Δευτέρα 25 Ιουλίου 2022

Νυρεμβέργη, η ατέρμονη προσπάθεια συγκάλυψης ενός σκοτεινού παρελθόντος


Μπορεί η Νυρεμβέργη να μην ανήκει στα πιο δημοφιλή ταξιδιωτικά μέρη αλλά μια ολιγοήμερη διαμονή σ' αυτήν, σίγουρα θα προσφέρει όμορφες στιγμές και συγκινήσεις αντίστοιχες μ' αυτές που υπόσχονται διάσημοι ευρωπαϊκοί προορισμοί. Ωστόσο τις μέρες που έμεινα εκεί, η ατμόσφαιρα της πόλης, μου έδωσε την εντύπωση πως επιδιώκει να διατηρήσει μια διακριτική παρουσία, προσπαθώντας μ' αυτόν τον τρόπο να "καλύψει" ένα σκοτεινό κομμάτι του παρελθόντος της. Όμως πιστεύω πως η μελανή περίοδος που άφησε πίσω του ο γερμανικός ναζισμός είναι αδύνατον να σβήσει την αίγλη του πλούσιου αναγεννησιακού της παρελθόντος.
Η άφιξή μας στη Νυρεμβέργη ήταν κάπως περίεργη καθώς από τα παράθυρα του αεροπλάνου διακρίναμε δυο μεταγωγικά του αμερικανικού στρατού που εκείνη τη στιγμή επιβίβαζαν Αμερικανούς στρατιώτες, υπενθυμίζοντας μ' αυτόν τον τρόπο πως ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει επαναφέρει στην Γηραιά Ήπειρο το όχι και τόσο μακρινό και ξεχασμένο ψυχροπολεμικό κλίμα. Ξεπερνώντας το μούδιασμα της συγκεκριμένης εικόνας, η πόλη άρχισε να μας εντυπωσιάζει με το που βγήκαμε από το αεροδρόμιο. Η καθαριότητα του μετρό, οι πρωτότυπες διακοσμήσεις που είχε ο κάθε σταθμός κι η άνεση των βαγονιών που μας μετέφεραν στην πόλη, έγιναν αφορμή να εκδηλώσουμε σχετικά νωρίς τον ενθουσιασμό μας. Έναν ενθουσιασμό που τελικά εδραιώθηκε από την πρώτη κιόλας στιγμή που περιπλανηθήκαμε στο ιστορικό κέντρο της Νυρεμβέργης. 
Από την πρώτη μας κιόλας βόλτα, μας έκανε μεγάλη εντύπωση που η πόλη έχει διατηρήσει ένα μεγάλο κομμάτι του ιστορικού της κέντρου παρά τους καταστροφικούς βομβαρδισμούς του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Όμως τα διατηρημένα απομεινάρια του αναγεννησιακού της παρελθόντος είναι απλωμένα και χάνονται ανάμεσα στα ανακαινισμένα κτίρια αλλά και σε όσα φασιστικά οικοδομήματα έμειναν όρθια από τις καταστροφές. Υπάρχει όμως μια μικρή γωνιά της πόλης όπου έχει διατηρηθεί ανέπαφη η μεσαιωνική της όψη. Αναφέρομαι στην οδό Weissgerbergasse, η οποία είναι ένας ήσυχος κι άψογα διατηρημένος μεσαιωνικός δρόμος, είκοσι δύο αρχοντικών οικημάτων που στέκουν ακόμη όρθια διατηρώντας ένα κομμάτι της αναγεννησιακής παρελθοντικής ατμόσφαιρας. Οι χρωματιστές προσόψεις με τον εμφανή ξύλινο σκελετό, δημιουργούν έναν μοναδικό πολύχρωμο καμβά βγαλμένο από άλλες εποχές. Παρά την ιστορική της σημασία και την αρχιτεκτονική της αξίας, η οδός Weissgerbergasse είναι μια ζωντανή γειτονιά με διαμερίσματα, καταστήματα κι εστιατόρια, διατηρώντας μ' αυτόν τον τρόπο ζωντανή αυτήν την κρυμμένη γωνιά της πόλης όπου ο χρόνος έχει σταματήσει. 
Δυο στιγμές έχω συγκρατήσει από τις βόλτες μας σε εκείνη τη μικρή αλλά πανέμορφη γειτονιά. Η μια είναι η μυσταγωγική ατμόσφαιρα ενός εστιατορίου με χαμηλό φωτισμό, όπου οι σερβιτόροι περιφέρονταν ξυπόλυτοι και με μεσαιωνικό ντύσιμο σαν ξωτικά κι η άλλη στιγμή είναι από ένα βραδινό περίπατο μιας ομάδας Γερμανών που ακολουθούσαν κι άκουγαν με προσήλωση έναν γενειοφόρο κύριο, ο οποίος είχε ένα ντύσιμο παρόμοιο με αυτό των ορθόδοξων παπάδων και κρατούσε στα χέρια του μια δάδα, ενισχύοντας περαιτέρω τη μυστηριώδη του αύρα. Εκείνο το βράδυ ακολουθήσαμε διακριτικά το συγκεκριμένο γκρουπ φτάνοντας μαζί του ως τον ποταμό Πρέγκνιτς.  
Ο ποταμός Πρέγκνιτς (Pregnitz) είναι από μόνος του ένα ακόμη αξιοθέατο της πόλης. Χωρίζει τη Νυρεμβέργη στα δύο και περνάει από τρία σημεία των παλιών οχυρώσεων της. Μπορεί κανείς να απολαύσει από διάφορες μεριές την ήρεμη ομορφιά του συγκεκριμένου ποταμού, του οποίου οι όψεις διαφέρουν αναλόγως του σημείου που θα σταθεί κανείς για να αγναντεύσει. Για παράδειγμα από τη γέφυρα Maxbrücke μπορεί κανείς να παρατηρήσει τις άλλες δυο γέφυρες Henkerbrücke και Henkersteg (η περίφημη γέφυρα του Δήμιου) που συνδέουν τις δυο πλευρές της πόλης με το μικρό νησί του ποταμού αλλά και τις οχυρώσεις του Schlayerturm που ορθώνονται από τη δυτική μεριά πάνω από τα τρεχούμενα νερά. 
Η Γέφυρα του Δήμιου είναι εκείνη που τραβάει περισσότερο την προσοχή. Στενή, σκεπαστή και κλειστοφοβική, κατασκευάστηκε το 1457 κι η αρχική της μορφή ήταν πέτρινη. Η γέφυρα αυτή οδηγούσε στο σπίτι του δήμιου, ο οποίος ζούσε σχετικά απομονωμένος από τους υπόλοιπους κατοίκους της πόλης, οι οποίοι λόγω προκαταλήψεων δεν ήθελαν να έρχονται σε επαφή μαζί του. Το 1595 ο ποταμός πλημμύρισε και γκρέμισε το μισό τμήμα της γέφυρας, το οποίο αντικαταστάθηκε από την ξύλινη που σώζεται μέχρι σήμερα κι εξακολουθεί να οδηγεί στο καταραμένο σπίτι του δήμιου. Επίσης, δίπλα στη Γέφυρα του Δήμιου υπάρχει ένα ακόμη κτίριο, το οποίο στο παρελθόν φιλοξενούσε τους λεπρούς, στους οποίους έδιναν άδεια να εισέρχονται στην πόλη μόνο τις ημέρες του Πάσχα. Αργότερα το κτίριο αυτό μετατράπηκε σε αποθήκη οίνου (είναι ευρέως γνωστό πως τα κρασιά της Φρανκονίας είναι από τα πιο αγαπημένα των Γερμανών) και σήμερα λειτουργεί ως ξενώνας για φοιτητές. Για αρκετούς θεωρείται πως είναι το πιο όμορφο κτίριο της πόλης, καθώς είναι τοποθετημένο σχεδόν επάνω στον ποταμό. Δύσκολα θα μπορούσα να διαφωνήσω με την κοινή γνώμη αν και το αγαπημένο μου κτίριο προτιμώ να το αποκαλύψω στο τέλος της συγκεκριμένης ανάρτησης. 
Μιλώντας όμως για τον ποταμό Πρέγκνιτς και τα γεφύρια του, δε γίνεται να μην κάνω αναφορά και στην πιο κομψή γέφυρα του, η οποία είναι η Fleischbrücke. Η συγκεκριμένη γέφυρα χτίστηκε μεταξύ 1596 με 1598 για να συνδέσει τις δυο συνοικίες των ενοριών του Αγίου Σεβάλδου και του Αγίου Λαυρεντίου. Η κατασκευή της θεωρείται ιστορική λόγω κάποιων χαρακτηριστικών της, όπως το μεγάλο της πλάτος το οποίο φτάνει τα 15,3 μέτρα και το άνοιγμά της που ήταν στα 27 μέτρα καθιστώντας την ως την μεγαλύτερη αψιδωτή γέφυρα της Γερμανίας την περίοδο που χτίστηκε. Η γέφυρα έμεινε αμετάβλητη από την μέρα που στήθηκε και δεν υπέστη ζημιές την περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, μ' αποτέλεσμα σήμερα να διασώζεται ακέραια για τα αχόρταγα μάτια των επισκεπτών της πόλης αλλά και των κατοίκων της που εξακολουθούν εδώ κι αιώνες να τη διασχίζουν. Η μόνη επέμβαση που έγινε ήταν η τοποθέτηση μιας πύλης, στην κορυφή της οποίας είναι ξαπλωμένο ένα βόδι ενώ σε κάποιο σημείο της έχει σκαλιστεί μια λατινική επιγραφή, η οποία γράφει: "Omnia habent ortus suaque in crementa sed ecce quem cernis nunquam bos fuit hic Vitulus" (Όλα τα πράγματα έχουν μια αρχή και μεγαλώνουν, αλλά το βόδι που κοιτάς τώρα δεν ήταν ποτέ μοσχάρι). 
