Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2019

Μπρυζ, η κομψή γοητεία του μεσαιωνικού βορρά



Η μεσαιωνική όψη της Μπρυζ είναι μαζεμένη στη καρδιά του ιστορικού της κέντρου και συγκεκριμένα σε τρεις διαδοχικές πλατείες, στην ήρεμη πλατεία του Ζαν Βαν Άικ, στην περίφημη Markt και στην πλατεία του δημαρχείου. Σε αυτά τα αστικά ανοίγματα ο χρόνος έχει σταματήσει κι η γοητεία του παρελθόντος διατηρείται ανέπαφη ως τις μέρες μας.
Η πλατεία του Ζαν Βαν Άικ είναι ένα από τα πιο ήσυχα σημεία της Μπρυζ. Μικρή και διακριτική, διατηρεί την μυστικιστική ατμόσφαιρα που επεδίωκαν να αποκτήσουν οι πλούσιες αστικές τάξεις των πόλεων της βόρειας Ευρώπης. Τα κτίρια γύρω από την πλατεία φανερώνουν το οικονομικό δυναμικό των ενοίκων του ενώ τα λιγοστά μπαράκια που υπάρχουν εκεί διατηρούν ένα χαμηλό προφίλ, σαν να θέλουν να διατηρήσουν για τους θαμώνες τους το γειτονικό τους αριστοκρατικό χαρακτήρα. Πέρα από το άγαλμα του Φλαμανδού ζωγράφου Ζαν Βαν Άικ, την προσοχή μου τράβηξε το Poortersloge. Ένα άκρως εκλεπτυσμένο κτίριο με έναν λεπτό ψηλό πύργο και με πρόσοψη γεμάτη μικρά αγάλματα. Αν και μοιάζει αρκετά με εκκλησία, το συγκεκριμένο κτίριο που χτίστηκε τον 14ο με 15ο, πραγματοποιούνταν οι συναντήσεις των εμπορικών αντιπροσώπων, τότε που η συγκεκριμένη πλατεία ήταν το εμπορικό κέντρο της πόλης γεμάτη εμπορικές εταιρείες και διόδια που έπαιρναν το φόρο των εμπορευμάτων που κατέφθαναν στη πόλη. Αργότερα το 1720 μετατράπηκε σε Ακαδημία των Καλών Τεχνών και λειτουργούσε έτσι μέχρι που μια μεγάλη πυρκαγιά το κατέστρεψε ολοσχερώς. Από το 1912 μέχρι το 2012 χρησιμοποιήθηκε για τα Εθνικά Αρχεία. Αυτό που μου κέντρισε την περιέργεια είναι η εικόνα μιας αρκούδας που κυριαρχούσε στη πλατεία αλλά και στη σημαία της πόλης. Αργότερα έμαθα πως βασίζεται στο θρύλο που λέει πως ο πρώτος επίσημος κάτοικος της Μπρυζ ήταν μια... αρκούδα.
Διασχίζοντας κάποια έρημα κι αδιάφορα στενά, βγήκα σε ένα μικρό άνοιγμα γεμάτο μπυραρίες. Απ' όσες επισκεφθήκαμε τα δυο βράδια που μείναμε εκεί, μου άφησε πολύ καλές εντυπώσεις η Bar Des Amis με την πλούσια ποικιλία στη κάβα της και τη ζεστή της ατμόσφαιρα. Αντιθέτως η De Republiek που μου την πρότειναν ως την καλύτερη μπυραρία της πόλης, την βρήκα ψυχρή, δήθεν κι αδιάφορη. Όμως η εντυπωσιακότερη μπυραρία που αξίζει να αναζητήσετε είναι η The Beer Wall. Ένα στέκι πραγματικό κόσμημα για τους λάτρεις της μπύρας.
Περνώντας από το μικρό άνοιγμα με τις μπυραρίες, βρέθηκα στη περίφημη αγορά της πόλης, τη Markt. Κάτω από τη σκιά του επιβλητικού Belfort πραγματοποιούνται κάθε χρόνο φεστιβάλ κι εκδηλώσεις ενώ στο παρελθόν είχε υπάρξει τόπος εξεγέρσεων κι εκτελέσεων. Σήμερα λειτουργεί ως σημείο αναφοράς και συνάντησης των ντόπιων κι ως χοάνη όπου μαζεύονται και μπλέκονται μεταξύ τους οι ορδές των τουριστών.
Η πλατεία λειτούργησε ως τόπος συνάντησης το 958 ενώ το 985 μετατράπηκε σε κεντρική αγορά της πόλης. Σήμερα τα περισσότερα κτίρια τα κατέχουν τράπεζες κι εστιατόρια με σημαντικότερα το πανύψηλο καμπαναριό και το Επαρχιακό Δικαστήριο της Μπρυζ. Στις μέρες που έμεινα εκεί στάθηκα τυχερός καθώς πέτυχα την πλατεία να λειτουργεί ως λαϊκή αγορά, καθώς κάθε Τετάρτη ο χώρος αυτός γεμίζει με πάγκους και φορτηγά ψυγεία φορτωμένα με όλα τα καλά που βγάζει η βελγική γη. Χώθηκα μαζί με τους κάτοικους της πόλης για να πάρω μια γεύση από την καθημερινότητά τους. Πάγκοι γεμάτοι βελγικά τυριά, ιχθυοπώλες με ψάρια των βελγικών ποταμών και της Βόρειας Θάλασσας, μανάβηδες με λαχανικά και λαχταριστά φρούτα. Που και που υπήρχαν και λίγοι έμποροι με χειροποίητα προϊόντα που θα μπορούσαν να αγοραστούν κι ως αναμνηστικά.
Περιφερόμενος στο κέντρο της πλατείας για να θαυμάσω τα κτίρια γύρω μου, συνάντησα δυο αγάλματα να ορθώνονται πάνω σε μια ψηλή βάση και να είναι στραμμένα προς το καμπαναριό. Οι μορφές που απεικονίζονταν είναι του Jan Breydel και του Pieter de Coninck, δύο ηρώων της ελευθερίας στον αγώνα κατά των Γάλλων στις αρχές του 14ου αιώνα. Ο Jan Breydel ήταν επικεφαλής των κρεοπωλών και ο Pieter de Coninck ήταν επικεφαλής των υφαντών. Αυτό το γλυπτό στήθηκε το 1887, την εποχή του Ρομαντισμού όπου οι Βέλγοι προσπαθούσαν να ανεβάσουν στα ύψη το εθνικό τους φρόνημα.
Στο καμπαναριό της Μπρυζ ανέβηκα το δεύτερο πρωινό που έμεινα στη πόλη. Η ουρά ήταν από νωρίς μεγάλη κι ο επιτρεπόμενος αριθμός επισκεπτών στο μνημείο ήταν στους πενήντα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να περιμένουμε λίγη ώρα μέχρι να κατέβει κόσμος για να ανέβουμε εμείς. Τα 366 σκαλοπάτια ακούγονται πολλά αλλά τα ανέβηκα με άνεση. Η θέα από ψηλά όχι μόνο αποζημιώνει αλλά αν είσαι τυχερός μπορείς να βρεθείς στη στιγμή που οι 47 καμπάνες σημαίνουν μια από τις μελωδίες τους, καθώς ανά τέταρτο παίζουν κι από ένα διαφορετικό κομμάτι. Στα περβάζια των μεγάλων παραθύρων είναι σημειωμένες αρκετές ευρωπαϊκές πόλεις με σημειωμένη την χιλιομετρική τους απόσταση από την Μπρυζ. Κάνοντας μια βόλτα περιμετρικά στο καμπαναριό κι έχοντας τις 47 τεράστιες καμπάνες πάνω από το κεφάλι σου, στέκεσαι κι αφουγκράζεσαι το σημείο του χάρτη που βρίσκεσαι σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές πόλεις.
Λίγο πιο πέρα από την Markt βρίσκεται η πλατεία του δημαρχείου. Εδώ κυριαρχεί η αίγλη της εξουσίας. Το δημαρχείο είναι αρχοντικό και στιβαρό. Εκπέμπει μια σοβαρότητα αλλά παράλληλα φανερώνει την προτίμησή του στην καλαισθησία με τον πλούσιο γλυπτό του διάκοσμο.
Κολλητά στο δημαρχείο, δεσπόζει ένας μικρός ναός ο οποίος είναι πόλος έλξης για τους καθολικούς, καθώς μέσα στη μικρή αυτή βασιλική φυλάσσεται το Ιερό Αίμα του Χριστού που το έφεραν οι σταυροφόροι όταν επέστρεψαν από τους Άγιους Τόπους.
Η φανταχτερή μικρή πρόσοψη του ναού, δεν είναι τίποτα άλλο από την σκάλα που οδηγεί στον κυρίως ναό, ο οποίος κρύβεται πίσω από το Δημαρχείο. Το παρεκκλήσι χτίστηκε το 1134 με 1157 και μετατράπηκε σε εκκλησία το 1923. Ως κτίσμα έχει δυο χαρακτηριστικά. Στον πρώτο όροφο στεγάζεται ο παλιός ρωμανικός ναός ενώ στον πάνω όροφο βρίσκεται το γοτθικό παρεκκλήσι που επισκεφθήκαμε. Η πανέμορφη σκάλα της εισόδου, αναγεννησιακού ύφους χτίστηκε το 1533 αλλά κατεδαφίστηκε από τους Γάλλους κατακτητές. Ξαναχτίστηκε τον 19ο αι. Το κάτω παρεκκλήσι που είναι αφιερωμένο στον Άγιο Βασίλειο, είναι το μοναδικό ρομανικό κτίσμα σε ολόκληρη την Φλάνδρα. Χτίστηκε τον 12ο αι. και φιλοξενεί το λείψανο του Έλληνα θεολόγου. Το πάνω παρεκκλήσι που επισκεφθήκαμε είχε έναν πλούσιο διάκοσμο αποτελούμενο από γλυπτά και τοιχογραφίες ενώ τα βιτρό στα παράθυρα δημιουργούσαν μια μυσταγωγική ατμόσφαιρα στο χώρο. Μία μεγάλη ουρά περίμενε να ανέβει σε μια υπερυψωμένη εξέδρα όπου βρισκόταν η γυάλινη κάψουλα με το Ιερό Αίμα. Μία ιερέας στεκόταν πίσω από το έκθεμα επιβλέποντας τους πιστούς που πήγαιναν να το προσκυνήσουν. Που και που έδινε κάποια μικρά φυλλάδια. Μου είχε κάνει εντύπωση πως την κίνηση αυτή δεν τη έκανε σε όλους. Καθώς ερχόταν η σειρά μας αναρωτιόμουν αν θα μου δώσει και σε μένα ένα απ' αυτά τα περιβόητα δωράκια. Όταν ανεβήκαμε πάνω, αφήσαμε λίγα κέρματα να πέσουν στο παγκάρι και παρατηρήσαμε το περιεχόμενο του φιαλιδίου. Μία βρώμικη γάζα με κάποιες κόκκινες κηλίδες είχε γίνει σημείο αναφοράς μιας ολόκληρης πίστης. Μου έκανε εντύπωση η ερυθρότητα του χρώματος καθώς γνωρίζω πως το αίμα πάνω στο ύφασμα κιτρινίζει με την πάροδο των χρόνων. Χαμογέλασα συγκρατημένα, κάτι το οποίο ερμήνευσε με τον δικό της τρόπο η ιερέας, δίνοντάς μου τελικά το περιβόητο φυλλάδιο. Απομακρυνόμενος το άνοιξα να δω τι γράφει. Δεν ήταν τίποτα παραπάνω από προσευχές.
Η μυσταγωγία του μεσαίωνα επανέρχεται με τη δύση του ήλιου. Το καμπαναριό του Belfort φλέγεται και τα υπόλοιπα κτίρια χρυσαφίζουν στο κοκκινωπό χρώμα του ηλιοβασιλέματος. Έπειτα έρχεται μια μικρή παύση. Τα άλογα της πλατείας σκύβουν ευλαβικά το κεφάλι σαν να αισθάνονται πως κάτι αόρατο πλανάτε πάνω από την πλατεία που εμείς δε μπορούμε να δούμε ενώ οι τουρίστες ως δια μαγείας έχουν εξαφανιστεί καθώς κλείνονται στα ξενοδοχεία τους για να ετοιμαστούν για τη βραδινή τους έξοδο.
Εκείνη τη στιγμή, οι πλατείες είναι έρημες. Χωρίς φασαρίες, χωρίς κόσμο, χωρίς φλας επαναφέρουν προς στιγμή τη μεσαιωνική τους αύρα. Επίσης ο ερυθρός φωτισμός των δρόμων προσθέτει μια αινιγματική σκοτεινιά στις ψηλές οροφές των κτιρίων, τα παράθυρα των οποίων που δεν έχουν κουρτίνες εκπέμπουν ένα ασθενικό φως που σου δίνει έμπνευση για διάφορα σενάρια που συμβαίνουν εντός των διαμερισμάτων. Τα ποταμόπλοια σταματούν τις βόλτες τους και τα κανάλια αποκτούν μια αρυτίδωτη επιφάνεια που λειτουργεί σαν καθρέφτης. Και τέλος, οι εντυπωσιακοί πύργοι εξακολουθούν να κυριαρχούν στον ουρανό.
Η Μπρυζ το βράδυ είναι μια τελείως διαφορετική πόλη...

Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2019

Μπρυζ, η Βενετία του βορρά



Ενθουσιασμένος από την ονειρική αύρα της Γάνδης, πήρα το μεσημεριανό τραίνο για Μπρυζ. Μια απόσταση λιγότερη της μισής ώρας χωρίζει τις δυο ομορφότερες πόλεις του Βελγίου. Η πρωτεύουσα της Δυτικής Φλάνδρας και πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης του 2002, μας υποδέχτηκε με έναν δυνατό σχεδόν καλοκαιρινό ήλιο. Καθώς απομακρυνόμασταν απ' το σιδηροδρομικό σταθμό πηγαίνοντας προς την πόλη, προσπαθούσα να διακρίνω στο βάθος τους πελώριους φημισμένους πύργους της. Που και που ξεπετάγονταν πίσω από τις στέγες των κτιρίων κάνοντας την ανυπομονησία μου να μεγαλώνει. Ευτυχώς η ομορφιά της πόλης δεν άργησε να αποκαλυφθεί.
Η γοητεία της Μπρυζ βασίζεται σε δυο ξεχωριστούς παράγοντες. Ο ένας είναι η πολυδαίδαλη μορφή των καναλιών που σχηματίζει ο ποταμός εντός και περιμετρικά του ιστορικού κέντρου κι ο άλλος είναι τα μεσαιωνικά κτίσματα που απλώνονται γύρω από την κεντρική πλατεία. Στη συγκεκριμένη φωτογραφική βόλτα θα αναφερθώ στους λόγους που η πόλη έχει χαρακτηριστεί ως η Βενετία του βορρά.
Αφήνοντας το ξενοδοχείο, κατηφόρισα προς τις νότιες συνοικίες. Μια τεράστια πλατεία εκτός του ιστορικού κέντρου, έδινε προς στιγμήν μια σύγχρονη πνοή, κάτι στο οποίο βοηθούσε η μοντέρνα όψη ενός επιβλητικού χώρου συναυλιών που κυριαρχούσε στην άκρη της. Κάπου στα μισά της πλατείας, στρίψαμε για να συναντήσουμε τον καθεδρικό ναό του Σωτήρος, ο οποίος δεν έχει κάτι ιδιαίτερο για να θαυμάσουμε τόσο εντός του όσο κι εκτός πέρα από το ψηλό καμπαναριό και την ερυθρή του τούβλινη όψη. Όμως τα μικρά σοκάκια που ξεκινούσαν από την πλαϊνή του πλευρά, οδηγούσαν κατευθείαν στην καρδιά της παραμυθένιας αυτής πόλης.
Καθώς συνεχίζαμε τη βόλτα μας προς τα κανάλια, άρχισε να ξεπροβάλλει πάνω από τις στέγες των σπιτιών το θεόρατο καμπαναριό-πύργος της Παναγιάς της Βρύγης. Ο πύργος ύψους 122,3 μέτρων είναι το ψηλότερο κτίριο της πόλης και το δεύτερο ψηλότερο τούβλινο κτίσμα στον κόσμο. Ο ναός λειτουργεί κι ως μουσείο με την περηφάνια πως έχει στο εσωτερικό του έναν σπουδαίο θησαυρό. Αναφέρομαι στο άγαλμα της Παρθένου Μαρία και του Χριστού, έργο του Μιχαήλ Αγγέλου που φιλοτεχνήθηκε μεταξύ 1501 με 1504. Αρχικά το έργο είχε παραγγελθεί για τον Καθεδρικό της Σιένα αλλά τελικά αγοράστηκε από δυο εμπόρους της Μπρυζ. Η ιστορία του γλυπτού δεν ήταν ήρεμη καθώς κλάπηκε δυο φορές. Την μια φορά το πήραν οι Γάλλοι και παρέμεινε εξαφανισμένο για 223 χρόνια. Επέστρεψε στη Μπρυζ μετά την ήττα του Ναπολέοντα στο Βατερλό. Τη δεύτερη φορά επιχείρησαν να το κλέψουν οι ναζί το 1944 αλλά επιστράφηκε μετά το τέλος του πολέμου.
Από την εκκλησία της Παναγιάς, συνεχίσαμε τη βόλτα σε πολύ πιο στενά σοκάκια τα οποία ήταν γεμάτα επισκέπτες, άμαξες κι αυτοκίνητα. Ένα πανδαιμόνιο φωνών, νευρικών κορναρισμάτων κι άβουλων τουριστών που στέκονταν αποχαυνωμένοι ακούγοντας τις οδηγίες των αρχηγών τους. Με γαϊδουρινή υπομονή επιχειρήσαμε να προσπεράσουμε τις ορδές που έφραζαν κάθε τόσο το δρόμο μας. Σαφώς δεν υπήρξε διάθεση να απολαύσουμε κάτι από την πόλη όσο παλεύαμε να ξεφύγουμε από το τουριστικό κομφούζιο.
Μέχρι που βγήκαμε στην περιοχή Ten Wijngaerde ή Béguinage, στη γειτονιά των κύκνων όπως την χαρακτήρισα καθώς σε κείνο το σημείο τα σπίτια αραίωσαν και μπροστά μας αποκαλύφθηκε μια μικρή ακτή γεμάτη πανέμορφους κύκνους και παιχνιδιάρικες πάπιες. Μικρά διακριτικά κάγκελα προστάτευαν τον ρεμβασμό των πτηνών από την ενοχλητική παρουσία των ανθρώπων ενώ δυο μικρά γεφυράκια οδηγούσαν σε μια κλειστή γειτονιά που βρίσκεται στην αντίπερα όχθη. Το Beguinage ήταν ένα απομονωμένο συγκρότημα όπου διέμεναν κάποτε οι Beguines, ευσεβείς γυναίκες που ζούσαν σε μικρές ομάδες κι αδελφότητες. Το εξωτερικό τείχος που χώριζε τη συγκεκριμένη γειτονιά από την υπόλοιπη πόλη, συνεχιζόταν και μέσα, κρατώντας ακόμη και τις ενοίκους σε μια μεταξύ τους απομόνωση. Περνώντας την είσοδο που βρίσκεται στο τελείωμα της μικρής γέφυρας, μπήκαμε σ' αυτή τη γαλήνια γειτονιά. Τα τείχη πέρα από το πλήθος των περισσοτέρων τουριστών, περιόριζε και τους λοιπούς θορύβους. Αλλά κι οι άνθρωποι που βόλταραν μέσα διατηρούσαν με σεβασμό την ηρεμία του τοπίου. Πρόσωπα φωτεινά με ένα μειδίαμα ικανοποίησης στα χείλη με προσπερνούσαν αφήνοντας το βλέμμα τους να χαθεί στο μικρό καταπράσινο δασάκι που υπήρχε εκεί.
Βγαίνοντας από την άλλη έξοδο της συνοικίας, βρεθήκαμε στη λίμνη Minnerwater. Εκεί συναντήσαμε το νότιο άκρο της πόλης. Μια καταπράσινη όαση που απλώνεται γύρω από μια πλατιά λίμνη. Στην απέναντι όχθη, δυο πανέμορφα κτίσματα λειτουργούν ως ξέχωρα διακοσμητικά στοιχεία που σπάνε προς στιγμής την ολική επικράτηση του πρασίνου. Οι βόλτες μέσα σ' αυτό το δάσος υπήρξαν βάλσαμο στα τσιτωμένα νεύρα που μας προκάλεσαν οι τουρίστες. Στους μικρούς περιπάτους συναντήσαμε αρκετά ξέφωτα με παρέες νέων να απολαμβάνουν τα απαλά χάδια του ανοιξιάτικου ήλιου. Αφού ξαποστάσαμε κι εμείς μαζί τους, συνεχίσαμε τη βόλτα μας επιστρέφοντας στο ιστορικό κέντρο.
Έχοντας ως σημείο αναφοράς το καμπαναριό της Παναγίας, βρεθήκαμε στην αυλή του Μουσείου των Καλών Τεχνών. Μια τάξη μαθητών δημοτικού σχολείου είχαν στήσει τους καμβάδες τους πάνω σε τρίποδα και προσπαθούσαν να ζωγραφίσουν κάποια μπρούτζινα άλογα που υπήρχαν στον υπαίθριο χώρο του μουσείου. Τα παρατηρήσαμε διακριτικά καθώς προσπαθούσαν με παιχνιδιάρικο τρόπο να μετατρέψουν τη φαντασία τους σε ζωγραφιά. Από κει βγήκαμε σε ένα από τα ομορφότερα κανάλια της πόλης, το Dijver. Από τη μια μεριά εξακολουθούσε να δεσπόζει το καμπαναριό της Παναγιάς ενώ από την άλλη, ο δρόμος οδηγούσε στο γνωστότερο και πολυφωτογραφημένο σημείο της πόλης, το Rozenhoedkaai.
Για μια ακόμη φορά εισχωρήσαμε στο ατέρμονο ποτάμι των τουριστών. Ευτυχώς είχαμε ανακτήσει τις δυνάμεις μας από την βόλτα στο Minnerwater κι έτσι αφεθήκαμε στις υπέροχες εικόνες που συναντήσαμε μπροστά μας. Πανέμορφα κτίρια που κατέληγαν μέσα στο ποτάμι, τεράστιες ιτιές που κρέμονταν πάνω από τις βάρκες που έκαναν μικρές κρουαζιέρες στα κανάλια και στο βάθος το επιβλητικό Belfort με τα 366 σκαλοπάτια και τις 47 καμπάνες, να παρατηρεί τον κόσμο από ψηλά.
Η επιθυμία μου όμως ήταν να δω τις άγνωστες και ήρεμες γειτονιές της πόλης. Έτσι περπάτησα προς το Groenerei, το καταπράσινο κανάλι. Εκεί βρίσκεται ένα από τα ομορφότερα σημεία της Μπρυζ, γεμάτο δέντρα, αναρριχητικά φυτά και κομψά αρχοντικά του 17ου αι. Μόνος μου μέσα σ' αυτούς τους άδειους δρόμους, ένιωθα κομμάτι της πόλης. Περιφερόμουν από κανάλι σε κανάλι κι αναζητούσα την πόρτα που θα μου φανεί περισσότερο οικεία για να την ξεκλειδώσω και να μπω μέσα. Με αυτήν την ονειρική διάθεση περπάτησα ως την γειτονιά της Αγίας Άννας, μια άγνωστη περιοχή της Μπρυζ. Μια γλυκιά γειτονιά γεμάτη μικρά όμορφα σπιτάκια. Μια αναγκαία ηρεμία επικρατούσε στους δρόμους. Πράσινες πινελιές κισσών κάλυπταν τις προσόψεις αφήνοντας ελεύθερα μόνο τα παράθυρα και τις πόρτες κι ένας περίεργος ναός αφιερωμένος στην Ιερουσαλήμ, δέσποζε στη καρδιά της συνοικίας. Οι κάτοικοι της συνέχιζαν την καθημερινή τους ζωή ανεπηρέαστοι από την τουριστική φήμη της πόλης τους. Προσπαθούσα να τους προσπερνάω όσο πιο διακριτικά γινόταν για να μην ταράξω την ηρεμία τους.
Από την γειτονιά της Αγίας Άννας βρέθηκα στο Krainspoort, ένα οχυρωματικό έργο του 13ου αι.  με χοντρούς τοίχους κι ένα βαθύ περιμετρικό κανάλι που λειτουργούσε ως τάφρος. Ήταν μια από τις παλιές πύλες που συνέδεε την Μπρυζ με άλλες πόλεις όπως την Οστάνδη και την Γάνδη. Τα τείχη μπορεί να γκρεμίστηκαν το 1780 αλλά οι πύλες έμειναν περιμετρικά της παλιάς πόλης. Στο σημείο που βρίσκονταν τα οχυρωματικά έργα, σήμερα απλώνονται μακρόστενα πάρκα γεμάτα ανεμόμυλους και μονοπάτια. Η βόλτα σε κείνα τα μέρη ήταν εντελώς διαφορετική από τους μέχρι τώρα περιπάτους μου στα σοκάκια του ιστορικού κέντρου. Ο ποταμός δίπλα από το μονοπάτι ήταν πιο πλατύς κι απέναντί μου απλωνόταν μια άκρως βιομηχανική κι άχρωμη συνοικία. Που και που συναντούσα παλιά ποταμόπλοια που λειτουργούσαν ως καταλήψεις νεαρών ζευγαριών που είχαν επιλέξει να ζουν εκεί μέσα. Που και που έριχνα κλεφτές ματιές στην μποέμικη ζωή τους.
Διέσχισα μια μεγάλη απόσταση περιμετρικά της πόλης με την καμπύλη του ποταμού να μου φανερώνει πως πλέον είχα από κάτω μου το ιστορικό κέντρο της Μπρυζ. Βρήκα ένα μεγάλο κανάλι που ανοιγόταν αριστερά μου κι άρχισα να κατηφορίζω. Ένα υπέροχο μπιστρό μπαράκι με καλωσόριζε ξανά στον αστικό ιστό της πόλης. Ο ήλιος είχε αρχίσει να κατηφορίζει προς τη δύση προσφέροντας μια πορτοκαλί απόχρωση στις ερυθρές προσόψεις των σπιτιών. Σε ένα μικρό άνοιγμα μια παρέα νεαρών ετοίμαζε ένα υπαίθριο πάρτι. Πιο πέρα μια άλλη μπυραρία καμάρωνε για την ποικιλία της κάβας της μέσω ενός εύστοχου κολάζ διαφημιστικών ταμπελών μπύρας στη μικρή της αυλή. Λίγο πιο πέρα σε ένα στενό σοκάκι συνάντησα την παλιότερη μπυραρία της Μπρυζ, την De Vissinge. Δυστυχώς ήταν κλειστή τις μέρες που θα έμενα στην πόλη.
Το κανάλι άρχιζε να στενεύει. Σε μία απότομη στροφή, βγήκα στην πανέμορφη πλατεία του Ζαν Βαν Άικ. Είχα επιστρέψει ξανά στο μεσαιωνικό κέντρο της Μπρυζ...

Παρασκευή, 31 Μαΐου 2019

Γάνδη, η μποέμικη όψη ενός λιμανιού




Κάθε πλούσιο κι ισχυρό λιμάνι κρύβει κι από μία καλλιτεχνική γωνιά. Μικρά στενά και μισοσκότεινα στέκια όπου οι νέοι αναζητούσαν έναν τρόπο έκφρασης αντίθετο μ' αυτόν του χρήματος και της αγοράς. Μία απ' αυτές τις γοητευτικές γειτονιές απλώνεται πέρα από την ιστορική ψαραγορά και το επιβλητικό φρούριο της Γάνδης.
Το Patershol είναι η πιο καλοδιατηρημένη μεσαιωνική γειτονιά της πόλης, γεμάτη χρωματιστά σπίτια και στενά δρομάκια όπου δεν επιτρέπονται τα αυτοκίνητα. Τα παλαιότερα κτίσματα διατηρούν μέχρι σήμερα τα χαρακτηριστικά παλαιοτέρων εποχών όπως ανάγλυφες μορφές κάτω από τα παρτέρια και χρωματιστά τζάμια που προστάτευαν τον εσωτερικό χώρο από τα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών. Από την άλλη τα νεώτερα σπίτια προσπαθούν να διατηρήσουν το ύφος των παλιότερων δίνοντας περισσότερο χώρο σε εικαστικές επεμβάσεις από τους ιδιοκτήτες και τους υπολοίπους κάτοικους. Που και που ξεπετάγονται μικρές γκαλερί και διακριτικά μουσεία που συσχετίζονται μόνο με το χώρο της σύγχρονης τέχνης. Ένα παλιό σιλό έχει μετατραπεί σε μουσείο μοντέρνας τέχνης ενώ ένα άλλο δίπλα στο ποτάμι είναι αφιερωμένο στη ζωή ενός δημιουργού απ' αυτούς που αναγέννησαν την περιοχή. Απ' όλες τις γκαλερί μαγνητίστηκα από δυο που βρίσκονται στο ποτάμι. Η μία είχε μια πλούσια συλλογή ξυλόγλυπτων και μεταλλικών μορφών, οι οποίες εντυπωσίαζαν με την ζωντάνια τους ενώ στην άλλη υπήρχε μια μεγάλη γκάμα φωτιστικών που ήταν φτιαγμένα με μουσικά όργανα, γυάλινα μπουκάλια και με μαχαιροπίρουνα.
Η ιστορία της συγκεκριμένης γειτονιάς έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Η ύπαρξή της ξεκινάει ως χώρος στρατιωτικού νεκροταφείου. Τον 15ο αι. το Συμβούλιο της Φλάνδρας μεταφέρθηκε στο Gravensteen αναγκάζοντας όλους τους δικαστές και δικηγόρους να εγκατασταθούν εκεί. Ακολούθησαν έμποροι και βυρσοδεψίες δίνοντας ζωντάνια σε όλη την περιοχή. Όμως με την εκβιομηχάνιση του 19ου αι. το Patershol θυσιάστηκε στο βωμό της προόδου. Πολλά κτίρια κατεδαφίστηκαν κι όσα έμειναν όρθια δόθηκαν σε εργάτες που δούλευαν εκεί. Όταν όμως τα εργοστάσια κι η εργατική τάξη μεταφέρθηκαν στα προάστια της πόλης, άφησαν το Patershol έρημο και κατεστραμμένο. Η περιοχή υποβαθμίστηκε και μετατράπηκε σε γκέτο. Η αναγέννησή του ξεκίνησε τέλη του 19ου αι. όταν μια ομάδα μποέμ καλλιτεχνών άρχισαν να μετακομίζουν εκεί δίνοντάς της έναν νέο παλμό διαφορετικό απ' αυτόν που είχε ζήσει στα χρόνια της ευημερίας αλλά και της παραγωγής. Από το 1960 κι έπειτα, η γειτονιά γέμισε και με φοιτητές κάτι που οδήγησε στο άνοιγμα μικρών μπυραριών κι εστιατορίων. Η κίνηση αυτή διέσωσε την εναπομείναντα αύρα αυτής της γειτονιάς καθώς η τότε διοίκηση της Γάνδης είχε προχωρήσει στις κατεδαφίσεις παλιών κι αχρησιμοποίητων γειτονιών της πόλης.
Σε αντίθεση με άλλες μεσαιωνικές γειτονιές που έχω επισκεφθεί στα ταξίδια μου, το Patershol απέχει από τις τουριστικές δραστηριότητες καθώς επιμένει να είναι κομμάτι των κατοίκων του κι όχι εκμεταλλεύσιμο προϊόν για τους επισκέπτες της πόλης. Τα εστιατόρια παραμένουν λίγα και διακριτικά, τα σπίτια είναι γεμάτα κατοίκους που επιθυμούν την ηρεμία της καθημερινότητάς τους. Μικρά ξέφωτα ξεπετάγονταν σε διάφορα στενά, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα όσων δεν επιχειρούσαν να εισχωρήσουν στη γειτονιά κι αρκούνταν στο να περπατήσουν δίπλα στο ποτάμι. Μικρά και πεντακάθαρα παγκάκια με καλούσαν να ξαποστάσω για να θαυμάσω τα πολύχρωμα λουλούδια που αιωρούνταν πάνω από το κεφάλι μου αλλά και τις καλλιτεχνικές ανησυχίες των μικρών κατοίκων πάνω σε παράθυρα και τοίχους.
Αντί να επιστρέψω προς το ποτάμι για να ακολουθήσω τη ροή του προς το ιστορικό κέντρο, περπάτησα προς την άλλη μεριά με την επιθυμία να περιπλανηθώ στα άγνωστα προάστια της Γάνδης. Το χρώμα εξακολουθούσε να κυριαρχεί στα γύρω σπίτια παρ όλο που ξεθώριαζε η καλλιτεχνική επιρροή της Patershol. Όμως που και που ξεπεταγόταν μια παιχνιδιάρικη λεπτομέρεια, όπως η μορφή του Τεν-Τεν στο παράθυρο ενός καλοδιατηρημένου σπιτιού ή η μορφή της κουκουβάγιας σε γκράφιτι.
Μια μικρή γέφυρα στάθηκε αφορμή για να ξαποστάσω λίγο καθώς το είδα ως ευκαιρία να παρατηρήσω τα σπίτια γύρω μου από μια διαφορετική θέση. Κι ενώ ρέμβαζα μαγεμένος από τον ήχο της ψιλής βροχής που έπεφτε κάθε τόσο, ξύπνησα από τις χαρούμενες φωνές μιας κοριτσοπαρέας που περνούσε από κάτω μου με μια βάρκα. Χαμόγελα, φιλιά και βελγικές φράσεις που δεν κατάφερα να καταλάβω. Μέχρι που μια απ τις κοπέλες μου ζήτησε να τις φωτογραφίσω. Ο βαρκάρης χαμήλωσε ταχύτητα και τα τρία κλικ του κλείστρου μου κράτησαν για πάντα αυτήν την τόσο ευχάριστη συνάντηση.
Το βράδυ, η γειτονιά αποκτούσε μια μυστηριακή όψη. Ο χαμηλός φωτισμός κι οι έρημοι δρόμοι σε ταξίδευαν πίσω στο μεσαίωνα. Άκουγες μια πόρτα να ανοίγει και περίμενες να εμφανιστεί κάποιος δικαστικός ή τιναζόσουν με το κουδουνάκι του ποδηλάτου και γυρνούσες περιμένοντας να δεις τον εργάτη που επέστρεφε κουρασμένος από τη φάμπρικα. Στο ποτάμι όμως τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά, ειδικά τη δεύτερη νύχτα στη Γάνδη που ήταν ιδανική. Το ποτάμι ήταν καθρέφτης κι ο ουρανός ξάστερος. Τα μπαράκια ήταν γεμάτα νεαρό κόσμο. Η μπύρα άφθονη και τα γέλια ατελείωτα. Αυτό που κρατάω από τις βόλτες μου στα εκεί στέκια είναι μια παρέα σε ένα μπαράκι που είχε βγάλει τα τραπεζάκια του σε μια κλιμακούμενη κατεβασιά προς το ποτάμι. Τα παιδιά κάθονταν δίπλα στο νερό και συζητούσαν με μια χαρωπή ζωντάνια. Στάθηκα στην αντίπερα όχθη και τους χάζευα άφοβα καθώς δεν με είχαν αντιληφθεί διότι ήμουν σε σκιερό μέρος. Είναι από τα σημεία και τις στιγμές που σπανίως συναντάει κάποιος στα ταξίδια του. Είναι τα σημεία που κάποιοι επίμονοι ταξιδευτές παύουν να είναι ξένοι και γίνονται μεμιάς κομμάτι της πόλης.
Κλείνοντας θέλω να μνημονεύσω την ομορφότερη μπυραρία της Γάνδης αν και θα μπορούσα να πω πως είναι μια από τις καλύτερες του Βελγίου, την Dulle Griet. Μπορεί να μη γεμίζει απ' έξω το μάτι αλλά τραβάει τη προσοχή με μια πινακίδα που έλεγε πως έχει πάνω από 500 είδη μπύρας. Δεν είχαμε τίποτα να χάσουμε απ το να την τιμήσουμε. Και τελικά η περιέργειά μας ανταμείφθηκε δεόντως καθώς εισχωρήσαμε στην πιο εντυπωσιακή μπυροπολιτεία. Το ντεκόρ, οι μπύρες, οι θαμώνες, το παπούτσι που δίνουν όσοι παραγγέλνουν μπύρα σε ποτήρι του ενός λίτρου. Στιγμές, γέλια, γεύσεις κι αρώματα που μας έχουν μείνει αξέχαστα. 

