Τετάρτη, 10 Απριλίου 2019

Μπολόνια, μια πόλη κόκκινη, χοντρή και λόγια



Παρασκευή μεσημεράκι αναχωρήσαμε από την αττική γη, ανυπόμονοι να γνωρίσουμε μια ακόμη γωνιά της ιταλικής χερσονήσου. Για καλή μου τύχη, μου παραχώρησαν τη θέση του παραθύρου. Από κάτω μου είδα να αποκαλύπτεται ολόκληρη η μεγαλειότητα του Παρνασσού, η ηρεμία των νησιών του Ιονίου και οι άγνωστες ακτές της Αλβανίας. Τελευταίο κομμάτι των Βαλκανίων ήταν το νησί Σάσων, το μοναδικό της γειτονικής μας χώρας. Έκτοτε ακολούθησε η ανταριασμένη επιφάνεια της Αδριατικής. Ξαναείδαμε χέρσα γη όταν φτάσαμε πάνω από το λιμάνι της Ανκόνα με την μακρόστενη ευθεία ακτή που φτάνει ως το Πέζαρο. Το αεροπλάνο είχε ήδη μειώσει ύψος καθώς απείχαμε από την Μπολόνια μισή ώρα. Έτσι κατάφερα να δω πεντακάθαρα το κάστρο της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μαρίνου να εξέχει σε έναν απότομο βράχο πάνω από την ιταλική ύπαιθρο. Ήταν θέμα χρόνου να εμφανιστεί με τη σειρά της η κατακόκκινη Μπολόνια. Μετά από λίγα λεπτά περάσαμε ακριβώς από πάνω της, διακρίνοντας τους ψηλούς της πύργους και το ερυθρό χρώμα των κτιρίων της.
Στο δωμάτιο φτάσαμε το απόγευμα πια αφού πρώτα περάσαμε από την πανεπιστημιούπολη, η οποία είχε κατακλυστεί από φοιτητικές και φεμινιστικές παρατάξεις λόγω της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας. Αφήσαμε τα πράγματά μας και ξεχυθήκαμε ανυπόμονοι στους δρόμους για να πάρουμε μια πρώτη γεύση. Η Μπολόνια αμέσως μας ρούφηξε στα ενδότερά της με το δίκτυο των στοών της (το μεγαλύτερο στον κόσμο) που ένωνε τα οικοδομικά τετράγωνα. Διασχίζοντας μια απ' αυτές τις στοές, βρεθήκαμε κάτω από τη σκιά των δυο θεόρατων πύργων, του Torre Asinelli και του Torre Garisenda. Αυτοί οι πύργοι άνηκαν σε δυο πανίσχυρες οικογένειες, οι οποίες προσπαθούσαν να δείξουν την οικονομική τους ισχύ με το ύψος των κτισμάτων τους. Νομίζω πως φαίνεται ξεκάθαρα ο νικητής της συγκεκριμένης μάχης. Σήμερα οι δυο αυτοί πύργοι έχουν γείρει υπερβολικά, ειδικά ο πιο μικρός αλλά ως εκ θαύματος στέκονται ακόμη όρθιοι. Είναι εντυπωσιακό το πόσο έντονα φαίνεται η κλίση τους όταν βρίσκεσαι από κάτω. Ο ένας απ' τους δυο είναι ανοιχτός για το κοινό, αρκεί να χεις την σωματική δύναμη να ανέβεις τα 498 σκαλοπάτια. Δεν το επιχείρησα διότι προτίμησα να κρατήσω δυνάμεις για την ανάβαση της μεγαλύτερης στοάς του κόσμου που σε οδηγούσε στην εκκλησία Madonna di San Luca, σε έναν λόφο λίγο πιο έξω από την πόλη.
