Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: La Ciociara (1960)



Μία από τις σπουδαιότερες προσφορές του ιταλικού κινηματογραφικού νεορεαλισμού είναι τόσο το κυρίαρχο ταξικό χάος που επέφερε ο πόλεμος προκαλώντας μια χρόνια κοινωνική αδικία όσο κι η αντιπολεμική ειλικρινής ματιά μας χώρας που ενώ αρχικά εισχώρησε στον Άξονα παρασυρόμενη από τον φασιστικό μεγαλοϊδεατισμό του Μουσολίνι τελικά βρέθηκε να βάλλεται τόσο από τους Γερμανούς όσο κι από τους Συμμάχους, με θύματα αυτής της ανελέητης καταστροφής να είναι ο άμαχος πληθυσμός. Η "Ατιμασμένη" του σπουδαίου Βιττόριο Ντε Σίκα, αναφέρεται στο δράμα ενός λαού που προδόθηκε και βρέθηκε περικυκλωμένος από δύο θανάσιμους εχθρούς. Παρά την ξεκάθαρα αντιπολεμική κι άκρως κοινωνικοπολιτική της ματιά, ο τίτλος της ταινίας μεταφράστηκε στα ελληνικά με έναν παραπλανητικά γελοίο κι άκρως εξοργιστικό χαρακτηρισμό ως "Ατιμασμένη". Ειλικρινά δε μπορώ να καταλάβω τη λογική που επικρατούσε τότε. Καλό είναι λοιπόν κάποια στιγμή να αναθεωρηθούν κάποιοι παλιοί ελληνοποιημένοι τίτλοι ταινιών ώστε να τους δοθεί η ανάλογη προσοχή στις νέες κινηματογραφοφιλικές γενιές 
Η ιστορία μας μεταφέρει στη δοκιμασμένη Ρώμη, την περίοδο που οι Ιταλοί συνθηκολογούν, έχοντας από τη μια να αντιμετωπίσουν τις γερμανικές μονάδες που βρίσκονται στην ιταλική χερσόνησο κι από την άλλη να προστατευτούν από τους βομβαρδισμούς των Συμμάχων. Η Τσεζίρα που την υποδύεται εκπληκτικά η Σοφία Λόρεν, είναι μια νεαρή χήρα που ζει με την δωδεκάχρονη κόρη της στην ιταλική πρωτεύουσα. Φοβούμενη για την ασφάλεια του παιδιού της και θέλοντας να γλιτώσουν από τους συνεχής βομβαρδισμούς της Ρώμης, αποφασίζει να καταφύγουν στο ορεινό χωριό απ' όπου κατάγεται. Εκεί θα συναντήσει ξανά γνώριμα πρόσωπα, θα θυμηθεί την τοπική της διάλεκτο και θα ρθει σε επαφή με ανθρώπους διαφόρων κοινωνικών τάξεων και μορφωτικών επιπέδων. Το χωριό έχει γεμίσει με κατοίκους των πόλεων που ανέβηκαν πάνω στο βουνό για να γλιτώσουν. Ήρεμοι από τη δίνη του πολέμου, συζητούν για τον φασισμό, τους Γερμανούς που υποχωρούν στο βορρά αλλά και τους Συμμάχους που επελαύνουν από τον ιταλικό νότο. Παρόλο που διαφωνούν σε πολλά θέματα, όλοι μαζί αρχίζουν και πάλι να ελπίζουν για ένα καλύτερο αύριο. Σ' αυτήν την πολυεπίπεδη κοινωνία του βουνού, η Τσεζίρα θα γνωρίσει έναν ντροπαλό ιδεαλιστή, τον Μικέλε, τον οποίον υποδύεται εκπληκτικά ο Ζαν Πολ Μπελμοντό. Η αξιοπρέπεια και το ήθος αυτού του ανθρώπου έχουν τόσο έντονη διαχρονική αύρα που τα λεγόμενά του προκαλούν ακόμη και σήμερα μια απερίγραπτη ανατριχίλα. 
Η χαρμόσυνη είδηση του τέλους του πολέμου κι η έλευση των Συμμάχων, θα σημάνει και το τέλος των βασάνων για τον άμαχο πληθυσμό με τους κατοίκους του ορεινού χωριού να κατηφορίζουν ξανά στους κάμπους και τις πεδινές πόλεις αφήνοντας πίσω τους την κόπωση των δύσκολων συνθηκών αλλά και του πόνου που τους προκάλεσαν οι απώλειες δικών τους προσώπων. Μέσα σ' αυτούς βρίσκεται κι ο αγνοούμενος Μικέλε, που πιάστηκε αιχμάλωτος από μια μονάδα εναπομεινάντων Γερμανών στρατιωτών οι οποίοι απαιτούσαν να τους ακολουθήσει κάποιος από το χωριό για τους δείξει το μονοπάτι που οδηγεί στο βορρά. 
Όμως στον ιταλικό νεορεαλισμό δεν υπάρχει αυτό το ευχάριστο τέλος που συνήθως συναντάμε στον αμερικάνικο κινηματογράφο. Εξάλλου η αλήθεια είναι σκληρή και καμία ιστορία δε μπορεί να έχει κάποιο τέλος. Έτσι κι εδώ, επιστρέφοντας η Τσεζίρα με την κόρη της στη Ρώμη, θα συναντήσουν μια συμμαχική μονάδα μ'αποτέλεσμα οι δυο ανυπεράσπιστες γυναίκες να πέσουν βορά στις σεξουαλικές ορέξεις των στρατιωτών. Με μιας η ελπίδα χάνεται. Η Τσεζίρα γερνάει απότομα κι η μικρή της κόρη ενηλικιώνεται βίαια. Κι ενώ το σώμα τους γλίτωσε από τις οβίδες και τις σφαίρες του πολέμου, η ψυχή τους θα βγει βαριά τραυματισμένη από τους ίδιους τους Συμμάχους. Κουρελιασμένες θα μαζέψουν τα κομμάτια τους για να συνεχίσουν το δρόμο της επιστροφής τους προς την ιταλική πρωτεύουσα. Όμως το άκουσμα της εκτέλεσης του Μικέλε θα λειτουργήσει ως χαριστική βολή στις όποιες ελπίδες τους για ένα καλύτερο αύριο. Δεν είναι η απώλεια του συγκεκριμένου ανθρώπου αλλά ο άδικος θάνατος της αγνότητας και της ανιδιοτέλειας. Είναι πόνος που προκαλεί η σκέψη πως όταν πεθαίνει μια ιδέα χάνεται παράλληλα και το όραμα κι η διάθεση να υλοποιηθεί...



Υπάρχουν πάρα πολλοί λόγοι που μ' έκαναν να λατρέψω αυτήν την ταινία. Πρώτα απ' όλα, είναι η παρουσίαση του διαφορετικού τρόπου που βλέπει ο καθένας το φασισμό και τον πόλεμο. Έχοντας φτάσει η Ιταλία σε ένα καθοριστικό σταυροδρόμι με ένα λαό γονατισμένο από τις κακουχίες και την απογοήτευση του μεγαλοϊδεατισμού, αρχίζουν και οι πρώτοι ψίθυροι κατά του φασισμού. Η Σοφία Λόρεν αρχικά, παρουσιάζεται ως μια αδιάφορη για τα τεκταινόμενα γυναίκα, η οποία νοιάζεται μόνο για το κατάστημα που διατηρεί και την υγεία της κόρης της. Στις απόψεις της δε κρύβει το θαυμασμό της απέναντι στο Μουσολίνι και τον φασισμό. Φυσικά η στάση της αυτή πατάει πάνω στην άγνοια και την αδιαφορία, δυο στοιχεία που δυστυχώς κυριαρχούν επικίνδυνα τα τελευταία χρόνια τόσο στη χώρα μας όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη (εξάλλου δεν είναι τυχαίο που το ολιγαρχικό καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε από το περασμένο καλοκαίρι στην Ελλάδα πάτησε πάνω σ αυτά τα δύο στοιχεία για να επιστρέψει στην εξουσία). Η αδιαφορία της για τα γεγονότα που συμβαίνουν εκείνη την περίοδο στον κόσμο, φανερώνεται ακόμη και στη συμπάθεια που δείχνει απέναντι στα πρόσωπα των Γερμανών φαντάρων που βρίσκονται μαζί της στο τραίνο. Κατά την άποψή μου, η Σοφία Λόρεν ερμηνεύει με απίστευτη πειστικότητα τον "κυρ Παντελή" των ημερών μας.
Παράλληλα η μικρή κοινωνία που σχηματίζεται στο ορεινό χωριό αντιπροσωπεύει ένα αξιοσημείωτο κομμάτι των πολιτικών τάσεων τόσο εκείνης της εποχής όσο και της σημερινής. Υπάρχουν άνθρωποι που εξακολουθούν να εμπιστεύονται τον φασισμό διότι ο καθένας νοιάζεται για το δικό του συμφέρον και μόνο. Έπειτα είναι οι αριστεροί που εξακολουθούν να μη χωνεύουν την εδραίωση των μελανοχιτώνων (το ίδιο θα συμβεί και σε μας τα επόμενα χρόνια έτσι όπως πάει η πολιτική κατάσταση στη χώρα μας) και τέλος είναι ένα μικρό αλλά σημαντικό κομμάτι οραματιστών που μπορούν και βλέπουν την όλη κατάσταση πιο καθαρά αφήνοντας εγωισμούς και πάθη στην άκρη. Δυστυχώς όμως κανείς δεν τους ακούει. Ο Ζαν Πολ Μπελμοντό εκφράζει απίστευτα την τάση αυτή, πράος και διακριτικός όταν επιχειρηματολογεί τα πιστεύω του αλλά απίστευτα εκρηκτικός κι απόλυτος όταν βλέπει μπροστά του την αδικία και την ανθρώπινη ηλιθιότητα. Ο ίδιος ξεσπάει στο τραπέζι δηλώνοντας πως ντρέπεται που τρώει αμέριμνος πάνω στο βουνό ενώ άλλοι άνθρωποι πολεμούν κατά του φασισμού. Έχοντας επίγνωση των καταστάσεων προσπαθήσει να εξηγήσει στη Τσεζίρα πως η χώρα τους θα ορθοποδήσει αρκεί να επιστρέψει ο λαός στον πρωτογενή τομέα. Της δείχνει να λιβάδια και της λέει γεμάτος αισιοδοξία πως απ' αυτά θα αναγεννηθεί η νέα Ιταλία θεωρώντας πως η αστική τάξη που γέννησε τον φασισμό θα εξακολουθήσει να ζει παρασιτικά εις βάρος του απλού λαού. Κερδίζει το θαυμασμό όταν προτάσσει ηρωικά τα στήθη του απέναντι σε δυο φασίστες που τον σημαδεύουν με όπλο λέγοντάς του γεμάτοι οργή πως ο Μουσολίνι φυλακίστηκε κι ενώ φοβάται να εκφράσει τον έρωτά του στη Τσεζίρα, υψώνει τη φωνή του ατρόμητος σε έναν αξιωματικό των SS που τρώει στο σπίτι ενός συγγενή του (πιθανότατα δοσίλογου). Εκεί όμως που κερδίζει τον απόλυτο σεβασμό είναι όταν οι Γερμανοί στρατιώτες απαιτούν να τους ακολουθήσει κάποιος από το χωριό ως όμηρο που θα τους δείξει το μονοπάτι προς το βορρά, αποχαιρετά με απίστευτη αξιοπρέπεια τους συγχωριανούς του ξέροντας πως υπάρχει πιθανότητα να μην τους ξαναδεί. Για μένα ο Μικέλε είναι ένας σπουδαίος ήρωας που σπανίζει σε αντιπολεμικές ταινίες για έναν πολύ απλό λόγο. Διότι ο ρόλος του είναι αντιεμπορικός. 



Ένα ακόμη στοιχείο που λάτρεψα στη συγκεκριμένη ταινία ήταν οι κοινωνικές αναφορές κι οι άκρως προοδευτικές οπτικές του σκηνοθέτη απέναντι στις ανθρώπινες σχέσεις. Η Τσεζίρα φεύγοντας από την Ρώμη, ζητά από εναν φίλο του πεθαμένου της άνδρα, να προσέχει τα υπάρχοντά της όσο εκείνη θα λείπει στο βουνό. Στη συνάντησή τους αυτή μας αποκαλύπτεται ο παράνομος δεσμός τους. Όταν ο φίλος του νεκρού της άνδρα την ρωτά για ποιον λόγο παντρεύτηκε έναν ηλικιωμένο, εκείνη του απαντά με απίστευτο δυναμισμό κι ειλικρίνεια πως "παντρεύτηκε την Ρώμη κι όχι τον άνδρα της" θέλοντας να δείξει πως ο γάμος της ήταν μια αφορμή να φύγει από το χωριό και να ζήσει την πολυπόθητη αστική καλοπέραση. Λάτρεψα τόσο πολύ την φράση της αυτή που την συγκράτησα στο μυαλό μου. 
Επίσης μου έκανε μεγάλη εντύπωση η ιδιαίτερη αγάπη που είχαν οι άνθρωποι με την τοπική τους διάλεκτος. Με τη στάση τους αυτή θυμήθηκα ένα ιστορικό άρθρο που είχα διαβάσει για την προσπάθεια του Μουσολίνι να σβήσει κάθε τοπική ντοπιολαλιά και να θάψει κάθε μειονότητα ώστε να δημιουργήσει την απόλυτη καθαρή Ιταλία. Με την τακτική του αυτή είχαν απαγορευτεί και τα γκρεκάνικα της Κάτω Ιταλίας και πολλά ελληνόφωνα χωριά της Καλαβρίας αντικατέστησαν τα ελληνικά τους ονόματα. 
Και τέλος, με τον βιασμό των δυο γυναικών που αποτυπώθηκε με απίστευτα σκληρό τρόπο, ο Βιττόριο Ντε Σίκα ξεσπάει οργισμένα για τις θηριωδίες του μαροκινού τάγματος που κατέφθασε στην Ιταλία μέσω των Γάλλων κι έσπειρε τον τρόμο σ' ολόκληρη την ιταλική χερσόνησο καθώς υπήρξαν αρκετοί βιασμοί γυναικών κι εκτελέσεις νέων και ιερέων. Με την αποτύπωση αυτών των γεγονότων συνειδητοποιούμε πως οι Σύμμαχοι δεν έκαναν θηριωδίες μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες χώρες που υπήρξαν κατεχόμενες ή σύμμαχοί τους στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Με λίγα λόγια, στον πόλεμο δεν υπήρχαν καλοί και κακοί αλλά τέρατα που αλληλοσφάζονταν και ξεσπούσαν τη λύσσα τους στον άμαχο πληθυσμό.
Η ταινία αυτή υπήρξε ορόσημο για τους δυο πρωταγωνιστές. Από τη μια η Σοφία Λόρεν κέρδισε το Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου και το βραβείο Καλύτερης Ηθοποιού στο Φεστιβάλ των Καννών και στα βραβεία BAFTA. Η σπουδαία Ιταλίδα ηθοποιός όχι μόνο σάρωσε τα βραβεία εκείνης της χρονιάς αλλά έγινε η πρώτη γυναίκα που πήρε όσκαρ ερμηνείας ενώ έπαιξε σε ξενόγλωσση ταινία. Όμως κι ο Ζαν Πολ Μπελμοντό με την ερμηνεία του αυτή έγινε πανευρωπαϊκά γνωστός.
Όσο για τον σπουδαίο Ιταλό σκηνοθέτη, αυτό που θέλει να περάσει μέσα από την ταινία αυτή, είναι πως κάθε πόλεμος έχει θύματα από όλες τις μεριές και πως κανείς από τους αντιμαχόμενους δεν είναι αγνός και καθαρός. Αλλά ακόμη κι αν τελειώσει ο πόλεμος θα χει προλάβει να σπέρνει νέα τέρατα στη βομβαρδισμένη γη, έτοιμα να ξεπηδήσουν στις επερχόμενες καταστροφές που θα 'ρθουν σε μια επόμενη κρίση. 
Πιστός στο δόγμα του νεορεαλισμού, εκτός από την ενδιαφέρουσα παρουσίαση των χαρακτήρων και τις δυσκολίες τους στην συγκεκριμένη περίοδο, ο Βιττόριο Ντε Σίκα περνάει παράλληλα και μηνύματα για την αυστηρότητα του καθολικισμού και την παραπλάνηση του λαού από τον φασισμό ενώ παράλληλα αναπτύσσει τον προβληματισμό του για την μεταπολεμική κατάσταση στην Ιταλία. Με μια σπάνιας ομορφιάς ευαίσθητη μαεστρία, μπλέκει τις απλές ιστορίες των ανθρώπων που προσπαθούν να επιβιώσουν, δημιουργώντας ένα ενδιαφέρον μωσαϊκό που αποτυπώνει το σκληρό πρόσωπο του πολέμου. 
Η "Ατιμασμένη" είναι ένα σπάνιο αντιπολεμικό αριστούργημα που εντυπωσιάζει τόσο για τις εξαιρετικές του ερμηνείες όσο και για την βαθύτητα ουμανιστική του ουσία. 