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2019

Γάνδη, η ατέρμονη γοητεία του γκρίζου



Στη δεύτερη επίσκεψη που πραγματοποίησα στο Βέλγιο, ενδιαφερόμουν περισσότερο να δω την τόσο φημισμένη Μπριζ και τον πλούτο της Αμβέρσας παρά την Γάνδη, την οποία είχα επιλέξει με τις λιγότερες προσδοκίες παρόλο που είχε τραβήξει το ενδιαφέρον μου. Όμως από την πρώτη στιγμή που περιπλανήθηκα στους δρόμους της, συνειδητοποίησα τη λάθος εκτίμησή μου για την ομορφότερη έκπληξη του ταξιδιού. Μετά από δυο μέρες περιπλανήσεων κάτω από τις σκιές των θεόρατων γκρίζων όγκων του ιστορικού κέντρου και ανάμεσα σε πολύχρωμες πινελιές των μποέμικων γειτονιών, διαπίστωσα πως η πόλη έχει δυο τελείως διαφορετικές όψεις. Το ένα μαρτυρά το ένδοξο παρελθόν της και το άλλο το ανέμελο παρόν της.
Παρ' όλο που το δωμάτιο βρισκόταν κοντά στο ιστορικό κέντρο, σκεφτήκαμε να το προσεγγίσαμε για πρώτη φορά μέσω ενός πιο ανορθόδοξου τρόπου καθώς προτιμήσαμε να περιπλανηθούμε για λίγο στο αστικό κομμάτι της πόλης, θέλοντας να αφουγκραστούμε τους καθημερινούς της ρυθμούς. Από την πανύψηλη σχολή των Καλών Τεχνών βρεθήκαμε έξω από την υπερμοντέρνα βιβλιοθήκη, η οποία ήταν στριμωγμένη ανάμεσα σε παλιές έρημες φάμπρικες. Το μαύρο της χρώμα χτυπούσε έντονα στο μάτι κι η αλήθεια είναι πως δεν μου έκανε κέφι να την επισκεφθώ. Μοντέρνο κτίριο, εντυπωσιακό αλλά λίγο περίεργο για βιβλιοθήκη.
Η απογοήτευσή μας κράτησε για λίγο καθώς από 'κεινο το σημείο συνεχίσαμε τη βόλτα μας προς το ιστορικό κέντρο. Πρώτος απ΄όλους ξεπετάχτηκε ο επιβλητικός ναός του Αγίου Μπάφο με το εντυπωσιακό μνημείο προς τιμή των αδελφών Φαν Άικ κι έπειτα μας ανοίχτηκε ένα από τα ομορφότερα ιστορικά κέντρα που έχω επισκεφθεί στα ως τώρα ταξίδια μου, μ' ένα πλήθος μεσαιωνικών κι αναγεννησιακών κτισμάτων που δεν υπέστησαν φθορές στους δυο παγκόσμιου πολέμους. Ο πανύψηλος πύργος Belfry ανάμεσα στα δυο καμπαναριά του Καθεδρικού και του Αγίου Νικολάου και στο βάθος ο πύργος με το ρολόι του ταχυδρομίου. Η καλοδιατηρημένη αίγλη της πόλης μαρτυρά πως η Γάνδη υπήρξε η δεύτερη μεγαλύτερη και πλουσιότερη μητρόπολη της μεσαιωνικής Ευρώπης.
Ο καθεδρικός του Αγίου Μπάφο είναι αφιερωμένος στον πρώτο ιεραπόστολο που ήρθε να κηρύξει τον χριστιανισμό στη Φλάνδρα και κατόπιν έγινε ερημίτης. Κτίστηκε στη θέση ενός προγενέστερου ξύλινου κι ακολούθησε όλες τις αρχιτεκτονικές τάσεις που μεσολάβησαν ως την ολοκλήρωσή του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να συναντήσουμε στοιχεία ρωμανικής αρχιτεκτονικής συνδεδεμένα άψογα με μπαρόκ και γοτθικό στυλ. Αυτό όμως που κερδίζει αμέσως τον θαυμασμό των επισκεπτών είναι το πανύψηλο καμπαναριό του με τις τέσσερις απότομες απολήξεις στην κορυφή.
Κατηφορίζοντας προς το ποτάμι, συναντάμε τον πύργο Belfry. Ίσως είναι λίγο υπερβολικό που έχει χαρακτηριστεί ως μνημείο της Unesco αλλά αυτό δε σημαίνει πως δεν είναι ένα ακόμη εντυπωσιακό κτίσμα της πόλης. Μου κέρδισε όμως τις εντυπώσεις εσωτερικά καθώς σε έναν από τους ορόφους προβαλλόταν ένα ντοκιμαντέρ για την παρασκευή καμπανών. Ήταν μια ενδιαφέρουσα στάση μέχρι να ανέβω στη κορυφή. Από εκεί ψηλά απόλαυσα το μεγαλείο της πόλης. Ο Καθεδρικός απέναντί μου έστεκε λαμπρότατος ενώ από την άλλη μεριά αναπτυσσόταν η κομψότητα του Αγίου Νικολάου. Επίσης κάτω από τις καμπάνες υπάρχει μια μικρή αίθουσα με το μουσικό όργανο που παράγει τις παιχνιδιάρικες μελωδίες του πύργου όποτε σημαίνει την ώρα. Στην κορυφή του πύργου ισορροπεί ένας ιπτάμενος δράκος ο οποίος προστατεύει την Γάνδη. Ένα ακόμη στοιχείο που αποδεικνύει πως η πόλη είναι παραμυθένια.
Μέσα στα ιστορικά κτίσματα της παλιάς πόλης ορθώνεται ένα ανορθόδοξο σύγχρονο κατασκεύασμα, το City Pavilion. Παρ' όλο που δε ταιριάζει καθόλου με τα κτίρια γύρω του κι η χρηστικότητά του είναι σχεδόν μηδαμινή, είχε κάτι που με τραβούσε να το παρατηρήσω εξονυχιστικά. Η πρόσφατη κατασκευή του προκάλεσε αρκετές αντιδράσεις στους κατοίκους κι όχι άδικα. Όμως το βράδυ αποκτά μια μυσταγωγική αύρα. Το χρυσαφί φως που κατεβαίνει από την οροφή του το μετατρέπει σε μια ουράνια πύλη που σε οδηγεί στο άγνωστο. Μάλιστα ένα από τα δύο βράδια που περιπλανιόμουν στη πόλη, έπεσα πάνω σε έναν νεαρό που έπαιζε με το βιολοντσέλο του κάτω από την επιβλητική στέγη. Ο ήχος απλωνόταν σε όλο το χώρο μαγεύοντας κάθε περαστικό που έστεκε για λίγη ώρα να απολαύσει την ονειρική του μουσική.
Πιο πέρα ο ρωμαιοκαθολικός ναός του Αγίου Νικολάου φαίνεται να χει θαμπώσει με την ατέρμονη αισθητική πάλη που έχει με τα μεταγενέστερα κτίσματα. Στιβαρός με ένα ογκώδες πύργο αλλά λιτός και φτωχός σε εσωτερική διακόσμηση. Τη μέρα που τον επισκεφθήκαμε είχε μια έκθεση ζωγραφικής που ούτε αυτή κέρδισε τις εντυπώσεις μας.
Παρ όλα αυτά κι ενώ παραμένω ενθουσιασμένος με το ιστορικό κέντρο της Γάνδης κι έχω θαυμάσει τους Μαυριτανούς χορευτές στην πρόσοψη του παλιού δημαρχείου και την εντυπωσιακή γοτθική όψη του νέου δημαρχείου αλλά και το πανέμορφο ταχυδρομίο με τον πύργο του, φτάνω στο σημείο της απόλυτης αποκάλυψης, στη γέφυρα του Αγίου Μιχαήλ. Από κάτω που περνάει ο ποταμός Λυς. Γύρω του ορθώνονται πανέμορφα αρχοντικά σπίτια. Ο περίπατος στις όχθες του είναι άκρως ρομαντικός. Στη μέση της γέφυρας στέκει το άγαλμα του Αγίου Μιχαήλ που σκοτώνει τον δράκο. Κάποιος έχει κολλήσει μια λευκή καρδιά στο στήθος του. Στρεφόμενος απ αυτό το σημείο προς την πόλη, μένω άναυδος. Όλα τα επιβλητικά κτίσματα που προηγουμένως επισκέφθηκα είναι παρατεταγμένα στη σειρά. Δε ξέρεις ποιο να πρωτοθαυμάσεις. Πέρασα αρκετές ώρες πάνω σ' αυτήν την γέφυρα σε όλες τις φάσεις της μέρας και της νύχτας καθώς οι μορφές γύρω μου άλλαζαν αναλόγως με το που βρισκόταν ο ήλιος. Γι' αυτήν και μόνο την εικόνα άξιζε όχι μόνο η επίσκεψή μου στην Γάνδη αλλά σε ολόκληρο το Βέλγιο.
Από την γέφυρα κατέβηκα στον ποταμό. Από τη μια μεριά υπήρχαν αρχοντικά κτίτια του 16ου και 17ου αι. με τις κλιμακωτές τους απολήξεις και τα καλαίσθητα διακοσμητικά ανάγλυφα κι από την άλλη έστεκαν μεταγενέστερα αρχοντικά που σέβονταν το παρελθόν και το ύφος της πόλης.
Ο περίπατος στο ποτάμι με έβγαλε στο κάστρο Χράφενστέην, το οποίο δείχνει να επιπλέει σε μια μικρή λίμνη που σχηματίζει το ποτάμι. Καλοδιατηρημένο στέκει ακόμα με τα λάβαρά του να ανεμίζουν περήφανα πάνω από τις πολεμίστρες. Από έναν Έλληνα που γνώρισα στην Αμβέρσα, έμαθα πως κάποτε λειτούργησε ως ορμητήριο εξεγερμένων φοιτητών. Οι νεαροί είχαν ταμπουρωθεί μες στο οχυρό και πετούσαν από τα τείχη μπουκάλια μπύρας. Το πάθος τους ήταν τόσο μεγάλο που στο τέλος κέρδισαν αυτά που διεκδικούσαν. Το γεγονός αυτό μου άρεσε περισσότερο απ' την υπόλοιπη μεσαιωνική ιστορία του κάστρου.
Η βόλτα ολοκληρώνεται στη παλιά ψαραγορά με τις μικρές τις γραφικές μπυραρίες και τις άφθονες πατάτες.
Όμως το καλύτερο δώρο μου το επιφύλαξε η πόλη το τελευταίο βράδυ. Μετά την απογευματινή βροχή ήρθε η νυχτερινή γαλήνη. Ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος και το ποτάμι τόσο ήρεμο που η επιφάνειά του είχε μετατραπεί σε έναν τεράστιο καθρέφτη. Έτσι η πόλη απέκτησε δυο αντιστρεφόμενες όψεις. Μια πάνω και μια κάτω. Ήταν σκέτη μαγεία να περπατάω στις όχθες και να παρατηρώ τα είδωλα των κτιρίων στην αρυτίδωτη επιφάνεια του νερού.
Επίσης κάτι που θα μου μείνει αξέχαστο ήταν μια παρεΐστικη μάζωξη καγιάκ που έκανε βόλτες στο ποτάμι έχοντας αναμένους πυρσούς στο πίσω μέρος των σκαφών. Ένας αξέχαστος μυσταγωγικός αποχαιρετισμός της πόλης που με συγκίνησε αρκετά.

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2019

Αμβέρσα, το διαμαντένιο λιμάνι του βορρά



Γνώρισα για πρώτη φορά την αίγλη της Αμβέρσας μέσα από την γραφή του Βίνφριντ Γκέοργκ Ζέμπαλντ. Ο αείμνηστος Γερμανός συγγραφέας είχε αφιερώσει αρκετές σελίδες ενός εκ των βιβλίων του περιγράφοντας ένα φρούριο που βρίσκεται εκτός πόλης και είχε λειτουργήσει ως στρατόπεδο συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και φυσικά για τον εντυπωσιακό σιδηροδρομικό σταθμό. Απ' αυτό το πανέμορφο αρχιτεκτονικό κόσμημα ξεκίνησα με μεγάλες προσδοκίες τη βόλτα μου σε ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια της Ευρώπης.
Έχοντας συγκεντρώσει αρκετές πληροφορίες για την Αμβέρσα, πήγα στο κεντρικό σταθμό των Βρυξελλών κι αναχώρησα για τα ολλανδοβελγικά σύνορα. Ο δροσερός ήλιος του πρωινού άφηνε μόνο κούφιες υποσχέσεις καθώς η πρόγνωση του καιρού έδειχνε βροχές ως το μεσημέρι. Όσο ανέβαινα βόρεια τόσο τα σύννεφα απλώνονταν απειλητικά πάνω από τα βαγόνια. Μπροστά μου μια οικογένεια Ιταλών μου κρατούσαν συντροφιά με τις τραγουδιστές τους συζητήσεις σε μια διαδρομή που κράτησε λίγο παραπάνω από μια ώρα. Τα πρώτα σπίτια της πόλης τα είδα από ψηλά, καθώς μία μεγάλη γέφυρα μας πέρασε πάνω από τα προάστια λίγο πριν εισέλθουμε στον τερματικό σταθμό.
Βγήκα με ανυπομονησία από το βαγόνι, δυο πατώματα κάτω από την κεντρική αίθουσα του σταθμού. Σήκωσα το κεφάλι ψηλά κι αντίκρισα την μεγάλη γυάλινη οροφή. Το βλέμμα μου ακολούθησε τις μεταλλικές γραμμές της κατασκευής που οδηγούσαν στο κεντρικό κτίριο με το κομψό ρολόι και τα νεομπαρόκ αρχιτεκτονικά στοιχεία. Από ένα άνοιγμα κοίταξα τα υπόλοιπα επίπεδα του σταθμού. Ένα χάος επικρατούσε από κάτω μου με 25 διαφορετικές πλατφόρμες. Τραίνα από Ολλανδία, Γερμανία και Βρυξέλλες έφταναν κι αναχωρούσαν κάθε τόσο διατηρώντας την ατέρμονη μητροπολιτική αύρα του σταθμού. Ο σιδηροδρομικός σταθμός της Αμβέρσα χτίστηκε το 1905 και θεωρείται μέχρι σήμερα ως ένας από τους ομορφότερους της Ευρώπης κι όχι άδικα.
Αφού θαύμασα τον θεόρατο θόλο στην αίθουσα εισιτηρίων και τις δύο πανέμορφες εισόδους του σταθμού, κινήθηκα προς το ιστορικό κέντρο. Ένας μεγάλος φιδωτός πεζόδρομος με παρατεταγμένα αρχοντικά κτίρια, με οδηγούσε προς το ποτάμι. Το γκρίζο των προσόψεων που εντεινόταν απ τη συννεφιά, έσπαγε από τις χρυσές πινελιές των γλυπτών κι ανάγλυφων διακοσμητικών. Σε πολλά σημεία συνάντησα πλώρες καραβιών και του προστάτη των εμπόρων θεού Ερμή. Δεν ήταν τυχαίες αυτές οι επιλογές καθώς η Αμβέρσα πέρα από μεγάλο λιμάνι, θεωρείται κι η μεγαλύτερη αγορά διαμαντιών στον κόσμο. Επιστέγασμα της οικονομικής ευφορίας που έζησε η πόλη στις αρχές του περασμένου αιώνα, είναι ο πύργος KBC με τους 26 ορόφους του. Ο πρώτος ουρανοξύστης της Ευρώπης, ο οποίος κατασκευάστηκε το 1932.
Αφού πέρασα κάτω από τη σκιά του Boerentoren, χάθηκα στα στενά της παλιάς πόλης. Μικρά μαγαζάκια με όμορφες πραμάτειες και καφετέριες με ζεστή ατμόσφαιρα, έδιναν χρώμα στη βροχερή μου βόλτα. Κάπου εκεί συνάντησα τον ναό του Αγίου Ιακώβου. Ένας μικρός και με διακριτική παρουσία ναός, ο οποίος φημίζεται για τον εντυπωσιακό εσωτερικό του διάκοσμο και περηφανεύεται που φυλάσσει εντός του τον τάφο του φημισμένου ζωγράφου Ρούμπενς. Καθώς προσέγγιζα την είσοδό του, είδα έναν γεροντάκι να βγαίνει και να κλειδώνει την μεγάλη ξύλινη πόρτα. Επιτάχυνα το βήμα, προλαβαίνοντάς τον την ώρα που έβαζε το κλειδί στη τσέπη. Με σπαστά γαλλικά τον ρώτησα αν μπορώ να εισέλθω στο ναό. Ξαφνιασμένος γύρισε προς τη μεριά μου και με μια κίνηση του χεριού του προς το στόμα, μου είπε ένα λιτό "manger" και χάθηκε στο διπλανό στενό. Τελικά από Ρούμπενς, αρκέστηκα στο να επισκεφθώ το σπίτι του που έχει μετατραπεί σε μουσείο, μέσα στο οποίο βρίσκονταν αρκετοί γνωστοί του πίνακες με σημαντικότερο όλων μία του αυτοπροσωπογραφία. Περισσότερο όμως με άγγιξε ο πίνακας με το νεκρό βρέφος. Διαβάζοντας το βιβλιαράκι που είχα προμηθευτεί μαζί με το εισιτήριο, έμαθα πως οι γονείς των νεκρών μωρών, ζητούσαν από καλλιτέχνες να ζωγραφίσουν τα πορτραίτα τους πριν την ταφή καθώς δε θα τους δινόταν άλλη ευκαιρία. Στάθηκα αρκετή ώρα μπροστά στο πίνακα παρατηρώντας την ανατριχιαστικά γαλήνια απεικόνιση του προσώπου και το ευλαβικό κράτημα ενός κομμένου κλωναριού στα νεκρά του χεράκια.
Την περισσότερη ώρα των περιπλανήσεών μου, την πέρασα στην κεντρική πλατεία της πόλης. Από τη μια μεριά θύμιζε αρκετά τη Grand Place των Βρυξελλών ενώ από την πλευρά που δέσποζε ο Καθεδρικός Ναός της Παναγίας, μου έφερνε στο νου τα πανύψηλα κτίσματα της Γάνδης. Μόνο το δημαρχείο δε κατάφερα να θαυμάσω καθώς ήταν κρυμμένο πίσω από σκαλωσιές.
Στο κέντρο της πλατείας έστεκε ένα ψηλό συντριβάνι που αναπαριστούμε τον θρύλο απ' τον οποίον πήρε το όνομά της η πόλη. Σύμφωνα με τη λαογραφία, κάποιος γίγαντας με το όνομα Αντιγκόν ζούσε κοντά στον ποταμό Σχέλντε και ζητούσε δικαιώματα διέλευσης από τους βαρκάρηδες του ποταμού. Όποιος αρνούνταν να του δώσει λεφτά, του έκοβε το χέρι και το πετούσε στα νερά. Τελικά, ο γίγαντας φονεύθηκε από έναν νεαρό ήρωα, τον Σίλβιο Μπράμπο. Ο Βέλγος "Δαβίδ" αφού πρώτα σκότωσε τον ποταμίσιο "Γολιάθ", του έκοψε το χέρι και το πέταξε κι αυτός με τη σειρά του στο ποτάμι. Από το γεγονός αυτό βγήκε το όνομα Antwerpen, από τις ολλανδικές λέξεις hand και werpen, που σημαίνουν "χέρι" και "πετώ"
Την ώρα που βόλταρα στην πλατεία, μία ομάδα μαθητών πραγματοποιούσε μια πρωτότυπη οικολογική διαμαρτυρία. Αφού πρώτα ξάπλωσαν στο πλακόστρωτο και σχημάτισαν ένα μεγάλο ερωτηματικό, στη συνέχεια μοίρασαν στους περαστικούς διάφορα φυλλάδια. Προτού πάρω το δικό μου, ξέσπασε ένα ισχυρό μπουρίνι. Μεμιάς η πλατεία άδειασε. Οι περισσότεροι κλείστηκαν στις γύρω μπυραρίες περιμένοντας να κοπάσει η βροχή ενώ εγώ έτρεξα λίγο παραπέρα φτάνοντας βρεγμένος στην είσοδο του καθεδρικού, του οποίου η επιβλητική του πρόσοψη επιβεβαίωνε τον εντυπωσιακό εσωτερικό του διάκοσμο καθώς ένα μέρος του ναού είχε μετατραπεί σε μια μοντέρνα πινακοθήκη. Στο κεντρικό του σημείο ήταν στημένες οι καρέκλες των πιστών ενώ στις πλαϊνές πλευρές του ναού είχαν στηθεί διάφορα εντυπωσιακά τρίπτυχα, δυο εκ των οποίων άνηκαν στον Ρούμπενς. Περιφερόμενος στο εσωτερικό του ναού συνάντησα σε μία γωνία μια ομάδα συντηρητών που επούλωναν τις φθορές των τοιχογραφιών. Πήγα κοντά τους και διακριτικά θαύμασα το έργο και την υπομονή τους. Έμεινα γι' αρκετή ώρα στην εκκλησία καθώς η βροχή απ' έξω δεν έλεγε να κοπάσει. Λίγο πριν με πιάσει η απελπισία, έκανε την εμφάνισή του ο ήλιος δίνοντας ζωντάνια στα λιτά από διακοσμητικά βιτρό παράθυρα του ναού.
Βγήκα δειλά από τον καθεδρικό διαπιστώνοντας πως πράγματι ο ουρανός καθάρισε κι ένας ζεστός ήλιος χάιδευε τις βρεγμένες προσόψεις των σπιτιών και τις γυαλισμένες από τα νερά πέτρες της πλατείας. Σκέφτηκα να δω και την άγνωστη πλευρά της πόλης, οπότε κίνησα γεμάτος περιέργεια προς το λιμάνι. Αφού βγήκα απ' το ιστορικό κέντρο, βρέθηκα σε μια έρημη πλατεία γεμάτη μπαρ. Ένα απ' αυτά είχε το όνομα "Αθήνα". Από κει, συνέχισα τη βόλτα μου σε ένα φαρδύ πεζόδρομο που οδηγούσε προς το Μουσείο του Ποταμού. Κι ενώ περιπλανιόμουν αμέριμνος, έπιασα με την άκρη του ματιού μου μια περίεργη κίνηση. Στράφηκα προς μια βιτρίνα κι αμέσως ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο με μια όμορφη ημίγυμνη γυναίκα. Χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα στο δρόμο με τα κόκκινα φανάρια της Αμβέρσας. Σαν ένας άλλος Οδυσσέας περιτριγυρισμένος από σειρήνες, συνέχισα τη βόλτα μου προς το ποτάμι μοιράζοντας απλόχερα το χαμόγελό μου σε κάθε κορίτσι που με χαιρετούσε.
Ο πεζόδρομος με τα κορίτσια μ έβγαλε σ' ένα φαρδύ κανάλι όπου στη μέση του υψωνόταν το μουσείο του ποταμού. Στο κτίσμα κυριαρχούσε το κοκκινωπό χρώμα των βάλτων και το τζάμι. Περπάτησα περιμετρικά του και προσπέρασα διακριτικά μια ομάδα Ελλήνων που έπιναν τις μπύρες τους σε ένα παγκάκι. Το κτίριο ήταν εντυπωσιακό αλλά η θεματολογία του δεν μου τράβηξε το ενδιαφέρον.
Κατηφόρισα παράλληλα με το ποτάμι. Στο βάθος διέκρινα τους γερανούς του λιμανιού και τα τεράστια σιλό. Ένα ολλανδικό ποταμόπλοιο πέρασε αθόρυβα από κοντά μου, καθώς συνέχιζα τη βόλτα μου προς το ιστορικό κέντρο. Ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει προς τη δύση. Άρχισα να επιστρέφω προς το σταθμό καθως δε γνώριζα τι ώρα είναι το τελευταίο τραίνο για Βρυξέλλες.
Πριν φύγω όμως από την πόλη, έκανα μια τελευταία βόλτα στη Zurenborg, μια μικρή γειτονιά του 19ου αι. σε στυλ μπελ-επόκ με πολλά αρχιτεκτονικά στοιχεία αρτ-νουβώ. Κάποιος μου χε πει πως έχει τη φήμη της πιο γνήσιας αστικής γειτονιάς στην Ευρώπη. Η αλήθεια είναι πως δεν συνάντησα κάτι τέτοιο παρ' όλο που ήταν μια ήρεμη και πεντακάθαρη περιοχή με μια γλυκιά πλατεία στο κέντρο της γεμάτη καλόγουστα μπαράκια. Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι πως είχε πολλές συναγωγές, ενώ στο δρόμο συναντούσα συνέχεια Εβραίους ορθόδοξους με τις μαύρες τους ενδυμασίες, τα φαρδιά τους καπέλα και τα δυο στριφογυριστά κοτσιδάκια να κρέμονται στο πρόσωπό τους.
Λίγο πριν την αναχώρηση, κι ενώ περίμενα το τραίνο μου στην πλατφόρμα 23 θαυμάζοντας για τελευταία φορά τον σιδηροδρομικό σταθμό, κάτι άρχισε να μυρίζει έντονα. Στον μικρό πανικό που προκλήθηκε, μάθαμε πως μία εγκατάσταση έπιασε φωτιά μ' αποτέλεσμα να ακινητοποιηθούν κάποιοι συρμοί, μέσα σ' αυτούς κι ο δικός μου. Αυτό είχες ως αποτέλεσμα να μετακινηθούμε σε άλλη πλατφόρμα όπου μας περίμενε ένα άλλο τραίνο για Βρυξέλλες. Πολλοί θα το χαρακτήριζαν ως ένα ατυχές γεγονός. Για μένα ήταν απλώς μια ευχάριστη παράταση της παρουσίας μου σ' αυτό το τόσο όμορφο αρχιτεκτονικό στολίδι.
Μ' αυτήν την εικόνα αποχαιρέτησα την Αμβέρσα.