Το βράδυ μας βρήκε να βολτάρουμε στα στενά σοκάκια κοντά στη Πιάτσα Ματζόρε, όπου έσφιζαν από ζωή, καλή μουσική κι άφθονη ιταλική μπύρα συνοδευόμενη με αλλαντικά και τυριά. Κάποια στιγμή ακούσαμε φωνές, συνθήματα και μουσικές να έρχονται από την κεντρική πλατεία. Φτάνοντας κοντά, διαπιστώσαμε πως είχε στηθεί ένα αυθόρμητο γλέντι. Ζωντάνια, χαμόγελα, παθιασμένες ιαχές, χρώματα κι αρώματα. Όμως η πιο συγκινητική στιγμή ήρθε με την έλευση μιας παράταξης, η οποία εισήλθε στην πλατεία τραγουδώντας το Bella Ciao. Δεν περίμενα ποτέ να το ακούσω ζωντανά ντυμένο στην πολιτική του χροιά. Πόσο μάλλον να το ακούσω ζωντανά στην Ιταλία, και μάλιστα στην έντονα πολιτικοποιημένη Μπολόνια. Η εκδήλωση μετατράπηκε σε υπαίθριο πάρτι που κράτησε ως τα μεσάνυχτα. Από εκείνο το βράδυ, αποφασίσαμε πως η Πιάτσα Ματζόρε πρέπει να γίνει το βραδινό μας στέκι.
Το επόμενο πρωί ανεβήκαμε νωρίς στον λόφο με την εκκλησία που περήφανη προστατεύει την εικόνα της Παναγίας που υποτίθεται πως ζωγράσει ο Άγιος Λουκάς. Μαζέψαμε όσες δυνάμεις είχαμε κι αφού πεισμώσαμε, ξεκινήσαμε την ανάβαση στη μεγαλύτερη στοά του κόσμου με τις 600 καμάρες της και με μήκος 3.796 μέτρα. Φτάνοντας εξουθενωμένοι πάνω, χαλαρώσαμε λίγη ώρα στον προαύλιο χώρο του ναού, ο οποίος ήταν γεμάτος εκείνη την ώρα με κόσμο καθώς η εκκλησία είχε λειτουργία. Ο ναός ήταν επιβλητικός κι όμορφος κι η θέα από κει ψηλά είχε ένα ενδιαφέρον κυρίως αν ενδιαφερόσουν να απολαύσεις την ιταλική ύπαιθρο κι όχι την πόλη. Χωρίς να χάνουμε χρόνο κι αφού ανακτίσαμε πάλι τις δυνάμεις μας, κατηφορίσαμε προς την πόλη με την επιστροφή να είναι πιο εύκολη. Είχε έρθει η ώρα να γνωρίσουμε την ηλιόλουστη όψη της πόλης.
Η Μπολόνια δε φημίζεται ιδιαίτερα για τα μνημεία της. Από τους πολλούς πύργους που είχε κάποτε, πλέον δεσπόζουν οι δυο γνωστοί που έχουν γίνει σύμβολο της. Είναι όμως περήφανη για το Αρχιγυμνάσιο και το Πανεπιστήμιό της, που διατηρεί μια νεανικότητα στην πληθυσμιακή της ιδιοσυγκρασία. Το Αρχιγυμνάσιο (Archiginnasio di Bologna) είναι ένα από τα σημαντικότερα κτίρια της πόλης. Κτίστηκε το 1562 από τον Αντόνιο Μοράντι και υπήρξε έδρα του παλαιού Πανεπιστημίου από το 1563 ως το 1803. Είναι γεμάτο έργα τέχνης κι έχει μία πλούσια συλλογή με τα οικόσημα μαθητών που φοίτησαν εκεί. Στους τοίχους του προαύλιου χώρου συναντήσαμε τουλάχιστον 600 οικόσημα. Επίσης διαθέτει μια αίθουσα αφιερωμένη στη μελέτη της ανατομίας υπό μορφή αμφιθεάτρου, η οποία χρονολογείται από το 1637. Από το 1838 είναι έδρα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης (Biblioteca Comunale). Αξίζει να το επισκεφθεί κανείς και να περιπλανηθεί στο εσωτερικό προαύλιό του. Δεν υπάρχει σπιθαμή τοίχου που να μην είναι διακοσμημένη με κάποιο οικόσημο, ανάγλυφο ή έστω ζωγραφικό θέμα.
Το σημερινό Πανεπιστήμιο έχει μεταφερθεί λίγο πιο έξω από το ιστορικό κέντρο. Εκεί χτυπάει η δεύτερη καρδιά της Μπολόνια. Όλο το 24ωρο σφύζει από ζωή, τόσο ο δρόμος που περνάει από το Πανεπιστήμιο όσο και τα γύρω στενά που είναι γεμάτα μπαρ κι εστιατόρια. Η γειτονιά που μέναμε είχε έντονο παλμό ως τις πρώτες πρωινές ώρες. Μπορεί για κάποιους να ήταν ενοχλητικό αλλά προσωπικά το απολάμβανα.
