Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2019

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Μια γυναίκα παντρεμένη (1964)


Ένα χειμωνιάτικο βράδυ του '12 βρέθηκα στην Ίριδα για να παρακολουθήσω μια από τις όχι και τόσο γνωστές ταινίες του Γκοντάρ. Ο τίτλος δεν μου έλεγε κάτι κι η αλήθεια είναι πως ταλαντεύτηκα αρκετές φορές στη σκέψη του αν είχα τη διάθεση να πάω καθώς η ταινία θα προβαλλόταν με αγγλικούς υπότιτλους. Όμως κάτι με παρακινούσε να πάω στην προβολή κι αυτό δεν ήταν άλλο από το αξεπέραστα ερωτικό βλέμμα της ηθοποιού Μάτσα Μέριλ. Ένα βλέμμα που έκτοτε μου έμεινε αξέχαστο. Ένα βλέμμα μου με μάγεψε το ίδιο εφτά χρόνια μετά...
Η ιστορία βασίζεται σε ένα συνηθισμένο ερωτικό τρίγωνο. Μια παντρεμένη γυναίκα που ασφυκτιά στον γάμο της και πνίγεται στις βάσιμες καχυποψίες του συζύγου της, διατηρεί μια παράνομη σχέση με έναν ηθοποιό. Οι συναντήσεις τους πραγματοποιούνται σε μικρές ρομαντικές σοφίτες, σε κινηματογραφικές αίθουσες και σε δωμάτια ξενοδοχείων. Τα γυμνά τους σώματα μπαίνουν σε έναν γνώριμο ερωτικό χορό πάνω στα λευκά σεντόνια. Δεν είναι τυχαία η επικράτηση του λευκού, καθώς λειτουργεί ως μια απόδειξη μια την αγνότητα της σαρκικής γνωριμίας δυο προσώπων. Τα πόδια μπλέκονται μεταξύ τους, τα χέρια αναζητούν το τέλειο σύμπλεγμα και το δέρμα ανατριχιάζει σε φιλιά και χάδια. Ερωτικές στιγμές γεμάτες έντονο πάθος καθώς οι συναντήσεις αυτές είναι σύντομες και κουβαλούν την αμφιβολία της πιθανής τελευταίας φοράς που πραγματοποιούνται.
Η σύζυγος με τον εραστή της δρουν ως δυο μικρά παιδιά που κάνουν σκανταλιές. Η Σαρλότ κυκλοφορεί γυμνή στη στέγη κι ο Ρόμπερτ προσπαθεί να τη συμμορφώσει αλλά και να την προστατεύσει στις περιπετειώδεις αναχωρήσεις τους από τα κατά καιρούς κρησφύγετα τους. Οι βόλτες τους με το αυτοκίνητο στους παραποτάμιους δρόμους του Σηκουάνα προσπαθούν να προσδώσουν μια παροδική νομιμότητα στο ζευγάρι. Ο φόβος όμως μιας τυχόν παρακολούθησης από ντετέκτιβ που έχει βάλει ο νόμιμος σύζυγος, γίνεται βραχνάς στις ανέμελες βόλτες. Η Σαρλότ αλλάζει πολλά ταξί για να φτάσει στον προορισμό της και κάθε τόσο κοιτάζει επιφυλακτικά έξω από τα παράθυρα για να δει αν την ακολουθεί κανείς.
Από την άλλη, ο σύζυγός της ο Πιερ, είναι ένας άνθρωπος προσγειωμένος κι αυθεντικός. Παρ' όλο που έχει ένα παιδί από κάποιον προηγούμενο γάμο, επιθυμεί διακαώς να κάνει παιδί και με την Σαρλότ παρόλο που η σχέση τους έχει βαλτώσει. Μια κατάσταση την οποία γνωρίζουν κι οι δυο. Από την μια η Σαρλότ τον κοιτάζει μουδιασμένη προσπαθώντας να κρύψει την ενοχή που ξεχειλίζει από τα μάτια της ενώ ο Πιερ την παρατηρεί μελαγχολικά καθώς νιώθει πως η γυναίκα του εξακολουθεί να τον απατά. Η ερωτική επιθυμία έχει πλέον νεκρώσει. Σπαταλούν το χρόνο τους με ανούσια παιχνίδια προσπαθώντας να σώσουν κάτι που απ' ότι φαίνεται δεν έχει μέλλον. 


