Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2019

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Φθινοπωρινή Σονάτα (1978)


Κάθε εποχή έχει τις ανάλογες στιγμές που τη χαρακτηρίζουν. Μετά τους ανέμελους ρυθμούς του καλοκαιριού έρχονται οι εσώψυχοι στοχασμοί του φθινοπώρου. Το ίδιο πιθανότατα να ισχύει και για τις κινηματογραφικές μας επιλογές. Με αυτό το σκεπτικό θεωρώ πως δεν ήταν τυχαία η σειρά που ακολουθήθηκε στη φετινή κινηματογραφική αφιέρωση των έργων του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, με τη "Φθινοπωρινή Σονάτα" να βγαίνει τελευταία στους θερινούς κινηματογράφους (ήταν και η τελευταία κινηματογραφική ταινία του σπουδαίου Σουηδού σκηνοθέτη). Τα σέπια πλάνα της που είναι ντυμένα με τις μελαγχολικές παρτιτούρες και το ασθενές φως του βόρειου ήλιου να χαϊδεύει τα θλιμμένα πρόσωπα των πρωταγωνιστών δένουν υπέροχα με τα πρώτα δροσερά αεράκια που κάνουν την εμφάνισή τους στις τελευταίες αθηναϊκές βραδιές του Αυγούστου. 
Η "Φθινοπωρινή Σονάτα" είναι ένα ψυχογράφημα πολυεπίπεδων καταστάσεων που προκύπτουν μέσα στους οικογενειακούς δεσμούς αλλά και στο χτίσιμο των προσωπικοτήτων. Απ' το πρώτο πλάνο με τα λόγια του συζύγου, αισθάνεται κανείς το διάλογο που ξεκινάει ο δημιουργός με τους θεατές του. Το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας είναι η Εύα που ερμηνεύει η Λιβ Ούλμαν, η πολυαγαπημένη μούσα του σκηνοθέτη. Η Εύα μας παρουσιάζεται στο βάθος ενός μεγάλου σαλονιού, σκυφτή πάνω απ' το γραφείο της να γράφει κάτι. Η σιωπή της ταυτόχρονα με τη παθιασμένη κίνηση του χεριού της την ώρα του γραψίματος, μαρτυρά έναν άνθρωπο λιγομίλητο και μοναχικό που έχει επιλέξει να γράφει θεωρώντας πως ο γραπτός λόγος είναι η λιγότερο επώδυνη επιλογή έκφρασης. Στην άλλη άκρη του σπιτιού, στέκεται ο άνδρας της και την κρυφοκοιτάζει. Από το βλέμμα του ξεχειλίζει η αγάπη αλλά κι ο θαυμασμός που θρέφει γι' αυτήν την γυναίκα. Στρεφόμενος προς τη μεριά μας, προσπαθεί να μας εξηγήσει συνοπτικά την όλη κατάσταση. κρύβοντας επιδέξια το δράμα που έχει ισοπεδώσει το συγκεκριμένο ζευγάρι. Διαβάζοντας μια φράση από ένα βιβλίο που έχει η ίδια γράψει, μας αποδεικνύει πως η Εύα δεν έχει μάθει να αγαπάει τον εαυτό της και ξαφνιάζεται κάθε φορά που κάποιος άνθρωπος της λέει πως την αγαπάει. Χωρίς να το δηλώνει, αποζητά την αγάπη των άλλων διότι μέσα απ' αυτήν  μπορεί να πιστέψει ξανά στον εαυτό της. Μ' αυτόν τον εκπληκτικό πρόλογο ξεκινάει η ιστορία.


Η Εύα μαθαίνοντας πως η μητέρας της έζησε μία άσχημη απώλεια ενός αγαπημένου της προσώπου, την καλεί σπίτι της για να ξεχαστεί και να ηρεμήσει. Περιμένει πως θα συναντήσει έναν άνθρωπο ισοπεδωμένο και παραδομένο στη θλίψη. Αντιθέτως, υποδέχεται μια μητέρα το ίδιο αυστηρή γεμάτη ενεργητικότητα κι αισιοδοξία. Η Ινγκριντ Μπέργκμαν στο ρόλο της μητέρας δίνει ένα αξεπέραστο ρεσιτάλ ερμηνείας γνωρίζοντας πως παίζει στη τελευταία της ταινία καθώς είχε διαγνωστεί με επιθετικό καρκίνο.     
Αρχικά η σχέση των δυο προσώπων είναι θερμή. Μέσα σε ένα διάστημα λίγων ημερών κόρη και μάνα προσπαθούν να καλύψουν το χάσμα χρόνων που έχουν να συναντήσουν η μία την άλλη. Εκεί μαθαίνουμε πως η Εύα είχε έναν γιο τον οποίον έχασε όταν ήταν τεσσάρων χρονών. Προσπαθώντας να καλύψει την αβάσιμη υποψία της μητρικής της αποτυχίας, διατηρεί ακόμη το παιδικό του δωμάτιο ευελπιστώντας πως κρατώντας τη μνήμη του ζωντανή θα αισθάνεται το γιο κοντά της. Όμως χάνοντας το παιδί της, αποφασίζει να προσφέρει όλη της τη φροντίδα στη παραπληγική της αδελφή. Εν μέρει επιλέγει να συνεχίσει τον ρόλο της μητέρας σε ένα άλλο αδύναμο πρόσωπο.
Από την αρχή της ταινίας είναι φανερό πως η Εύα επιδιώκει να δεθεί με την μητέρα της. Προσπαθεί να της μιλήσει για 'κείνην και τους προβληματισμούς της αλλά πέφτει συνεχώς πάνω σε έναν βράχο ναρκισσισμού. Όταν της δείχνει φωτογραφίες από το γιο της, παρατηρεί πως η μητέρα της δε δείχνει ίχνος θλίψης για την απώλεια ενός εγγονιού που δε γνώρισε ποτέ. Όταν προσπαθεί να της μιλήσει για την ήρεμη ζωή στο φιόρδ, εκείνη τη διακόπτει μιλώντας για περιοδείες που έζησε και για τους πολυάριθμους θαυμαστές-εραστές της. 
Το γυαλί αρχίζει να ραγίζει όταν η Εύα αποφασίζει να παίξει ένα πρελούδιο του Σοπέν στη μητέρα της. Εκείνη αντί να την συγχαρεί, κριτικάρει και υποτιμά την ερμηνεία της δείχνοντάς της τη σωστή εκτέλεση του κομματιού. Το πιάνο που θα μπορούσε να γίνει ένας συνδετικός κρίκος μεταξύ μάνας και κόρης μετατρέπεται μεμιάς σε πεδίο μάχης. Είναι εκπληκτικό το βλέμμα της Σαρλότ που από τη μια θέλει να δείξει την αγάπη της προς την κόρη της αλλά από την άλλη προσπαθεί να υπερασπιστεί την αγάπη της για τη μουσική. Το ίδιο ισχύει και για το βλέμμα της Εύας, η οποία από τη μια θαυμάζει το ταλέντο της μάνας της αλλά από την άλλη την φθονεί για την απαράδεκτη συμπεριφορά της. Η ισοστάθμιση κόρης με μουσική θα φέρει το οριστικό ράγισμα. Εκεί η Εύα συνειδητοποιεί πως δεν υπάρχει ελπίδα να καλυφθεί το μεγάλο αυτό χάσμα που έχει ανοίξει ανάμεσά τους.


Η έκρηξη όμως θα ξεσπάσει σε απρόοπτη στιγμή, την ώρα που οι δυο γυναίκες συναντιούνται το βράδυ στο καθιστικό του σπιτιού. Για πρώτη φορά η Σαρλότ δείχνει ανασφαλής και ρωτάει την κόρη της αν την αγαπάει. Η απάντηση που δίνεται είναι άκρως διπλωματική. "Αφού είσαι η μητέρα μου" της απαντά πλαγίως η Εύα αναμένοντας την αντίδραση, η οποία δεν αργεί να φανεί. "Υπεκφεύγεις να απαντήσεις;" την ρωτάει η Σαρλότ δίνοντας το έναυσμα για μια ανελέητη αντίδραση απ' τη μεριά της κόρης. Μέσα σε λίγα λεπτά, η Εύα εξωτερικεύει όλα όσα την βασάνιζαν για χρόνια. Της αποκάλυψε την αγανάκτηση και την απελπισία της που κουβαλάει από παιδί, την ανάγκη της για μητρική στοργή που ποτέ δεν ένιωσε, την επιθυμία της να νιώσει αρεστή και ικανή για το οτιδήποτε, το άγχος της καθώς η προσωπικότητά της σκεπαζόταν από την ισχυρή περσόνα της μητέρας της, το παράπονό της για τις συχνές απουσίες της μάνας της καθώς έφευγε σε περιοδείες αφήνοντάς την μόνη με τον πατέρα της. Γεγονότα που λειτούργησαν ως μια αλυσιδωτή αντίδραση που επέφερε τον εσωστρεφή και συναισθηματικά κενό χαρακτήρα της Εύας. Η μάνα παρακολουθεί το ξέσπασμα της κόρης της μουδιασμένη. Ίσως να ήταν απροετοίμαστη ή πιθανότατα να είχε άγνοια για όσα προκάλεσε η μητρική της αδιαφορία.
Χωρίς σιωπές κι αμηχανία, ακολουθεί και το ξέσπασμα της μάνας. Η έπαρσή της κι η ανάγκη της για διεθνή αναγνώριση πάνω σε κάτι που λατρεύει, ήταν ένα απωθημένο που δημιουργήθηκε εξαιτίας του αυταρχικού της πατέρα. Εκεί συνειδητοποιούμε πως όλοι είναι θύματα και θύτες. Άνθρωποι που κουβαλάνε συμπλέγματα από τους γονείς τους και τα μεταβιβάζουν στα παιδιά τους, σχηματίζοντας μ' αυτόν τον τρόπο έναν αέναο κύκλο κατεστραμμένων και θλιμμένων ανθρώπων. Ανθρώπων μοναχικών, συναισθηματικά νεκρών κι άβουλων. Ανθρώπων φαντασμάτων που περιφέρονται άσκοπα στη μικρή ζωή. 
Η ανεξέλεγκτη ένταση που προκύπτει διακόπτει κάθε προσπάθεια επανασύνδεσης μάνας και κόρης. Την επομένη η Σαρλότ φεύγει απ' το σπίτι κι η Εύα προσπαθεί να κατευνάσει το ενοχικό της σύνδρομο. Λίγες μέρες μετά της στέλνει ένα γράμμα, ζητώντας της συγνώμη για κάτι στο οποίο δε φέρει καμία απολύτως ευθύνη. Της αφήνει όμως ένα άκρως ελπιδοφόρο υστερόγραφο. Εφόσον υπάρχει καλή διάθεση κι από τις δύο μεριές, ποτέ δε θα ναι αργά στο να διορθώσουν τα λάθη του παρελθόντος και να πορευτούν στη ζωή μονοιασμένες κι αγαπημένες. Το βλέμμα της Σαρλότ που διαβάζει το γράμμα της κόρης της πριν τους τίτλους τέλους, αντικατοπτρίζει την ευθύνη που απαιτείται γι' αυτήν την επιλογή. 
Διότι είναι δύσκολο να νικηθεί ο εγωισμός.


Για μια ακόμη φορά, ο σπουδαίος Σουηδός σκηνοθέτης πατάει σε αυτοβιογραφικά στοιχεία και μας παραδίδει ένα ανεπανάληπτο αριστούργημα γεμάτο ανθρωπιά, συναισθήματα κι ανάγκη για επικοινωνία. Όσο ψυχρά κι απόμακρα είναι τα πρόσωπα, τόσο έχουν την ανάγκη για λίγη αγάπη και συντροφιά. Μόνο που ο ένας την αποζητά κι ο άλλος την απαιτεί. Και οι δυο τρόποι είναι λάθος αλλά η ουσία είναι μια. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη κι οφείλουν να είναι κοντά ο ένας στον άλλον. 
Η ταινία παραμένει καθηλωτική καθ' όλη τη διάρκειά της κι αυτό για πολλούς λόγους. Πρώτα απ' όλα είναι οι εκπληκτικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών και καλύτερη όλων της Ινγκριντ Μπέργκμαν. Έπειτα είναι οι μικροί χώροι όπου διαδραματίζεται η ιστορία κάτι που προκαλεί ένα αίσθημα κλειστοφοβικής ασφυξίας στους θεατές. Τα πλάνα είναι υπέροχα στημένα κι ο φωτισμός έχει ένα αναγεννησιακό ύφος. Τέλος είναι η θεατρική εξέλιξη του έργου κάτι που προσφέρει μια αμεσότητα μεταξύ συντελεστών και θεατών. 
Επίσης οι συγκυρίες εκείνης της εποχής μετέτρεψαν τη ταινία σε ηθικό βάλσαμο για τον δημιουργό. Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν βρισκόταν εξόριστος στη Γερμανία καθώς η χώρα του τον κυνηγούσε για φοροδιαφυγή, μια κατηγορία που τελικά ήταν λανθασμένη. Επίσης η προηγούμενη ταινία του είχε αποτύχει τόσο σε κριτικές όσο και εισπρακτικά. Γι' αυτόν τον λόγο, η "Φθινοπωρινή Σονάτα" υπήρξε μια φωτεινή έκρηξη δημιουργίας τα γυρίσματα της οποίας κράτησαν δυο μόνο βδομάδες στη Νορβηγία. Ένας εξαιρετικός κινηματογραφικός επίλογος αντάξιος της δημιουργικής πορείας του Σουηδού σκηνοθέτη.
Τέλος θα θελα να ομολογήσω πως ο τίτλος της ταινίας ταιριάζει απόλυτα με το περιεχόμενό της. Έχοντας τη βοήθεια του σπουδαίου φωτογράφου Σβεν Νικβιστ, τα πλάνα γεμίζουν με χρώματα φθινοπωρινά. Επικρατεί το καφέ χρώμα που συμβολίζει τον ψυχισμό των ηρώων ενώ το άρρωστο σκανδιναβικό φως που μπαίνει από τα παράθυρα δυσκολεύει στην αναθέρμανση των σχέσεων μεταξύ μάνας και κόρης. «Η δυστυχία της μητέρας ας είναι και η δυστυχία της κόρης. Σαν να μην κόπηκε ποτέ ο ομφάλιος λώρος», ψελλίζει η Εύα δείχνοντας με λυρικό τρόπο την λάθος χειραγώγηση των γονιών προς τα παιδιά τους. Αυτή όμως η απαισιόδοξη φράση αφήνει στο τέλος μια χαραμάδα σωτηρίας, αρκεί να ρθει η συγχώρεση που θα φέρει μαζί της την ψυχική λύτρωση. Ίσως εκεί να κρύβεται η επανάσταση των ημερών μας. Η ουσιαστική επικοινωνία με τους ανθρώπους που θέλουμε να έχουμε γύρω μας. 