Τετάρτη, 10 Απριλίου 2019

Μπολόνια, μια πόλη κόκκινη, χοντρή και λόγια



Παρασκευή μεσημεράκι αναχωρήσαμε από την αττική γη, ανυπόμονοι να γνωρίσουμε μια ακόμη γωνιά της ιταλικής χερσονήσου. Για καλή μου τύχη, μου παραχώρησαν τη θέση του παραθύρου. Από κάτω μου είδα να αποκαλύπτεται ολόκληρη η μεγαλειότητα του Παρνασσού, η ηρεμία των νησιών του Ιονίου και οι άγνωστες ακτές της Αλβανίας. Τελευταίο κομμάτι των Βαλκανίων ήταν το νησί Σάσων, το μοναδικό της γειτονικής μας χώρας. Έκτοτε ακολούθησε η ανταριασμένη επιφάνεια της Αδριατικής. Ξαναείδαμε χέρσα γη όταν φτάσαμε πάνω από το λιμάνι της Ανκόνα με την μακρόστενη ευθεία ακτή που φτάνει ως το Πέζαρο. Το αεροπλάνο είχε ήδη μειώσει ύψος καθώς απείχαμε από την Μπολόνια μισή ώρα. Έτσι κατάφερα να δω πεντακάθαρα το κάστρο της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μαρίνου να εξέχει σε έναν απότομο βράχο πάνω από την ιταλική ύπαιθρο. Ήταν θέμα χρόνου να εμφανιστεί με τη σειρά της η κατακόκκινη Μπολόνια. Μετά από λίγα λεπτά περάσαμε ακριβώς από πάνω της, διακρίνοντας τους ψηλούς της πύργους και το ερυθρό χρώμα των κτιρίων της.
Στο δωμάτιο φτάσαμε το απόγευμα πια αφού πρώτα περάσαμε από την πανεπιστημιούπολη, η οποία είχε κατακλυστεί από φοιτητικές και φεμινιστικές παρατάξεις λόγω της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας. Αφήσαμε τα πράγματά μας και ξεχυθήκαμε ανυπόμονοι στους δρόμους για να πάρουμε μια πρώτη γεύση. Η Μπολόνια αμέσως μας ρούφηξε στα ενδότερά της με το δίκτυο των στοών της (το μεγαλύτερο στον κόσμο) που ένωνε τα οικοδομικά τετράγωνα. Διασχίζοντας μια απ' αυτές τις στοές, βρεθήκαμε κάτω από τη σκιά των δυο θεόρατων πύργων, του Torre Asinelli και του Torre Garisenda. Αυτοί οι πύργοι άνηκαν σε δυο πανίσχυρες οικογένειες, οι οποίες προσπαθούσαν να δείξουν την οικονομική τους ισχύ με το ύψος των κτισμάτων τους. Νομίζω πως φαίνεται ξεκάθαρα ο νικητής της συγκεκριμένης μάχης. Σήμερα οι δυο αυτοί πύργοι έχουν γείρει υπερβολικά, ειδικά ο πιο μικρός αλλά ως εκ θαύματος στέκονται ακόμη όρθιοι. Είναι εντυπωσιακό το πόσο έντονα φαίνεται η κλίση τους όταν βρίσκεσαι από κάτω. Ο ένας απ' τους δυο είναι ανοιχτός για το κοινό, αρκεί να χεις την σωματική δύναμη να ανέβεις τα 498 σκαλοπάτια. Δεν το επιχείρησα διότι προτίμησα να κρατήσω δυνάμεις για την ανάβαση της μεγαλύτερης στοάς του κόσμου που σε οδηγούσε στην εκκλησία Madonna di San Luca, σε έναν λόφο λίγο πιο έξω από την πόλη.
Το βράδυ μας βρήκε να βολτάρουμε στα στενά σοκάκια κοντά στη Πιάτσα Ματζόρε, όπου έσφιζαν από ζωή, καλή μουσική κι άφθονη ιταλική μπύρα συνοδευόμενη με αλλαντικά και τυριά. Κάποια στιγμή ακούσαμε φωνές, συνθήματα και μουσικές να έρχονται από την κεντρική πλατεία. Φτάνοντας κοντά, διαπιστώσαμε πως είχε στηθεί ένα αυθόρμητο γλέντι. Ζωντάνια, χαμόγελα, παθιασμένες ιαχές, χρώματα κι αρώματα. Όμως η πιο συγκινητική στιγμή ήρθε με την έλευση μιας παράταξης, η οποία εισήλθε στην πλατεία τραγουδώντας το Bella Ciao. Δεν περίμενα ποτέ να το ακούσω ζωντανά ντυμένο στην πολιτική του χροιά. Πόσο μάλλον να το ακούσω ζωντανά στην Ιταλία, και μάλιστα στην έντονα πολιτικοποιημένη Μπολόνια. Η εκδήλωση μετατράπηκε σε υπαίθριο πάρτι που κράτησε ως τα μεσάνυχτα. Από εκείνο το βράδυ, αποφασίσαμε πως η Πιάτσα Ματζόρε πρέπει να γίνει το βραδινό μας στέκι.
Το επόμενο πρωί ανεβήκαμε νωρίς στον λόφο με την εκκλησία που περήφανη προστατεύει την εικόνα της Παναγίας που υποτίθεται πως ζωγράσει ο Άγιος Λουκάς. Μαζέψαμε όσες δυνάμεις είχαμε κι αφού πεισμώσαμε, ξεκινήσαμε την ανάβαση στη μεγαλύτερη στοά του κόσμου με τις 600 καμάρες της και με μήκος 3.796 μέτρα. Φτάνοντας εξουθενωμένοι πάνω, χαλαρώσαμε λίγη ώρα στον προαύλιο χώρο του ναού, ο οποίος ήταν γεμάτος εκείνη την ώρα με κόσμο καθώς η εκκλησία είχε λειτουργία. Ο ναός ήταν επιβλητικός κι όμορφος κι η θέα από κει ψηλά είχε ένα ενδιαφέρον κυρίως αν ενδιαφερόσουν να απολαύσεις την ιταλική ύπαιθρο κι όχι την πόλη. Χωρίς να χάνουμε χρόνο κι αφού ανακτίσαμε πάλι τις δυνάμεις μας, κατηφορίσαμε προς την πόλη με την επιστροφή να είναι πιο εύκολη. Είχε έρθει η ώρα να γνωρίσουμε την ηλιόλουστη όψη της πόλης.
Η Μπολόνια δε φημίζεται ιδιαίτερα για τα μνημεία της. Από τους πολλούς πύργους που είχε κάποτε, πλέον δεσπόζουν οι δυο γνωστοί που έχουν γίνει σύμβολο της. Είναι όμως περήφανη για το Αρχιγυμνάσιο και το Πανεπιστήμιό της, που διατηρεί μια νεανικότητα στην πληθυσμιακή της ιδιοσυγκρασία. Το Αρχιγυμνάσιο (Archiginnasio di Bologna) είναι ένα από τα σημαντικότερα κτίρια της πόλης. Κτίστηκε το 1562 από τον Αντόνιο Μοράντι και υπήρξε έδρα του παλαιού Πανεπιστημίου από το 1563 ως το 1803. Είναι γεμάτο έργα τέχνης κι έχει μία πλούσια συλλογή με τα οικόσημα μαθητών που φοίτησαν εκεί. Στους τοίχους του προαύλιου χώρου συναντήσαμε τουλάχιστον 600 οικόσημα. Επίσης διαθέτει μια αίθουσα αφιερωμένη στη μελέτη της ανατομίας υπό μορφή αμφιθεάτρου, η οποία χρονολογείται από το 1637. Από το 1838 είναι έδρα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης (Biblioteca Comunale). Αξίζει να το επισκεφθεί κανείς και να περιπλανηθεί στο εσωτερικό προαύλιό του. Δεν υπάρχει σπιθαμή τοίχου που να μην είναι διακοσμημένη με κάποιο οικόσημο, ανάγλυφο ή έστω ζωγραφικό θέμα.
Το σημερινό Πανεπιστήμιο έχει μεταφερθεί λίγο πιο έξω από το ιστορικό κέντρο. Εκεί χτυπάει η δεύτερη καρδιά της Μπολόνια. Όλο το 24ωρο σφύζει από ζωή, τόσο ο δρόμος που περνάει από το Πανεπιστήμιο όσο και τα γύρω στενά που είναι γεμάτα μπαρ κι εστιατόρια. Η γειτονιά που μέναμε είχε έντονο παλμό ως τις πρώτες πρωινές ώρες. Μπορεί για κάποιους να ήταν ενοχλητικό αλλά προσωπικά το απολάμβανα.
Τα σημαντικότερα κτίρια της πόλης βρίσκονται παρατεταγμένα στην Πιάτσα Ματζιόρε. Εκεί δεσπόζει το Παλάτσο Κομουνάλε (ή Παλάτσο ντ'Ακκούρσιο) χτισμένο τον 13ο-15ο αιώνα και το Παλάτσο ντελ Ποντεστά (Palazzo del Podestà) του 1485. Δίπλα βρίσκεται το παλάτι του βασιλιά Έντσο (Palazzo Re Enzo) το οποίο χρονολογείται από το 1244, ενώ η σημερινή του μορφή οφείλεται στην ανακαίνιση γοτθικού ρυθμού από τον Αλφόνσο Ρουμπιάνι το 1905. Τα περισσότερα παλάτια της Μπολόνια χρονολογούνται κυρίως από την εποχή που η πόλη συμπεριλαμβανόταν στα Παπικά Κράτη τον 16ο με 18ο αιώνα και ανήκαν στις οικογένειες των γερουσιαστών που κυβερνούσαν τη Μπολόνια εκείνο τον καιρό.
Επίσης στην Πιάτσα Ματζιόρε βρίσκεται κι η Βασιλική του Άγιου Πετρόνιου, η οποία είναι η 5η μεγαλύτερη εκκλησία στον κόσμο. Εξωτερικά ξεχωρίζει για την ημιτελής της πρόσοψη, κάτι που της προσφέρει μια μοναδικότητα στις τόσες εκκλησίες που έχω επισκεφθεί στην Ιταλία. Περπατώντας στους δρόμους που είναι στα πλαϊνά της, μπορεί να συνειδητοποιήσει κανείς τον όγκο της αλλά και τις βλέψεις που είχαν για τη μετατροπή της σε ένα ακόμη μεγαλύτερο οικοδόμημα. Τα μεγάλα σχέδια που είχαν για τον συγκεκριμένο ναό, μπορεί να τα δει κανείς στο μικρό μουσείο που βρίσκεται εντός της βασιλικής. Όπως επίσης μπορεί κανείς να θαυμάσει σε μακέτα την ολοκληρωμένη πρόσοψη που ναού. Επίσης στο εσωτερικό της ξεχωρίζει το περίφημο ηλιακό ρολόι που θεωρείται υπεύθυνο για τη δημιουργία των δίσεκτων ετών.
Τέλος, ένα όμορφο σημείο της πόλης είναι οι επτά εκκλησίες του Αγίου Στεφάνου. Αποτελείται από ένα σύμπλεγμα επτά εκκλησιών διαφορετικού ρυθμού, οι οποίες συμβολίζουν τη πορεία του Χριστού προς την Σταύρωση. Το κτίσιμο αυτού του συμπλέγματος ξεκίνησε τον 9ο αι. κι ολοκληρώθηκε το 1900. Αυτή η χιλιετηρίδα που χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί, δημιούργησε μια ασυμμετρία μεταξύ των κτισμάτων. Ο χαμηλός φωτισμός σε αρκετά σημεία δεν με βοήθησε να απολαύσω ιδιαίτερα τον εσωτερικό του διάκοσμο. Όμως στις κλειστές του αυλές του επικρατεί μια απροσδιόριστη κι άκρως αναγκαία ηρεμία. Η πλατεία μπροστά από τις επτά εκκλησίες του Αγίου Στεφάνου, είναι ένα ακόμη ζωντανό κομμάτι της πόλης. Την ημέρα στήνονται πάγκοι με αντίκες, βιβλία κι άλλα πολλά αντικείμενα που αναζητούν συνήθως οι συλλέκτες ενώ το βράδυ η ζωντάνια μεταφέρεται στις καφετέριες και τα εκλεπτυσμένα μπαρ.
Δε θα ξεχάσω το τελευταίο βράδυ που θέλησα να κάτσω στα σκαλοπάτια του Αγίου Πετρόνιου. Με μια μπύρα στο χέρι, προσπάθησα να γίνω ένα με τις παρέες που καλαμπούριζαν γύρω μου. Κοιτώντας το παλιό δημαρχείο, το συντριβάνι του Ποσειδώνα και τα Παλάτσα, ένιωσα αμέσως μια οικειότητα που έχω αισθανθεί και με άλλες ιταλικές πόλεις. Με την Μπολόνια όμως να με δένει με ένα σημαντικό γεγονός. Τις μέρες που περιφερόμουν στις ατέλειωτες στοές της, αποφάσισε ο παππούς μου να φύγει. Εκείνο το βράδυ λοιπόν, παρατηρώντας για τελευταία φορά την πόλη και τη ζωντάνια των φοιτητών της, έφερνα στο μυαλό μου όμορφες στιγμές με τον παππού μου. Στιγμές και εικόνες που θα τον κρατήσουν για πάντα ζωντανό μέσα μου. Και μ' αυτές τις σκέψεις έγινα ένα με την Μπολόνια. Ένιωσα τους ατέρμονους παλμούς της, το νεανικό της πάθος και την αιώνια γοητεία της.
Επιστρέφοντας στο σπίτι, ένας νεαρός σεφ που βγήκε από το εστιατόριο να κάνει τσιγάρο, μου ζήτησε φωτιά. Χαμογέλασα που με πέρασε για Ιταλό και του απάντησα ευγενικά πως δεν είχα αναπτήρα πανω μου. Εκείνος μου έγνεψε φιλικά και χάθηκε πάλι στη κουζίνα. Ήταν γεγονός πως η πόλη αυτή με είχε αγκαλιάσει.