Θα ήθελα όμως να αναφερθώ και σε μια καλά κρυμμένη γέφυρα που με εντυπωσίασε με την κομψότητα και την ηρεμία που αποπνέει. Αναφέρομαι στην Karlsbücke που έχει μετατραπεί σε σημείο συνάθροισης παρεών που απολαμβάνουν ήρεμα το ποτό τους πάνω από τα νερά του ποταμού. Ένα μικρό μπαρ στην αρχή της γέφυρας έχει "υιοθετήσει" το μικρό τοξωτό πέρασμα προσφέροντας την ομορφιά ενός βαυαρικού ηλιοβασιλέματος και τη μουσική ενός ευχάριστου τύπου που παίζει την κιθάρα του σε ένα γειτονικό μπαλκόνι. Μπορώ να κατατάξω κι αυτό το σημείο της πόλης στη λίστα με τις μαγικές στιγμές που ζήσαμε εκεί. 
Τα πιο διάσημα σημεία του ιστορικού κέντρου της Νυρεμβέργης είναι το κάστρο (για το οποίο αναφέρθηκα στην προηγούμενη ανάρτηση), η προτεσταντική εκκλησία του Αγίου Σεβάλδου, η γοτθική εκκλησία του Αγίου Λαυρεντίου και η Κεντρική Αγορά με τα μνημεία της.
Ο Άγιος Σεβάλδος (Sebalduskirche) άρχισε να οικοδομείται το 1225-1273 με την όψη του να μεταβάλλεται στην πάροδο των αιώνων φτάνοντας στο σημερινό επιβλητικό του όγκο. Εντός του ναού βρίσκεται ο τάφος του Schreyer-Landauer έργο του Adam Kraft, ο οποίος χρονολογείται από το 1379 κι ο περίφημος τάφος του Αγίου Σεβάλδου, μια αριστουργηματική χάλκινη σαρκοφάγος που δημιουργήθηκε από τον Peter Vischer. Εντός της σαρκοφάγου βρίσκονται τα λείψανα του αγίου ενώ στον γλυπτό της διάκοσμο διακρίνεται ο ίδιος ο καλλιτέχνης με τη δερμάτινη ποδιά και τη σμίλη του. Ο ναός έχει έναν πλούσιο εσωτερικό διάκοσμο κι ένα τεράστιο εκκλησιαστικό όργανο. Αλλά καλό είναι να κοιτάει κανείς που και που το δάπεδο όταν περιφέρεται μες στον ναό και θαυμάζει τον γλυπτό του διάκοσμο, διότι είχα την ατυχία να σκοντάψω σε ένα χοντρό καλώδιο κάνοντας το παραπάτημά μου να ακουστεί εκκωφαντικά στο χώρο. Μεγάλο ενδιαφέρον έχει κι ένα βίντεο που παρουσιάζει όλα τα στάδια που πέρασε ο ναός για να φτάσει στη σημερινή του μορφή. Τέλος, υπάρχει και μια φωτογραφική έκθεση όπου απεικονίζονται οι καταστροφές που υπέστη ο ναός από τους βομβαρδισμούς του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου αλλά κι οι προσπάθειες της μετέπειτα ανοικοδόμησής του. Σε εκείνη την έκθεση αναφέρεται πως από τον πόλεμο κι έπειτα η εκκλησία αυτή αντιπροσωπεύει τη μεταπολεμική συγχώρεση των Βρετανών προς τους Γερμανούς.
Απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Σεβάλδου βρίσκεται το Δημαρχείο της πόλης, το οποίο στεγάζεται σε ένα μεγαλειώδες παλάτι ιταλικού αναγεννησιακού ύφους του 17ου αιώνα. Το μέγεθός του είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με τους στενούς δρόμους που περνάνε από μπροστά του, κάνοντας τους περαστικούς να νιώθουν πως διασχίζουν τις Συμπληγάδες Πέτρες, έχοντας από την μια το Δημαρχείο κι από την άλλη τον Άγιο Σεβάλδο. Αν το παρατηρήσεις από κάποια απόσταση θα σου δώσει την εντύπωση πως ανταγωνίζεται σε ύψος τον ναό. Δυστυχώς δεν καταφέραμε να μπούμε μέσα για να θαυμάσουμε τον εσωτερικό του διάκοσμο, τμήμα του οποίου διακρινόταν πίσω από τα θεόρατα παράθυρα. Μέσα από διάφορες συζητήσεις μάθαμε πως στα υπόγεια του έχουν διατηρηθεί απομεινάρια των προηγούμενων κτισμάτων που υπήρχαν εκεί καθώς κι οι γοτθικές φυλακές του 14ου αιώνα. 
Αφού πιάσαμε τις εκκλησίες της πόλης, περνάμε στην αντίπερα όχθη του ποταμού όπου ορθώνεται η εντυπωσιακή γοτθική εκκλησία του Αγίου Λαυρεντίου με τους δίδυμους πύργους της. Η εκκλησία αυτή ανήκει στους πιο γνωστούς ναούς της Ευαγγελικής Λουθηρανικής Εκκλησίας της Βαυαρίας. Σε αυτήν λειτουργεί και ο αρχιμανδρίτης της Νυρεμβέργης ο οποίος έχει την τιμή να είναι πάντα αυτός που προσφωνεί για πρώτη φορά τον αρχιεπίσκοπο Γερμανίας όταν αυτός εκλέγεται. Η εκκλησία αυτή είναι χτισμένη τον 14 αιώνα και είναι η μεγαλύτερη της πόλης. Η κατασκευή της πραγματοποιήθηκε σε δύο φάσεις, με την πρώτη να λαμβάνει χώρα το 1250 μ.Χ. όπου χτίστηκε η βασιλική με τους τρεις διαδρόμους και η δεύτερη φάση όπου στήθηκε η γοτθική της πλευρά το 1477 μ.Χ. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου η εκκλησία υπέστη σημαντικές ζημιές από τους βομβαρδισμούς αλλά στα μετέπειτα χρόνια αναστηλώθηκε πλήρως. Τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της είναι το μεγάλο βιτρό στην πρόσοψη του ναού που έχει διάμετρο εννιά μέτρα κι η μεγάλη συλλογή έργων τέχνης, τα οποία έχουν προσφερθεί από τις πλουσιότερες οικογένειες της πόλης κατά την διάρκεια των αιώνων. Μερικά απ' αυτά είναι κι ο Ευαγγελισμός του γλύπτη Veit Stoss, το οποίο δημιουργήθηκε το 1517, η χορωδία της αίθουσας του Adam Kraft ο οποίος σμίλευσε την μορφή του στη βάση αυτού του υπέροχου πέτρινου συμπλέγματος και φυσικά τα υπέροχα βιτρό που χρονολογούνται από το 1477. Επίσης στο εσωτερικό του ναού υπάρχει ένα μοναδικό εκκλησιαστικό όργανο, το οποίο θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα του κόσμου. Μεγάλη εντύπωση μου έκανε στην βορινή πλευρά της εκκλησίας, μια σειρά από δεκατέσσερις μεγάλες πέτρινες πλάκες, οι οποίες είχαν συλλεχθεί από δεκατέσσερα διαφορετικά στρατόπεδα συγκέντρωσης του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Μ' αυτόν τον τρόπο, οι πιστοί της πόλης προσπάθησαν να τιμήσουν τα θύματα των κολαστηρίων του ναζισμού. Ευγενική η κίνησή τους αλλά δε ξέρω κατά πόσο μπορεί να επουλώσει αυτές τις βαθιές και μόνιμα ανοιχτές πληγές που προκάλεσαν τα ναζιστικά τέρατα. 
Σχετικά κοντά στην εκκλησία του Αγίου Λαυρεντίου βρίσκεται το Εθνικό Γερμανικό Μουσείο (Germanisches Nationalmuseum), το οποίο φιλοξενεί τη μεγαλύτερη συλλογή της χώρας που σχετίζεται με το γερμανικό πολιτισμό, καθώς το μουσείο διαθέτει περισσότερα από 1,3 εκατομμύρια αντικείμενα που παραπέμπουν στην καλλιτεχνική και πολιτιστική ιστορία της χώρας. 
