Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2019

Τολέδο, ένα πολύτιμο πολιτισμικό φρούριο



Πρωινό Δευτέρας κι ενώ οι κάτοικοι της Μαδρίτης τρέχουν να προλάβουν τους τρελούς ρυθμούς της καθημερινότητας, εμείς περπατάμε αμέριμνοι προς το σιδηροδρομικό σταθμό για να επισκεφθούμε το Τολέδο. Η μέρα ήταν ζεστή με έναν ήλιο ολόλαμπρο να διατηρεί τις καλοκαιρινές του διαθέσεις στην καρδιά του Οκτώβρη. Περνώντας μέσα από το πυκνό δασάκι στο εσωτερικό του σιδηροδρομικού σταθμού της Atocha, βρήκαμε την αποβάθρα όπου μας περίμενε το τραίνο, το οποίο και προλάβαμε τέσσερα λεπτά πριν την αναχώρησή του.
Η διαδρομή ήταν σύντομη κι η ευχάριστη παρέα σχεδόν την εκμηδένισε. Ο πανέμορφος σιδηροδρομικός σταθμός του Τολέδο, βρίσκεται λίγο έξω από το ιστορικό κέντρο. Οι πρώτες εικόνες που αντικρίσαμε προμήνυαν όλα όσα θα συναντήσουμε στις βόλτες μας στα μεσαιωνικά στενά της πόλης. Πήραμε το δρόμο που περνάει έξω από τον σταθμό και περπατήσαμε ως την γέφυρα Αλκάνταρα. Από εκεί η εντυπωσιακή όψη της μεσαιωνικής πόλης μας ανάγκασε να σταθούμε αρκετή ώρα πάνω από τον ποταμό Τάγο, για να απολαύσουμε την ομορφιά του τοπίου καθώς απέναντί μας είχαμε τα παλιά τείχη και το αναστηλωμένο μετά από εντολή Φράνκο, Αλκαζάρ.
Το όνομα της πόλης προέρχεται από την λατινική λέξη Toletum που σημαίνει "χτισμένη σε ψηλό λόφο". Παρατηρώντας την από την αρχαία ρωμαϊκή γέφυρα, μπορεί κανείς να καταλάβει το πόσο εύστοχη είναι η επιλογή του συγκεκριμένου ονόματος. Επίσης από την πρώτη στιγμή το Τολέδο επιβεβαιώνει τον χαρακτηρισμό της πόλης-μουσείο. Δεν είναι τυχαίο πως ολόκληρο το ιστορικό της κέντρο προστέθηκε στον κατάλογο των παγκόσμιων μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς της Unesco το 1986. Επίσης μια ακόμη σημαντική επισήμανση είναι πως υπήρξε πρωτεύουσα της ισπανικής αυτοκρατορίας για πεντακόσια χρόνια.
Ανηφορίζοντας προς την πόλη, ξεκίνησα μια σύγκριση των πρώτων εικόνων της πόλης με τους πίνακες του Ελ Γκρέκο, συνειδητοποιώντας έτσι πως το Τολέδο δεν άλλαξε καθόλου με το πέρασμα των αιώνων. Ούτε από την καταστροφή του εμφυλίου πολέμου.
Πριν μπούμε στην πόλη, περάσαμε από το μουσείο της Σάντα Κρουζ, το οποίο θεωρείται ως το κομψότερο κτίσμα του Τολέδο. Χτίστηκε τον 15ο αι. για να λειτουργήσει ως νοσοκομείο αλλά μετατράπηκε σε μουσείο τον 19ο αι. καθώς εκτιμήθηκε ιδιαίτερα η αρχιτεκτονική του ομορφιά. Ειδικά η πύλη του είναι πανέμορφη και πλούσια σε ανάγλυφη διακόσμηση. Σήμερα στεγάζει τρία μουσεία, αυτό των Καλών Τεχνών, των Διακοσμητικών Τεχνών και της Αρχαιολογίας.
Στη συνέχεια ανηφορίσαμε προς την πλατεία Ζοκοντόβερ. Στο ανοιχτό αυτό χώρο που κάποτε πραγματοποιούνταν εκτελέσεις της Ιεράς Εξέτασης, σήμερα συναντάμε τα γνωστά tapas και διάφορες καφετέριες που δεν μας γέμισαν πολύ το μάτι. Προσπεράσαμε την πλατεία κι ανηφορίσαμε προς το Αλκαζάρ, ένα από τα πιο αναγνωρισμένα σημεία της πόλης. Οι ρίζες του συγκεκριμένου κτιρίου ξεκινούν από τον 3ο αι. μ.Χ. και μέσα σ' αυτήν την μακρόχρονη ιστορία του, λειτούργησε ως φρούριο, παλάτι και κάστρο. Στον εμφύλιο πόλεμο καταστράφηκε ολοσχερώς και ξαναχτίστηκε από τον δικτάτορα Φράνκο για να μετατραπεί σε πολεμικό μουσείο και βιβλιοθήκη της περιφέρειας. Περπατώντας γύρω του, συναντήσαμε αρκετά σημάδια από τον εμφύλιο πόλεμο ενώ στον προαύλιο χώρο που βρίσκεται από τη μεριά του ποταμού υπήρχε μια συλλογή γλυπτών στρατιωτικής θεματολογίας. Αρκεστήκαμε στη θέα προς τον ποταμό κι αμέσως εισχωρήσαμε στην καρδιά της πόλης. Χωθήκαμε σε μικρά και στενά δρομάκια που κρύβονταν στη σκιά ψηλών κτιρίων, προσφέροντας μια πανδαισία γήινων χρωμάτων. Η αίσθηση που μας άφηνε το ιστορικό κέντρο ήταν πως το Τολέδο είναι μία πόλη που από την μια φαίνεται λιτή αλλά από την άλλη είναι αρκετά πλούσια σε ιστορία και τέχνη.
Διασχίζοντας τα γραφικά της στενά, βρεθήκαμε στον προαύλιο χώρο του Καθεδρικού, ο οποίος ανήκει στις δέκα ομορφότερες εκκλησίες της Ισπανίας. Η αύρα του επιβλητική και σκοτεινή, με τις περισσότερες εντυπώσεις να κλέβει η γοτθική του πρόσοψη. Δυστυχώς όμως, το καμπαναριό του ήταν κρυμμένο πίσω από πυκνές σκαλωσιές, στερώντας μου ένα σημαντικό τμήμα της θαυμάσιας όψη του. Παρατηρώντας το κτίσμα περιμετρικά, μπορεί να συναντήσει κανείς αρκετά στοιχεία του μουσουλμανικού παρελθόντος αλλά και της ισπανικής αναγέννησης που συντελέστηκε στην πόλη. Προσωπικά μου τράβηξε την προσοχή η γλυπτή αναπαράσταση του μυστικού δείπνου πάνω από την κεντρική πύλη της πρόσοψης.
Φεύγοντας από τον Καθεδρικό, περάσαμε από το σπίτι του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου το οποίο δηλωνόταν με μια επιγραφή και κάναμε μια στάση στην εκκλησία του Αγίου Θωμά για να θαυμάσουμε τον πίνακα της ταφής του "Η Ταφή του Κόμητος Οργάθ". Απόλαυσα τη στιγμή που περιέγραφα τον πίνακα στους φίλους μου αντλώντας πληροφορίες από το διαδίκτυο. Δυστυχώς ήταν το μοναδικό έργο του Ελ Γκρέκο που θαυμάσαμε στην πόλη καθώς εκείνη την μέρα το μουσείου του ήταν κλειστό.
Είχαμε πλέον φτάσει στην άλλη άκρη της πόλης. Φεύγοντας απογοητευμένοι από το κλειστό μουσείο του σπουδαίου Έλληνα ζωγράφου, ανηφορίσαμε προς την περίφημη Συναγωγή της Σάντα Μαρία λα Μπλάνκα. Ο θρησκευτικός αυτός χώρος χτίστηκε το 1180 καθιστώντας τον ως την παλαιότερη συναγωγή της Ευρώπης που στέκεται ακόμη όρθια. Η ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου κτίσματος είναι πως χτίστηκε από ισλαμιστές αρχιτέκτονες μ' αποτέλεσμα να μπλεχτεί το μουσουλμανικό στοιχείο με το εβραϊκό. Γι' αυτόν τον λόγο θεωρείται σύμβολο της αρμονικής συνύπαρξης των τριών πολιτισμών που κυριάρχησαν στην Ιβηρική χερσόνησο.
Λίγο πιο πέρα βρίσκεται το επιβλητικό μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη που ιδρύθηκε από τον βασιλιά Φερδινάνδο Β 'της Αραγονίας και τη βασίλισσα Ισαβέλα της Καστίλλης για τον εορτασμό τόσο της γέννησης του γιου τους, του πρίγκιπα Ιωάννη, όσο και της νίκης τους στη Μάχη του Τορό το 1476 ενάντια στον στρατό του Αλφόνσο του Ε' της Πορτογαλίας. Η νίκη αυτή ήταν σημαντική καθώς μ'αυτήν την επίτευξη ενώθηκαν όλα τα βασίλεια της χερσονήσου.
Ο σχεδιασμός του μοναστηριού βασίστηκε στην ιδέα πως σταδιακά θα μετατρεπόταν σε μαυσωλείο των βασιλέων της Ισπανίας. Όμως αυτό τελικά δε συνέβη καθώς επιλέχθηκε η Γρανάδα ως τόπος ταφής τους. Η κατασκευή του μοναστηριού ξεκίνησε το 1477 σύμφωνα με τα σχέδια του αρχιτέκτονα Χουάν Γκουά και ολοκληρώθηκε το 1504. Το 1809 υπέστη σοβαρές ζημιές από τα στρατεύματα του Ναπολέοντα κατά την κατάληψη του Τολέδο και εγκαταλείφθηκε το 1835. Η αποκατάστασή του άρχισε το 1883 αλλά δεν ολοκληρώθηκε. Το μοναστήρι τελικά ανακαινίστηκε από τους Φραγκισκανούς το 1954.
Από το άλλο άκρο της πόλης, οι περιηγήσεις μας συνεχίστηκαν στην εβραϊκή συνοικία και γύρω από το πανεπιστήμιο (Campus de Toledo). Στενά και ήσυχα σοκάκια με ξύλινα μπαλκονάκια που εξείχαν, από τις όψεις των κτιρίων, παρόμοια με τα τούρκικα και μικρές αψίδες που ένωναν τις ταράτσες των σπιτιών που θύμιζαν αρκετά τους όμορφους δρόμους της Σιένα. Εκεί επιλέξαμε να φάμε σε ένα εκλεπτυσμένο εστιατόριο που είναι γνωστό κι αγαπητό στους ντόπιους. Αναφέρομαι στο La Abadía Cervecería Artesana. Πέρα απ' τα εκπληκτικά του πιάτα, δοκιμάστε την μπύρα που οι ίδιοι παράγουν και είναι εξαιρετική.
Κατά το απογευματάκι κατηφορίσαμε προς τη βόρεια πλευρά της πόλης. Εκεί συναντήσαμε ένα ιδιαίτερο τζαμί κοντά στην Puerta de Sol. Το Mosque of Cristo de la Luz είναι ένα από τα δέκα μαυριτανικά τζαμιά που υπήρξαν στην πόλη. Χτίστηκε το 999 κι έχει την ιδιαιτερότητα πως δεν άλλαξε καθόλου από τότε. Το παλιό του όνομα το πήρε από την πύλη Bab al-Mardum.
Περνώντας κάτω από την επιβλητική Puerta De Bisagra, βγήκαμε έξω από τα παλιά τείχη και συναντήσαμε το σύγχρονο κομμάτι του Τολέδο, το οποίο μας φάνηκε ήρεμο κι αδιάφορο, οπότε εισχωρήσαμε ξανά στα στενά σοκάκια της παλιάς πόλης.
Οι περιηγήσεις μας ολοκληρώθηκαν με μία επίσκεψη στον Ναό των Ιησουϊτών. Μία θεόρατη εκκλησία στην καρδιά της πόλης, με εντυπωσιακό εσωτερικό διάκοσμο όπου κυριαρχούσε το λευκό. Αυτό όμως που άξιζε στη συγκεκριμένη επίσκεψη είναι η πρόσβαση στα δυο της καμπαναριά, απ' όπου θαυμάσαμε από ψηλά το Τολέδο.
Φεύγοντας, η πόλη μας αποχαιρέτησε με έναν κατακόκκινο ουρανό. Ήταν τόσο μαγευτική η στιγμή που όλοι οι επιβάτες που περίμεναν το τραίνο στην αποβάθρα, είχαν στραφεί προς τη δύση κι απολάμβαναν το φευγιό του ήλιου.
Μετά από λίγα λεπτά ακολούθησε και το δικό μας φευγιό... 

