειρά των Ονείρων" και το ατμοσφαιρικό "Πορτρέτο μιας Γυναίκας που Φλέγεται" ήρθε η σειρά να παρακολουθήσω την νέα ταινία του Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ, του Γερμανού σκηνοθέτη που μας συγκίνησε πριν μια δεκαετία με το αξεπέραστο αριστούργημα "Οι Ζωές των Άλλων". Το ότι δε κατάφερε να αποσπάσει τον Χρυσό Λέοντα και τη Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ταινίας αλλά ούτε και κάποιο από τα δυο Όσκαρ που ήταν προτεινόμενη καθώς στις κατηγορίες Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας και Καλύτερης Φωτογραφίας νικητής βγήκε ο Αλφόνσο Κουαρόν, σου αφήνει το αίσθημα μιας αδικημένης ταινίας. Πολλές φορές όμως η εκτίμηση του κοινού έχει μεγαλύτερη σημασία από τις βραβεύσεις, ειδικά τα τελευταία χρόνια όπου οι νικητές των διασημότερων κινηματογραφικών φεστιβάλ μου προκαλούν μια δυσαρέσκεια. 
Η ιστορία κυλάει σε ένα μεγάλο χρονικό πλαίσιο. Ξεκινάει από την Δρέσδη την περίοδο που το Τρίτο Ράιχ εδραιωνόταν στην ναζιστική Γερμανία και καταλήγει στη Δύση λίγο πριν την ένωση των Δύο Γερμανιών. Οι κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις που βίωσε η Γερμανία εκείνες τις δεκαετίες περιγράφονται παράλληλα με την πορεία δυο προσώπων, ενός νεαρού που επιδιώκει να γίνει ένας καταξιωμένος ζωγράφος κι ενός γιατρού αξιωματικού των SS που προσπαθεί να διατηρήσει το κύρος του κρύβοντας το εγκληματικό του παρελθόν. Η σχέση των δυο αυτών προσώπων έχει ένα παρελθόν το οποίοι οι ίδιοι δεν το γνωρίζουν. 
Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, ο νεαρός ζωγράφος ερωτεύεται την κόρη του ναζί γιατρού. Ο έρωτάς τους όμως θα συγκρουστεί με την ιδεολογία του πατέρα, ο οποίος εξακολουθεί να υποστηρίζει και να υπηρετεί τα ναζιστικά του πιστεύω. Ο νεαρός ζωγράφος νιώθει να συνθλίβεται κάτω από τη σκιά του πεθερού του ενώ παράλληλα αναζητάει μία δική του καλλιτεχνική πορεία καθώς δεν τον πνίγει ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Πριν υψωθεί το τείχος του Βερολίνου, περνάει στη Δυτική Γερμανία κι επιλέγει την εναλλακτική και πρωτοποριακή σχολή Καλών Τεχνών του Ντίσελντορφ. Εκεί θα ανακαλύψει τον μέντορά του καθώς γοητεύεται από την αινιγματική προσωπικότητα του καθηγητή Αντόνιους Φαν Φερτεν. Ενθουσιασμένος κι εκείνος από το πάθος του νέου του φοιτητή, θα προσπαθήσει να ξεκλειδώσει τον χαρακτήρα του, βοηθώντας τον να βρει την δική του δημιουργική έκφραση. Κι ενώ ο νεαρός ξεδιπλώνει το ταλέντο του, παράλληλα το εγκληματικό παρελθόν του πεθερού του αρχίζει να βγαίνει στην επιφάνεια. Βίοι παράλληλοι, βίοι αντίθετοι.


Η ιστορία ξεκινάει δυναμικά καθώς καταφέρνει να κεντρίσει τη προσοχή μας με μία ιδιαίτερη ξενάγηση σε ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης στη Δρέσδη. Ένας εθνικοσοσιαλιστής ξεναγός εξηγεί με πάθος στους επισκέπτες την δύναμη του κλασικού κινήματος, μηδενίζοντας κάθε μορφή μοντερνισμού. Από τη παράδοξη κριτική του δε γλιτώνουν καλλιτέχνες όπως ο Καντίνσκι κι ο Μιρό. Παρ' όλη την εικαστική προπαγάνδα, ο πρωταγωνιστής που βρίσκεται σε παιδική ηλικία, πεισμώνει στην επιθυμία να γίνει ζωγράφος. Στην προσπάθειά του αυτή έχει ως στήριγμα μια θεία του, μια πανέμορφη κοπέλα που δυστυχώς κλονίζεται ψυχολογικά βλέποντας γύρω της την άνοδο του ναζισμού. Η ίδια θα υπάρξει θύμα των πρώτων διωγμών, καθώς οι ναζί επιθυμούν να καθαρίσουν τη φυλή τους από ανθρώπους με ψυχικές ασθένειες. Έκτοτε ξεκινάει ο ξεκληρισμός της οικογένειας. Απώλειες που ξεκινούν με την καταστροφή της Δρέσδης. Η κοπέλα μεταφέρεται σε ένα στρατόπεδο εξόντωσης, τα δυο της αδέλφια σκοτώνονται στο μέτωπο κι ο πατέρας της οικογένειες γράφεται αναγκαστικά στο ναζιστικό κόμμα για να συνεχίσει το λειτούργημα του δασκάλου, μία απόφαση που θα του στοιχίσει στην μετέπειτα ιστορία. 
Ο νεαρός πρωταγωνιστής, μεγαλωμένος πια σε μια σοσιαλιστική Γερμανία, αποφασίζει να βρει τα πατήματά του σε μια χώρα ηττημένη και διαλυμένη, κουβαλώντας το χρέος της επιβίωσής του απ' όσα οικογενειακά του πρόσωπα σκοτώθηκαν στον πόλεμο. Στη σχολή για μια ακόμη φορά θα ζήσει μια νέα προπαγάνδα κατά του μοντερνισμού, αυτή τη φορά μέσω της επικριτικής άποψης του καθηγητή στην καλλιτεχνική πορεία του Πικάσο. Τα χρόνια των σπουδών του στη Δρέσδη θα μάθει να δημιουργεί ως σύνολο κι όχι ως "εγώ". Αμέσως ξεχωρίζει το ταλέντο του αλλά ο ίδιος αισθάνεται πως πνίγεται στο περιορισμένο δημιουργικό πλαίσιο που του παρέχουν. 
Λίγο μετά τον πόλεμο, στη παράλληλη ιστορία της ταινίας, ο Γερμανός γιατρός συλλαμβάνεται από τους Σοβιετικούς και κρατείται στις φυλακές μέχρι να δικαστεί. Ένα περιστατικό όμως θα τον ευνοήσει, κι έτσι τα εγκλήματά του θα κρυφτούν βαθιά σε κάποιο συρτάρι δίνοντάς του την ευκαιρία να αναρριχηθεί ξανά στον κόσμο της ιατρικής ως πιστός στρατιώτης του κομμουνισμού. Θα αναγκαστεί όμως να φύγει στη δύση όταν ο διοικητής της περιοχής του αλλάξει, κάτι που αφήνει το ενδεχόμενο για μία νέα έρευνα στα εγκλήματα του παρελθόντος. 
Λίγα χρόνια αργότερα κι ενώ οι δυο πρωταγωνιστές έχουν συναντηθεί ξανά κάτω από νέες καταστάσεις, αναγκάζονται να διαφύγουν στη δύση. Ο ένας για να κρυφτεί κι ο άλλος για να αναδειχθεί. Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που συμπεριφέρονται μεταξύ τους, ειδικά η έπαρση του γιατρού απέναντι στον φιλόδοξο καλλιτέχνη. Μια εκρηκτική χημεία μεταξύ των δυο αυτών προσώπων που φτάνει αρκετές φορές στα όρια μίας επικίνδυνης σχάσης. 