Βαθμολογία: 9/10

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2020

Φλώρινα, η πόλη της αγγελοπουλικής ομίχλης



Πρώτη φορά που μου τράβηξε την προσοχή η Φλώρινα, ήταν κάπου στα μισά της δεκαετίας του '90 όταν έγιναν επεισόδια εις βάρος του μειονοτικού κόμματος "Ουράνιο Τόξο". Σε 'κείνη την τόσο παιδική ηλικία μου έκανε εντύπωση η ύπαρξη μειονοτήτων στην Ελλάδα καθώς ακόμη δεν γνώριζα τίποτα για τους Βαλκανικούς Πολέμους και τις αλλαγές των συνόρων που οδήγησαν σε εθνολογικές εκκαθαρίσεις περιοχών. Με τα χρόνια έμαθα και για την υπόθεση Σιδηρόπουλου, η οποία δικαιώθηκε στο Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Χάγης (εις βάρος της Ελλάδας φυσικά) ενώ πολλά χρόνια αργότερα που ανακάλυψα την σπουδαία φιλμογραφία του κ.Θόδωρου Αγγελόπουλου διέκρινα την ιδιαίτερη αγάπη του για την πόλη αυτή αλλά και τη σκοταδιστική επίθεση που δέχτηκε από τον περιβόητο μητροπολίτη της τον Αυγουστίνο Καντιώτη. Όλα αυτά τα γεγονότα είχαν συνθέσει ένα αινιγματικό προφίλ για τη συγκεκριμένη πόλη. Με τον καιρό, η Φλώρινα μετατράπηκε σε ένα στοιχειό που ομιχλώδες περιφερόταν στο μυαλό όποτε έβρισκα κάτι που συσχετιζόταν με την πόλη αυτή.
Η αλήθεια είναι πως δε με είχε τραβήξει η Φλώρινα κι έτσι ποτέ δεν επεδίωξα να εξιχνιάσω το μυστήριο πέπλο που την κάλυπτε. Να όμως που η επιστροφή μου από το πρόσφατο οδοιπορικό σε Οχρίδα και Μπίτολα, στάθηκε αφορμή να κάνουμε μια μικρή στάση στην πόλη αυτή.
Κάπως απογοητευμένοι από τη μίζερη μουντάδα της Μπίτολα, προτιμήσαμε να περάσουμε το ανοιξιάτικο απόγευμά μας στη Φλώρινα καθώς ήταν η πρώτη πόλη που θα συναντούσαμε μετά τα σύνορα. Απροετοίμαστος για την αριστοκρατική ομορφιά της πόλης, πάρκαρα το αμάξι έξω από τα στρατόπεδα της πόλης, κι αφού περπατήσαμε μέσα από το σύγχρονο κομμάτι της, καταλήξαμε στο πεζόδρομο δίπλα στον ποταμό Σακουλέβα. Περνώντας από τις πολύβουες καφετέριες που ζούσαν τις τελευταίες μέρες πριν την καραντίνα, περπατήσαμε κατά μήκος του ποταμού θαυμάζοντας τα πανέμορφα αρχοντικά που στέκουν ερειπωμένα στα ριζά του βουνού. Όσο απομακρυνόμασταν από την μητρόπολη της Φλώρινας, τόσο μας αποκαλυπτόταν η ομορφιά της. Μετά τα υπέροχα αρχοντικά του ποταμού, συναντήσαμε μικρές γλυκές μονοκατοικίες με τους όμορφους μπαχτσέδες τους. Σπίτια γεμάτα μεράκι κι ευγένεια. Εκεί συνάντησα και το περίφημο Διεθνές Καφενείο, το αγαπημένο στέκι του κ.Θόδωρου Αγγελόπουλου όπου γυρίστηκαν αρκετές σκηνές από τις ταινίες του. Η συγκίνηση ήταν μεγάλη. Εκείνη ακριβώς την ώρα που περπατούσα στο δρόμο του καφενείου, ο ήλιος είχε ήδη γείρει στον ορίζοντα, προσφέροντας ένα μυσταγωγικό φως που έγλειφε με χάρη τις ανάγλυφες λεπτομέρειες των προσόψεων. Για μια στιγμή ένιωσα πως περπατούσαμε μέσα σε ένα κινηματογραφικό πλάνο και πως από κάπου θα ακούσω τη βραχνή φωνή του σπουδαίου Έλληνα σκηνοθέτη να δίνει εντολές στο κινηματογραφικό του συνεργείο.
Οι περιπλανήσεις μου έκλεισαν σε ένα από τα ομορφότερα κουτούκια που έχω επισκεφθεί στα ταξίδια μου. Συνήθως δεν μου αρέσει να κάνω διαφημίσεις αλλά εδώ ομολογώ πως οφείλω να κάνω μια εξαίρεση καθώς απολαύσαμε πλουσιοπάροχα και γευστικότατα πιάτα και ήπια για πρώτη φορά στη ζωή μου γράπα. Αναφέρομαι σε ένα γλυκύτατο κουτούκι με το όνομα "Γκιώνης".
Καθώς η νύχτα άρχισε να απλώνεται, κινήσαμε προς το αμάξι, περνώντας ξανά από τα πανέμορφα αρχοντικά της πόλης. Κάθε τόσο σταματούσα και προσπαθούσα να κρατήσω διάφορες εξαίσιες λεπτομέρειες από τη διακόσμησή τους. Αυτό όμως που με κέντρισε περισσότερο ήταν τα έντονα γήινα χρώματα που πρόσφεραν μια εξωπραγματική διάσταση στην όψη της πόλης.
Φεύγοντας από κει, θυμήθηκα μια φράση που είχα ακούσει για την Φλώρινα. "Στη Φλώρινα όλοι έρχονται κλαίγοντας και φεύγουν κλαίγοντας". Παρά το λίγο που έκατσα εκεί, ομολογώ πως μπορώ να καταλάβω την έννοιά της...

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2020

Καστοριά, η αρχόντισσα της λίμνης



Η Καστοριά ήταν ένας προορισμός που με ιντρίγκαρε για πολλά χρόνια αλλά η γεωγραφική της θέση μ' έκανε να την έχω εκτός πλάνων στις ταξιδιωτικές μου εξορμήσεις. Τη μόνη φορά που βρέθηκα κοντά της, ήταν όταν επέστρεφα από το μεγάλο οδοιπορικό των Δυτικών Βαλκανίων. Να όμως που η περίοδος της πανδημίας με τα κλειστά σύνορα, στάθηκε αφορμή να επισκεφθώ διάφορα μέρη της Ελλάδος που είχα αφήσει όλα αυτά τα χρόνια στην άκρη.
Για την αρχόντισσα της λίμνης είχα διαβάσει αρκετά κείμενα που μιλούσαν για την ομορφιά της και την ιστορία της κι είχα απολαύσει κάμποσες φωτογραφίες της που έβρισκα κατά καιρούς σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κάνοντάς με να θέλω όλο και πιο πολύ να την επισκεφθώ. Όταν λοιπόν βρέθηκε η ευκαιρία να την συναντήσω από κοντά, σημείωσα αμέσως τα μέρη της πόλης που άξιζε να επισκεφθώ.
Η πρώτη αναφορά για την πόλη γίνεται με το όνομα Ιουστινιανούπολη και Διοκλητιανούπολη. Για το Καστοριά που βγήκε μετέπειτα, κάποιοι το συσχέτισαν με το "κάστρο" καθώς η πόλη ήταν σε οχυρωματική θέση. Γι' αυτό το λόγο κι οι κάτοικοι της λέγονται Καστρινοί. Όμως η άποψη αυτή θεωρείται αβάσιμοι με πολλούς να θεωρούν πως το όνομα προέρχεται από τον Κάστορα καθώς σύμφωνα με τη μυθολογία, η πόλη χτίστηκε το 840 π.Χ. από τον αδελφό του τον Πολυδεύκη. Πέρα όμως από την προέλευση του ονόματος, αυτό όμως που με αγγίζει και συγκινεί περισσότερο από την ιστορία αυτής της πόλης είναι οι ιστορικές στιγμές που έζησε κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου καθώς η Καστοριά βρίσκεται ανάμεσα στο Γράμμο και στο Βίτσι όπου διατελέστηκαν εγκλήματα πολέμου από τον ελληνικό στρατό και τους συμμάχους.
Από την πρώτη στιγμή που φτάσαμε εκεί, συνειδητοποίησα πως η πόλη δεν είναι καθόλου εύκολη και προσιτή στους επισκέπτες. Σαν μια ντροπαλή κοπέλα, κρύβει την αρχοντική της ομορφιά πίσω από τις κλειστοφοβικές πολυκατοικίες που στέκουν κρεμασμένες πάνω από τα καταπράσινα νερά της λίμνης ενώ τα αδιάφορα μπαρ της ακτής μας προκαλούσαν μια άδικη αποστροφή για την πόλη αυτή. Στρίβοντας όμως προς την περιοχή του Ντολτσό όλη η αύρα της Καστοριάς αλλάζει. Τα αρχοντικά παίρνουν την θέση των άχαρων πολυκατοικιών και οι μυρωδάτοι κήποι προσθέτουν μια πανδαισία χρωμάτων στους παραλίμνιους περιπάτους.
Για καλή μας τύχη αλλά όχι για το ατρόμητο αμάξι μας, το διαμέρισμα που θα μέναμε βρισκόταν στο ψηλότερο σημείο της πλαγιάς απ' όπου ξεκινούσε η χερσόνησος που εισχωρούσε στη λίμνη της Ορεστιάδας. Από το μπαλκόνι μας είχαμε μια πανοραμική όψη της λίμνης ενώ από κάτω μας απλωνόταν το σύγχρονο μουντό κομμάτι της Καστοριάς. Όταν όμως η νύχτα έπεφτε, τα θαμπά φώτα των δρόμων έσβηναν τις τσιμεντένιες ουλές της πόλης κι η λίμνη μετατρεπόταν σε έναν υδάτινο καθρέφτη. Μάλιστα η μαγεία του τοπίου έπαιρνε άλλη διάσταση όταν έβγαινε πίσω από τη χερσόνησο το ολόγιομο φεγγάρι που μάλιστα εκείνες τις νύχτες παραήταν λαμπερό.
Απολαμβάνοντας από το μπαλκόνι την Καστοριά, προσπάθησα να θυμηθώ τους κατακτητές που διεκδίκησαν την πόλη. Πέρα από τους Βούλγαρους και τους Οθωμανούς, είχαν έρθει ακόμη κι οι Νορμανδοί σ' αυτήν την γωνιά των Βαλκανίων. Αυτό φανερώνει πως η πόλη αυτή υπήρξε πόλος έλξης για πολλούς λαούς κάτι που αποδεικνύεται κι από τον μεγάλο αριθμό βυζαντινών κι οθωμανικών (κρίμα που τα αποκαλούμε μεταβυζαντινά σβήνοντας μ' αυτόν τον τρόπο ένα κομμάτι της ιστορίας του κάθε τόπου) μνημείων αλλά κι αρκετών αρχοντικών οικιών που ορθώνονται στην περιοχή του Ντολτσό.
Η ομορφιά της πόλης, μας αποκαλύφθηκε σταδιακά καθώς περιπλανιόμασταν κατά μήκος της λίμνης. Αφήνοντας πίσω τα άχρωμα κι αδιάφορα μπαρ της ακτής, φτάνουμε στη παλιά συνοικία της πόλης, το Ντολτσό. Το τοπίο ανοίγει αμφιθεατρικά χρησιμοποιώντας ως ορχήστρα την κεντρική πλατεία ενώ δεκάδες αρχοντικά, άλλα ερειπωμένα κι άλλα αναστηλωμένα στέκουν στις φανταστικές κερκίδες ώστε να παρακολουθούν την παράσταση της κεντρικής σκηνής αλλά και να απολαμβάνουν ανεμπόδιστα την ομορφιά της λίμνης. Αυτά τα υπέροχα κτίσματα μαζί με τις εβδομήντα βυζαντινές εκκλησίες, γίνονται αφορμή για ένα ακόμη ταξίδι στο χρόνο και στον πολυεθνικό πολιτισμό των Βαλκανίων.
Αυτό που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν η ευγένεια και η φιλήσυχη διάθεση των κατοίκων της πόλης. Μάλιστα σε ένα κεντρικό καφέ της πλατείας Ντολτσό πέρα από το υπέροχο πρωινό που απολαύσαμε, μεγάλη εντύπωση μας έκανε η ζεστή εξυπηρέτηση και συμπεριφορά των ανθρώπων που το έχουν. 
Πριν αναχωρήσουμε από την πόλη απολαύσαμε έναν υπέροχο περίπατο προς τη Σπηλιά του Δράκου και τη Βυζαντινή Μονή της Παναγιάς Μαυριώτισσας. Ο περίπατος είναι μες στα δέντρα, γεμίζοντας με πράσινο κάθε κάδρο. Στις καλαμιές της λίμνης κρυβόντουσαν διάφορα μικρά πουλιά που έκαναν αρκετό θόρυβο με τις τραγουδιστές φωνές τους ενώ στις πέτρες της ακτής ξεπρόβαλαν αρκετά νερόφιδα τα οποία αμέσως βυθίζονταν στα θολά νερά φοβισμένα από τη παρουσία μας. Δυστυχώς τη μέρα εκείνη το σπήλαιο ήταν κλειστό οπότε αρκεστήκαμε στο να θαυμάσουμε τις θαυμάσιες αγιογραφίες της μονής που χρονολογείται από τον 11ο αι. όταν αυτοκράτορας ήταν ο Αλέξιος Α' Κομνηνός.
Φεύγοντας από την Καστοριά μας έπιασε μια ψιλή βροχή, η οποία όλο και δυνάμωνε καθώς οδεύαμε προς τον περιφερειακό. Ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στη λίμνη πριν χαθώ προς τα νοτιοανατολικά, συνειδητοποίησα πως η πόλη αυτή μετατρέπεται σε μία υδρόβια νύμφη όταν βρέχεται ευλαβικά από τα σύννεφα. Πόσο μάλλον όταν ντύνεται στα λευκά τον χειμώνα.