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2019

Σεγόβια, η νικηφόρος πόλη της Καστίλλης και Λεόν



Την ύπαρξη αυτής της παραμυθένιας πόλης δεν την γνώριζα. Όταν προετοιμαζόμουν για το ταξίδι κι αναζητούσα πόλεις κοντά στην Μαδρίτη, την προσπέρασα χωρίς να ανατρέξω σε μια φωτογραφία της. Φτάνοντας όμως Ισπανία, την μάθαμε μέσα από κουβέντες τρίτων. Η ομορφιά της και το μεγαλείο της έρχονται σε αντίθεση με τη φήμη που κουβαλάει σήμερα καθώς λίγοι την επισκέπτονται σε σχέση με τις υπόλοιπες γειτονικές πόλεις.
Λόγω κούρασης των προηγούμενων ημερών, επέλεξα να πάω με κάποιο ημερήσιο τουριστικό γκρουπ στη Σεγόβια και στην Άβιλα. Αγουροξυπνημένος, περίμενα πρωινό Πέμπτης στη Γκραν Βία να περάσει το πούλμαν που θα μας μαζέψει. Γύρω μου άρχισαν να μαζεύονται τουρίστες από διάφορες χώρες περιμένοντας με μένα. Διστακτικά βλέμματα συναντιόντουσαν που και που με την ίδια απορία, "ταξιδεύουμε μαζί;". Δεν είχα διάθεση να μιλήσω σε κανέναν. Κοιτούσα τον μουντό ουρανό και παραξενευόμουν με την πρωινή ψύχρα καθώς οι μέρες μας στην Ισπανία ήταν σχεδόν καλοκαιρινές.
Με μια μικρή καθυστέρηση αναχωρήσαμε προς το βορρά με τη ξεναγό να μιλάει μια ισπανικά μια αγγλικά. Η προφορά της ήταν τόσο καθαρή που με βοηθούσε να καταλάβω όλα όσα έλεγε. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, μας έδειξε τον θεόρατο σταυρό που είχε υψώσει ο δικτάτορας Φράνκο για τα θύματα του Ισπανικού Εμφυλίου. Κάτω απ' αυτόν φυλάσσονται οστά κι από τις δυο μαχόμενες πλευρές. Επιθυμία του ίδιου ήταν να τοποθετηθούν και τα δικά του εκεί, αλλά μετά από επίμονες αντιδράσεις δημοκρατών, απομακρύνθηκαν.
Γι' αρκετή ώρα στη διαδρομή, μας συντρόφευε η οροσειρά της Γκουανταράμα, μέχρι που μπήκαμε σ' ένα τούνελ για να περάσουμε από την άλλη μεριά των ορεινών όγκων αφήνοντας πίσω μας τη μουντάδα της Μαδρίτης. Ένας γλυκός ήλιος μας υποδέχτηκε λίγο πριν συναντήσουμε τα πρώτα σπίτια της Σεγόβια.
Κατηφορίζοντας προς την πόλη, αποκαλύφθηκε μπροστά μας το επιβλητικό υδραγωγείο. Δε το χωρούσε ο νους μου το μεγαλείο αυτού του έργου. Το μνημείο αυτό είναι ένα από τα πιο καλοδιατηρημένα ρωμαϊκά έργα της Ιβηρικής χερσονήσου. Ξεκινώντας από τη μία πλαγιά, υψωνόταν πάνω από τις στέγες των σπιτιών που δίπλα του έδειχναν χάρτινα και μικρά και χανόταν στις οχυρώσεις της παλιάς πόλης.
Δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια η χρονολογία του υδραγωγείου καθώς δεν διαθέτει αναγνώσιμη εγγραφή του έτους κατασκευής του. Παρόλο που θεωρείται άγνωστη η χρονιά κατασκευής του, εικάζεται ότι αυτή έλαβε χώρα τον 1ο αιώνα μ.Χ., κατά τη διάρκεια της εξουσίας των αυτοκρατόρων Δομιτιανού, Νέρβα και Τραϊανού. Στα τέλη του 20ού αιώνα, ένας Γερμανός αρχαιολόγος κατάφερε να αποκρυπτογραφήσει το κείμενο στην αφιερωτική πλάκα μελετώντας τα σημάδια των χαμένων μπρούτζινων γραμμάτων. Χρησιμοποιώντας αυτή τη μέθοδο, κατάφερε να προσδιορίσει ότι ο αυτοκράτορας Δομιτιανός (81-96 μ.Χ.) διέταξε την κατασκευή του. Μαζί με το υδραγωγείο και οι απαρχές της Σεγόβια δεν είναι απόλυτα γνωστές. Κι εδώ αρκετοί πιστεύουν πως η περιοχή κατοικήθηκε από τους Βακκαίους πριν οι Ρωμαίοι κατακτήσουν την πόλη. Μετέπειτα, τα ρωμαϊκά στρατεύματα που στάλθηκαν για να ελέγξουν την περιοχή παρέμειναν και εγκαταστάθηκαν εκεί.
Το υδραγωγείο είναι το σημαντικότερο αρχιτεκτονικό μνημείο της πόλης ενώ η λειτουργία του κράτησε για αιώνες. Γι' αυτό το λόγο διατηρείται σε άψογη κατάσταση. Είναι χτισμένο χωρίς κονίαμα, με ογκόλιθους γρανίτη. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή, η καθεμία από τις τρεις ψηλότερες καμάρες είχε μία επιγραφή με χάλκινα γράμματα, αναφέροντας το όνομα του κατασκευαστή του, μαζί με την ημερομηνία κατασκευής. Σήμερα, δύο κόγχες είναι ακόμα ορατές, μία σε κάθε πλευρά του υδραγωγείου. Είναι γνωστό ότι σε μία από αυτές βρισκόταν μία εικόνα του Ηρακλή, ο οποίος, σύμφωνα με το μύθο, ήταν ο ιδρυτής της πόλης. Η άλλη θέση περιέχει τώρα εικόνες της Παρθένου της Φουενθίσλα (η προστάτιδα της Σεγόβια) και του Αγίου Στεφάνου. Η διαφορετική διάβρωση των πέτρινων τμημάτων, προκάλεσε ρωγμές στη γρανιτένια τοιχοποιία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το μνημείο να συμπεριληφθεί από το 2006 στο τμήμα παρακολούθησης παγκόσμιων μνημείων από το Παγκόσμιο Ταμείο Μνημείων.
Πίσω από τις θεόρατες καμάρες του υδραγωγείου απλώνεται η παλιά πόλη της Σεγόβια. Στενά δρομάκια ανηφορικά σε οδηγούν αιώνες πίσω, έχοντας κρυμμένα σε διάφορες γωνίες ίχνη λαών και παραδόσεων που πέρασαν κι εδραιώθηκαν σ' αυτή τη γωνιά της Ισπανίας. Ένα απ' αυτά είναι η εκκλησία του Σαν Μαρτίν. Μια εντυπωσιακή εκκλησία ρωμανικού ρυθμού που χτίστηκε τον 12ο αι. Ο ρυθμός της, η τοξωτή της στοά και το χοντρό καμπαναριό θυμίζουν αρκετά την περίοδο των Ρωμαίων. Στη μικρή της πλατεία ξεχωρίζουν δύο σφίγγες που κοιτούν με νόστο τους επισκέπτες της πόλης. Βρήκα μια παρέα κοριτσιών να διασκεδάζει με μία απ' αυτές. Ανέβαιναν στη ράχη της και φωτογραφίζονταν. Δίπλα στα χαμογελαστά τους πρόσωπα διέκρινα τη μελαγχολία που μόνο τα γλυπτά μπορούν να εκφράσουν.