Βαθμολογία: 9/10

Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2019

Oresteia Reversed



Μια πρωτοποριακή έκθεση θα φιλοξενηθεί από την Τρίτη 10 έως Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, καθώς θα συναντήσουμε τη μόνη αρχαία σωζόμενη τριλογία Ορέστεια του Αισχύλου σε μορφή κόμικς.
Στο Oresteia Reversed συμμετέχουν 22 σύγχρονοι καλλιτέχνες που δημιουργούν πρωτότυπες ιστορίες από την τριλογία με έμφαση στις Ευμενίδες. Καλλιτέχνες από τον χώρο των κόμικς και καλλιτέχνες με αφετηρία τις εικαστικές τέχνες, επανεξετάζουν έννοιες όπως Δίκαιο, Δικαιοσύνη, Πόλις, Πολίτης, Αυτοδικία, Νέμεσις, Ύβρις, Δημοκρατία, Ισονομία και Ισοτιμία, Προσωπική και Συλλογική Ευθύνη. 
Για τη συγκεκριμένη έκθεση, η ιστορικός τέχνης Νικόλ Λεβέντη αναφέρει: “Οι συμμετέχοντες δημιουργοί πειραματίζονται με χρώματα, έντονες φωτοσκιάσεις, ρεαλιστικό και υπερρεαλιστικό σχέδιο, αποδομούν την τραγωδία και εντοπίζουν σε αυτή διαχρονικά ζητήματα, τα οποία μεταφέρουν στο σήμερα και στο φανταστικό μέλλον μέσα από τις δικές τους ιστορίες. Οι νέες ιστορίες συχνά καθρεφτίζουν το σύγχρονο Ορέστη και υπενθυμίζουν ότι οι προβληματισμοί αυτοί είναι αέναοι μέσα στην κοινωνία και σε πολλές περιπτώσεις τη δομούν.
Για τη συγκεκριμένη έκθεση είχα την τιμή να συνομιλήσω με τρεις από τους δημιουργούς που θα συμμετάσχουν.





Η Δέσποινα Μανώλαρου, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1988. Είναι τελειόφοιτη της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών. Κάποια άλλα ενδιαφέροντά της είναι η εικονογράφηση εντύπων και το comic, ενώ τελευταία πειραματίζεται με το animation. Οι επιρροές της πηγάζουν από το κόσμο της ποίησης, της ψυχολογίας, της βιολογίας και τη θρησκείας . Την ενδιαφέρει ιδιαίτερα η σύνθεση ποικίλων εικαστικών στοιχείων ώστε να δημιουργεί φανταστικούς κόσμους που εξερευνούν τα όνειρα, το υποσυνείδητο και τις διαφορετικές εκφάνσεις της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης.


1. Με ποια ιδέα της Ορέστειας εμπνευστήκατε για τη δημιουργία της ιστορία σας; 

Με απασχόλησε περισσότερο η έννοια της απόδοσης του δικαίου, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από το συμβολισμό των χθόνιων θεοτήτων Ερηνύων και τη μετατροπή τους σε Ευμενίδες. Η ιστορία μου δεν είναι κάτι περισσότερο από τη σουρεαλιστική μεταφορά μιας περιπέτειας του υποσυνείδητου που προσεγγίζει το ζήτημα της ύπαρξης ή μη προσωπικής ηθικής, και πως βάση αυτής αποτιμώνται από εμάς τους ίδιους οι συνέπειες συμπεριφορών που έχουν θεσπιστεί κοινωνικά ως παραβατικές ή άνομες. 

2. Τι αποκομίσατε από τη μελέτη της τραγωδίας και πόσο επίκαιρη είναι σήμερα;

Μελετώντας κανείς την Ορέστεια μπορεί να ανακαλύψει πολιτικούς, κοινωνικούς και φιλοσοφικούς προβληματισμούς διαχρονικού χαρακτήρα, εκπληκτικά επίκαιρους. Σημαντική κρίνω από μέρους μου τη αίσθηση ύπαρξης κοινού πυρήνα ανάμεσα σε ανθρώπινες δομές που ανήκουν σε διαφορετικό χρονικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Έργα όπως η Ορέστεια, φαίνεται να καταργούν για λίγο το χώρο και το χρόνο, κρατώντας μόνο τον ανθρώπινο παράγοντα και ότι τον αφορά, θυμίζοντάς μας πως μόνο η τέχνη μπορεί να καταφέρει κάτι τέτοιο. 

3. Μέσα απ’ το έργο σας παρατηρούμε την μεταμόρφωση του εφιάλτη στη μορφή εντόμου. Ενώ έχει τη μορφή πεταλούδας που προϊδεάζει σε κάτι αθώο κι όμορφο ξεπετάγεται σαν ένα απροσδιόριστο αιμοβόρο τέρας. Εν μέρει δημιουργείται ένας κύκλος. Αυτός ο κύκλος έχει θετικό πρόσημο στο ότι όλα θα οδηγηθούν σε μια έκβαση της δικαιοσύνης είτε αυτή έρθει πρακτικά είτε ηθικά ή θα βιώνουμε ξανά την επανάληψη βίαιων κι άδικων πράξεων; 

Σκοπός μου ήταν να φωτίσω αυτό το ερώτημα, που με συνοδεύει και την ίδια από τη στιγμή που ξεκίνησα να δουλεύω πάνω στην Ορέστεια, αφήνοντας την απάντηση να τη δώσει ο καθένας όπως κρίνει καταλληλότερο. Τα ζητήματα ηθικής και δικαίου είναι εξάλλου σύνθετα και θα χρειαζόμασταν πολλές παραπάνω αφορμές για να προβληματιστούμε σχετικά, πόσο μάλλον για να τα απαντήσουμε. Ωστόσο, με μια δόση ρομαντισμού, θα ήθελα να επενδύσω στη διαδικασία της κάθαρσης. Μια πορεία από το σκοτάδι προς το φως, προωθούμενη περισσότερο από την αίσθηση ηθικού αυτοπεριοριορισμού, πάρα από την επιβολή βίαιου σωφρονισμού, που στη σύγχρονη μορφή του μάλλον τροφοδοτεί εντονότερα το κύκλο της βίας.






Η Αυγή Κανάκη γεννήθηκε το 1985, και σπούδασε φιλοσοφία της επιστήμης. Αρκετό καιρό μετά, αποφάσισε ότι προτιμάει να κάνει αυτό που πάντα ονειρευόταν: comics. Κάπως έτσι συμμετείχε ως inker στο WOMANTHOLOGY: HEROIC της IDW και ξεκίνησε την περιπέτειά της στον χώρο. Από τότε, λαμβάνει μέρος σε εκθέσεις όσο συχνά μπορεί και εργάζεται ως εικονογράφος και δημιουργός comics, σε συνεργασία με εκδοτικές, μουσικές και διαφημιστικές εταιρίες, από την Ελλάδα, την Ευρώπη και την Αμερική. Το 2017, σχεδίασε το πρώτο της graphic novel, το ΓΡΙΜΟΡΙΟ ΤΗΣ ΓΚΡΕΤΑ, ΒΙΒΛΙΟ 1: ΜΥΗΣΗ, το οποίο εκδόθηκε από την Jemma Press.



1. Με ποια ιδέα της Ορέστειας εμπνευστήκατε για τη δημιουργία της ιστορία σας; Τι αποκομίσατε από τη μελέτη της τραγωδίας και πόσο επίκαιρη είναι σήμερα;

Ποια ιδέα της Ορέστειας ενέπνευσε την δική μου ιστορία; Δικαιοσύνη, σωστά; Νομίζω περί αυτής της ιδέας πρόκειται. Διαβάζοντας την Ορέστεια ξανά τώρα για την έκθεση, είδα πράγματα που δεν έβλεπα μικρότερο. Η δικαιοσύνη είναι η εφαρμογή κάποιων διυποκειμενικα και μέσα από κάποιες διαδικασίες συμφωνημένων νόμων. Αλλά πάντα εφαρμόζεται υπό όρους οι οποίοι δεν έχουν αναγκαστικά να κάνουν με τους όποιους νόμους. Οι νόμοι δεν ισχύουν το ίδιο για όλους στην Ορέστεια. Και δεν ισχύουν το ίδιο για όλους και σήμερα. Από αυτή την άποψη είναι εξαιρετικά επίκαιρη σήμερα, μάλλον περισσότερο από ποτέ. Και μάλλον ήδη απέτυχα στο να απαντήσω ξεχωριστά τις πρώτες δυο ερωτήσεις.

2. Στο έργο σας οι Ερινύες ξεπετάγονται από τη θάλασσα με γυναικείες μορφές. Με έναν εύστοχο τρόπο συνδυάζεται την οικολογική καταστροφή με τις αμέτρητες άγριες επιθέσεις και δολοφονίες γυναικών κι ομοφυλόφιλων. Πιστεύετε πως η δικαιοσύνη θα μπορούσε να επικρατήσει μόνο μέσα από ριζικές δράσεις συνειδητοποιημένων γυναικών;

Τείνω να είμαι από αυτούς που νιώθουν ότι οι αλλαγές χρειάζονται μακρόχρονη προετοιμασία και όλων των ειδών τις δράσεις, των ριζικών συμπεριλαμβανομένων, πριν εδραιωθούν με νόμους η μπουν στο κοινωνικό συμβόλαιο. Όπως και να έχει όμως, όχι, δεν πιστεύω ότι η δικαιοσύνη θα μπορούσε να επικρατήσει μόνο στα χέρια γυναικών. Αν θέλουμε δικαιοσύνη, σε αυτό το κομμάτι της ιστορίας μας, απαιτείται βαθύς συλλογισμός από όλους σχετικά με τον ρόλο μας ως άτομα. Αυτόν που νιώθουμε ότι έχουμε αναλάβει επειδή έτσι έλεγε το σενάριο, σε αντιδιαστολή με αυτόν που επιθυμούμε. Στην προσωπική μας ζωή, στην κοινωνία μας και στον κόσμο ως φυσικό τόπο μέσα στον οποίο υπάρχουμε. Και μετά από αυτό, την αντιπαραβολή με την φυσική πραγματικότητα ενός πλανήτη και μιας ανθρωπότητας που είναι και οι δυο γεμάτοι ποικιλία και μυστήριο, και τους οποίους στην προσπάθεια μας να ελέγξουμε και να εκμεταλλευτούμε, τους καταστρέφουμε, αφού πρώτα τους έχουμε κατηγοριοποιήσει ως Άλλους στην συνείδηση μας. Χρειάζεται την κατανόηση των συνεπειών των πράξεων μας και την ανάληψη της ευθύνης για το τι μας συμβαίνει ως άνθρωποι, πολίτες, είδος. Είναι μεγάλο το θέμα και είναι πολύ γενική η απάντηση μου αλλά δεν θέλω να κουράσω περαιτέρω. Σε μια προσπάθεια να είμαι λιγότερο ασαφής, τονίζω το «ως άτομα». Γυναίκες, άντρες και όλοι όσοι βρισκόμαστε στο ενδιάμεσο, είμαστε χρήσιμες και αναντικατάστατες φωνές αν είναι να γίνει αυτή η δύσκολη κι επίπονη διεργασία. Δεν αρκεί μόνο αυτή βέβαια, αλλά νομίζω ότι είναι απαραίτητη προϋπόθεση.







Ο Γιώργος Μικάλεφ γεννήθηκε στην Κέρκυρα Δεκέμβρη του 1985. Οι ρίζες του κρατάνε από το Γκόζο της Μάλτας. Μεγάλωσε στη Γαρίτσα, δίπλα στο κλειστό εργοστάσιο «Καννάβεως, Λίνου και Ιούτης». Το 2003 μετακόμισε στην Πάτρα για σπουδές. Το 2004 παράτησε  τις σπουδές και τα δημοσιοϋπαλληλικά όνειρα της γενιάς του μετά από ένα άσχημο ατύχημα κι επέστρεψε στο “νησί του Πάσχα”. Ολικός αρνητής ενηλικίωσης, καθόταν στο δωμάτιο του και μουτζούρωνε σκηνές απ' την αυριανή ευτυχία του κόσμου. Ήρθε η ανάγκη για οπτικοακουστική έκφραση και με μια φτηνή βιντεοκάμερα στο χέρι «έκαιγε» φιλμ για δυο χρόνια. Αργότερα γεννήθηκαν λέξεις και οι underground εκδόσεις «Το Κόλο» αποκλειστικά σε ψηφιακό χαρτί. Από το 2010 άρχισε να ζωγραφίζει εντατικά και σύντομα ήρθα σε επαφή με την Εικαστική Κερκυραϊκή Ένωση η οποία τον αγκάλιασε. Απ’ τους ζωγράφους του νησιού δεν θα μπορούσε να μην αναφέρει τον Σπύρο Φρόνιμο που μας άφησε νωρίς και τον καλό του φίλο Ps Mavro που τον στήριξε και τον βοήθησε απ’ την αρχή. Αυτά τα χρόνια εργάστηκε λίγο ή πολύ ως τεχνικός τηλεοράσεων, ξενοδοχοϋπάλληλος, καφετζής, delivery και βοηθός τοπογράφου μέχρι τα 28 του χρόνια που η επιβαρυμένη υγεία του καθώς και η γυναίκα του, τον ώθησαν να τα παρατήσει και να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη ζωγραφική. Το Καλοκαίρι του 2014 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και από τότε ζωγραφίζει ακατάπαυστα. Ως τώρα έχει λάβει μέρος σε αρκετές ομαδικές εκθέσεις και έχει πραγματοποιήσει 6 ατομικές σε Κέρκυρα, Σπέτσες, Αθήνα και Πάτρα. Το Γενάρη του 2017 ξεκίνησε συνεργασία με τον Κώστα Εφήμερο και το The Press Project με αφορμή το “ημερολόγιο της Μυρτώς”. Kατά κάποιο τρόπο, έγινε σκιτσογράφος χωρίς να το καταλάβει. Απ’ το Γενάρη του 2018 συνεργάζεται με το μηνιαίο περιοδικό Πεζοδρόμιο Free Press με έδρα την Καρδίτσα, με δισέλιδη εικονογράφηση. Το 2018 κυκλοφόρησε και το πρώτο underground κόμικ του απ’ τις Εκδόσεις του Κάμπου με τίτλο “Ευγονική για Αρχάριους”.


1. Με ποια ιδέα της Ορέστειας εμπνευστήκατε για τη δημιουργία της ιστορία σας; 

Η γενικότερη ιδέα της κληρονομικής αράς που διαπνέει τους μυθολογικούς κύκλους απ’ όπου αντλεί η αρχαία τραγωδία το υλικό της, ήταν πάντα κάτι που μου κινούσε το ενδιαφέρον και «κούμπωσε» με την αληθινή ιστορία που διάλεξα να φέρω στο φως, καθώς πράγματι η «γενάρχης» εκστόμισε μια κατάρα κατά του απογόνου της λίγο πριν πεθάνει. Ειδικότερα όμως η έννοια της ενοχής που στην Ορέστεια αναπτύσσεται στο γιο εξαιτίας της μητέρας του και όσων αυτή τον ώθησε να κάνει ήταν αυτό που αναδύθηκε ως κυρίαρχη ιδέα και στη δική μου ιστορία όπου ο ήρωας εμφορείται από ενοχικά συμπλέγματα εξαιτίας των πράξεων της μητέρας του και καταδιώκεται από τις τύψεις - Ερινύες, όπως και ο Ορέστης. Ακόμα, η αντιφατική συνύπαρξη της αθωότητας και της ενοχής στον ίδιο άνθρωπο, όπως ο νεαρός που θέλει να απαλλάξει από τα δεινά τον ήρωα μου, σκοτώνοντας τον - «όσια πανουργών» παραφράζοντας τον στίχο της Αντιγόνης- και βρίσκεται αντιμέτωπος με τις δικές του Ερινύες. Η ιδέα, τέλος, της επερχόμενης θεϊκής δικαιοσύνης – η οποία ενσαρκώνεται με τρόπο άτεγκτο αλλά και με κάποια τρυφερότητα προς τον βασανιζόμενο γιο, με συγκίνησε βαθιά. Στη δική μου ιστορία ο θάνατος θα ήταν βέβαια μια σκληρή κατάληξη για τον ήρωα αλλά είναι παράλληλα και η μόνη λύτρωση, κι είναι κι αυτό μια ιδιόμορφη δικαιοσύνη, πέρα από τα ανθρώπινα. 