Κλείνοντας θα ήθελα να αναφέρω πως το συγκεκριμένο ταξίδι το αφιερώνω στη μνήμη του παππού μου Κωνσταντή. 

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2019

Ραβέννα, το μικρό Βυζάντιο της Ιταλίας



Ποτέ δεν είχα φανταστεί πως θα επισκεφθώ την περίφημη Ραβέννα. Μια πόλη ξεχασμένη στις ανατολικές ακτές της Ιταλίας, χωρίς να ανήκει στην ομάδα των γνώριμων προορισμών αυτής της χώρας. Η σπουδαία πρωτεύουσα του άλλοτε βυζαντινού εξαρχάτου, βρίσκεται σε μια χρόνια νάρκη προσπαθώντας μ' αυτόν τον τρόπο να προφυλάξει τους ανεκτίμητους βυζαντινούς θησαυρούς και τον τάφο του Δάντη από τις ενίοτε καταστρεπτικές ορδές των τουριστών.
Ο σιδηροδρομικός σταθμός που μας άφησε το πρωινό τραίνο βρίσκεται στα όρια της πόλης και μας καλωσόρισε με ένα δροσερό αεράκι προερχόμενο από την Αδριατική. Λίγοι επιβάτες κατεβήκαμε στον σταθμό και κινηθήκαμε προς την έξοδο του κτιρίου. Ο αριθμός των επισκεπτών ήταν τόσο μικρός που μεμιάς σκόρπισε στους γύρω δρόμους. Μόνο ένα γκρουπ ηλικιωμένων με κόκκινα καπελάκια είχε μείνει συγκεντρωμένο στην μικρή πλατεία του σταθμού κι άκουγε πειθήνια τις πληροφορίες που τους έλεγε μια χαριτωμένη ξεναγό. Τους προσπεράσαμε διακριτικά προσπαθώντας να ξεφύγουμε από την ταμπέλα του τουρίστα. Κι ενώ κινούμασταν με γοργό βήμα προς την κεντρική πλατεία της πόλης, μια εκκλησία που θύμιζε αρκετά σε αρχιτεκτονικό ύφος, τον Άγιο Δημήτριο της Θεσσαλονίκης, μας έκανε να κάνουμε μια μικρή στάση. Αναζητώντας την είσοδό της, συναντήσαμε μια μητέρα που είχε στήσει το παιδί της το οποίο είχε σύνδρομο down για να το φωτογραφίσει μπροστά από την περίτεχνη γοτθική αυλόπορτα του ναού. Περιμέναμε διακριτικά να απολαύσουν ανενόχλητοι την οικογενειακή τους στιγμή. Στη συνέχεια μαζί μ' αυτούς μπήκαμε κι εμείς μέσα στο ναό. Η Βασιλική του Αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή, προσφορά της αυτοκράτειρας Γάλλας Πλακιδίας, θεωρείται πως είναι η παλαιότερη εκκλησία της πόλης. Ο ναός ισοπεδώθηκε ολοσχερώς από τους βομβαρδισμούς του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και ξαναχτίστηκε μετά τη λήξη του.  Όσα ψηφιδωτά διασώθηκαν, χρονολογούνται από το 1216 κι αναφέρονται στην 4η σταυροφορία. Τα συγκεκριμένα σχέδια που παρατηρήσαμε μου φάνηκαν τόσο αφελή και παιδικά. Ίσως φταίει που ανυπομονούσα να δω τα αριστουργηματικά ψηφιδωτά του Αγίου Βιτάλιου και του Μαυσωλείου της Γάλλας Πλακιδίας.
Συνεχίσαμε τη βόλτα μας προς την Πιάτσα ντελ Πόπολο, φτάνοντας πάνω στην ώρα που η πλατεία άρχισε να σφύζει από κόσμο. Διάφορα ποδήλατα διέσχιζαν το πλάτωμα κι εξαφανίζονταν στα γύρω στενά ενώ οι καφετέριες άνοιγαν τις μεγάλες τους ομπρέλες για να υποδεχτούν τους πρώτους τους πελάτες. Επιλέξαμε να κάτσουμε σε ένα γωνιακό μπιστρό καθώς μας έκαναν εντύπωση τα κόκκινα καρέ τραπεζομάντηλα που χόρευαν στις απαλές ριπές του θαλασσινού αέρα. Μόλις κάτσαμε, ξεπρόβαλε μια νεαρή κοπέλα για να μας πάρει παραγγελία. Μελαχρινή, μέτριου αναστήματος, με παιχνιδιάρικο βλέμμα που ξεχείλιζε από μεσογειακή γοητεία. Μας καλημέρισε αλλά αμέσως το πρόσωπό της φώτισε κι αμέσως άρχισε να μου μιλάει για την φωτογραφική μου μηχανή. Στην αρχή δυσκολεύτηκα να καταλάβω τι μου λέει μέχρι που άκουσα το "τσίνκουε μίλλε". Αμέσως της έδειξα τη φωτογραφική μου μηχανή και της την πρόσφερα ευλαβικά. Η χαρά της ήταν μεγάλη και με σπαστά αγγλικά προσπάθησε να μου εξηγήσει πως είχε το ίδιο μοντέλο αλλά της χάλασε. Η ζεστή της συμπεριφορά και η βραχνή χροιά της φωνής της μας πρόσφερε μεμιάς ένα αίσθημα οικειότητας, σαν να κάτσαμε στο συνηθισμένο μας στέκι για καφέ.
Αφού απολαύσαμε το εσπρέσο μας και δοκιμάσαμε τα τοπικά μπριος που μας πρόσφεραν, κινήσαμε προς την Βασιλική του Saint Francis με την υπέροχη υπόγεια κρύπτη και τον τάφο του Δάντη. Ο σπουδαίος Ιταλός ποιητής αναπαύεται σήμερα σε ένα λιτό λευκό μαυσωλείο, σε ένα ήσυχο στενό δίπλα στην εκκλησία. Από την πόρτα του κτίσματος βλέπεις την γνώριμη μορφή του σε μια επιτύμβια ανάγλυφη πλάκα. Κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, είχαν πάρει τα οστά του και τα είχαν θάψει σε μια διπλανή τούμπα για να προφυλαχθούν από τους βομβαρδισμούς. Σήμερα το πνεύμα του ευελπιστεί σε μια πλήρης κατάπαυση πυρών τόσο στην περιοχή του όσο και στην υπόλοιπη οικουμένη, καθώς η Κόλασή του ασφυκτιά από το πλήθος που έχει συσσωρευτεί.
Η βόλτα μας συνεχίστηκε μέχρι το Αρχιεπισκοπικό μουσείο της Ραβέννα. Εκεί κλείσαμε και το εισιτήριο για όλα τα αξιοθέατα της πόλης, ξεκινώντας την περιήγησή μας από το Αρχιεπισκοπικό Παρεκκλήσιο όπου συναντήσαμε τα πρώτα δείγματα των περίφημων ψηφιδωτών της πόλης. Στο προαύλιο της Αρχιεπισκοπικού Μουσείου βρίσκεται και το Νεώνιο Βαπτιστήριο (ή το Βαπτιστήριο των Ορθοδόξων) το οποίο θεωρείται το αρχαιότερο κτίσμα της πόλης καθώς είχε ξεκινήσει τη λειτουργία του ως Ρωμαϊκό Λουτρό. Παρόλο που βρεθήκαμε στο μικρό του χώρο με ένα γκρουπ τουριστών, η μαγεία των ψηφιδωτών έσβησε κάθε επίγειο θόρυβο που προκαλούταν από μας. Στο κέντρο του θόλου δέσποζε η μορφή του Ιησού που βαπτιζόταν στον Ιορδάνη ποταμό ενώ περιμετρικά του ξεπηδούσε ένα χρυσό φόντο γεμάτο μορφές, φυτικά μοτίβα και σύμβολα. Τα χρώματα, το χρυσό φόντο κι οι λεπτομέρειες των μορφών, πρόσφεραν μια εξωπραγματική ατμόσφαιρα που μας γυρνούσε στα χρόνια του Βυζαντίου.
Εκστασιασμένοι συνεχίσαμε τις περιπλανήσεις μας στην πόλη, γνωρίζοντας πως τα όμορφα σημεία της Ραβέννα ακόμη μας περιμένουν να τα ανακαλύψουμε. Επόμενη στάση η  Βασιλική του Αγίου Απολλιναρίου του Νέου, κτίσμα του 5ου αι. μ.Χ. Εκεί παρατήρησα τα περίεργα στρογγυλά καμπαναριά της πόλης. Ένα ύφος που δεν έχω συναντήσει κάπου αλλού. Αρκετά ψηλά για το μέγεθος των ναών κι άλλες φορές να μη δείχνουν τόσο ταιριαστά με τη πρόσοψη των οικοδομημάτων. Στο εσωτερικό του μας περίμενε μία ακόμη έκπληξη, καθώς ολόκληρος ο διάκοσμος βασιζόταν στη γοητεία της ψηφίδας. Μια ζωφόρος κάλυπτε και τις δυο αντικριστές εσωτερικές επιφάνειες του ναού, με υπέροχους αγγέλους μαζί με την επιβλητική μορφή του Ιησού και την γλυκιά υπόσταση της Παναγιάς καθώς κι άλλες μορφές που δεν κατάλαβα σε ποια ιστορικά ή θρησκευτικά πρόσωπα αντιστοιχούσαν. Ο ναός ήταν γεμάτος κόσμο που περιφερόταν ανάμεσα στις κολώνες με το κεφάλι ψηλά, μαγεμένος από την ομορφιά αυτής της τόσο ιδιαίτερης και σπάνιας τέχνης. Μάλιστα αρκετοί αναπαύονταν στις καρέκλες που είχαν στηθεί σε διάφορα σημεία του ναού για να παρατηρήσουν με περισσότερη άνεση τις ψηφιδωτές μορφές που αιωρούνταν πάνω από τα κεφάλια τους.
Το σημαντικότερο όμως μνημείο της πόλης είναι η Βασιλική του Αγίου Βιταλίου, κτίσμα του 6ος αι. μ.Χ. Η Βασιλική του Αγίου Βιταλίου είναι ένα από τα σημαντικότερα παραδείγματα της παλαιοχριστιανικής Βυζαντινής τέχνης και αρχιτεκτονικής στη δυτική Ευρώπη. Η κατασκευή της ξεκίνησε το 527, όταν η Ραβέννα ήταν υπό την εξουσία των Οστρογότθων και ολοκληρώθηκε το 546 επί του Βυζαντινού Εξαρχάτου της Ραβέννας. Είναι περισσότερο γνωστή για τον πλούτο των Βυζαντινών ψηφιδωτών της, τα μεγαλύτερα και καλύτερα διατηρημένα εκτός Κωνσταντινούπολης. Η εκκλησία είναι τεράστιας σημασίας για τη Βυζαντινή τέχνη, καθώς είναι η μόνη μεγάλη εκκλησία από την περίοδο του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α΄ που σώζεται ουσιαστικά ανέπαφη μέχρι σήμερα. Ακόμη πιστεύεται ότι απεικονίζει το σχέδιο της Αίθουσας Ακροάσεων του Βυζαντινού Αυτοκρατορικού Ανακτόρου (Χρυσοτρίκλινο). Πόσα χρώματα, πόσες μορφές, ο Ιησούς χωρίς μούσι να κάθεται πάνω στο θρόνο και οι μορφές του Ιουστινιανού και της Θεοδώρας να κοιτούν με μια έπαρση όσους στέκονται από κάτω για να τους θαυμάσουν. Μείναμε αρκετή ώρα μέσα στο ναό, παρατηρώντας την κάθε λεπτομέρεια. Εκστασιαζόμουν με την εναλλαγή των χρωμάτων που έδιναν την εντύπωση πως παρατηρούσα κάποιον ζωγραφικό πίνακα κι όχι ψηφιδωτά. Η ατμόσφαιρα του ναού, το λιγοστό φως που έμπαινε από τα ημιδιάφανα παράθυρα που καλύπτονταν με λεπτά κομμάτια μαρμάρου και η απόλυτη σιωπή των επισκεπτών, πρόσφεραν μια συγκινητική αρμονία που έχω συναντήσει μόνο στον Όσιο Λουκά της Βοιωτίας και στην Νέα Μονή της Χίου. Μια μυσταγωγία που δεν με άφηνε να φύγω από κει μέσα.
Όμως στο Μαυσωλείο της Γάλλας Πλακιδίας η μαγεία ήταν ακόμη πιο έντονη. Ένα βαρύ πέπλο εμπόδιζε το φως της μέρας να διεισδύσει στο εσωτερικό του κτίσματος. Οι αποστάσεις των επισκεπτών με τα ψηφιδωτά ήταν πιο μικρές κι αυτό έδινε την δυνατότητα να 'ρθούμε πιο κοντά με τη συγκεκριμένη τέχνη. Παρατηρούσα εκστασιασμένος τις λείες επιφάνειες των ψηφίδων και τις χρωματικές εναλλαγές που γινόντουσαν τόσο αρμονικά. Αποσβολωμένος επικεντρωνόμουν και στη πιο μικρή λεπτομέρεια. Κάθε μορφή, κάθε αντικείμενο ακόμη κι η κάθε ψηφίδα μόνη της, φανέρωνε το μεράκι αυτών των καλλιτεχνών που τα φιλοτέχνησαν πριν τόσους αιώνες.
Το απόγευμα μας βρήκε στο πάρκο που βρίσκεται το Μαυσωλείο του Θεοδώριχου. Το Μαυσωλείο χτίστηκε από τον ίδιο τον βασιλιά το 520 για να γίνει ο μελλοντικός του τάφος. Τα λείψανά του όμως απομακρύνθηκαν κατά τη βυζαντινή περίοδο, για να μετατραπεί το μαυσωλείο σε παρεκκλήσι. Με τα χρόνια το κτίσμα καλύφθηκε από τις προσχώσεις ενός γειτονικού ποταμιού κι αποκαλύφθηκε ξανά στα τέλη του 19ου αιώνα. Σήμερα βρίσκεται στη καρδιά ενός όμορφου και καθαρού πάρκου, όπου βρήκαμε πολλές παρέες να απολαμβάνουν την απογευματινή τους χαλάρωση κάτω από τα δέντρα και σε ένα μικρό καφέ που είχε στηθεί στο βάθος. Παραμένοντας μαγεμένοι από τα ψηφιδωτά που θαυμάζαμε όλη τη μέρα, αποφασίσαμε να πιούμε το απογευματινό μας καφέ εκεί και να μαζέψουμε δυνάμεις για μια τελευταία βόλτα στην πόλη.
Κατά το σούρουπο επιστρέψαμε ξανά στην Πιάτσα Ντελ Πόπολο. Τα φώτα της πόλης είχαν ανάψει δίνοντάς της μια τελείως διαφορετική αύρα. Η πλατεία, τα καφέ και οι γύρω δρόμοι ήταν γεμάτοι κόσμο, κυρίως κατοίκους της πόλης. Φαινόταν στο περπάτημά τους και στην άνεση που είχαν με το χώρο γύρω τους. Στα μάτια τους διέκρινα μία ιδιαίτερη αγάπη για τον τόπο τους. Μια καλοσύνη κι έναν σεβασμό που συνήθως συναντά κανείς σ' αυτές τις μικρές και μη τουριστικές πόλεις που αισθάνονται πως έρχονται σε δεύτερη μοίρα όταν η υπόλοιπη χώρα σφύζει από τουριστικούς προορισμούς. Κι η Ραβέννα είναι μια απ' αυτές τις πόλεις.
Επιστρέφοντας προς το τραίνο, έριξα μια ματιά στον νυχτερινό ουρανό. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τα άστρα σαν μικρές ψηφίδες, κολλημένες πάνω στον ουράνιο θόλο. Αμέσως θεώρησα πως ήταν ένα ξεχωριστό δώρο που μου πρόσφερε η Ραβέννα για να τη θυμάμαι.