Ο δρόμος από κει μας οδήγησε στη Πλάθα Μαγιόρ. Παλιά κτίρια άλλοτε αριστοκρατικά στέκουν με αρκετές φθορές περιμετρικά της πλατείας, δίνοντας μια παρελθοντική αίγλη στην πόλη. Έκανα βόλτα γύρω από το άνοιγμα κοιτώντας τα μπαλκόνια και τα παράθυρα. Οι ευθείες είχαν ακυρωθεί καθώς η φθορά είχε δημιουργήσει αρκετές καμπύλες στις προσόψεις των κτιρίων. Στην άλλη άκρη όμως ορθωνόταν ο πανέμορφος καθεδρικός. Ο Καθεδρικός της Σεγόβια που είναι αφιερωμένος στην Παρθένο Μαρία είναι ένας από τους τελευταίους γοτθικούς ναούς που κατασκευάστηκαν στην Ευρώπη κι ο τελευταίος στην Ισπανία. Η οικοδόμησή του ξεκίνησε στα μέσα του 16ου αιώνα, όταν στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, η αναγεννησιακή αρχιτεκτονική ήταν το νέο σημείο αναφοράς.
Ο καθεδρικός φέρει τρία ψηλά κλίτη, με όμορφα παράθυρα και πολυάριθμα βιτρώ. Το εσωτερικό χαρακτηρίζεται από την ομοιομορφία του ρυθμού του, με εξαίρεση τον τρούλο, ο οποίος κατασκευάστηκε περίπου το 1630 από τον Πέδρο δε Μπριθούελα. Τα γοτθικά κλίτη έχουν ύψος 33 μέτρα, 50 μέτρα πλάτος και 105 μήκος. Το κωδωνοστάσιο έχει ύψος περίπου 90 μέτρα. Ο σημερινός πέτρινος οβελός στην κορυφή του κωδωνοστασίου χρονολογείται από το 1614 και ανεγέρθη μετά από μία μεγάλη πυρκαγιά που προκλήθηκε από κεραυνό. Ο αρχικός οβελός, ολόκληρος γοτθικός, κατασκευάστηκε από αμερικανικό μαόνι, είχε πυραμοειδές σχήμα και ήταν ο ψηλότερος πύργος στην Ισπανία. Το κύριο τέμπλο του καθεδρικό είναι έργο του Φραντσίσκο Σαμπατίνι και είναι αφιερωμένο στην Παναγία της Ειρήνης. Τα πιο εξέχοντα παρεκκλήσια είναι αυτά των Σαντίσιμο Σακραμέντο, με τέμπλο φιλοτεχνημένο από τον Χοσέ δε Τσουρριγκέρα, του Σαν Ανδρές, με ένα τρίπτυχο της Αποκαθήλωσης του Αμπρόσιους Μπένσον, και της Αποκαθήλωσης.
Ένα στενό κατηφορικό δρομάκι με οδήγησε στην άλλη άκρη της πόλης. Μικρά σπίτια μαζεμένα το ένα δίπλα στο άλλο φανέρωναν την αμυντική φύση μιας πόλης-φρούριο, με τις χαρακτικές τους προσόψεις να δίνουν ένα τέμπο στο βάδισμά μου. Κάθε σπίτι είχε κι από μια προσωπικότητα. Μοναδική παραφωνία στη βόλτα ήταν τα αυτοκίνητα που περνούσαν ξυστά από τους τοίχους των σπιτιών και τα κορναρίσματα των νευριασμένων οδηγών που δεν χωρούσαν μαζί με τους τουρίστες στους δρόμους της μικρής τους πόλη. Όμως μεγάλη εντύπωση μου έκανε η συνάντησή μου με αμάξι που είχε δυνατή ένταση στα ηχεία αλλά αντί για κλαρίνα και καημούς, ακουγόταν κλασική μουσική.
Στο τελείωμα της κατηφόρας ανοιγόταν ένα μικρό πάρκο. Από τα δυτικά φαινόταν το μοναστήρι του Ελ Παρράλ κι η εκκλησία ντε λα Βέρα Κρουζ ενώ στο βάθος υψωνόταν το παραμυθένιο Αλκαζάρ της Σεγόβια πάνω σε έναν απόκρημνο βράχο. Το φρούριο-παλάτι θεωρείται ως ένα από τα ομορφότερα κάστρα της Ευρώπης με τη μια του όψη να μοιάζει αρκετά με πλώρη καραβιού.
Το Αλκάθαρ αρχικά κατασκευάστηκε τον 12ο αιώνα ως οχυρό, αλλά έκτοτε μετατράπηκε σε βασιλικό ανάκτορο, φυλακή, κολέγιο βασιλικού πυροβολικού και στρατιωτική ακαδημία. Σήμερα χρησιμοποιείται ως μουσείο και κτίριο φύλαξης στρατιωτικών αρχείων. Το κτίριο χωρίζεται σε δύο τμήματα: το εξωτερικό με την αυλή, την τάφρο με μία ανασηκώμενη γέφυρα και τον πύργο, και τα εσωτερικά δωμάτια, τα οποία περιλαμβάνουν ένα παρεκκλήσι με πολλές αίθουσες για τους ευγενείς (αίθουσα του Θρόνου, της Γαλέρας, του Ανανά, των Βασιλιάδων και άλλες), οι οποίες σήμερα είναι επισκέψιμες. Η διάταξή του είναι πολύ ανώμαλη καθώς έχει προσαρμοστεί στο λόφο πάνω στον οποίο βρίσκεται. Ξεχωρίζει πολύ όμορφα ο πύργος φύλαξης, ο οποίος έχει τετράγωνο σχήμα με τέσσερις πύργους. Ανεγέρθη από τον βασιλιά Ιωάννη Β΄ και αρχικά χρησιμοποιούταν ως οπλοστάσιο. Μέσα, οι αίθουσες και τα δωμάτια είναι διακοσμημένα με πολυτελή και όμορφα έργα τέχνης. Προσωπικά ενθουσιάστηκα με την αίθουσα της Γαλέρας όπου βρίσκεται μια τεράστια τοιχογραφία που απεικονίζει τη στέψη της βασίλισσας Ισαβέλλας της Καστίλλης. Αυτό που μου κανε εντύπωση ήταν πως όλες οι μορφές στον πίνακα είναι χωρίς μάτια, μ' αποτέλεσμα οι φιγούρες όλων να δείχνουν εφιαλτικές. Δυστυχώς δεν άκουσα καθαρά τη ξεναγό για να καταλάβω τον λόγο που σχεδιάστηκαν έτσι.
Επιστρέφοντας στο υδραγωγείο, πέρασα από την παλιά εβραϊκή γειτονιά με τα διακριτικά της σπίτια και τα μικρά τους μπαλκόνια που εξέχουν δειλά κάτω από τη σκιά του καμπαναριού. Όσο προχωρούσα προς το κέντρο της παλιάς πόλης, πλήθαιναν γύρω μου πολλά μικρά παλάτια με μεσαιωνικές προσόψεις και πλακόστρωτες αυλές. Το πιο γνωστό απ' όλα τα παλάτια είναι της Αγιάλα Βεργάνθα, γνωστό στους ντόπιους ως το "σπίτι του εγκλήματος" καθώς τον 19ο αι. είχε διαπραχθεί ένας φόνος εκεί. Τέλος η Κάσα ντε λα Μοντέδα είναι το παλαιότερο βιομηχανικό κτήριο της Ευρώπης.
Φεύγοντας από την πόλη, δε σταμάτησα να παρατηρώ το υδραγωγείο μέχρι που χάθηκε πίσω από τα κτίρια. Η Σεγόβια είναι μια από τις σπάνιες εκπλήξεις που έχω ζήσει στα ταξίδια μου. Χωρίς να γνωρίζω κάτι γι' αυτήν και πηγαίνοντας τελείως απροετοίμαστος, έφυγα κατενθουσιασμένος. Η ομορφιά της ήταν τόσο μεγάλη που έσβησε την ανυπομονησία μου να συναντήσω τα περίφημα τείχη της Άβιλα. Μάλιστα, όταν έφτασα εκεί, μου φάνηκε η πόλη πολύ λιτή κι αδιάφορη. Τα τείχη εντυπωσιακά κι ο Καθεδρικός ορθωμένος σαν αστακός. Δυστυχώς όμως η Άβιλα επισκιάστηκε από την παραμυθένια ομορφιά της Σεγόβια. 