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2020

Νυμφαίο, η παραμυθένια νύμφη του χιονιού




Πάντα επισκέπτομαι με επιφυλάξεις ένα μέρος που είναι πολυδιαφημισμένο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι φήμες θέλουν το Νυμφαίο να θεωρείται ως ένα από τα ομορφότερα χωριά της Ελλάδος ενώ αρκετοί ταξιδιωτικοί οδηγοί το κατατάσσουν στα δέκα ομορφότερα της Ευρώπης. Η φήμη του όμως δε σταματάει εκεί καθώς το Νυμφαίο διεκδικεί το Βραβείο Μελίνα Μερκούρη από τον παγκόσμιο οργανισμό της Unesco όσον αφορά την άριστη διαχείριση του πολιτιστικού αποθέματος και φυσικού περιβάλλοντος. Κι επειδή πιστεύω στις παροιμίες, κίνησα κατά κει με "μικρό καλάθι".
Ανεβαίνοντας λοιπόν σε ένα υψόμετρο 1.350 μέτρων, παίρνοντας τις συνεχόμενες στροφές που ξεκινούσαν από το χωριό Αετός, βρεθήκαμε σε ένα αλπικό τοπίο που μας μάγεψε προτού ακόμη μπούμε στον παραδοσιακό οικισμό του Νυμφαίου. Ένα μεγάλος χώρος στάθμευσης έξω από το χωριό, στάθηκε αφορμή να αλλάξουμε ρούχα καθώς είχαμε πάει αρκετά απροετοίμαστοι απέναντι στη βουνίσια ψύχρα παρόλο που βρισκόμασταν στις αρχές του καλοκαιριού. Απέναντί μας ορθωνόταν μια καταπράσινη πλαγιά που καλυπτόταν από πυκνά σύννεφα τα οποία γλιστρούσαν πάνω από τις φουντωτές φυλλωσιές των δέντρων ξυπνώντας όλες τις αποχρώσεις του πράσινου.
Μπαίνοντας πεζοί στο χωριό, συναντήσαμε ένα ξύλινο τοξωτό γεφυράκι που ένωνε δύο αρχοντικά τα οποία στέκουν στην είσοδο του χωριού. Έπειτα ακολούθησαν διάφορες πετρόχτιστες αρχοντικές πόρτες καλυμμένες με πυκνούς κισσούς. Περπατούσαμε και δε ξέραμε που τελειώνει το δάσος και που αρχίζει το χωριό. Ο δρόμος μας έβγαλε στην κεντρική γραφική πλατεία. Ευτυχώς που κυμάτιζε η ελληνική σημαία σε ένα κοντάρι αλλιώς δε θα πίστευα πως βρίσκομαι σε ελληνικό έδαφος. Σημαντικό ρόλο σ' αυτήν την παραπλάνηση παίζει η επιβλητική όψη της Νίκειος Σχολή που στέκει πάνω από τις στέγες των υπόλοιπων σπιτιών με το ψηλό της πύργο με το ρολόι να θυμίζει εικόνες βγαλμένες από πόλεις της κεντρικής Ευρώπης.
Είναι εντυπωσιακό κι άκρως συγκινητικό που αυτό το χωριό κατάφερε να αποφύγει μια ερημοποίηση που το είχε φέρει στα πρόθυρα του αφανισμού τη δεκαετία του '80. Παρόλο που σήμερα έχει τριανταπέντε μόνιμους κατοίκους, το Νυμφαίο σφύζει από επισκέπτες καθώς έχει γίνει ένας από τους δυνατότερους πόλους έλξης της ευρύτερης περιοχής. Σημαντικό ρόλο σ' αυτό έπαιξε το μεράκι αλλά κι η αγάπη των ανθρώπων που φρόντισαν τον τόπο τους, μετατρέποντάς τον σε ένα εντυπωσιακό κινηματογραφικό σκηνικό.
Διασχίζοντας την πλατεία του χωριού μας περικύκλωσαν τρία υπέροχα τσομπανόσκυλα. Αμέσως σταθήκαμε και κάναμε χάζι τα θλιμμένα τους πρόσωπα και τις εντυπωσιακές τους πατούσες ενώ οι όψεις τους έδεναν αρμονικά με την ομορφιά του τοπίου. Ένας γεροντάκος που στεκόταν εκεί κοντά, μας είπε τα ονόματά τους δείχνοντας τον πιο φουντωτό λέγοντας πως είναι δεκαεννιά χρονών. "Υπό άλλες συνθήκες θα μας είχε αφήσει χρόνους αλλά εδώ πάνω κάνει υπέροχη ζωή". Μας μιλούσε γι' αυτόν τον γλυκύτατο γίγαντα και μας έδινε την εντύπωση πως αναφερόταν σε κάποιον συγχωριανό του.
Συνεχίσαμε τη βόλτα μας στα πέτρινα σοκάκια του χωριού. Όλα τα αρχοντικά έμοιαζαν τόσο πολύ μεταξύ τους χάρης στην πέτρινη τοιχοδομία τους και στις λαμπερές στέγες από λαμαρίνα (για να μη συγκρατούν το χιόνι). Όμως το κάθε κτίριο ξεχώριζε με μικρές διακοσμητικές πινελιές. Αυτό όμως που μας εντυπωσίασε πιο πολύ, ήταν που παντού επικρατούσε τάξη και καθαριότητα παρουσιάζοντας μια παιδεία αλλά και μια ευγένεια που δυστυχώς λείπει στις περισσότερες ελληνικές πόλεις.
Τώρα λίγα λόγια για το πανέμορφο χωριό Νυμφαίο. Η παλιότερη ονομασία ήταν Νιβέστα κι είχε βλάχικη προέλευση. Η έμπνευση της συγκεκριμένης ονομασίας έχει τρεις ερμηνείες. Πρώτα απ' όλα ως «Νύφη» λόγω της ομορφιάς του (Νιβέστα). Έπειτα λόγω τοποθεσίας του καθώς ήταν «αθέατο» (ni vista). Και τέλος ως «χιονάτη» ή «όπου μένει το χιόνι» (nives sta). Ο οικισμός μετονομάστηκε από Νέβεσκα σε Νυμφαίον (και συνακόλουθα η κοινότητα Νεβέσκης σε κοινότητα Νυμφαίου) με το Προεδρικό Διάταγμα της 9/2/1926 "Περί μετονομασίας κοινοτήτων και οικισμών της Μακεδονίας". Τότε που ελληνοποιήθηκαν οι ονομασίες αρκετών χωριών της βορείου Ελλάδος σβήνοντας μ' αυτόν τον τρόπο το παρελθόν αρκετών τόπων για να κρύψουν κάθε τι σλαβικό που κουβαλούσαν.
Το Νυμφαίο οικίστηκε περί το 1385 από Βλάχους Οδίτες, δηλαδή λατινοφωνήσαντες αυτόχθονες Μακεδόνες, που επί 1.400 χρόνια φύλαγαν τη γειτονική Εγνατία Οδό και οι οποίοι κατέφυγαν τότε στα απρόσιτα βουνά, ύστερα από σκληρές μάχες με τους Οθωμανούς. Αυτοί οι πολεμιστές οικιστές του Νυμφαίου συνθηκολόγησαν αργότερα υπό όρους. Έτσι παρέμειναν ένοπλοι και αυτοδιοικούμενοι, υπαγόμενοι απευθείας στη Βαλιντέ Σουλτάνα, δηλαδή τη μητέρα του Σουλτάνου, στην οποία πλήρωναν πολύ μειωμένους φόρους. Μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα ζούσαν κυρίως με ληστρικές επιδρομές στα τσιφλίκια του κάμπου. Περί το 1630 άρχισαν να επιδίδονται στην ασημουργία και ανέδειξαν το χωριό τους σε περιώνυμο κέντρο αργυροχρυσοχοΐας όλης της Μακεδονίας για τους υπόλοιπους τρεις αιώνες. Κατά τις σαρωτικές επιδρομές των Αλβανών, κατά τα τέλη του 18ου αιώνα μετά τα Ορλωφικά, το Νυμφαίο δέχτηκε πολλούς Βλάχους, Μακεδόνες, Έλληνες πρόσφυγες από τη Μοσχόπολη, τη Νικολίτσα, το Λινοτόπι και άλλα μέρη που καταστράφηκαν από τους επιδρομείς. Παράλληλα, ένας σημαντικός αριθμός κατοίκων του χωρίου μετακινήθηκε προς την ανατολική Μακεδονία, στα χωριά Άνω Πορόια, Κάτω Τζουμαγιά, Αλιστράτη, Νιγρίτα, στις Σέρρες και αλλού. Κατά την Ελληνική επανάσταση του 1821 σημαντική ήταν η προσφορά των κατοίκων του Νυμφαίου, όπως η οικογένεια του Μίχα Τσίρλη, που χρηματοδότησε τον αγώνα, του Νάκα, καθώς και τον αδερφών Αντώνιου και Βασίλειου Ζούρκου. Στο Μακεδονικό κίνημα του 1878 κατά της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, ιδιαίτερη μορφή του Νυμφαίου αναδείχτηκε ο οπλαρχηγός Βασίλειος Ζούρκας, που δρούσε έως τις περιοχές Βαρνούντα και Μοριχόβου ενώ κατά το Μακεδονικό Αγώνα, οι κάτοικοι πρωτοστάτησαν στις Ελληνικές προσπάθειες με κυριότερο αγωνιστή, τον οπλαρχηγό Δημήτριο Γκόλνα. Επίσης το Νυμφαίο ανέδειξε σημαντικούς ευεργέτες, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει ο Μίχας Τσίρλης.
Στο Νυμφαίο γεννήθηκαν και έζησαν βαθύπλουτοι διεθνείς έμποροι καπνού και βαμβακιού, ενώ ταυτόχρονα το χωριό υπήρξε πάντα ορμητήριο όλων των εθνικών αγώνων, αλλά και πατρίδα πολλών αγωνιστών, ευεργετών και επιστημόνων. Κατά την ακμή του, λοιπόν, το χωριό διέθετε υποδειγματικές υποδομές, πυκνή δόμηση και πλούσιο πολιτισμό. Η παρακμή, ωστόσο, ξεκίνησε από το 1930 και μετά, λόγω οικονομικών, κοινωνικών και τεχνολογικών μεταβολών που οδήγησαν στην διάσπαση της τοπικής και ευρύτερης αγοράς, ενώ οι δραματικοί πόλεμοι έως το 1949, σχεδόν ερήμωσαν το χωριό, διώχνοντας τους περισσότερους κατοίκους του στην διασπορά.
Η βόλτα μας συνεχίστηκε κι έξω από το χωριό. Περπατώντας ανάμεσα σε πανύψηλες οξιές που άφηναν το χρυσαφί χρώμα του ήλιου να φτάνει διακριτικά ως το έδαφος, πήραμε το μονοπάτι που οδηγεί προς το Ξινό Νερό. Εκεί βρίσκεται το γνωστό σε όλους μας καταφύγιο Αρκτούρος.
Σταθήκαμε τυχεροί καθώς την ώρα που φτάναμε ξεκινούσε μια ξενάγηση στις φωλιές των αρκούδων που φιλοξενούνται εκεί. Ένας συμπαθητικός κι άκρως επικοινωνιακός κύριος που ανήκει στη συγκεκριμένη ΜΚΟ, μας μίλησε για τις αρκούδες αλλά και για την άσχημη ζωή όσων φιλοξενούνται αυτή τη στιγμή εκεί ενώ ακριβώς από πίσω του γυρόφερναν η Σάσα κι η Αλεξάνδρα, δυο αρκούδες που ήρθαν από το ζωολογικό κήπο της Θεσσαλονίκης, οι οποίες μαθημένες να ζουν εγκλωβισμένες σε ένα περιορισμένο κλουβί, τους ήταν δύσκολο να προσαρμοστούν στη φύση. Τουλάχιστον το καταφύγιο τους παραχωρεί ένα μεγάλο κομμάτι γης όπου μπορούν να κινηθούν πιο άνετα και να νιώσουν κάπως ελεύθερες για το υπόλοιπο της ζωής τους.
Ο ξεναγός μας περιέγραψε την άσχημη κατάσταση που τους είχε επιφέρει η αιχμαλωσία, η οποία τους άφησε συμπτώματα «στερεοτυπικής συμπεριφοράς» (ένα είδος αυτισμού για τα ζώα). Επίσης μας μίλησε για το πώς φροντίζονται οι αρκούδες μέσα στο καταφύγιο, πως τροφοδοτούνται αλλά και τη μέθοδο που οι ίδιοι οι φροντιστές τους έχουν φτιάξει τα σπίτια στα οποία εκείνες κοιμούνται. Έπειτα μας πληροφόρησε πως είναι στειρωμένες καθώς δεν είναι σε θέση να μεγαλώσουν μικρά αρκουδάκια. Στη συνέχεια μας έδωσε συμβουλές για το τι πρέπει να κάνουμε αν έρθουμε σε επαφή με ένα απ' αυτά τα ζώα κι έκλεισε τη κουβέντα του επισημαίνοντας το σπουδαίο έργο του Αρκτούρου καθώς την δεκαετία του '80 που ξεκίνησε τη δράση του υπήρχαν μόνο πενήντα αρκούδες στον ελλαδικό χώρο ενώ σήμερα υπάρχουν πεντακόσιες πενήντα ελεύθερες στα βουνά της Ελλάδος. Δηλώνοντας αυτό το αστρονομικό ποσό, μας εξήγησε πως αυτό το στοιχείο φανερώνει πως τα ελληνικά βουνά είναι υγιείς τόποι.
Επιστρέφοντας από το καταφύγιο στο χωριό, επισκεφθήκαμε τον ναό του Αγίου Νικολάου. Η θέση που βρίσκεται ο ναός, δίνει την δυνατότητα στον επισκέπτη να απολαύσει την αμφιθεατρική ανάπτυξη του χωριού πάνω στη πλαγιά. Παρόλο που ήταν Ιούνης, κάποια τζάκια ήταν αναμμένα κάνοντας τους καπνούς να ανεβαίνουν βιαστικά θέλοντας να συναντήσουν τα σύννεφα που αιωρούνταν ακριβώς πάνω από τις στέγες των σπιτιών.
Από εκεί πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Στην είσοδο του χωριού στεκόταν ο μαθουσάλας σκύλος που είχαμε συναντήσει πρωτύτερα στην κεντρική πλατεία. Αγέρωχος και περήφανος όπως οι κάτοικοι του χωριού, μας αποχαιρέτησε εγκάρδια, κάνοντάς μας με τη σειρά μας να του δώσουμε την υπόσχεση πως θα επισκεφθούμε ξανά το χωριό για να απολαύσουμε και τη χειμερινή του όψη.

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Ο Θυρωρός της Νύχτας (1974)


Υπάρχουν κάποιες ταινίες που συνήθως τις αποφεύγω θεωρώντας τες με έναν απροσδιόριστο τρόπο καλτ, αν και υποθέτω πως με την προκατάληψή μου αυτή αγνοώ αρκετά κινηματογραφικά διαμάντια. Μια απ' αυτές τις ταινίες που τις είχα στο περιθώριο της κινηματογραφικής μου λίστας ήταν ο "Θυρωρός της Νύχτας". Μάλιστα όταν μου προτάθηκε να την δω, κάπως δίστασα κι η αλήθεια είναι πως από τα πρώτα της λεπτά, ένιωθα πως παρακολουθώ μια φτηνή ευρωπαϊκή παραγωγή της δεκαετίας του '70 που θα μου προκαλούσε δυσφορία. 
Τελικά οι επιφυλάξεις μου υποχώρησαν όσο η ιστορία προχωρούσε και με εισχωρούσε με έναν άκρως σκοτεινό τρόπο στο σκοτεινό ναζιστικό παρελθόν της Γηραιά Ηπείρου. Μάλιστα, αυτό που κάνει τη συγκεκριμένη ταινία ξεχωριστή είναι η εντρύφηση της στη σαδομαζοχιστική πλευρά του ναζισμού καθώς και στην αρρωστημένη ερωτική σχέση που δημιουργείται κάποιες φορές μεταξύ θύτη και θύματος. 
Όμως από την άλλη, ο τρόπος που η συγκεκριμένη ταινία χειρίστηκε το επίμαχο θέμα, στάθηκε αφορμή να δεχτεί μια σωρεία αρνητικών κριτικών με αρκετούς να τη θεωρήσουν κι ως φιλοναζιστική. Πράγματι είναι γεγονός πως το έργο καθ'όλη τη διάρκειά του πατάει σε ένα τεντωμένο σκοινί και σε αρκετά σημεία ταλαντώνεται επικίνδυνα. Ακόμη κι εγώ ενοχλήθηκα αρκετές φορές. Ζυγίζοντας όμως αυτά που αποκόμισα στο φινάλε, κατέληξα στο συμπέρασμα πως πέρα από την σαδομαζοχιστική σχέση που παρουσιάζεται, ο "Θυρωρός της Νύχτας" είναι ένα δριμύ κατηγορώ όχι μόνο στο ναζισμό αλλά και στο μεταπολεμικό σύστημα που κουκούλωσε τα εγκλήματα πολλών αξιωματικών των SS και τους άφησε να ζήσουν μια ήρεμη ζωή με τους ίδιους να παραμένουν αμετανόητοι για το βεβαρημένο τους παρελθόν και την τερατώδης ιδεολογία τους.
Η ιστορία μας μεταφέρει στη Βιέννη μια δεκαετία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου κεντρικό πρόσωπο είναι ένας αινιγματικός νυκτερινός ρεσεψιονίστ ενός μπαρόκ ξενοδοχείου, ο οποίος καλύπτει το σκοτεινό του παρελθόν διατηρώντας χαμηλούς τόνους τόσο με τους συναδέλφους του όσο και με τους πελάτες του ξενοδοχείου. Όμως η ήρεμη καθημερινότητά του θα διαταραχθεί όταν συναντηθεί με μια γοητευτική γυναίκα, η οποία υπήρξε κάποτε κρατούμενη σε ένα από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης που εκείνος υπηρετούσε. Εκείνη αμέσως αναγνωρίζει στο πρόσωπό του τον σαδιστή αξιωματικό των SS με τον οποίον είχε συνάψει ερωτική σχέση την περίοδο που βρισκόταν φυλακισμένη στο ναζιστικό κολαστήριο. Η τυχαία αυτή συνάντηση θα ξυπνήσει τα φαντάσματα του παρελθόντος που κι οι δυο είχαν θάψει μέσα τους κι αναζωπυρώνει την άλλοτε αρρωστημένη ερωτική τους σχέση. 
Παράλληλα εκείνην την περίοδο ο μυστηριώδης ρεσεψιονίστ προετοιμάζεται για τη δίκη που στήνεται εναντίον του για τα εγκλήματα πολέμου που ο ίδιος διέπραξε. Παρά το βάρος των καταγγελιών, ο ίδιος δείχνει ατάραχος καθώς βασίζεται σε μια ομάδα πρώην αξιωματικών των SS που ζουν κι αυτοί στη Βιέννη και καταστρέφουν κάθε αρχείο αλλά και κάθε μαρτυρία για τα εγκλήματα που ο καθένας τους έχει κάνει. Όμως μέσα σ' αυτά τα στοιχεία που πρέπει να εξαφανιστούν είναι κι οι μάρτυρες-θύματα αυτών των εγκλημάτων που βρίσκονται ακόμη σε ζωή. Αυτή είναι η λεπτομέρεια που θα οδηγήσει τον ρεσεψιονίστ σε αδιέξοδο καθώς πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στη ζωή της ερωμένης του και στην ολοκληρωτική κάθαρση του μητρώου του που θα του προσφέρει μια φιλήσυχη καθημερινότητα για το υπόλοιπο της ζωής του. Η εσωτερική του πάλη είναι σφοδρή κι η ηρωική του έξοδος στο τέλος άκρως επικίνδυνη ηθικά καθώς μ' αυτόν τον τρόπο αφήνεται μια υπόνοια πως ο αξιωματικός των SS αθωώνεται μέσα από την "τιμωρία".


Επιτρέψτε μου να παρακάμψω τη σαδομαζοχιστική πλευρά της ταινίας και να επικεντρωθώ στο πολιτικό της κομμάτι καθώς είναι λίγες οι φορές που έχω παρακολουθήσει κάποιο έργο που να αναφέρεται στο ξέπλυμα του σκοτεινού παρελθόντος όσων ναζί αξιωματικών γλίτωσαν μετά τον πόλεμο. Στο "Θυρωρό της Νύχτας" παρατηρούμε βήμα βήμα τις κινήσεις των εγκληματιών να κρύψουν το παρελθόν τους. Το κράτος είναι ανύπαρκτο, φανερώνοντας την αδυναμία ενός συστήματος να εξοντώσει τα τέρατα που το ίδιο εκκόλαψε. Επίσης η κοινωνία είναι βουβή κι απούσα, μαρτυρώντας την εξοργιστική κοινή άγνοια κι αδιαφορία στα πρόσφατα εγκλήματα πολέμου ενώ παράλληλα την δείχνει ως "έτοιμη" ως βουβός θεατής στο ενδεχόμενο ύπαρξης νέων κολαστηρίων και πολέμων. Τα τέρατα κυκλοφορούν μαζί με τους ανθρώπους το ίδιο ελεύθερα όπως συνέβαινε και στο πόλεμο, με την μόνη διαφορά πως τώρα τα τέρατα έχουν κρύψει τα σύμβολα και τις στολές τους σε ντουλάπες και μπαούλα. Τα δικαστήρια γελοιοποιούνται καθώς αποδεικνύεται πως δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα θεσμό με θεατρικό χαρακτήρα που απλώς κρύβει τη σκόνη κάτω από το χαλάκι της λήθης. 
Στην περίπτωση του πρωταγωνιστή, διαπιστώνουμε πως ο ίδιος δεν νιώθει σε καμία στιγμή μετανιωμένος για τα εγκλήματά του. Μάλιστα φτάνει στο σημείο να δολοφονήσει κάποιον πρώην συνεργάτη του στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, διότι φοβάται πως θα τον καρφώσει στη δικαιοσύνη. Ούτε εξανθρωπίζεται όταν συναντά την πρώην κρατούμενή του, παρόλο που η ταινία αφήνει μία υπόνοια μεταστροφής του (κάτι που θεωρώ ως μεγάλο φάουλ της ταινίας). Κατά κάποιο τρόπο, η ταινία εξομαλύνει την εγκληματική φύση του αξιωματικού θέλοντας να δείξει πως ακόμη κι οι ίδιοι οι ναζί μπορούν να φαγωθούν από τους ομοϊδεάτες τους αν παρεκκλίνουν έστω και λίγο από το κοινό τους συμφέρον.
Καθώς η ιστορία ξεδιπλώνεται δημιουργώντας μία μίξη παραδικαστικού θρίλερ κι ερωτικής ιστορίας, μας παρουσιάζονται διάφορες παρελθοντικές αναδρομές που αποκαλύπτουν τόσο το παρελθόν των δυο προσώπων όσο και την πρότερη σύνδεσή τους. Σ' αυτήν την αναδρομή αρχίζει να μας αποκαλύπτεται η προσωπικότητα της Λουτσία, η οποία από τρομοκρατημένο παιδί ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης μετατρέπεται σε μια σεξουαλικά χειραφετημένη γυναίκα. Σ' ένα απ' αυτά τα φλας μπακ παρακολουθούμε την περιβόητη σκηνή όπου η Λουτσία εμφανίζεται ημίγυμνη φορώντας μόνο ένα παντελόνι, ένα ζευγάρι γάντια κι ένα ναζιστικό καπέλο ενώ δυο τιράντες προσπαθούν ανεπιτυχώς να καλύψουν το γυμνόστηθο κορμί της. Η ίδια με βλέμμα χαμένο, χορεύει ανάμεσα σε γκρίζα και παγερά πρόσωπα τραγουδώντας το «Wenn ich mir was wunschen durfte» της Μαρλέν Ντίτριχ κι αποπνέει μια απίστευτη σεξουαλική απελευθέρωση σβήνοντας μ' αυτόν τον τρόπο την αρχική της τρομοκρατημένη όψη. Κλείνοντας το χορό, ο ρεσεψιονίστ (ως αξιωματικός των SS τότε) την ευγνωμονεί προσφέροντάς της ένα κουτί στο οποίο περιέχει το κομμένο κεφάλι ενός συγκρατούμενού της που την παρενοχλούσε. Εκείνη ως μια σύγχρονη Σαλώμη, αρχικά παγώνει στη θέα του κομμένου κεφαλιού αλλά στη συνέχεια αφήνει να ξεγλιστρήσει ένα κυνικό χαμόγελο καθώς συνειδητοποιεί πως κι η ίδια έγινε ένα με το τέρας που μέχρι πρότινος φοβόταν. Ίσως σ' αυτήν την ενοχή πατάει κι η αρρωστημένη ερωτική τους σχέση.
Η συνάντησή τους που θα πραγματοποιηθεί δέκα χρόνια μετά τον πόλεμο θα αποδείξει πως το πάθος τους δεν πέθανε με το τέλος του πολέμου παρόλο που οι δύο ήρωες ζούσαν ως ζωντανοί-νεκροί. Από τη μια η γοητευτική κοπέλα ζει στη σκιά του διάσημο άνδρα της κι από την άλλη ο ρεσεψιονίστ προτιμά να κινείται την νύχτα καθώς δεν αντέχει το φως της μέρας. Όταν συναντιούνται, ο έρωτας επιστρέφει. Όμως η επανασύνδεσή τους που θα τους φέρει σε θανάσιμο κίνδυνο κάτι που αναγκάζει την ταινία να χάσει κάπως τις ισορροπίες καθώς τα δύο αυτά πρόσωπα γίνονται σταδιακά συμπαθείς προς το κοινό. Μάλιστα η ηθική ισορροπία κλονίζεται ανεπανόρθωτα όταν πραγματοποιείται η τελική ηρωική τους έξοδος.