Την είναι αυτό που μ' εντυπωσίασε στη συγκεκριμένη ταινία. Πρώτα απ' όλα η εκπληκτική ερμηνεία του Σεμπάστιαν Κοχ. Εξαιρετικός, στιβαρός και μυστηριώδης, καθηλώνει με το παίξιμό του καλύπτοντας κάθε πλάνο. Δε μπορώ να πω το ίδιο και για τους υπόλοιπους ηθοποιούς εκτός από τον Όλιβερ Μασούτσι που έχουμε γνωρίσει μέσα από την πολυαγαπημένη γερμανική σειρά Dark. Ο Τομ Σίλινγκ που είχε τον άλλον πρωταγωνιστικό ρόλο, μου φάνηκε αρκετά αδιάφορος με κάποιες μικρές αναλαμπές στις στιγμές που βρισκόταν σε δημιουργικά αδιέξοδα. 
Επίσης η ταινία εντυπωσιάζει με την εξαιρετική της φωτογραφία. Υπέροχα πλάνα με όμορφο φωτισμό. Καθαρά βλέμματα, ζωντανά χρώματα και μία ατμόσφαιρα παρελθοντικής νοσταλγίας. Πάνω σ' αυτό είχε πολύ ενδιαφέρον το ότι η αρχή της ιστορίας γίνεται στη Δρέσδη, όπου σημειώθηκε ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα των συμμάχων. Η πόλη αυτή απείχε από τον πόλεμο καθώς ήταν η πολιτισμική κοιτίδα των Γερμανών. Χαρακτηρίστηκε προστατευόμενη λόγω της πλούσιας συλλογής της σε έργα τέχνης και της σπουδαίας αρχιτεκτονικής στα κτίριά της. Κι όμως οι Βρετανοί κατάφεραν να την ισοπεδώσουν με βόμβες φωσφόρου, προκαλώντας μια πρωτόγνωρη για τα χρονικά καταστροφή. Έκτοτε η Δρέσδη έγινε πόλη-σύμβολο απέναντι στον παραλογισμό του πολέμου. Η εικόνα με τα βομβαρδιστικά και το φλεγόμενο τοπίο, είναι συγκλονιστική. 
Και φυσικά δε γίνεται να μην υμνήσω και τη θεσπέσια μουσική του Max Richter που ντύνει υπέροχα τα καλοστημένα πλάνα της ταινίας.


Η νέα ταινία του Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ, ίσως έχει μεγάλη διάρκεια κάτι το οποίο φυσικά κουράζει, αλλά μ' αυτόν τον τρόπο δίνει τον κατάλληλο χρόνο για να ξεδιπλωθεί η καλλιτεχνική πορεία του πρωταγωνιστή, η οποία δεν είναι άλλη απ' τη ζωή του γνωστού Γερμανού καλλιτέχνη Γκέρχαρντ Ρίχτερ. Έχει μια ενδιαφέρουσα σπουδή στα καλλιτεχνικά κινήματα εκείνων των ημερών. Μάλιστα η στάση του σκηνοθέτη απέναντι στη καλλιτεχνική πρωτοπορία με βρίσκει απολύτως σύμφωνο. 
Στο "Μη Χαμηλώνεις το Βλέμμα" η Ιστορία και η Τέχνη συνυπάρχουν διαρκώς δείχνοντας το πόσο πολύ επηρεάζει η μια τη πορεία της άλλης. Μια κινηματογραφική προσπάθεια που έχουμε συναντήσει κι άλλες φορές, στις οποίες ξεδιπλώνεται ο κόσμος της Τέχνης έχοντας ως σημείο αναφοράς κάποιον καλλιτέχνη. Το είχαμε δει ξανά πριν από δύο χρόνια στο πολωνικό Afterimage. Για μένα είναι ένα κινηματογραφικό είδος που έχει ένα αξιόλογο και πιστό κοινό. Γι' αυτό το λόγο οι συγκεκριμένες ταινίες έχουν μια διαχρονική αξία. 
Παρά τη μεγάλη της διάρκεια, η ταινία αξίζει με το παραπάνω. 

Βαθμολογία: 7/10

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2019

Η Στρατηγική: Η υπόθεση Novartis ( La Strategia: Il caso Novartis)



Όσο τα εγχώρια συστημικά κανάλια συνεχίζουν τις πληρωμένες τους υπηρεσίες προς όφελος των μεγάλων εταιριών και των εγχώριων ολιγαρχών, ένα ιταλόφωνο κρατικό κανάλι της Ελβετίας (RSI), μας προσφέρει μια άκρως ενδιαφέρουσα και άρτια σκηνοθετημένη εκπομπή για την υπόθεση Novartis.
Από τη στιγμή που στην Ελλάδα οι μισοί συστημικοί δημοσιογράφοι εξελίσσονται σε βουλευτές μιας άκρως νεοφιλελεύθερης και σκοταδιστικής κυβέρνησης κι οι υπόλοιποι συνάδελφοί τους συνεχίζουν να θάβουν όσο πιο βαθιά μπορούν στο βούρκο της ανηθικότητας το επίπεδο και την οποιαδήποτε αξιοπρέπεια της εγχώριας ενημέρωσης, είναι χρέος μας να προωθήσουμε με κάθε τρόπο το ενδιαφέρον έργο των ερευνητών δημοσιογράφων Μαρία Ροζέλι και Μάρκο Ταλιαμπούε. 

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2019

Το Πορτρέτο μιας Γυναίκας που Φλέγεται



Είναι φορές που βλέπω ένα trailer και σκέφτομαι πως η ταινία που παρουσιάζεται είναι αδιάφορη και βαρετή για τις δικές μου απαιτήσεις. Κάπως έτσι ένιωσα όταν είδα το trailer της τελευταίας ταινίας της Σελίν Σιαμά. Όμως οι καλές κριτικές που απέσπασε αλλά κι οι ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις των συντελεστών που διάβασα στις εφημερίδες, μου κίνησαν το ενδιαφέρον. Πηγαίνοντας λοιπόν να την δω, δε περίμενα πως η ταινία θα καταφέρει να με απορροφήσει τόσο γρήγορα κι ότι θα αφηνόμουν τόσο εύκολα στα μαγευτικά της πλάνα να με ταξιδέψουν στην εποχή που διαδραματίζεται η ιστορία. Είχα την αίσθηση πως βίωνα μία ένωση των μελαγχολικών θαλασσινών πλάνων του "Μαθήματα Πιάνου" με τα αναγεννησιακού φωτισμού κάδρα του αξεπέραστου αριστουργήματος "Όλα τα Πρωινά του Κόσμου". Με λίγα λόγια, εξήλθα από τη σκοτεινή αίθουσα μαγεμένος και συγκινημένος. 
Η υπόθεση της ταινίας μπορεί να είναι συνηθισμένη αλλά ξεχωρίζει με την αφήγησή της. Μια νεαρή ζωγράφος, μοντέρνα περσόνα που νιώθει ξένη με την εποχή της, καταφθάνει σε μία απόμερη έπαυλη καθώς της έχει ανατεθεί να ζωγραφίσει το πορτραίτο μιας κοπέλας για τον μέλλοντα σύζυγό της. Όμως η κοπέλα αυτή αρνείται να ποζάρει στους ζωγράφους διότι δεν επιθυμεί το συγκεκριμένο γάμο. Λόγω προξενιού, ο πίνακας ήταν απαραίτητος για να γνωρίσει ο γαμπρός την όψη της κοπέλας που του προτείνουν να πάρει, ώστε να αποφασίσει αν την θέλει ή όχι. Απελπισμένη η μητέρα από το πείσμα της κόρης της, ζητάει από τη ζωγράφο να μην της αναφέρει το σκοπό της παρουσίας της εκεί, αλλά να προσπαθήσει να περάσει χρόνο μαζί της προσπαθώντας μ' αυτόν τον τρόπο να μελετήσει τα χαρακτηριστικά της και να δημιουργήσει ένα πορτραίτο χωρίς να ναι απαραίτητη η παρουσία της μέλλουσας νύφης. 
Οι εξονυχιστικές ματιές, οι αινιγματικοί διάλογοι και η προδιαγεγραμμένη μοίρα των γυναικών εκείνης της εποχής, θα φέρουν τις δυο κοπέλες πολύ κοντά. Το πορτραίτο μεμιάς μετατρέπεται σε μια θανάσιμη μαχαιριά και για τις δυο καθώς θα οδηγήσει την μια κοπέλα σε έναν συμβιβαστικό γάμο και θα αναγκάσει την άλλη κοπέλα να διώξει μακριά της τη νέα της αγάπης.
Ο έρωτας που φουντώνει ανάμεσα στις δυο κοπέλες είναι από την αρχή καταδικασμένος. Πρώτα απ' όλα είναι το θέμα του γάμου που έχει προσυμφωνηθεί κι από την άλλη είναι η κοινωνική στάση εκείνης της εποχής απέναντι σε κάθε ομοφυλοφιλική σχέση. Οι δυο κοπέλες όμως αφήνουν για μια στιγμή όλα τα εμπόδια στην άκρη και παρασύρονται σε έναν άναρχο χορό προσωπικών ορίων κι  αυτογνωσίας. Με επίκεντρο τη σχέση τους, παρακολουθούμε το δράμα της υπηρέτριας που έχει μείνει έγκυος και το φόβο της μάνας που ήδη έχει χάσει τη μεγαλύτερή της κόρη διότι κι εκείνη δεν ήθελε να παντρευτεί. Συλλέγοντας όλες αυτές τις μικρές ιστορίες, παρακολουθούμε τις δύσκολες συνθήκες των γυναικών εκείνης της εποχής αλλά και το πάθος μερικών για ανεξαρτησία και ίσες ευκαιρίες.