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2019

Μη Χαμηλώνεις το Βλέμμα


Την ώρα που συνεχίζεται ο παροξυσμός με τον υπερτιμημένο Τζόκερ, σε διάφορες άλλες κινηματογραφικές αίθουσες προβάλλονται αθόρυβα αξιόλογα έργα που δυστυχώς περνούν απαρατήρητα. Πέρα από την εκπληκτική "Οροσειρά των Ονείρων" και το ατμοσφαιρικό "Πορτρέτο μιας Γυναίκας που Φλέγεται" ήρθε η σειρά να παρακολουθήσω την νέα ταινία του Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ, του Γερμανού σκηνοθέτη που μας συγκίνησε πριν μια δεκαετία με το αξεπέραστο αριστούργημα "Οι Ζωές των Άλλων". Το ότι δε κατάφερε να αποσπάσει τον Χρυσό Λέοντα και τη Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ταινίας αλλά ούτε και κάποιο από τα δυο Όσκαρ που ήταν προτεινόμενη καθώς στις κατηγορίες Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας και Καλύτερης Φωτογραφίας νικητής βγήκε ο Αλφόνσο Κουαρόν, σου αφήνει το αίσθημα μιας αδικημένης ταινίας. Πολλές φορές όμως η εκτίμηση του κοινού έχει μεγαλύτερη σημασία από τις βραβεύσεις, ειδικά τα τελευταία χρόνια όπου οι νικητές των διασημότερων κινηματογραφικών φεστιβάλ μου προκαλούν μια δυσαρέσκεια. 
Η ιστορία κυλάει σε ένα μεγάλο χρονικό πλαίσιο. Ξεκινάει από την Δρέσδη την περίοδο που το Τρίτο Ράιχ εδραιωνόταν στην ναζιστική Γερμανία και καταλήγει στη Δύση λίγο πριν την ένωση των Δύο Γερμανιών. Οι κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις που βίωσε η Γερμανία εκείνες τις δεκαετίες περιγράφονται παράλληλα με την πορεία δυο προσώπων, ενός νεαρού που επιδιώκει να γίνει ένας καταξιωμένος ζωγράφος κι ενός γιατρού αξιωματικού των SS που προσπαθεί να διατηρήσει το κύρος του κρύβοντας το εγκληματικό του παρελθόν. Η σχέση των δυο αυτών προσώπων έχει ένα παρελθόν το οποίοι οι ίδιοι δεν το γνωρίζουν. 
Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, ο νεαρός ζωγράφος ερωτεύεται την κόρη του ναζί γιατρού. Ο έρωτάς τους όμως θα συγκρουστεί με την ιδεολογία του πατέρα, ο οποίος εξακολουθεί να υποστηρίζει και να υπηρετεί τα ναζιστικά του πιστεύω. Ο νεαρός ζωγράφος νιώθει να συνθλίβεται κάτω από τη σκιά του πεθερού του ενώ παράλληλα αναζητάει μία δική του καλλιτεχνική πορεία καθώς δεν τον πνίγει ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Πριν υψωθεί το τείχος του Βερολίνου, περνάει στη Δυτική Γερμανία κι επιλέγει την εναλλακτική και πρωτοποριακή σχολή Καλών Τεχνών του Ντίσελντορφ. Εκεί θα ανακαλύψει τον μέντορά του καθώς γοητεύεται από την αινιγματική προσωπικότητα του καθηγητή Αντόνιους Φαν Φερτεν. Ενθουσιασμένος κι εκείνος από το πάθος του νέου του φοιτητή, θα προσπαθήσει να ξεκλειδώσει τον χαρακτήρα του, βοηθώντας τον να βρει την δική του δημιουργική έκφραση. Κι ενώ ο νεαρός ξεδιπλώνει το ταλέντο του, παράλληλα το εγκληματικό παρελθόν του πεθερού του αρχίζει να βγαίνει στην επιφάνεια. Βίοι παράλληλοι, βίοι αντίθετοι.