Έξω από το μουσείο βρίσκεται η Οδός των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Straße der Menschenrechte), ένα μνημείο δρόμου αφιερωμένο στην παγκόσμια ειρήνη. Ο συγκεκριμένος δρόμος, ο οποίος ξεκινάει από μια μινιμαλιστική πύλη και διασχίζει όλη την πρόσοψη του μουσείου, έχει μια σειρά τσιμεντένιων κολώνων πάνω στις οποίες είναι χαραγμένα αποσπάσματα από τη διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε όλες τις γλώσσες. Στην εντέκατη κολώνα υπάρχει και το αντίστοιχο ελληνικό άρθρο για το οποίο δεν είμαι και τόσο βέβαιος κατά πόσο εφαρμόζεται στη χώρα μας σήμερα. 
Τη μέρα που επισκεφθήκαμε το Εθνικό Γερμανικό Μουσείο, πέσαμε πάνω σε συγκέντρωση για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η πλατεία μπροστά από το μουσείο είχε καταληφθεί με αντιπολεμικά πλακάτ και πάνω από τα κεφάλια των συγκεντρωμένων κυμάτιζαν ουκρανικές κι ευρωπαϊκές σημαίες. Αποφασίσαμε να εισχωρήσουμε στο πλήθος για να αφουγκραστούμε τον παλμό του. Κάθε τόσο διάφοροι εκπρόσωποι σωματείων ανέβαιναν σε ένα αυτοσχέδιο βήμα κι έβγαζαν πύρινους λόγους που δυστυχώς δεν μπορούσαν να μας αγγίξουν διότι δεν καταλαβαίναμε ούτε μια γερμανική λέξη. Όταν όμως ξεκίνησε η πορεία, την ακολουθήσαμε διακριτικά γυρνώντας με τυμπανοκρουσίες και συνθήματα στην πλατεία του Αγίου Λαυρεντίου. 
Κατά την επιστροφή μας αντικρίσαμε και θαυμάσαμε ένα ακόμη μεσαιωνικό αξιοθέατο της πόλης, το επιβλητικό πενταώροφο κτίσμα Nessauer haus. Η συγκεκριμένη γοτθική έπαυλη του 14ου αιώνα ξεχωρίζει για την υπέροχη στέγη της, τους πυργίσκους της και το περίτεχνο περιμετρικό μπαλκόνι της. Από την Κρήνη των Αρετών (Tugendbrunnen) που στέκει ανάμεσα στο ναό του Αγίου Λαυρεντίου και το Nessauer haus, βγήκαμε από την πορεία και κινήσαμε ξανά προς την αντίπερα όχθη της πόλης, έχοντας την επιθυμία να επισκεφθούμε ένα ακόμη μουσείο. 
Το διάσημο και χαρούμενο Μουσείο Παιχνιδιών της Νυρεμβέργης (Spielzeugmuseum) θεωρείται πως είναι το κορυφαίο μουσείο στο είδος του στον κόσμο. Το μουσείο αυτό εδρεύει σε ένα ιστορικό παλιό σπίτι που χρονολογείται από το 1517 και τα μεγάλα του δωμάτια έχουν μετατραπεί εκθεσιακές αίθουσες γεμάτες με μοναδικά και σπάνια παιχνίδια, τα οποία έχουν ταξινομηθεί κατά είδος και χρονική περίοδο. Κάποια απ' αυτά χρονολογούνται από τα μεσαιωνικά χρόνια. Σχεδόν όλα είναι κατασκευασμένα στη Νυρεμβέργη, η οποία ήταν διάσημη για τους κατασκευαστές παιχνιδιών (κυρίως κούκλες). Στους τελευταίους ορόφους συναντήσαμε αρκετά παιχνίδια που είχαμε κι εμείς στη συλλογή μας την περίοδο των 80s και 90s, ξυπνώντας μας μνήμες καλά χωμένες στα πιο κρυφά σημεία του μυαλού μας. Όσην ώρα περιπλανιόμασταν ανάμεσα στα παιχνίδια τόσο περισσότερο επιστρέφαμε στην παιδική μας ηλικία και μοιραζόμασταν μεταξύ μας γλυκές αναμνήσεις, κι αυτό είναι ένα ανεκτίμητο δώρο που προσφέρει το συγκεκριμένο μουσείο στους επισκέπτες του.
Στη συνέχεια των περιπλανήσεών μας θα ήθελα να επισημάνω πως όλες μας οι βόλτες είχαν ένα σταθερό σημείο από το οποίο περνούσαμε συνεχώς. Αναφέρομαι στη διάσημη Κεντρική Αγορά της Νυρεμβέργης. Η Hauptmarkt φημίζεται πως μεταμορφώνεται σε παραμυθένιο τοπίο στις γιορτές των Χριστουγέννων, αλλά χωρίς τα χριστουγεννιάτικα μαγαζάκια δεν εντυπωσιάζει ιδιαίτερα πέρα από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία της Παναγιάς και το Γοτθικό Σιντριβάνι της. 
Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία της Παναγίας (Frauenkirche) είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα γοτθική αρχιτεκτονικής και θεωρείται σημαντική τόσο για την ιστορία της όσο και για τον πλούσιο γλυπτό διάκοσμο στη πρόσοψή της. Η εκκλησία χτίστηκε μετά από απαίτηση του Charles IV, αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μεταξύ 1352 και 1362, πάνω στα ερείπια μιας παλιάς εβραϊκής συναγωγής που καταστράφηκε από το πογκρόμ του 1349 μετά το ξέσπασμα του Μαύρου Θανάτου. Ο Charles ΙV ήθελε τον συγκεκριμένο ναό γι' αυτοκρατορικές τελετές. Γι' αυτό το λόγο στη διακόσμησή του διακρίνεται το οικόσημο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι Επτά Πρίγκιπες, η πόλη της Νυρεμβέργης κι η πόλη της Ρώμης όπου στέφονταν οι αυτοκράτορες. Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά της εκκλησίας είναι το Männleinlaufen, ένα μηχανικό ρολόι που εγκαταστάθηκε στην εκκλησία μεταξύ 1506 και 1509. Στο μηχανισμό αυτό παρουσιάζεται ο Άγιος Ρωμαίος Αυτοκράτορας καθισμένος ανάμεσα στους αυλικούς του. Ο μηχανισμός του ρολογιού ενεργοποιείται το μεσημέρι, όπου ξεκινάει η ακολουθία με τους σαλπιγκτές και τους τυμπανιστές και στη συνέχεια ακολουθεί η πομπή των αυλικών γύρω από τη μορφή του Αγίου Ρωμαίου Αυτοκράτορα.
Στην άλλη άκρη της πλατείας βρίσκεται το Γοτθικό Σιντριβάνι (Schoner Brunnen) το οποίο θεωρείται πως είναι ένα από τα θαύματα της μεσαιωνικής Νυρεμβέργης. Το μνημείο αυτό κατασκευάστηκε το 1386 με 1396, έχει ύψος 19 μέτρα κι είναι έργο του αρχιτέκτονα και λιθοξόου Heinrich Beheim. Πάνω στο σύμπλεγμα αυτό μπορεί να διακρίνει κανείς σαράντα μορφές, οι οποίες είναι μοιρασμένες σε τέσσερα επίπεδα και σχετίζονται με ιστορικά πρόσωπα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, το μνημείο είχε καλυφθεί από σκυρόδεμα για να προστατευτεί από τους βομβαρδισμούς. Αξίζει να ανεβεί κανείς πάνω στα κάγκελά του και να στριφογυρίσει το διάσημο χρυσό δαχτυλίδι του, διότι πιστεύεται πως η κίνηση αυτή φέρνει τύχη. 
Κοντά στην κεντρική αγορά βρίσκεται κι ένα περίεργο αλλά κι άσχημο γλυπτό, το Narrenschiffbrunnen, ένα ιδιαίτερο γλυπτό από μπρούτζο που ανήκει στον Hans Juergen Weber. Το έργο αυτό είναι εμπνευσμένο από σχέδια του Dürer αλλά κι από το ομώνυμο βιβλίο του Sebastian Brant. Στη μια πλευρά της βάρκας απεικονίζεται ο διωγμός του Αδάμ και της Εύας από τον Παράδεισο. Κοντά στο ζευγάρι βρίσκεται κι ο γιος τους Κάιν, που κρατάει ένα μαχαίρι. Με τις φιγούρες αυτές δημιουργείται μια αλληγορία για τη βία, το θάνατο και τη ματαιότητα. Το συγκεκριμένο έργο ανήκει σε μια σειρά γλυπτών που έχουν τοποθετηθεί διάσπαρτα στην πόλη και δε φημίζονται ιδιαίτερα για την καλαισθησία τους. Ένα αντίστοιχα άσχημο δημόσιο έργο είναι το αμφιλεγόμενο σιντριβάνι "Ehekarussell" (έργο του Hans Juergen Weber κι αυτό), το οποίο είναι ένα σύμπλεγμα αλλοπρόσαλλων αγαλμάτων που αναπαριστούν το ποίημα του Hans Sachs "Bitter-sweet Married Life". Περισσότερο μου τράβηξε την προσοχή ο "Λευκός Πύργος" που βρίσκεται πίσω από το σιντριβάνι, όχι σαν κτίριο αλλά σαν ιδέα πως κι η Νυρεμβέργη έχει Λευκό Πύργο. Τελικά όλοι δικαιούνται να έχουν έναν "Λευκό Πύργο" αφού...