Παρόλα αυτά, η ταινία αξίζει να τοποθετηθεί στα αριστουργήματα του παρελθόντος γι' αρκετούς λόγους. Πρώτα απ' όλα οι δυο πρωταγωνιστές δίνουν ρεσιτάλ ερμηνειών, σε σημείο που φτάνουμε να γινόμαστε θεατές της πλήρης αφομοίωσης των χαρακτήρων τους. Ο Ντιρκ Μπόγκαρντ στο ρόλο του πρώην αξιωματικού ναζί, χτίζει μια προσωπικότητα που ξεχωρίζει για την μελαγχολική του αλαζονεία αλλά και την αντικοινωνική του ευγένεια με την οποία υψώνει τείχη γύρω του επιδιώκοντας μια φιλήσυχη ζωή αποκομμένη από το σκοτεινό παρελθόν του. Από την άλλη, η Σαρλότ Ράμπλινγκ δημιουργεί μια προσωπικότητα σκοτεινή, αινιγματική κι άκρως ερωτική, ενώ το βλέμμα της βγάζει μια φλόγα αιώνιας εφηβείας σε σημείο που την λάτρεψα πολύ στο συγκεκριμένο ρόλο. Το σπουδαίο αυτό πρωταγωνιστικό δίδυμο καταφέρνει με ιδιαίτερη ευκολία να εγείρει διαχρονικά ερωτήματα για τις δυναμικές που αναπτύσσονται μεταξύ του απόλυτου θύματος και του απόλυτου θύτη. Ίσως γι' αυτό το λόγο να ενόχλησε πολύ, καθώς ακόμη και σήμερα προκαλεί αγανάκτηση η υπόνοια πως ένας ναζί εκτός από την τερατώδη πλευρά, διαθέτει επίσης και μία ανθρώπινη.
Η ταινία προκάλεσε πολλές αντιδράσεις κυρίως στην Αμερική ενώ στην Ιταλία απαγορεύτηκε λόγω αισχρότητας με τις κόπιες να κατάσχονται από τις ιταλικές αρχές ενώ παράλληλα ασκήθηκαν ποινικές διώξεις στη Λιλιάνα Καβάνι για απεικόνιση σεξουαλικών βασανιστηρίων. Αυτό προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από σπουδαίους Ιταλούς δημιουργούς όπως ο Βισκόντι, ο Αντονιόνι κι ο Παζολίνι, οι οποίοι τάχθηκαν υπέρ της ταινίας και της σκηνοθέτιδος. Τελικά μετά την νικηφόρα λήξη της δικαστικής διαμάχης και παρά τον θόρυβο που είχε προηγηθεί «Ο θυρωρός της νύχτας» χαιρετίστηκε σχεδόν ομόφωνα ως ένα θαρραλέο αριστούργημα και εγκωμιάστηκε για την ασυμβίβαστα διεισδυτική ματιά του στο θέμα της παρεκκλίνουσας σεξουαλικότητας που συνδέεται με παιδικό τραύμα και στις ψυχολογικές ασάφειες που γεννά η εκμετάλλευση της εξουσίας.
Προσωπικά αγάπησα τη συγκεκριμένη ταινία καθώς μέσα απ' αυτήν ανάγνωσα το μεγάλο κατηγορώ της δημιουργού για την οργανωμένη αθώωση τόσο των ναζί όσο και της πλούσιας αστικής τάξης που σιγοντάρισε τα εγκλήματα του φασισμού. Μάλιστα έχω την αίσθηση πως, η κραυγή της συγκεκριμένης ταινίας γίνεται περισσότερο εκκωφαντική στη δική μας χώρα όπου οι δωσίλογοι και λοιποί εγκληματίες της Κατοχής όχι μόνο δεν καταδικάστηκαν αλλά πήραν την εξουσία στα χέρια τους με τις ευλογίες των "συμμάχων" Βρετανών. Γι' αυτήν και μόνο την κραυγή, τόσο η συγκεκριμένη ταινία όσο κι άλλες που αναφέρονται στην προστασία των εγκληματιών πολέμου (όπως για παράδειγμα ο Γερμανός Γιατρός), πρέπει να προβάλλονται κάθε τόσο για να υπενθυμίζουν την ανατριχιαστική ρήση του Μπέρτολτ Μπρέχτ "Μη χαίρεστε που σκοτώσατε το κτήνος. H σκύλα που το γέννησε ζει και είναι πάλι σε οργασμό".

Βαθμολογία: 8/10

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2020

Πρέσπες, λίμνες χωρίς σύνορα



Ξεκινήσαμε σχετικά νωρίς το πρωί από την πόλη της Καστοριάς για να πάμε στις Πρέσπες. Η καταρρακτώδης βροχή της προηγούμενης μέρας είχε αφήσει ένα τοπίο φρέσκο και δροσερό, έτοιμο να μας υποδεχτεί. Οι βρεγμένες φυλλωσιές των δέντρων της λίμνης έλαμπαν στον πρωινό ήλιο ενώ η ήρεμη επιφάνεια του νερού είχε μετατραπεί σε έναν πελώριο καθρέφτη δημιουργώντας μια ανεστραμμένη όψη της πόλης. Σου δινόταν η εντύπωση πως η Καστοριά έγερνε πάνω από την όχθη ως ένας μελαγχολικός τσιμεντένιος νάρκισσος που επιθυμούσε να αντικρίσει το είδωλό του.
Ο περιφερειακός που πήραμε για να βγούμε από την πόλη, είχε τεράστια κλίση και πολλές στροφές, ταλαιπωρώντας αλύπητα το αμάξι που αγκομαχούσε παραπονεμένα από τα πρώτα κιόλας μέτρα της διαδρομής. Όμως από ένα σημείο κι έπειτα, ο δρόμος έγινε πιο ομαλός κι ευχάριστος καθώς ακολουθούσε μια μικρή κοιλάδα που απλωνόταν προς το βορρά. Το τοπίο ήταν γεμάτο δάση και μικρά διάσπαρτα βράχια ενώ ένα μικρό ποτάμι κυλούσε από κάτω μας. Εικόνες ονειρεμένες που μας προετοίμαζαν για την ομορφιά που θα συναντούσαμε στις Πρέσπες.
Κάπου στα μισά της διαδρομής, πριν φτάσουμε στο πρώτο χωριό που είχαμε βάλει στο πρόγραμμά μας, συναντήσαμε το χωριό Γάβρος, το οποίο μας αποκαλύφθηκε με έναν άκρως κινηματογραφικό τρόπο, δίνοντάς μας την αίσθηση πως εισχωρούσαμε σε κάποιο από τα θρυλικά πλάνα του κ.Θόδωρου Αγγελόπουλου. Θα μπορούσαμε να σταματήσουμε εκείνη τη στιγμή να το δούμε αλλά το αφήσαμε για την επιστροφή.
Μετά από λίγη ώρα φτάσαμε στο χωριό Ανταρτικό, το οποίο παλιότερα ονομαζόταν Ζέλοβο. Η αλλαγή αυτή προέκυψε μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, όπου πολλά από τα χωριά της Μακεδονίας μετονομάστηκαν για να αποκτήσουν ξεκάθαρη ελληνική ταυτότητα. Η επιλογή της ονομασίας του Ανταρτικού έγινε για να τιμηθούν οι κάτοικοί του που συμμετείχαν στον Μακεδονικό Αγώνα.
Παρόλο που το χωριό αυτό υπήρξε κάποτε σημαντικό εμπορικό κέντρο, σήμερα η όψη του δείχνει απελπιστικά ερημική και μαρασμένη. Ο οικισμός αναπτύσσεται γύρω από ένα κεντρικό δρόμο που ξεκινάει από το σχολείο κι αφού πρώτα περάσει μπροστά από την κεντρική πλατεία καταλήγει στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Μια διαδρομή γεμάτη πλινθόκτιστα κτίρια που επιμένουν στη φθορά του χρόνου, δημιουργώντας διάφορους ορθωμένους ερυθρούς όγκους που ξεπετάγονται ακανόνιστα μέσα από το πυκνό πράσινο. Από τα κτίρια που στέκουν ακόμη όρθια, μεγάλο ενδιαφέρον έχει το ταχυδρομείο της πλατείας, όπου μέσα από τα σπασμένα του τζάμια μπορεί κανείς να δει τον σταματημένο χρόνο περασμένων δεκαετιών στον εσωτερικό του χώρο.
Να ήταν ζήτημα αν συναντήσαμε δυο τρεις ανθρώπους μέσα στο χωριό, με την ανθρώπινη απουσία να γίνεται περισσότερο εμφανής όταν μας γάβγιζαν τα λιγοστά οικόσιτα σκυλιά. Ακόμη κι η εκκλησία φαινόταν πως εξέπεμπε μια αίσθηση εγκατάλειψης. Το κρεμασμένο κλειδί δίπλα στη πόρτα αρκούσε για να καταλάβουμε πως κανείς δεν υπάρχει για να μας την ανοίξει. Μόνο το χαρτί με το τηλέφωνο του ιερέα που ήταν καρφιτσωμένο στη μέσα μεριά της πόρτας άφηνε μια υπόνοια πως ακόμη υπάρχουν κάποιοι κάτοικοι που προσπαθούν με κάθε τρόπο να διατηρήσουν τον συγκεκριμένο τόπο ζωντανό.
Βγαίνοντας από το έρημο Ανταρτικό που δεν είχε κάτι παραπάνω να μας δείξει, σταματήσαμε σε ένα μαγαζί που βρισκόταν στην είσοδό του χωριού, το μοναδικό που βρήκαμε ανοιχτό. Αφού απολαύσαμε δύο αναζωογονητικούς ελληνικούς καφέδες, γευτήκαμε τις πλούσιες ομελέτες και τα τεράστια κομμάτια τυρόπιτας και χορτόπιτας που μας πρόσφεραν. Πάνω στο τραπέζι είχε απλωθεί ένα πλούσιο πρωινό που μας κράτησε ως το απόγευμα. Καθώς δοκίμαζα τις εξαίσιες γεύσεις του χωριού, το αυτί μου έπιασε την κουβέντα δυο γερόντων που καθόντουσαν πιο πέρα. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που άκουγα τα ελληνικά να μπλέκουν τόσο όμορφα με τα σλάβικα. Άλλες φορές καταλάβαινα τι έλεγαν κι άλλες χανόμουν μέσα σε άγνωστες λέξεις. Απέφυγα να τους αντικρίσω καθώς δεν ήθελα να διακόψω την άνεση με την οποία έδεναν τις δυο μητρικές τους γλώσσες. Από την άλλη, προσπάθησα να κρατήσω μια διακριτική στάση ξέροντας πως οι κάτοικοι αυτών των περιοχών υπέστησαν άσχημες μεθόδους για να αποτινάξουν από πάνω τους κάθε τι σλαβικό που κουβαλούσαν. Να όμως που η μνήμη επιμένει...
Φεύγοντας από το Ανταρτικό, κινηθήκαμε προς τον Άγιο Γερμανό. Στα μισά της διαδρομής μας αποκαλύφθηκε η ομορφιά της Μικρής Πρέσπας. Κι ενώ οδηγούσαμε προς τα σύνορα με την Βόρειο Μακεδονία, στα δυτικά μας είχαμε το Βιδρονήσι και το νησί του Αγίου Αχίλλειου να επιπλέουν σαν δυο μικρές βαρκούλες καταμεσής της λίμνης.
Ο Άγιος Γερμανός που είναι η πρωτεύουσα των Πρεσπών, βρίσκεται λίγες εκατοντάδες μέτρα από τα σύνορα με την Βόρειο Μακεδονία, χτισμένος σε μια πλαγιά έχοντας μπροστά του σε πανοραμική θέα την Μικρή Πρέσπα και το νότιο τμήμα της Μεγάλης. Η ονομασία του χωριού οφείλεται στον ομώνυμο ναό που χτίστηκε εκεί τον 10ο αιώνα και είχε αφιερωθεί στη μνήμη του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού. Αυτό που με εντυπωσίασε στο συγκεκριμένο μνημείο ήταν η συνύπαρξή του με ένα τζαμί μεγαλύτερου μεγέθους που σήμερα λειτουργεί ως εκκλησία. Στο περίεργο αυτό σύμπλεγμα των δύο διαφορετικών θρησκευτικών κτιρίων ήρθε να δεθεί και το καμπαναριό που στήθηκε στις αρχές του περασμένου αιώνα, όταν όλα πια είχαν κριθεί κι η περιοχή αυτή είχε περαστεί στην Ελλάδα.
Σε αντίθεση με το Ανταρτικό, ο Άγιος Γερμανός ήταν πιο ζωντανό χωριό γεμάτο επισκέπτες που απολάμβαναν το μεσημεριανό τους καφέ στα μαγαζιά της κεντρικής πλατείας. Πέρα όμως από τη ζωντάνια του δεν είχε κάτι περισσότερο να μας προσφέρει. Ακόμη κι ο περιβόητος αναστηλωμένος νερόμυλος που είχε βραβευτεί το 2016 με το βραβείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Πολιτιστική Κληρονομία Europa Nostra, έδειχνε παραμελημένος, έτοιμος να τον καταπιεί για μια ακόμη φορά η πυκνή φύση της περιοχής.
Χωρίς να χρονοτριβούμε κατηφορίσαμε προς τον Άγιο Αχίλλειο, ο οποίος μας καλούσε περιβαλλόμενος από τα αρυτίδωτα νερά της λίμνης. Παρκάραμε το αμάξι απέναντι από μια μεγάλη πεζογέφυρα 650 μέτρων που ενώνει το μοναδικό κατοικήσιμο νησί των Πρεσπών με τη στεριά. Καθώς τη διασχίζαμε, παρακολουθούσαμε τον κυκλικό χορό των πελεκάνων πάνω από τα κεφάλια μας ενώ κάμποσοι μικροί κορμοράνοι μας συνόδευαν κολυμπώντας δίπλα στο ξύλινο περίπατό μας. Σε κάθε μας βήμα αισθανόμασταν πως γινόμαστε ένα με τη φύση ενώ μόλις πατήσαμε στο νησί, μας υποδέχτηκαν γελάδια ελευθέρας βοσκής. Μου ήταν πρωτόγνωρο να περπατάω ανάμεσα σ' αυτά τα ζώα που κινούνταν αμέριμνα στο χώρο αδιαφορώντας για την παρουσία μας. Μόνο ένας τεράστιος ταύρος, στεκόταν πάνω σε ένα βράχο και παρακολουθούσε με σοβαρό ύφος τους επισκέπτες. Σαν να μετρούσε τις ενοχλητικές μας παρουσίες πάνω στο νησί.
Ακολουθώντας ένα μονοπάτι, βρεθήκαμε στα απομεινάρια της βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου, ένα εκπληκτικό κτίσμα του 10ου αιώνα που χτίστηκε με έξοδα του Βουλγάρου τσάρου Σαμουήλ με τη βοήθεια Λαρισαίων μαστόρων. Ήταν άκρως συγκινητικό να δω μπροστά μου αυτό το πανέμορφο μνημείο, το οποίο μου είχε τραβήξει την προσοχή από τότε που είχα αρχίσει να ονειρεύομαι ταξίδια εντός κι εκτός Ελλάδος. Ένα μνημείο που με στοίχειωσε για δεκαετίες διότι λόγω της γεωγραφικής του θέσης (ακριβώς στην άκρη της Ελλάδος), δεν το είχα βάλει σε κανένα ταξιδιωτικό μου πλάνο. Και να που τώρα βρέθηκα στο κέντρο της βασιλικής, να θαυμάζω την αρμονία του ιερού που στέκει ακόμη όρθιο και την συνύπαρξη των υπολοίπων αρχιτεκτονικών τμημάτων με το περιβάλλον που ευλαβικά έχει γείρει δίπλα στο μνημείο για να το προστατεύσει.
Στον Άγιο Αχίλλειο ένιωσα την απερίγραπτη μαγεία των λιμνών. Αυτήν την μυσταγωγική αύρα που δυσκολεύεται κανείς να προσδώσει γραπτώς ή προφορικώς. Απλώς πηγαίνει σ' αυτά τα μέρη κι αφήνεται ψυχή και σώμα ενώ παράλληλα αισθάνεται πως ο χρόνος σταματάει με το που πατήσει τη γέφυρα ενώ ο καθαρός αέρας φρεσκάρει το μέσα του διώχνοντας κάθε τι τοξικό που κουβαλάει από την καθημερινότητά του.
Πέρα από τα κοπάδια που βόσκουν σ' ολόκληρο το νησί, συναντήσαμε και τους λιγοστούς κατοίκους του χωριού. Γνήσιοι ψαράδες που σου δίνουν την αίσθηση πως παρόλη τη μεγάλη τους ηλικία εξακολουθούν να κάνουν τη δουλειά τους με μεράκι. Τους βρήκαμε να απολαμβάνουν τον μεσημεριανό τους ρεμβασμό έξω από τα σπιτάκια τους. Είμαι σίγουρος πως στα βλέμματά τους διέκρινα το μυστικό της εσωτερικής τους γαλήνης. Μας χαιρετούσαν με ένα ευγενικό χαμόγελο που συνάμα άφηνε την υπόνοια της λύπησης προς το πρόσωπό μας, αφουγκραζόμενοι με έναν απροσδιόριστο τρόπο το άγχος της καθημερινότητάς μας. "Έχει ο θεός" μας είπε ένας, δίνοντάς μας ένα ψήγμα ελπίδας πως κάποια στιγμή θα βρούμε κι εμείς τις δικές μας εσωτερικές ισορροπίες.
Από τον Άγιο Αχίλλειο κινήσαμε προς τους Ψαράδες, το τελευταίο βορειοδυτικό κατοικήσιμο μέρος της Ελλάδος. Το χωριό αυτό βρίσκεται μέσα σ' έναν μικρό στενό κόλπο που καταλήγει σε ένα ακόμη βοσκοτόπι. Στους Ψαράδες λέγεται πως οι άνθρωποι γεννιούνται μες στις βάρκες και μαθαίνουν από τα παιδικά τους χρόνια να ζουν με το ψάρεμα. Βλέποντας τα πρόσωπα των λιγοστών κατοίκων, ομολογώ πως πείστηκα για τη συγκεκριμένη φήμη.
Περιπλανώμενοι στην κεντρική οδό του χωριού, μας σταμάτησε ένας γεροντάκος έξω από έναν καφενέ. Το θολό του βλέμμα κι η κοκκινωπή του μύτη μαρτυρούσαν λίγη παραπάνω κατανάλωση αλκοόλ. Όταν μας αντιλήφθηκε, το βλέμμα του άλλαξε και το σώμα του ορθώθηκε στητό προσπαθώντας να κρύψει το καμπούριασμα της μέθης. "Θα θέλατε να σας πάω στα βυζαντινά;" μας ρώτησε με ένα γλυκό κι άκρως ευγενικό τόνο που δεν ταίριαζε με τη σακατεμένη του όψη. Ευγενικά του αρνηθήκαμε συνεχίζοντας τη βόλτα μας στο χωριό συναντώντας την ίδια εγκατάλειψη που αντικρίσαμε και στο Ανταρτικό. Μόνο στο παραλιακό κομμάτι έχει ζωή καθώς βρίσκονται τα ταβερνάκια και τα καφέ του χωριού. Λίγο πριν φύγουμε ένας άλλος ψαράς μας σταμάτησε για να μας κάνει την ίδια ερώτηση. Αρνηθήκαμε και σ' αυτόν ευγενικά για να εισπράξουμε ένα παράπονο "πως αν δε δούμε τα βυζαντινά ερείπια θα 'ναι σαν να μην ήρθαμε στους Ψαράδες". Είμαι βέβαιος πως είχε απόλυτο δίκιο καθώς στους Ψαράδες πράγματι δεν είδαμε τίποτα. Όμως η ώρα είχε περάσει κι έπρεπε να γυρίσουμε Καστοριά πριν νυχτώσει για τα καλά.
Πριν όμως επιστρέψουμε στο κατάλυμά μας, κάναμε μια τελευταία στάση στη Μικρολίμνη, ξέροντας πως εκεί θα αντικρίσουμε την ομορφότερη θέα της Μικρής Πρέσπας και θα απολαύσουμε εξαιρετικό φαγητό από την ταβέρνα του Χάσου. Και πράγματι, από την εξέδρα με τα τραπεζάκια του συμπαθητικού αυτού μαγαζιού, είχαμε μπροστά μας ολόκληρη την λίμνη. Στο κέντρο δέσποζε το Βιδρονήσι, που θεωρείται καταφύγιο για τους κορμοράνους μ' αποτέλεσμα να απαγορεύεται η επισκεψιμότητά του από ανθρώπους αλλά και η παραγωγή κάθε θορύβου. Για να επιτευχθεί αυτό, έχει σταματήσει να χτυπάει ακόμη κι η καμπάνα της μικρής εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου που βρίσκεται πάνω στο νησί. Ακριβώς από πίσω, διακρίνεται το νησί του Αγίου Αχίλλειου κι η στενή λωρίδα που χωρίζει τη Μικρή με τη Μεγάλη Πρέσπα. Στα δυτικά μια στενή λωρίδα λίμνης χάνεται ανάμεσα σε απότομα βουνά, καταλήγοντας σε ένα στενόμακρο άκρο που ανήκει στην Αλβανία.
Με απαλή ταξιδιάρικη μουσική συνοδευόμενη από τον ήπιο παφλασμό των κυμάτων κάτω από τα πόδια μας και με την ευχάριστη κουβέντα που είχαμε με τον ιδιοκτήτη της ψαροταβέρνας αποχαιρετήσαμε την ονειρεμένη φυσική ομορφιά των Πρεσπών.
Ρίξαμε ένα τελευταίο βλέμμα προς το τοπίο λίγο πριν χαθούμε στα βουνά της επιστροφής μας. Ο ήλιος είχε πια αγγίξει τις κορυφογραμμές του Βροντερού και μας αποχαιρετούσε διαχέοντας μια χρυσή απόχρωση τόσο στον ουρανό όσο και στα νερά της λίμνης. Ένα δροσερό αεράκι του βουνού μας ανάγκασε να γυρίσουμε πάλι πίσω στο αμάξι. Γεμάτος ικανοποίησης που επισκέφθηκα επιτέλους τις Πρέσπες και χορτασμένος από τις όμορφες εικόνες έβαλα μπρος στο όχημα κι αναχωρήσαμε για Καστοριά.