Η ιστορία ξεκινάει δυναμικά καθώς καταφέρνει να κεντρίσει τη προσοχή μας με μία ιδιαίτερη ξενάγηση σε ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης στη Δρέσδη. Ένας εθνικοσοσιαλιστής ξεναγός εξηγεί με πάθος στους επισκέπτες την δύναμη του κλασικού κινήματος, μηδενίζοντας κάθε μορφή μοντερνισμού. Από τη παράδοξη κριτική του δε γλιτώνουν καλλιτέχνες όπως ο Καντίνσκι κι ο Μιρό. Παρ' όλη την εικαστική προπαγάνδα, ο πρωταγωνιστής που βρίσκεται σε παιδική ηλικία, πεισμώνει στην επιθυμία να γίνει ζωγράφος. Στην προσπάθειά του αυτή έχει ως στήριγμα μια θεία του, μια πανέμορφη κοπέλα που δυστυχώς κλονίζεται ψυχολογικά βλέποντας γύρω της την άνοδο του ναζισμού. Η ίδια θα υπάρξει θύμα των πρώτων διωγμών, καθώς οι ναζί επιθυμούν να καθαρίσουν τη φυλή τους από ανθρώπους με ψυχικές ασθένειες. Έκτοτε ξεκινάει ο ξεκληρισμός της οικογένειας. Απώλειες που ξεκινούν με την καταστροφή της Δρέσδης. Η κοπέλα μεταφέρεται σε ένα στρατόπεδο εξόντωσης, τα δυο της αδέλφια σκοτώνονται στο μέτωπο κι ο πατέρας της οικογένειες γράφεται αναγκαστικά στο ναζιστικό κόμμα για να συνεχίσει το λειτούργημα του δασκάλου, μία απόφαση που θα του στοιχίσει στην μετέπειτα ιστορία. 
Ο νεαρός πρωταγωνιστής, μεγαλωμένος πια σε μια σοσιαλιστική Γερμανία, αποφασίζει να βρει τα πατήματά του σε μια χώρα ηττημένη και διαλυμένη, κουβαλώντας το χρέος της επιβίωσής του απ' όσα οικογενειακά του πρόσωπα σκοτώθηκαν στον πόλεμο. Στη σχολή για μια ακόμη φορά θα ζήσει μια νέα προπαγάνδα κατά του μοντερνισμού, αυτή τη φορά μέσω της επικριτικής άποψης του καθηγητή στην καλλιτεχνική πορεία του Πικάσο. Τα χρόνια των σπουδών του στη Δρέσδη θα μάθει να δημιουργεί ως σύνολο κι όχι ως "εγώ". Αμέσως ξεχωρίζει το ταλέντο του αλλά ο ίδιος αισθάνεται πως πνίγεται στο περιορισμένο δημιουργικό πλαίσιο που του παρέχουν. 
Λίγο μετά τον πόλεμο, στη παράλληλη ιστορία της ταινίας, ο Γερμανός γιατρός συλλαμβάνεται από τους Σοβιετικούς και κρατείται στις φυλακές μέχρι να δικαστεί. Ένα περιστατικό όμως θα τον ευνοήσει, κι έτσι τα εγκλήματά του θα κρυφτούν βαθιά σε κάποιο συρτάρι δίνοντάς του την ευκαιρία να αναρριχηθεί ξανά στον κόσμο της ιατρικής ως πιστός στρατιώτης του κομμουνισμού. Θα αναγκαστεί όμως να φύγει στη δύση όταν ο διοικητής της περιοχής του αλλάξει, κάτι που αφήνει το ενδεχόμενο για μία νέα έρευνα στα εγκλήματα του παρελθόντος. 
Λίγα χρόνια αργότερα κι ενώ οι δυο πρωταγωνιστές έχουν συναντηθεί ξανά κάτω από νέες καταστάσεις, αναγκάζονται να διαφύγουν στη δύση. Ο ένας για να κρυφτεί κι ο άλλος για να αναδειχθεί. Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που συμπεριφέρονται μεταξύ τους, ειδικά η έπαρση του γιατρού απέναντι στον φιλόδοξο καλλιτέχνη. Μια εκρηκτική χημεία μεταξύ των δυο αυτών προσώπων που φτάνει αρκετές φορές στα όρια μίας επικίνδυνης σχάσης. 


Την είναι αυτό που μ' εντυπωσίασε στη συγκεκριμένη ταινία. Πρώτα απ' όλα η εκπληκτική ερμηνεία του Σεμπάστιαν Κοχ. Εξαιρετικός, στιβαρός και μυστηριώδης, καθηλώνει με το παίξιμό του καλύπτοντας κάθε πλάνο. Δε μπορώ να πω το ίδιο και για τους υπόλοιπους ηθοποιούς εκτός από τον Όλιβερ Μασούτσι που έχουμε γνωρίσει μέσα από την πολυαγαπημένη γερμανική σειρά Dark. Ο Τομ Σίλινγκ που είχε τον άλλον πρωταγωνιστικό ρόλο, μου φάνηκε αρκετά αδιάφορος με κάποιες μικρές αναλαμπές στις στιγμές που βρισκόταν σε δημιουργικά αδιέξοδα. 
Επίσης η ταινία εντυπωσιάζει με την εξαιρετική της φωτογραφία. Υπέροχα πλάνα με όμορφο φωτισμό. Καθαρά βλέμματα, ζωντανά χρώματα και μία ατμόσφαιρα παρελθοντικής νοσταλγίας. Πάνω σ' αυτό είχε πολύ ενδιαφέρον το ότι η αρχή της ιστορίας γίνεται στη Δρέσδη, όπου σημειώθηκε ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα των συμμάχων. Η πόλη αυτή απείχε από τον πόλεμο καθώς ήταν η πολιτισμική κοιτίδα των Γερμανών. Χαρακτηρίστηκε προστατευόμενη λόγω της πλούσιας συλλογής της σε έργα τέχνης και της σπουδαίας αρχιτεκτονικής στα κτίριά της. Κι όμως οι Βρετανοί κατάφεραν να την ισοπεδώσουν με βόμβες φωσφόρου, προκαλώντας μια πρωτόγνωρη για τα χρονικά καταστροφή. Έκτοτε η Δρέσδη έγινε πόλη-σύμβολο απέναντι στον παραλογισμό του πολέμου. Η εικόνα με τα βομβαρδιστικά και το φλεγόμενο τοπίο, είναι συγκλονιστική. 
Και φυσικά δε γίνεται να μην υμνήσω και τη θεσπέσια μουσική του Max Richter που ντύνει υπέροχα τα καλοστημένα πλάνα της ταινίας.


Η νέα ταινία του Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ, ίσως έχει μεγάλη διάρκεια κάτι το οποίο φυσικά κουράζει, αλλά μ' αυτόν τον τρόπο δίνει τον κατάλληλο χρόνο για να ξεδιπλωθεί η καλλιτεχνική πορεία του πρωταγωνιστή, η οποία δεν είναι άλλη απ' τη ζωή του γνωστού Γερμανού καλλιτέχνη Γκέρχαρντ Ρίχτερ. Έχει μια ενδιαφέρουσα σπουδή στα καλλιτεχνικά κινήματα εκείνων των ημερών. Μάλιστα η στάση του σκηνοθέτη απέναντι στη καλλιτεχνική πρωτοπορία με βρίσκει απολύτως σύμφωνο. 
Στο "Μη Χαμηλώνεις το Βλέμμα" η Ιστορία και η Τέχνη συνυπάρχουν διαρκώς δείχνοντας το πόσο πολύ επηρεάζει η μια τη πορεία της άλλης. Μια κινηματογραφική προσπάθεια που έχουμε συναντήσει κι άλλες φορές, στις οποίες ξεδιπλώνεται ο κόσμος της Τέχνης έχοντας ως σημείο αναφοράς κάποιον καλλιτέχνη. Το είχαμε δει ξανά πριν από δύο χρόνια στο πολωνικό Afterimage. Για μένα είναι ένα κινηματογραφικό είδος που έχει ένα αξιόλογο και πιστό κοινό. Γι' αυτό το λόγο οι συγκεκριμένες ταινίες έχουν μια διαχρονική αξία. 
Παρά τη μεγάλη της διάρκεια, η ταινία αξίζει με το παραπάνω. 