Συζητώντας οι δυο κοπέλες μεταξύ τους, η μία δηλώνει πως προτιμάει τη μοναστηριακή ζωή απ' το να παντρευτεί έναν άγνωστο άνδρα. Για 'κείνην ο συμβιβασμός δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια ακόμη σκλαβιά. Ανάμεσα στη φυλακή του γάμου και στη φυλακή του μοναστηριού, προτιμάει τη δεύτερη. Σε κανένα όμως σημείο δε δηλώνει πως επιθυμεί την ελευθερία, διότι γνωρίζει πως η ελευθερία συνοδεύεται με τη μοναξιά την οποία φοβάται. Από την άλλη η ζωγράφος, δηλώνει κάθετη στο γάμο λέγοντας πως επιθυμεί να συνεχίσει το επάγγελμα του πατέρα της. Εδώ παρατηρούμε το ρίσκο της προόδου, τη απάρνηση ενός σύνηθες μοντέλου (πχ η οικογένεια) για την επίτευξη ενός ονείρου. Πολλές φορές όμως, το κυνήγι του ονείρου γίνεται δυσκολότερο διότι κάποια εμπόδια είναι πάνω από τις δυνατότητες όσων τα κυνηγούν. Όταν η μέλλουσα νύφη ρωτάει τη ζωγράφο αν έχει κάνει γυμνά πορτραίτα ανδρών, εκείνη της απαντά πως απαγορεύεται να στηθούν γυμνοί άνδρες σε γυναίκες ζωγράφους. Με το να μη μπορεί ένας καλλιτέχνης να μελετήσει το ανδρικό σώμα, σε μία περίοδο που οι ανδρικές μορφές υπερτερούσαν στο χώρο της Τέχνης, περιοριζόταν το εύρος της εξέλιξής του. Σε μία μετέπειτα έκθεση πινάκων, προωθεί τα έργα της με το όνομα τους πατέρα της καθώς γνωρίζει πως ένα ανδρικό όνομα πουλάει περισσότερο από ένα γυναικείο. Και σ' αυτό το σημείο αναρωτιόμαστε πόσες αντίστοιχες προσωπικότητες με σπουδαία ταλέντα είχαν περάσει απαρατήρητες εκείνα τα χρόνια. 
Προσπαθώντας η δημιουργός να εστιάσει στον γυναικείο κόσμο εκείνης της αντροκρατούμενης περιόδου, εξαφανίζει τους άνδρες. Μόνο σε ελάχιστες σκηνές εμφανίζονται ως φιγούρες. Παρ' όλα αυτά η παρουσία τους εξακολουθεί να κυριαρχεί καθώς πλανιέται ως φάντασμα πάνω από τις ζωές των γυναικών. Ο Μιλανέζος πλούσιος που περιμένει το πορτραίτο της μέλλουσας γυναίκας του, ο άγνωστος που άφησε έγκυο την υπηρέτρια η οποία δεν τον αναφέρει καθόλου, ο πατέρας που επηρέασε με την τέχνη του την κόρη του κ.ο.κ. Εξαλείφοντας κάθε ανδρικό στοιχείο, γίνεται εκκωφαντική η κραυγή της καταπίεσης των γυναικών. Μία κραυγή που βγαίνει με αξιοπρέπεια και πάθος. Μια κραυγή που συνοδεύεται με ένα δάκρυ κι ένα βλέμμα γεμάτο μυστήριο που αναρωτιέται "που τον βρήκατε αυτόν τον πίνακα;".  


Παράλληλα στη ταινία συναντάμε έναν χορό συμβολισμών. Το φλεγόμενο στη καρδιά πορτραίτο που γίνεται στη συνέχεια παρανάλωμα του πυρός μέσα στο τζάκι. Ο πρώτος πίνακας που ζωγράφισε η καλλιτέχνης στα κρυφά αλλά κι ο πίνακας που φιλοτεχνήθηκε με την παρουσία της μέλλουσας νύφης. Η διαφορετική όψη του προσώπου, καθώς στον πρώτο κοιτάει κατάματα και με μια υπόνοια αισιοδοξίας τον νέο της σύζυγο ενώ στη δεύτερη δείχνει ξεκάθαρα την αποστροφή της σ' αυτόν τον γάμο. Η έκτρωση που κάνει η υπηρέτρια έχοντας ένα μωρό δίπλα να της χαϊδεύει τα μάγουλα. Στο πρόσωπό του βλέπει το παιδί που εκείνη τη στιγμή έχει σκοτώσει. Πραγματικά εκπληκτική σκηνή. Το άτσαλο παίξιμο πιάνου της ζωγράφου και η πραγματική εκτέλεση της Καταιγίδας του Βιβάλντι στο τέλος. Αυτή η ατέρμονη εσωτερική μας δίνη που αναζητά μια διέξοδο για να βγει προς τα έξω. Πολλές φορές μπορεί ένα μουσικό κομμάτι να λειτουργήσει ως το κλειδί που θα ανοίξει την πόρτα για να ξεχυθούν όλα μαςβτα συναισθήματα. Ο έντονος χορός των νότων μετατρέπεται σε ένα χτυποκάρδι και η δύσπνοια της συναισθηματικής φόρτισης της ηρωίδας μεταφέρεται και σε μας. Μέσα σε λίγα λεπτά προλαβαίνουν να περάσουν από μπροστά μας παλιές αγάπες και παλιά απωθημένα. Βρίζουμε και καταριόμαστε τη τύχη μας αλλά μεμιάς η μουσική μας γιατρεύει κι έτσι συνειδητοποιούμε πως η ζωή παραμένει ωραία. 
Σκηνοθετικά η ταινία με μάγεψε. Τα κάδρα είναι εκπληκτικά δίνοντάς σου την αίσθηση πως παρατηρείς φωτισμένες μορφές πινάκων του Ρούμπενς. Τα δωμάτια είναι άδεια έχοντας μόνο τα απαραίτητα στοιχεία που μπορούν να συνοδεύσουν τις παρουσίες των πρωταγωνιστριών. Μια άψογη ισορροπία που σπάνια συναντάς σε κινηματογραφικά έργα. Τα χρώματα απαλά και ζεστά, σε υπνωτίζουν και σταματούν το χρόνο. Χάνεσαι μέσα στην άδεια έπαυλη κι ανασαίνεις στον ανοιχτό ορίζοντα της θάλασσας. Αισθάνεσαι τη δροσιά του κύματος που σκάει μπροστά σου κι ανασαίνεις ευλαβικά. 
Επίσης μου άρεσε πολύ που ο ανεκπλήρωτος έρωτας των γυναικών συσχετίζεται με τον μύθο του Ορφέα που χάνει την Ευρυδίκη του για πάντα. Διαβάζοντας την ιστορία οι δυο κοπέλες μαζί με την υπηρέτρια, δίνουν μια άλλη έννοια στον μύθο. Δε θεωρούν αδυναμία του Ορφέα το λάθος του να χάσει για πάντα την Ευρυδίκη αλλά επιθυμία του καθώς ο ήρωας επίλεξε τελικά να φυλάξει καλά μέσα στη μνήμη του την εικόνα της ερωμένης που είχε κάποτε. Η συναισθηματική φόρτιση της ιστορίας αυτής αλλά και του ανεκπλήρωτου έρωτα των δύο γυναικών δένει εξαιρετικά με το έργο Storm από τις Τέσσερις Εποχές του Βιβάλντι. Παίζουν οι νότες και πάλλονται τα εσώψυχά μας. 
Η ταινία μπορεί να συγκαταλεγεί απευθείας στις κλασικές διαχρονικές αξίες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Οι εξαιρετικές ερμηνείες, οι υπέροχες φωτογραφίες, η ζωγραφική, η μουσική, τα κοντινά κάδρα στα μάτια και η έκφραση των προσώπων συνθέτουν ένα μοναδικό έργο τέχνης.