Βγαίνοντας λίγο έξω από το ιστορικό κέντρο, μπορεί κανείς να θαυμάσει ένα μεγάλο μέρος των τειχών της παλιάς πόλης που χρονολογούνται από τον 14ο και 15ο αιώνα καθώς και των επιπρόσθετων τμημάτων του 16ου και 17ου αιώνα. Στις παλιές τάφρους της πόλης έχουν χαραχθεί μονοπάτια συνολικού μήκους πέντε χιλιομέτρων που οδηγούν τους επισκέπτες σε όλους τους πύργους και τις πύλες που στέκουν ακόμη όρθιες. Το καλύτερα διατηρημένο τείχος βρίσκεται στη δυτική πλευρά της πόλης, το οποίο ξεκινάει από τον τεράστιο πύργο Spittlertor και καταλήγει στον άλλο τεράστιο πύργο Maxtor. Όμως ενδιαφέρον έχει κι ο Frauentor που βρίσκεται απέναντι από τον σιδηροδρομικό σταθμό αλλά κι η τάφρος που σχηματίζεται βορειοδυτικά του κάστρου και σήμερα λειτουργεί ως πάρκο. 
Για το τέλος αφήνω ένα ιστορικό σημείο της πόλης που οφείλει κάθε επισκέπτης της Νυρεμβέργης να τιμήσει. Αναφέρομαι στο Μέλαθρον της Δικαιοσύνης της Νυρεμβέργης όπου πραγματοποιήθηκε η διάσημη Δίκη της Νυρεμβέργης, η δίκη των Γερμανών ναζιστών εγκληματιών πολέμου. Το Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο συνεδρίασε στο δικαστικό μέγαρο της Νυρεμβέργης, από τις 20 Νοεμβρίου του 1945 μέχρι την 1η Οκτωβρίου 1946, με κατηγορούμενους 24 μέλη του Εθνικοσοσιαλιστικού Γερμανικού Εργατικού Κόμματος και οκτώ ναζιστικές οργανώσεις. Το Δικαστήριο ήταν αποτέλεσμα μιας συμφωνίας, την οποία υπέγραψαν οι Κυβερνήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, της Μεγάλης Βρετανίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών στις 8 Αυγούστου 1945 στο Λονδίνο για την δίκη και πιθανή καταδίκη όλων των εγκληματιών πολέμου που ήταν προερχόμενοι από τον Άξονα. Στο Δικαστήριο συμμετείχε, επίσης και η Γαλλία. Ως τόπος διεξαγωγής της δίκης αρχικά είχε προταθεί, από τους Σοβιετικούς, το Βερολίνο. Αυτό, όμως, ήταν πρακτικά αδύνατο, λόγω των καταστροφών που είχε υποστεί η πόλη. Τελικά, επελέγη η Νυρεμβέργη, για δύο λόγους. Πρώτον επειδή διέθετε Δικαστικό Μέγαρο μεγάλων διαστάσεων, το οποίο είχε υποστεί ελάχιστες καταστροφές και δεύτερον για να έχει η δίκη συμβολικό χαρακτήρα καθώς θα πραγματοποιούταν στη γενέτειρα του εθνικοσοσιαλισμού, (εκεί διεξαγόταν, κάθε χρόνο, το Συνέδριο του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος NSDAP). Ένας ακόμη λόγος που οι Αμερικανοί κι οι Βρετανοί προτίμησαν την συγκεκριμένη πόλη είναι επειδή βρισκόταν ήδη στη δική τους ζώνη κατοχής. 
Σήμερα η περίφημη "Αίθουσα 600" όπου πραγματοποιήθηκε η Δίκη της Νυρεμβέργης είναι ανοιχτή στο κοινό όταν δε χρησιμοποιείται γι' άλλες δίκες. Ένα μούδιασμα σε πιάνει όταν εισχωρείς στην αίθουσα που καταδικάστηκαν όσα τέρατα δεν πρόλαβαν να διαφύγουν ή να αυτοκτονήσουν μετά την Πτώση του Βερολίνου. Κοιτούσα προς το σημείο όπου είχαν κάτσει οι Ρούντολφ Ες, Χανς Φρανκ, Χέρμαν Γκέριγκ, Αλφρεντ Γιολντ, Ερνστ Καλτενμπρούννερ κι οι υπόλοιποι ναζί εγκληματίες κι ανατρίχιαζα φέρνοντας στο μυαλό μου εικόνες από τις κινηματογραφικές λήψεις της δίκης. 
Στο μοναδικό σημείο της πόλης που είχε σχέση με το ναζιστικό παρελθόν της πόλης αλλά δεν προλάβαμε να επισκεφθούμε ήταν οι τερατώδεις εγκαταστάσεις γύρω από τη λίμνη Dutzendteich. Εκεί βρίσκεται και το Κέντρο Τεκμηρίωσης του Κογκρέσου του Ναζιστικού Κόμματος. Παρόλο που δε το προλάβαμε, θεωρώ πως είναι απαραίτητη μια επίσκεψη στο χώρο αυτό διότι μέσα από τα ντοκουμέντα, τα αρχεία και τις φωτογραφίες μπορεί κανείς να κατανοήσει την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, τον τρόπο χειραγώγησης του γερμανικού λαού αλλά και την εφιαλτική πορεία του ναζισμού που οδήγησε στο χαμό εκατομμυρίων ανθρώπων. Αυτό όμως που κάνει την επίσκεψη πιο ενδιαφέρουσα είναι πως η ιστορία  αυτή παρουσιάζεται σε έναν από τους χώρους που διαδραματίστηκαν όλα αυτά τα γεγονότα που εξιστορεί μέσα από την έκθεση. Επίσης στο πάρκο που απλώνεται γύρω από τη λίμνη, βρίσκονται ασύλληπτες κατασκευές-μαμούθ που εκφράζουν απόλυτα την μεγαλομανία του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος μέσω των αρχιτεκτονικών οραμάτων του Albert Speer καθώς και τους ειδικούς φωτισμούς που χρησιμοποιούσε ως μέθοδο υποταγής κι εκφοβισμού. Σήμερα οι συγκεκριμένες εγκαταστάσεις χρησιμοποιούνται από νέους που πηγαίνουν εκεί για να κάνουν skate κι ακροβατικά με τα ποδήλατά τους αλλά και για συναυλίες. 
Τις περιπλανήσεις μας στη Νυρεμβέργη θα τις ολοκληρώσω με το Νοσοκομείου του Αγίου Πνεύματος (Heilig-Geist-Spital), το οποίο θεωρώ πως είναι το ομορφότερο κτίριο της πόλης. Το Heilig-Geist-Spital χτίστηκε το 1332 κι ήταν το μεγαλύτερο νοσοκομείο στην πρώην Ελεύθερη Αυτοκρατορική Πόλη της Νυρεμβέργης. Στο νοσοκομείο νοσηλεύονταν και λεπροί, οι οποίοι διέμεναν σε ένα ξύλινο οίκημα. Η πτέρυγα του πάνω από το ποτάμι προστέθηκε μετέπειτα, γύρω στο 1500. Έως το 1796 το οικόσημο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας φυλασσόταν εδώ, αντί στο κάστρο. Σήμερα στους πάνω ορόφους λειτουργεί ως γηροκομείο αλλά στο ισόγειό του υπάρχει ένα παραδοσιακό εστιατόριο που διατηρεί την αυθεντική βαυαρική ατμόσφαιρα. Το συγκεκριμένο εστιατόριο μας πρόσφερε μια μαγική βραδιά κλείνοντας με τον πιο όμορφο τρόπο τη διαμονή μας στη Νυρεμβέργη αλλά και τη Χαϊδελβέργη. Σημαντικό ρόλο σ' εκείνη τη βραδιά έπαιξε κι ο σερβιτόρος του εστιατορίου που είναι Έλληνας, ο οποίος μόλις αντιλήφθηκε πως είμαστε συμπατριώτες, μας πρόσφερε ένα τραπέζι δίπλα σε παράθυρο. Με τη βοήθεια του Άγγελου από την Θεσπρωτία απολαύσαμε το τελευταίο μας γεύμα έχοντας θέα την πόλη και το ποτάμι την ώρα που έδυε ο ήλιος κι έντυνε την Νυρεμβέργη με ένα βελούδινο πορφυρό χρώμα. Μ' αυτόν τον άκρως μαγευτικό τρόπο μας αποχαιρέτησε αυτή η απρόσμενα όμορφη βαυαρική πόλη.
Την επόμενη μέρα αναχωρήσαμε από την Νυρεμβέργη χορτασμένοι από μαγικές στιγμές και γοητευτικές εικόνες. Το μέγεθός της, οι ανθρώπινες αποστάσεις που την κάνουν να περπατιέται από άκρη σ' άκρη, τα όμορφα λιτά αξιοθέατά της κι οι χαλαροί της ρυθμοί την κατατάσσουν στις πιο όμορφες κι ανθρώπινες πόλεις που έχω επισκεφθεί.  