Κυριακή, 31 Μαρτίου 2019

Φερράρα, η διακριτική αναγεννησιακή ομορφιά



Η πρωινή ομίχλη που κυριαρχούσε στην ύπαιθρο της Εμίλια-Ρομάνα είχε αγκαλιάσει τα μουντά προάστια της Φερράρα που μεσολαβούσαν κατά τη διαδρομή μας από το σιδηροδρομικό σταθμό  στο ιστορικό κέντρο της πόλης. Εκείνο το πρωινό κατέβηκαν μαζί με μας κι αρκετοί φοιτητές. Μάλιστα ένας κουβαλούσε από την Μπολόνια μια τεράστια μακέτα. Σχέδια κι όνειρα αποτυπωμένα σε συγκολλημένα κομμάτια που είχαν κοπεί από φθηνές χαρτόκουτες.
Μια μεγάλη για το μέγεθος της πόλης λεωφόρος μας έβγαλε στο Καστέλο Εστένσε όπου μια βαθιά κι ανοιχτή τάφρος προστάτευε τα θεόρατα τείχη με τους ψηλούς πύργους. Το κόκκινο χρώμα των παραθύρων μας ταξίδευε κατευθείαν στις μέρες του ιταλικού μεσαίωνα. Σου δινόταν η εντύπωση πως μες στην ομίχλη θα ξεπροβάλλουν τα άλογα ορμώμενα προς την πύλη του φρουρίου. Η κατασκευή του συγκεκριμένου οχυρό δεν είχε κάποιον αμυντικό χαρακτήρα καθώς οι εχθροί της πόλης είχαν λιγοστέψει. Ήταν δημιούργημα της οικογένειας του Μαρκήσιου Νικολό Β' Ντ' Εστέ για να προφυλάσσει τους ευγενείς συγγενείς του από την οργή του λαού. Αφορμή για την κατασκευή του υπήρξε ο ξεσηκωμός των κατοίκων της πόλης στις 3 Μαΐου του 1385 εξαιτίας των πλημμυρών αλλά και των φόρων που τους είχαν εξουθενώσει. Αφού πολιόρκησαν την παλιά έδρα των ευγενών της πόλης, τα έβαλαν με τον Τομάσο Ντα Τορτόνα θεωρώντας τον υπεύθυνο για τα δεινά που είχαν υποστεί. Η οργή του πλήθους ήταν τόσο έντονη που έθετε σε κίνδυνο όλα τα μέλη της αριστοκρατικής οικογένειας. Αμέσως τότε δόθηκε διαταγή να κληθεί σε δυσμένεια ο Τομάσο, ο οποίος αφού εξομολογήθηκε και μετάλαβε, παραδόθηκε στο πλήθος, που κυριολεκτικά τον έκανε κομμάτια. Για να αποφύγουν αντίστοιχο κίνδυνο σε επόμενες εξεγέρσεις, χτίστηκε το Καστέλο Εστένσε πάνω στα παλιά τείχη της πόλης. Υψώθηκαν νέοι πύργοι και στήθηκαν εναέριες γέφυρες που πρόσφεραν περισσότερη ασφάλεια στους ενοίκους του. Με τον καιρό, χτίστηκαν κι άλλα διαμερίσματα εντός του καθώς το φρούριο τέθηκε σε οριστική αμυντική αχρηστία. Η σημερινή του όψη προέρχεται από την τελευταία ανακαίνιση του κάστρου που πραγματοποιήθηκε μετά από μια μεγάλη πυρκαγιά. Οι τελευταίες καταστροφές που υπέστη ήταν από τους βομβαρδισμούς του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και το σεισμό του 2012. Οι επιδιορθώσεις από τον πόλεμο άργησαν να πραγματοποιηθούν καθώς έπρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια για να υλοποιηθεί το πρόγραμμα "Το Κάστρο για την Πόλη" το οποίο ολοκλήρωσε τις σωστικές επεμβάσεις το 2006.
Ωστόσο αυτός ο σεισμός άφησε πολλές πληγές πίσω του, οι οποίες δεν έχουν επουλωθεί ακόμα. Πολλά ιστορικά κτίρια παρέμεναν κλειστά κι άλλα καλυμμένα με σκαλωσιές όπως η περίτεχνη πρόσοψη του Καθεδρικού την οποία δυστυχώς δεν είχαμε την δυνατότητα να θαυμάσουμε. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αρκεστούμε στα γραφικά σοκάκια της πόλης.
Από το φρούριο Εστένσε κατηφορίσαμε στην εβραϊκή συνοικία. Ένας ζωντανός πεζόδρομος γεμάτος καφετέριες και μικρά καταστήματα, μας καλημέριζε καθώς βαδίζαμε προς την παλιότερη οδό της πόλης, την Via delle Volte. Μακριά από τους θορύβους της πόλης και τα κορναρίσματα, και περιπλανώμενοι από πέτρινα ντουβάρια και τοξωτές καμάρες με μικρά παραθυράκια, ταξιδέψαμε πίσω στο χρόνο. Ο ήλιος που είχε ήδη πάρει ύψος, ξεχυνόταν πάνω από τα κεραμίδια, δημιουργώντας μια ονειρική ατμόσφαιρα καθώς οι ακτίνες του έσπαγαν τα τελευταία ίχνη της ομίχλης. Μικρές γλαστρούλες με πολύχρωμα λουλούδια έσπαγαν την κυριαρχία της πέτρας ενώ τα παρκαρισμένα ποδήλατα έξω από τις πόρτες χρησίμευαν ως διακοσμητικά στοιχεία για φωτογραφίσεις.
Η πόλη ξυπνούσε σιγά σιγά. Η γειτονιά με το πανεπιστήμιο γέμιζε φωνές φοιτητών ενώ κοντά στα μεσαιωνικά τείχη είχαν απλώσει τις πραμάτειες τους διάφοροι περιπλανώμενοι έμποροι.
Εισχωρώντας στη ροή του κόσμου μπαίνοντας διακριτικά στη καθημερινότητά τους. Με αυτόν τον τρόπο θαυμάσαμε τα πιο καλοδιατηρημένα μεσαιωνικά τείχη της Ιταλίας και περάσαμε κάτω από τις μεγάλες πόρτες που συνέδεαν κάποτε την πόλη με την υπόλοιπη χώρα.
Ακολουθώντας μια παρέα φοιτητών φτάσαμε στο Παλάτσο Ντέι Ντιαμάντι το οποίο ξεχωρίζει με την κατάλευκή του πρόσοψη απ την οποία προεξέχουν τριγωνικές κορυφές που δίνουν το σχήμα πολλών παραταγμένων διαμαντιών. Η περιέργειά μας όμως μας οδήγησε λίγο ακόμη πιο πάνω, όπου βρίσκεται ο San Cristoforo alla Certosa, ένα πανέμορφο μοναστηριακό συγκρότημα το οποίο σήμερα λειτουργεί ως νεκροταφείο. Ο πανύψηλος ναός, κλειστός λόγω αποκαταστάσεων, λειτουργούσε ως φρουρός των ψυχών που αναπαύονται στη σκιά του. Οι στοές και τα γύρω κτίσματα κουβαλούν μια αιώνια ήρεμη αρμονία που δημιουργούν την ανάγκη στο να περιπλανηθούν οι επισκέπτες άσκοπα στα καταπράσινα μονοπάτια του νεκροταφείου.
Κατά το απόγευμα επιστρέψαμε στην κεντρική πλατεία, κουρασμένοι από το ολοήμερο περπάτημα στην πόλη. Ήταν η στιγμή που στα γύρω στενά κυριαρχούσαν με τη μουσική τους τα μπαράκια, προσκαλώντας κατοίκους κι επισκέπτες να απολαύσουν τη βραδιά τους εκεί. Μέσα σ' αυτά ανήκει και η παλιότερη μπυραρία του κόσμου που είχε ξεκινήσει να προσφέρει τις υπηρεσίες της από το 1435, η Al Brindisi. Αμέσως μου ήρθαν στο μυαλό εικόνες που πιθανότατα εκτυλίχθηκαν εκεί τρία χρόνια μετά το άνοιγμά της. Μέσα σ' αυτό το μικρό μπαράκι να βρίσκονται μαζεμένοι Ιταλοί κι Έλληνες διανοητές συζητώντας για την Σύνοδο της Φερράρα, της οποίας οι εργασίες πραγματοποιήθηκαν στον Καθεδρικό του Αγίου Γεωργίου.
Λίγο πριν την έλευση της νύχτας, απολαύσαμε ένα εντυπωσιακό ηλιοβασίλεμα από τα μεσαιωνικά τείχη και θαυμάσαμε ένα βαρύ μπλε πέπλο που σκέπασε τις οροφές των σπιτιών λίγο πριν μαυρίσει για τα καλά ο ουρανός. Τα ερυθρά φώτα των δρόμων, αναβίωναν κατά έναν περίεργο τρόπο τις μεσαιωνικές νύχτες της Φερράρα, δίνοντας τη ψευδαίσθηση πως ανά πάσα στιγμή από κάποιο στενό θα ακουστούν καλπασμοί ή θα εμφανιστούν φιγούρες τους παρελθόντος.
Επιστρέφοντας προς τον σταθμό, η πόλη άρχισε σταδιακά να κρύβεται μέσα στο σκοτάδι, σαν να προσπαθούσε να σβήσει την αδιάφορη όψη της, δίνοντας μ' αυτόν τον τρόπο την δυνατότητα στους επισκέπτες να κρατήσουν μόνο την μεσαιωνική αύρα του ιστορικού της κέντρου.
Έφυγα από την Φερράρα με μια μικρή πίκρα. Από την μια γνωρίσαμε μια πανέμορφη καλοδιατηρημένη πόλη αλλά από την άλλη τα σημαντικότερα στολίδια της ήταν κρυμμένα στις σκαλωσιές. Ίσως αυτό να γίνει αφορμή για μια ακόμη μελλοντική επίσκεψη στη συγκεκριμένη πόλη. 

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2019

Στα μισά της τέταρτης δεκαετίας...


Το 34 έτος μου ξεκίνησε με την απώλεια ενός δικού μου προσώπου (ακολούθησαν άλλες τρεις απώλειες) κι ολοκληρώνεται με ένα εκνευριστικό συνάχι που κρατάει τρεις μέρες τώρα. Κάπως έτσι ασθμαίνοντας και τρεκλίζοντας πορεύτηκα στις 365 μέρες του. Εν ολίγοις κλείνει ένας από τους χειρότερους (ίσως ο χειρότερος) ετήσιους κύκλους. Γονάτισα, απογοητεύτηκα, πήρα λίγες ανάσες, προσπάθησα να ορθοποδήσω αλλά και πάλι κάτι συνέβαινε και παραδινόμουν. Πολλές φορές σκέφτηκα να τα παρατήσω και να απομονωθώ μέχρι να περάσει η ανηλεής καταιγίδα που μ' έπληξε. Όμως δεν είναι της φύσης μου να κρατάω μια παθητική στάση απέναντι σε κάθε πρόβλημα. Πείσμωσα, πάλεψα και τα πρώτα φωτεινά σημάδια άρχισαν να εμφανίζονται στο λυκόφως του ατομικού μου ετήσιου κύκλου.
Φτάνοντας λοιπόν στα μισά της τέταρτης δεκαετίας μου, αισθάνομαι πως βρίσκομαι σε ένα ακόμη κομβικό σημείο αλλά όχι καθοριστικό, καθώς κάθε μέρα είναι από μόνη της μια αφορμή να αναθεωρήσουμε σκέψεις, στάσεις και συμπεριφορές. Όμως τα 35 είναι κι η καρδιά της ενεργής μας ζωής. Οφείλουμε ως τότε να χουμε στήσει τις κατάλληλες βάσεις που θα μας στηρίξουν από τώρα και στο εξής. Στην ερώτηση λοιπόν αν έχω στήσει αυτές τις βάσεις, θα απαντούσα αβίαστα πως δεν ξέρω, κι αυτό διότι δε μπορώ να διαχωρίσω τα "πρέπει" με τα "θέλω". Αυτό μου προκαλεί σύγχυση που καλό είναι να κατασταλάξει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Για να επιτευχθεί αυτό χρειάζεται ηρεμία και χρόνος και το κυριότερο λίγη νοητική ανάπαυση.
Χρειάζομαι ένα ησυχαστήριο και την ανάγκη να αφιερώνω μέσα σ' αυτό λίγο χρόνο σιωπής και μοναχικότητας στον εαυτό μου. Το καλό είναι πως το ησυχαστήριο βρέθηκε οπότε πλέον αφήνομαι στο χρόνο και στον ήλιο να επουλώσουν κάθε μου πληγή και να φωτίσουν το νέο μου μονοπάτι.
Καλώς ήρθε λοιπόν το τριάντα πέντε.
Ελπίζω να είναι λιγότερο αυστηρό και σκληρό μαζί μου.  

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

Ο Διερμηνέας



Μετά από ένα κενό δύο σχεδόν βδομάδων επισκέφθηκα ξανά τις σκοτεινές αίθουσες για να απολαύσω ένα φεστιβαλικό διαμαντάκι, το οποίο κι αυτό μας συστήθηκε διακριτικά και ταπεινά. Ο Διερμηνέας που προβάλλεται μόνο σε Άστυ και Πτι-Παλαί, είναι ένα γλυκόπικρο οδοιπορικό δυο ηλικιωμένων ανθρώπων που αποφασίζουν μαζί να σκαλίσουν το παρελθόν προσπαθώντας να φτάσουν στο σημείο που οι διαφορετικές τους ιστορίες είχαν αλληλεπιδράσει. Μνήμες, συζητήσεις, συγκινήσεις, πόνος αλλά και σεβασμός, δένουν όμορφα στα καταπράσινα πλάνα που προσφέρει η ύπαιθρος της Σλοβακίας.
Χωρίς χρονοτριβές, ο σκηνοθέτης μας τοποθετεί κατευθείαν στην ουσία της ιστορίας. Ένας υπέργηρος μεταφραστής επισκέπτεται την Βιέννη για να βρει και να δολοφονήσει έναν αξιωματικό των SS που εκτέλεσε τους γονείς του κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Τελικά όμως συναντάει τον γιο του, έναν σχεδόν συνομήλικό του άνδρα, ο οποίος διατηρεί ένα νεανικό κι ανέμελο ύφος. Η πρώτη τους συνάντηση θα έχει επεισοδιακή κατάληξη. Όμως θα σταθεί αφορμή για τη δημιουργία μιας ιδιαίτερης φιλίας που θα τους οδηγήσει στην σλοβακική ενδοχώρα μετά την απόφαση του Αυστριακού να ανακαλύψει τη δολοφονική δράση του πατέρα του σε μια κατεχόμενη χώρα.
Περιπλανώμενοι από πόλη σε πόλη θα συναντήσουν διάφορους ανθρώπους που ο καθένας κουβαλάει τη δική του ιστορία, άλλες φορές ενδιαφέρουσα κι άλλες παγερά αδιάφορη. Μέσα σ' αυτούς θα συζητήσουν και με απογόνους προσώπων που συμμετείχαν στα σημαντικά γεγονότα του πολέμου. Το τελικό συμπέρασμα που βγαίνει μετά από μια σειρά διαλόγων κι αποκαλύψεων είναι πως οι πληγές όχι μόνο δεν έχουν κλείσει αλλά εξακολουθούν να στοιχειώνουν και τις επόμενες γενιές. Μαζί με τον πόνο κληρονομείται άτυπα κι η ενοχή. Όταν ρωτάνε τον υπέργηρο μεταφραστή, τι δουλειά έχει με έναν ναζί, εκείνος θα υπερασπιστεί τον νέο του φίλο με τα επιχειρήματα πως δεν υποστηρίζει τις ιδέες του πατέρα του και πως δεν γνωρίζει τις φρικαλεότητες του πράξεών του.
Το σημαντικότερο για μένα στοιχείο της ιστορίας είναι οι διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες των δυο πρωταγωνιστικών προσώπων. Οι δυο ηλικιωμένοι φίλοι εκπροσωπούν επιτυχώς δυο κοινωνικές ομάδες που πορεύονται στην ίδια γραμμή με διαφορετική όμως ταχύτητα. Από την μια έχουμε τους φύλακες της μνήμης που προσπαθούν να περισώσουν ότι έχουν συλλέξει απ'το παρελθόν έπειτα από θυσίες αρκετών όμορφων στιγμών και χαρών από την καθημερινότητά τους κι από την άλλη έχουμε ένα παράδειγμα της κοινωνίας που χάνεται στην άχρωμη κι απρόσωπη μάζα λόγω άγνοιας κι αδιαφορίας. Ζουν ξέφρενα προσπαθώντας να καλύψουν το ενοχικό τους σύνδρομο και να κρυφτούν από ένα παρελθόν που τον κυνηγά. Είναι άραγε η δειλία ή η ευθυνοφοβία που του αποτρέπει να κοιτάξουν την αλήθεια κατάματα; Όταν όμως κάποιοι παίρνουν την απόφαση να κοιτάξουν πίσω, γνωρίζουν πολύ καλά πως γυρισμός δεν υπάρχει. Η ζωή που μέχρι πρότινος έκαναν γκρεμίζεται κάτω από τα πόδια τους κι ένας νέος κόσμος ξεπροβάλλει. Πιο σκληρός, πιο ειλικρινής αλλά σίγουρα πιο αληθινός. Στη συγκεκριμένη ιστορία παρακολουθούμε το γκρέμισμα ενός υλιστικού κόσμου και την αναγέννηση μιας νέας προσωπικότητας.
Με σταθερά βήματα ξεσκεπάζεται το μαρτυρικό παρελθόν των κατατρεγμένων κατοίκων της Σλοβακίας από τους ναζί μέσα από ντοκουμέντα, φωτογραφίες, τα κείμενα από την αλληλογραφία πατέρα-γιου αλλά κι από τις μαρτυρίες απογόνων. Εβραίοι που σφάχτηκαν, Σλοβάκοι που εκτελέστηκαν επειδή προστάτευσαν άμαχους συνανθρώπους τους και πολιτοφύλακες που κάρφωναν για να συγκεντρώσουν τον πλούτο των κατατρεγμένων.
Τα λόγια που ακούγονται σε πολλούς διαλόγους είναι τρυφερά κι ανθρώπινα, σπάζοντας τις σκληρές αποκαλύψεις που ξεπηδούν. "Τελικά τι είναι πιο δύσκολο; Να είσαι γιος θύματος ή δολοφόνου;" ρωτάει ο Αυστριακός την κόρη του διερμηνέα φίλου του, μετά από δική της λεκτική επίθεση. "Όλοι οι τότε φίλοι μου έχουν πια πεθάνει. Δεν έχω κανέναν για παρέα" ομολογεί με πόνο ένα γεροντάκι που υπήρξε εκείνα τα χρόνια πολιτοφύλακας αποκτώντας μια πλούσια περιουσία από τους Εβραίους που εκτελέστηκαν. "Τους έβλεπα να τους τουφεκίζουν και πονούσα αλλά δεν μπορούσα να κάνω κάτι". Μπορεί η φωνή του να είναι αθώα αλλά δεν διακρίνεται κάποιο ίχνος μεταμέλειας. Η συγχώρεση όμως έρχεται από τον Σλοβάκο διερμηνέα που ενώ πονάει μ' αυτά που ακούει εξακολουθεί να τον ταΐζει ευλαβικά στο στόμα.
Πέρα από τις αποκαλύψεις που γίνονται σταδιακά, ο σκηνοθέτης προσπάθησε να προσθέσει κι αρκετούς συμβολισμούς στο έργο του. Κάποιοι ήταν καλοί αλλά σε αρκετούς προσέδωσε περισσότερο μελό απ' όσο χρειαζόταν, μ' αποτέλεσμα να τους κάψει. Όμως μια σκηνή με συντάραξε πολύ. Κάπου στα μισά του ταξιδιού, οι δυο φίλοι τσακώνονται κι ο διερμηνέας αποφασίζει να επιστρέψει στη Μπρατισλάβα. Ο Αυστριακός τον προλαβαίνει στον σταθμό και του εκμυστηρεύεται ένα κομμάτι του παρελθόντος του. Είναι το πρώτο του άνοιγμα κι η αρχή του προσωπικού του ταξιδιού προς την αυτογνωσία. Ο διερμηνέας ενώ είναι αποφασισμένος να φύγει, θα μαλακώσει όταν το βλέμμα του πέφτει πάνω σε δυο μαυροφορεμένες γυναίκες, φαντάσματα του παρελθόντος που προσπαθούν να τον πείσουν πως ο ρόλος του σ' αυτό το ταξίδι είναι σημαντικός. Αυτά τα πρόσωπα του έδωσαν τη δύναμη και την όρεξη που χρειαζόταν για να συνεχίσει.
Οι ερμηνείες των δυο πρωταγωνιστών είναι εξαιρετικές κι η χημεία που σχηματίζεται μεταξύ τους σπάνια κι απολαυστική. Σιγά σιγά ξεδιπλώνουν τις πτυχές των προσωπικοτήτων τους καλύπτοντας με έξυπνο τρόπο τα κενά διαστήματα του ταξιδιού.
Επίσης τα ντοκουμέντα που παρουσιάζονται φανερώνουν μια αξιόλογη μελέτη του παρελθόντος. Όμως θα ήθελα περισσότερες αναφορές στο παρελθόν για δύο λόγους. Πρώτον, για να γίνει η ταινία από μόνη της μια προστατευτική κάψουλα μνήμης και δεύτερον για να γίνει σε όλους μας φανερό ο κοινός πόνος που προκάλεσε ο ναζισμός στους λαούς της Ευρώπης. Αν δινόταν περισσότερη έμφαση στα ιστορικά ντοκουμέντα και λιγότερη στις ανοησίες του Αυστριακού, θα είχαμε ένα πραγματικά εξαιρετικό και σπάνιο έργο.
Παρ' όλα αυτά, ο Διερμηνέας είναι ένα γλυκόπικρο οδοιπορικό στο οποίο ζυγίζονται ευγενικά οι συγκρούσεις του παρελθόντος, ωθώντας τους δυο πρωταγωνιστές στο να αναθεωρήσουν αρκετά στοιχεία της ζωής τους αλλά και του τρόπου σκέψης τους.