2. Τι αποκομίσατε από τη μελέτη της τραγωδίας και πόσο επίκαιρη είναι σήμερα; 

Η τριλογία υπενθυμίζει διαρκώς τη θνητότητα, τον περιορισμό του ανθρώπινου όντος κι αυτό είναι ένα δίδαγμα για τον σύγχρονο άνθρωπο που είτε θεωρεί τον εαυτό του αιώνιο και υπερδύναμο είτε αναλώνεται σε ένα κυνήγι επιβίωσης ή υλικών απολαύσεων ξεχνώντας να ζει. Παράλληλα όμως γοητεύει το γεγονός ότι ο Ορέστης που, ως τραγικός ήρωας, είναι τόσο ένοχος όσο και αθώος μαζί, στην πράξη δεν εκλέγει πώς θα ενεργήσει, η ίδια του η ύπαρξη –που είναι η μια μείξη του εγγενή χαρακτήρα του και των αξιών μέσα στις οποίες ανδρώθηκε- του υπαγορεύει τι θα κάνει : και το έγκλημα και την επιζήτηση της τιμωρίας του. Γι’ αυτόν και τα δύο είναι αναπόδραστα. Είναι ένα ζήτημα λοιπόν στη σύγχρονη κοινωνία των διαπρύσιων ηθικολόγων που ωστόσο συχνά αποδεικνύονται αήθεις, αυτή η ισχυρή πίστη στην ουσιαστική δικαιοσύνη που δεν υποδουλώνεται σε συμφέροντα και ωφελιμισμό. 

3. Στην απελπισία του ήρωα με την επικαιρότητα των ημερών του/μας παρατηρούμε και το ενοχικό σύμπλεγμα που κουβαλάει από τη μητέρα του. Μέσα από το έργο σας, παρουσιάζεται ένας επικίνδυνος δεσμός μάνας-γιου που δύσκολα σπάει στη χώρα μας. Κατά τη γνώμη σας πόσο και πως επηρεάζει ο ευνουχισμός που υφίσταντο τα παιδιά από τους γονείς τους με την κοινωνική και ηθική παρακμή των ημερών μας; 

Η Ελληνίδα μάνα στην παρούσα ιστορία αποδεικνύεται χειρότερη και από τον καρκίνο που τρώει τον πρωταγωνιστή καθώς η αρρώστια κράτησε μονάχα δυο χρόνια ενώ η τυραννική επιβολή της μητέρας πάνω στον γιο κράτησε σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Αυτός ο ιδιότυπος -αλλά συνήθης στις σχέσεις των ανθρώπων- δεσμός όντως τον ευνούχισε, δεν μπόρεσε να προστατεύσει τον εαυτό του από την τυραννία της ούτε όταν ακόμα αυτή φεύγει από τη ζωή: δεν ελευθερώνεται, αντίθετα σκλαβώνεται με ακόμα πιο μαρτυρικό τρόπο. Κι ενώ ο ίδιος μάλιστα όλη του τη ζωή –αυτό, μόνο υπονοείται στο σκίτσο- αγωνίστηκε για την ελευθερία του συνόλου, αυτό ήταν και το παράδειγμα του πατέρα του, δεν πέτυχε την προσωπική ελευθερία. Αυτή η μαρτυρική ανελευθερία εντός των οικογενειακών τειχών δεν μπορεί παρά να έχει αντίκτυπο και στη σκέψη και στη δράση του ατόμου και εκτός αυτών. Οι δούλοι αυτού του τύπου, επειδή ακριβώς νοσούν στην ψυχή, συχνά σκέφτονται χαιρέκακα, εκδικητικά, πράττουν σπασμωδικά, συμφεροντολογικά, σιωπούν με εγκληματική αδιαφορία ή ανοχή και διαιωνίζουν την ιδέα της σκλαβιάς δηλητηριάζοντας με αυτή κάθε υγιή θεσμό που πάει να γεννηθεί. Ο ήρωάς μου ωστόσο διαφέρει ως προς αυτό, ήταν ένας ξεχωριστός άνθρωπος που παρά την δουλεία του, διαπότισε την κοινωνική δράση του με ειλικρίνεια και άγιες προθέσεις.



Συμμετέχουν οι καλλιτέχνες: Ρενέ Αγγελίδου (Fokshee), Δήμητρα Αδαμοπούλου, Δημήτρης Αναστασίου, Θωμάς Βαλιανάτος, BLEΣΣΕD, Γιάννης Γαλαίος, Γεωργία Ζάχαρη, Αυγή Κανάκη, Βάλια Καπάδαη, Θανάσης Καραμπάλιος, Θωμάς Κεφαλάς, Kristanz, Δέσποινα Μανώλαρου, Γιώργος Μικάλεφ, Mekl, Μάριος Μπόρας, No Budget Epics, Αλκυόνη Παπακωνσταντοπούλου (Poisoner), Μιχάλης Σιγάλας, Στέλλα Στεργίου, Νίκος Τσουκνίδας - Μαρία Καραζάνου, Ρομπέρτα Γιαϊτζόγλου Watkinson.

Επιμέλεια: Καλλιόπη Λιαδή, Εικαστικός, Καλλιτεχνική Σύμβουλος του Προγράμματος.

Εγκαίνια: Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου στις 20:00.

Ώρες λειτουργίας: καθημερινά και Σαββατοκύριακα 18:00-22:00.

Είσοδος Ελεύθερη

Η έκθεση αποτελεί μέρος των δράσεων του ερευνητικού και καλλιτεχνικού προγράμματος Μεγάλες Αφηγήσεις_ Η Επιστροφή το οποίο διερευνά τη συνάντηση της Αρχαίας Ελληνικής Τραγωδίας με τις Πολιτικές Επιστήμες.

Περισσότερες πληροφορίες στην ιστοσελίδα www.ancientdrama.gr

Κυριακή, 11 Αυγούστου 2019

Ο Έκπτωτος


Να λοιπόν που τα τελευταία καλοκαίρια έχουν αποκτήσει ισπανικό αέρα καθώς έχουμε συνηθίσει το πέρασμα αξιόλογων παραγωγών της ιβηρικής χερσονήσου από τους θερινούς μας κινηματογράφους. Μετά το "Μικρό Νησί", το "Κανείς δεν Μπορεί να μας Σώσει" και την "Οργή ενός Υπομονετικού Ανθρώπου" ήρθε κι η σειρά ενός ισπανικού πολιτικού θρίλερ να μας καθηλώσει στις όχι και τόσο βολικές καρέκλες των θερινών. 
Ο "Έκπτωτος" είναι ένα θρίλερ που έχει όλα όσα ζητάει ένας απαιτητικός θεατής αυτού του κινηματογραφικού είδους. Γρήγοροι ρυθμοί που δε σ' αφήνουν λεπτό να πάρεις ανάσα, καλοδουλεμένες προσωπικότητες με τα τρωτά τους σημεία και υποβλητικά πλάνα που δένουν με αγχωτική μουσική.
Η ιστορία ξεκινάει με μια συνάντηση μεγαλοστελεχών ενός κόμματος όπου συζητούν με πανηγυρική διάθεση για μια παράνομη δραστηριότητα. Στη συνάντηση αυτή βρίσκεται κι ο περιφερειακός γραμματέας, ο οποίος έχει βλέψεις για την ηγεσία της παράταξης. Το σχέδιο φαίνεται καλοδουλεμένο και τα κέρδη αρκετά. Όλα όμως αρχίζουν να γκρεμίζονται σαν χάρτινος πύργος όταν συλλαμβάνουν έναν από τα μέλη της κομπίνας, ο οποίος αμέσως μαρτυράει το σχέδιο στις αρχές. Από κείνη τη στιγμή αρχίζει ένα κυνηγητό ενάντια στον περιφερειακό γραμματέα, ο οποίος απ' την μεριά του βλέπει πως όλοι μέσα από το κόμμα έχουν αρχίσει να του γυρνούν πλάτη. 
Αντιμέτωπος με τον χρόνο που κυλάει εις βάρος του κι έχοντας απέναντί του όλους τους μέχρι πρότινος συνεργάτες του, ο περιφερειακός γραμματέας αναζητάει τρόπους διαφυγής. Συνειδητοποιεί πως είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος της παράταξής του που θα υποστεί όλα τα βάρη του αμαρτωλού παρελθόντος. Μια τακτική που επιφέρει ανακούφιση στα υπόλοιπα πολιτικά πρόσωπα αλλά είναι δυσβάσταχτη για τον ίδιο. 
Η δράση του έκπτωτου πολιτικού προσώπου από την οργάνωση της κομπίνας ως την πτώση του, θα περάσει από διάφορα στάδια. Πρώτα έχουμε την υπεροψία ότι η διαλεύκανση ενός σκανδάλου δεν θα τον αγγίξει. Ακολουθεί το μούδιασμα όταν συνειδητοποιεί πως στην παράταξή του έχει μετατραπεί σε μαύρο πρόβατο που δεν είναι αποδεκτό πια. Αρχίζει η αναζήτηση σωτηρίας. Πρώτα ρίχνει την αξιοπρέπειά του ζητώντας βοήθεια από ανθρώπους που κάποτε τον στήριζαν αλλά κι από πρόσωπα που είχαν μια άκρως ανταγωνιστική σχέση εντός του κόμματος. Βλέποντας πως κανείς δε βάζει το χέρι του στη φωτιά γι' αυτόν αρχίζει την αντεπίθεση. Αναζητεί στοιχεία σκανδάλων άλλων πολιτικών προσώπων και προσπαθεί να παγιδεύσει με παράνομες ηχογραφήσεις ανθρώπους που μέχρι τότε είχαν σταθεί στο πλευρό του. Ένας εσωκομματικός ακήρυχτος πόλεμος θα ξεκινήσει που θα οδηγήσει σε μαφιόζικες (και κάπως υπερβολικές) πράξεις. 
Ο έκπτωτος πολιτικός ξεγλιστράει από τις παγίδες που του στήνονται κι όπως όλα δείχνουν, φαίνεται πως αγγίζει απαλά τη σωτηρία του. Όμως εκεί έρχεται αντιμέτωπος με τον ίδιο του τον εαυτό, καθώς το ανύπαρκτο ήθος του ξεπετάγεται μετά από ένα εξευτελιστικό πολιτικό ξεγύμνωμα. Ένα ξεγύμνωμα που συμβαίνει μέσα από έναν εκπληκτικό τηλεοπτικό διάλογο που όχι μόνο σε μαγνητίζει αλλά σε εξοργίζει. Ένα εκπληκτικό πλάνο κι ένας καταιγισμός σκέψεων που καλό θα 'ταν να παιχτεί σε γιγαντοοθόνες έξω από το ελληνικό κοινοβούλιο. 
Η συγκεκριμένη ταινία με ενθουσίασε για αρκετούς λόγους. Πρώτα απ' όλα ήταν οι εξαιρετικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών και συγκεκριμένα του Αντόνιο ντε λα Τόρε που πλέον έχει γίνει γνωστή φυσιογνωμία στο ελληνικό κινηματογραφόφιλο κοινό. Επίσης τα γυρίσματα είναι καλοδουλεμένα αν και σε πολλά σημεία σου δίνουν την αίσθηση τηλεοπτικής παραγωγής. Οι διάλογοι δεν ανήκουν στο δυνατό σημείο της ταινίας αν κι εκεί που χρειάζονται να ειπωθούν κάποια λόγια, παίρνουν άριστα με τόνο. 
Επίσης η ταινία μου άρεσε πολύ διότι θυμίζει αρκετά το σκάνδαλο που έριξε την κυβέρνηση του Μαριάνο Ραχόι (του πολιτικού φίλου και περίεργου ομοϊδεάτη του Αντώνη Σαμαρά και της Νέας Δημοκρατίας του πολιτικού διαστήματος 2012-15). Παρ' όλα αυτά ο δημιουργός δε δίνει πολιτικό χρώμα στα πρόσωπα καθώς θέλει να δείξει πως η ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή έχει σαπίσει δεκαετίες τώρα δίνοντας ηττημένη τη σκυτάλη της εξουσίας στους ακροδεξιούς. Εν μέρει η ταινία δείχνει το τέλος των ιδεολογιών καθώς αυτές θυσιάστηκαν στο βωμό τους κέρδους, του ατομικισμού και των σκανδάλων. Αφαιρώντας λοιπόν το κέλυφος του ανύπαρκτου ιδεολογισμού αποκαλύπτεται ο αθέατος βρώμικος πόλεμος των πολιτικών προσώπων.
Ο "Έκπτωτος" είναι ένα διαχρονικό πολιτικό θρίλερ και θα παραμείνει όσο επιλέγουμε απατεώνες να διοικούν τους τόπους και τα κράτη μας. Δεν είναι τυχαίο πως μετά από τα πρώτα λεπτά της ταινίας είχα την αίσθηση πως παρακολουθούσα μια ελληνική υπόθεση. Εξάλλου η Ελλάδα δεν έχει να ζηλέψει την Ισπανία σε υποθέσεις σκανδάλων. Επίσης δεν είναι λίγα τα πρόσωπα που θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τον εξαιρετικό πρωταγωνιστή της ταινία. Οι μπίζνες με την Ελβετία θα μπορούσαν να συσχετιστούν με το "ότι είναι νόμιμο είναι και ηθικό" ενώ οι κραυγές του πρωταγωνιστή στην τηλεοπτική συνέντευξη μπορούν να αντικατασταθούν με τις γνωστές ακροδεξιές τσιρίδες προσώπων που εμπλέκονται σε σκάνδαλα τα οποία πλέον θα μπουν στο συρτάρι και θα εξαφανιστούν πατώντας πάνω στη κοντή μνήμη των Ελλήνων. Το μόνο που λείπει από την πραγματικότητα είναι η εκρηκτική αντίδραση της δημοσιογράφου. Στα μισά της συνέντευξης γίνεται φανερό ο ρόλος των τηλεοπτικών παπαγάλων καθώς η στάση της δημοσιογράφου υπαγορεύεται από το ακουστικό (ακούγονται ψίθυροι όσο τα δυο πρόσωπα μιλάνε μπροστά στον τηλεοπτικό φακό) αλλά όταν η δημοσιογράφος αφαιρεί ενοχλημένη το ακουστικό, ξεχύνεται από το στόμα της ένας χείμαρρος οργής και ήθους που φέρνει τον κάθε απατεώνα αντιμέτωπο με το βρώμικο παρελθόν του. Δυστυχώς όμως αυτά μπορούμε να τα "απολαύσουμε" μόνο σε μεγάλες οθόνες καθώς δε πρόκειται ποτέ να τα δούμε στους τηλεοπτικούς μας δέκτες. Εξάλλου οι εγχώριοι τηλεοπτικοί παπαγάλοι προσφέρουν υπηρεσίες με απώτερο σκοπό μια βουλευτική έδρα κάτι που διαπιστώσαμε στις πρόσφατες εκλογές. Περαστικά μας λοιπόν.
Όσο για την ταινία, για μένα είναι η έκπληξη του φετινού καλοκαιριού.