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2022

Νυρεμβέργη, το πληγωμένο κάστρο της Βαυαρίας



Η Νυρεμβέργη είναι μια πόλη παρεξηγημένη διότι έχει συσχετιστεί με τον ναζισμό, καθώς είχε γίνει το άντρο του γερμανικού εθνικισμού φιλοξενώντας αρκετές προπαγανδιστικές εκδηλώσεις και φασιστικά συνέδρια, γεγονός που δυστυχώς αλλοίωσε αρκετά τόσο τον χαρακτήρα της όσο και την όψη της καθώς ορθώθηκαν αρκετά φασιστικά κτίρια στο πανέμορφο ιστορικό της κέντρο. 
Πριν αρχίσω όμως να αναφέρομαι στην πόλη και στις στιγμές που ζήσαμε σ' αυτήν, προτιμώ να ξεκινήσω με το πρώτο αξιοθέατο που επισκεφθήκαμε, το πληγωμένο κάστρο της Νυρεμβέργης που εξακολουθεί να στέκει περήφανο  στα βόρεια της πόλης πάνω σε ένα τεράστιο βράχο από ψαμμίτη. 
Η πρώτη μας πρωινή περιπλάνηση ξεκίνησε με έναν γλυκό ανοιξιάτικο ήλιο να μας συντροφεύει από ψηλά, παρατηρώντας κάθε τόσο τις ποικίλες εκφράσεις του ενθουσιασμό μας καθώς η πόλη  αποκάλυπτε σταδιακά την ιδιαίτερη ομορφιά της. Στην παλιά πόλη εισχωρήσαμε από το πέρασμα του πύργου Laufer (Laufer Schlagturm). Από εκείνο το σημείο κι έπειτα επικρατούσε μπρος στα μάτια μας μια συνεχής μάχη ανάμεσα στα παλιά κτίρια της πόλης και στα μετέπειτα φασιστικά. Από την μια υπήρχε μια διακριτική καλαισθησία κι από την άλλη μια απειλητική επιβολή όγκου κι ευθείων γραμμών. Παρόλο που οι δυο αυτές τάσεις δεν ταιριάζουν μεταξύ τους, στους δρόμους της Νυρεμβέργης έδεναν κάπως απροσδιόριστα, δίνοντάς σου την εντύπωση πως απλώς ανέχονταν η μια την ύπαρξη της άλλης. 
Τα πρωινά αγουροξυπνημένα μας βήματα, μας οδήγησαν σε μια μικρή πλατεία με το εντυπωσιακό άγαλμα του φημισμένου χαρτογράφου (κι εμπόρου υφασμάτων) Martin Behaim, ο οποίος είναι διάσημος για την παλαιότερη σωζόμενη στον κόσμο υδρόγειο σφαίρα, την οποία είχε δημιουργήσει για την αυτοκρατορική πόλη της Νυρεμβέργης το 1492. Κοντά στον αδριάντα του σπουδαίου Γερμανού χαρτογράφου είναι ξαπλωμένος, σχεδόν σε νεκρική στάση, κι ένας ρινόκερος. Ο ρινόκερος όπως κι ο λαγός είναι δυο ζώα τα οποία συναντάει κανείς σε πολλά σημεία της πόλης, κάτι που οφείλεται στις σπουδές που είχε κάνει πάνω σ' αυτά ο διάσημος Γερμανός ζωγράφος, χαράκτης και θεωρητικός της Γερμανικής Αναγέννησης Αλμπρεχτ Ντύρερ. Την παρουσία του συγκεκριμένου ζωγράφου μπορεί κανείς να τη βρει σχεδόν σε όλη την πόλη. Από το αεροδρόμιο μέχρι το μετρό κι από τις ονομασίες των οδών μέχρι τους πλανόδιους ζωγράφους που προσπαθούν να τον μιμηθούν. Την παρουσία του την συναντήσαμε και σε μια μικρή στάση που κάναμε για να πιούμε τον πρωινό μας καφέ σε μια ανισόπεδη μικρή πλατεία που βρίσκεται στα ριζά των τειχών του κάστρου. Εκεί συναντήσαμε τον περιβόητο λαγό του Ντύρερ (00:43-00:52), ένα αποτροπιαστικό γλυπτό με ένα γιγάντιο λαγό που κατασπαράζει με το βάρος του κάποιους ανθρώπους. Παρόλο που το σώμα του είναι από μέταλλο, το ορθάνοιχτο μάτι του αποτελείται από διαφορετικά υλικά, προσθέτοντάς του μια απειλητική ζωντάνια. Όμως εκείνο το πρωινό ο λαγός φάνηκε πως είχε αφεθεί στα ζεστά χάδια του ήλιου, αφήνοντάς μας να απολαύσουμε ανενόχλητοι τον καφέ μας μαζί με τα γευστικά πρέτζελ που είχαμε αγοράσει από ένα γειτονικό φούρνο. 
Σε εκείνη την πλατεία βρίσκεται και το σπίτι του Αλμπρεχτ Ντύρερ το οποίο σήμερα έχει μετατραπεί από το 1871 σε μουσείο αφιερωμένο σε εκείνον και τα έργα του (00:04-00:52). Το κτίριο που στεγάζεται η συλλογή και τα εργαστήρια του σπουδαίου Γερμανού ζωγράφου είναι ένα κλασσικό δείγμα παραδοσιακού σπιτιού με τον γνωστό ξύλινο εξωτερικό σκελετό που δημιουργεί διάφορα σχέδια στις όψεις του, χτισμένο το 1420. Αποτελείται από πέντε ορόφους, με τους δυο πρώτους να είναι με πέτρα και τους άλλους τρεις στηριζόμενους στο ξύλινο σκελετό. Το 1501 το σπίτι αγοράστηκε από τον Γερμανό αστρονόμο Bernhard Walther, ο οποίος τροποποίησε τη στέγη δημιουργώντας μικρά παραθυράκια που λειτουργούσαν ως παρατηρητήριο προς τον έναστρο ουρανό. Το σπίτι πέρασε στα χέρια του Ντύρερ το 1509. Η διαρρύθμιση του εσωτερικού χώρου είναι εντυπωσιακή, γυρνώντας σε πίσω στο χώρο. Στον πρώτο όροφο υπάρχουν κάμποσα από τα έργα του δημιουργού (όχι όμως τα πιο γνωστά) ενώ στους πιο πάνω ορόφους εισχωρείς στην καθημερινή του ζωή και στα εργαστήριά του. Το πιο όμορφο σημείο του μουσείου για μένα ήταν το τυπογραφείο, όπου πέρα από το μηχάνημα μπορεί να παρατηρήσει κανείς τις μήτρες από τις οποίες έβγαιναν τα χαρακτικά του έργα. Ένα απ' αυτά είναι και το αγαπημένο μου, το "Μελαγχολία Ι" του 1514.
Μετά την επίσκεψή μας στο μουσείο του Ντύρερ, ανηφορήσαμε προς τα παλιά τείχη της πόλης. Το κάστρο της Νυρεμβέργης μαζί με τα τείχη του θεωρείται ως ένα από τα πιο τρομερά μεσαιωνικά οχυρά κι αποτελείται από ένα σύμπλεγμα τριών οχυρωματικών οικοδομημάτων, το Kaiserburg που είναι το αυτοκρατορικό κάστρο, το Burggrafenburg που είναι ένα σύμπλεγμα διαφόρων κτιρίων του εκάστοτε άρχοντα της πόλης και το Reichsstädtische Bauten που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του κάστρου και σ' αυτό βρίσκονται τα δημοτικά κτίρια της αυτοκρατορικής πόλης. 
Πρώτη αναφορά του κάστρου γίνεται το 1105 μ.Χ., ενώ το 1140 μ.Χ. ο βασιλιάς Κόνραντ ο Γ' έχτισε ένα δεύτερο κάστρο στο βράχο για να το έχει ως βασιλική κατοικία. Σχεδόν όλοι οι αυτοκράτορες της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας έμειναν σε αυτό σε διάφορες εποχές κατά τη διάρκεια της βασιλείας τους. Ο Φρειδερίκος Α' Βαρβαρόσσα (Friedrich Barbarossa) κι οι διάδοχοί του ανέπτυξαν το υπάρχον βασιλικό κάστρο από τα μέσα του 11ου αιώνα σε μια εντυπωσιακή αυτοκρατορική έδρα, όπως αντικατοπτρίζεται ιδιαίτερα στο διώροφο παρεκκλήσι, το οποίο διατηρείται μέχρι σήμερα στο σύνολό του. Τον 13ο αι. η Νυρεμβέργη έγινε ελεύθερη αυτοκρατορική πόλη και το κάστρο έγινε κτήμα της τοπικής αρχής, η οποία πρόσθεσε κι άλλα οχυρωματικά έργα τα οποία στέκουν μέχρι σήμερα όπως ο πύργος Luginsland, ο οποίος σημαίνει "αυτός που προσέχει τη γη από ψηλά". 
Σε πολλά ντοκουμέντα καταγράφεται πως το Αυτοκρατορικό Κάστρο είχε αρκετούς και διαφορετικούς κήπους κατά τη διάρκεια της ιστορίας του, από τους οποίους κανένας δεν έχει διατηρηθεί. Ο αυτοκράτορας Friedrich III (1440-1493) είχε δημιουργήσει τους δικούς του "κρεμαστούς κήπους", οι οποίοι ήταν μια αντιγραφή των κήπων της θρυλικής βασίλισσας της Βαβυλώνας, Σεμίραμις. Στις αρχές του 18ου αιώνα, ο βοτανολόγος (έμπορος και κατασκευαστής) Γιόχαν Κρίστοφ Βολκαμέρ (Johann Christoph Volkamer) σχεδίασε αυτούς τους κήπους στο έργο του "Κήποι των Εσπερίδων". 
Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, τόσο ο πύργος Luginsland όσο και τα άλλα χτίσματα του κάστρου καταστράφηκαν κι αναστηλώθηκαν μετά την λήξη του πολέμου από τους αρχιτέκτονες Ρούντολφ Έστερερ (Rudolf Esterer) και Ιουλίου Λίνκε (Julius Lincke). Στις μέρες μας τα ανατολικά δημοτικά κτίρια του κάστρου (Kaiserstallung and Luginsland) χρησιμοποιούνται ως πανδοχείο, δένοντας όμορφα μ' αυτόν τον αρμονικό τρόπο το κάστρο και τα οχυρωματικά του έργα με τον υπόλοιπο ιστό της πόλης. Κάτω από τα τείχη ξεπηδούν μικρά μουσεία, διάφορα πολιτιστικά ιδρύματα, μπαράκια, εστιατόρια, καφετέριες και κατοικήσιμες γειτονιές οι οποίες δένουν τόσο όμορφα με τα αρχαία κτίρια του βράχου, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα η παλιά πόλη της Νυρεμβέργης να συνεχίζει να έχει ζωή διατηρώντας τη μοναδική ατμόσφαιρα του αυτοκρατορικού της παρελθόντος. 
Εντός του κάστρου υπάρχουν πολλά σημεία που αξίζει να επισκεφθεί κανείς όπως το Βαθύ Πηγάδι (Tiefer Brunnen), τα οποίο σε οδηγεί νοητά στην καρδιά του βράχου, ενώ μέσα στο Sinwell μπορούμε να συγκρίνουμε το σημερινό πανόραμα της πόλης με το αντίστοιχο της Παλιάς Πόλης τόσο πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο όσο και μετά κατά τη διάρκεια της ανοικοδόμησης της Νυρεμβέργης. 
Την μέρα της επίσκεψής μας, περιηγηθήκαμε στους υπαίθριους χώρους του κάστρου με κόσμο. Αυτό που με εντυπωσίασε ήταν η οικειότητα των κατοίκων με το μνημείο, οι οποίοι το αντιμετώπιζαν περισσότερο ως κομμάτι της πόλης παρά ως αξιοθέατο. Αρκετοί έπιναν το καφέ τους στην εσωτερική αυλή του οχυρού, άλλοι βόλταραν με τα σκυλιά τους, πιτσιρίκια έπαιζαν κυνηγητό τρέχοντας ανάμεσα στους τουρίστες οι οποίοι τα απέφευγαν με αξιοζήλευτους ελιγμούς. Επίσης πέσαμε πάνω σε κινηματογραφικά γυρίσματα, στερώντας μας προς στιγμή την υπέροχη θέα του κάστρου προς την πόλη. 
Το κάστρο το επισκεφθήκαμε ξανά το απόγευμα θέλοντας να θαυμάσουμε την νυχτερινή όψη της Νυρεμβέργης. Αυτή τη φορά ανεβήκαμε από την τάφρο, η οποία έχει μετατραπεί σε έναν πανέμορφο και καταπράσινο πάρκο για περίπατο και ηρεμία. Μια παρέα νεαρών είχαν ανέβει πάνω στα τείχη κι ατενίζανε την πόλη ενώ μέσα σε μια στοά συναντήσαμε μια κυρία να προσπαθεί με χάλια αγγλικά να τραγουδήσει το "Comfortably Numb" των Pink Floyd, κάνοντας μας να σταθούμε λίγη ώρα για να την απολαύσουμε. Επισκεφθήκαμε τους μικρούς κήπους που έχουν απομείνει πάνω στις οχυρώσεις και καταλήξαμε στο μεγάλο άνοιγμα στα ανατολικά του κάστρου για να θαυμάσουμε την πόλη. 
Η νύχτα είχε πέσει και το αεράκι μας ανάγκαζε να ανεβάσουμε τα φερμουάρ των αντιανεμικών μας μέχρι το λαιμό. 
Η θέα που απλωνόταν από κάτω μας ήταν εντυπωσιακή. Τα φώτα της πόλης μας καλούσαν στα ζεστά στέκια για μπύρα και λουκάνικα ενώ οι μεγάλοι γίγαντες της πόλης, η εκκλησία του Αγίου Σεβάλδου και του Αγίου Λαυρεντίου ορθώνοντας σαν δυο πελώριες σκιές πάνω από το ιστορικό κέντρο, λες και ξαπόσταιναν πίσω από τα σβησμένα τους φώτα. Δε χρειαζόμασταν τίποτε άλλο παρά μια μόνη ριπή του αέρα για να ξεχυθούμε στις ομορφιές της πόλης. 