Βαθμολογία: 7/10

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2019

Η Στρατηγική: Η υπόθεση Novartis ( La Strategia: Il caso Novartis)



Όσο τα εγχώρια συστημικά κανάλια συνεχίζουν τις πληρωμένες τους υπηρεσίες προς όφελος των μεγάλων εταιριών και των εγχώριων ολιγαρχών, ένα ιταλόφωνο κρατικό κανάλι της Ελβετίας (RSI), μας προσφέρει μια άκρως ενδιαφέρουσα και άρτια σκηνοθετημένη εκπομπή για την υπόθεση Novartis.
Από τη στιγμή που στην Ελλάδα οι μισοί συστημικοί δημοσιογράφοι εξελίσσονται σε βουλευτές μιας άκρως νεοφιλελεύθερης και σκοταδιστικής κυβέρνησης κι οι υπόλοιποι συνάδελφοί τους συνεχίζουν να θάβουν όσο πιο βαθιά μπορούν στο βούρκο της ανηθικότητας το επίπεδο και την οποιαδήποτε αξιοπρέπεια της εγχώριας ενημέρωσης, είναι χρέος μας να προωθήσουμε με κάθε τρόπο το ενδιαφέρον έργο των ερευνητών δημοσιογράφων Μαρία Ροζέλι και Μάρκο Ταλιαμπούε. 

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2019

Το Πορτρέτο μιας Γυναίκας που Φλέγεται



Είναι φορές που βλέπω ένα trailer και σκέφτομαι πως η ταινία που παρουσιάζεται είναι αδιάφορη και βαρετή για τις δικές μου απαιτήσεις. Κάπως έτσι ένιωσα όταν είδα το trailer της τελευταίας ταινίας της Σελίν Σιαμά. Όμως οι καλές κριτικές που απέσπασε αλλά κι οι ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις των συντελεστών που διάβασα στις εφημερίδες, μου κίνησαν το ενδιαφέρον. Πηγαίνοντας λοιπόν να την δω, δε περίμενα πως η ταινία θα καταφέρει να με απορροφήσει τόσο γρήγορα κι ότι θα αφηνόμουν τόσο εύκολα στα μαγευτικά της πλάνα να με ταξιδέψουν στην εποχή που διαδραματίζεται η ιστορία. Είχα την αίσθηση πως βίωνα μία ένωση των μελαγχολικών θαλασσινών πλάνων του "Μαθήματα Πιάνου" με τα αναγεννησιακού φωτισμού κάδρα του αξεπέραστου αριστουργήματος "Όλα τα Πρωινά του Κόσμου". Με λίγα λόγια, εξήλθα από τη σκοτεινή αίθουσα μαγεμένος και συγκινημένος. 
Η υπόθεση της ταινίας μπορεί να είναι συνηθισμένη αλλά ξεχωρίζει με την αφήγησή της. Μια νεαρή ζωγράφος, μοντέρνα περσόνα που νιώθει ξένη με την εποχή της, καταφθάνει σε μία απόμερη έπαυλη καθώς της έχει ανατεθεί να ζωγραφίσει το πορτραίτο μιας κοπέλας για τον μέλλοντα σύζυγό της. Όμως η κοπέλα αυτή αρνείται να ποζάρει στους ζωγράφους διότι δεν επιθυμεί το συγκεκριμένο γάμο. Λόγω προξενιού, ο πίνακας ήταν απαραίτητος για να γνωρίσει ο γαμπρός την όψη της κοπέλας που του προτείνουν να πάρει, ώστε να αποφασίσει αν την θέλει ή όχι. Απελπισμένη η μητέρα από το πείσμα της κόρης της, ζητάει από τη ζωγράφο να μην της αναφέρει το σκοπό της παρουσίας της εκεί, αλλά να προσπαθήσει να περάσει χρόνο μαζί της προσπαθώντας μ' αυτόν τον τρόπο να μελετήσει τα χαρακτηριστικά της και να δημιουργήσει ένα πορτραίτο χωρίς να ναι απαραίτητη η παρουσία της μέλλουσας νύφης. 
Οι εξονυχιστικές ματιές, οι αινιγματικοί διάλογοι και η προδιαγεγραμμένη μοίρα των γυναικών εκείνης της εποχής, θα φέρουν τις δυο κοπέλες πολύ κοντά. Το πορτραίτο μεμιάς μετατρέπεται σε μια θανάσιμη μαχαιριά και για τις δυο καθώς θα οδηγήσει την μια κοπέλα σε έναν συμβιβαστικό γάμο και θα αναγκάσει την άλλη κοπέλα να διώξει μακριά της τη νέα της αγάπης.
Ο έρωτας που φουντώνει ανάμεσα στις δυο κοπέλες είναι από την αρχή καταδικασμένος. Πρώτα απ' όλα είναι το θέμα του γάμου που έχει προσυμφωνηθεί κι από την άλλη είναι η κοινωνική στάση εκείνης της εποχής απέναντι σε κάθε ομοφυλοφιλική σχέση. Οι δυο κοπέλες όμως αφήνουν για μια στιγμή όλα τα εμπόδια στην άκρη και παρασύρονται σε έναν άναρχο χορό προσωπικών ορίων κι  αυτογνωσίας. Με επίκεντρο τη σχέση τους, παρακολουθούμε το δράμα της υπηρέτριας που έχει μείνει έγκυος και το φόβο της μάνας που ήδη έχει χάσει τη μεγαλύτερή της κόρη διότι κι εκείνη δεν ήθελε να παντρευτεί. Συλλέγοντας όλες αυτές τις μικρές ιστορίες, παρακολουθούμε τις δύσκολες συνθήκες των γυναικών εκείνης της εποχής αλλά και το πάθος μερικών για ανεξαρτησία και ίσες ευκαιρίες.