Η ερωτική κατάσταση των τριών αυτών προσώπων είναι χρόνια. Όπως παρατηρούμε από τους χαρακτήρες που μας αποκαλύπτονται μέσα απ'τους διαλόγους, έχουμε τρεις ανθρώπους ανασφαλείς που φοβούνται να πάρουν κάποια οριστική πρωτοβουλία. Η αφορμή όμως δίνεται όταν η Σαρλότ μαθαίνει πως είναι έγκυος. Ξέροντας πως δεν έχει την τύχη με το μέρος της διότι δεν την συμφέρει η λύση της αποβολής, έρχεται στη δύσκολη θέση να αποφασίσει με ποιον άνθρωπο θα μεγαλώσει το παιδί που θα ρθει. Εδω είναι σημαντικό να επικεντρωθούμε στον προβληματισμό της Σαρλότ να επιλέξει αυτόν που θέλει για να μεγαλώσουν μαζί το παιδί χωρίς να χει καμία απολύτως επιθυμία να μάθει ποιος είναι ο πραγματικός πατέρας.
Αμέσως συναντιέται κρυφά με τον εραστή της. Σε ένα από τα δωμάτια του αεροδρομίου Ορλύ θα πραγματοποιηθεί ένας απ' τους πιο ειλικρινείς κι αυθεντικούς διαλόγους που έχω παρακολουθήσει στον κινηματογράφο. Ερωτήσεις καίριες που κρύβουν την απώτερη ουσία τους και συμπεράσματα που μόνο ο αποδέκτης μπορεί να αποκωδικοποιήσει  και να ερμηνεύσει. Η ταινία ολοκληρώνεται με τον ίδιο τρόπο που ξεκίνησε. Μια σύνθεση δυο χεριών πάνω σε ένα λευκό σεντόνι με μια φράση που επαναλαμβάνεται δυο φορές, μια από τον Ρόμπερτ και μια από την Σαρλότ. Ίδιες λέξεις με διαφορετική χροιά δίνοντας δυο τελείως διαφορετικές ερμηνείες. Η απόφαση είχε πια παρθεί διακριτικά.
Η συγκεκριμένη ταινία θα μπορούσε να είναι μια ακόμη ιστορία ερωτικού τριγώνου. Όμως εδώ είναι που ο Γκοντάρ χρησιμοποιεί το μαγικό του ραβδί δίνοντας βαρύτητα και σε άλλες παραμέτρους που μας ταλανίζουν καθημερινά. Όπως για παράδειγμα τη σχέση του ανθρώπου με το χρόνο. Ο Πιερ συμβολίζει το παρελθόν. Δίνει έμφαση σ' αυτό πιστεύοντας πως ο άνθρωπος χωρίς μνήμη χάνει όχι μόνο ένα κομμάτι του εαυτού του αλλά και τη δυνατότητά του στο να διαχειριστεί όπως εκείνος επιθυμεί το μέλλον του. Μάλιστα με ένα  πολύ έξυπνο παράδειγμα δείχνει το πόσο εύκολα μπορεί να παραποιηθεί και να εξομαλυνθεί η ιστορία όταν κάποιες καίριες λεπτομέρειες ξεχνιούνται. Αντιθέτως η Σαρλότ δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία στο παρελθόν. Θεωρεί πως δεν της ανήκει καθώς πέρασε πια ανεπιστρεπτί. Προτιμάει να κυνηγάει το παρόν και το εφήμερο καθώς αυτό αντιστοιχεί με την προσωπικότητά της. Ζει το τώρα γιατί αυτό έχει σημασία για κείνη. Η Σαρλότ εκπροσωπεί επάξια την κοινωνία που αδιαφορεί, που ξεχνάει και μετατρέπεται σε μάζα. Την αθωότητα που χάνεται στον υλισμό και την αδιαφορία. Εξαιρετικός όμως είναι και στο πέρασμα του ο Ρότζερ Λίνχαρντ (ο οποίος ερμηνεύει τον ίδιο του τον εαυτό), ο οποίος δίνει μια ιδιαίτερη χροιά στους παραπάνω προβληματισμούς. Ειδικά στο θέμα μνήμης. Ο ίδιος θέτει ένα τρομερό προβληματισμό που του προκάλεσε η επίσκεψή του στη Γερμανία δυο μόλις δεκαετίες μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Με απελπισία δήλωσε πως αν σταματούσε έναν Γερμανό στο δρόμο και του έλεγε πως αύριο θα έπρεπε να θανατωθούν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίοι και κομμώτριες, ο Γερμανός θα του ζητούσε τους λόγους που πρέπει να θανατωθούν οι κομμώτριες. Στον προβληματισμό του αυτό έρχεται να προστεθεί η αφελής απορία της Σαρλότ "μα γιατί και τις κομμώτριες". Μια στιγμή ανατριχίλας που συνειδητοποιεί κανείς πως το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου δεν έθεσε τις βάσεις για την πολυπόθητη παντοτινή παγκόσμια ειρήνη. Η απορία της Σαρλότ δε βασίστηκε σε αντισημιτικά αισθήματα αλλά στην πλήρης αδιαφορία.