Κυριακή, 31 Μαΐου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Ομάρ (2013)


Υπάρχουν κάποιες σπάνιες κινηματογραφικές στιγμές όπου ορισμένες ταινίες σε κερδίζουν από το πρώτο κιόλας πλάνο. Στη συγκεκριμένη ταινία, ένας νεαρός στέκεται κάτω από τα τείχη που έχουν ορθώσει οι Ισραηλινοί στις κατοχικές περιοχές των Παλαιστινίων και παρακολουθεί την κίνηση στο δρόμο. Μόλις συνειδητοποιεί πως όλα είναι εντάξει ανεβαίνει με γρήγορες κινήσεις στο τείχος και πηδάει στην αντίπερα πλευρά αφού πρώτα δεχτεί έναν καταιγισμό σφαιρών. Μ' αυτόν τον εντυπωσιακό τρόπο ο σκηνοθέτης Χανί Αμπού-Ασάντ μας καθοδηγεί στο καθημερινό μαρτύριο που βιώνουν οι συμπατριώτες του.
Η ιστορία μας μιλάει για τον Ομάρ, έναν νεαρό Παλαιστίνιο που μαζί με δύο παιδικούς του φίλους οργανώνουν μια επίθεση σε μια ισραηλινή στρατιωτική βάση. Παράλληλα δημιουργείται ένα περίεργο ερωτικό τρίγωνο μεταξύ του Ομάρ, της Νάντια που είναι αδελφή του ενός παιδικού του φίλου και του άλλου της παρέας, μ' αποτέλεσμα να μπλεχτεί ο έρωτας με την εμπόλεμη καθημερινή τους κατάσταση. Σ' αυτήν την άνιση μάχη, η νίκη εξαρτάται από τα ιδανικά και το ήθος των εμπλεκόμενων προσώπων. 
Μετά την επίθεση στη στρατιωτική μονάδα, η παρέα πέφτει σε ενέδρα μυστικών αστυνομικών οι οποίοι συλλαμβάνουν τον Ομάρ. Ο νεαρός Παλαιστίνιος καλύπτει τους δυο συντρόφους του παρά τα βασανιστήρια και την απομόνωση που θα υποστεί εκεί αλλά την πατάει σε μια ανύποπτη στιγμή. Εκεί θα αναγκαστεί να γίνει διπλός πράκτορας για να παραδώσει στα χέρια των αστυνομικών του δύο του συντρόφους. 
Στην πραγματικότητα όμως, ο Ομάρ κάνει αυτήν την επιλογή για να βγει από τη φυλακή διότι θέλει να ξαναδεί την Νάντια και με την πρώτη ευκαιρία μαρτυρά στους φίλους του την νέα του "ιδιότητα". Προσπαθώντας να γλιτώσουν από τον ασφυκτικό κλοιό, αποφασίζουν να στήσουν ενέδρα στην ισραηλινή μυστική αστυνομία. Για κακή τους τύχη όμως πέφτουν σε νέα παγίδα κάτι που φανερώνει πως υπάρχει ανάμεσά τους κάποιος κρυφός χαφιές. Ο Ομάρ ξαναμπαίνει φυλακή αλλά αυτή τη φορά οι συνθήκες είναι πολύ δυσοίωνες γι' αυτόν καθώς οι σύντροφοί του τον θεωρούν προδότης κι η ισραηλινή αστυνομία τον έχει πια ξοφλημένο ενώ η σχέση του με την Νάντια καταλήγει σε ναυάγιο.
Δε θα ήθελα να επεκταθώ παραπάνω στην υπόθεση της ταινίας καθώς ένα από τα δυνατά της σημεία  είναι οι ανατροπές που ακολουθούν. 


Ακόμη κι άγνοια να χει κάποιος για το δράμα των Παλαιστινίων, η ταινία καταφέρνει να εισχωρήσει τον καθέναν στην ασφυκτική καθημερινότητά τους. Αρκεί να αναλογιστούμε πως ο πρωταγωνιστής αναγκάζεται να ανέβει ένα θεόρατο τείχος θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή του για να συναντήσει τους φίλους του αλλά και το κορίτσι που αγαπά. Έπειτα οι καθημερινοί εξονυχιστικοί έλεγχοι των Ισραηλινών που μετατρέπονται σε απάνθρωπα καψόνια, όπως στη σκηνή που αναγκάζουν τον Ομάρ να ισορροπήσει σε μια πέτρα. Αλλά το μεγαλύτερο δράμα έρχεται όταν το κατοχικό καθεστώς αναγκάζει τους Παλαιστινίους να επιλέξουν ανάμεσα στον αργό θάνατο της φυλακής και στον ηθικό ξεπεσμό της προδοσίας. Εκεί οι καταστάσεις ζυγιάζονται κι οι αποφάσεις που παίρνονται είναι πολλές φορές χειρότερες από τον ίδιο τον θάνατο. 
Κάτω απ' αυτές τις αντίξοες συνθήκες, οι ανθρώπινες σχέσεις κλονίζονται κι οι φιλίες μετατρέπονται σε σχέσεις μίσους καθώς η αγάπη αντικαθίσταται από την υποψία και τον φόβο. Και πάνω σ' αυτό το συναίσθημα πατάει η ταινία για να μας δείξει την ανυπόφορη κατάσταση σε μια κατεχόμενη χώρα. Η αβεβαιότητα ενός θολού μέλλοντος κι η υποψία μεταξύ των ανθρώπων, φέρνουν τετελεσμένες καταστάσεις όπου επικρατεί το δίλημμα "ο θάνατός σου η ζωή μου" μεταξύ των συντρόφων και των συμπατριωτών. 
Πέρα από την ανδρική φιλία, που σ' αυτές τις αντίξοες συνθήκες αποκτά άλλη σημασία και βαρύτητα, πολύ δυνατό είναι και το κομμάτι της πατριαρχίας σ' αυτές τις κοινωνίες. Αυτό εκδηλώνεται στο πρόσωπο της Νάντια, η οποία έχει ταυτόχρονα το ρόλο του θύματος και του θύτη. Διότι όταν είναι δύσκολο να εκφραστούν τα συναισθήματα και οι προθέσεις μεταξύ των ανθρώπων τόσο εύκολο είναι να παρθούν λάθος αποφάσεις και διάφορα πρόσωπα να βρεθούν σε μη αναστρέψιμες καταστάσεις. Επηρεασμένη από τις υποψίες πως ο Ομάρ ενδέχεται να είναι προδότης, μπερδεύεται στον ποιον από τους δυο φίλους επιθυμεί για να συνεχίσει τη ζωή της και να κάνει οικογένεια. Από τη στιγμή όμως που κάποιος δεν μπορεί να αποφασίσει με ελεύθερη βούληση, εισχωρεί αργά ή γρήγορα σε καταστάσεις που δεν επιθυμεί μ' αποτέλεσμα μετά από χρόνια να κάθεται άβουλος κι άπραγος σε έναν καναπέ και να αναλογίζεται τη μοίρα που του 'λαχε (ή τη ζωή που έχασε μέσα από τα ίδια του τα χέρια).


Αν και η ταινία προσπαθεί να περάσει το Παλαιστινιακό πρόβλημα γύρω από το πρόσωπο του πρωταγωνιστή, όπως το μαρτυρά κι ο τίτλος της ταινίας, ο σκηνοθέτης ανοίγει τις προσωπικότητες όλων των εμπλεκομένων σαν βεντάλια, παρουσιάζοντάς μας ένα πλήθος στοιχείων από την επικίνδυνη καθημερινή ζωή του παλαιστινιακού λαού. Όμως παρά τις κακουχίες και την στέρηση τόσο της ελευθερίας όσο κι αρκετών άλλων ανθρώπινων δικαιωμάτων, η ταινία αφήνει μια υπόνοια ελπίδας για ένα καλύτερο αύριο. Οι νέοι από την μια μάχονται για την αξιοπρέπεια και την ελευθερία τους αλλά από την άλλη έχουν ακέραιη τη διάθεση να ονειρεύονται για ένα καλύτερο αύριο. Κι ίσως αυτό είναι που τους δίνει το κουράγιο να συνεχίζουν τον αγώνα τους. 
Ο σκηνοθέτης Χανί Αμπού-Ασαντ δένει ένα εξαιρετικά δομημένο πολιτικοκοινωνικό θρίλερ με μια ερωτική ιστορία που ξεχωρίζει για την τρυφερότητα και την τραγικότητά της. Έπειτα το σενάριο δεν αφήνεται σε κανένα σημείο να κάνει κοιλιά, δημιουργώντας μια ασταμάτητη αγωνία που ξεκινάει από το πρώτο λεπτό και κορυφώνεται στο τέλος με μια άκρως συγκλονιστική σκηνή που κόβει την ανάσα. Παράλληλα παρουσιάζει με έναν πολύ ευαίσθητο τρόπο το Παλαιστινιακό πρόβλημα αποφεύγοντας τις ξύλινες πολιτικές κορώνες και τον επικίνδυνο φανατισμό που επικρατεί σ' αυτά τα μέρη. Η δικιά του κραυγή βγαίνει μέσα από την καθημερινότητα των πρωταγωνιστών του κι αυτό την κάνει περισσότερο αποτελεσματική προς το κοινό. Η απεικόνιση της καθημερινότητας των Παλαιστινίων ήταν τόσο ρεαλιστική, που έφτασα στο τέλος να θεωρώ φυσιολογικό το να σκαρφαλώνει κανείς ένα θεόρατο τοίχο για να μπορέσει να δει την κοπέλα που αγαπά. Αυτή η εξοικείωση είναι που με έβαλε σε μεγαλύτερη περισυλλογή...
Για να επιτευχθεί ο ιδιαίτερος ρεαλισμός της συγκεκριμένης ταινίας, έπαιξαν σημαντικό ρόλο κι οι ηθοποιοί, από τους οποίους θεωρώ πως ξεχώρισαν με τις ερμηνείες τους ο Άνταμ Μπακρί ως Ομάρ, η πανέμορφη Λιμ Λουμπάνι στο ρόλο της Νάντια κι ο Γουαλίντ Ζουάιτερ στο ρόλο του μυστικού Ισραηλινού αστυνομικού.
Κλείνοντας θα ήθελα να αναφερθώ σε έναν επιπλέον λόγο που μ' έκανε να εκτιμήσω πολύ αυτήν την ταινία, κι αυτός είναι πως η παραγωγή της βασίστηκε εξολοκλήρου με χρήματα Παλαιστινίων. Γνωρίζοντας τις συνθήκες της καθημερινής τους ζωής αλλά και των πενιχρών τους εισοδημάτων, μπορούμε να καταλάβουμε τη θυσία που έκανε ο καθένας τους ξεχωριστά για να στηρίξει τη συγκεκριμένη παραγωγή. Τελικά η ταινία αναγνωρίστηκε καθώς συμμετείχε σε αρκετά φεστιβάλ σε πολλά εκ των οποίων ήταν υποψήφια βραβείων, με μεγαλύτερη της διάκριση το βραβείο "Ένα Κάποιο Βλέμμα" στο φεστιβάλ των Καννών και η προβολή της στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ (αν και δε νομίζω πως συγκίνησε εκεί κανέναν).
Το παλαιστινιακό κινηματογραφικό διαμαντάκι "Ομάρ" είναι ένα εκκωφαντικό "φτάνει πια" στην ασφυκτική κι άκρως δολοφονική συμπεριφορά των Ισραηλινών απέναντι στους Παλαιστινίους. Μια ωμή απεικόνιση της αντίστοιχης ισραηλινής μπότας που σφίγγει μέχρι θανάτου τον λαιμό των ελεύθερων πολιορκημένων της Δυτικής Όχθης και της Λωρίδας της Γάζας.