Βαθμολογία: 7/10

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

Πάρμα, πανδαισία χρωμάτων και γεύσεων



Η Αγγλίδα συγγραφέας Ίντιθ Τέμπλτον είχε γράψει ένα υπέροχα περιγραφικό κι άκρως διασκεδαστικό κείμενο για τον Καθεδρικό της Πάρμα, το οποίο θυμήθηκα όταν στάθηκα μπροστά από τον επιβλητικό ναό της πόλης. Θα χαρακτήριζα τη γραφή της ως μια αναγνωστική απόλαυση μέσα στην οποία κάθε της περιγραφή ταίριαζε απόλυτα σε ότι έβλεπα μπροστά μου. Οπότε θα ήταν μεγάλο μου λάθος να την αγνοήσω στη συγκεκριμένη ανάρτηση. Καθώς λοιπόν υπάρχει αυτή η αξιοζήλευτη περιγραφή του καθεδρικού της Πάρμας, δεν μου πάει η καρδιά να γράψω κάτι άλλο καθώς το παρακάτω απόσπασμα με καλύπτει απόλυτα.
"Σειρά έχει τώρα ο καθεδρικός. Αναθερμαίνω λίγο το ενδιαφέρον μου με άλλη μια ματιά στον ταξιδιωτικό οδηγό. Ο οδηγός τον αποκαλεί εντυπωσιακό. Η λέξη εντυπωσιακός είναι πάντοτε κακός οιωνός. Σημαίνει απλώς ότι ο συγγραφές του οδηγού έσπαγε το κεφάλι του αναζητώντας ανεπιτυχώς κάποια άλλη κατάλληλη λέξη. Εξάλλου μια εντύπωση ενδέχεται να είναι καλή ή κακή. Οπότε η λέξη τον εξυπηρετεί μια χαρά. 
Μόλις φτάνω στην πλατεία του καθεδρικού ναού, παθαίνω αποπληξία από την αποστροφή. Θα τον αποκαλούσα απλώς λειτουργικό. Αγνοούσα παντελώς ότι ο δωδέκατος αιώνας μπορούσε να δημιουργήσει κάτι τόσο ακαλαίσθητο. 
Ατενίζοντας την υπέρμετρα ψηλή πρόσοψη να υψώνει το κλιμακωτό της περίγραμμα, θυμήθηκα τα οδοντωτά αετώματα των παλιών αποθηκών στο Λύμπεκ και σκέφτηκα πως συνέβη μάλλον το εξής: Οι κάτοικοι της Πάρμα συλλογίστηκαν πως πρέπει επιτέλους να αποκτήσουν κι αυτοί έναν καθεδρικό, όπως τόσες και τόσες πόλεις. Ωστόσο ο αρχιτέκτονας που επωμίστηκε το έργο της ανέγερσης του, προφανώς δεν πίστευε στον Θεό με τον τρόπο που πίστευαν οι περισσότεροι άνθρωποι της εποχής. Υποθέτω πως τον φανταζόταν σαν μαθηματικό τύπο, σχεδόν όπως τον συνέλαβαν οι Έλληνες προσωκρατικοί φιλόσοφοι, δηλαδή: "Ο Θεός έχει σχήμα σπείρας, περιστρέφεται όλο και ψηλότερα, πάντοτε όμως επιστρέφει στον εαυτό του" ή "Ο Θεός είναι φυλάκισμένος στον εαυτό του" ή "Η ουσία του Θεού είναι γεωμετρία". Κάτι τέτοιο, τέλος πάντων, εντελώς ανιαρό. 
Εκτός αυτού, δεν έτρεφε κανένα πραγματικά ενδιαφέρον για τον Θεό. Δεν ευκαιρούσε επίσης για αγίους κι αγγέλους. Θα προτιμούσε να χτίσει ο άνθρωπος ένα εργοστάσιο, αλλά τότε δεν υπήρχε ζήτηση για εργοστάσια. Στρώθηκε λοιπόν στη δουλειά και κατασκεύασε ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο κάθετο και στενό, το οποίο μάλιστα στην κορυφή κατέληγε στην πλέον απλοϊκή πιθανή απόληξη. Την εποχή εκείνη ήταν πολύ της μόδας οι μικρές τοξωτές κιονοστοιχίες, σαν εξώστες ολόγυρα στους τοίχους, οι οποίες βέβαια δεν υποβάσταζαν απολύτως τίποτα. Τις κόλλησε στους εξωτερικούς τοίχους λέγοντας "Ευχαριστώ για το τίποτα", και πλαισίωσε με τις ίδιες κιονοστοιχίες την κλιμακωτή κορυφή, η οποία καταλήγει σε αιχμή. Επίσης διαδεδομένη εκείνο τον καιρό ήταν η τοποθέτηση πέτρινων λιονταριών μπροστά από την κεντρική πύλη, ώστε να φρουρούν την κλίμακα που οδηγούσε στο εσωτερικό. Στρίμωξε, λοιπόν κακήν κακώς ένα ζεύγος λεόντων και μάλιστα λίαν κακοδιάθετων και με εξαιρετικά δύστροπο ύφος. Έτσι, οι κάτοικοι της Πάρμας δεν απέκτησαν καθεδρικό, αλλά ένα εργοστάσιο για προσευχή, μια αποθήκη για άφεση αμαρτιών καθώς επίσης και ένα κέντρο διανομής και διάδοσης της δόξας του Θεού. 
Μπαίνω. Εξάλλου τι έχω να χάσω. Τι ομορφιά! Κάθε εκατοστό του τοίχου καλυμμένο με τοιχογραφίες, ενώ τα λεπτά τόξα του θόλου είναι πλούσια επιχρυσωμένα. Στον τρούλο, πάνω από τη χορωδία υπάρχουν νωπογραφίες του Κορέτζιο και στέκω εκεί αποσβολωμένη, σαν βόδι μπροστά στην πύλη. Φαίνονται υπέροχες. Σε κάνουν να νιώθεις όπως όταν σου θέτουν το ερώτημα "θα θέλατε λίγη τούρτα;" κι απαντάς "Ναι, ναι, θα πάρω ένα κομμάτι. Φαίνεται θαυμάσια". Με άλλα λόγια, η ζωγραφική του Κορέτζιο δείχνει πολλά υποσχόμενη και είμαι βέβαια ότι θα με ενθουσίαζε, αν την έβλεπα σωστά...
Πασχίζω να αντιμετωπίσω το στραβολαίμιασμά μου και προσηλώνω το βλέμμα μου στον εξαιρετικά ευχάριστο ουρανό του Κορέτζιο, ανοιχτό ροζ, ανοιχτό γαλάζιο, νεφελώδες λευκό, χερουβείμ που σκορπίζουν ολόγυρα άνθη. Είναι η αναπαράσταση της Κοίμησης της Θεοτόκου, όντως απολαυστικής ζωντάνιας. 
Πάνω στην ψηλή αγία τράπεζα υπάρχει μια σειρά μπαρόκ κηροπήγια, γιγάντια κι αργυρά με τρία πόδια διακοσμημένα με έλικες. Με το θέαμα θα αγαλλίαζε αναμφίβολα κάθε διακοσμητής εσωτερικού χώρου του Μέιφερ. Ευχάριστη έκπληξη να τα βλέπεις, έστω για μια φορά, στο φυσικό τους χώρο, να υπηρετούν τον πραγματικό τους σκοπό, αντί να στέκουν στερημένα από τις κατάλευκες σαν κρίνα λαμπάδες τους, καλωδιωμένα χάριν του ηλεκτρικού φωτισμού και σκεπασμένα με πάσης φύσεως καπέλα, ώστε να φωτίζουν τις βραδιές κάποιου χρηματιστή.
Όπως θα μπορούσε να καταλάβει ο καθένας, ο Καθεδρικός της Πάρμα είναι μια ξεχωριστή περίπτωση ναών. Πράγματι εξωτερικά εντυπωσιάζει μόνο για το μέγεθός του. Είναι αξιοπερίεργο που το μαρμάρινο βαπτιστήριον έχει πιο καλαίσθητη πρόσοψη απ' αυτόν. Περνώντας όμως την είσοδο του οικοδομήματος εισχωρείς σε έναν κόσμο γεμάτο χρώματα, αγγελικές μορφές και απόκοσμα συναισθήματα. Δεν υπήρχε σημείο που να μην κοντοστάθηκα για να απολαύσω τις λεπτομέρειες των νωπογραφιών. Δεν είναι τυχαίο πως ο Καθεδρικός της Πάρμα είναι η μοναδική εκκλησία που επισκέφθηκα τρεις φορές μέσα σε μια μέρα καθώς δε χόρταινα να την θαυμάζω.
Θα μπορούσαμε να πούμε πως κι η πόλη έχει υιοθετήσει την ίδια αύρα που έχει κι ο Καθεδρικός. Βολτάροντας στους δρόμους της, δεν βρίσκεις κάτι ικανό να σε γοητεύσει. Η αρχιτεκτονική είναι στιβαρή με λιτές γραμμές και τα χρώματα συνηθισμένα που θύμιζαν περισσότερο Λομβαρδία παρά Εμίλια-Ρομάνια. Κι όμως, όσο περπατούσαμε στα σοκάκια της και ρεμβάζαμε στις ηλιόλουστες καφετέριές της, τόσο πιο οικεία νιώθαμε με τον αέρα της πόλης. Μια ευχάριστη διάθεση που προερχόταν από τους κατοίκους της.
Πόλη μικρή και καθόλου τουριστική, η Πάρμα είναι περισσότερο γνωστή για το γευστικότατο τυρί της και την ποδοσφαιρική της ομάδα παρά για τα λαμπρά μνημεία και τις τεράστιες πλατείες που συνήθως συναντάμε σε άλλες ιταλικές πόλεις. Οι καθημερινοί ρυθμοί ήρεμοι και διακριτικοί. Η πόλη σε υποδέχεται με έναν απλό σιδηροδρομικό σταθμό χωρίς τουρίστες και καταστήματα γεμάτα αναμνηστικά ενώ τα πεζοδρόμια άνετα κι άδεια σε οδηγούν προς το ιστορικό κέντρο.
Πρώτα συναντάς το Palazzo della Pilotta όπου στεγάζεται η σχολή καλών τεχνών. Στο προαύλιο χώρο ορθώνεται ένα αξιοπρόσεκτο μνημείο για τους Ιταλούς παρτιζάνους που απελευθέρωσαν την πόλη από τους Γερμανούς ναζί. Κάτω απ' τον αγέρωχο στρατιώτη που κρατά με δυναμισμό το όπλο στο χέρι, βολτάρουν φοιτητές γεμίζοντας το μέρος χαμόγελα και ζωντάνια.
Ακολουθεί η επιβλητική βασιλική της Santa Maria della Steccata. Ο ναός μοιάζει σα να προσπαθεί να κρυφτεί από τα περίεργα βλέμματα των λιγοστών επισκεπτών της πόλης καθώς στέκει στριμωγμένος ανάμεσα σε μικρά παλάτζα. Όμως κι αυτός εντυπωσιάζει εσωτερικά με τον γλυπτό και ζωγραφιστό του διάκοσμο.
Στους ηλιόλουστους περιπάτους μας συναντήσαμε εικόνες συνηθισμένες για ιταλική πόλη, μ' αποτέλεσμα να περιφερόμαστε άσκοπα χωρίς να μας τραβάει κάτι την προσοχή.
Τι είναι όμως αυτό που μας κέρδισε τελικά; Μα φυσικά οι μικρές στιγμές της πόλης που ήταν αυθεντικές και ζεστές όπως οι Τέσσερις Εποχές του Βιβάλντι που παίζονταν στα υπαίθρια τραπεζάκια μιας γλυκύτατης καφετέρια στην οποία απολαύσαμε το πρωινό μας εσπρέσο. Στα χαμόγελα των ανθρώπων που μας εξυπηρετούσαν ευδιάθετα χωρίς να γνωρίζουν ούτε μία λέξη στα αγγλικά. Αξέχαστο θα μου μείνει το κακαριστό γέλιο μιας πωλήτριας που προσπαθούσε να μου εξηγήσει κάτι για τα προϊόντα που πουλούσε. Κι είχα τόσο πολύ ανάγκη το γέλιο εκείνες τις μέρες. Στους φοιτητές που λιάζονταν στο γρασίδι δίπλα στο ποτάμι και στα ξέφωτα του τεράστιου κήπου δίπλα στο Palazzo Ducale. Στα γεροντάκια που είχαν αφήσει τα ποδήλατά τους δίπλα στα παγκάκια και φλυαρούσαν ασταμάτητα. Στιγμές ανέμελες, σπάνιες και πάνω απ' όλα ανθρώπινες.
Αυτήν την Πάρμα αγάπησα, κι αυτό το κομμάτι της επέλεξα να κρατήσω μέσα μου. Επιστρέφοντας με το τραίνο στην Μπολόνια ένιωθα πως δεν άφηνα πίσω μια ακόμη άγνωστη πόλη αλλά ένα μέρος που γνώριζα καλά από παλιά.

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2019

Εξόριστος Συγγραφέας



Γι' ακόμη μια φορά έπεσα στην περίπτωση μιας αξιόλογης ταινίας, η οποία για έναν απροσδιόριστο λόγο βρισκόταν στη τελευταία θέση των κινηματογραφικών προτάσεων της εβδομάδας και προβαλλόταν σε μια μόνο σκοτεινή αίθουσα. Ο "Εξόριστος Συγγραφέας" το βραβευμένο έργο του Αλεξέι Γκερμάν Τζούνιορ (γιου του γνωστού σκηνοθέτη της περεστρόικα), αναφέρεται στα αδιέξοδα, τις απογοητεύσεις και τους στοχασμούς ενός εκ των σημαντικότερων σύγχρονων συγγραφέων της Ρωσίας, του Σεργκέι Ντοβλάτοφ. Μέσα από τη πορεία του συγκεκριμένου συγγραφέα, παρακολουθούμε παράλληλα τις δυσκολίες που βιώνουν κι άλλοι διανοούμενοι εκείνη την εποχή στη Σοβιετική Ένωση και εισχωρούμε διακριτικά σε μια μυστική κοινότητα που προσπαθούσε να υιοθετήσει έναν διαφορετικό τρόπο ζωής. 
Η ιστορία μας μεταφέρει στη δεκαετία του '70 όπου ο νεαρός τότε συγγραφέας Σεργκέι Ντοβλάτοφ, έχοντας χωρίσει προσωρινά με τη σύζυγό του, προσπαθεί να καταξιωθεί στον χώρο των συγγραφέων. Οι πόρτες είναι ερμητικά κλειστές κι οι γνωριμίες στις μαζώξεις των διανοούμενων δεν προσφέρουν απολύτως τίποτα. Για να τα βγάλει πέρα αρθρογραφεί σε μία εργατική εφημερίδα η οποία δεν είναι ικανοποιημένη μαζί του καθώς τα κείμενά του δεν έχουν το πάθος που εκείνοι ζητούν ενώ σε αρκετά απ' αυτά δίνεται η εντύπωση πως ειρωνεύεται το καθεστώς. Ο ίδιος νιώθει αποστροφή τόσο απέναντι στην εξουσία όσο και σ' αυτούς που ξεπουλιούνται για να δημοσιευτούν τα κείμενα και τα ποιήματά τους. Απογοητευμένος με την όλη κατάσταση, προτιμά να γράφει για τον εαυτό του και τους φίλους του. 
Οι μέρες κυλούν βασανιστικά με τον ήρωα να περιφέρεται μπερδεμένος μεταξύ πραγματικότητας κι ονείρου. Ένα μπέρδεμα με το οποίο ο δημιουργός παίζει απίστευτα ανάμεσα στις δυο καταστάσεις προκαλώντας στους θεατές μια ενδιαφέρουσα σύγχυση. Εξαιρετική η ονειρική συνάντηση του συγγραφέα με τον Μπρέζνιεφ όπου ο ένας του μιλάει για πολέμους κι εξωτερική πολιτική κι ο άλλος του εμπιστεύεται τον καημό του που δεν είναι μέλος του Σωματείου Συγγραφέων μ' αποτέλεσμα να μην μπορεί να εκδώσει κάποιο βιβλίο του. 
Μέσα σε ένα διάστημα λίγων ημερών παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τις συναναστροφές του ήρωα και τους κρυφούς του πόθους. Οι διάλογοι με τους φίλους του παρουσιάζουν έναν κόσμο άγνωστο για μας. Έναν κόσμο στον οποίον κάποιοι άνθρωποι αγωνίζονται στο να μπορούν να εκφραστούν ελεύθερα κι απελπίζονται όταν τους ζητούν στρατευμένη αρθρογραφία κι εμπορική επιφανειακή πεζογραφία. Επίσης ξαφνιαζόμαστε με τον ενθουσιασμό της κρυφής κοινότητας των διανοουμένων απέναντι σε ότι εισάγεται από την Δύση. Βιβλία, ποτά, ρούχα και φυσικά οι Pink Floyd. 
Αυτό που σε κερδίζει στη συγκεκριμένη ταινία είναι οι εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών. Το εκφραστικό βλέμμα και η ζεστή φωνή του πρωταγωνιστή δημιουργούν μια ατμόσφαιρα οικειότητας με τους θεατές, ενώ η αύρα των φίλων του περνά επιτυχώς την ματαιότητα όλων των διανοούμενων για άμεση αναγνώριση των έργων τους. Επίσης βρήκα εξαιρετική την αναπαράσταση του κλίματος εκείνων των ημερών όπως επίσης η μόδα, οι εσωτερικοί χώροι, τα σκηνικά, τα χρώματα, το ύφος και η μουσική. Όλα αυτά γίνονται πιο αληθοφανή μέσα από το ξεθωριασμένο φίλτρο που χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης στην κινηματογράφησή του. 
Στα αρνητικά της ταινίας τοποθετώ τις πολλές αναφορές σε συγγραφείς κάτι που μπορεί να κουράσει τους θεατές που πιθανότατα να μην έχουν ιδιαίτερη γνώση στη λογοτεχνία. Επίσης κάποια αργά πλάνα είναι άσκοπα παρόλο που σώζονται από τις όμορφες εικόνες τους και τα πολλά ποιήματα που ακούγονται, πολλά απ'τα οποία ξεχνούσα αμέσως.
Από τη συγκεκριμένη ταινία κρατάω τέσσερις δυνατές σκηνές οι οποίες είναι μαζεμένες προς το τέλος. Πρώτα απ' όλα η φράση που ακούγεται μετά από μία αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας ενός αδικημένου συγγραφέα. Καθώς τον φροντίζουν οι δικοί του, πετάγεται ένας και λέει με μία ισχυρή δόση καλοπροαίρετης ειλικρίνειας πως δεν αξίζει να πεθάνει κανείς για ένα βιβλίο. Αμέσως στην ταινία δημιουργείται μια έντονη αντίφαση καθώς μέχρι εκείνη τη στιγμή μας παρουσίαζε τις σπασμωδικές προσπάθειες του πρωταγωνιστή να εκδοθεί. Όταν όμως εκείνος γίνεται μάρτυρας αυτού του σκηνικού, αρχίζει να αναθεωρεί φτάνοντας στην ουσιώδης κατάληξη όπου βολτάροντας καθισμένος πάνω στην οροφή ενός αυτοκινήτου (η δεύτερη όμορφη σκηνή) και απολαμβάνοντας διακριτικά τη μουσική μιας ακόμη βραδιάς μάζωξης διανοουμένων συνειδητοποιεί πως το σημαντικό χάρισμα που έχουμε όλοι ως άνθρωποι είναι το ότι "υπάρχουμε". Ένα προσόν που κανείς από μας δεν μπορεί να εκτιμήσει εύκολα. Ειδικά όταν κυνηγάει όνειρα που είναι πέρα των δυνατοτήτων του και των καταστάσεων που τον περιβάλλουν. Η άλλη δυνατή σκηνή είναι προς το μέσον της ταινίας όπου ο ήρωας περιπλανιέται σε ένα προαύλιο γεμάτο πεταμένα χαρτιά με ποιήματα φίλων του αλλά και κείμενα δικά του. Ένας έντονα δυναμικός συμβολισμός για τον τρόπο που το κάθε σύστημα συμπεριφέρεται στους διακριτικούς ρομαντικούς του κάθε τόπου. Τέλος μου άρεσε πολύ η σκηνή με την απότομη διακοπή της συζήτησης που είχε ο πρωταγωνιστής με έναν φίλο του ποιητή στους παγωμένους δρόμους του Λένινγκραντ, από έναν λόχο που περνούσε από δίπλα τους με ηχηρό βηματισμό. Ο πρωταγωνιστής τους αγνοεί επιδεικτικά μέχρι να απομακρυνθούν, κοιτώντας προς την αντίθετη πλευρά καπνίζοντας νευρικά το τσιγάρο του. 
O "Εξόριστος Συγγραφέας" είναι ένας ύμνος στους αθεράπευτα ρομαντικούς κι αντικοινωνικούς συνανθρώπους μας που περιφέρονται αόρατοι στις πόλεις κυνηγώντας το δικό τους όνειρο. Άνθρωποι με αξιοπρέπεια και διακριτικότητα. Άνθρωποι που αναγνωρίζονται μετά θάνατον. Ένας απ' αυτούς είναι ο Σεργκέι Ντοβλάτοφ. 