Βαθμολογία: 8/10

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2019

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Η Γνωριμία της Σάρκας (1971)


Η "Γνωριμία της Σάρκας" είναι ένα αριστούργημα που ωριμάζει ανάλογα με την ηλικία που βλέπει κανείς τη συγκεκριμένη ταινία. Την πρώτη φορά που την παρακολούθησα, μου φάνηκε ως μια ενδιαφέρουσα ερωτική ιστορία. Την δεύτερη φορά ενθουσιάστηκα για την ειλικρίνειά της στους σεξουαλικούς προβληματισμούς των ανδρών και για τις εκπληκτικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Την τρίτη φορά που την απόλαυσα σε ένα από τα θερινά σινεμά της Αθήνας, σε αυτές τις όμορφες στιγμές που μπορεί να σου προσφέρει αυτή η πόλη, παραδέχτηκα πως η συγκεκριμένη ταινία είναι η υπέρτατη ερωτική βίβλος αλλά κι ο καλύτερος ψυχαναλυτής των συναισθηματικών αδιεξόδων που εγκλωβίζονται πολλά ζευγάρια σήμερα, κάνοντας τη "Γνωριμία της Σάρκας" να ξεπερνάει τα κινηματογραφικά όρια και να γίνεται ένα ιδιαίτερο μάθημα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης κι ανθρωπίνων σχέσεων. 
Η ταινία σε κερδίζει από την πρώτη στιγμή καθώς στους τίτλους αρχής με τα κόκκινα γράμματα των συντελεστών να εναλλάσονται σε μαύρο φόντο υπό τις μελωδίες του μαγευτικού Moonlight Serenade, ακούμε τον απολαυστικό διάλογο δυο εφήβων να μιλούν για τον έρωτα και την ονειρική σύντροφο που επιθυμούσε ο καθένας. Ο πιο ντροπαλός θέλει μια γυναίκα με κατανόηση, ένα κορίτσι με το οποίο «να ξεκινούν μαζί τις ίδιες προτάσεις» ενώ ο άλλος που είναι πιο κυνικός προτιμάει τα μεγάλα βυζιά. Ο ένας θέλει να κάνει για πρώτη φορά σεξ με μια επίσης παρθένα ενώ ο άλλος θα επιθυμούσε μια πιο έμπειρη γυναίκα, αρκεί να μην είναι τέρας. Οι προσδοκίες, τα πειράγματα, οι κρυφές επιθυμίες κι η άγνοια στα θέλω του άλλου φύλου δημιουργούν ένα κλίμα οικειότητας μεταξύ πρωταγωνιστών και θεατή. Συζητήσεις που όλοι μας έχουμε κάνει και στιγμές που έχουμε γελάσει αμήχανα. Σκέψεις που καταλήγουν με έναν αναστεναγμό και μια σιωπηλή ευχή να πραγματοποιηθούν κάποιες από τις προσδοκίες που έχουμε καλλιεργήσει εντός μας.
Πρώτο πλάνο κι αμέσως συναντάμε τα δυο πρόσωπα που συζητούσαν για τον ιδανικό έρωτα. Βαριεστημένοι σε ένα φοιτητικό πάρτι, παρατηρούν μια πανέμορφη κοπέλα που περιφέρεται μόνη της στο χώρο. Την προσπάθεια γνωριμίας την κάνει ο πιο ντροπαλός κι ανασφαλής που τον υποδύεται ο εξαιρετικός Αρτ Γκαρφάνκελ. Παρά τις ανεπιτυχείς του προσεγγίσεις και το άτσαλο φλερτ, θα καταφέρει τελικά να ξεκινήσει μια σχέση μαζί της. Η θετική εξέλιξη του ντροπαλού της παρέας θα τσιγκλίσει τον άλλον που τον υποδύεται ένας εκπληκτικός Τζακ Νίκολσον, ο οποίος με ύπουλες κινήσεις θα διεκδικήσει την σύντροφο του κολλητού του. Στη πρώτη τους κρυφή συνάντηση γινόμαστε μάρτυρες ενός άκρως απολαυστικού διαλόγου όπου ο Τζακ Νίκολσον αναλύει ένα σημαντικό λάθος που συμβαίνει σε συναντήσεις ανδρών με γυναικών, καθώς σε δύσκολες κι άβολες καταστάσεις οι άνθρωποι άλλα λένε κι άλλα εννοούν. Να προσθέσω πως είχε προηγηθεί ένας ακόμη απολαυστικός διάλογος μεταξύ του Αρτ Γκαρφάνκελ και της κοπέλας, όπου εκείνη με μια έξυπνη επιχειρηματολογία του αποδεικνύει πως όλοι οι άνθρωποι υποκρίνονται ανάλογα με τις καταστάσεις που βρίσκονται και με τους ανθρώπους που συναναστρέφονται. Εξαιρετικές κι οι δυο αυτές στιγμές στα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας. 


Το ερωτικό τρίγωνο που δημιουργείται φέρνει υπόγειες προστριβές και διαλόγους με υποσυνείδητα νοήματα που οδηγούν στη φθορά των σχέσεων καθώς κυριαρχεί η ζήλια κι ο φθόνος. Σ' αυτή τη κατάσταση παρακολουθούμε δυο διαφορετικές καταστάσεις. Από τη μια έχουμε τον ρομαντικό άνδρα που θέλει να χτίσει μια σχέση με μέλλον κι από την άλλη τον άνδρα-αρπακτικό που απλώς διεκδικεί αυτό που δεν δικαιούται να χει. Μια ξεκάθαρα εγωιστική στάση γεμάτη κενότητα κι ανασφάλεια. "Γιατί δεν μου μιλάς όπως μιλάς σ' εκείνον" ή "γιατί δεν μένεις μαζί μου αφού κι εγώ σ' αγαπώ". Φράσεις που κραυγάζουν απελπισία. Δύο σχέσεις που οδηγούνται απ' την αρχή στη καταστροφή. 
Το πρώτο κεφάλαιο κλείνει με την λήξη αυτού του άβολου ερωτικού τριγώνου με το δεύτερο κεφάλαιο να ανοίγει με τη συνάντηση των δυο φίλων σε ένα πάρκο, αρκετά χρόνια μετά όπου συζητάνε τα ίδια θέματα με μια τελείως διαφορετική ματιά πια. Ο Τζακ Νίκολσον επιμένει στη μποέμικη ζωή, έχοντας σκοπό να πάει με όσο το δυνατόν περισσότερες γυναίκες ενώ ο Αρτ Γκαρφάνκελ έχει διατηρήσει την ίδια (και μοναδική) σχέση από το κολέγιο μ' αποτέλεσμα να χει εγκλωβιστεί σε μια βαρετή και στάσιμη καθημερινότητα. Ο Τζακ Νίκολσον προθυμοποιείται να τον βοηθήσει χωρίς να γίνονται ξεκάθαρα τα κίνητρά του, στον αν το κάνει αυτό επειδή νοιάζεται για το φίλο του ή επειδή εξακολουθεί να ζηλεύει για τη σχέση που διατήρησε εκείνος με τη συγκεκριμένη κοπέλα. 
Από κείνο το σημείο και μετά, οι δύο φίλοι μπαίνουν σε μια νέα ερωτική φάση της ζωής τους. Ο Τζακ Νίκολσον γνωρίζει μια πανέμορφη γυναίκα με την οποία συζούν ενώ ο Αρτ Γκαρφάνκελ βγαίνει με μια άκρως απαιτητική και ψυχρή γυναίκα. Τα δυο ζευγάρια εγκλωβίζονται ξανά σε δύσκολες καταστάσεις. Ο Τζακ Νίκολσον αρχίζει να πνίγεται στη σχέση αυτή, κάτι που τον οδηγεί σε απανωτές εκρήξεις θυμού. Σ' αυτές τις σκηνές, ο Τζακ Νίκολσον ξετυλίγει το μοναδικό του ταλέντο δίνοντας ένα εκπληκτικό ρεσιτάλ υποδυόμενος τον τριαντάρη που δε ξέρει που πατά και που πηγαίνει. Είναι φανερό πως δεν αντέχει πια τη συμβίωση με τη σύντροφό του αλλά δεν έχει και τα κότσια να τη διώξει καθώς αποδεικνύεται σαν χαρακτήρας αρκετά αδύναμος παρ' όλο που προσπαθεί να δείχνει μια άλλη εικόνα. Και τα τέσσερα πρόσωπα βρίσκονται σε μια δεινή και σχεδόν αυτοκαταστροφική θέση. Η σκέψη ανταλλαγής συντρόφων θα αποτύχει παταγωδώς κι ένα δυσάρεστο γεγονός θα οδηγήσει τον Τζακ Νίκολσον σε μια βεβιασμένη απόφαση που θα του στοιχίσει. 
Το τρίτο κεφάλαιο της ιστορίας συνοδεύεται με έναν ευφάνταστο τίτλο καθώς οι δύο φίλοι, στην ηλικία των σαράντα πια, μαζεύονται στο σπίτι του Τζακ Νίκολσον όπου εκείνος παρουσιάζει σε σλάιντς όλες τις γυναίκες που πέρασαν από τη ζωή του. Κυνικός, συναισθηματικά νεκρός, εγωιστής και σε κάποιες στιγμές μισογύνης απέναντι στα πρόσωπα που παρουσιάζει. Όμως μέσα στις κοπέλες εμφανίζεται το μήλον της έριδος των φοιτητικών χρόνων. Όσο αστραπιαία κι αν προσπαθεί να την προσπεράσει ο Τζακ Νίκολσον, δε καταφέρνει να περαστεί απαρατήρητη από τον φίλο του, προσφέροντας μια από τις πιο λυρικές στιγμές του αμερικανικού κινηματογράφου. 
Η ταινία βαίνει προς το τέλος της δίνοντας ένα ξεκάθαρο μήνυμα. Στη μάχη των δυο φύλων κανείς δε βγαίνει νικητής. 


Όταν η "Γνωριμία της Σάρκας" είχε βγει στους κινηματογράφους, είχε προκαλέσει αρκετές αντιδράσεις σε μια κοινωνία συντηρητική που προσπαθούσε να αντεπεξέλθει σε μια εποχή σαρωτικών αλλαγών και με τον Πόλεμο του Βιετνάμ να οδηγεί μια υπερδύναμη σε ένα ανεπανόρθωτο πλήγμα. Μάλιστα η ταινία αυτή έφτασε μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο με μια ιστορική απόφαση έκρινε πως δεν είναι πορνογράφημα, ακυρώνοντας την αντίθετη κρίση των αρχών της πολιτείας της Τζόρτζια, που είχε συλλάβει έναν αιθουσάρχη επειδή τόλμησε να προβάλει την ταινία. 
Αυτό που εντυπωσιάζει στην ταινία είναι η διεισδυτικότητα της ματιάς του Μάικ Νίκολς και η ακρίβεια της ανάλυσης που πραγματοποιεί για το αδιέξοδο των διαπροσωπικών σχέσεων μέσα από την ιστορία των δυο φίλων και των σχέσεων τους με τις γυναίκες. Μια ματια που προσφέρει στη ταινία μια έντονη διαχρονικότητα η οποία γίνεται εμφανής ανάλογα με τα βιώματα του κάθε θεατή. 
Επίσης κάτι ακόμα που μου έκανε εντύπωση είναι οι θεατρικές καταβολές του έργου, οι οποίες φαίνονται στους διαλόγους αλλά και στο χωρισμό της ταινίας σε τρία κεφάλαια-πράξεις. Η στατικότητα των πλάνων δίνει τη δυνατότητα στο σκηνοθέτη να ζουμάρει στα πρόσωπα των ηρώων προσπαθώντας να ανιχνεύσει τις σκέψεις που δεν ξεστομίζουν, τις εσωτερικές αντιφάσεις τους και τα αδιέξοδα συναισθήματά τους. Για να πετύχει όμως αυτό, βοήθησαν αρκετά οι εξαιρετικές ερμηνείες τις οποίες ο δημιουργός κατάφερε να αποσπάσει από το ολιγομελές του καστ. Ο ρόλος του Τζόναθαν έδεσε τρομερά στον Τζακ Νίκολσον καθώς του ταίριαζε απόλυτα η περσόνα του άνδρα που δείχνει δυναμικός και πετυχημένος μόνο και μόνο για να κρύψει την πνιγερή του ανασφάλεια ενώ για τον πολυαγαπημένο τραγουδιστή Αρτ Γκαρφάνκελ έδενε γάντι ο ρόλος του εσωστρεφή και ντροπαλού Σάντι. Μπορώ όμως να ομολογήσω πως η Αν Μάργκρετ είναι η προσωπικότητα που γέμισε την οθόνη με την εκπληκτική της ερμηνεία (εξάλλου είναι η μόνη που προτάθηκε για όσκαρ), η οποία με άψογο τρόπο εξελίσσεται από σεξοβόμβα σε ανυπεράσπιστη γυναίκα που ζητάει απεγνωσμένα τον γάμο. 
Η «Γνωριμία της Σάρκας» με την μοναδική της ειλικρίνεια στα θέματα που θίγει, παρέμεινε αγέραστη στο χρόνο. Κι αυτό διότι η ανθρώπινη ανάγκη για επαφή βασανίζει όλα τα φύλα εδώ και δεκαετίες, σε μια ανελέητη μάχη ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα. Μια μάχη όπου όλοι βγαίνουν χαμένοι. 

Βαθμολογία: 9/10

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2019

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Μια γυναίκα παντρεμένη (1964)


Ένα χειμωνιάτικο βράδυ του '12 βρέθηκα στην Ίριδα για να παρακολουθήσω μια από τις όχι και τόσο γνωστές ταινίες του Γκοντάρ. Ο τίτλος δεν μου έλεγε κάτι κι η αλήθεια είναι πως ταλαντεύτηκα αρκετές φορές στη σκέψη του αν είχα τη διάθεση να πάω καθώς η ταινία θα προβαλλόταν με αγγλικούς υπότιτλους. Όμως κάτι με παρακινούσε να πάω στην προβολή κι αυτό δεν ήταν άλλο από το αξεπέραστα ερωτικό βλέμμα της ηθοποιού Μάτσα Μέριλ. Ένα βλέμμα που έκτοτε μου έμεινε αξέχαστο. Ένα βλέμμα μου με μάγεψε το ίδιο εφτά χρόνια μετά...
Η ιστορία βασίζεται σε ένα συνηθισμένο ερωτικό τρίγωνο. Μια παντρεμένη γυναίκα που ασφυκτιά στον γάμο της και πνίγεται στις βάσιμες καχυποψίες του συζύγου της, διατηρεί μια παράνομη σχέση με έναν ηθοποιό. Οι συναντήσεις τους πραγματοποιούνται σε μικρές ρομαντικές σοφίτες, σε κινηματογραφικές αίθουσες και σε δωμάτια ξενοδοχείων. Τα γυμνά τους σώματα μπαίνουν σε έναν γνώριμο ερωτικό χορό πάνω στα λευκά σεντόνια. Δεν είναι τυχαία η επικράτηση του λευκού, καθώς λειτουργεί ως μια απόδειξη μια την αγνότητα της σαρκικής γνωριμίας δυο προσώπων. Τα πόδια μπλέκονται μεταξύ τους, τα χέρια αναζητούν το τέλειο σύμπλεγμα και το δέρμα ανατριχιάζει σε φιλιά και χάδια. Ερωτικές στιγμές γεμάτες έντονο πάθος καθώς οι συναντήσεις αυτές είναι σύντομες και κουβαλούν την αμφιβολία της πιθανής τελευταίας φοράς που πραγματοποιούνται.
Η σύζυγος με τον εραστή της δρουν ως δυο μικρά παιδιά που κάνουν σκανταλιές. Η Σαρλότ κυκλοφορεί γυμνή στη στέγη κι ο Ρόμπερτ προσπαθεί να τη συμμορφώσει αλλά και να την προστατεύσει στις περιπετειώδεις αναχωρήσεις τους από τα κατά καιρούς κρησφύγετα τους. Οι βόλτες τους με το αυτοκίνητο στους παραποτάμιους δρόμους του Σηκουάνα προσπαθούν να προσδώσουν μια παροδική νομιμότητα στο ζευγάρι. Ο φόβος όμως μιας τυχόν παρακολούθησης από ντετέκτιβ που έχει βάλει ο νόμιμος σύζυγος, γίνεται βραχνάς στις ανέμελες βόλτες. Η Σαρλότ αλλάζει πολλά ταξί για να φτάσει στον προορισμό της και κάθε τόσο κοιτάζει επιφυλακτικά έξω από τα παράθυρα για να δει αν την ακολουθεί κανείς.
Από την άλλη, ο σύζυγός της ο Πιερ, είναι ένας άνθρωπος προσγειωμένος κι αυθεντικός. Παρ' όλο που έχει ένα παιδί από κάποιον προηγούμενο γάμο, επιθυμεί διακαώς να κάνει παιδί και με την Σαρλότ παρόλο που η σχέση τους έχει βαλτώσει. Μια κατάσταση την οποία γνωρίζουν κι οι δυο. Από την μια η Σαρλότ τον κοιτάζει μουδιασμένη προσπαθώντας να κρύψει την ενοχή που ξεχειλίζει από τα μάτια της ενώ ο Πιερ την παρατηρεί μελαγχολικά καθώς νιώθει πως η γυναίκα του εξακολουθεί να τον απατά. Η ερωτική επιθυμία έχει πλέον νεκρώσει. Σπαταλούν το χρόνο τους με ανούσια παιχνίδια προσπαθώντας να σώσουν κάτι που απ' ότι φαίνεται δεν έχει μέλλον. 