Βαθμολογία: 8/10

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2019

Joker


Δυο βδομάδες τώρα όλοι (παρα)μιλούν για τον άψογα προωθημένο Τζόκερ. Μάλιστα, οι περισσότεροι την αποκαλούν ως ταινία της χρονιάς, μια άποψη που μου προκαλεί γέλιο παρόμοιο μ' αυτό του Χοακίν Φοίνιξ. Προς θεού, αυτό δε σημαίνει πως υποτιμώ το έργο. Αντιθέτως το βρήκα άκρως ενδιαφέρον καθώς έθιγε αρκετούς προβληματισμούς κι ανέδειξε εύστοχα το σάπιο μοντέλο όπου δεκαετίες τώρα πορεύεται άβουλα η δυτική κοινωνία. Μια κοινωνία που εξακολουθεί να ψάχνει τη χαμένη της αξιοπρέπεια κάτω από στοίβες σκουπιδιών. Από την άλλη ολόκληρη η ταινία βασίστηκε στην ερμηνεία ενός και μόνο προσώπου, με τρόπο που καταφέρνει να καλύψει τα σεναριακά της κλισέ. Παρά τις ατέλειές της, η ταινία είναι δυνατή και πετυχαίνει να εισχωρήσει τον θεατή στον υγρό και βρώμικο υπόκοσμο της Νέας Υόρκης ή αλλιώς Γκόθαμ Σίτι. Όμως είχα την ατυχία να επιλέξω έναν από τους κινηματογράφους-αλυσίδες της πόλης όπου η έλλειψη της κινηματογραφικής παιδείας γίνεται αισθητή καθώς τα γεμάτα ποπ κορν στόματα ανταγωνίζονται τις προσπάθειες των ηχοσυστημάτων της σκοτεινής αίθουσας ενώ οι φωτεινές οθόνες των κινητών γίνονται περισσότερο ελκυστικές από το μεγάλο πανί όπου προβάλλεται το έργο. Στη συγκεκριμένη προβολή βίωσα μια ακόμη αλλόκοτη συμπεριφορά του κοινού, που με προβλημάτισε αρκετά καθώς επιβεβαίωνε κάποιες από τις κοινωνικές καταστάσεις που παρουσιάζει το έργο.
Αυτή τη φορά δε θα επεκταθώ αρκετά στη ταινία καθώς έχουν αναφερθεί άλλοι τόσοι μ' αποτέλεσμα να μετατραπεί ένα ενδιαφέρον έργο σε κινηματογραφικό μαϊντανό. Αυτό που κρατάω είναι η έξυπνη παρουσίαση του τρόπου όπου τα μέσα μαζικής ενημέρωσης επηρεάζουν τη κριτική σκεψη των τηλεθεατών, πόσο μάλλον σε μια εποχή που το ίντερνετ δεν είχε κάνει ακόμη την εμφάνισή του. Οι δημοσιογράφοι όπως πάντα εκθειάζουν εκπροσώπους των ανωτέρων αστικών τάξεων, οι οποίοι θέλουν υποτίθεται να συνεισφέρουν για το κοινό καλό. Οι ειδήσεις καλά σκηνοθετημένες προκαλούν πρώτα πανικό για να στρώσουν έπειτα το χαλί στον εκάστοτε πλούσιο μεσσία που θα ρθει να δώσει λύσεις σ' όλα τα προβλήματα. Κάπως έτσι πέφτει στη παγίδα η μητέρα του αντιήρωα, η οποία πιστεύει πως ο πάμπλουτος πατέρας του μετέπειτα Μπάτμαν Μπρους Γουέιν είναι ένας καλοκάγαθος μεγιστάνας που θα σκύψει το βλέμμα του πάνω απ' τα προβλήματα του λαού. Σ' αυτό το σημείο η ταινία έπεσε μέσα και μάλιστα σε μια περίοδο που τα εγχώρια κανάλια προσπαθούν να πλέξουν το εγκώμιο της νέας ακροδεξιάς κι άκρως νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης. 
Επίσης ο δημιουργός αναπτύσσει με ευγενικό τρόπο το οιδιπόδειο σύμπλεγμα μητέρας-γιου. Μια αρρωστημένη κατάσταση που δυστυχώς έχει παρεκτραπεί στις μέρες μας κάτι που γίνεται εμφανές στις αδιέξοδες ανθρώπινες σχέσεις. Τόσο η σχέση αυτή όσο κι η τραυματική παιδική ηλικία του αντιήρωα, τον οδηγούν στα συναισθηματικά και προσωπικά συμπλέγματα που τον έχουν μετατρέψει σε έναν ντροπαλό, αντικοινωνικό κι αδύναμο μέλος της κοινωνίας. Ένα θύμα που κανείς δε νοιάζεται μέχρι που μετατρέπεται σε θύτη-τιμωρό. Η αδικία που συντελείται στον εργασιακό χώρο, ο εκφοβισμός των αδύναμων, ο διασυρμός απλών ανθρώπων από τηλεοπτικούς "αστέρες" (η Ελλάδα έχει πολλούς απ' αυτούς), η κρατική αδιαφορία στις ανάγκες του κόσμου κι άλλα πολλά τον μετατρέπουν από αφανή πολίτη σε προσωποποιημένη κοινωνική οργή. Ο χαρακτήρας του Τζόκερ χτίζεται όμορφα και μεθοδικά όμως η αλληλεπίδρασή του με τον κόσμο είναι αβάσιμη και παιδαριώδη.  



Κι εδώ ερχόμαστε σ' αυτά που με ενόχλησαν στο έργο. Για μια ακόμη φορά ο κινηματογράφος παρουσιάζει τον κοινωνικό ξέσπασμα ως μία ανεξέλεγκτη οργή του όχλου. Με ένα τελείως απαράδεκτο τρόπο, προσπαθεί να μας πείσει πως το δίκαιο των πολιτών θα ρθει μέσα από καταστροφές, φωτιές, δολοφονίες κι άναρθρες κραυγές σε δρόμους επικίνδυνους κι αιματοκυλισμένους. Μία συνταγή που την έχουμε συναντήσει άπειρες φορές και θα εξακολουθούμε να τη βλέπουμε σ' αυτού του είδους τις ταινίες. 
Από την άλλη, ενώ η ταινία επιδιώκει να χει μια βάσιμη πολιτική χροιά καθώς αναφέρεται στη δεκαετία του '80 όπου πραγματοποιήθηκαν οι μεγάλες απεργίες των σκουπιδιάρικων (γι' αυτό το λόγο έχουμε συνηθίσει τις αμερικάνικες ταινίες του '80 και του '90 να είναι με πλάνα από δρόμους γεμάτους σκουπίδια) αλλά και στην περικοπή των δαπανών της κοινωνικής πρόνοιας που οδήγησε αρκετούς ψυχικά νοσούντες στις φυλακές, μια εξέλιξη που έκανε το κεφάλαιο να τρίβει τα χέρια του καθώς εκείνη τη περίοδο άνοιγαν οι πρώτες ιδιωτικές φυλακές στις οποίες οι έγκλειστοι ήταν οι σύγχρονοι σκλάβοι της αμερικανικής παραγωγής, τελικά καταλήγει να βροντοφωνάξει ένα εξοργιστικό "No politica" μέσω του εξεγερμένου Τζόκερ. Οπότε εκεί που θα μπορούσε να κάνει την όποια διαφορά από άλλες ταινίες ηρώων κόμικς, όπως είχε συμβεί με το αξεπέραστο "Watchmen", τελικά καταφέρνει να κάνει μια τρύπα στο νερό. 
Αυτό όμως που με προβλημάτισε στην προβολή ήταν το κοινό. Όσοι έχουν ήδη δει το Τζόκερ, θα γνωρίζουν πως η ιστορία στερείται από κωμικές σκηνές. Κι όμως, μες στην αίθουσα οι περισσότεροι θεατές γελούσαν. Γελούσαν με το χαχανητό του Φοίνιξ, γέλασαν με τον νάνο που δεν μπορούσε να ανοίξει την πόρτα, γέλασαν με τον χορό στα σκαλιά που μετατράπηκε σε κυνηγητό. Όσο με προβλημάτισαν τα θέματα που έθετε η ταινία άλλο τόσο με προβλημάτισε η συμπεριφορά αυτών των ανθρώπων. Άραγε είχαν καταλάβει κάτι από την ιστορία ή πίστευαν πως πήγαν να δουν μια ακόμη ταινία δράσης; Από την άλλη μπορεί κανείς να γελάσει απέναντι στη ψυχική πάθηση ενός ανθρώπου; Κατά μια έννοια η συμπεριφορά του κοινού επιβεβαίωνε την κοινωνική κατρακύλα που παρουσιάζει η ταινία. Από την μια οι προβληματισμοί βγαίνουν αληθινοί αλλά από την άλλη ο εφιάλτης που αναφέρονται οι συντελεστές δεν περιορίζεται στα κινηματογραφικά πλαίσια αλλά δυστυχώς αποδεικνύεται πως μας περιβάλλει. 
Έφυγα από την σκοτεινή αίθουσα απογοητευμένος όχι από την ταινία αλλά από τον κόσμο που την είδαμε μαζί. Το ότι κόπηκαν εκατοντάδες εισιτήρια μέσα σε μια βδομάδα δε μου λέει απολύτως τίποτα όταν συνειδητοποιώ πως μια σημαντική μερίδα του κοινού το παρακολούθησε χωρίς να καταλάβει τίποτα. 
Όσο για το Τζόκερ, πιστεύω πως θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά αλλά δυστυχώς δείλιασε. Αν κάτι μου μένει από την ταινία είναι η εκπληκτική ερμηνεία του Χοακίν Φοίνιξ. 