Κάτι άλλο που μένει απ' αυτήν την ταινία είναι η ερωτική ιεροτελεστία της σαρκικής γνωριμίας. Οι βουβές σκηνές που εντυπωσιάζουν με τον λυρισμό και την ισορροπία τους. Τα βλέμματα που ξεχειλίζουν συναισθήματα και σκέψεις. Οι στιγμές που γεμίζουν νοήματα και διαλόγους χωρίς λέξεις. Το βλέμμα της Σαρλότ που λάμπει με χίλια χρώματα παρ' όλο που η ταινία είναι ασπρόμαυρη. Ο ερωτικός χορός της επικράτησης στο διαχειρισμό των καταστάσεων. Οι λιτοί διάλογοι με τις λιγοστές λέξεις που αρκούν για να βγουν δεκάδες νοήματα. Μια μαεστρία που λίγοι δημιουργοί έχουν καθώς οι περισσότεροι αναλώνονται στα πολλά λόγια με τα οποία προσπαθούν να καλύψουν μια κενότητα ή μια συνηθισμένη συναισθηματική κατάσταση. 
Επίσης στη συγκεκριμένη ταινία, καταφέρνουμε να εισχωρήσουμε με μεγάλη ευκολία στη θέση και των τριών χαρακτήρων και το κυριότερο πως γεμίζουμε ενοχές λες και σιωπούμε κι εμείς στο ένοχο μυστικό της Σαρλότ από τον απατημένο σύζυγό της. 
Οι γυμνές σκηνές θα μπορούσαν κάλλιστα να χαρακτηριστούν ως ένα soft porno εκείνης της εποχής. Όμως σε καμιά στιγμή της ταινίας δεν μπορεί να δοθεί αυτός ο χαρακτηρισμός. Οι σκηνές όπου ο ένας εραστής ανακαλύπτει το σώμα του άλλου, φανερώνουν τη δυσκολία της ηρωίδας να επιλέξει τον άνθρωπο που θέλει να έχει δίπλα της. Επίσης γίνεται μια ιδιαίτερη μνεία στη γυναικεία ανασφάλεια και συγκεκριμένα στη σχέση των γυναικών με το σώμα τους. Στη ταινία παρουσιάζεται με τη γλυκιά σύγκριση των αναλογιών του σώματος της Σαρλότ με του πασίγνωστου γλυπτού της Αφροδίτης της Μήλου. 
Αυτό που πετυχαίνει ο Γκοντάρ με τους ηθοποιούς είναι πως τους δίνει τον χώρο που χρειάζονται για να αυτοσχεδιάσουν. Η Μάτσα Μέριλ παίζει υπέροχα με τον φακό της κάμερας σαν να βρίσκεται μόνη της μπροστά στον καθρέφτη ενός δωματίου. Ο Φιλίπ Λίροϊ ως απατημένος σύζυγος γεμίζει το κάθε πλάνο με ένταση και μελαγχολία. Αμέσως χτίζει μια σχέση συμπόνιας με τον θεατή. Επίσης ο Μπερνάρντ Νοέλ στο ρόλο του εραστή δεν αποκτά σε καμία στιγμή της ταινίας τον ρόλο του κακού που θέλει να μπει ανάμεσα σε ένα ζευγάρι. Τα συναισθήματά του για την Σαρλότ είναι το ίδιο ισχυρά μ' αυτά του Πιέρ και το κυριότερο είναι πως βρίσκουν ανταπόκριση στο πρόσωπο της Σαρλότ. Επίσης δημιουργείται ένας ιδιαίτερος ηθικός προβληματισμός αρκετά πρωτοποριακός για την εποχή του καθώς η Σαρλότ δεν ενδιαφέρεται να μάθει ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού αλλά με ποιον θέλει να το μεγαλώσει. Ένα ισχυρό χαστούκι στην πατριαρχία που μπορεί να τσούξει μέχρι σήμερα.