Κυριακή 17 Ιουλίου 2022

Η υποκρισία της Δύσης





του Κάρλο Ροβέλι*
(επιμέλεια: Θανάσης Γιαλκέτσης) 


Λίγες φορές έχω αισθανθεί, όπως αυτή την περίοδο, τόσο απόμακρος από όλα όσα διαβάζω στις εφημερίδες και βλέπω στην τηλεόραση σχετικά με τον πόλεμο που διεξάγεται στην Ανατολική Ευρώπη. Λίγες φορές έχω αισθανθεί ότι διαφωνώ τόσο πολύ με τους κυρίαρχους λόγους. Ισως από τον καιρό της εφηβείας μου έχω να αισθανθώ ξανά τόσο πληγωμένος και προσβεβλημένος από τον δημόσιο λόγο γύρω μου. Αναρωτιέμαι γιατί. Στο βάθος διαφωνώ συχνά με τις πολιτικές και ιδεολογικές επιλογές των χωρών στις οποίες ζω, αλλά αυτό είναι φυσιολογικό –είμαστε τόσο πολλοί και έχουμε διαφορετικές γνώμες, διαφορετικές ερμηνείες του κόσμου. Επειτα, ακόμα και για τον πασιφισμό μου είμαι τελικά τόσο βέβαιος; Εχω αμφιβολίες, όπως όλοι. 
Γιατί τότε αισθάνομαι τόσο αναστατωμένος, πληγωμένος, τρομαγμένος από όσα διαβάζω σε όλες τις εφημερίδες και ακούω να επαναλαμβάνονται συνεχώς στην τηλεόραση, στους διαρκείς λόγους για τον πόλεμο; 
Σήμερα το κατάλαβα. Το κατάλαβα επιστρέφοντας νοερά στην περίοδο της πρώτης εφηβείας μου, όταν πριν από τόσα χρόνια η νεολαία πολλών χωρών του κόσμου άρχισε να εξεγείρεται ενάντια σε μια κατάσταση πραγμάτων που της φαινόταν λαθεμένη. Τι ήταν εκείνη η πρώτη ώθηση για αλλαγή; Δεν ήταν η κοινωνική αδικία, δεν ήταν οι λαοί που σφαγιάζονταν από τις ναπάλμ, όπως οι Βιετναμέζοι, δεν ήταν ο καθωσπρεπισμός, ο φαρισαϊσμός, ο βλακώδης αυταρχισμός των σχολείων και των Πανεπιστημίων, αλλά ήταν κάτι πιο απλό, πιο άμεσο, εκείνο που πλήγωσε τη νεολαία πριν από μισό αιώνα και πυροδότησε τις εξεγέρσεις τόσων νέων της εποχής: η υποκρισία του ενήλικου κόσμου. 
Η ενστικτώδης συνειδητοποίηση από τη νεανική διαύγεια του ότι τα επιδεικτικά διακηρυσσόμενα ιδεώδη ήταν «τάφοι κεκονιαμένοι»· ότι οι διακηρυγμένες ευγενείς αξίες ήταν η συγκάλυψη ενός μικρόψυχου εγωισμού· ότι η έντονη ηθικολογία, η πομπώδης σοβαροφάνεια του σχολείου, το υποτιθέμενο κύρος των θεσμών ήταν η συγκάλυψη προνομίων, εκμετάλλευσης, μικροτήτων και ευτελειών. 
Για τα διαυγή μάτια ενός νέου ή μιας νέας αυτό ήταν ανυπόφορο. Από τότε έχουν περάσει πολλά χρόνια. Ο κόσμος μού φαίνεται απείρως πιο πολύπλοκος από όσο μου φαινόταν τότε. Την αυταπάτη ότι όλα μπορούν να γίνουν καθαρά και έντιμα στον κόσμο την έχω χάσει εδώ και καιρό. Αλλά η έκρηξη της υποκρισίας της Δύσης σε αυτή την τελευταία χρονιά δεν έχει προηγούμενο. 
Ξαφνικά η Δύση -όλοι μαζί εν χορώ- άρχισε να εξυμνεί τον εαυτό της ως τον κάτοχο των αξιών, τον πρόμαχο της ελευθερίας, τον προστάτη των αδύναμων λαών, τον εγγυητή της νομιμότητας, τον φύλακα της ιερότητας της ανθρώπινης ζωής, τη μοναδική ελπίδα για έναν κόσμο ειρήνης και δικαιοσύνης. Αυτός ο ύμνος για το πόσο καλή και δίκαιη είναι η Δύση και το πόσο κακά είναι τα αυταρχικά κράτη είναι ένας ομόφωνος χορός, που επαναλαμβάνεται ασταμάτητα από κάθε άρθρο εφημερίδας και από κάθε τηλεοπτικό σχολιαστή. Η θηριώδης κακία του Πούτιν επισημαίνεται και καταδικάζεται συνεχώς. 
Κάθε βόμβα που πέφτει στην Ουκρανία μάς επαναλαμβάνει πόσο η Ρωσία είναι το κακό και εμείς το καλό. Θα ήμουν ευτυχής να ενώσω τη φωνή μου με τον χορό, αν κάθε φορά που καταδικάζουμε το γεγονός -το απολύτως καταδικαστέο- ότι μια στρατιωτική δύναμη, επικαλούμενη ανόητα προσχήματα, επιτέθηκε σε μια κυρίαρχη χώρα, η Δύση προσέθετε: «Και εγώ η Δύση επομένως δεσμεύομαι να μην κάνω ποτέ τίποτα παρόμοιο στο μέλλον, όπως το έκανα στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στη Λιβύη, στη Γρενάδα, στην Κούβα και σε τόσες άλλες χώρες. Το έχουμε κάνει, αλλά τώρα που το κάνουν οι Ρώσοι αντιλαμβανόμαστε πόσο οδυνηρό είναι και δεν θα το ξανακάνουμε». 
Θα ήμουν ευτυχής να ενώσω τη φωνή μου με τον χορό αν κάθε φορά που καταδικάζουμε το γεγονός -το απολύτως καταδικαστέο- ότι τα σύνορα των εθνών δεν γίνονται σεβαστά και η Ρωσία αναγνώρισε την ανεξαρτησία του Ντονμπάς, η Δύση προσέθετε: 
«Και εγώ η Δύση επομένως δεσμεύομαι να μην κάνω ποτέ τίποτα παρόμοιο στο μέλλον, όπως έκανα όταν αναγνώρισα αμέσως την ανεξαρτησία της Σλοβενίας και της Κροατίας, αλλάζοντας τα σύνορα της Ευρώπης και πυροδοτώντας έναν πολύ αιματηρό εμφύλιο πόλεμο με την αφαίρεση εδαφών από τη Γιουγκοσλαβία». Θα ήμουν ευτυχής να ενώσω τη φωνή μου με τον χορό, αν κάθε φορά που καταδικάζουμε το γεγονός -το απολύτως καταδικαστέο- ότι η Μόσχα βομβαρδίζει το Κίεβο σκοτώνοντας αθώους αμάχους, επικαλούμενη ως αιτία το ότι το Κίεβο βομβάρδιζε το Ντονμπάς, η Δύση προσέθετε: «Και εγώ η Δύση δεσμεύομαι να μην κάνω ποτέ τίποτα παρόμοιο, όπως έχω κάνει όταν βομβάρδιζα το Βελιγράδι σκοτώνοντας χίλιους ανθρώπους, γυναίκες και αθώα παιδιά, επικαλούμενη ως αιτία το ότι το Βελιγράδι βομβάρδιζε το Κόσοβο». 
Θα ήμουν ευτυχής να ενώσω τη φωνή μου με τον χορό, αν κάθε φορά που καταδικάζουμε το γεγονός -το απολύτως καταδικαστέο- ότι η Ρωσία αξιώνει να αλλάξει το πολιτικό καθεστώς του Κιέβου, επειδή αυτό το καθεστώς εναντιώνεται σε αυτήν, η Δύση προσέθετε: 
«Και εγώ η Δύση επομένως δεσμεύομαι να μην κάνω ποτέ τίποτα παρόμοιο στο μέλλον, όπως έχω κάνει όταν βομβάρδισα τη Λιβύη, εισέβαλα στο Ιράκ, αποσταθεροποίησα κυβερνήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο, από τη Μέση Ανατολή ώς τη Νότια Αμερική, από τη Χιλή ώς την Αλγερία, από την Αίγυπτο ώς την Παλαιστίνη, κάθε φορά που ένας λαός ψήφιζε υπέρ μιας κυβέρνησης που δεν ευνοούσε τα δυτικά συμφέροντα, όταν ανέτρεψα δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις, όπως στην Αλγερία, στην Αίγυπτο ή στην Παλαιστίνη, για να υποστηρίξω αντίθετα δικτατορίες όπως στη Σαουδική Αραβία μόνο επειδή με συμφέρει, παρ’ όλο που οι Σαουδάραβες συνεχίζουν να σφαγιάζουν τους πολίτες της Υεμένης». 
Και θα διαφωνούσα, αλλά ίσως δεν θα ήμουν τόσο αηδιασμένος, αν απλώς άκουγα να λένε: «Είμαστε οι πιο ισχυροί, θέλουμε να κυριαρχήσουμε στον κόσμο με τη βία των όπλων, για να υπερασπιστούμε τον πλούτο μας, και θα κυριαρχήσουμε». Τουλάχιστον δεν θα ήταν υποκρισία, τουλάχιστον θα μπορούσαμε να συζητήσουμε αν αυτή είναι ή όχι μια διορατική επιλογή και μήπως είναι πιο διορατικό να σταματήσουμε τη σύγκρουση και να αναζητήσουμε τη συνεργασία.

*Γεννημένος στη Βερόνα το 1956, ο Κάρλο Ροβέλι είναι καθηγητής Θεωρητικής Φυσικής και έχει διδάξει σε Πανεπιστήμια της Ιταλίας και των ΗΠΑ. Σήμερα διευθύνει το Κέντρο Θεωρητικής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο της Μασσαλίας. Στη γλώσσα μας κυκλοφορούν τα έργα του: «Επτά σύντομα μαθήματα Φυσικής» και «Η πραγματικότητα δεν είναι αυτό που φαίνεται» (Πατάκης 2016 και 2019 αντίστοιχα).