Βαθμολογία: 7/10

Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2019

Η Μεγάλη Νύχτα της Νάπολης


Ο ιταλικός κινηματογράφος κάθε φορά που στρέφεται προς την κατάσταση της χώρας του για να προβληματιστεί με τον υπόκοσμο της μαφίας, μας προσφέρει αρκετά ενδιαφέρουσες κι εξαιρετικές ταινίες. Στη μεγάλη λίστα όπου φιγουράρουν οι Σκοτεινές Ψυχές, το Γόμορρα, το Dogman και το Suburra έρχεται να προστεθεί κι η "Μεγάλη Νυχτά της Νάπολης". Παρ' όλο που η ταινία δε διαφέρει σε θέμα πλοκής και θεματολογίας με τις άλλες γκανγκστερικές, ξεχωρίζει διότι πρωταγωνιστές της είναι πιτσιρικάδες. 
Η ιστορία μας μεταφέρει στη σύγχρονη καθημερινότητα της Νάπολης. Οι γειτονιές λυμαίνονται από τις συμμορίες, οι οποίες απαιτούν χρήματα προστασίας από τα μαγαζιά και τους υπαίθριους πάγκους νε τις μεγάλες οικογένειες να αλληλοσκοτώνονται για το ποιος θα επικρατήσει. Στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ένας αρχιμαφιόζος που ήταν αρκετά αγαπητός στη Νάπολη έχει δολοφονηθεί, δίνοντας τη θέση του σε μια νέα συμμορία η οποία είναι πιο αδίστακτη και σκληρή με τους κατοίκους της πόλης. Όλη αυτή η κατάσταση που επικρατεί στην πόλη, περιγράφεται μέσα από τα μάτια μιας παρέας. Παιδιά φτωχών οικογενειών που λογικά έχουν παρατήσει το σχολείο κι αναζητούν άλλους τρόπους για να βγάλουν λεφτά. Το νεαρό της ηλικίας τους παράλληλα με την υποταγή τους στον επιδειξιομανή καταναλωτισμό, τα ωθεί προς την εύκολη εύρεση χρημάτων.
Μετά από μια ανεπιτυχής ληστεία σε ένα κοσμηματοπωλείο, επιλέγουν να δουλέψουν για τη συμμορία που κυριαρχεί στην περιοχή τους. Τους ανατιθεται διακίνηση ναρκωτικών σε φοιτητές κι είσπραξη χρημάτων προστασίας από τα μαγαζιά και τους πάγκους της λαϊκής. Το χρήμα ρέει άφθονο πια, θαμπώνοντας τους πιτσιρικάδες από την πρόσκαιρη χλιδή. Αγορά ακριβών προϊόντων, πρώτο τραπέζι στα κλαμπ κ.ο.κ. 
Όμως ένα απρόοπτο περιστατικό θα αλλάξει τις ισορροπίες στην πόλη, δίνοντας την ευκαιρία στους πιτσιρικάδες να αναλάβουν τα ηνία της περιοχής τους. Βίαιες συγκρούσεις μεταξύ παλιών συνεταίρων κι απειλές θα διαδραματιστούν στους στενούς δρόμους της πόλης. Η επικράτηση επιτυγχάνεται εύκολα αλλά η διατήρησή της φαίνεται ακατόρθωτη. Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας έχοντας ως πρότυπο έναν παλιό δίκαιο μαφιόζο θα προσπαθήσει να "διοικήσει" κι αυτός με τη σειρά του δίκαια την περιοχή. Όμως η γλύκα των χρημάτων είναι ισχυρή, δημιουργώντας νέες ίντριγκες μες στην παρέα. 



Για γκανγκστερική ταινία, η πλοκή της ξεκινάει ομαλά κι εντείνεται με το πέρασμα της ώρας προσφέροντας αρκετές κορυφώσεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μη πραγματοποιείται πουθενά κοιλιά στο σενάριο. Μάλιστα τελειώνει αφήνοντάς σου την επιθυμία να κρατούσε λίγο παραπάνω. Ο σκηνοθέτης Κλαούντιο Τζιοβανέζι έχοντας μαζί του στην αφήγηση τον διάσημο συγγραφέα Ρομπέρτο Σαβιάνο δείχνει μία αυτοπεποίθηση στο θέμα με το οποίο καταπιάνεται. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μας προσφέρει εξαιρετικές στιγμές αδρεναλίνης όπως η σκηνή στη ταράτσα με τα πυροτεχνήματα αλλά κι η πρώτη ανταρσία των πιτσιρικάδων με τα παλιά τους αφεντικά.
Παράλληλα εκπληκτικές είναι οι ερμηνείες σχεδόν όλων των ηθοποιών. Ειδικά τα πιτσιρίκια έχουν μια αυθεντικότητα στο παίξιμό τους που δίνουν την αίσθηση πως βλέπουμε ένα ντοκιμαντέρ που παρουσιάζει τη δράση μιας συμμορίας παρά μιας ακόμη γκανγκστερικής ταινία. Εξαιρετική η στιγμή που μάνα και γιος πάνε να αγοράσουν καινούργια έπιπλα για το σπίτι. Βλέποντας η μητέρα τα χρήματα που βγάζει ο γιος της από το παντελόνι, μουδιάζει. Τον κοιτάει γεμάτη θλίψη καθώς γνωρίζει πως ο δρόμος που το παιδί της χάραξε δεν έχει γυρισμό. Θέλει να κλάψει, να ουρλιάξει, να σηκωθεί να φύγει τρέχοντας. Σίγουρα περνάνε πολλά απ' το μυαλό της εκείνη την ώρα. Όμως στέκει εκεί και τον κοιτάζει πονεμένα. Τελικά καταλήγει να τον αγκαλιάσει σφιχτά καθώς ξέρει πως πλέον θα ζει με το σκεπτικό πως η κάθε στιγμή μπορεί να είναι και η τελευταία. 
Θα χαρακτήριζα την ταινία αυτή τίμια. Δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει κανέναν θεατή. Έχει αρκετά κλισέ και λίγο πολύ γνωρίζουμε την εξέλιξη. Κερδίζει όμως στην ντοκιματερίστικη εικόνα της, στα δυνατά της πλάνα και στην ψευδαίσθηση που έχουν οι πιτσιρικάδες ότι μπορεί να προσφέρουν δικαιοσύνη με τα όπλα. 
Η "Μεγάλη Νύχτα της Νάπολης" είναι μία άκρως ενδιαφέρουσα κινηματογραφική πρόταση όπου δείχνει τον βίαιο τερματισμό της παιδικής αθωότητας και το σπαρακτικό τέλος όσων επιλέγουν να ζουν με τα όπλα. 