Επίσης μεγάλη εντύπωση μου προκάλεσαν οι συμβολισμοί που ξεπετάγονται μες στη ταινία, είτε ως λέξεις ανάμεσα στις σκηνές, είτε ως σχέδια του Ζαν Κοκτώ, είτε ως υπότιτλοι σε έναν διάλογο μεταξύ δυο κοριτσιών που μιλούν για το σεξ. Άλλα λέγονται προφορικά κι άλλα εννοούνται. Νοήματα που παρουσιάζονται με λέξεις ανάμεσα στα δυο άγουρα προσωπάκια που κοκκινίζουν στη σκέψη ενός γυμνού σώματος είτε του δικού τους είτε του συντρόφου τους. 
Κάθε πλάνο της ταινίας είναι άρτια εξισορροπημένο, δίνοντας μια ανθρώπινη υπόσταση σε ένα δράμα που θα μπορούσε ο καθένας από μας να ζήσει. Ο ερωτισμός ξεχειλίζει σε κάθε σκηνή χωρίς να αγγίζει τα όρια της χυδαιότητας ενώ ο υπέροχος χορός των σωμάτων είναι μια γλυκιά προσπάθεια στο να αγγίξει ο ένας την καρδιά του άλλου. 
Αυτό που με κάνει να θεωρώ την ταινία ως ένα ακόμη αριστούργημα του παρελθόντος είναι τα διαχρονικά προβλήματα που θέτει για τις ανθρώπινες σχέσεις, την πολυγαμία, τις σχέσεις που βαλτώνουν κι οδηγούνται σε έναν αργό θάνατο, τη μνήμη και πάνω απ' όλα τον έρωτα. Επίσης είναι τα εκπληκτικά πλάνα που στέκουν άνετα ως άψογες φωτογραφίες μιας θεματικής έκθεσης περί έρωτα και γυμνων σωμάτων πάνω σε ένα κρεβάτι. Τέλος είναι ο αυτοσχεδιασμός στους διαλόγους που προσδίδει μια μοναδική προσωπικότητα στο συγκεκριμένο έργο. 
Η ταινία "Μια γυναίκα παντρεμένη" είναι μια σπάνια περίπτωση ενός εποικοδομητικού διαχρονικού διαλόγου που μπορεί να εκδηλωθεί μεταξύ ταινίας και θεατή. Ένα διαμάντι που θα έβλεπα με μεγάλη ευχαρίστηση ξανά και ξανά.