Τα σημαντικότερα κτίρια της πόλης βρίσκονται παρατεταγμένα στην Πιάτσα Ματζιόρε. Εκεί δεσπόζει το Παλάτσο Κομουνάλε (ή Παλάτσο ντ'Ακκούρσιο) χτισμένο τον 13ο-15ο αιώνα και το Παλάτσο ντελ Ποντεστά (Palazzo del Podestà) του 1485. Δίπλα βρίσκεται το παλάτι του βασιλιά Έντσο (Palazzo Re Enzo) το οποίο χρονολογείται από το 1244, ενώ η σημερινή του μορφή οφείλεται στην ανακαίνιση γοτθικού ρυθμού από τον Αλφόνσο Ρουμπιάνι το 1905. Τα περισσότερα παλάτια της Μπολόνια χρονολογούνται κυρίως από την εποχή που η πόλη συμπεριλαμβανόταν στα Παπικά Κράτη τον 16ο με 18ο αιώνα και ανήκαν στις οικογένειες των γερουσιαστών που κυβερνούσαν τη Μπολόνια εκείνο τον καιρό.
Επίσης στην Πιάτσα Ματζιόρε βρίσκεται κι η Βασιλική του Άγιου Πετρόνιου, η οποία είναι η 5η μεγαλύτερη εκκλησία στον κόσμο. Εξωτερικά ξεχωρίζει για την ημιτελής της πρόσοψη, κάτι που της προσφέρει μια μοναδικότητα στις τόσες εκκλησίες που έχω επισκεφθεί στην Ιταλία. Περπατώντας στους δρόμους που είναι στα πλαϊνά της, μπορεί να συνειδητοποιήσει κανείς τον όγκο της αλλά και τις βλέψεις που είχαν για τη μετατροπή της σε ένα ακόμη μεγαλύτερο οικοδόμημα. Τα μεγάλα σχέδια που είχαν για τον συγκεκριμένο ναό, μπορεί να τα δει κανείς στο μικρό μουσείο που βρίσκεται εντός της βασιλικής. Όπως επίσης μπορεί κανείς να θαυμάσει σε μακέτα την ολοκληρωμένη πρόσοψη που ναού. Επίσης στο εσωτερικό της ξεχωρίζει το περίφημο ηλιακό ρολόι που θεωρείται υπεύθυνο για τη δημιουργία των δίσεκτων ετών.
Τέλος, ένα όμορφο σημείο της πόλης είναι οι επτά εκκλησίες του Αγίου Στεφάνου. Αποτελείται από ένα σύμπλεγμα επτά εκκλησιών διαφορετικού ρυθμού, οι οποίες συμβολίζουν τη πορεία του Χριστού προς την Σταύρωση. Το κτίσιμο αυτού του συμπλέγματος ξεκίνησε τον 9ο αι. κι ολοκληρώθηκε το 1900. Αυτή η χιλιετηρίδα που χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί, δημιούργησε μια ασυμμετρία μεταξύ των κτισμάτων. Ο χαμηλός φωτισμός σε αρκετά σημεία δεν με βοήθησε να απολαύσω ιδιαίτερα τον εσωτερικό του διάκοσμο. Όμως στις κλειστές του αυλές του επικρατεί μια απροσδιόριστη κι άκρως αναγκαία ηρεμία. Η πλατεία μπροστά από τις επτά εκκλησίες του Αγίου Στεφάνου, είναι ένα ακόμη ζωντανό κομμάτι της πόλης. Την ημέρα στήνονται πάγκοι με αντίκες, βιβλία κι άλλα πολλά αντικείμενα που αναζητούν συνήθως οι συλλέκτες ενώ το βράδυ η ζωντάνια μεταφέρεται στις καφετέριες και τα εκλεπτυσμένα μπαρ.