Βαθμολογία: 7/10

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2019

Οροσειρά των Ονείρων


Έχω επισημάνει πολλές φορές πως τα σπουδαιότερα έργα εισέρχονται ταπεινά κι αθόρυβα στις κινηματογραφικές αίθουσες. Το θεματολογικό ήθος αυτών των έργων που βασίζεται στην ειλικρινή δημιουργικότητα των σκηνοθετών τους, συμπυκνώνεται καθ'όλη τη διάρκεια προβολή τους χωρίς να χει την ανάγκη μαρκετίστικων τυμπανοκρουσιών. Κουβαλώντας ήδη το βραβείο καλύτερου ντοκιμαντέρ στο φεστιβάλ των Καννών, η νέα ταινία του πολυαγαπημένου Χιλιανού σκηνοθέτη Πατρίσιο Γκούζμαν έκανε το πέρασμά της από το φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας. Είχα την τύχη να το δω στη κατάμεστη αλλά άκρως σιωπηλή αίθουσα του Δαναού. Μέσα σε μιάμιση σχεδόν ώρα ένιωσα πως όλο το κοινό είχε μπει στην ίδια συναισθηματική έκσταση. Μία κατάσταση που μόνο ο Πατρίσιο Γκούζμαν μπορεί να προσφέρει με τον άρτιο δοκιμιακό του λόγου και την άκρως μαγευτική του φωνή, πλαισιωμένα και τα δύο με την ονειρική μουσική του συγκροτήματος Miranda y Tobar. 
Η συγκεκριμένη προβολή υπήρξε για μένα μία από τις σπάνιες στιγμές συναισθηματικής έκρηξη. Ένα σφίξιμο στο στήθος κι ένα κόμπο στο λαιμό που δε μ' άφηναν να αναπνεύσω. Κι ενώ βούλιαζα στην αναπαυτική καρέκλα του κινηματογράφου, τα μάτια μου χανόντουσαν στα απέραντα τοπία των Άνδεων και το μυαλό μου άνοιγε ένα σωρό μικρές καταπακτές μέσα απ'τις οποίες ξεχυνόταν ένα σμήνος σκέψεων και συναισθημάτων. Η κατάσταση αυτή δεν προκλήθηκε αστραπιαία (αν και στο Νοσταλγώντας το Φως εντείνεται από τη πρώτη νότα της μουσικής), αλλά έρχεται με έναν αγνό κι ευγενικό τρόπο. Εκείνο το βράδυ στον Δαναό βρέθηκα απροετοίμαστος σ' αυτό που θα ζούσα, κι αυτός είναι ένας σημαντικός λόγος που θεώρησα πως η συγκεκριμένη προβολή, μου έχει μείνει ήδη αξέχαστη.
Η Χιλή είναι μία χώρα που λάτρεψα από τότε που άρχισα να μελετώ την πρόσφατη ιστορία της. Η αγιότητα του προέδρου Αλιέντε που δολοφονήθηκε από τους φασίστες του Πινοσέτ, η μετατροπή της χώρας σε ένα πειραματόζωο της σχολής του Σικάγο, η έντονα πολιτικοποιημένη κοινωνία της που έχουμε γνωρίσει μέσα από ταινίες, ντοκιμαντέρ και βιβλία και φυσικά η τριλογία του Γκούζμαν που μου 'χει χαρίσει μια οικειότητα με την άγνωστη κι απομονωμένη γωνιά της Λατινικής Αμερικής. 


Όπως συνέβη με το "Νοσταλγώντας το Φως" και με το "Μαργαριταρένιο Κουμπί", έτσι και στην "Οροσειρά των Ονείρων" ο δημιουργός ξεκινάει την αφήγησή του με κάποιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του τόπου του. Αυτή τη φορά έχει την τιμητική της η πελώρια οροσειρά των Άνδεων. Ο Πατρίσιο Γκούζμαν μας περιγράφει τις μνήμες των παιδικών του χρόνων, οι οποίες συμπορεύτηκαν με τη σκιά των πελώριων βουνίσιων όγκων. Παράλληλα κάποιοι καλλιτέχνες περιγράφουν τις δικές τους εμπειρίες αλλά και τις σκέψεις που τους προκαλούν οι Άνδεις. Αυτό που διαπιστώνω είναι πως όλοι τις θεωρούν ιερές και βασικό παράγοντα που επηρέασε τον πολιτισμό αλλά και την ιστορία αυτού του τόπου. Εξάλλου όλοι τους με μία φωνή δήλωσαν πως οι Άνδεις έχουν δύο ρόλους. Από την μια προστατεύουν τον λαό της Χιλής αλλά από την άλλη τον απομονώνουν από τον υπόλοιπο κόσμο. 
Συζητώντας με τους καλλιτέχνες για τα παιδικά τους χρόνια και τον ρόλο που διαδραμάτισαν στη ζωή τους τα βουνά, ο Πατρίσιο Γκούζμαν αναφέρει πως οι μνήμες του στη Χιλή τερματίζουν με το πραξικόπημα του Πινοσέτ. Μετά τη σύλληψή του και φοβούμενος τη καταστροφή του τότε κινηματογραφικού του υλικού διαφεύγει στην Ευρώπη όπου έχει παραμείνει μέχρι σήμερα. Περιγράφοντάς μας το προσωπικό του δράμα αντιλαμβανόμαστε μια χροιά θλίψης για τα χρόνια που πέρασαν ανεπιστρεπτί αλλά και μιας ενοχής καθώς έφυγε ηττημένος αφήνοντας μια χώρα στα χέρια των φασιστών. 
Η φωνή του σπάει όταν συναντά ακόμη όρθιο το σπίτι όπου γεννήθηκε, ένα υπέροχο διώροφο νεοκλασικό που εξακολουθεί να παλεύει με τη φθορά του χρόνου. Ο σκηνοθέτης χαίρεται που το βλέπει ακόμη όρθιο καθώς πολλά άλλα έχουν γκρεμιστεί για να χτιστούν στη θέση τους πολυκατοικίες κι ουρανοξύστες (τι μας θυμίζει αυτό άραγε;) Ο πρώτος σπαραγμός έρχεται όταν βλέπουμε το σπίτι από ψηλά. Ένας δυνατός συμβολισμός που περιγράφει με τον πιο γλαφυρό τρόπο τη όψη που έχουν οι παιδικές μνήμες του δημιουργού.
Στη συνέχεια ο σκηνοθέτης μας οδηγεί στο σπίτι όπου πέρασε την εφηβική του ηλικία και τα πρώτα χρόνια των κινηματογραφικών του σπουδών. Απ' αυτό το σημείο αρχίζει η κορύφωση του έργου. Νιώθοντας ο ίδιος τύψεις που έφυγε από την χώρα εκείνα τα δύσκολα χρόνια, τιμάει έναν άλλον κινηματογραφιστή που έμεινε στη Χιλή καλύπτοντας αρκετές από τις βίαιες στιγμές της χούντας. Συζητώντας μαζί του για κείνα τα χρόνια, παρακολουθούμε παράλληλα πλάνα από τις τότε κρυφές αλλά και φανερές καταγραφές του όπως η μαζική σύλληψη δεκάδων χιλιάδων ανδρών από τις γειτονιές του Σαντιάγκο αλλά και τη συγκέντρωσή τους στο στάδιο της πόλης. Σε μία απ' αυτές τις κερκίδες που λειτούργησαν ως φυλακές βρέθηκε κι ο Πατρίσιο Γκούζμαν. Οι σκηνές που μας παρουσιάζονται είναι συγκλονιστικές. Η ασύστολη αστυνομική βία, το πάθος των ανθρώπων για ελευθερία και δικαιοσύνη κι ο χώρος ανάμεσά τους που γεμίζει κραυγές πόνου κι απειλές. Σκηνές που βιώσαμε αρκετοί τη διετία μεταξύ 2010 και 2012 όπου τα κινήματα στην Ελλάδα ήταν μαζικά. Δε μπορούσα με τίποτα να συγκρατήσω την οργή μου με όσα μου αποκαλύπτονταν στη μεγάλη οθόνη του κινηματογράφου αλλά και μ' αυτά που θυμόμουν απ' τις δικές μας διαδηλώσεις. Μάλιστα σε ένα πλάνο όπου φαίνεται ξεκάθαρα ένας αστυνομικός να πετάει δακρυγόνο σε καθισμένες διαδηλώτριες που τραγουδούσαν ειρηνικά την "Ωδή στη Χαρά" μου προκάλεσε τόση οργή που ξεφώνισα τη λέξη "κοπρόσκυλα". Δε θυμάμαι ποτέ στο παρελθόν να αντιδρώ έτσι σε κινηματογραφική προβολή οπότε μέσα απ' αυτό εδώ το κείμενο ζητώ συγνώμη σε όποιον με άκουσε εκείνη τη στιγμή κι ίσως ενοχλήθηκε. Ο σκηνοθέτης συζητώντας μαζί με τον μάχιμο κινηματογραφιστή για κείνα τα χρόνια, συνειδητοποιούν πως οι σημερινές διαδηλώσεις δεν έχουν πια τον ίδιο παλμό όπως τότε παρόλο που η αδικία κι η φτώχεια εξακολουθούν να κυριαρχούν στο χιλιανό λαό. 