Βαθμολογία: 9/10

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2019

Βρυξέλλες, ωδή σε μια μεγάλη πλατεία




Κλείνοντας τις φωτογραφικές μου βόλτες στο Βέλγιο και συγκεκριμένα στις Βρυξέλλες, θα ήθελα πολύ να μνημονεύσω μια από τις ομορφότερες πλατείες της Ευρώπης, την φημισμένη Γκραν-Πλας. Αυτό που με γοήτευσε με τη συγκεκριμένη πλατεία, ήταν η οικειότητα που αισθάνθηκα όταν την πρωτοπερπάτησα πριν από πέντε χρόνια αλλά και φέτος. Οι περίτεχνες προσόψεις, οι χρυσές πινελιές, τα εντυπωσιακά γλυπτά και φυσικά ο επιβλητικός γυρτός πύργος του δημαρχείου. Η συγκεκριμένη πλατεία είναι γοητευτική τόσο την μέρα όσο και την νύχτα, είτε όταν την πετυχαίνει κανείς γεμάτη τουρίστες είτε όταν τη βρίσκει άδεια.
Ποια είναι όμως η ιστορία της συγκεκριμένης πλατείας; Η ύπαρξη της Μεγάλης Πλατείας των Βρυξελλών ξεκινάει από τον 11ο αιώνα όταν στο χώρο αυτό λειτουργούσαν υπαίθριες εμποροπανηγύρεις. Κατά τον 13ο αιώνα δημιουργήθηκε και μια αγορά υφασμάτων. Γύρω στο 1500, οι έμποροι και οι τεχνίτες της πόλης άρχισαν να χτίζουν τα κτίρια των συντεχνιών.
Το 1695, τα στρατεύματα του Γάλλου βασιλιά Λουδοβίκου ΙΔ΄ εισέβαλαν στη χώρα και ο Γάλλος στρατηγός Βιλερουά (Villeroi) πολιόρκησε τις Βρυξέλλες. Από τους κανονιοβολισμούς των Γάλλων καταστράφηκαν όλα τα κτίρια της πλατείας, εκτός από τον πύργο του Δημαρχείου των Βρυξελλών και κάποιες προσόψεις συντεχνιακών κτιρίων. Οι έμποροι ξανάχτισαν τα κτίρια, που αποτέλεσαν ένα εντυπωσιακό συγκρότημα ιταλοφλαμανδικής μπαρόκ αρχιτεκτονικής.
Η Γκραν-Πλας των Βρυξελλών, μια από τις ομορφότερες πλατείες του κόσμου, περιβάλλεται από κτίρια εκπληκτικής αρχιτεκτονικής με μπαρόκ προσόψεις, διακοσμημένους θόλους και αετώματα και περίτεχνα πέτρινα αγάλματα. Στην πλατεία υπάρχουν 39 συντεχνιακά κτίρια, όπου είχαν την έδρα τους οι εμπορικές συντεχνίες των Βρυξελλών.
Ποια είναι όμως τα κτίρια που θαυμάζουμε στην Γκραν-Πλας; Πρώτα απ' όλα ξεχωρίζει το επιβλητικό Δημαρχείο (L’ Hotel de Ville) το οποίο καταλαμβάνει ολόκληρη τη νοτιοδυτική πλευρά. Αποτελεί το αρχιτεκτονικό αριστούργημα της πλατείας καθώς η πρόσοψή του κοσμείται με 137 πέτρινα αγάλματα, ακρόπυργους και τοξωτές στοές. Ο θεμέλιος λίθος τέθηκε το 1401 και οι εργασίες κατασκευής του κτιρίου ολοκληρώθηκαν το 1455. Ο Γιαν φαν Ρίσμπρουκ (Jan van Ruysbroeck) κατασκεύασε το 1449 τον ύψους 96 μέτρων γοτθικό πυργίσκο, στην κορυφή του οποίου έχει τοποθετηθεί το άγαλμα του Αγίου Μιχαήλ, προστάτη της πόλης.