Δε θα ξεχάσω το τελευταίο βράδυ που θέλησα να κάτσω στα σκαλοπάτια του Αγίου Πετρόνιου. Με μια μπύρα στο χέρι, προσπάθησα να γίνω ένα με τις παρέες που καλαμπούριζαν γύρω μου. Κοιτώντας το παλιό δημαρχείο, το συντριβάνι του Ποσειδώνα και τα Παλάτσα, ένιωσα αμέσως μια οικειότητα που έχω αισθανθεί και με άλλες ιταλικές πόλεις. Με την Μπολόνια όμως να με δένει με ένα σημαντικό γεγονός. Τις μέρες που περιφερόμουν στις ατέλειωτες στοές της, αποφάσισε ο παππούς μου να φύγει. Εκείνο το βράδυ λοιπόν, παρατηρώντας για τελευταία φορά την πόλη και τη ζωντάνια των φοιτητών της, έφερνα στο μυαλό μου όμορφες στιγμές με τον παππού μου. Στιγμές και εικόνες που θα τον κρατήσουν για πάντα ζωντανό μέσα μου. Και μ' αυτές τις σκέψεις έγινα ένα με την Μπολόνια. Ένιωσα τους ατέρμονους παλμούς της, το νεανικό της πάθος και την αιώνια γοητεία της.
Επιστρέφοντας στο σπίτι, ένας νεαρός σεφ που βγήκε από το εστιατόριο να κάνει τσιγάρο, μου ζήτησε φωτιά. Χαμογέλασα που με πέρασε για Ιταλό και του απάντησα ευγενικά πως δεν είχα αναπτήρα πανω μου. Εκείνος μου έγνεψε φιλικά και χάθηκε πάλι στη κουζίνα. Ήταν γεγονός πως η πόλη αυτή με είχε αγκαλιάσει.

Κλείνοντας θα ήθελα να αναφέρω πως το συγκεκριμένο ταξίδι το αφιερώνω στη μνήμη του παππού μου Κωνσταντή. 

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2019

Ραβέννα, το μικρό Βυζάντιο της Ιταλίας



Ποτέ δεν είχα φανταστεί πως θα επισκεφθώ την περίφημη Ραβέννα. Μια πόλη ξεχασμένη στις ανατολικές ακτές της Ιταλίας, χωρίς να ανήκει στην ομάδα των γνώριμων προορισμών αυτής της χώρας. Η σπουδαία πρωτεύουσα του άλλοτε βυζαντινού εξαρχάτου, βρίσκεται σε μια χρόνια νάρκη προσπαθώντας μ' αυτόν τον τρόπο να προφυλάξει τους ανεκτίμητους βυζαντινούς θησαυρούς και τον τάφο του Δάντη από τις ενίοτε καταστρεπτικές ορδές των τουριστών.
Ο σιδηροδρομικός σταθμός που μας άφησε το πρωινό τραίνο βρίσκεται στα όρια της πόλης και μας καλωσόρισε με ένα δροσερό αεράκι προερχόμενο από την Αδριατική. Λίγοι επιβάτες κατεβήκαμε στον σταθμό και κινηθήκαμε προς την έξοδο του κτιρίου. Ο αριθμός των επισκεπτών ήταν τόσο μικρός που μεμιάς σκόρπισε στους γύρω δρόμους. Μόνο ένα γκρουπ ηλικιωμένων με κόκκινα καπελάκια είχε μείνει συγκεντρωμένο στην μικρή πλατεία του σταθμού κι άκουγε πειθήνια τις πληροφορίες που τους έλεγε μια χαριτωμένη ξεναγό. Τους προσπεράσαμε διακριτικά προσπαθώντας να ξεφύγουμε από την ταμπέλα του τουρίστα. Κι ενώ κινούμασταν με γοργό βήμα προς την κεντρική πλατεία της πόλης, μια εκκλησία που θύμιζε αρκετά σε αρχιτεκτονικό ύφος, τον Άγιο Δημήτριο της Θεσσαλονίκης, μας έκανε να κάνουμε μια μικρή στάση. Αναζητώντας την είσοδό της, συναντήσαμε μια μητέρα που είχε στήσει το παιδί της το οποίο είχε σύνδρομο down για να το φωτογραφίσει μπροστά από την περίτεχνη γοτθική αυλόπορτα του ναού. Περιμέναμε διακριτικά να απολαύσουν ανενόχλητοι την οικογενειακή τους στιγμή. Στη συνέχεια μαζί μ' αυτούς μπήκαμε κι εμείς μέσα στο ναό. Η Βασιλική του Αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή, προσφορά της αυτοκράτειρας Γάλλας Πλακιδίας, θεωρείται πως είναι η παλαιότερη εκκλησία της πόλης. Ο ναός ισοπεδώθηκε ολοσχερώς από τους βομβαρδισμούς του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και ξαναχτίστηκε μετά τη λήξη του.  Όσα ψηφιδωτά διασώθηκαν, χρονολογούνται από το 1216 κι αναφέρονται στην 4η σταυροφορία. Τα συγκεκριμένα σχέδια που παρατηρήσαμε μου φάνηκαν τόσο αφελή και παιδικά. Ίσως φταίει που ανυπομονούσα να δω τα αριστουργηματικά ψηφιδωτά του Αγίου Βιτάλιου και του Μαυσωλείου της Γάλλας Πλακιδίας.