Στις συζητήσεις για τα τεκταινόμενα της χούντας, ο σκηνοθέτης ξεκινάει διάλογο και με έναν συγγραφέα, με τον οποίον συζητάνε για όσα ακολούθησαν. Ο συγγραφέας θέτει το ερώτημα στο αν τελείωσε ποτέ η χούντα καθώς οι τότε φασίστες έδωσαν την εξουσία στους διακριτικούς και σιωπηλούς συνεργάτες τους οι οποίοι θα οδηγούσαν τη χώρα σε εκλογές. Ακόμα κι εδώ, η ιστορία θυμίζει πολύ Ελλάδα καθώς κι οι δικοί μας χουντικοί παρέδωσαν την εξουσία στον Κωνσταντίνο Καραμανλή με τον οποίον είχαν όλα αυτά τα χρόνια υπόγεια επικοινωνία μέσω των Κωνσταντίνο Τσάτσο κι Ευάγγελο Αβέρωφ. Οι δυο πλευρές συμφώνησαν να πραγματοποιηθεί μια πολιτική μετάβαση αρκεί οι επερχόμενοι να αποσιωπήσουν όλα τα εγκλήματα της δικτατορίας καταδικάζοντάς τα μ' αυτόν τον τρόπο στη λήθη. Στην Ελλάδα κατά μια έννοια επιτεύχθηκε αυτή η αμνησία μ' αποτέλεσμα να ακούμε σήμερα πολλούς να μιλούν για τανκς και Παπαδόπουλους. Αντιθέτως στη Χιλή, η φωνή του λαού παρέμεινε ισχυρή κι ο επίμονος αγώνας τους διατήρησε τη μνήμη. 
Ο συγγραφέας όμως θέτει ένα ακόμη ερώτημα, πάνω στη συζήτηση για το αν έχει βελτιωθεί η κατάσταση. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του η ανασφάλεια κι η φτώχεια εξακολουθούν να κυριαρχούν. Ο πλούτος ανήκει σε λίγους κι ο λαός από κάτω αγωνιά καθημερινά ενάντια στη μιζέρια. Ο ίδιος υποστηρίζει πως το νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο της Σχολής του Σικάγο εξακολουθεί να εφαρμόζεται με τη μόνη διαφορά πως πλέον δεν υπάρχουν βασανιστήρια κι αγνοούμενοι. 
Στην εφαρμογή του νεοφιλελευθερισμού πατάει κι ο σκηνοθέτης φέρνοντας για παράδειγμα τις εξορύξεις χαλκού, με τις οποίες κάποτε ζούσε ολόκληρη η χώρα. Μαθαίνουμε πως επί εποχής Αλιέντε όλα τα μεταλλεία χαλκού είχαν περάσει στο κράτος και τα κέρδη μοιραζόντουσαν στο λαό. Επί χούντας κι έπειτα το μεγαλύτερο κομμάτι των εξορύξεων έχει περάσει σε ξένες επιχειρήσεις, οι οποίες όχι μόνο δε συνεισφέρουν στο κράτος της Χιλής αλλά δε σέβονται και το περιβάλλον της χώρας. Ο σκηνοθέτης κάνει μια κινηματογραφική πτήση πάνω από ένα ιδιωτικό ορυχείο που κατατρώει τα σπλάχνα του βουνού. Όπως ο ίδιος δηλώνει, είναι ένα κομμάτι γης ξένο για την Χιλή καθώς κανείς δε μπορεί να πάει εκεί. Η εικόνα της θεόρατης τρύπας μέσα στο βουνό είναι συνταρακτική. Κανένας απολύτως σεβασμός (μήπως κι αυτό θυμίζει την περίπτωση των Σκουριών στη Χαλκιδική;).
Όπως δηλώνει ο μάχιμος κινηματογραφιστής, θα μπορούσε άνετα να φύγει για την Αργεντινή ή την Βραζιλία, μην αντέχοντας την αδικία που επικρατεί στη χώρα του. Όμως δεν το κανε καθώς δε θέλησε ποτέ να αφήσει τον τόπο του. Το θλιμμένο του μειδίαμα στο τέλος της συζήτησης, μου φάνηκε τόσο οικείο...
Στηριζόμενος λοιπόν σε μία θεωρία που λέει πως στον κόσμο υπάρχουν τουλάχιστον πέντε με έξι άνθρωποι που μας μοιάζουν εμφανισιακά, πιστεύω πως η Χιλή είναι το alter ego της Ελλάδος κι αντίστροφα. Κι αυτό το συμπέρασμα το έβγαλα έχοντας παρακολουθήσει αυτήν την τόσο σπουδαία κι άκρως συγκινητική τριλογία του Πατρίσιο Γκούζμαν, ο οποίος για μία ακόμη φορά μου πρόσφερε μία έντονη συναισθηματική φόρτιση. Ένα ακόμη υπέροχο μωσαϊκό όπου μπλέκεται η νοσταλγία των χαμένων μας παιδικών χρόνων κι η αγνή αγάπη των γενέθλιων τόπων με τη δύναμη της ατομικής μνήμης και τις συνέπειες της συλλογικής μας λήθης. 
Για μένα η συγκεκριμένη συναρπαστική τριλογία κλείνει με μια ανεξέλεγκτη έκρηξη συναισθημάτων.

Βαθμολογία: 9/10

Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2019

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Αν είχα τέσσερις καμήλες (1966)




"H φωτογραφία είναι σαν το κυνήγι. Είναι το ένστικτο του κυνηγού χωρίς την επιθυμία να σκοτώσει. Είναι το κυνήγι των αγγέλων. Παρακολουθείς, σκοπεύεις, πυροβολείς και "κλικ", κι αντί για έναν νεκρό άνθρωπο, τον κάνεις αιώνιο". Με αυτήν την τόσο λυρική περιγραφή, μου προτάθηκε να παρακολουθήσω ένα άγνωστο σε μένα φωτογραφικό ντοκιμαντέρ του 1966. Ο τίτλος του ακόμη πιο ελκυστικός καθώς η αινιγματική του φύση σε παρότρυνε να αναζητήσεις τον κόσμο μέσα από τη ματιά του φωτογράφου Chris Marker, χωρίζοντάς την σε τέσσερα κεφάλαια. 
Αρχικά προσπαθεί να μας περάσει με μια σειρά φωτογραφιών, τις ομοιότητες των κοινωνιών παρουσιάζοντάς μας ποτάμια διαφορετικών πόλεων φωτογραφημένα την ίδια απογευματινή ώρα αλλά και καθημερινές συνήθειες όπως η επίσκεψη στα κομμωτήρια δείχνοντας πόσο όμοια είναι η λάμψη των χαμογελαστών προσώπων σε όλες τις χώρες, μια προσπάθεια που φάνηκε ριψοκίνδυνη καθώς στην Κούβα τον κυνήγησαν κάποιοι κουρείς με τα ψαλίδια. Επίσης κάνει ένα παιχνιδιάρικο πέρασμα από τα τρένα του κόσμου δείχνοντας την απόλυτη κυριαρχία των ευθειών γραμμών αν κι επικεντρώνει περισσότερο τη προσοχή του στα κοιμισμένα πρόσωπα των Ιαπώνων, που προσπαθούν να ξεκλέψουν λίγο χρόνο ύπνου στα μέσα μαζικής μεταφοράς.
Ο φωτογραφικός φακός του Κρις Μάρκερ συνεχίζει να ταξιδεύει στις πιο απόμακρες κι ίσως άγνωστες για εκείνα τα χρόνια περιοχές του κόσμου. Μέσα από τις βόλτες του ανακαλύπτουμε την αγάπη του για την Κόκκινη Πλατεία αλλά και την συμπάθειά του στους Ρώσους. Τους συναντάμε χαμογελαστούς σε ένα υπαίθριο παζάρι ζώων όπου κάποιοι φεύγουν έχοντας επιλέξει ένα σκυλάκι, άλλοι κρατώντας προσεκτικά λευκά περιστέρια στα χέρια τους κι άλλοι σηκώνοντας μικρές γυάλες γεμάτες ψάρια. Αυτό όμως που εντυπωσιάζει περισσότερο τον φωτογράφο είναι η λαϊκή τέχνη που συναντά σε κείνα τα μέρη. Η αυθεντικότητα εκείνων των δημιουργημένων με φτωχά υλικά πρόχειρων έργων, τον αναγκάζει να παροτρύνει αρκετούς ακαδημαϊκούς και κριτικούς τέχνης να επισκεφθούν εκείνα τα μέρη για να διδαχθούν, καθώς βρίσκει πολύ πιο ενδιαφέρον ένα ερασιτεχνικό κολάζ που συνάντησε σε ένα σπίτι παρά τα έργα που στοιβάζονται σε μεγάλες γκαλερί της Δύση. 