Ο "Οίκος του Βασιλιά" (La Maison du Roi) που βρίσκεται αντικριστά του Δημαρχείου χτίστηκε το 1536, αλλά σχεδιάστηκε ξανά το 1873. Στο παρελθόν είχε χρησιμοποιηθεί ως κατοικία των Ισπανών βασιλέων. Σήμερα έχει εγκατασταθεί σ’ αυτό το Μουσείο της Πόλης, όπου εκτίθενται πίνακες του 16ου αιώνα, γκραβούρες και άλλα έργα τέχνης, καθώς και οι 400 φορεσιές του Μανεκέν Πις (Manneken Pis), του θρυλικού αγαλματιδίου και σύμβολου της πόλης των Βρυξελλών, που παριστάνει ένα αγοράκι που ουρεί σε μια λιμνούλα.
Το Παλάτι των Δουκών της Βραβάντης (La Maison des Ducs de Brabant), στη νότια πλευρά της πλατείας, αποτελείται από επτά συνεχόμενα συντεχνιακά κτίρια. Σχεδιάστηκε από τον Βίλεμ ντε Μπρούιν (Willem de Bruyn, 1649 - 1719), επιθεωρητή Δημοσίων Έργων, σε νεοκλασικό ρυθμό με φλαμανδικές προσθήκες. Το συγκρότημα αυτό των κτιρίων πήρε το όνομά του από τις προτομές των δουκών στην πρόσοψή του.
Στο συγκρότημα των αναγεννησιακών φλαμανδικών κτιρίων, που περιβάλλουν τη Μεγάλη Πλατεία των Βρυξελλών, περιλαμβάνεται το Μέγαρο των Αρτοποιών, γνωστό ως Ρουά ντ' Εσπάνι (Roi d’ Espagne), που χτίστηκε το 1696 και ανακατασκευάστηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου στα 1901 – 1902. Ο επιχαλκωμένος οκταγωνικός θόλος του (1696) κοσμείται από ένα χρυσό χορευτή. Η επίχρυση προτομή πάνω από την είσοδό του αναπαριστά τον Άγιο Ωμπέρ (St. Aubert), προστάτη των αρτοποιών. Στην ίδια πλευρά της πλατείας και συνεχόμενα με το Μέγαρο των Αρτοποιών βρίσκονται το «Μέγαρο της Χειράμαξας» (La Maison de la Brouette, 1644) της συντεχνίας των πλούσιων διαχειριστών, με έμβλημά τους μια χειράμαξα (brouette) και με την προτομή του Αγίου Εγιδίου (Saint – Gilles). Σε συνέχεια βρίσκονται τα συντεχνιακά μέγαρα: «Ο Σάκος» (Le Sac, 1645) της συντεχνίας των επιπλοποιών και βαρελοποιών; «Η Λύκαινα» (La Louve, 1691) της συντεχνίας των τοξοτών, που κοσμείται με το γλυπτό μιας λύκαινας που θηλάζει το Ρωμύλο και το Ρέμο, έργο του Φλαμανδού γλύπτη Μάρκους ντε Φος (Marcus de Vos, 1650 – 1717); «Η Σάλπιγγα» (Le Cornet, 1697) της συντεχνίας των ναυτικών, όπου το αέτωμα του 17ου αιώνα έχει σχήμα πλώρης φρεγάτας; «Η Αλεπού» (Le Renard, 1699) της συντεχνίας των μικρεμπόρων, που κοσμείται στην πρόσοψη με τον Άγιο Νικόλαο, προστάτη των εμπόρων, και την αριστουργηματική «αλεπού» του Μάρκους ντε Βος. Άλλα συντεχνιακά κτίρια στις λοιπές πλευρές της πλατείας είναι: «Το Άστρο» (L'Étoile, 