Συζητώντας οι δυο κοπέλες μεταξύ τους, η μία δηλώνει πως προτιμάει τη μοναστηριακή ζωή απ' το να παντρευτεί έναν άγνωστο άνδρα. Για 'κείνην ο συμβιβασμός δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια ακόμη σκλαβιά. Ανάμεσα στη φυλακή του γάμου και στη φυλακή του μοναστηριού, προτιμάει τη δεύτερη. Σε κανένα όμως σημείο δε δηλώνει πως επιθυμεί την ελευθερία, διότι γνωρίζει πως η ελευθερία συνοδεύεται με τη μοναξιά την οποία φοβάται. Από την άλλη η ζωγράφος, δηλώνει κάθετη στο γάμο λέγοντας πως επιθυμεί να συνεχίσει το επάγγελμα του πατέρα της. Εδώ παρατηρούμε το ρίσκο της προόδου, τη απάρνηση ενός σύνηθες μοντέλου (πχ η οικογένεια) για την επίτευξη ενός ονείρου. Πολλές φορές όμως, το κυνήγι του ονείρου γίνεται δυσκολότερο διότι κάποια εμπόδια είναι πάνω από τις δυνατότητες όσων τα κυνηγούν. Όταν η μέλλουσα νύφη ρωτάει τη ζωγράφο αν έχει κάνει γυμνά πορτραίτα ανδρών, εκείνη της απαντά πως απαγορεύεται να στηθούν γυμνοί άνδρες σε γυναίκες ζωγράφους. Με το να μη μπορεί ένας καλλιτέχνης να μελετήσει το ανδρικό σώμα, σε μία περίοδο που οι ανδρικές μορφές υπερτερούσαν στο χώρο της Τέχνης, περιοριζόταν το εύρος της εξέλιξής του. Σε μία μετέπειτα έκθεση πινάκων, προωθεί τα έργα της με το όνομα τους πατέρα της καθώς γνωρίζει πως ένα ανδρικό όνομα πουλάει περισσότερο από ένα γυναικείο. Και σ' αυτό το σημείο αναρωτιόμαστε πόσες αντίστοιχες προσωπικότητες με σπουδαία ταλέντα είχαν περάσει απαρατήρητες εκείνα τα χρόνια. 
Προσπαθώντας η δημιουργός να εστιάσει στον γυναικείο κόσμο εκείνης της αντροκρατούμενης περιόδου, εξαφανίζει τους άνδρες. Μόνο σε ελάχιστες σκηνές εμφανίζονται ως φιγούρες. Παρ' όλα αυτά η παρουσία τους εξακολουθεί να κυριαρχεί καθώς πλανιέται ως φάντασμα πάνω από τις ζωές των γυναικών. Ο Μιλανέζος πλούσιος που περιμένει το πορτραίτο της μέλλουσας γυναίκας του, ο άγνωστος που άφησε έγκυο την υπηρέτρια η οποία δεν τον αναφέρει καθόλου, ο πατέρας που επηρέασε με την τέχνη του την κόρη του κ.ο.κ. Εξαλείφοντας κάθε ανδρικό στοιχείο, γίνεται εκκωφαντική η κραυγή της καταπίεσης των γυναικών. Μία κραυγή που βγαίνει με αξιοπρέπεια και πάθος. Μια κραυγή που συνοδεύεται με ένα δάκρυ κι ένα βλέμμα γεμάτο μυστήριο που αναρωτιέται "που τον βρήκατε αυτόν τον πίνακα;".  


Παράλληλα στη ταινία συναντάμε έναν χορό συμβολισμών. Το φλεγόμενο στη καρδιά πορτραίτο που γίνεται στη συνέχεια παρανάλωμα του πυρός μέσα στο τζάκι. Ο πρώτος πίνακας που ζωγράφισε η καλλιτέχνης στα κρυφά αλλά κι ο πίνακας που φιλοτεχνήθηκε με την παρουσία της μέλλουσας νύφης. Η διαφορετική όψη του προσώπου, καθώς στον πρώτο κοιτάει κατάματα και με μια υπόνοια αισιοδοξίας τον νέο της σύζυγο ενώ στη δεύτερη δείχνει ξεκάθαρα την αποστροφή της σ' αυτόν τον γάμο. Η έκτρωση που κάνει η υπηρέτρια έχοντας ένα μωρό δίπλα να της χαϊδεύει τα μάγουλα. Στο πρόσωπό του βλέπει το παιδί που εκείνη τη στιγμή έχει σκοτώσει. Πραγματικά εκπληκτική σκηνή. Το άτσαλο παίξιμο πιάνου της ζωγράφου και η πραγματική εκτέλεση της Καταιγίδας του Βιβάλντι στο τέλος. Αυτή η ατέρμονη εσωτερική μας δίνη που αναζητά μια διέξοδο για να βγει προς τα έξω. Πολλές φορές μπορεί ένα μουσικό κομμάτι να λειτουργήσει ως το κλειδί που θα ανοίξει την πόρτα για να ξεχυθούν όλα μαςβτα συναισθήματα. Ο έντονος χορός των νότων μετατρέπεται σε ένα χτυποκάρδι και η δύσπνοια της συναισθηματικής φόρτισης της ηρωίδας μεταφέρεται και σε μας. Μέσα σε λίγα λεπτά προλαβαίνουν να περάσουν από μπροστά μας παλιές αγάπες και παλιά απωθημένα. Βρίζουμε και καταριόμαστε τη τύχη μας αλλά μεμιάς η μουσική μας γιατρεύει κι έτσι συνειδητοποιούμε πως η ζωή παραμένει ωραία. 
Σκηνοθετικά η ταινία με μάγεψε. Τα κάδρα είναι εκπληκτικά δίνοντάς σου την αίσθηση πως παρατηρείς φωτισμένες μορφές πινάκων του Ρούμπενς. Τα δωμάτια είναι άδεια έχοντας μόνο τα απαραίτητα στοιχεία που μπορούν να συνοδεύσουν τις παρουσίες των πρωταγωνιστριών. Μια άψογη ισορροπία που σπάνια συναντάς σε κινηματογραφικά έργα. Τα χρώματα απαλά και ζεστά, σε υπνωτίζουν και σταματούν το χρόνο. Χάνεσαι μέσα στην άδεια έπαυλη κι ανασαίνεις στον ανοιχτό ορίζοντα της θάλασσας. Αισθάνεσαι τη δροσιά του κύματος που σκάει μπροστά σου κι ανασαίνεις ευλαβικά. 
Επίσης μου άρεσε πολύ που ο ανεκπλήρωτος έρωτας των γυναικών συσχετίζεται με τον μύθο του Ορφέα που χάνει την Ευρυδίκη του για πάντα. Διαβάζοντας την ιστορία οι δυο κοπέλες μαζί με την υπηρέτρια, δίνουν μια άλλη έννοια στον μύθο. Δε θεωρούν αδυναμία του Ορφέα το λάθος του να χάσει για πάντα την Ευρυδίκη αλλά επιθυμία του καθώς ο ήρωας επίλεξε τελικά να φυλάξει καλά μέσα στη μνήμη του την εικόνα της ερωμένης που είχε κάποτε. Η συναισθηματική φόρτιση της ιστορίας αυτής αλλά και του ανεκπλήρωτου έρωτα των δύο γυναικών δένει εξαιρετικά με το έργο Storm από τις Τέσσερις Εποχές του Βιβάλντι. Παίζουν οι νότες και πάλλονται τα εσώψυχά μας. 
Η ταινία μπορεί να συγκαταλεγεί απευθείας στις κλασικές διαχρονικές αξίες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Οι εξαιρετικές ερμηνείες, οι υπέροχες φωτογραφίες, η ζωγραφική, η μουσική, τα κοντινά κάδρα στα μάτια και η έκφραση των προσώπων συνθέτουν ένα μοναδικό έργο τέχνης.