Συνεχίσαμε τη βόλτα μας προς την Πιάτσα ντελ Πόπολο, φτάνοντας πάνω στην ώρα που η πλατεία άρχισε να σφύζει από κόσμο. Διάφορα ποδήλατα διέσχιζαν το πλάτωμα κι εξαφανίζονταν στα γύρω στενά ενώ οι καφετέριες άνοιγαν τις μεγάλες τους ομπρέλες για να υποδεχτούν τους πρώτους τους πελάτες. Επιλέξαμε να κάτσουμε σε ένα γωνιακό μπιστρό καθώς μας έκαναν εντύπωση τα κόκκινα καρέ τραπεζομάντηλα που χόρευαν στις απαλές ριπές του θαλασσινού αέρα. Μόλις κάτσαμε, ξεπρόβαλε μια νεαρή κοπέλα για να μας πάρει παραγγελία. Μελαχρινή, μέτριου αναστήματος, με παιχνιδιάρικο βλέμμα που ξεχείλιζε από μεσογειακή γοητεία. Μας καλημέρισε αλλά αμέσως το πρόσωπό της φώτισε κι αμέσως άρχισε να μου μιλάει για την φωτογραφική μου μηχανή. Στην αρχή δυσκολεύτηκα να καταλάβω τι μου λέει μέχρι που άκουσα το "τσίνκουε μίλλε". Αμέσως της έδειξα τη φωτογραφική μου μηχανή και της την πρόσφερα ευλαβικά. Η χαρά της ήταν μεγάλη και με σπαστά αγγλικά προσπάθησε να μου εξηγήσει πως είχε το ίδιο μοντέλο αλλά της χάλασε. Η ζεστή της συμπεριφορά και η βραχνή χροιά της φωνής της μας πρόσφερε μεμιάς ένα αίσθημα οικειότητας, σαν να κάτσαμε στο συνηθισμένο μας στέκι για καφέ.
Αφού απολαύσαμε το εσπρέσο μας και δοκιμάσαμε τα τοπικά μπριος που μας πρόσφεραν, κινήσαμε προς την Βασιλική του Saint Francis με την υπέροχη υπόγεια κρύπτη και τον τάφο του Δάντη. Ο σπουδαίος Ιταλός ποιητής αναπαύεται σήμερα σε ένα λιτό λευκό μαυσωλείο, σε ένα ήσυχο στενό δίπλα στην εκκλησία. Από την πόρτα του κτίσματος βλέπεις την γνώριμη μορφή του σε μια επιτύμβια ανάγλυφη πλάκα. Κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, είχαν πάρει τα οστά του και τα είχαν θάψει σε μια διπλανή τούμπα για να προφυλαχθούν από τους βομβαρδισμούς. Σήμερα το πνεύμα του ευελπιστεί σε μια πλήρης κατάπαυση πυρών τόσο στην περιοχή του όσο και στην υπόλοιπη οικουμένη, καθώς η Κόλασή του ασφυκτιά από το πλήθος που έχει συσσωρευτεί.
Η βόλτα μας συνεχίστηκε μέχρι το Αρχιεπισκοπικό μουσείο της Ραβέννα. Εκεί κλείσαμε και το εισιτήριο για όλα τα αξιοθέατα της πόλης, ξεκινώντας την περιήγησή μας από το Αρχιεπισκοπικό Παρεκκλήσιο όπου συναντήσαμε τα πρώτα δείγματα των περίφημων ψηφιδωτών της πόλης. Στο προαύλιο της Αρχιεπισκοπικού Μουσείου βρίσκεται και το Νεώνιο Βαπτιστήριο (ή το Βαπτιστήριο των Ορθοδόξων) το οποίο θεωρείται το αρχαιότερο κτίσμα της πόλης καθώς είχε ξεκινήσει τη λειτουργία του ως Ρωμαϊκό Λουτρό. Παρόλο που βρεθήκαμε στο μικρό του χώρο με ένα γκρουπ τουριστών, η μαγεία των ψηφιδωτών έσβησε κάθε επίγειο θόρυβο που προκαλούταν από μας. Στο κέντρο του θόλου δέσποζε η μορφή του Ιησού που βαπτιζόταν στον Ιορδάνη ποταμό ενώ περιμετρικά του ξεπηδούσε ένα χρυσό φόντο γεμάτο μορφές, φυτικά μοτίβα και σύμβολα. Τα χρώματα, το χρυσό φόντο κι οι λεπτομέρειες των μορφών, πρόσφεραν μια εξωπραγματική ατμόσφαιρα που μας γυρνούσε στα χρόνια του Βυζαντίου.