Η ερωτική κατάσταση των τριών αυτών προσώπων είναι χρόνια. Όπως παρατηρούμε από τους χαρακτήρες που μας αποκαλύπτονται μέσα απ'τους διαλόγους, έχουμε τρεις ανθρώπους ανασφαλείς που φοβούνται να πάρουν κάποια οριστική πρωτοβουλία. Η αφορμή όμως δίνεται όταν η Σαρλότ μαθαίνει πως είναι έγκυος. Ξέροντας πως δεν έχει την τύχη με το μέρος της διότι δεν την συμφέρει η λύση της αποβολής, έρχεται στη δύσκολη θέση να αποφασίσει με ποιον άνθρωπο θα μεγαλώσει το παιδί που θα ρθει. Εδω είναι σημαντικό να επικεντρωθούμε στον προβληματισμό της Σαρλότ να επιλέξει αυτόν που θέλει για να μεγαλώσουν μαζί το παιδί χωρίς να χει καμία απολύτως επιθυμία να μάθει ποιος είναι ο πραγματικός πατέρας.
Αμέσως συναντιέται κρυφά με τον εραστή της. Σε ένα από τα δωμάτια του αεροδρομίου Ορλύ θα πραγματοποιηθεί ένας απ' τους πιο ειλικρινείς κι αυθεντικούς διαλόγους που έχω παρακολουθήσει στον κινηματογράφο. Ερωτήσεις καίριες που κρύβουν την απώτερη ουσία τους και συμπεράσματα που μόνο ο αποδέκτης μπορεί να αποκωδικοποιήσει  και να ερμηνεύσει. Η ταινία ολοκληρώνεται με τον ίδιο τρόπο που ξεκίνησε. Μια σύνθεση δυο χεριών πάνω σε ένα λευκό σεντόνι με μια φράση που επαναλαμβάνεται δυο φορές, μια από τον Ρόμπερτ και μια από την Σαρλότ. Ίδιες λέξεις με διαφορετική χροιά δίνοντας δυο τελείως διαφορετικές ερμηνείες. Η απόφαση είχε πια παρθεί διακριτικά.
Η συγκεκριμένη ταινία θα μπορούσε να είναι μια ακόμη ιστορία ερωτικού τριγώνου. Όμως εδώ είναι που ο Γκοντάρ χρησιμοποιεί το μαγικό του ραβδί δίνοντας βαρύτητα και σε άλλες παραμέτρους που μας ταλανίζουν καθημερινά. Όπως για παράδειγμα τη σχέση του ανθρώπου με το χρόνο. Ο Πιερ συμβολίζει το παρελθόν. Δίνει έμφαση σ' αυτό πιστεύοντας πως ο άνθρωπος χωρίς μνήμη χάνει όχι μόνο ένα κομμάτι του εαυτού του αλλά και τη δυνατότητά του στο να διαχειριστεί όπως εκείνος επιθυμεί το μέλλον του. Μάλιστα με ένα  πολύ έξυπνο παράδειγμα δείχνει το πόσο εύκολα μπορεί να παραποιηθεί και να εξομαλυνθεί η ιστορία όταν κάποιες καίριες λεπτομέρειες ξεχνιούνται. Αντιθέτως η Σαρλότ δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία στο παρελθόν. Θεωρεί πως δεν της ανήκει καθώς πέρασε πια ανεπιστρεπτί. Προτιμάει να κυνηγάει το παρόν και το εφήμερο καθώς αυτό αντιστοιχεί με την προσωπικότητά της. Ζει το τώρα γιατί αυτό έχει σημασία για κείνη. Η Σαρλότ εκπροσωπεί επάξια την κοινωνία που αδιαφορεί, που ξεχνάει και μετατρέπεται σε μάζα. Την αθωότητα που χάνεται στον υλισμό και την αδιαφορία. Εξαιρετικός όμως είναι και στο πέρασμα του ο Ρότζερ Λίνχαρντ (ο οποίος ερμηνεύει τον ίδιο του τον εαυτό), ο οποίος δίνει μια ιδιαίτερη χροιά στους παραπάνω προβληματισμούς. Ειδικά στο θέμα μνήμης. Ο ίδιος θέτει ένα τρομερό προβληματισμό που του προκάλεσε η επίσκεψή του στη Γερμανία δυο μόλις δεκαετίες μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Με απελπισία δήλωσε πως αν σταματούσε έναν Γερμανό στο δρόμο και του έλεγε πως αύριο θα έπρεπε να θανατωθούν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίοι και κομμώτριες, ο Γερμανός θα του ζητούσε τους λόγους που πρέπει να θανατωθούν οι κομμώτριες. Στον προβληματισμό του αυτό έρχεται να προστεθεί η αφελής απορία της Σαρλότ "μα γιατί και τις κομμώτριες". Μια στιγμή ανατριχίλας που συνειδητοποιεί κανείς πως το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου δεν έθεσε τις βάσεις για την πολυπόθητη παντοτινή παγκόσμια ειρήνη. Η απορία της Σαρλότ δε βασίστηκε σε αντισημιτικά αισθήματα αλλά στην πλήρης αδιαφορία.


Κάτι άλλο που μένει απ' αυτήν την ταινία είναι η ερωτική ιεροτελεστία της σαρκικής γνωριμίας. Οι βουβές σκηνές που εντυπωσιάζουν με τον λυρισμό και την ισορροπία τους. Τα βλέμματα που ξεχειλίζουν συναισθήματα και σκέψεις. Οι στιγμές που γεμίζουν νοήματα και διαλόγους χωρίς λέξεις. Το βλέμμα της Σαρλότ που λάμπει με χίλια χρώματα παρ' όλο που η ταινία είναι ασπρόμαυρη. Ο ερωτικός χορός της επικράτησης στο διαχειρισμό των καταστάσεων. Οι λιτοί διάλογοι με τις λιγοστές λέξεις που αρκούν για να βγουν δεκάδες νοήματα. Μια μαεστρία που λίγοι δημιουργοί έχουν καθώς οι περισσότεροι αναλώνονται στα πολλά λόγια με τα οποία προσπαθούν να καλύψουν μια κενότητα ή μια συνηθισμένη συναισθηματική κατάσταση. 
Επίσης στη συγκεκριμένη ταινία, καταφέρνουμε να εισχωρήσουμε με μεγάλη ευκολία στη θέση και των τριών χαρακτήρων και το κυριότερο πως γεμίζουμε ενοχές λες και σιωπούμε κι εμείς στο ένοχο μυστικό της Σαρλότ από τον απατημένο σύζυγό της. 
Οι γυμνές σκηνές θα μπορούσαν κάλλιστα να χαρακτηριστούν ως ένα soft porno εκείνης της εποχής. Όμως σε καμιά στιγμή της ταινίας δεν μπορεί να δοθεί αυτός ο χαρακτηρισμός. Οι σκηνές όπου ο ένας εραστής ανακαλύπτει το σώμα του άλλου, φανερώνουν τη δυσκολία της ηρωίδας να επιλέξει τον άνθρωπο που θέλει να έχει δίπλα της. Επίσης γίνεται μια ιδιαίτερη μνεία στη γυναικεία ανασφάλεια και συγκεκριμένα στη σχέση των γυναικών με το σώμα τους. Στη ταινία παρουσιάζεται με τη γλυκιά σύγκριση των αναλογιών του σώματος της Σαρλότ με του πασίγνωστου γλυπτού της Αφροδίτης της Μήλου. 
Αυτό που πετυχαίνει ο Γκοντάρ με τους ηθοποιούς είναι πως τους δίνει τον χώρο που χρειάζονται για να αυτοσχεδιάσουν. Η Μάτσα Μέριλ παίζει υπέροχα με τον φακό της κάμερας σαν να βρίσκεται μόνη της μπροστά στον καθρέφτη ενός δωματίου. Ο Φιλίπ Λίροϊ ως απατημένος σύζυγος γεμίζει το κάθε πλάνο με ένταση και μελαγχολία. Αμέσως χτίζει μια σχέση συμπόνιας με τον θεατή. Επίσης ο Μπερνάρντ Νοέλ στο ρόλο του εραστή δεν αποκτά σε καμία στιγμή της ταινίας τον ρόλο του κακού που θέλει να μπει ανάμεσα σε ένα ζευγάρι. Τα συναισθήματά του για την Σαρλότ είναι το ίδιο ισχυρά μ' αυτά του Πιέρ και το κυριότερο είναι πως βρίσκουν ανταπόκριση στο πρόσωπο της Σαρλότ. Επίσης δημιουργείται ένας ιδιαίτερος ηθικός προβληματισμός αρκετά πρωτοποριακός για την εποχή του καθώς η Σαρλότ δεν ενδιαφέρεται να μάθει ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού αλλά με ποιον θέλει να το μεγαλώσει. Ένα ισχυρό χαστούκι στην πατριαρχία που μπορεί να τσούξει μέχρι σήμερα.


Επίσης μεγάλη εντύπωση μου προκάλεσαν οι συμβολισμοί που ξεπετάγονται μες στη ταινία, είτε ως λέξεις ανάμεσα στις σκηνές, είτε ως σχέδια του Ζαν Κοκτώ, είτε ως υπότιτλοι σε έναν διάλογο μεταξύ δυο κοριτσιών που μιλούν για το σεξ. Άλλα λέγονται προφορικά κι άλλα εννοούνται. Νοήματα που παρουσιάζονται με λέξεις ανάμεσα στα δυο άγουρα προσωπάκια που κοκκινίζουν στη σκέψη ενός γυμνού σώματος είτε του δικού τους είτε του συντρόφου τους. 
Κάθε πλάνο της ταινίας είναι άρτια εξισορροπημένο, δίνοντας μια ανθρώπινη υπόσταση σε ένα δράμα που θα μπορούσε ο καθένας από μας να ζήσει. Ο ερωτισμός ξεχειλίζει σε κάθε σκηνή χωρίς να αγγίζει τα όρια της χυδαιότητας ενώ ο υπέροχος χορός των σωμάτων είναι μια γλυκιά προσπάθεια στο να αγγίξει ο ένας την καρδιά του άλλου. 
Αυτό που με κάνει να θεωρώ την ταινία ως ένα ακόμη αριστούργημα του παρελθόντος είναι τα διαχρονικά προβλήματα που θέτει για τις ανθρώπινες σχέσεις, την πολυγαμία, τις σχέσεις που βαλτώνουν κι οδηγούνται σε έναν αργό θάνατο, τη μνήμη και πάνω απ' όλα τον έρωτα. Επίσης είναι τα εκπληκτικά πλάνα που στέκουν άνετα ως άψογες φωτογραφίες μιας θεματικής έκθεσης περί έρωτα και γυμνων σωμάτων πάνω σε ένα κρεβάτι. Τέλος είναι ο αυτοσχεδιασμός στους διαλόγους που προσδίδει μια μοναδική προσωπικότητα στο συγκεκριμένο έργο. 
Η ταινία "Μια γυναίκα παντρεμένη" είναι μια σπάνια περίπτωση ενός εποικοδομητικού διαχρονικού διαλόγου που μπορεί να εκδηλωθεί μεταξύ ταινίας και θεατή. Ένα διαμάντι που θα έβλεπα με μεγάλη ευχαρίστηση ξανά και ξανά.