Βαθμολογία: 8/10

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2019

Joker


Δυο βδομάδες τώρα όλοι (παρα)μιλούν για τον άψογα προωθημένο Τζόκερ. Μάλιστα, οι περισσότεροι την αποκαλούν ως ταινία της χρονιάς, μια άποψη που μου προκαλεί γέλιο παρόμοιο μ' αυτό του Χοακίν Φοίνιξ. Προς θεού, αυτό δε σημαίνει πως υποτιμώ το έργο. Αντιθέτως το βρήκα άκρως ενδιαφέρον καθώς έθιγε αρκετούς προβληματισμούς κι ανέδειξε εύστοχα το σάπιο μοντέλο όπου δεκαετίες τώρα πορεύεται άβουλα η δυτική κοινωνία. Μια κοινωνία που εξακολουθεί να ψάχνει τη χαμένη της αξιοπρέπεια κάτω από στοίβες σκουπιδιών. Από την άλλη ολόκληρη η ταινία βασίστηκε στην ερμηνεία ενός και μόνο προσώπου, με τρόπο που καταφέρνει να καλύψει τα σεναριακά της κλισέ. Παρά τις ατέλειές της, η ταινία είναι δυνατή και πετυχαίνει να εισχωρήσει τον θεατή στον υγρό και βρώμικο υπόκοσμο της Νέας Υόρκης ή αλλιώς Γκόθαμ Σίτι. Όμως είχα την ατυχία να επιλέξω έναν από τους κινηματογράφους-αλυσίδες της πόλης όπου η έλλειψη της κινηματογραφικής παιδείας γίνεται αισθητή καθώς τα γεμάτα ποπ κορν στόματα ανταγωνίζονται τις προσπάθειες των ηχοσυστημάτων της σκοτεινής αίθουσας ενώ οι φωτεινές οθόνες των κινητών γίνονται περισσότερο ελκυστικές από το μεγάλο πανί όπου προβάλλεται το έργο. Στη συγκεκριμένη προβολή βίωσα μια ακόμη αλλόκοτη συμπεριφορά του κοινού, που με προβλημάτισε αρκετά καθώς επιβεβαίωνε κάποιες από τις κοινωνικές καταστάσεις που παρουσιάζει το έργο.
Αυτή τη φορά δε θα επεκταθώ αρκετά στη ταινία καθώς έχουν αναφερθεί άλλοι τόσοι μ' αποτέλεσμα να μετατραπεί ένα ενδιαφέρον έργο σε κινηματογραφικό μαϊντανό. Αυτό που κρατάω είναι η έξυπνη παρουσίαση του τρόπου όπου τα μέσα μαζικής ενημέρωσης επηρεάζουν τη κριτική σκεψη των τηλεθεατών, πόσο μάλλον σε μια εποχή που το ίντερνετ δεν είχε κάνει ακόμη την εμφάνισή του. Οι δημοσιογράφοι όπως πάντα εκθειάζουν εκπροσώπους των ανωτέρων αστικών τάξεων, οι οποίοι θέλουν υποτίθεται να συνεισφέρουν για το κοινό καλό. Οι ειδήσεις καλά σκηνοθετημένες προκαλούν πρώτα πανικό για να στρώσουν έπειτα το χαλί στον εκάστοτε πλούσιο μεσσία που θα ρθει να δώσει λύσεις σ' όλα τα προβλήματα. Κάπως έτσι πέφτει στη παγίδα η μητέρα του αντιήρωα, η οποία πιστεύει πως ο πάμπλουτος πατέρας του μετέπειτα Μπάτμαν Μπρους Γουέιν είναι ένας καλοκάγαθος μεγιστάνας που θα σκύψει το βλέμμα του πάνω απ' τα προβλήματα του λαού. Σ' αυτό το σημείο η ταινία έπεσε μέσα και μάλιστα σε μια περίοδο που τα εγχώρια κανάλια προσπαθούν να πλέξουν το εγκώμιο της νέας ακροδεξιάς κι άκρως νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης. 
Επίσης ο δημιουργός αναπτύσσει με ευγενικό τρόπο το οιδιπόδειο σύμπλεγμα μητέρας-γιου. Μια αρρωστημένη κατάσταση που δυστυχώς έχει παρεκτραπεί στις μέρες μας κάτι που γίνεται εμφανές στις αδιέξοδες ανθρώπινες σχέσεις. Τόσο η σχέση αυτή όσο κι η τραυματική παιδική ηλικία του αντιήρωα, τον οδηγούν στα συναισθηματικά και προσωπικά συμπλέγματα που τον έχουν μετατρέψει σε έναν ντροπαλό, αντικοινωνικό κι αδύναμο μέλος της κοινωνίας. Ένα θύμα που κανείς δε νοιάζεται μέχρι που μετατρέπεται σε θύτη-τιμωρό. Η αδικία που συντελείται στον εργασιακό χώρο, ο εκφοβισμός των αδύναμων, ο διασυρμός απλών ανθρώπων από τηλεοπτικούς "αστέρες" (η Ελλάδα έχει πολλούς απ' αυτούς), η κρατική αδιαφορία στις ανάγκες του κόσμου κι άλλα πολλά τον μετατρέπουν από αφανή πολίτη σε προσωποποιημένη κοινωνική οργή. Ο χαρακτήρας του Τζόκερ χτίζεται όμορφα και μεθοδικά όμως η αλληλεπίδρασή του με τον κόσμο είναι αβάσιμη και παιδαριώδη.  



Κι εδώ ερχόμαστε σ' αυτά που με ενόχλησαν στο έργο. Για μια ακόμη φορά ο κινηματογράφος παρουσιάζει τον κοινωνικό ξέσπασμα ως μία ανεξέλεγκτη οργή του όχλου. Με ένα τελείως απαράδεκτο τρόπο, προσπαθεί να μας πείσει πως το δίκαιο των πολιτών θα ρθει μέσα από καταστροφές, φωτιές, δολοφονίες κι άναρθρες κραυγές σε δρόμους επικίνδυνους κι αιματοκυλισμένους. Μία συνταγή που την έχουμε συναντήσει άπειρες φορές και θα εξακολουθούμε να τη βλέπουμε σ' αυτού του είδους τις ταινίες. 
Από την άλλη, ενώ η ταινία επιδιώκει να χει μια βάσιμη πολιτική χροιά καθώς αναφέρεται στη δεκαετία του '80 όπου πραγματοποιήθηκαν οι μεγάλες απεργίες των σκουπιδιάρικων (γι' αυτό το λόγο έχουμε συνηθίσει τις αμερικάνικες ταινίες του '80 και του '90 να είναι με πλάνα από δρόμους γεμάτους σκουπίδια) αλλά και στην περικοπή των δαπανών της κοινωνικής πρόνοιας που οδήγησε αρκετούς ψυχικά νοσούντες στις φυλακές, μια εξέλιξη που έκανε το κεφάλαιο να τρίβει τα χέρια του καθώς εκείνη τη περίοδο άνοιγαν οι πρώτες ιδιωτικές φυλακές στις οποίες οι έγκλειστοι ήταν οι σύγχρονοι σκλάβοι της αμερικανικής παραγωγής, τελικά καταλήγει να βροντοφωνάξει ένα εξοργιστικό "No politica" μέσω του εξεγερμένου Τζόκερ. Οπότε εκεί που θα μπορούσε να κάνει την όποια διαφορά από άλλες ταινίες ηρώων κόμικς, όπως είχε συμβεί με το αξεπέραστο "Watchmen", τελικά καταφέρνει να κάνει μια τρύπα στο νερό. 
Αυτό όμως που με προβλημάτισε στην προβολή ήταν το κοινό. Όσοι έχουν ήδη δει το Τζόκερ, θα γνωρίζουν πως η ιστορία στερείται από κωμικές σκηνές. Κι όμως, μες στην αίθουσα οι περισσότεροι θεατές γελούσαν. Γελούσαν με το χαχανητό του Φοίνιξ, γέλασαν με τον νάνο που δεν μπορούσε να ανοίξει την πόρτα, γέλασαν με τον χορό στα σκαλιά που μετατράπηκε σε κυνηγητό. Όσο με προβλημάτισαν τα θέματα που έθετε η ταινία άλλο τόσο με προβλημάτισε η συμπεριφορά αυτών των ανθρώπων. Άραγε είχαν καταλάβει κάτι από την ιστορία ή πίστευαν πως πήγαν να δουν μια ακόμη ταινία δράσης; Από την άλλη μπορεί κανείς να γελάσει απέναντι στη ψυχική πάθηση ενός ανθρώπου; Κατά μια έννοια η συμπεριφορά του κοινού επιβεβαίωνε την κοινωνική κατρακύλα που παρουσιάζει η ταινία. Από την μια οι προβληματισμοί βγαίνουν αληθινοί αλλά από την άλλη ο εφιάλτης που αναφέρονται οι συντελεστές δεν περιορίζεται στα κινηματογραφικά πλαίσια αλλά δυστυχώς αποδεικνύεται πως μας περιβάλλει. 
Έφυγα από την σκοτεινή αίθουσα απογοητευμένος όχι από την ταινία αλλά από τον κόσμο που την είδαμε μαζί. Το ότι κόπηκαν εκατοντάδες εισιτήρια μέσα σε μια βδομάδα δε μου λέει απολύτως τίποτα όταν συνειδητοποιώ πως μια σημαντική μερίδα του κοινού το παρακολούθησε χωρίς να καταλάβει τίποτα. 
Όσο για το Τζόκερ, πιστεύω πως θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά αλλά δυστυχώς δείλιασε. Αν κάτι μου μένει από την ταινία είναι η εκπληκτική ερμηνεία του Χοακίν Φοίνιξ. 

Βαθμολογία: 7/10