Εκστασιασμένοι συνεχίσαμε τις περιπλανήσεις μας στην πόλη, γνωρίζοντας πως τα όμορφα σημεία της Ραβέννα ακόμη μας περιμένουν να τα ανακαλύψουμε. Επόμενη στάση η  Βασιλική του Αγίου Απολλιναρίου του Νέου, κτίσμα του 5ου αι. μ.Χ. Εκεί παρατήρησα τα περίεργα στρογγυλά καμπαναριά της πόλης. Ένα ύφος που δεν έχω συναντήσει κάπου αλλού. Αρκετά ψηλά για το μέγεθος των ναών κι άλλες φορές να μη δείχνουν τόσο ταιριαστά με τη πρόσοψη των οικοδομημάτων. Στο εσωτερικό του μας περίμενε μία ακόμη έκπληξη, καθώς ολόκληρος ο διάκοσμος βασιζόταν στη γοητεία της ψηφίδας. Μια ζωφόρος κάλυπτε και τις δυο αντικριστές εσωτερικές επιφάνειες του ναού, με υπέροχους αγγέλους μαζί με την επιβλητική μορφή του Ιησού και την γλυκιά υπόσταση της Παναγιάς καθώς κι άλλες μορφές που δεν κατάλαβα σε ποια ιστορικά ή θρησκευτικά πρόσωπα αντιστοιχούσαν. Ο ναός ήταν γεμάτος κόσμο που περιφερόταν ανάμεσα στις κολώνες με το κεφάλι ψηλά, μαγεμένος από την ομορφιά αυτής της τόσο ιδιαίτερης και σπάνιας τέχνης. Μάλιστα αρκετοί αναπαύονταν στις καρέκλες που είχαν στηθεί σε διάφορα σημεία του ναού για να παρατηρήσουν με περισσότερη άνεση τις ψηφιδωτές μορφές που αιωρούνταν πάνω από τα κεφάλια τους.
Το σημαντικότερο όμως μνημείο της πόλης είναι η Βασιλική του Αγίου Βιταλίου, κτίσμα του 6ος αι. μ.Χ. Η Βασιλική του Αγίου Βιταλίου είναι ένα από τα σημαντικότερα παραδείγματα της παλαιοχριστιανικής Βυζαντινής τέχνης και αρχιτεκτονικής στη δυτική Ευρώπη. Η κατασκευή της ξεκίνησε το 527, όταν η Ραβέννα ήταν υπό την εξουσία των Οστρογότθων και ολοκληρώθηκε το 546 επί του Βυζαντινού Εξαρχάτου της Ραβέννας. Είναι περισσότερο γνωστή για τον πλούτο των Βυζαντινών ψηφιδωτών της, τα μεγαλύτερα και καλύτερα διατηρημένα εκτός Κωνσταντινούπολης. Η εκκλησία είναι τεράστιας σημασίας για τη Βυζαντινή τέχνη, καθώς είναι η μόνη μεγάλη εκκλησία από την περίοδο του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α΄ που σώζεται ουσιαστικά ανέπαφη μέχρι σήμερα. Ακόμη πιστεύεται ότι απεικονίζει το σχέδιο της Αίθουσας Ακροάσεων του Βυζαντινού Αυτοκρατορικού Ανακτόρου (Χρυσοτρίκλινο). Πόσα χρώματα, πόσες μορφές, ο Ιησούς χωρίς μούσι να κάθεται πάνω στο θρόνο και οι μορφές του Ιουστινιανού και της Θεοδώρας να κοιτούν με μια έπαρση όσους στέκονται από κάτω για να τους θαυμάσουν. Μείναμε αρκετή ώρα μέσα στο ναό, παρατηρώντας την κάθε λεπτομέρεια. Εκστασιαζόμουν με την εναλλαγή των χρωμάτων που έδιναν την εντύπωση πως παρατηρούσα κάποιον ζωγραφικό πίνακα κι όχι ψηφιδωτά. Η ατμόσφαιρα του ναού, το λιγοστό φως που έμπαινε από τα ημιδιάφανα παράθυρα που καλύπτονταν με λεπτά κομμάτια μαρμάρου και η απόλυτη σιωπή των επισκεπτών, πρόσφεραν μια συγκινητική αρμονία που έχω συναντήσει μόνο στον Όσιο Λουκά της Βοιωτίας και στην Νέα Μονή της Χίου. Μια μυσταγωγία που δεν με άφηνε να φύγω από κει μέσα.