Βαθμολογία: 9/10

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2019

Βρυξέλλες, ωδή σε μια μεγάλη πλατεία




Κλείνοντας τις φωτογραφικές μου βόλτες στο Βέλγιο και συγκεκριμένα στις Βρυξέλλες, θα ήθελα πολύ να μνημονεύσω μια από τις ομορφότερες πλατείες της Ευρώπης, την φημισμένη Γκραν-Πλας. Αυτό που με γοήτευσε με τη συγκεκριμένη πλατεία, ήταν η οικειότητα που αισθάνθηκα όταν την πρωτοπερπάτησα πριν από πέντε χρόνια αλλά και φέτος. Οι περίτεχνες προσόψεις, οι χρυσές πινελιές, τα εντυπωσιακά γλυπτά και φυσικά ο επιβλητικός γυρτός πύργος του δημαρχείου. Η συγκεκριμένη πλατεία είναι γοητευτική τόσο την μέρα όσο και την νύχτα, είτε όταν την πετυχαίνει κανείς γεμάτη τουρίστες είτε όταν τη βρίσκει άδεια.
Ποια είναι όμως η ιστορία της συγκεκριμένης πλατείας; Η ύπαρξη της Μεγάλης Πλατείας των Βρυξελλών ξεκινάει από τον 11ο αιώνα όταν στο χώρο αυτό λειτουργούσαν υπαίθριες εμποροπανηγύρεις. Κατά τον 13ο αιώνα δημιουργήθηκε και μια αγορά υφασμάτων. Γύρω στο 1500, οι έμποροι και οι τεχνίτες της πόλης άρχισαν να χτίζουν τα κτίρια των συντεχνιών.
Το 1695, τα στρατεύματα του Γάλλου βασιλιά Λουδοβίκου ΙΔ΄ εισέβαλαν στη χώρα και ο Γάλλος στρατηγός Βιλερουά (Villeroi) πολιόρκησε τις Βρυξέλλες. Από τους κανονιοβολισμούς των Γάλλων καταστράφηκαν όλα τα κτίρια της πλατείας, εκτός από τον πύργο του Δημαρχείου των Βρυξελλών και κάποιες προσόψεις συντεχνιακών κτιρίων. Οι έμποροι ξανάχτισαν τα κτίρια, που αποτέλεσαν ένα εντυπωσιακό συγκρότημα ιταλοφλαμανδικής μπαρόκ αρχιτεκτονικής.
Η Γκραν-Πλας των Βρυξελλών, μια από τις ομορφότερες πλατείες του κόσμου, περιβάλλεται από κτίρια εκπληκτικής αρχιτεκτονικής με μπαρόκ προσόψεις, διακοσμημένους θόλους και αετώματα και περίτεχνα πέτρινα αγάλματα. Στην πλατεία υπάρχουν 39 συντεχνιακά κτίρια, όπου είχαν την έδρα τους οι εμπορικές συντεχνίες των Βρυξελλών.
Ποια είναι όμως τα κτίρια που θαυμάζουμε στην Γκραν-Πλας; Πρώτα απ' όλα ξεχωρίζει το επιβλητικό Δημαρχείο (L’ Hotel de Ville) το οποίο καταλαμβάνει ολόκληρη τη νοτιοδυτική πλευρά. Αποτελεί το αρχιτεκτονικό αριστούργημα της πλατείας καθώς η πρόσοψή του κοσμείται με 137 πέτρινα αγάλματα, ακρόπυργους και τοξωτές στοές. Ο θεμέλιος λίθος τέθηκε το 1401 και οι εργασίες κατασκευής του κτιρίου ολοκληρώθηκαν το 1455. Ο Γιαν φαν Ρίσμπρουκ (Jan van Ruysbroeck) κατασκεύασε το 1449 τον ύψους 96 μέτρων γοτθικό πυργίσκο, στην κορυφή του οποίου έχει τοποθετηθεί το άγαλμα του Αγίου Μιχαήλ, προστάτη της πόλης.
Ο "Οίκος του Βασιλιά" (La Maison du Roi) που βρίσκεται αντικριστά του Δημαρχείου χτίστηκε το 1536, αλλά σχεδιάστηκε ξανά το 1873. Στο παρελθόν είχε χρησιμοποιηθεί ως κατοικία των Ισπανών βασιλέων. Σήμερα έχει εγκατασταθεί σ’ αυτό το Μουσείο της Πόλης, όπου εκτίθενται πίνακες του 16ου αιώνα, γκραβούρες και άλλα έργα τέχνης, καθώς και οι 400 φορεσιές του Μανεκέν Πις (Manneken Pis), του θρυλικού αγαλματιδίου και σύμβολου της πόλης των Βρυξελλών, που παριστάνει ένα αγοράκι που ουρεί σε μια λιμνούλα.
Το Παλάτι των Δουκών της Βραβάντης (La Maison des Ducs de Brabant), στη νότια πλευρά της πλατείας, αποτελείται από επτά συνεχόμενα συντεχνιακά κτίρια. Σχεδιάστηκε από τον Βίλεμ ντε Μπρούιν (Willem de Bruyn, 1649 - 1719), επιθεωρητή Δημοσίων Έργων, σε νεοκλασικό ρυθμό με φλαμανδικές προσθήκες. Το συγκρότημα αυτό των κτιρίων πήρε το όνομά του από τις προτομές των δουκών στην πρόσοψή του.
Στο συγκρότημα των αναγεννησιακών φλαμανδικών κτιρίων, που περιβάλλουν τη Μεγάλη Πλατεία των Βρυξελλών, περιλαμβάνεται το Μέγαρο των Αρτοποιών, γνωστό ως Ρουά ντ' Εσπάνι (Roi d’ Espagne), που χτίστηκε το 1696 και ανακατασκευάστηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου στα 1901 – 1902. Ο επιχαλκωμένος οκταγωνικός θόλος του (1696) κοσμείται από ένα χρυσό χορευτή. Η επίχρυση προτομή πάνω από την είσοδό του αναπαριστά τον Άγιο Ωμπέρ (St. Aubert), προστάτη των αρτοποιών. Στην ίδια πλευρά της πλατείας και συνεχόμενα με το Μέγαρο των Αρτοποιών βρίσκονται το «Μέγαρο της Χειράμαξας» (La Maison de la Brouette, 1644) της συντεχνίας των πλούσιων διαχειριστών, με έμβλημά τους μια χειράμαξα (brouette) και με την προτομή του Αγίου Εγιδίου (Saint – Gilles). Σε συνέχεια βρίσκονται τα συντεχνιακά μέγαρα: «Ο Σάκος» (Le Sac, 1645) της συντεχνίας των επιπλοποιών και βαρελοποιών; «Η Λύκαινα» (La Louve, 1691) της συντεχνίας των τοξοτών, που κοσμείται με το γλυπτό μιας λύκαινας που θηλάζει το Ρωμύλο και το Ρέμο, έργο του Φλαμανδού γλύπτη Μάρκους ντε Φος (Marcus de Vos, 1650 – 1717); «Η Σάλπιγγα» (Le Cornet, 1697) της συντεχνίας των ναυτικών, όπου το αέτωμα του 17ου αιώνα έχει σχήμα πλώρης φρεγάτας; «Η Αλεπού» (Le Renard, 1699) της συντεχνίας των μικρεμπόρων, που κοσμείται στην πρόσοψη με τον Άγιο Νικόλαο, προστάτη των εμπόρων, και την αριστουργηματική «αλεπού» του Μάρκους ντε Βος. Άλλα συντεχνιακά κτίρια στις λοιπές πλευρές της πλατείας είναι: «Το Άστρο» (L'Étoile, 1897), όπου υπάρχει το μπρούντζινο νεκρικό άγαλμα του Έβεραρντ Σερκλές (Everard’ t Serclaes), ο οποίος πέθανε υπερασπιζόμενος τις Βρυξέλλες το 14ο αιώνα και που φημολογείται ότι φέρνει καλοτυχία, αν κάποιος αγγίξει το μπρούντζινο μπράτσο του; «Ο Κύκνος» (Le Cygne, 1698) της συντεχνίας των κρεοπωλών, με έμβλημά του το γλυπτό ενός κύκνου, όπου ο Καρλ Μαρξ, ο οποίος έζησε στις Βρυξέλλες από το 1845 ως το 1848, έγραψε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο του και γιόρτασε εδώ την Πρωτοχρονιά του 1847-1848; «Το Χρυσό Δέντρο» (L’ Arbre d’ Or, 1698) της συντεχνίας των ζυθοποιών, που κοσμείται στην κορυφή του με τον επιχρυσωμένο έφιππο ανδριάντα του Καρόλου της Λωραίνης και όπου στεγάζεται σήμερα το «Μουσείο της Μπίρας». «Το Τριαντάφυλλο» (La Rose, 1702), που κοσμείται πάνω από την είσοδό του με το γλυπτό κλαδί ενός χρυσού τριαντάφυλλου.
Στην πλευρά της πλατείας, όπου βρίσκεται και ο «Οίκος του Βασιλιά», βρίσκονται το «Πιζόν» (Le Pigeon, 1697) της συντεχνίας των ζωγράφων, το οποίο επέλεξε ως κατοικία του ο Βικτόρ Ουγκώ κατά τη διάρκεια της εξορίας του το 1852, και η «Χρυσή Λέμβος» (La Chaloupe d’ Or, 1697) της συντεχνίας των ραπτών, που κοσμείται στην πρόσοψή του με ένα χρυσό καΐκι και την προτομή του Αγίου Βονιφάτιου.
Το καλύτερο όμως μας το επιφύλαξε η πλατεία την τελευταία βραδιά. Εκείνη τη μέρα πραγματοποιήθηκε το Gay Pride των Βρυξελλών. Μια άκρως αξιοπρεπής εκδήλωση στην Γκραν-Πλας που συνεχίστηκε σε πορεία μέχρι το Μανεκέν. Το βράδυ όμως, η πλατεία φωταγωγήθηκε στα χρώματα του ουράνιου τόξου. Μια πανδαισία χρωμάτων που όμοιά της δεν έχω ξαναδεί σε άλλη πόλη. Ένας ενθουσιασμός πρωτόγνωρος κι ευχάριστος. Μια διάθεση να θες να χαμογελάς παρατηρώντας τα κτίρια γύρω σου. Ο κόσμος γύρω μας το απολάμβανε κι αυτό φαινόταν έντονα στα πρόσωπά τους. Ήταν το καλύτερο αποχαιρετιστήριο δώρο που θα μπορούσε να μας προσφέρει το Βέλγιο. Και μ' αυτές τις εικόνες ευχηθήκαμε "εις το επανιδείν"...

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2019

Φοβάμαι τον ανελέητο μικροαστισμό




του Κώστα Καναβούρη

Αναρωτιέμαι μερικές φορές: όταν μας κάθισε στον σβέρκο η χούντα, πόσοι ήταν εκείνοι που ένιωσαν – εκτός από τους συνήθεις «υπόπτους» της Αριστεράς που δέθηκαν πισθάγκωνα – ότι έχασαν κάτι. Ότι έχασαν κάτι καίριο από τη ζωή τους που ονομάζεται ελευθερία και δημοκρατία. Και πόσοι ήταν εκείνοι που δεν έχασαν τίποτα, όντας ήδη σκλαβωμένοι στον ανελέητο μικροαστισμό και – ακόμη χειρότερα – ένιωσαν καλύτερα αφού έλειψαν «οι ταραχές», οι τόσο ενοχλητικές στον μικρόκοσμό τους, αφού έλειψαν οι απεργίες και οι διαδηλώσεις που τους εμπόδιζαν να πάνε ήσυχα και αδιατάρακτα στις δουλειές τους και το ίδιο ήσυχα να επιστρέψουν το βράδυ στο σπίτι τους, στην «ζεστή οικογενειακή τους απελπισία/ που ξεχύνεται από χιλιάδες κατσαρόλες», όπως λέει και ο μεγάλος ποιητής και σκηνοθέτης Πιερ Πάολο Παζολίνι.
Τους ίδιους ανθρώπους φοβάμαι και σήμερα. Αυτούς τους ανθρώπους «της ελεεινής ευτυχίας» (πάντοτε Παζολίνι) που δεν έχουν να χάσουν τίποτα από κάθε περιστολή της ελευθερίας γιατί η ελευθερία βρίσκεται έξω από το πεδίο της ζωής τους. Που δεν έχουν να χάσουν τίποτα από κάθε – ακόμα και τον ελάχιστο – περιορισμό της δημοκρατίας, γιατί η δημοκρατία (όταν δεν τους ενοχλεί) απλώς δεν τους ενδιαφέρει. Δεν ανήκει στα στοιχειώδη βασικά του βίου τους. Τους φοβάμαι αυτούς που είναι πρόθυμοι να αδιαφορήσουν για τα πάντα και για όλους, που είναι πρόθυμοι στην απουσία κριτικού ελέγχου για όσα συμβαίνουν γύρω τους, τους πρόθυμους για απουσία γενικώς. Τους φοβάμαι επειδή είναι επικίνδυνοι. Δεν αρνούνται καν να μάθουν επειδή η γνώση τους είναι άγνωστη ανάγκη. Και πείθονται… ψέματα δεν πείθονται, απλώς είναι έτοιμοι να πιστέψουν όποιον τους ψιθυρίζει πως είναι περιούσιοι (κι ας τους διώχνει από τη δουλειά∙ άλλοι φταίνε), πως είναι οι εκλεκτοί (κι ας τους κόβει το μέλλον των παιδιών τους∙ άλλοι φταίνε), πως ο παράδεισος μιας τιποτένιας ζωής τους ανήκει (κι ας μην υπάρχει παράδεισος σε μια τιποτένια ζωή). Ναι, την φοβάμαι αυτή την τιποτένια πληρότητα του τίποτα, όπου τίποτα δεν υπάρχει για να χαθεί. Την φοβάμαι αυτή την καταβόθρα που καταπίνει χωρίς καμιά συναίσθηση ενοχής ή ταραχής, ελευθερία, δημοκρατία και προπαντός ανθρώπους.
Φοβάμαι την τερατώδη ασημαντότητα που γίνεται ένα πελώριο πάπλωμα θαλπωρής για όλους τους φασισμούς. Επειδή ακριβώς ο άνθρωπος του τίποτα δεν έχει να χάσει κάτι από τον φασισμό. Γιατί τίποτα δεν θα του λείψει.
Θυμάμαι κάποιο κείμενο του Λε Κορμπυζιέ, όπου εξηγεί γιατί σε ναζιστικό καθεστώς δεν μπορεί κάποιος να είναι καλός αρχιτέκτονας. Μπούρδες για τον ανελέητο μικροαστό που χτίζει ένα σπιτάκι «Και λέει καλά είμαι εδώ» (Μιχάλης Κατσαρός). Θυμάμαι τον στίχο του Διονύσιου Σολωμού «Τα σπλάχνα και η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν». Μπούρδες. Ο ανελέητος μικροαστός έχει τα σπλάχνα του χτισμένα. Και βλέπει την θάλασσα σαν παγωμένο μπετόν. Γιατί δεν έχει κανένα μυστικό που θα ξεχαστεί στο ακρογιάλι (Γιώργος Σεφέρης). Δεν του λείπει τίποτα όταν βάζει λουκέτο στο σχολείο του παιδιού του (ούτε καν φαντάζεται ότι εγκληματεί ψυχικά και νοητικά καταστρέφοντας την ψυχή και το μυαλό του παιδιού του), εμποδίζοντάς το από τη χαρά της γνωριμίας με τα παιδιά του κόσμου. Όμως ο άνθρωπος του τίποτα είναι περήφανος όταν το παιδί του παρελαύνει τραγουδώντας τον «Εθνικό Ύμνο». Γιατί ούτε καν του περνάει από το μυαλό ότι ο εκχυδαϊσμένος Διονύσιος Σολωμός, είναι μια απίστευτη απώλεια για την ελευθερία, την δημοκρατία και την γλώσσα (για την οποία τόσο πολύ φροντίζει. Ιδιαίτερα τα «αρχαία μας»). Δεν του λείπει ο Σολωμός. Δεν του λείπει η τραγωδία της σπατάλης των ανθρώπων. Δεν του λείπει η τραγωδία της σπατάλης της Δημοκρατίας και τη Ελευθερίας. Κι εγώ αυτούς τους ανθρώπους τους φοβάμαι.
Αυτή την φοβερή παράταξη ανθρώπων που δεν υπήρξαν ποτέ έκθαμβοι από την σκοτεινή ομορφιά της ανθρώπινης κατάστασης, αλλά μονάχα ψοφοδεείς και δειλοί μπροστά στο θάρρος που χρειάζεται αυτή η κατάσταση: το θάρρος να σκέπτεσαι. Και να μην το παραχωρείς, δίνοντας τη γη και το ύδωρ της ψυχής σου, σ’ εκείνους «που ξέρουν».
Αυτή (και αυτοί) είναι η μήτρα που γεννάει τον ναζισμό. Γι΄ αυτό τους φοβάμαι. Επειδή δεν πατούν αλλά ποδοπατούν τον «τάπητα των πολυκατοικιών» χωρίς να ξέρουν ότι είναι υφασμένος με το μεταξένιο αίμα των αθώων.