Βαθμολογία: 8/10

Σάββατο, 30 Μαΐου 2020

Ένα Ψηλό Κορίτσι



Έχουμε συνηθίσει να παρακολουθούμε αντιπολεμικές ταινίες με φόντο τα μέτωπα και με επίκεντρο το δράμα των θυμάτων που βρέθηκαν στα πεδία των μαχών. Σπανίως έχουμε στρέψει το βλέμμα μας στα μετόπισθεν τόσο σε αυτούς που πρωταγωνιστούν με τον ίδιο ζήλο για την πατρίδα όσο και σ' αυτούς που επιβιώνουν από το μακελειό αλλά κουβαλούν τα ψυχικά τους τραύματα για το υπόλοιπο της ζωής τους. Και φυσικά ποτέ δεν έχουμε ασχοληθεί με το δύσκολο έργο των γυναικών, των οποίων ο αγώνας συνεχίζεται για πολλά χρόνια μετά τη λήξη του μαχών. Πάνω σ' αυτό το τόσο ευαίσθητο θέμα και πατώντας πάνω στο βιβλίο "Ο Πόλεμος δεν έχει πρόσωπο γυναίκας" της νομπελίστριας Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, ο νεαρός Ρώσος σκηνοθέτης Καντερίμ Μπαλάγκοφ προσφέρει ένα σπάνιο αντιπολεμικό δράμα, το οποίο τιμήθηκε στο περσινό φεστιβάλ των Καννών με το βραβείο 'Ένα Κάποιο Βλέμμα" και με το βραβείο FIPRESCI. 
Η ιστορία διαδραματίζεται στο Λένινγκραντ λίγο καιρό μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο όπου δυο νεαρές νοσηλεύτριες φροντίζουν τους τραυματίες σε μια νοσοκομειακή μονάδα κουβαλώντας η καθεμία παράλληλα τις δικές τους πολεμικές "πληγές". Η μια υποφέρει από μια εγκεφαλική βλάβη που της προκάλεσε ένα τραύμα στη μάχη ενώ η άλλη επιστρέφει στην πατρίδα της με τον αέρα της νικήτριας έχοντας μπει με τον κόκκινο στρατό στο ισοπεδωμένο Βερολίνο. Παρόλο που η όψη της εκπέμπει δυναμισμό κι αισιοδοξία, η ίδια προσπαθεί με κάθε τρόπο να καλύψει τις σκοτεινές στιγμές που βίωσε στην πολιορκία της γερμανικής πρωτεύουσας. Παρόλα αυτά, οι δυο κοπέλες προσπαθούν να αφήσουν τα προσωπικά τους δράματα στην άκρη, ώστε να μπορέσουν να περιθάλψουν και να τονώσουν το ηθικό των τραυματισμένων φαντάρων. Όσο όμως περνούν οι μέρες κι η πολυπόθητη ειρήνη δείχνει πως εδραιώνεται στην πατρίδα τους, τόσο εκείνες διαπιστώνουν πως ο πόλεμος εξακολουθεί να υφίσταται εντός τους και μέρα με τη μέρα τον νιώθουν να τρώει αργά και βασανιστικά τα σωθικά τους. Μπορεί ο πόλεμος να τελείωσε αλλά για κάποιους ανθρώπους οι πολυπόθητες "καλύτερες μέρες" δε θα 'ρθουν ποτέ.
Η Ίγια ξεχωρίζει για το ψηλόλιγνο σωματότυπό της, η οποία κλεισμένη σε ένα μικρό διαμέρισμα προσπαθεί να μεγαλώσει ένα μωρό δηλώνοντας ψευδώς πως είναι δικό της. Στην πραγματικότητα όμως ανήκει σε μια φίλη της που έμεινε πίσω στο μέτωπο του Βερολίνου και της το έδωσε να το φροντίζει στα μετόπισθεν όσο εκείνη θα βρισκόταν στην καρδιά των μαχών. Όμως σε μία ανύποπτη στιγμή κατά τη διάρκεια ενός παιχνιδιού, η Ίγια πέφτει σε ακινησία (σύμπτωμα του ψυχικού της τραύματος) μ' αποτέλεσμα ο μικρός να πεθάνει από ασφυξία. Αυτό τραγικό συμβάν θα φέρει τις δυο κοπέλες πιο κοντά, δημιουργώντας τους μια αρρωστημένη σχέση αλληλοεξάρτησης, η οποία θα ισχυροποιείται όλο και πιο πολύ όσο εκείνες θα συνειδητοποιούν πως θυσίασαν τα νιάτα τους για έναν κόσμο που δεν τις αποδέχεται πια. Ως ζωντανές-νεκρές θα περιφέρονται στα ερείπια του Λένινγκραντ, συνειδητοποιώντας πως τόσο οι ψυχές τους όσο και τα σώματά τους συσχετίζονται με την μεταπολεμική όψη της γκρεμισμένης πόλης. 



Παρόλο που το πρωταγωνιστικό πρόσωπο της ιστορίας είναι η ψηλή Ίγια, προσωπικά με άγγιξαν οι ιστορίες και τα δράματα των υπόλοιπων προσώπων της ιστορίας. Συγκλονίστηκα με τον παραπληγικό φαντάρο που ακίνητος στο κρεβάτι του προσπαθεί να βρει μια χαραμάδα ελπίδας για να αρχίσει ξανά τη ζωή του. Όμως το αδιέξοδό του θα τον πνίξει για τα καλά, όταν η σύζυγός του καταφτάνει στο νοσοκομείο. Βρήκα άκρως ανατριχιαστική τη σκηνή που η σύζυγός του τον κοιτάει για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο. Μεμιάς στο βλέμμα της, νιώθει κανείς πως βλέπει το έγγαμο μέλλον της να διαγράφεται τόσο βίαια με 'κείνην να διατηρεί μια άκρως συγκινητική και βουβή στάση. Ο διάλογος που ακολουθεί μεταξύ ζευγαριού και γιατρού είναι απίστευτα συνταρακτικός. Από την μια ο γιατρός, εκπροσωπώντας το κράτος θεωρεί πως ο στρατιώτης πρέπει να ζήσει διότι η χώρα έχει ανάγκη από ήρωες που θα πατήσει πάνω τους για να χτίσει έναν απαραίτητο θρύλο για τις μελλοντικές γενιές ενώ από την άλλη ο στρατιώτης κι η γυναίκα του επιθυμούν να δοθεί ένα τέλος για να σώσουν την αξιοπρέπειά τους με τα λόγια τόσο της γυναίκας όσο και του άνδρα λυγίζουν και τις πιο σκληρές καρδιές. Λίγα λόγια αλλά με τόσο βάρος που καταφέρνουν να κάμψουν ακόμη και την αντίσταση του γιατρού. Το μόνο που ζητούν είναι να φύγει ο στρατιώτης ανώδυνα καθώς έχει ήδη ταλαιπωρηθεί πολύ στη ζωή του. Όσο όμως κι αν υπερισχύει η λογική, είναι δύσκολο η αγάπη να φέρει αυτό το τέλος.
Επίσης με άγγιξε πολύ η ιστορία της Μάσα, η οποία επιστρέφοντας στο Λένινγκραντ γνωρίζει κι ερωτεύεται έναν νεαρό, ο οποίος ανήκει σε μια ευκατάστατη οικογένεια. Όταν ο νεαρός αποφασίζει να γνωρίσει την κοπέλα στους γονείς του, εκείνοι αντιδρούν άκρως υποτιμητικά στο πρόσωπο της ηρωίδας. Ο πατέρας παρόλο που κάθεται στη κεφαλή του τραπεζιού, παραμένει αμέτοχος σχεδόν άβουλος στα τεκταινόμενα του οίκου ενώ η μάνα στήνει ένα εξευτελιστικό δικαστήριο προς την κοπέλα θεωρώντας την ως γυναίκα ελευθέρων ηθών που σίγουρα προσπάθησε να εμψυχώσει το ηθικό των φαντάρων με διάφορους τρόπους. Η αντίδραση του γιου πάνω στο τραπέζι είναι μεν εκκωφαντική αλλά αποδεικνύει πως κι ο ίδιος είναι ευνουχισμένος από την μάνα του, σε σημείο που να μη μπορεί να πάρει την οποιαδήποτε απόφαση για τη δική του ζωή. 
Ένα ακόμη στοιχείο του συγκεκριμένου κεφαλαίου, είναι η σχέση που είχαν οι εύρωστες οικογένειες με τον πόλεμο. Απολύτως καμία. Παρόλο που τα συμφέροντα αυτών των οικογενειών κάνουν τις εκάστοτε εξουσίες να στέλνουν τα παιδιά στον πόλεμο, οι ίδιοι δε θέλουν να έχουν ουδεμία σχέση με τους "κολασμένους" και τους κατατρεγμένους της γης. Αυτά τα επίγεια τέρατα που επιδιώκουν κατόπιν εορτής να καταθέτουν στεφάνια σε μνημεία πεσόντων, παράλληλα καταδικάζουν κι απεχθάνονται αυτούς που πολέμησαν γι' αυτούς. Με ένα άκρως ώμο αλλά και συνάμα ποιητικό τρόπο ο σκηνοθέτης μας αποκαλύπτει πως όσοι πορεύονται με το σύνθημα "Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια" είναι κατά βάθος οι μεγαλύτεροι προδότες όχι μόνο της κάθε χώρας αλλά και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. 
Μία ακόμη λεπτομέρεια που με συγκλόνισε ήταν σε ένα πλάνο του νοσοκομείου όπου διάφοροι τραυματίες πολέμου μιμούνται στον μικρό γιο της Ίγια διάφορα ζώα, με δυνατότερο πλάνο αυτό του φαντάρου με το κομμένο χέρι που προσποιείται το πέταγμα του αετού. Όταν έρχεται η σειρά του μικρού να μιμηθεί ένα ζώο, του ζητούν να κάνει τον σκύλο. Όμως ο μικρός τους παρατηρεί άβουλος και ντροπαλός. Τότε γίνεται ένας σύντομος διάλογος μεταξύ των τραυματισμένων φαντάρων που μου προκάλεσε μια απίστευτη ανατριχίλα. "Μα δε ξέρεις πως κάνουν οι σκύλοι;" τον ρωτάει ένας φαντάρος για να δεχτεί τη συγκλονιστική απάντηση ενός άλλου, "ίσως να μην τους πρόλαβε αφού φαγώθηκαν όλοι". Δε χρειάζεται να προσθέσω κάτι παραπάνω σ' αυτό. 


Η σκηνοθετική κορύφωσης της ταινίας όπου επισημαίνεται το τέλος της αθωότητας είναι η στιγμή που η γειτόνισσα των δυο κοριτσιών, η οποία είναι μοδίστρα, δίνει ένα υπέροχο πράσινο φόρεμα στη Μάσα. Η νεαρή κοπέλα το φοράει κι αρχίζει χαρούμενη έναν έντονο στροβιλισμό μες στο μικρό διαμέρισμα καθώς μετά από χρόνια νιώθει ξανά γυναίκα. Το έντονο πράσινο χρώμα του υφάσματος πάνω της έρχεται σε έντονη αντίθεση με τα μουχλιασμένα και μουντά χρώματα του χώρου. Μέσα σ' αυτόν τον παιχνιδιάρικο στροβιλισμό κορμιών και χρωμάτων, παρατηρούμε την προσπάθεια της ελπίδας να αναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες του πολέμου. Όμως γρήγορα το γέλιο της μετατρέπεται σταδιακά σε κραυγή κι ο χορός σε ένα ξέσπασμα που δεν έχει τελειωμό. Κι έτσι ξαφνικά η προσπάθεια μετατρέπεται σε έναν επικήδειο βρόγχο. 
Παρόλο που η ταινία είναι δύσκολη στη θέαση, κερδίζει γρήγορα τις εντυπώσεις κυρίως με τις ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστριών Βικτόρια Μιροσνιτσένκο (που μου θύμισε απίστευτα την Τίλντα Σουίντον) και της δυναμικής Βασίλισα Περελίτζινα στο ρόλο της Μάσα. Παράλληλα ενθουσιάστηκα με τα πλάνα και τη φωτογραφία της ταινίας, στην οποία φαίνεται πως χρησιμοποιήθηκε μια καθορισμένη παλέτα κόκκινων, πράσινων και λοιπών σκουριασμένων και μουχλιασμένων μουντών χρωμάτων από την φωτογράφο Ξένια Σερέντα, δίνοντάς μου την αίσθηση πως παρακολουθώ ένα ξεχασμένο αριστούργημα του πολυαγαπημένου μου σκηνοθέτη Κριστόφ Κισλόφσκι. 
Το "Ένα Ψηλό Κορίτσι" αποτελεί μία από τις ομορφότερες και πιο ιδιαίτερες ταινίες της φετινής χρονιάς αλλά προσωπικά μου δημιουργεί έναν έντονο προβληματισμό καθώς τον τελευταίο καιρό όλο και περισσότερες ταινίες ασχολούνται με την κοινωνική ανισότητα, τα μεταπολεμικά τραύματα και τα ιδεολογικά αδιέξοδα. Σαν να έχει αρχίσει ακόμη κι η έβδομη τέχνη να αφουγκράζεται την κοινωνική έκρηξη που θα επακολουθήσει στο εγγύς μέλλον.

Βαθμολογία: 8/10

Τρίτη, 26 Μαΐου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Μια Νύχτα με τη Μοντ (1969)


Ένας από τους λόγους που γράφω κείμενα για ταινίες που μου αρέσουν, είναι οι κινηματογραφικές προτάσεις που μου έρχονται μέσα από τις κουβέντες που ακολουθούν. Σε μια απ' αυτές τις κινηματογραφοφιλικές συζητήσεις ανακάλυψα το "Μια Νύχτα με την Μοντ", ένα σπάνιο υπαρξιακό αριστούργημα που μεμιάς μου άνοιξε το πολλά υποσχόμενο κεφάλαιο του Έρικ Ρόμερ. 
Κεντρικό πρόσωπο στην ιστορία είναι ο τριανταπεντάχρονος Ζαν-Λουί που επιστρέφει στη Γαλλία μετά από κάμποσα χρόνια στον Καναδά. Ξένος στην ίδια του την πατρίδα, περιφέρεται στη γενέτειρά του Κλερμόν Φεράν, μια φιλήσυχη και σχεδόν μονότονη κωμόπολη στην καρδιά της Γαλλίας, προσπαθώντας να βρει τους ρυθμούς του στην νέα του καθημερινότητα. Στηριζόμενος και ζώντας με τις αρχές του καθολικισμού, θεωρεί πως οι κυριακάτικες συναθροίσεις στην εκκλησία είναι μια ευκαιρία να κάνει νέους φίλους αλλά και στο να γνωρίσει τον έρωτα της ζωής του. Πράγματι, σε μία από τις επισκέψεις του στην εκκλησία, θα γοητευτεί από μια νεαρή ξανθιά κοπέλα, την οποία θα αντικρίσει ξανά στους δρόμους της πόλης, καθώς σε μια κλειστή κοινωνία είναι πιο εύκολο να συναντήσεις το πρόσωπο που αναζητάς. 
Παράλληλα σε μια από τις βραδινές του μοναχικές εξόδους θα πέσει τυχαία πάνω σε έναν παιδικό του φίλο, τον Βιντάλ και με απρόσμενο τρόπο δυο κόσμοι που χωρίστηκαν πριν δεκατέσσερα χρόνια θα ενωθούν ξανά κουβαλώντας ο καθένας διαφορετικές εμπειρίες κι εφόδια. Από την μια ο Ζαν-Λουί ως μηχανικός, λειτουργεί με κανόνες κι αρχές που απαιτεί η θρησκεία, διαβάζει μαθηματικά στον ελεύθερό του χρόνο και χρησιμοποιεί τη λογική των πιθανοτήτων στη καθημερινότητά του. Από την άλλη ο Βιντάλ ως ακαδημαϊκός φιλόσοφος έχει στρέψει την προσοχή του σε μαρξιστικές θεωρίες, στη σεξουαλική απελευθέρωση αλλά και στην ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Στην πρώτη τους συνάντηση θα επιχειρηματολογήσουν κι οι δυο πάνω στα πιστεύω τους, χρησιμοποιώντας τις απόψεις του αιρετικού μαθηματικού και φιλόσοφου Μπλεζ Πασκάλ. 
Παρά τον δυναμισμό που βγάζουν οι δυο φίλοι μέσα από τα επιχειρήματά τους, φανερώνουν παράλληλα και την ανασφάλεια της ερωτικής τους ζωής. Κι οι δυο κρύβονται πίσω ατυχείς συγκυρίες προσπαθώντας να καλύψουν το βασικότερο αίτιο της ως τώρα ερωτικής τους κατάστασης που δεν είναι άλλο από τον ίδιο τους τον εαυτό. Ο ένας δηλώνει πως είναι λάτρης των πρόσκαιρων ερωτικών ιστοριών ενώ ο άλλος προτιμά να επενδύσει το μέλλον του με μια κοπέλα που θα γνωρίσει μέσα από την εκκλησία, ευελπιστώντας πως η αγάπη κι η πίστη θα 'ναι αμοιβαία ώστε να μπορέσουν και οι δυο μαζί να πορευτούν μονοιασμένοι ως τον θάνατο. Όσο κι αν υποστηρίζουν τις απόψεις τους αυτές, το μόνο που καταφέρνουν είναι να αποδείξουν την ορθότητα της παροιμίας πως "όσα δε φτάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια".




Η άποψη που έχουν οι δυο φίλοι για τον έρωτα και τις ανθρώπινες σχέσεις αλλά κι η επιρροή που τους έχει ασκήσει ο Πασκάλ στα πιστεύω τους θα συνεχιστεί το επόμενο βράδυ στο σπίτι της Μοντ που υποτίθεται πως είναι σύντροφος του Βιντάλ. Η Μοντ είναι μια χωρισμένη γυναίκα που μεγαλώνει μόνη της ένα παιδί κι αναζητεί έναν σύντροφο που να μην την καλύπτει τόσο σε ομορφιά όσο σε πνευματική κι ανθρώπινη επικοινωνία. Παρόλο που διατηρεί μια υποτυπώδης ερωτική σχέση με τον Βιντάλ, δεν θέλει μαζί του κάποια δέσμευση κάτι που φαίνεται καθ'όλη τη διάρκεια της βραδιάς. 
Ο Βιντάλ ενώ την προηγούμενη μέρα υποστήριζε τις πρόσκαιρες σχέσεις τελικά τον βλέπουμε να θυσιάζει την αξιοπρέπειά του αποζητώντας την προσοχή της Μοντ ενώ από την άλλη ο Ζαν-Λουί νιώθει την πολιορκία της οικοδέσποινας, μ' αποτέλεσμα να παίρνει μια άκρως αμυντική στάση που προκαλεί εκνευρισμό τόσο στον ίδιο όσο και στους άλλους δυο συνομιλητές του και με έντονο τρόπο υποστηρίζει την αρχή που έχει απέναντι στον έρωτα και τις ανθρώπινες σχέσεις. Το σχεδόν παιδικό του πείσμα, θα γίνει κόκκινο πανί για την Μοντ, η οποία τον διεκδικεί όλο το βράδυ διακριτικά. 
Οι συζητήσεις που θα ακολουθήσουν στο τραπέζι, θεωρώ πως είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες που έχω απολαύσει κινηματογραφικά πάνω στο φλέγον θέμα των ερωτικών σχέσεων. Οι ήρωες συζητούν με πάθος και με άκαμπτους εγωισμούς συγκρούονται αναπτύσσοντας απόψεις για τη βούληση και την τύχη, για το μαρξισμό και το χριστιανισμό, την εργασία και τη θεία χάρη, τις περιπέτειες και το γάμο, την εγκράτεια και το σεξ. Ξεκάθαρες απαντήσεις δεν ακούγονται, όμως καθ' όλη τη διάρκεια της κουβέντας δίνεται απλόχερα στο θεατή αρκετή τροφή για μετέπειτα σκέψεις.
Η βραδιά αποκτά άλλη τροπή όταν φεύγει ο Βιντάλ και μένει ο Ζαν-Λουί μόνος του με την Μοντ. Εκεί ξεκινάει ένα από τα ομορφότερα και πιο παιχνιδιάρικα φλερτ του ευρωπαϊκού κινηματογράφου κάτι που οφείλεται στο απολαυστικό παίξιμο των δυο προσώπων, κάνοντας έντονα αισθητό τον ερωτισμό που πλανιόταν ανάμεσά τους, σε σημείο που ένιωσα πως η Φρανσουάζ Φαμπιάν καλούσε κατευθείαν εμένα με έναν άκρως ερωτικό τρόπο να ξαπλώσω δίπλα της, δίνοντάς μου την υπόσχεση πως "δεν θα με πειράξει". Μια υπόσχεση που η ίδια αναιρούσε με το γυμνό της κορμί κάτω από τα σκεπάσματα.  