Ο φωτογράφος επισκέπτεται επίσης το Άγιο Όρος. Εκεί προσπαθεί υπομονετικά κι ευλαβικά να βρει ένα συσχετισμό των βλεμμάτων των μοναχών με τις αγιογραφίες που κοσμούν τις εκκλησίες. Ανάμεσα στους αγίους της ορθοδοξίας ανακαλύπτει το πορτραίτο του δικτάτορα Μεταξά να στέκει ακόμα σε έναν τοίχο παρόλο που είχε πεθάνει δυο δεκαετίες πριν. Μεμιάς, δημιουργείται ένα ενοχλητικό μούδιασμα καθώς επιβεβαιώνεται ότι οι εκπρόσωποι των θρησκειών πορεύονται χέρι-χέρι με τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Ο φωτογράφος εκφράζει ξεκάθαρα την αποστροφή του στην ολοκληρωτική πολιτική των μοναχών. Επίσης επισημαίνει την απαγόρευση των γυναικών στην "ιερή" χερσόνησο της Χαλκιδικής, μια απαγόρευση που ο ίδιος διορθώνει λέγοντας πως όχι μόνο απαγορεύονται οι γυναίκες αλλά και οι άνδρες χωρίς μούσια. Στα μοναστήρια δεν επιτρεπόταν  οτιδήποτε που να θυμίζει το γυναικείο φύλο. Όμως ο φωτογράφος συνάντησε αρκετά θηλυπρεπή στοιχεία μέσα στη κοινότητα των μοναχών ενώ περιπαίζει με τη συγκεκριμένη απαγόρευση παρουσιάζοντας ένα ζευγάρι χελιδονιών να κάθονται σε ένα σύρμα. Εκεί που κυριαρχεί ο παραλογισμός του ανθρώπινου παράγοντα, η φύση γελά σαρκαστικά. 
Κι από το Άγιο Όρος όπου η ανθρώπινη παράνοια εγκλωβίζει τους ανθρώπους σε μοναστήρια-φυλακές, ο φωτογράφος μας μεταφέρει σε ένα άλλο κάστρο όπου ο κόσμος ασφυκτιά κι αναζητά τρόπους διαφυγής. Με έναν άκρως λυρικό τρόπο, μας δείχνει πως τα κάστρα του μεσαίωνα στέκουν ακόμη και χωρίζουν τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες. Σ' αυτούς που ζουν μέσα σ' αυτά και σε κείνους που εξακολουθούν να φυτοζωούν στις σκιές των θεόρατων τειχών. Με πρόσχημα την επανάσταση στην Αλγερία μας προσωποποιεί την πολυπόθητη ελευθερία που όλοι μας κυνηγάμε. Τα χαμογελαστά πρόσωπα των Αλγερινών που ξεχύνονται στους δρόμους, φανερώνουν την ατέρμονη πάλη της ελπίδας για ένα καλύτερο αύριο. Παρόλο όμως που η ελευθερία έρχεται, το κάστρο δεν πέφτει. Η μιζέρια, η φτώχεια, η πείνα παραμένουν κι από την απρόσμενη χαρά της ελπίδας η ανθρωπότητα επιστρέφει στην ακινησία του αργού θανάτου. 



Ακολουθεί το κεφάλαιο του κήπου όπου αναλύεται η ανορθόδοξη συμβίωση μας με τα ζώα. Οι απάνθρωπες συνθήκες των τσίρκων που τότε ήταν ακόμη νόμιμα και των ζωολογικών κήπων που δεν είναι τίποτα παραπάνω από άδικες φυλακές ζώων, αποδεικνύουν το θράσος του ανθρώπινου είδους προς τα υπόλοιπα πλάσματα του πλανήτη. Η εναλλαγή των πορτρέτων ζώων κι ανθρώπων προσπαθεί να αποδείξει πως τελικά όλοι μαζί ζούμε στην ίδια φυλακή με τη διαφορά όμως ότι εμείς έχουμε επιλέξει αυτήν τη ζωή ενώ τα υπόλοιπα πλάσματα έχουν αναγκαστεί να ζουν μ' αυτόν τον τρόπο. Η βαρβαρότητα του ανθρώπινου είδους φανερώνεται στη φωτογραφία όπου ένα παιδάκι "παίζει" με ένα γατάκι που το χει δεμένο με ένα σκοινί από το λαιμό. Σημαντική λεπτομέρεια σ' αυτή τη φωτογραφία είναι πως το γατάκι είναι νεκρό. Έτσι δημιουργείται μια τρομερή αντίφαση μεταξύ της αγνότητας που κουβαλάει η παιδική ηλικία με την ενοχή μιας πράξης που επιφέρει την απώλεια ζωής ενός πλάσματος. 
Μέσα σ' αυτό το δοκιμιακό χάος, γίνεται μια μικρή στάση στη Σουηδία. Η επιλογή της συγκεκριμένης χώρας δεν είναι τυχαία καθώς είναι από τους λιγοστούς ευρωπαϊκούς τόπους όπου επικρατεί ειρήνη εδώ και δυο συνεχόμενους αιώνες. Παρόλο που οι συνθήκες ζωής είναι αξιοζήλευτες με τα πεντακάθαρα αστικά κέντρα και την υπέροχη ύπαιθρο, ο φωτογράφος επικεντρώνεται στο βλέμμα ενός Σουηδού και προσπαθεί να καταλάβει τι είναι αυτό που του στερεί την απόλυτη ευτυχία. Σε 'κείνο το σημείο ο φωτογράφος μας πιάνει από το χέρι και μας περιφέρει στον επίλογο της ζωής. Μας παρουσιάζει μια ομάδα τάφων προσπαθώντας να μας δείξει πως ο υλιστικός κόσμος που όλοι κυνηγάμε είναι μάταιος. Αξία έχουν οι απλές στιγμές κι η επιστροφή στη φύση. Αξίες πολύτιμες που δυστυχώς θυσιάζουμε κυνηγώντας ανούσιες καταστάσεις. 
Επίσης είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που περιγράφει τη δυναμική της γυναίκας απέναντι στο θάνατο. Δεν την παρουσιάζει ως πιο δυνατή ούτε είναι επηρεασμένος από το φεμινιστικό κίνημα εκείνης της εποχής. Απλώς αφήνει με ένα ιδιαίτερα διακριτικό τρόπο τη σημαντικότητα του γυναικείου φύλου στη σημασία της ζωής και της ομορφιάς. 
Οι τελευταίες εικόνες του σύγχρονου τρόπου ζωής ντυμένη με τις ιαχές των ζώων αποδεικνύει πως όσα λούσα κι αν έχουμε φορέσει, ποτέ δε ξεφύγαμε από το βασίλειο των ζώων. Απλώς αλλάξαμε την όψη της ζούγκλας που ζούμε κι από πράσινη την κάναμε γκρίζα.
Κλείνοντας θα χαρακτήριζα το συγκεκριμένο φωτογραφικό ντοκιμαντέρ ως ένα συγκινητικό και πανανθρώπινο ταξιδιωτικό δοκίμιο. Ένα διακριτικό πέρασμα μέσα από την ανθρώπινη φύση, όπου προβληματιζόμαστε με τον παραλογισμού του κοινωνικού παραστρατήματος και γοητευόμαστε με την άγνωστη ομορφιά των ταξιδιωτικών αποδράσεων. 

Βαθμολογία: 9/10




(Επειδή είναι δύσκολη η εύρεσή του, μπορεί κανείς να το απολαύσει στο youtube)