Πηγή: artinews.gr

Τρίτη, 2 Ιουλίου 2019

Βρυξέλλες, η δεύτερη όψη μιας πρωτεύουσας



Να λοιπόν που ήρθε η στιγμή να επισκεφθώ μια πόλη του εξωτερικού για δεύτερη φορά. Κι ο κλήρος έλαχε για την πόλη των Βρυξελλών. Η επιλογή αυτού του προορισμού δεν μου κακοφάνηκε διότι η πρώτη μου επίσκεψη στη βελγική πρωτεύουσα ήταν σύντομη με τον περισσότερο χρόνο να τον αφιερώνω σε υποχρεώσεις ενός ευρωπαϊκού διαδικτυακού περιοδικού που συμμετείχα εκείνα τα χρόνια, μ' αποτέλεσμα να μην προλάβω να δω τα περισσότερα αξιοθέατα και κάποια από τα μουσεία. Οπότε είχα να κλείσω αρκετά μέτωπα που είχαν μείνει ανοιχτά. Στην πρώτη φωτογραφική βόλτα θα αναφερθώ στα μέρη της πόλης που αφιέρωσα το περισσότερό μου χρόνο σε επισκέψεις και περιπλανήσεις.
Πρώτα απ' όλα θα αναφερθώ στην Ιερή Καρδιά των Βρυξελλών. Η συγκεκριμένη εντυπωσιακή βασιλική μου είχε τραβήξει την προσοχή στην πρώτη μου επίσκεψη στη βελγική πρωτεύουσα. Για πρώτη φορά την αντίκρισα από τον προαύλιο χώρο του δικαστικού μεγάρου. Περπατώντας στην διπλανή υπερυψωμένη πλατεία όπου στέκει το μνημείο των πεσόντων της χώρας απ' τους δυο παγκόσμιους πολέμους, διέκρινα στο βάθος των δυτικών προαστίων έναν θεόρατο τρούλο. Την αντίκρισα ξανά από μακριά καθώς επέστρεφα από το διάσημο αλλά πληκτικό Atomium. Επιστρέφοντας τότε στην Αθήνα, μετάνιωσα που δεν αφιέρωσα λίγο χρόνο σ' αυτό το τόσο εντυπωσιακό οικοδόμημα.
Στις πρόσφατες περιπλανήσεις μου βρέθηκε στη κορυφή της λίστας των σημείων της πόλης που ήθελα να επισκεφθώ.  Ο συγκεκριμένος ναός που έχει εμπνευστεί από την ομώνυμη βασιλική του Παρισιού, άρχισε να κατασκευάζεται από την εποχή του βασιλιά Λεοπόλδου Β΄, ο οποίος συμβολικά έβαλε την πρώτη πέτρα το 1905 κατά την διάρκεια των εορτασμών για τα 75 χρόνια της ανεξαρτησίας του Βελγίου. Η κατασκευή πάγωσε δύο φορές κατά την διάρκεια των παγκοσμίων πολέμων για να ολοκληρωθεί τελικά το 1969. Σήμερα το συγκεκριμένο μνημείο θεωρείται ως το μεγαλύτερο Art Deco κτίριο στον κόσμο, με 89 μέτρα ύψος και 165 μέτρα πλάτος.
Βγαίνοντας απ'το σταθμό του μετρό συναντήσαμε μία άκρως ενδιαφέρουσα πολυπολιτισμικότητα στους επιβάτες που μπαινόβγαιναν από τους συρμούς καθώς η συγκεκριμένη γραμμή εξυπηρετούσε ένα από τα προάστια όπου έμεναν κυρίως οικονομικοί μετανάστες. Στα πρόσωπά τους διέκρινε κανείς την ίδια θλίψη, της μη κοινωνικής αποδοχής. Με διακριτικότητα γίναμε κι εμείς κομμάτι αυτού του πολύχρωμου μωσαϊκού καθώς βγαίναμε στο δρόμο.
Η εκκλησία έστεκε στο βάθος ενός μακρόστενου πάρκου. Όσο την προσεγγίζαμε τόσο εκείνη όρθωνε το επιβλητικό της ανάστημα. Τα δυο της καμπαναριά ήταν πρωτοποριακά και μοναδικά. Οι εντυπωσιακές τους γραμμές κι η λιτή τους γραμμή πρόσθεταν επιπλέον κύρος στην εκκλησία. Δεν γνωρίζω αν ο αρχιτέκτονας προσπάθησε να διατηρήσει μια λιτή γραμμή αλλά το τελικό αποτέλεσμα δείχνει άκρως δυναμικό. Η επιβλητική όψη του ναού συνεχιζόταν και στο εσωτερικό του. Η πρωτοποριακή γραμμή στη διακόσμηση των βιτρό, η αισθητή έλλειψη γλυπτών, τα αρχιτεκτονικά στοιχεία ενός ναού χωρητικότητας δυο χιλιάδων πιστών άφηναν ένα απόκοσμο αίσθημα γαλήνης. Φύγαμε από τον ναό άκρως ικανοποιημένοι, τοποθετώντας το συγκεκριμένο οικοδόμημα ως ένα από τα σημαντικότερα αλλά δυστυχώς λιγότερο γνωστά αξιοθέατα της πόλης.
Το δεύτερο μέρος που ήθελα πολύ να επισκεφθώ ξανά και να θαυμάσω ήταν το ογκώδες δικαστικό μέγαρο που στέκει πάνω από τις μποέμ γειτονιές των Βρυξελλών. Οι σκαλωσιές που είχα συναντήσει πριν πέντε χρόνια και κάλυπταν τον επίχρυσο θόλο του εξακολουθούσαν να κρύβουν την μεγαλειώδης όψη του κτιρίου. Αυτή τη φορά το επισκέφθηκα αρκετές φορές κι αναζήτησα τις λεπτομέρειες που είχαν εντυπωσιάσει έναν απ'τους αγαπημένους μου συγγραφείς, τον Βίνφριντ Γκέοργκ Ζέμπαλντ (ο οποίος είχε αναφερθεί και για τον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Αμβέρσα). Περιφερόμουν περιμετρικά του κτιρίου και θαύμαζα για ώρα τα θεόρατα παράθυρα με τα στιβαρά υπέρθυρά τους, τις πολυάριθμες χοντρές κολώνες που κάλυπταν ένα μεγάλο μέρος των όψεων του, τα διάφορα γλυπτά ανάγλυφα που διακοσμούσαν με περίεργους συμβολισμούς τους τοίχους, τις ξεχασμένες του γωνίες που έδειχναν τόσο μικρές καθώς ήταν κρυμμένες στη σκιά του θεόρατου χτίσματος και τις μορφές των λιονταριών κάτω από τα αετώματα. Δεν προλάβαινα να κάνω λίγα βήματα κι αμέσως σταματούσα για να παρατηρήσω κάτι καινούργιο. Μου κακοφάνηκε από την μια που ένα μεγάλο τμήμα του προαύλιου χώρου είχε μετατραπεί σε χώρο στάθμευσης. Αντιθέτως απολάμβανα τη ζωντάνια που πρόσθετα οι παρέες οι οποίες ήταν μαζεμένες σε διάφορα σημεία του δικαστικού μεγάρου.
Η βόλτα συνεχίστηκε στην πλατεία με το μνημείο για τους πεσόντες των δυο μεγάλων πολέμων. Ένα εκπληκτικό γλυπτών σύμπλεγμα έδειχνε τη θεά Νίκη να σκεπάζει με τα φτερά της τους στρατιώτες και των ζωντανών που συμμετείχαν στις μάχες ενώ στο υπόγειο χώρο της επιτύμβιας στήλης βρισκόταν ένα ακόμη γλυπτό που αναπαριστούσε το άψυχο σώμα ενός πεσόντα. Ένα νεκρό κορμί καλυμμένο με ένα σεντόνι, αφήνοντας ακάλυπτα τα πόδια και τα δυο του χέρια. Ίσα που φαινόταν η κόμη του νεκρού καθώς το σεντόνι σταματούσε στο μέτωπό του. Το δάπεδο όπου βρισκόταν το γλυπτό ήταν γεμάτο σπασμένα μπουκάλια και διάφορα άλλα σκουπίδια. Ακόμα και σε κείνη τη μικρή γωνιά της πόλης, ήταν φανερή η αστική παρακμή των Βρυξελλών. Δε ξαφνιάστηκα με την κατάντια αυτή καθώς απ' την πρώτη στιγμή της δεύτερης επίσκεψής μου παρατήρησα μια έντονη κοινωνική παρακμή στους δρόμους της.
Κατηφορίζοντας προς το βασιλικό ανάκτορο, έκανα μια στάση σε μια πλατεία που μου είχε αρέσει στην πρώτη μου επίσκεψη. Αναφέρομαι στην πλατεία Petit Sablon, η οποία είναι γεμάτη δέντρα, πολύχρωμα λουλούδια και με μια μικρή λιμνούλα στο τελείωμά της. Η έκταση αυτή λειτουργούσε κάποτε ως νεκροταφείο ενός γειτονικού νοσοκομείου. Από το 1890 μετατράπηκε σε ένα καλαίσθητο κήπο αναψυχής ενώ τα αγάλματα που είναι παρατεταγμένα στη σειρά παρουσιάζουν 48 ιστορικά επαγγέλματα που ευδοκίμησαν στην πόλη των Βρυξελλών.
Επίσης αυτή τη φορά επισκέφθηκα και το μουσείο του Ρενέ Μαγκριτ, το οποίο δεν είχα προλάβει να τιμήσω την προηγούμενη φορά. Κάθε όροφος κι από μια περίοδος του διάσημου και πολυαγαπημένου Βέλγου σουρεαλιστή. Δυστυχώς οι διασημότεροι πίνακές του βρίσκονται σε άλλες συλλογές και μουσεία. Παρ' όλα αυτά συνάντησα αρκετά από τα γνωστά του έργα καθώς κι ένα πλήθος αναφορών, άρθρων κι άλλων δραστηριοτήτων στις οποίες είχε πάρει μέρος ο σπουδαίος αυτός δημιουργός.
Κλείνοντας αυτήν την φωτογραφική βόλτα, θα θελα πολύ να αναφερθώ στην τέχνη του δρόμου. Όσο οι Βρυξέλλες έδειχναν πιο παρηκμασμένες από την τελευταία φορά που τις επισκέφθηκα (το 2014) τόσο πιο πολλές ήταν οι καλλιτεχνικές πινελιές με τις οποίες οι διάφοροι δημιουργοί προσπάθησαν να δώσουν χρώμα και ζωή σε μια πόλη που πνίγεται δεκαετίες τώρα στη γραφειοκρατεία του Ευρωκοινοβουλίου και στα golden boys της νεοφιλελεύθερης Ευρωπαϊκής Ένωσης. Χαρίζοντάς μου λοιπόν αυτοί οι νέοι μία παλέτα χρωμάτων στις βρυξελλιώτικες περιπλανήσεις μου, σκέφτηκα κι εγώ να τους τιμήσω παρουσιάζοντας διάφορα από τα εφήμερα έργα που φωτογράφισα τις μέρες που βρισκόμουν εκεί. 

Κυριακή, 30 Ιουνίου 2019

Μία Ευρώπη με δύο πρόσωπα




του Απόστολου Σερέτη

Ένα θέμα που έχει κατακλύσει τα social media και έχει γίνει αντικείμενο συζήτησης στην Ευρώπη, είναι η σύλληψη της νεαρής Carola Rachete. Η νεαρή καπετάνισσα του Sea Watch 3, προέβη σε μία πράξη η οποία σίγουρα μπορεί να χαρακτηριστεί ηρωική αλλά πάνω από όλα ανθρώπινη. Αυτό όμως που παρατηρείται αφού κάνουμε μία αναφορά στα γεγονότα, είναι ότι διαμορφώνεται στη δημόσια ζωή της Ευρώπης μία κατάσταση με δύο διαφορετικά ”πρόσωπα”.
Η Carola Rackete, γερμανικής καταγωγής, είναι η καπετάνισσα του πλοίου «Sea Watch 3», του ομώνυμου γερμανικού Μη Κερδοσκοπικού Οργανισμού που διασώζει πρόσφυγες στις θάλασσες της Μεσογείου. Το «Sea Watch» είχε περισυλλέξει 53 πρόσφυγες στις 12 Ιουνίου στις ακτές της Λιβύης. Οι 13 απομακρύνθηκαν από την ιταλική ακτοφυλακή για λόγους υγείας και αποβιβάστηκαν στην Λαμπεντούζα, ενώ οι υπόλοιποι 40 παρέμειναν σε αυτό για 14 ολόκληρες ημέρες, αφού το ιταλικό λιμενικό δεν έδινε την απαραίτητη άδεια ώστε το σκάφος να δέσει σε λιμάνι.
Οι δεκάδες πρόσφυγες του πολέμου και της διάλυσης της Λιβύης που διέσωσε η Rackete, προκλήθηκαν από την επέμβαση των ΗΠΑ, της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και άλλων κρατών της Δυτικής Συμμαχίας, προκειμένου να ρίξουν τον Καντάφι και να πάρουν τον έλεγχο των πετρελαίων της χώρας. Παράλληλα η άνοδος φασιστών εξτρεμιστών του Ισλάμ στη Λιβύη, εξάπλωσαν ένα ασύλληπτο πέλαγος σκλαβοπάζαρων στην άλλοτε κραταιά χώρα. Πολιτική αστάθεια, σκλαβοπάζαρα, πόλεμος, φτώχεια, διάλυση και ανέχεια. Κάτω από αυτό το πλαίσιο δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι ανεβαίνουν σε βάρκες για να διασχίσουν τη Μεσόγειο και να φτάσουν στην Ευρώπη για να σωθούν. Η κυβέρνηση Σαλβίνι, εξέδωσε ότι θα συλλαμβάνεται όποιος βοηθήσει τους πρόσφυγες και όποια βάρκα πλησιάσει την Ιταλία θα βυθίζεται.



Η καπετάνισσα Carola Rachete μαζί με το πλήρωμα της, αψήφισε τον Σαλβίνι και το πλήρωμα του πλοίου αρνήθηκε να επιστρέψει τους ναυαγούς στην Λιβύη και έβαλε πλώρη για το πλησιέστερο “ασφαλές” λιμάνι, την Λαμπεντούζα. Η Κυβέρνηση του ακροδεξιού Ματέο Σαλβίνι τότε αρνήθηκε να δώσει άδεια στο ιστορικό πλέον πλοίο, Sea-Watch 3, για να μην προσεγγίσει κανένα ιταλικό λιμάνι αποκλείοντας το εκτός χώρας. Ουσιαστικά η νεαρή καπετάνισσα, έσπασε τον αποκλεισμό των ιταλικών αρχών σε πλοία που μεταφέρουν πρόσφυγες και έδεσε στο λιμάνι της Λαμπεντούζα,σώζοντας 40 ανθρώπους. Χθες το βράδυ, η Carola Rachete αποφάσισε να αψηφήσει τις απειλές του Σαλβίνι και να μπει στο λιμάνι της Λαμπεντούζα. Όταν το πλοίο της προσάραξε στο λιμάνι, κατεβαίνοντας συνελήφθη από δυνάμεις της αστυνομίας που είχαν σπεύσει στο σημείο. 
Καταρχάς το πρώτο που πρέπει να επισημανθεί είναι η πράξη της νεαρής κοπέλας διότι γνωρίζοντας ότι διακυβεύεται η ελευθερία της και παρά τον αποκλεισμό που είχε κηρύξει ο Ματέο Σαλβίνι, η 31χρονη καπετάνισσα πήρε την απόφαση να μπει στο λιμάνι της Λαμπεντούζα. «Αποφάσισα να μπω στο λιμάνι. Γνωρίζω τι ρισκάρω, όμως οι ναυαγοί που έχω στο πλοίο μου είναι εξαντλημένοι κι εγώ θα τους μεταφέρω κάπου με ασφάλεια», δήλωσε χαρακτηριστικά η ίδια. Της απαγγέλθηκαν κατηγορίες και πλέον αντιμετωπίζει την ποινή της δεκαετούς φυλάκισης.
Μετά και από αυτό προκύπτει κάτι ακόμα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αποδεικνύεται ότι είναι η ελευθερία στη διακίνηση κεφαλαίων και καταναλωτικών αγαθών,ταυτόχρονα όμως και η φυλακή των ανθρώπων και των λαών της. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ουσιαστικά έχει δύο πρόσωπα. Το ένα πρόσωπο είναι ο Σαλβίνι και το άλλο η Rachete. Το ένα πρόσωπο συμμετέχει σε υπερεθνικούς οργανισμούς που μέσω των πολέμων που κάνουν για να εξασφαλίσουν νέες αγορές στην επιχειρηματική τους ελίτ, προκαλούν προσφυγικά ρεύματα, μετανάστευση, πολιτική αστάθεια, κατεστραμμένες υποδομές. Από την άλλη μεριά, έχουμε το πρόσωπο της Rachete, όπου συνοψίζει το σύνολο των ανθρώπων αυτής της ηπείρου όπου αγωνίζονται για να βοηθήσουν τους συνανθρώπους τους, όπου πιστεύουν σε ένα άλλο κόσμο, δικαιότερο, πιο ανθρώπινο, δίχως εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, όπου πιστεύουν σε ένα καλύτερο αύριο, όπου βάζουν το συλλογικό πάνω από το ατομικό και η αλληλεγγύη και η στήριξη στους κολασμένους της γης είναι τρόπος ζωής. Τελικά από αυτά τα δύο πρόσωπα ποιο πρέπει να αποτελέσει πρότυπο με τις πράξεις του οποίου πρέπει να διδαχθούμε. Το πρόσωπο του ρατσισμού, του εθνικισμού, του νεοφιλελευθερισμού, της λιτότητας, της απανθρωπιάς που είναι το πρόσωπο της ΕΕ και των ηγετών της ή των λαών της; Το πρόσωπο του μίσους ή της αγάπης; Το πρόσωπο της απανθρωπιάς ή το πρόσωπο της αλληλεγγύης; Σίγουρο είναι πως τέτοιες πράξεις δείχνουν ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που το πρόσωπο του κάθε Σαλβίνι της Ευρώπης το έχουν πετάξει.