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2022

Φεύγουμε για τα Δυτικά Βαλκάνια



του Όμηρου Ταχμαζίδη*


Η "γεωγραφία" είναι κυρίως και σχεδόν πάντοτε ένα μέγεθος "πολιτικό". Μια πολιτική διάσταση, η οποία εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως με τις επιλεγμένες κάθε ιστορική στιγμή ονομασίες ενός γεωγραφικού χώρου. Και οι ονομασίες αυτές δεν περιγράφουν μόνο, αλλά συγκροτούν τις προκατανοήσεις μέσω των οποίων προσλαμβάνουμε μια γεωγραφική ενότητα: την κατασκευή μιας γεωγραφικής ενότητας. Τέτοια κατασκευή, στις μέρες μας, είναι και ο "γεωγραφικός" προσδιορισμός "Δυτικά Βαλκάνια" ή "Δυτική Βαλκανική". Σε αυτές τις περιπτώσεις τον πρώτο λόγο δεν έχει ο "αντικειμενικός χώρος", η "γεωγραφία" μιας ευρύτερης περιοχής, αλλά η "πολιτική". Τα "Δυτικά Βαλκάνια", όπως φυσικά και "τα Βαλκάνια", είναι πρωτίστως όροι της πολιτικής και μετά της γεωγραφίας. 
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ διάσταση του όρου "Δυτικά Βαλκάνια" καταφαίνεται και από το γεγονός ότι δεν έχουμε "Κεντρικά", αλλά ούτε "Βόρεια" και "Νότια Βαλκάνια". Και αν λάβουμε υπ΄ όψιν μας το δεδομένο ότι έχουμε δύο περίκλειστες ηπειρωτικές χώρες (Σερβία, Βόρεια Μακεδονία, προσφάτως και Κοσυφοπέδιο) στο κέντρο της γεωγραφικής περιοχής των Βαλκανίων, κάλλιστα θα μπορούσαμε να μιλάμε για "Κεντρικά Βαλκάνια", αλλά τούτα δεν υφίστανται, παρότι εμφανίζονται ως "εικόνα" στο κέντρο του χάρτη των Βαλκανίων. 
Οι πολιτικές συνδηλώσεις της ονομασίας "Δυτικά Βαλκάνια" γίνονται ολοφάνερες για εμάς τους Έλληνες/Ελληνίδες, εάν επιχειρήσουμε να προσδιορίσουμε το γεωγραφιό εύρος της περιοχής που αποκαλούμε "Δυτικά Βαλκάνια". Είναι η "δυτική Ελλάδα" και, ακόμη πιο αιχμηρά, είναι η "δυτική Πελοπόννησος" ή η σύνολη κατακόρυφος των Ιονίων νήσσων "Δυτικά Βαλκάνια;" Αν έχουμε τέτοια αναπάντητα ή, τουλάχιστον, δύσκολα προς απάντηση ερωτήματα για τα δικά μας μέρη, τι συμβαίνει στα βόρεια, όπου κάπου θα πρέπει να βρίσκεται ο αντίποδας των νοτίων ορίων των Βαλκανίων; 
Ο Γιώργος Χατζελένης δίνει ένα κάποιο γεωγραφικό στίγμα οριοθέτησης των βόρειων ή καλύτερα των βορειοδυτικών γεωγραφικών εσχατιών των (δυτικών) Βαλκανίων. Τούτο εντοπίζεται στην θρυλική Τεργέστη, στα ανατολικά της μεγάλης αγκαλιάς της Αδριατικής, στη "μοναδική πόλη που πατάει πάνω σε βαλκανικό έδαφος". Με την παρατήρηση αυτή ο συγγραφέας του βιβλίου "Βαλκανευτές" - ακούγονται από κάποια γωνιά του ασυνειδήτου και οι "πραματευτές", οι κυρατζήδες, έμποροι ταξιδευτές στην καρδιά της Βαλκανικής ίσαμε τις γερμανόφωνες αυτοκρατορίες - δίνει το γεωγραφικό στίγμα του ταξιδιού, το οποίο πραγματοποίησε με τους φίλους του. 
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ είναι το τέταρτο εκδότικο πόνημα του συγγραφέα και κυκλοφόρησε για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 2021. Ο τόμος βρίσκεται κάτω από τη βαριά σκιά της οικονομικής κρίσης (και της πανδημίας). Ήδη από το πρώτο κεφάλαιο ("Αθήνα 1") ο αναγνώστης βυθίζεται στην ατμόσφαιρα της εξαιρετικής κατάστασης. Ατμόσφαιρα που μοχλεύει υπαρξιακές αγωνίες και προβληματισμούς - ενδεικτικές για τη γενιά του συγγραφέα (έτος γεννήσεως 1984)- των ανθρώπων οι οποίοι κατακρημνίστηκαν από τη μια στιγμή στην άλλη σε μια νέα συνθήκη του βίου τους. Η αίσθηση της απώλειας, είναι πανταχού παρούσα στο βιβλίο, σχεδόν σε όλα τα κεφάλαια. Και ίσως να είναι τούτο ακρβώς το στοιχειο που δίνει εκείνο τον ιδιαίτερο χαρακτήρα σε αυτό το "περιηγητικό" κείμενο. Ο συγγραφέας νοιάζεται για τα "βαθύτερα" των τόπων που περιγράφει: την πανταχού παρούσα καθημερινότητα, την σπαρακτική αγωνία για την πολιτική συνθήκη, τη μοναξιά του προσώπου και την παραίτηση του πολίτη. Αρχίζοντας από τα καθ΄ ημάς: "Μία χρόνια αδιαφορία που είχει μετατρέψει την πολιτεία μας σε μια ολιγαρχική δημοκρατία. Όσο πιο φτωχοί γινόμασταν τόσο περισσότερο αφήναμε ελεύθερο χώρο στο εκάστοτε καθεστώς να ισυροποιηθεί". Και όμως πρόκειται για ένα βιβλίο ταξιδιωτικών εντυπώσεων. 
ΣΤΟΝ ΟΓΚΩΔΗ τόμο (529 ολάκερες σελίδες) το υπαρξιακό συνδέεται με το γλαφυρό, ενίοτε και γλυκερό, ύφος των περιγραφών, την τραχύτητα της βίας των εμφύλιων σπαραγμών και του παλαιού πολέμου με τα βαθειά ίχνη του στους τόπους, τα πάθη και τις προσδοκίες των ανθρώπων, την ιστορία και την πολιτική, το ενδιαφέρον για τα παλαιά κτίσματα, πολιτιστικά λείψανα άλλων εποχών. για... για... για... Η προσπάθεια κατανόησης του "άλλου", του άλλου τόπου, του άλλου ανθρώπου, της άλλης ιστορίας, της άλλης παράδοσης συνοδεύει υπορρήτως όλη την αφηγηματική διαδρομή του συγγραφέα. Δεν φαίνεται ότι απλώς ταξιδεύει, είναι σα να προσπαθεί από κάπου να ξεφύγει. 
ΣΤΗΝ ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΈΝΗ γλώσσα των μέσων μαζικής ενημέρωσης οι μαζικές φυγές από τη μεγαλούπολη αναφέρονται ως "απόδραση". Η πόλη, αυτό το κέλυφος ασφάλειας και προστασίας, γίνεται αντιληπτή ως φυλακή. Οι άνθρωποι δε φαίνεται να ταξιδεύουν, αλλά δραπετεύουν προσωρινά και πάλι επιστρέφουν στην ασφάλεια του αστικού κελύφους. Και είναι το ακίνδυνο της διαδρομής, αυτό το ασφαλές "πήγαινε-έλα", που διαφοροποιεί το σημερινό ταξίδι, από εκείνο του παρελθόντος. Η αφήγηση υπόσχεται κάπου κάπου κάποια πιθανή έκθεση σε κίνδυνο, αλλά σύντομα τα πράγματα επιστρέφουν στην κανονικότητά τους. Το σύγχρονο ταξίδι δεν γνωρίζει, μέσες άκρες, σοβαρούς κινδύνους, μόνο οχλήσεις: η καθυστέρηση στο έλεγχο των διαβατηρίων, η αγένεια των συνοριοφυλάκων, άγχος για μποτιλιάρισμα στους δρόμους Τέτοια πράγματα. 
ΔΙΑΔΡΟΜΗ Αθήνα, Γιάννενα (ξενώνας έξω από τα Γιάννενα), συνοριοφυλάκιο, Αλβανία (εγκάρσια τομή από νότο προς βορρά),πηγαίες περιγραφές, χωρίς κλισέ ή υπερβολές, και χρήσιμες παρεκβάσεις, "σπάσιμο" της αφήγησης με διάφορες πληροφορίες ιστορικού, κοινωνικού, πολιτικού ή ανεκκδοτολογικού τύπου. Ανάλογες είναι και οι περιγραφές της διαδρομής στο γειτονικό Μαυροβούνιο. Η "ματιά" του συγγραφέα "ξεχύνεται ελεύθερη", "αναρριχάται", "διανύει αστραπιαία" αποστάσεις ή κάνει, που και που "απότομη βουτιά". Και από κοντά διάφορες αναφορές σε προσωπικό τόνο, οι οποίες δίνουν στον αναγνώστη ανάσες για να μπορέσει να αφομοιώσει τις περιγραφές του περιβάλλοντος χώρου. Αυτό το διαρκές "από το ένα στο άλλο" δεν είναι αδόμητο, αλλά προσομοιάζει προς τη δομή του ταξιδιού και του βλέμματος που το καθορίζει. Έτσι η αφήγηση του Γιώργου Χατζελένη είναι ένα ευχάριστο ταξίδι μέσα στο ταξίδι. 
ΑΚΟΜΗ πιο βόρεια. Αδριατική. Ντουμπρόβνικ. "Συνταυτίσεις" με το γενέθλιο τόπο: Χίος. Προσωπικός τόνος στην αφήγηση. Ένταση στην περιγραφή. Εξαγόρευση: "Με τα χρόνια είχα διαπιστώσει πως οι εντυπώσεις σε μοναχικούς ταξιδιώτες είναι πιο βαθιές και ζωηρές απ΄ ό,τι στους κανονικούς ανθρώπους, διότι οι σκέψεις, οι εικόνες κι οι στιγμές απασχολούν περισσότερο τους πρώτους, διότι κατακαθίζουν στην ψυχή τους κι αποκτούν μεγαλύτερες διαστάσεις στη σιωπή. Στη μοναξιά ωριμάζει η σκέψη και αποκτά απόκοσμη ομορφιά". Οι αποφθεγματικές εξάρσεις είναι ένα από τα πιο δυνατά σημεία του συγγραφέα: συχνές, πυκνές και μεστές νοήματος. 