Όμως στο Μαυσωλείο της Γάλλας Πλακιδίας η μαγεία ήταν ακόμη πιο έντονη. Ένα βαρύ πέπλο εμπόδιζε το φως της μέρας να διεισδύσει στο εσωτερικό του κτίσματος. Οι αποστάσεις των επισκεπτών με τα ψηφιδωτά ήταν πιο μικρές κι αυτό έδινε την δυνατότητα να 'ρθούμε πιο κοντά με τη συγκεκριμένη τέχνη. Παρατηρούσα εκστασιασμένος τις λείες επιφάνειες των ψηφίδων και τις χρωματικές εναλλαγές που γινόντουσαν τόσο αρμονικά. Αποσβολωμένος επικεντρωνόμουν και στη πιο μικρή λεπτομέρεια. Κάθε μορφή, κάθε αντικείμενο ακόμη κι η κάθε ψηφίδα μόνη της, φανέρωνε το μεράκι αυτών των καλλιτεχνών που τα φιλοτέχνησαν πριν τόσους αιώνες.
Το απόγευμα μας βρήκε στο πάρκο που βρίσκεται το Μαυσωλείο του Θεοδώριχου. Το Μαυσωλείο χτίστηκε από τον ίδιο τον βασιλιά το 520 για να γίνει ο μελλοντικός του τάφος. Τα λείψανά του όμως απομακρύνθηκαν κατά τη βυζαντινή περίοδο, για να μετατραπεί το μαυσωλείο σε παρεκκλήσι. Με τα χρόνια το κτίσμα καλύφθηκε από τις προσχώσεις ενός γειτονικού ποταμιού κι αποκαλύφθηκε ξανά στα τέλη του 19ου αιώνα. Σήμερα βρίσκεται στη καρδιά ενός όμορφου και καθαρού πάρκου, όπου βρήκαμε πολλές παρέες να απολαμβάνουν την απογευματινή τους χαλάρωση κάτω από τα δέντρα και σε ένα μικρό καφέ που είχε στηθεί στο βάθος. Παραμένοντας μαγεμένοι από τα ψηφιδωτά που θαυμάζαμε όλη τη μέρα, αποφασίσαμε να πιούμε το απογευματινό μας καφέ εκεί και να μαζέψουμε δυνάμεις για μια τελευταία βόλτα στην πόλη.
Κατά το σούρουπο επιστρέψαμε ξανά στην Πιάτσα Ντελ Πόπολο. Τα φώτα της πόλης είχαν ανάψει δίνοντάς της μια τελείως διαφορετική αύρα. Η πλατεία, τα καφέ και οι γύρω δρόμοι ήταν γεμάτοι κόσμο, κυρίως κατοίκους της πόλης. Φαινόταν στο περπάτημά τους και στην άνεση που είχαν με το χώρο γύρω τους. Στα μάτια τους διέκρινα μία ιδιαίτερη αγάπη για τον τόπο τους. Μια καλοσύνη κι έναν σεβασμό που συνήθως συναντά κανείς σ' αυτές τις μικρές και μη τουριστικές πόλεις που αισθάνονται πως έρχονται σε δεύτερη μοίρα όταν η υπόλοιπη χώρα σφύζει από τουριστικούς προορισμούς. Κι η Ραβέννα είναι μια απ' αυτές τις πόλεις.
Επιστρέφοντας προς το τραίνο, έριξα μια ματιά στον νυχτερινό ουρανό. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τα άστρα σαν μικρές ψηφίδες, κολλημένες πάνω στον ουράνιο θόλο. Αμέσως θεώρησα πως ήταν ένα ξεχωριστό δώρο που μου πρόσφερε η Ραβέννα για να τη θυμάμαι.