Τα δύο πρόσωπα επίσης της Ευρώπης που βλέπουμε, παρουσιάζουν και ξεγυμνώνουν μέσω της σύγκρουσης τους ακόμα ένα γεγονός. Το γεγονός ότι ζούμε την εποχή που κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συλλαμβάνουν ανθρώπους που διασώζουν άλλους ανθρώπους από πνιγμούς στη Μεσόγειο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι θεσμοί της και οι Σαλβίνι που η ίδια γεννά, μέσω των θεσμικών της οργάνων και της απάνθρωπης λιτότητας που αυτά εφαρμόζουν προς όφελος μίας χούφτας ανθρώπων, αποτελεί ένα ναζιστικό μόρφωμα όπου πρέπει να διαλυθεί καθώς είναι απόλυτα κατά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εγκληματεί κατά όχι μόνο λαών άλλων ηπείρων αλλά και κατά των ίδιων των λαών της και των πιο υπέροχων ανθρώπων της. Λευτεριά στην ηρωίδα Carola Rackete.
Όπως η ίδια η Rachete είπε με αφοπλιστική ειλικρίνεια….«Η ζωή μου ήταν εύκολη, μπόρεσα να φοιτήσω σε τρία πανεπιστήμια και στα 23 μου ήμουν απόφοιτη. Είμαι λευκή, Γερμανίδα, γεννήθηκα σε μια χώρα πλούσια με ένα διαβατήριο “σωστό”. Όταν τα συνειδητοποίησα όλα αυτά, ένιωσα ότι έχω ηθική υποχρέωση να βοηθήσω όσους δεν είχαν τις ίδιες ευκαιρίες με εμένα».

Πηγή: solidaritywebradio

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2019

Μπρυζ, η κομψή γοητεία του μεσαιωνικού βορρά



Η μεσαιωνική όψη της Μπρυζ είναι μαζεμένη στη καρδιά του ιστορικού της κέντρου και συγκεκριμένα σε τρεις διαδοχικές πλατείες, στην ήρεμη πλατεία του Ζαν Βαν Άικ, στην περίφημη Markt και στην πλατεία του δημαρχείου. Σε αυτά τα αστικά ανοίγματα ο χρόνος έχει σταματήσει κι η γοητεία του παρελθόντος διατηρείται ανέπαφη ως τις μέρες μας.
Η πλατεία του Ζαν Βαν Άικ είναι ένα από τα πιο ήσυχα σημεία της Μπρυζ. Μικρή και διακριτική, διατηρεί την μυστικιστική ατμόσφαιρα που επεδίωκαν να αποκτήσουν οι πλούσιες αστικές τάξεις των πόλεων της βόρειας Ευρώπης. Τα κτίρια γύρω από την πλατεία φανερώνουν το οικονομικό δυναμικό των ενοίκων του ενώ τα λιγοστά μπαράκια που υπάρχουν εκεί διατηρούν ένα χαμηλό προφίλ, σαν να θέλουν να διατηρήσουν για τους θαμώνες τους το γειτονικό τους αριστοκρατικό χαρακτήρα. Πέρα από το άγαλμα του Φλαμανδού ζωγράφου Ζαν Βαν Άικ, την προσοχή μου τράβηξε το Poortersloge. Ένα άκρως εκλεπτυσμένο κτίριο με έναν λεπτό ψηλό πύργο και με πρόσοψη γεμάτη μικρά αγάλματα. Αν και μοιάζει αρκετά με εκκλησία, το συγκεκριμένο κτίριο που χτίστηκε τον 14ο με 15ο, πραγματοποιούνταν οι συναντήσεις των εμπορικών αντιπροσώπων, τότε που η συγκεκριμένη πλατεία ήταν το εμπορικό κέντρο της πόλης γεμάτη εμπορικές εταιρείες και διόδια που έπαιρναν το φόρο των εμπορευμάτων που κατέφθαναν στη πόλη. Αργότερα το 1720 μετατράπηκε σε Ακαδημία των Καλών Τεχνών και λειτουργούσε έτσι μέχρι που μια μεγάλη πυρκαγιά το κατέστρεψε ολοσχερώς. Από το 1912 μέχρι το 2012 χρησιμοποιήθηκε για τα Εθνικά Αρχεία. Αυτό που μου κέντρισε την περιέργεια είναι η εικόνα μιας αρκούδας που κυριαρχούσε στη πλατεία αλλά και στη σημαία της πόλης. Αργότερα έμαθα πως βασίζεται στο θρύλο που λέει πως ο πρώτος επίσημος κάτοικος της Μπρυζ ήταν μια... αρκούδα.
Διασχίζοντας κάποια έρημα κι αδιάφορα στενά, βγήκα σε ένα μικρό άνοιγμα γεμάτο μπυραρίες. Απ' όσες επισκεφθήκαμε τα δυο βράδια που μείναμε εκεί, μου άφησε πολύ καλές εντυπώσεις η Bar Des Amis με την πλούσια ποικιλία στη κάβα της και τη ζεστή της ατμόσφαιρα. Αντιθέτως η De Republiek που μου την πρότειναν ως την καλύτερη μπυραρία της πόλης, την βρήκα ψυχρή, δήθεν κι αδιάφορη. Όμως η εντυπωσιακότερη μπυραρία που αξίζει να αναζητήσετε είναι η The Beer Wall. Ένα στέκι πραγματικό κόσμημα για τους λάτρεις της μπύρας.
Περνώντας από το μικρό άνοιγμα με τις μπυραρίες, βρέθηκα στη περίφημη αγορά της πόλης, τη Markt. Κάτω από τη σκιά του επιβλητικού Belfort πραγματοποιούνται κάθε χρόνο φεστιβάλ κι εκδηλώσεις ενώ στο παρελθόν είχε υπάρξει τόπος εξεγέρσεων κι εκτελέσεων. Σήμερα λειτουργεί ως σημείο αναφοράς και συνάντησης των ντόπιων κι ως χοάνη όπου μαζεύονται και μπλέκονται μεταξύ τους οι ορδές των τουριστών.
Η πλατεία λειτούργησε ως τόπος συνάντησης το 958 ενώ το 985 μετατράπηκε σε κεντρική αγορά της πόλης. Σήμερα τα περισσότερα κτίρια τα κατέχουν τράπεζες κι εστιατόρια με σημαντικότερα το πανύψηλο καμπαναριό και το Επαρχιακό Δικαστήριο της Μπρυζ. Στις μέρες που έμεινα εκεί στάθηκα τυχερός καθώς πέτυχα την πλατεία να λειτουργεί ως λαϊκή αγορά, καθώς κάθε Τετάρτη ο χώρος αυτός γεμίζει με πάγκους και φορτηγά ψυγεία φορτωμένα με όλα τα καλά που βγάζει η βελγική γη. Χώθηκα μαζί με τους κάτοικους της πόλης για να πάρω μια γεύση από την καθημερινότητά τους. Πάγκοι γεμάτοι βελγικά τυριά, ιχθυοπώλες με ψάρια των βελγικών ποταμών και της Βόρειας Θάλασσας, μανάβηδες με λαχανικά και λαχταριστά φρούτα. Που και που υπήρχαν και λίγοι έμποροι με χειροποίητα προϊόντα που θα μπορούσαν να αγοραστούν κι ως αναμνηστικά.
Περιφερόμενος στο κέντρο της πλατείας για να θαυμάσω τα κτίρια γύρω μου, συνάντησα δυο αγάλματα να ορθώνονται πάνω σε μια ψηλή βάση και να είναι στραμμένα προς το καμπαναριό. Οι μορφές που απεικονίζονταν είναι του Jan Breydel και του Pieter de Coninck, δύο ηρώων της ελευθερίας στον αγώνα κατά των Γάλλων στις αρχές του 14ου αιώνα. Ο Jan Breydel ήταν επικεφαλής των κρεοπωλών και ο Pieter de Coninck ήταν επικεφαλής των υφαντών. Αυτό το γλυπτό στήθηκε το 1887, την εποχή του Ρομαντισμού όπου οι Βέλγοι προσπαθούσαν να ανεβάσουν στα ύψη το εθνικό τους φρόνημα.
Στο καμπαναριό της Μπρυζ ανέβηκα το δεύτερο πρωινό που έμεινα στη πόλη. Η ουρά ήταν από νωρίς μεγάλη κι ο επιτρεπόμενος αριθμός επισκεπτών στο μνημείο ήταν στους πενήντα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να περιμένουμε λίγη ώρα μέχρι να κατέβει κόσμος για να ανέβουμε εμείς. Τα 366 σκαλοπάτια ακούγονται πολλά αλλά τα ανέβηκα με άνεση. Η θέα από ψηλά όχι μόνο αποζημιώνει αλλά αν είσαι τυχερός μπορείς να βρεθείς στη στιγμή που οι 47 καμπάνες σημαίνουν μια από τις μελωδίες τους, καθώς ανά τέταρτο παίζουν κι από ένα διαφορετικό κομμάτι. Στα περβάζια των μεγάλων παραθύρων είναι σημειωμένες αρκετές ευρωπαϊκές πόλεις με σημειωμένη την χιλιομετρική τους απόσταση από την Μπρυζ. Κάνοντας μια βόλτα περιμετρικά στο καμπαναριό κι έχοντας τις 47 τεράστιες καμπάνες πάνω από το κεφάλι σου, στέκεσαι κι αφουγκράζεσαι το σημείο του χάρτη που βρίσκεσαι σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές πόλεις.
Λίγο πιο πέρα από την Markt βρίσκεται η πλατεία του δημαρχείου. Εδώ κυριαρχεί η αίγλη της εξουσίας. Το δημαρχείο είναι αρχοντικό και στιβαρό. Εκπέμπει μια σοβαρότητα αλλά παράλληλα φανερώνει την προτίμησή του στην καλαισθησία με τον πλούσιο γλυπτό του διάκοσμο.
Κολλητά στο δημαρχείο, δεσπόζει ένας μικρός ναός ο οποίος είναι πόλος έλξης για τους καθολικούς, καθώς μέσα στη μικρή αυτή βασιλική φυλάσσεται το Ιερό Αίμα του Χριστού που το έφεραν οι σταυροφόροι όταν επέστρεψαν από τους Άγιους Τόπους.
Η φανταχτερή μικρή πρόσοψη του ναού, δεν είναι τίποτα άλλο από την σκάλα που οδηγεί στον κυρίως ναό, ο οποίος κρύβεται πίσω από το Δημαρχείο. Το παρεκκλήσι χτίστηκε το 1134 με 1157 και μετατράπηκε σε εκκλησία το 1923. Ως κτίσμα έχει δυο χαρακτηριστικά. Στον πρώτο όροφο στεγάζεται ο παλιός ρωμανικός ναός ενώ στον πάνω όροφο βρίσκεται το γοτθικό παρεκκλήσι που επισκεφθήκαμε. Η πανέμορφη σκάλα της εισόδου, αναγεννησιακού ύφους χτίστηκε το 1533 αλλά κατεδαφίστηκε από τους Γάλλους κατακτητές. Ξαναχτίστηκε τον 19ο αι. Το κάτω παρεκκλήσι που είναι αφιερωμένο στον Άγιο Βασίλειο, είναι το μοναδικό ρομανικό κτίσμα σε ολόκληρη την Φλάνδρα. Χτίστηκε τον 12ο αι. και φιλοξενεί το λείψανο του Έλληνα θεολόγου. Το πάνω παρεκκλήσι που επισκεφθήκαμε είχε έναν πλούσιο διάκοσμο αποτελούμενο από γλυπτά και τοιχογραφίες ενώ τα βιτρό στα παράθυρα δημιουργούσαν μια μυσταγωγική ατμόσφαιρα στο χώρο. Μία μεγάλη ουρά περίμενε να ανέβει σε μια υπερυψωμένη εξέδρα όπου βρισκόταν η γυάλινη κάψουλα με το Ιερό Αίμα. Μία ιερέας στεκόταν πίσω από το έκθεμα επιβλέποντας τους πιστούς που πήγαιναν να το προσκυνήσουν. Που και που έδινε κάποια μικρά φυλλάδια. Μου είχε κάνει εντύπωση πως την κίνηση αυτή δεν τη έκανε σε όλους. Καθώς ερχόταν η σειρά μας αναρωτιόμουν αν θα μου δώσει και σε μένα ένα απ' αυτά τα περιβόητα δωράκια. Όταν ανεβήκαμε πάνω, αφήσαμε λίγα κέρματα να πέσουν στο παγκάρι και παρατηρήσαμε το περιεχόμενο του φιαλιδίου. Μία βρώμικη γάζα με κάποιες κόκκινες κηλίδες είχε γίνει σημείο αναφοράς μιας ολόκληρης πίστης. Μου έκανε εντύπωση η ερυθρότητα του χρώματος καθώς γνωρίζω πως το αίμα πάνω στο ύφασμα κιτρινίζει με την πάροδο των χρόνων. Χαμογέλασα συγκρατημένα, κάτι το οποίο ερμήνευσε με τον δικό της τρόπο η ιερέας, δίνοντάς μου τελικά το περιβόητο φυλλάδιο. Απομακρυνόμενος το άνοιξα να δω τι γράφει. Δεν ήταν τίποτα παραπάνω από προσευχές.
Η μυσταγωγία του μεσαίωνα επανέρχεται με τη δύση του ήλιου. Το καμπαναριό του Belfort φλέγεται και τα υπόλοιπα κτίρια χρυσαφίζουν στο κοκκινωπό χρώμα του ηλιοβασιλέματος. Έπειτα έρχεται μια μικρή παύση. Τα άλογα της πλατείας σκύβουν ευλαβικά το κεφάλι σαν να αισθάνονται πως κάτι αόρατο πλανάτε πάνω από την πλατεία που εμείς δε μπορούμε να δούμε ενώ οι τουρίστες ως δια μαγείας έχουν εξαφανιστεί καθώς κλείνονται στα ξενοδοχεία τους για να ετοιμαστούν για τη βραδινή τους έξοδο.
Εκείνη τη στιγμή, οι πλατείες είναι έρημες. Χωρίς φασαρίες, χωρίς κόσμο, χωρίς φλας επαναφέρουν προς στιγμή τη μεσαιωνική τους αύρα. Επίσης ο ερυθρός φωτισμός των δρόμων προσθέτει μια αινιγματική σκοτεινιά στις ψηλές οροφές των κτιρίων, τα παράθυρα των οποίων που δεν έχουν κουρτίνες εκπέμπουν ένα ασθενικό φως που σου δίνει έμπνευση για διάφορα σενάρια που συμβαίνουν εντός των διαμερισμάτων. Τα ποταμόπλοια σταματούν τις βόλτες τους και τα κανάλια αποκτούν μια αρυτίδωτη επιφάνεια που λειτουργεί σαν καθρέφτης. Και τέλος, οι εντυπωσιακοί πύργοι εξακολουθούν να κυριαρχούν στον ουρανό.
Η Μπρυζ το βράδυ είναι μια τελείως διαφορετική πόλη...