Η ΑΦΗΓΗΣΗ έχει ήδη εισέλθει στην τροχιά του εμφύλιου πολέμου: δίπλα σε τόπους και τοπία, φυσικά και αστικά, ο συγγραφέας επεκτείνεται σε ευρύτερες συνάφειες, οι οποίες συνδέονται με τον πόλεμο -ΝΑΤΟ, ελληνοτουρκικές σχέσεις, ακροδεξιά, εθνικισμός. Απομόνωη και περιπλανήσεις στον αστικό χώρο. Ο ταξιδευτής ως μοναχικός "πλάνης" αναζητά το βάθος των πραγμάτων, ακόμη και στον ξένο τόπο. Η εμπειρία από τα "ίδια", εφιαλτική: "Σ΄ αυτές τις μοναχικές περιπλανήσεις εξασκώ μια άλλη συνήθεια, στο να ψυχολογώ διακριτικά τα βλέμματα όσων συναντώ. Μια συνήθεια που με έκανε να γίνω μάρτυρας της κυριαρχικής εξάπλωσης μιας αδιόρατης κοινωνικής κατάθλιψης κι ενός ατέρμονου άγχους". Εσωστρέφεια- εξωστρέφεια... the lonely crowd κάνει διακριτή την αφηγηματική-παρουσία του ήδη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου. 
ΙΔΙΑΙΤΕΡΕΣ δεν είναι μόνο οι παρεκβατικές νύξεις του συγγραφέα, αλλά ιδιαίτερο είναι το συνολικό σώμα της αφήγησης. Η αφηγηματική του προσπάθειά δεν υστερεί ως προς το ύφος και, γενικώς, κινείται σε ικανοποιητικά επίπεδα, όσον αφορά το λογοτεχνικό σκέλος της. Υπάρχουν ορισμένα κομβικά σημεία στην αφήγηση, όπου το πρωταρχικό λογοτεχνικό στοιχείο, το ύφος της γραφής, "εκτινάσσεται" απροσδόκητα και εντείνει την απόλαυση της ανάγνωσης. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι πρόκειται για ταξιδιωτική "λογοτεχνία" και λογοτεχνία που, μεταξύ άλλων, δεν προσφέρει απόλαυση κατά την ανάγνωσή της, είναι χάσιμο χρόνου για το σύγχρονο υποκείμενο, το εθισμένο στους καταναγκασμούς της κινηματογραφικής εικόνας. 
ΚΑΙ ΚΑΤΙ ακόμη: ο συγγραφέας εμφανίζει ένα είδος έκδηλου σεβασμού προς την ιδιαιτερότητα της λεπτομέρειας. Ο Γιώργος Χατζελένης, δίνει την εντύπωση, ότι "βλέπει" εκεί όπου οι άλλοι αποφεύγουν να κοιτάξουν. Αυτό φαίνεται να είναι ένα από τα προτερήματα της γραφής και της "βαλκάνευσής" του. Από την άλλη το ιστορικό και άλλο πραγματολογικό υλικό, είναι δύσκολο να ελεγχθεί. Ούτως ή άλλως, δεν πρόκειται για κάποιο επιστημονικό δοκίμιο, οπότε τέτοια "μικροζητήματα" αναγκαστικά περνούν σε δεύτερη μοίρα. 
Η ΜΙΑ ΧΩΡΑ διαδέχεται την άλλη. Υπεύθυνη για αυτό είναι η πολιτική, όχι η γεωγραφία: "... θα διανύαμε πάλι δύο χώρες''. Εκριζωμένος από τον γενέθλιο τόπο (το νησί"), αρίζωτος στην Αθήνα, διαρκώς στην αναζήτηση καταφυγής στη φυγή, στο ταξίδι: "... ένας επίμονος ταξιδευτής. Ένας ταξιδευτής και συνάμα συλλέκτης εικόνων, ιστοριών και αναμνήσεων από τους τόπους που επισκεπτόμουν. Κυρίως ένας κυνηγός χαμένων ιστοριών". Και ο θηρευτής επιστρέφει ως αποθησαυριστής: Ω, ναι! Το βιβλίο είναι ένα καλειδοσκόπιο χαμένων ιστοριών και συρραφής εντυπωσιακών εικόνων. Εύληπτο, με έναν τρυφερό τόνο πάντοτε για τους ανθρώπους και τα πράγματα. Άλλη μια αρετή του. 
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ οι περιγραφές του αστικού χώρου, της πόλης: Τεργέστη. Πλήθος, βουβό άφωνο, πρόσωπα, κίνηση, ταχύτητα. Αυθεντικότητα, εντοπιότητα, γνησιότητα. Υπερβολή στην περιγραφή και στις κρίσεις, η γητειά της ταξιδιωτικής μνήμης. Χαμένες ιστορίες στο χαμένο χρόνο. Χαμένες ιστορίες μέσα στη αέναν κίνηση του πλήθους στην πόλη. Πάντοτε, σε κάθε ταξίδι, αναδύεται ένα παρόμοιο ερώτημα: "Άραγε μήπως επισκέφθηκα την Τεργέστη την κατάλληλη στιγμή της ζωής μου;". Ένα ταξίδι θα πρέπει να γίνεται με την απόλυτη βεβαιότητα ότι δε θα επαναληφθεί ποτέ. Και: "... έτοιμοι για τη Σλοβενία", αγνοώντας στα αριστερά του χάρτη τη Βενετία και ας είναι ένα τσιγάρο δρόμος. Αλλά ο χρόνος είναι αδυσώπητος. Ειρήσθω εν παρόδω: η έννοια του χρόνου θα μπορούσε να αποτελέσει το μοναδικό στοιχείο σε μια κριτική παρουσίαση του "Βαλκανευτή". 
ΤΟ ΣΛΟΒΕΝΙΚΟ πράσινο, ο σερβικός ορθόδοξος ναός και ο θεός: "Μου έμεινε όμως η απορία πως ενώ ζητάμε γαλήνη και αγάπη, πλάσαμε έναν θεό διεκδικητικό, συχνά άδικο, απαιτητικό, σκληρό και χωρίς κατανόηση. Ίσως επειδή έτσι είμαστε και εμείς". Από την πλευρά του το ταξίδι αναδεικνύεται σε "άστρο της λύτρωσης" του συγγραφέα, της επιζητούμενης λύτρωσης: "Μπροστά μου παρήλασαν μνημεία, μουσεία, τοπικές παραδόσεις κι όλα αυτά μέσα από τα οποία αναζητούσα την προσωπική μου λύτρωση. Μια πολυπόθητη απελευθέρωση από την ανελέητη φθορά που επιφέρει η πάροδος του χρόνου". Και μια διάθεση αποτάχυνσης, εκθείασης εκείνων των "ρομαντικών τεμπέληδων" "που προτιμούν να βάζουν φρένο στους γρήγορους ρυθμούς της σύγχρονης ζωής". Ο κοινωνιολόγος Hartmut Rosa θεωρεί ότι η επιτάχυνση είναι το βασικό χαρακτηριστικό του πολιτισμού μας. 
Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ παραθέτει έναν ακόμη λόγο για τον οποίο ταξιδεύει: το μίσος, το διάχυτο μίσος - για να ξεφύγει από "την αόρατη αρρώστεια" που δημιουργούν το βίαιο θρησκευτικό και εθνικιστικό πάθος. Το ταξίδι ως φυγή, καταφυγή. Κροατία... "Αύριο θα μπαίναμε στη Βοσνία". Επιστροφή στην συνθήκη της εμφύλιας σύρραξης. Ανοικτές πληγές... Βούκοβαρ! Ο πολιτικός νεολογισμός "Δυτικά Βαλκάνια" βαφτίστηκε σε κολυμβήθρα με αίμα. Βοσνία και "το τοπίο άρχισε να θυμίζει Βαλκάνια". Που αρχίζουν και που τελειώνουν τα Βαλκάνια; Βοσνία: "... η κόλαση είναι ακόμη εδώ. Δεν είναι κομμάτι του παρελθόντος, αλλά ούτε και υπόθεση του μέλλοντος. Εξακολουθεί να κυριαρχεί γύρω μας". Υπάρχουν στιγμές και τόποι όπου "σταματάει" ο χρόνος; 
ΣΕΡΑΓΕΒΟ... έθνοι, εθνότητες, θρησκείες, αποκλεισμοί... σφαγές: "... τυφλά πορεύεται και η Βοσνία μέσα στην Ιστορία". Το Κακό δεν αδρανεί, περιμένει την ευκαιρία του: οι νέοι "... στέκονται πάνω σε μια ωρολογιακή βόμβα που είναι έτοιμη να εκραγεί ξανά". Δυτικά Βαλκάνια, νεκροταφεία παντού, στο Μαυροβούνιο ακόμη και Γάλλων στρατιωτών.Οι άνθρωποι είναι ζώα που θάβουν τους νεκρούς τους. Οι τάφοι σηματοδοτούν την απαρχή του ανθρώπινου πολιτισμού, αλλά και τα αδιέξοδά του. 
Επιστροφή μέσω Αλβανίας... Ένα ταξίδι σε συνθήκες επιτάχυνσης: "Έξι χώρες... έξι χώρες. Ποιος θα το φανταζόταν". Δυτικά Βαλκάνια: "Πόσα τοπία, πόσες πόλεις, πόσες ιστορίες." Κυριολεκτικά ανεπανάληπτη διαδρομή, διότι "σπάνια ο άνθρωπος ξαναπερνάει από τους ίδιους δρόμους". Ωστόσο οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες μπορούν να επαναλάβουν νοητά το ταξίδι μαζί με τον συγγραφέα: να κάνουν το ταξίδι μέσα στο ταξίδι που δημιούργησε η ιδιαίτερη γραφή του Γιώργου Χατζελένη, να "βαλκανεύσουν" μαζί του και με τους ταξιδιωτικούς συντρόφους του.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η παρουσίαση του βιβλίου είναι μια συμβολική προσφορά του βιβλιοπωλείου ΤΟ ΚΕΝΤΡΙ (Δ. Γούναρη, Πλ. Ναυαρίνου, Θεσσαλονίκη) προς το αναγνωστικό κοινό.


*Ο Όμηρος Ταχμαζίδης γεννήθηκε το 1958 στη Σφενδάμη Πιερίας, μεγάλωσε στο Χαρμάγκιο (Ελευθέρια) Θεσσαλονίκης. Σπούδασε Φιλοσοφία και Ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Χαϊλδεβέργης (Γερμανία), μαθήτευσε δίπλα στον φιλόσοφο Reiner Wiehl και απέκτησε τον τίτλο του Magister Artium στη φιλοσοφία με την εργασία "Η έννοια του χρόνου στην φιλοσοφία του F.W.J. Schelling". Δραστηριοποιείται επαγγελματικώς ως δημοσιογράφος στην Θεσσαλονίκη και συνεργάζεται με εργατικούς συνδικαλιστικούς φορείς. Δημοσιογραφικά και επιστημονικά του κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά. Είναι μόνιμος συνεργάτης του περιοδικού Ένεκεν. 

Πηγή: Chiosnews