Βαθμολογία: 7/10

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2019

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Κλίματα Αγάπης (2006)


Μπορεί να μαγεύτηκα πρόσφατα με το "Κλίματα Αγάπης"του Νουρί Μπίλγκε Τσεϊλάν, όμως κατά τη διάρκεια της ταινίας συνειδητοποίησα πως είχα επιχειρήσει ξανά πριν από μια δεκαετία να την δω. Η αλήθεια είναι πως τότε δεν με άγγιξε ιδιαίτερα και μου είχε φανεί αρκετά αργή. Όμως μετά τη δεύτερη προβολή της μπορώ να πω με σιγουριά πως είναι μια από τις πιο ειλικρινείς, ζεστές κι αυθεντικές ταινίες πάνω στα αδιέξοδα των σύγχρονων σχέσεων, την βασανιστική κυριαρχία της μοναξιάς και την έλλειψη εμπιστοσύνης. Μια βαθιά ανάλυση πάνω στην ανθρώπινη ανασφάλεια και μια αναθεώρηση στα υπαρξιακά ερωτήματα που ταλαιπωρούν αρκετούς από μας καθημερινά.
Η ιστορία στέκεται κυρίως στη μοναχική ζωή ενός μποέμ ακαδημαϊκού με φόντο τα σκαμπανευάσματα της σχέσης του. Για να γίνει καλύτερη εμβάθυνση στο ψυχικό κόσμο του πρωταγωνιστή, η ταινία χωρίζεται σε τρεις εποχές. Από το ζεστό κι ειδυλλιακό καλοκαίρι δίπλα στη θάλασσα, μας ταξιδεύει στις βροχερές μοναχικές περιπλανήσεις στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης για να καταλήξει στα χιονισμένα τοπία της Μικράς Ασίας. 
Το ζευγάρι της ιστορίας μας συστήνεται στις υπέροχες παραλίες του Κας, μιας παραθαλάσσιας πόλης απέναντι από το Καστελόριζο. Η σχέση τους βρίσκεται σε ένα τέλμα κι αυτό γίνεται εμφανές στις επικρατούσες  στιγμές σιωπής αλλά και στις εντάσεις που προκαλούνται μπροστά σε τρίτους. Σε μια απ' αυτές τις εντάσεις, ο πρωταγωνιστής παίρνει την απόφαση να ζητήσει από τη σύντροφό του να χωρίσουν καθώς η σχέσης τους δεν τραβάει πλέον. Οι διακοπές λήγουν άδοξα με την φυγή της συντρόφου του ενώ λίγες μέρες μετά αναχωρεί κι εκείνος μόνος για την Κωνσταντινούπολη. Αρχίζει μια ατέρμονη περιπλάνηση στους δρόμους της Πόλης προσπαθώντας να μαζέψει τα κομμάτια του και να οργανώσει τη νέα του καθημερινότητα. Στις μοναχικές του περιπλανήσεις συναντάει μια πρώην σύντροφό του η οποία έχει συνάψει σχέση με έναν δικό του φίλο. Η ζήλια κι η ανδρική κτητικότητα θα τον οδηγήσουν έξω από την πόρτα της. Η ερωτική τους συνεύρεση που θα ακολουθήσει δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια ανούσια ικανοποίηση του εγωισμού του. Μία λανθασμένη βραδιά που θα ωθήσει τον πρωταγωνιστή στη ζεστασιά της προηγούμενης συντρόφου του που χώρισε το καλοκαίρι. Την αναζητά μες στο καταχείμωνο σε ένα χιονισμένο ορεινό χωριό όπου έχει πάει για γυρίσματα. Μία πολυπόθητη για 'κείνον συνάντηση που μετατρέπεται σε αναζήτηση του κατάλληλου γιατρικού για τον κατευνασμό της εσωτερικής του πάλης.  


Είναι η μοναδική φορά που ο Τσεϊλάν βρίσκεται πίσω και μπροστά από τον κινηματογραφικό του φακό, επιλέγοντας έναν αμφιλεγόμενο ήρωα στο πρόσωπο του οποίου μπορεί να καθρεφτιστεί το δικό μας είδωλο. Εσωστρεφής, μελαγχολικός κι άκρως μοναχικός, βρίσκει διέξοδο στις φωτογραφικές του εξορμήσεις άλλες φορές σε μαγευτικούς αρχαιολογικούς χώρους κάτω από τον ζεστό ήλιο της Μεσογείου κι άλλες φορές σε ονειρικές ορεινές πλαγιές με όμορφα μοναστήρια. Σ' αυτές τις μοναχικές του περιπλανήσεις έρχεται αντιμέτωπος με τις επιλογές του. 
Η συναισθηματική του πορεία καταγράφεται σε τρεις εποχές. Ενώ πνίγεται σε μία σχέση που έχει βαλτώσει διαπιστώνει πως η πολυπόθητη αποδέσμευση δεν του προσφέρει την ηρεμία που αποζητά. Η επιστροφή του στο παρελθόν δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια μίζερη προσπάθεια αποφυγής της σαρκικής του σήψης. Δεν είναι τυχαίο που η ερωτική πράξη με την πρώην σύντροφό του είχε την μορφή βιασμού καθώς πλήττεται η αξιοπρέπεια κι η εμπιστοσύνη μεταξύ των προσώπων και κυρίως μεταξύ φίλων. Με την πράξη αυτή συνειδητοποιεί πως η κενότητά του όχι μόνο δεν εξαλείφεται αλλά διογκώνεται απειλητικά. Φτάνοντας σε ένα δύσκολο σταυροδρόμι, αποφασίζει να αναζητήσει την παλιά του αγάπη που ο ίδιος πλήγωσε. Καλό όμως είναι να τα πιάσουμε όλα πάλι απ'την αρχή.
Πλάνο πρώτο, ένα ζευγάρι περιπλανιέται στα απομεινάρια ενός παλιού πολιτισμού. Οι αρχαίες κολώνες στέκουν ακόμα όρθιες όσο είναι ακόμη ζωντανές οι μνήμες μέσα στα δυο πρόσωπα. Όμως η καθαρότητα των βλεμμάτων και των συναισθημάτων κυριαρχούν μέσα στο χώρο. "Πλήττεις;" ρωτάει ο πρωταγωνιστής τη σύντροφό του καθώς εκείνην τον παρατηρεί σιωπηλά να φωτογραφίζει το μνημείο. Με χαριτωμένο τρόπο του λέει όχι κι αμέσως απομακρύνεται για να κρύψει το ψέμα της. Στέκεται πάνω σε έναν λόφο και τον παρατηρεί σκεπτόμενη πως η ερώτησή του δεν αναφερόταν μόνο στην παρούσα κατάσταση αλλά γενικά. Κι η αλήθεια είναι πως πράγματι πλήττει. Εκεί ψηλά συνειδητοποιεί το χάσμα που υπάρχει ανάμεσά τους. Εκείνη προτιμά να παρατηρεί τον κόσμο με τα δικά της μάτια ενώ εκείνος μέσα από τη φωτογραφική του μηχανή, εκείνη προαισθάνεται το τέλος της σχέσης και δακρύζει καθώς εκείνος σκουντουφλά και πέφτει στο χώμα μαρτυρώντας το πόσο κοντόφθαλμα βλέπει την όλη κατάσταση. Το τέλος είναι κοντά κι έρχεται σε μια υπό άλλες συνθήκες ρομαντική σκηνή στην παραλία που μεμιάς μετατρέπεται σε μία βασανιστική αντίστροφη μέτρηση καθώς ο πρωταγωνιστής έχει πάρει την απόφαση κι αναζητά τον τρόπο με τον οποίον θα ζητήσει από τη σύντροφό του να χωρίσουν. 
Έρχεται το φθινόπωρο. Η βροχή προσπαθεί να ξεπλύνει την ανασφάλεια. Επιλέγοντας τη μοναξιά, ο κεντρικός ήρωας περιφέρεται σε μία γκρίζα πόλη πνιγμένη στην πολυκοσμία και το άγχος, αναζητώντας μια νέα ερωτική σύντροφο όχι για συναισθηματικό δέσιμο αλλά για σεξουαλική ικανοποίηση. Αποφεύγοντας δεσμεύσεις κι ευθύνες, αποφασίζει να την πέσει σε μια προηγούμενη σύντροφό του, η οποία έχει συνάψει δεσμό με έναν φίλο του. Όμως γρήγορα συνειδητοποιεί πως δεν κάνει τίποτα παραπάνω απ' το να κοροϊδεύει τη μοναξιά του. 
Ακολουθεί ο βαρύς χειμώνας της συνείδησής του. Ξέρει πλέον καλά πως δεν μπορεί να συνεχίσει σ' αυτόν τον ρυθμό. Αποφασίζει να αναζητήσει την καλοκαιρινή του σχέση όχι επειδή τρέφει συναισθήματα γι' αυτήν αλλά επειδή νιώθει ασφάλεια κοντά της. Η συνάντησή τους είναι αναπόφευκτη σε μια μικρή ορεινή πόλη, τυλιγμένη σε ένα πέπλο χιονιού που κρύβει με την αγνότητά του τα λάθη και τις πληγές του καλοκαιριού. Ένα τσάι σε ένα τραπέζι που κυριαρχεί η αμηχανία κρατώντας ερμητικά κλειστά τα χείλη. Ένα πνιχτό κλάμα σε ένα βαν προσπαθεί να ξαλαφρώσει την κοπέλα από την συσσωρευμένη ένταση κι ένα νευρικό γέλιο θα δώσει την ανόητη αφορμή για ένα πρόωρο τέλος. Ένα τέλος όμως που θα οριστικοποιηθεί μια μέρα μετά με τον πιο κυνικό και σκληρό τρόπο. Ένα πρωινό που έχει όλες τις προϋποθέσεις να γίνει ζεστό και τρυφερό καταλήγει πιο ψυχρό από τον χιονιά που επικρατεί έξω από το παράθυρο. 
Τι είναι τελικά οι παλιές σχέσεις; Θόρυβοι αεροπλάνων που πετούν κρυμμένα μες στα σύννεφα δηλώνοντας την παρουσία τους με έναν ενοχλητικό θόρυβο μέχρι να χαθεί διαπαντός στον ορίζοντα. 



Το τέλος καλύπτεται σιγά σιγά με νιφάδες χιονιού. Ένα απλανές βλέμμα κοιτάει με χαρμολύπη χαμηλά προσπαθώντας να επανέλθει από το συναισθηματικό σοκ, κι ένας μιναρές που αχνοφαίνεται στο βάθος προσπαθεί να θυμίσει την χαμένη αρετή της πίστης. Αμέσως ήρθε στο μυαλό μου η συγκινητική φράση της πρωταγωνίστριας του Μανχάταν, η οποία με έναν άκρως γλυκό κι αγνό τρόπο ψελλίζει το "πίστεψε στους ανθρώπους" για να εισπράξει το κυνικό χαμόγελο του Γούντι Άλεν. Δεν υπάρχει καμία πίστη και καμία εμπιστοσύνη μέσα σ' αυτήν την σύγχρονη και συναισθηματικά νεκρή κοινωνική ζούγκλα.
Όμως η ταινία δεν είναι πεσιμιστική, ούτε αυτός είναι ο σκοπός της. Αντιθέτως καθρεφτίζει την πραγματικότητα που πολλοί από μας αποφεύγουν να κοιτάξουν κατάματα. Πέρα όμως απ' αυτό, η ταινία σε μαγεύει από τα ονειρικά της πλάνα, ειδικά στο χιονισμένο χωριό και το υπέροχο μοναστήρι πάνω στο βουνό. Επίσης προβάλλει την άγνωστη για μας Τουρκία, η οποία δε διαφέρει πολύ με την Ελλάδα της οικονομικής κρίσης. Εκπληκτική η σκηνή που φωτογραφίζει ο Τσεϊλάν έναν ταξιτζή με φόντο το μοναστήρι. Όταν ο νεαρός του ζητά μετά ένα αντίγραφο της φωτογραφίας, εκείνος απορημένος τον ρωτάει αν υπάρχουν φωτογράφοι στο χωριό του. Με μια ειλικρίνεια, ο νεαρός του απαντάει πως υπάρχουν αλλά βγάζουν μόνο φωτογραφίες διαβατηρίων. Όλη η οικονομική και κοινωνική κρίση της γειτονικής χώρας που βιώνουμε κι εμείς, αποτυπωμένη σε τρεις μόνο λέξεις. Η φυγή στο εξωτερικό κι η ερημοποίηση μιας ταλαιπωρημένης χώρας.
Επίσης παρατηρούμε την τότε προσπάθεια της Τουρκίας στο να γίνει αποδεκτή απ' την Ευρώπη, αποκτώντας δυτικές μικροαστικές συνήθειες και συμπεριφορές. Στοιχεία που δείχνουν τόσο ξένα μέσα σε ένα περιβάλλον που μυρίζει ακόμα έντονα ανατολή.
Έπειτα θα θελα πολύ να σημειώσω πως τους ρόλους των γονιών του ήρωα, οι οποίοι εμφανίζονται με έντονη και γλυκύτατη χιουμοριστική διάθεση ειδικά η μάνα που θέλει εγγόνια κι ο πατέρας που προσπαθεί να διατηρήσει την κυκλοφορία του αίματος με έναν μάλλινο σκούφο στο κεφάλι, ερμηνεύουν οι ίδιοι οι γονείς του σκηνοθέτη. Όπως επίσης η σύντροφος του πρωταγωνιστή είναι η πραγματική σύζυγος του Τσεϊλάν. Στοιχεία τα οποία μεμιάς τοποθετούν τα "Κλίματα Αγάπης" στην κατηγορία των πιο σπάνιων και γλυκών ταινιών του ευρωπαϊκού κινηματογράφου.
Τέλος θα θελα πολύ να μιλήσω για τους συμβολισμούς του έργου αλλά θα επικεντρωθώ στον σημαντικότερο. Τα συναισθηματικά στάδια του πρωταγωνιστή χωρίζονται στις εποχές οι οποίες ξεχωρίζουν μεταξύ τους λόγω κλίματος. Όμως μια από τις εποχές λείπει. Έχουμε το καλοκαίρι όπου παρακολουθούμε τον χωρισμό. Ακολουθεί το φθινόπωρο όπου η ψυχοσύνθεση του πρωταγωνιστεί ξεσπάει ανεξέλεγκτα όπως η απρόσμενη βροχή και με κτηνώδη τρόπο κάνει έρωτα στη γυναίκα του φίλου του. Ο συναισθηματικός του θάνατος κι ο φόβος του ψυχικού του αδιεξόδου υποδηλώνονται με τον χειμώνα. Η άνοιξη όμως απουσιάζει σκόπιμα μαρτυρώντας τον οριστικό τέλος της σχέσης. Ο καιρός αλλάζει, αλλά μέσα μας εξακολουθεί να επικρατεί το τίποτα!
Το «Κλίματα Αγάπης», πέρα από την εικαστική ευχαρίστηση, την ερωτική μελαγχολία, την τρυφερότητα και την καλαισθησία που προσφέρει απλόχερα, γίνεται ένας ειλικρινής κι αυστηρός φίλος που μας χτυπάει φιλικά την πλάτη συμβουλεύοντάς μας πως ο χρόνος κυλάει και είναι μεγάλο λάθος να χρονοτριβούν οι αποφάσεις που πρέπει να παρθούν άμεσα διότι η ζωή δεν γυρνάει πίσω κι η κάθε στιγμή έχει τόση μαγεία που είναι αμαρτία όταν χάνεται στη μιζέρια της στασιμότητας και της ευθυνοφοβίας.

Βαθμολογία: 9/10