Παρ' όλα αυτά η συμπεριφορά του Ζαν-Λουί μόνο ώριμη κι ειλικρινής δεν ήταν. Ένα παιδικό πείσμα τον είχε κυριεύσει παρ' όλο που ποθούσε φανερά την Μοντ. Προσωπικά η στάση του μου άφηνε την υπόνοια πως περισσότερο φοβόταν τον δυναμισμό και την γοητεία αυτής της γυναίκας παρά επειδή υπερασπιζόταν τις ηθικές αρχές της πίστης του. 
Τελικά η βραδιά με την Μοντ καταλήγει σε φιάσκο όμως η τύχη του Ζαν-Λουί αλλάζει καθώς συναντά στο δρόμο τη ξανθιά κοπέλα της εκκλησίας που τον είχε στοιχειώσει. Σε αντίθεση με την αμυντική στάση που διατηρούσε απέναντι στη Μοντ, διεκδικεί την νεαρή κοπέλα γεμάτος αυτοπεποίθηση και κτητικότητα. 
Παρακολουθώντας τις κινήσεις των προσώπων που από τρία γίνονται τέσσερα, δημιουργούνται διάφορα ερωτήματα μεγάλης βαρύτητας που απαιτούν κότσια για να απαντηθούν με ειλικρίνεια χωρίς υπεκφυγές και ψέματα. Με ποια κριτήρια διαλέγουμε σύντροφο στη ζωή μας κι εντέλει οι σχέσεις που βασίζονται στους συμβιβασμούς φέρνουν την πολυπόθητη ευτυχία; Τελικά το παρελθόν μπορεί να σβήσει και να αφήσει τον κάθε άνθρωπο να πορευτεί στη ζωή του ελεύθερα; Κι αν ναι πότε σβήνουν τα απωθημένα που κουβαλάει ο καθένας μέσα του; Άραγε τα μεγάλα λόγια που ξεστομίζονται σε φιλοσοφικές κουβέντες μπορούν να κρύψουν την ανασφάλεια των δυο φύλων; 
Όσο πιο πολύ έχει προβληματιστεί κάποιος με τις ανθρώπινες σχέσεις τόσο περισσότερες ερωτήσεις θα του προκύψουν μέσα απ' αυτήν την ταινία και σίγουρα θα βιώσει με ένταση και πικρό χιούμορ πολλές από τις σκηνές που παρουσιάζονται στο έργο. 
Παράλληλα με πολύ έξυπνο τρόπο ο σκηνοθέτης μας παρουσιάζει πως οι άνθρωποι δεν δρουν έχοντας βάση κάποιες ιδέες, ήθη κι ιδανικά αλλά προσδοκώντας κάποιο κέρδος κι αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στις συζητήσεις των δύο φίλων αλλά και την παιδαριώδης ανταγωνιστική τους συμπεριφορά μπροστά στην Μόντ. Αντίθετα η Μοντ, εκφράζει την ιδέα της αναρχίας αλλά και της φεμινιστικής έξαρσης που επιδιώκει να πατάξει μια για πάντα την αρρωστημένη πατριαρχία. Η ίδια δεν προσδοκά τίποτα και υποφέρει στωικότατα τις συνέπειες των λανθασμένων της αποφάσεων. Χωρίς να ζητάει βοήθεια από κανέναν σηκώνει το βάρος της ύπαρξής της και το μόνο που κυνηγά είναι στο να ζει την κάθε στιγμή έντονα ξέροντας πως ο χρόνος περνάει ανεπιστρεπτί. Γι' αυτό προτιμά άνδρες που ξέρουν τι θέλουν, διότι γνωρίζει πως μόνο μ' αυτούς δεν πάει ο χρόνος χαμένος. Όμως οι λάθος αποφάσεις που παίρνονται λόγω ανασφάλειας, την οδηγούν στις ίδιες στάσιμες και προβληματικές καταστάσεις. 
Εντέλει όμως ποιος είναι λιγότερο δυστυχισμένος, αυτός που μαθαίνει από τα λάθη του και πορεύεται γνωρίζοντας τις συνέπειες των πράξεών του ή αυτός που επιλέγει τον συμβιβασμό λόγω ανασφάλειας; Δυστυχώς η απάντηση δίνεται με τα τελευταία λόγια της "χριστιανικής" συζύγου του Ζαν-Λουί, τα οποία αποδεικνύουν πως δε χρειάζεται να αναμοχλεύουμε το παρελθόν από τη στιγμή που έχουμε μάθει να ζούμε με τα συμπλέγματά μας. Και γι' αυτήν την άποψη λέω δυστυχώς διότι με τη στάση αυτή, η σύζυγος του πρωταγωνιστή μαρτυρά τη μίζερη κατάσταση που βιώνουν πολλά ζευγάρια στη σημερινή εποχή. 



Ο σκηνοθέτης Έρικ Ρόμερ χρησιμοποιεί τα πρόσωπα της ιστορίας του για να πλάσει ένα εξαιρετικό κινηματογραφικό δοκίμιο στο οποίο προσπαθεί να περιγράψει τον εγκλωβισμό της κοινωνίας στα στενά όρια των ξεπερασμένων ιδεολογιών όπως αυτόν του ψευτοχριστιανού που ερμηνεύει εκπληκτικά ο Ζαν-Λουί Τρεντινιάν όσο και του ψευτομαρξιστής που ερμηνεύεται από τον Αντουάν Βιτέζ. Επίσης μέσα από την γοητευτική ερμηνεία της Φρανσουάζ Φαμπιάν, ανακαλύπτουμε τον κρυφό δυναμισμό των ανθρώπων που θυσιάζουν την άνεση των συμβιβασμών για να την πολυπόθητη ελευθερία. Για την πολυπόθητη ανάσα της ζωής. 
Η ταινία είναι ένα δριμύ κατηγορώ σε όλους αυτούς που εγκλωβίζονται σε κάθε μορφή ιδεολογίας που αδυνατούν να υποστηρίξουν αλλά την προτιμούν μόνο και μόνο επειδή φοβούνται να πιάσουν την πραγματική ζωή από τα κέρατα. Επικαλούμενοι λοιπόν από κάποιες αρχές, ήθη κι ιδέες επιλέγουν έναν αργό και μίζερο θάνατο, φλυαρώντας ακατάπαυστα για αποστεωμένες ιδέες. Κατά τη γνώμη μου, η ταινία επιβεβαιώνει μια άποψη που έχω πως όποιος επιλέγει να χρησιμοποιεί ταμπέλες κι ιδεολογικά προσωπεία, το κάνει για να καλύψει την κενότητα που υπάρχει μέσα του.
Το "Μια Νύχτα με τη Μοντ" είναι ένα από τα σπάνια υπαρξιακά αριστουργήματα που με μάγεψαν απρόσμενα.

Βαθμολογία: 9/10

Τρίτη, 19 Μαΐου 2020

Ξημέρωμα ελπίδας



Κείμενο του Νίκου Γραικού
Φωτογραφία της Frederique Bouvier

Συχνά ξυπνώ νωρίς. Λίγο πριν σβήσει ο δημοτικός φωτισμός. Φτιάχνω έναν καφέ κι αν το επιτρέπει ο καιρός βγαίνω σε ένα από τα μικρά μπαλκόνια που έχει το διαμέρισμα που μένω στο Παρίσι.
Μου αρέσει ο ανοιχτός ορίζοντας. Το φως. Οι Λέξεις στροβιλίζονται στο μυαλό μου. Χάραμα, ανατολή, αυγή. Το κέντρο που έπαιζε ο Τσιτσάνης. Όμορφες αναμνήσεις, εφημερίδα αγαπημένη, αλλά κι απαράδεκτη ιδεολογία. Η κάθε λέξη φορτωμένη αναφορές κι ιστορίες. Θυμάμαι τους γονείς που είχαν πάει στο κέντρο αυτό και μας μιλούσαν λες κι είχαν ζήσει μία εμπειρία μύησης σε κάποιο μυστήριο.
Θυμάμαι ότι η εφημερίδα αυτή μου έκανε την τιμή να δημοσιεύσει άρθρα μου, αλλά πιο πολύ τους νέους που την μπερδεύουν με την άλλη την επαίσχυντη. Θυμώνω που δεν την κρατά τρυφερά στα χέρια του πολύς κόσμος. Θυμάμαι επίσης ότι αγάπησα την ανατολή στο Παλιό Χωριό στην Αλόννησο. Ξυπνούσα για να συνοδεύσω φίλους στο πρωινό καράβι. Θυμάμαι ότι στο χωριό που μένει η αδελφή μου έπινα καφέ στη θάλασσα την ώρα που ο ήλιος ανέτειλε και συχνά κολυμπούσα προσπαθώντας να τον φτάσω.
Ίσως όμως πρέπει να ζήσω πιο πολύ με το τώρα, να επικεντρωθώ στο παρόν. Να πω πράγματα στους φίλους που δεν ένιωσαν τον πόνο μίας βίαιης ανατροπής των πραγμάτων. Ο έκτος όροφος, συχνά συνώνυμος με ρετιρέ και πλούτο στην Αθήνα, αλλά ... με δωμάτια υπηρεσίας και πονεμένες ιστορίες στο Παρίσι.
Χαίρομαι που βλέπω πίσω από τις εικόνες, που διαβάζω πίσω από τις λέξεις.
Το Παρίσι ξυπνά στη σκέψη των περισσοτέρων μία γλυκιά αίσθηση. Σε εμένα πολλές δύσκολες ιστορίες. Όχι τόσο γιατί τις έζησα, αλλά πιο πιο πολύ διότι έμαθα να βλέπω τι κρύβεται πίσω από τη βιτρίνα. Πόσοι ηλικιωμένοι χάθηκαν σε αυτά τα δωμάτια υπηρεσίας πριν λίγα χρόνια από τον καύσωνα. Πόσοι ίσως πεθαίνουν σήμερα από την πανδημία.
Κι ο φίλος που πίνει τον καφέ του στην αγαπημένη Κυψέλη στην Αθήνα, μου στέλνει καλημέρα συνενοχής κάθε πρωί.
Η φίλη η γκαρδιακή που έβγαλε τη φωτογραφία μένει λίγο μακριά. Απαγορεύεται να έρθει να μείνει λίγο μαζί μας. "Μας προστατεύουν". Δε ξέρω. Ίσως προτιμούσα να φύγω κοντά στους αγαπημένους κι όχι να ζήσω λίγο ακόμα κλεισμένος στην "ασφάλεια" των τεσσάρων τοίχων.
Όλοι οι δικοί μου άνθρωποι που πέθαναν, αναχώρησαν νωρίς το πρωί. Τις περισσότερες κρίσεις πανικού τις έχω πάθει τέτοια ώρα. Ίσως κάποιες φορές να μην αντέχουμε τόση ομορφιά. Να μην αντέχουμε τον πόνο που κρύβεται πίσω από την καινούρια ημέρα. Τον κόπο που απαιτεί. Κι όμως το κόκκινο χρώμα μου αρέσει. "Έτσι κι αλλιώς η ζωή θα γίνει κόκκινη, ή κόκκινη από τη ζωή ή κόκκινη από τον θάνατο. Θα φροντίσουμε εμείς γι΄αυτό". Έχει απόλυτο δίκιο ο ποιητής. Κι εγώ θα βγαίνω στο μπαλονάκι να χαιρετώ το πρωί. Να ψέλνω μέσα μου τον ύμνο της κατάφασης στη ζωή. Μάθαμε στον αγώνα. Δε θα κάνουμε τώρα πίσω. Πρέπει να περιμένω και τη Φρεντερίκ. Πρέπει να ξαναπάω να πιω καφέ στη θάλασσα, στο χωριό που μένει η αδελφή μου.

Πηγή: belleepoque7.blogspot.com

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Η Μεγάλη Χίμαιρα (1937)


Την ύπαρξη του αντιπολεμικού αριστουργήματος του Ζαν Ρενουάρ την έμαθα τελείως τυχαία όταν είχα διαβάσει πριν από χρόνια την πολυαγαπημένη "Μεγάλη Χίμαιρα" του Μ. Καραγάτση κι είχα ψάξει να βρω στοιχεία για το συγκεκριμένο βιβλίο. Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε μέχρι να πάρω την απόφαση να την απολαύσω σε μια από τις καραντινάτες  κινηματογραφικές μου βραδιές. Τελικά, η "Μεγάλη Χίμαιρα" ως ταινία δεν με εντυπωσίασε μόνο για το διαχρονικό δυναμισμό της και την συγκινητική ουμανιστική της ματιά αλλά και για την ιστορία που κουβαλάει ως έργο. 
Η περιπέτειά της ταινίας ξεκίνησε όταν προβλήθηκε για πρώτη φορά στους κινηματογράφους. Εκείνη τη περίοδο κυριαρχούσαν οι ναζί στη Γερμανία κι ο διαβόητος υπουργός προπαγάνδας Γιόζεφ Γκέμπελς, εξοργισμένος με το περιεχόμενο της ταινίας απαγόρευσε την προβολή της χαρακτηρίζοντας τον Ζαν Ρενουάρ ως υπ αριθμόν ένα κινηματογραφικό εχθρό της Γερμανίας. Η Γαλλία προσπαθώντας να κατευνάσει τις αντιδράσεις απαγόρευσε τις προβολές του έργου και στις δικές της αίθουσες. Στη συνέχεια, όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν τη Γαλλία κατάσχεσαν όλα τα αρνητικά και τα αντίγραφα της ταινίας και τα μετέφεραν στο Βερολίνο. Έκτοτε για πολλά χρόνια πολλοί πίστευαν πως όλες οι κόπιες της ταινίας είχαν καταστραφεί το 1942 από ένα συμμαχικό βομβαρδισμό. Μετά τον πόλεμο, το Reichfilmarchive όπου φυλάγονταν τα κατασχεθέντα κινηματογραφικά έργα πέρασε στα χέρια των Ρώσων και πολλά από τα αρχεία που βρίσκονταν εκεί μεταφέρθηκαν στη Μόσχα. Εκεί διαπιστώθηκε πως η ταινία είχε διασωθεί κι επέστρεψε στη Γαλλία το 1960. Όμως η περιπέτεια της δεν τελειώνει ούτε τότε καθώς ξεχάστηκε για τριάντα χρόνια σε έναν κινηματογράφο της Τουλούζη. Ανακαλύφθηκε ξανά τριάντα χρόνια μετά όταν μεταφέρθηκαν όλα τα κινηματογραφικά αρχεία της χώρας στη Γαλλική Ταινιοθήκη κι αφού έγινε επεξεργασία του υλικού, η "Μεγάλη Χίμαιρα προβλήθηκε ξανά στις σκοτεινές αίθουσες το 1999! 
Όμως κι η δημιουργία της συγκεκριμένης ταινίας έχει τη δική της ιστορία, η οποία ξεκινάει από τα μέσα της δεκαετίας του ’30 όταν δημιουργήθηκε στη Γαλλία η ιδέα του Λαϊκού Μετώπου (Λ.Μ.), ενός συνασπισμού κομμουνιστών και σοσιαλδημοκρατών με στόχο την απόκρουση του φασισμού αλλά και του επερχόμενου πολέμου. Το 1936 το Λ.Μ. κερδίζει τις βουλευτικές εκλογές με τους κομμουνιστές να έχουν δεσμευτεί για μια ευρείας έκτασης στροφή πολιτικού και ιδεολογικού χαρακτήρα ενώ ο αρχηγός της κυβέρνησης Λεόν Μπλουμ διευκρίνισε ότι η κυβέρνηση θα δράσει μέσα στα πλαίσια της τότε κοινωνίας. Δυστυχώς όμως από τα τέλη του ’36 έγινε σαφές ότι τίποτα δε θα άλλαζε καθώς η κυβέρνηση του γαλλικού Λ.Μ. δε  προσπάθησε καν να σώσει την κυβέρνηση του Λ.Μ. της Ισπανίας ούτε ανέτρεψε το όλο κλίμα που οδηγούσε ολόκληρη τη Γηραιά Ήπειρο προς το φασισμό αλλά και σε έναν ακόμη μεγάλο πόλεμο. Μέσα σ' αυτό το ζοφερό κλίμα, ο Ζαν Ρενουάρ κινηματογραφεί τη συγκεκριμένη ταινία θέλοντας να στείλει μια κραυγή αγωνίας προς όλα τα ευρωπαϊκά έθνη που όδευαν προς την καταστροφή. Σήμερα η "αναστημένη" αυτή αντιπολεμική ταινία θεωρείται από τους κριτικούς και τους ιστορικούς του κινηματογράφου ως ένα από τα αριστουργήματα του γαλλικού σινεμά κι ως μια από τις μεγαλύτερες ταινίες που έγιναν ποτέ. Μάλιστα ο Όρσον Γουέλς είε αναφέρει ότι η μεγάλη Χίμαιρα ήταν η μία από τις δύο ταινίες που θα έπαιρνε μαζί του "πάνω στη κιβωτό".




Και μετά τον μακροσκελή πρόλογο της ταινίας, προχωρώ στην ενδιαφέρουσα πλοκή της. Η ιστορία ξεκινάει με τη συντριβή ενός αναγνωριστικού γαλλικού αεροσκάφους, το οποίο κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου εξέταζε μια τοποθεσία που οι Γάλλοι θεωρούσαν "θολή" από προηγούμενες αναγνωριστικές πτήσεις. Οι δυο Γάλλοι αεροπόροι, ο αριστοκράτης Λοχαγός Ντε Μποιλντιέ και ο υπολοχαγός Μαρεσάλ συλλαμβάνονται και κρατούνται από τις γερμανικές δυνάμεις. Εκεί γνωρίζονται με τον Γερμανό διοικητή κι αριστοκράτη Ριτμαίστερ φον Ραουφενστάιν κι αμέσως δημιουργείται μια σχέση σεβασμού κι αλληλοεκτίμησης μεταξύ των δύο αριστοκρατών εχθρών. Μέσα από τις συζητήσεις τους διαπιστώνουν πως έχουν κοινές γνωριμίες κάτι αποδεικνύει την οικειότητα που είχαν μεταξύ τους οι αριστοκρατικές τάξεις όλων των χωρών μιας και τους ενώνουν οι ίδιες τελετουργικές αβρότητες αλλά και το ίδιο επιτηδευμένα εξιδανικευμένο στιλ. Μάλιστα η κοσμοπολίτικη κουλτούρα τους, γίνεται εμφανής όταν επιλέγουν να μιλάνε κάποιες στιγμές στα αγγλικά, αποδεικνύοντας κυρίως στους γύρω τους πως χειρίζονται άριστα μια τρίτη γλώσσα πέρα από τα γερμανικά και τα γαλλικά.
Στη συνέχεια, οι δυο Γάλλοι αεροπόροι μεταφέρονται σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης αιχμαλώτων πολέμου όπου εκεί συναντιούνται με άλλους Γάλλους, Άγγλους και Ρώσους. Στις συζητήσεις τους και στις εκμυστηρεύσεις τους θα γίνει φανερό πως παρόλο που βρίσκονται όλοι μαζί στο ίδιο καζάνι, η ταξική τους διαφορά εξακολουθεί να υφίσταται. Ο Γάλλος αριστοκράτης επιθυμεί να είναι μόνος, αποφεύγοντας κουβέντες και φιλίες με τους υπόλοιπους συμπατριώτες του ενώ όταν μιλάει με κάποιον του απευθύνεται στον πληθυντικό ώστε να διατηρεί την ταξική απόσταση που τους χωρίζει ως προσωπικότητες. Μέσα σ' αυτόν τον σνομπισμό των αριστοκρατών, βρήκα εκπληκτική τη φράση ενός κρατούμενου που ανήκει στους νεόπλουτους αστούς, ο οποίος τους λέει εριστικά "εσείς κρατάτε τους τίτλους κι εμείς τα χωράφια". Στις συζητήσεις αυτές φανερώνονται κι οι λόγοι που ο καθένας συμμετέχει στον πόλεμο κι εκεί γίνεται κατανοητό πως ο όρος "πατρίδα" δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια μάσκα που εξευγενίζει τη σημασία των πολέμων και κρύβει τα οικονομικά συμφέροντα που οδηγούν τους λαούς στα πεδία των μαχών. Παρ' όλα αυτά, ο εθνικός ύμνος γίνεται γι' αυτούς όπλο, όταν κατά τη διάρκεια μιας εξευτελιστικής παράστασης στην οποία οι αιχμάλωτοι ντυμένοι γυναίκες διασκεδάζουν τους Γερμανούς αξιωματικούς, μαθαίνεται πως οι Γάλλοι ανακατέλαβαν το οχυρό Ντουμόντ στη μάχη του Βερντέν. Ο Μαρεσάλ ανεβαίνει πάνω στη σκηνή και διακόπτει την παράσταση ανακοινώνοντας το χαρμόσυνο γεγονός κι αμέσως όλοι οι Γάλλοι κρατούμενοι τραγουδούν αυθόρμητα την "La Marseillaise" προσφέροντας μια από τις πιο ανατριχιαστικές σκηνές του παγκόσμιου κινηματογράφου.
Με την επαναστατική του πράξη ο Μαρεσάλ βρίσκεται στην απομόνωση, όπου υποφέρει από την έλλειψη της ανθρώπινης επικοινωνίας αλλά κι από την πείνα. Επιστρέφοντας ξανά στο κελί του, μαθαίνει πως οι συμπατριώτες του σκάβουν μια σήραγγα διαφυγής κι αμέσως μπαίνει στο κόλπο μαζί με τον αριστοκράτη Ντε Μποιλντιέ. Ωστόσο, λίγο πριν ολοκληρωθεί το τούνελ, έρχεται απόφαση να μεταφέρονται όλοι οι κρατούμενοι σε άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο Ντε Μποιλντιέ κι ο Μαρεσάλ μετακινούνται από στρατόπεδο σε στρατόπεδο, καταλήγοντας τελικά στο Wintersborn, μια φυλακή ορεινού φρουρίου που την διοικεί ο γνώριμος Γερμανός αριστοκράτη Ριτμαίστερ φον Ραουφενστάιν, ο οποίος επανεμφανίζεται στην ταινία σοβαρά τραυματισμένος από μία μάχη που είχε πάρει μέρος. 
Στο Wintersborn, πραγματοποιείται μια δεύτερη επανασύνδεση των δύο αριστοκρατών ενώ στην παρέα των αιχμαλώτων προστίθεται ένας Γαλλοεβραίος ο οποίος μοιράζεται γενναιόδωρα τα δέματα τροφίμων που λαμβάνει. Η φυλετική επιλογή του νέου προσώπου είναι ένα ισχυρό χαστούκι κατά του αντισημιτισμού που φούντωνε εκείνη την περίοδο στη ναζιστική Γερμανία αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη. 
Κάτω από τις νέες συνθήκες διαβίωσης και με νέα πρόσωπα στο ευρύχωρο κελί, ο Ντε Μποιλντιέ σκαρφίζεται ένα νέο σχέδιο διαφυγής, όχι για τον ίδιο καθώς χαίρει καλής συμπεριφοράς από τον Γερμανό αριστοκράτη διοικητή, αλλά για τον Μαρεσάλ και τον Ρόζενταλ (τον Γαλλοεβραίο). Παράλληλα αλλάζει η συμπεριφορά του απέναντι στους συμπατριώτες του, απαιτώντας από τον Γερμανό αξιωματικό να φέρεται με τον ίδιο σεβασμό και στους υπόλοιπους αιχμαλώτους. Μάλιστα σε μια κουβέντα προσπαθεί να του εξηγήσει πως άνθρωποι σαν τον Μαρεσάλ είναι καλοί αξιωματικοί και στρατιώτες που οφείλει ο καθένας να τους σέβεται για να εισπράξει από τον Γερμανό αξιωματικό την περιφρονητική δήλωση πως η άποψή του αυτή είναι ένα ακόμη "κομψό δώρο της Γαλλικής Επανάστασης".
Μετά από ένα ξεσηκωμό των Ρώσων αιχμαλώτων που έλαβαν ένα απαράδεκτο κιβώτιο με εφόδια από τη βασίλισσά τους, μια πράξη που αποδεικνύει ότι οι άρχουσες τάξεις όλων των χωρών δεν νοιάζονται καθόλου για τους στρατιώτες που στέλνουν στο μέτωπο να σφαχτούν, ο Ντε Μποιλντιέ βάζει μπρος το σχέδιο για την απόδραση των δυο συντρόφων του. Ξεκινώντας λοιπόν μια αναταραχή στα κελιά με μουσικά όργανα και κατσαρόλες, τραγουδώντας το γνωστό σε όλους μας "Ήταν ένα μικρό καράβι", η φρουρά του κάστρου συγκεντρώνεται στον προαύλιο χρόνο καλώντας όλους τους αιχμαλώτους να παρουσιαστούν. Στη κλήση ονομάτων που ακολουθεί θα δουν πως ο Ντε Μποιλντιέ λείπει με τον ίδιο να εμφανίζεται μετά από λίγο στα τείχη του φρουρίου, αναγκάζοντας τους Γερμανούς φύλακες να τον κυνηγήσουν. Μέσα στην αναμπουμπούλα που έχει δημιουργηθεί στο φρούριο, ο Μαρεσάλ με τον Ρόζενταλ κρεμιούνται με ένα σκοινί από τις πολεμίστρες και φεύγουν. Κι ενώ οι δυο αιχμάλωτοι χάνονται στο σκοτάδι των γερμανικών δασών, ο Ντε Μποιλντιέ εγκλωβίζεται σε ένα αδιέξοδο των οχυρώσεων. Σ' εκείνη τη κρίσιμη στιγμή, ο Γερμανός αριστοκράτης τον εκλιπαρεί να παραδοθεί, επικαλούμενος την αριστοκρατική καταβολή που έχουν. Όμως ο Ντε Μποιλντιέ αρνείται μ' αποτέλεσμα να δεχτεί μια σφαίρα στο στομάχι από τον ίδιο τον Ραουφενστάιν. Εξαιρετική η σκηνή όπου ο Γάλλος αριστοκράτης κοιτάει το ρολόι του τη στιγμή που δέχεται τη σφαίρα στο στομάχι, σαν να ήθελε με αυτόν τον τρόπο να καταγράψει στη μνήμη του την ώρα του θανάτου του.
Ζώντας πια τις τελευταίες του στιγμές, ο Ντε Μποιλντιέ θρηνεί την ανούσια χρησιμότητά του στην κοινωνία ως αριστοκράτης. "Για τους άλλους ο θάνατος στον πόλεμο είναι τραγωδία αλλά για μας είναι μια διαφυγή" λέει στον Ραουφενστάιν ο οποίος νιώθει τύψεις που τον πυροβόλησε θανάσιμα. Θεωρώ πως τα λόγια του αυτά είναι ένας λιτός αλλά ουσιώδης επικήδειος στην αριστοκρατία που έσβησε με τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Επιλέγοντας την αυτοθυσία αυτή, ο Γάλλος αριστοκράτης καταργεί την απόσταση που διατηρούσε με τους υπόλοιπους συγκρατούμενούς του και πραγματοποιεί το πρώτο βήμα συμφιλίωσης όλων των ανθρώπων που για αιώνες τους χώριζαν οι ταξικές διαφορές. Το κλειστοφοβικό κεφάλαιο της ζωής των αιχμαλώτων του οχυρού κλείνει με το κόψιμο του μοναδικού λουλουδιού που υπάρχει εκεί, ενός γερανιού μέσα σε μια γλάστρα που φρόντιζε ο Γερμανός αξιωματικός. Με την κίνηση αυτή ο Ραουφενστάιν  προσπαθεί να αποδείξει πως πλέον δεν αξίζει την ύπαρξη καμίας ομορφιάς στο μέρος που ζει. 
Η ιστορία συνεχίζεται με τους δυο δραπέτες, τον Μαρεσάλ και τον Ρόζενταλ οι οποίοι ταξιδεύουν σε όλη τη γερμανική ύπαιθρο, προσπαθώντας να φτάσουν στην Ελβετία. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής ο Ρόζενταλ τραυματίζεται στο πόδι, επιβραδύνοντας τον Μαρεσάλ κάτι που τους φέρνει σε άμεσο κίνδυνο στο να εντοπιστούν από κάποια γερμανική περίπολο. Έτσι βρίσκουν καταφύγιο σε μια αγροικία μιας Γερμανιδας χήρας, της Έλσας, η οποία έχασε τον σύζυγό της στη μάχη του Βέρντεν και τα αδέλφια της, σε μάχες στις οποίες η Γερμανία είχε νικήσει. Η Έλσα αναφέρεται με ειρωνικό ύφος για τις νίκες αυτές καθώς η ίδια δε νιώθει κερδισμένη. Όταν τους ανακαλύπτει στο στάβλο της κι ενώ γνωρίζει πως είναι "εχθροί" ίσως και πιθανοί δολοφόνοι των ανθρώπων της, δέχεται με μεγάλη γενναιοδωρία να τους φιλοξενήσει αλλά και να τους καλύψει όταν περνάει μια γερμανική μονάδα έξω από το σπίτι της. 
Κατά τη διάρκεια της διαμονής στους στο σπίτι της Έλσας, ο Μαρεσάλ την ερωτεύεται δημιουργώντας εντός του ένα δίλημμα μεταξύ τους συναισθήματος που φουντώνει μεταξύ τους αλλά και της αίσθησης του καθήκοντος που έχει για την έκβαση του πολέμου. Ο πόνος του αποχωρισμού μετριάζεται όταν ο Μαρεσάλ δίνει την υπόσχεση πως όταν λήξει ο πόλεμος, θα επιστρέψει για να ζήσει μαζί με την Έλσα και την κόρη της. Στην υπόσχεση αυτή βρήκα συνταρακτικό το σημείο που επισημαίνει πως "όταν ο πόλεμος τελειώσει κι εγώ ζω ακόμα θα ρθω να σας βρω".
Φτάνοντας οι δυο πρωταγωνιστές στα γερμανοελβετικά σύνορα, αναρωτιούνται σε ποια χώρα ανήκουν τα βουνά που αντικρίζουν στο βάθος. Εκεί ο Ρόζενταλ ξεστομίζει μια άκρως ουμανιστική κι αντιπολεμική φράση που το άκουσμά της εξακολουθεί να συγκινεί μέχρι σήμερα, "τα σύνορα είναι ανθρώπινο έργο σε αντίθεση με τη φύση που αδιαφορεί γι' αυτά". Τελικώς γίνονται αντιληπτοί από μια γερμανική περίπολο αλλά έχουν πια περάσει τα σύνορα. Οι Γερμανοί σταματούν αμέσως τους πυροβολισμούς θεωρώντας πως αυτό που κάνουν είναι αγγαρεία, κάτι το οποίο φανερώνεται στην τελευταία φράση που λέει ο Γερμανός στρατιώτης ανακουφισμένος στη σκέψη πως δε θα σκοτώσει. Το ίδιο ανακουφισμένες φαίνονται και οι φιγούρες των δυο Γάλλων, οι οποίες μισοβυθισμένες μέσα στο χιόνι βαδίζουν προς ένα μέλλον αβέβαιο. Ένα μέλλον που λίγα χρόνια μετά αποδείχτηκε αρεκτά ζοφερό.  




Η ταινία είχε προγραμματιστεί να τελειώνει με μια σκηνή όπου ο Μαρεσάλ κι ο Ροζαντάλ θα έκλειναν ραντεβού την πρώτη παραμονή πρωτοχρονιάς μετά το τέλος του πολέμου στο εστιατόριο του Μαξίμ στο Παρίσι, με τον σκηνοθέτη να δείχνει ως τελευταίο πλάνο δυο άδειες θέσεις. Με την εικόνα αυτή θα επιβεβαιωνόταν η μεγάλη ψευδαίσθηση για την εδραίωση μιας κοινωνικοπολιτικής ισότητας για την οποία αγωνίζεται η ανθρωπότητα τους τελευταίους δυο αιώνες. Όσες μάχες κι αν γίνουν κι όσο αίμα κι αν χυθεί, οι ταξικές διαφορές μεταξύ αστών κι εργατών θα παραμείνουν μεγάλες. 
Παράλληλα ο Ζαν Ρενουάρ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τον μεγάλο πόλεμο που ερχόταν αλλά κανείς δεν τον έβλεπε. Άκρως ανατριχιαστικός ήταν ο ήχος των μποτών από τους νεαρούς Γερμανούς φαντάρους που έκαναν γυμνάσια μες στο στρατόπεδο. Ένας ήχος που στη πορεία έγινε εφιαλτικά γνώριμος στην κατεχόμενη Ευρώπη. Σ' αυτήν την αντιπολεμική ατμόσφαιρα μπορώ να προσθέσω και τις μαυροφορεμένες γριούλες που στέκουν έξω από το στρατόπεδο και προσεύχονται για τους νεαρούς στρατιώτες. Πρόσωπα θλιμμένα που έχουν ήδη θρηνήσει νεκρούς από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και προετοιμάζονται σιωπηλά να υποδεχτούν τα νεκρά κορμιά της νέας γενιάς που θα μπει στον πόλεμο.
Ωστόσο το σπάνιο αυτό αριστούργημα του Ρενουάρ πέρα από αντιπολεμικό είναι και μια προσπάθεια να φανεί ο ταξικός διαχωρισμός που υπάρχει στις κοινωνίες. Πως οι άνθρωποι δε χωρίζονται μόνο γεωγραφικά ως έθνη αλλά και ταξικά ανάλογα με την οικονομική και κοινωνική τους κατάσταση. Κατά κάποιον τον τρόπο μέσα από την ταινία διαπιστώνουμε πως οι δυο αριστοκράτες, ο Φον Ραουφενστάιν κι ο Μποελντιέ, παρόλο που ανήκουν σε δύο εχθρικά έθνη, συνειδητοποιούν πως είναι περισσότερα αυτά που τους ενώνουν παρά αυτά που τους χωρίζουν. Βασικά συνειδητοποιούν πως ανήκουν σε μια πολυεθνική κοινωνική ομάδα που τους διαχωρίζει ακόμη κι από τους ίδιους τους τους συμπατριώτες.Ο Ζαν Ρενουάρ προσπαθεί να εξηγήσει πως οι εθνικοί διαχωρισμοί στην ουσία είναι φτιαχτοί μόνο και μόνο για να δημιουργούν τις κατάλληλες παρεξηγήσεις μεταξύ των λαών ώστε να οδηγούνται ξανά και ξανά σε συγκρούσεις κι ανελέητες ανθρωποθυσίες.
Η σκηνοθεσία του Ζαν Ρενουάρ είναι λιτή και ρέει τόσο όμορφα που δεν αφήνει καμία υπόνοια κοιλιάς. Ξεχωρίζει αμέσως για το πολύπλοκο σενάριο της, τους προσεγμένους της διαλόγους και το απρόβλεπτο χιούμορ. Επίσης η ταινία στηρίζεται στις εκπληκτικές ερμηνείες των ηθοποιών. Απ' αυτούς ξεχωρίζουν ο Ζαν Γκαμπέν ως ο επαναστατικός Μαρεσάλ που εξυψώνει το γόητρο της εργατικής τάξης, ο σπουδαίος σκηνοθέτης του βωβού κινηματογράφου Έριχ Φον Στρόχαϊμ στο ρόλο του Γερμανού αριστοκράτη Φον Ραουφενστάιν, ο Πιέρ Φρεσνάι με το εκλεπτυσμένο του ύφος στο ρόλο του Γάλλου αριστοκράτη αλλά κι ο Ζουλιαν Καρέτ με την απίστευτη ζωντάνια και το μελαγχολικό του χιούμορ ενώ σπαρακτική ήταν η ερμηνεία της Ντίτα Πάρλο η οποία αναγκάστηκε μετά την προβολή της συγκεκριμένης ταινίας να εγκαταλείψει την ναζιστική Γερμανία. Αυτό όμως που κάνει τη συγκεκριμένη ταινία ακόμη πιο ξεχωριστή είναι που χαρακτηρίζεται με μεγάλη άνεση ως αντιπολεμικό αριστούργημα παρόλο που δεν υπάρχουν πολεμικές δράσεις ενώ οι πυροβολισμοί είναι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού.
Η "Μεγάλη Χίμαιρα" είναι μια βαθύτατα εσωτερική κραυγή που θέτει ένα διαχρονικό ερώτημα, θα καταφέρουμε ποτέ κι αν ναι κάτω από ποιες συνθήκες να γκρεμίσουμε τα δεσμά που διαχωρίζουν τους ανθρώπους σε τάξεις, φύλο κι εθνικότητα ώστε να αναπτυχθούν οι πολυπόθητες ανθρώπινες σχέσεις όπου θα κυριαρχεί η ισότητα, η συντροφικότητα κι η αλληλεγγύη; Δυστυχώς η απάντηση δίνεται από τον τίτλο του συγκεκριμένου σπουδαίου ουμανιστικού κι αντιπολεμικού αριστουργήματος.

Βαθμολογία: 10/10