1897), όπου υπάρχει το μπρούντζινο νεκρικό άγαλμα του Έβεραρντ Σερκλές (Everard’ t Serclaes), ο οποίος πέθανε υπερασπιζόμενος τις Βρυξέλλες το 14ο αιώνα και που φημολογείται ότι φέρνει καλοτυχία, αν κάποιος αγγίξει το μπρούντζινο μπράτσο του; «Ο Κύκνος» (Le Cygne, 1698) της συντεχνίας των κρεοπωλών, με έμβλημά του το γλυπτό ενός κύκνου, όπου ο Καρλ Μαρξ, ο οποίος έζησε στις Βρυξέλλες από το 1845 ως το 1848, έγραψε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο του και γιόρτασε εδώ την Πρωτοχρονιά του 1847-1848; «Το Χρυσό Δέντρο» (L’ Arbre d’ Or, 1698) της συντεχνίας των ζυθοποιών, που κοσμείται στην κορυφή του με τον επιχρυσωμένο έφιππο ανδριάντα του Καρόλου της Λωραίνης και όπου στεγάζεται σήμερα το «Μουσείο της Μπίρας». «Το Τριαντάφυλλο» (La Rose, 1702), που κοσμείται πάνω από την είσοδό του με το γλυπτό κλαδί ενός χρυσού τριαντάφυλλου.
Στην πλευρά της πλατείας, όπου βρίσκεται και ο «Οίκος του Βασιλιά», βρίσκονται το «Πιζόν» (Le Pigeon, 1697) της συντεχνίας των ζωγράφων, το οποίο επέλεξε ως κατοικία του ο Βικτόρ Ουγκώ κατά τη διάρκεια της εξορίας του το 1852, και η «Χρυσή Λέμβος» (La Chaloupe d’ Or, 1697) της συντεχνίας των ραπτών, που κοσμείται στην πρόσοψή του με ένα χρυσό καΐκι και την προτομή του Αγίου Βονιφάτιου.
Το καλύτερο όμως μας το επιφύλαξε η πλατεία την τελευταία βραδιά. Εκείνη τη μέρα πραγματοποιήθηκε το Gay Pride των Βρυξελλών. Μια άκρως αξιοπρεπής εκδήλωση στην Γκραν-Πλας που συνεχίστηκε σε πορεία μέχρι το Μανεκέν. Το βράδυ όμως, η πλατεία φωταγωγήθηκε στα χρώματα του ουράνιου τόξου. Μια πανδαισία χρωμάτων που όμοιά της δεν έχω ξαναδεί σε άλλη πόλη. Ένας ενθουσιασμός πρωτόγνωρος κι ευχάριστος. Μια διάθεση να θες να χαμογελάς παρατηρώντας τα κτίρια γύρω σου. Ο κόσμος γύρω μας το απολάμβανε κι αυτό φαινόταν έντονα στα πρόσωπά τους. Ήταν το καλύτερο αποχαιρετιστήριο δώρο που θα μπορούσε να μας προσφέρει το Βέλγιο. Και μ' αυτές τις εικόνες ευχηθήκαμε "εις το επανιδείν"...

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2019

Φοβάμαι τον ανελέητο μικροαστισμό




του Κώστα Καναβούρη

Αναρωτιέμαι μερικές φορές: όταν μας κάθισε στον σβέρκο η χούντα, πόσοι ήταν εκείνοι που ένιωσαν – εκτός από τους συνήθεις «υπόπτους» της Αριστεράς που δέθηκαν πισθάγκωνα – ότι έχασαν κάτι. Ότι έχασαν κάτι καίριο από τη ζωή τους που ονομάζεται ελευθερία και δημοκρατία. Και πόσοι ήταν εκείνοι που δεν έχασαν τίποτα, όντας ήδη σκλαβωμένοι στον ανελέητο μικροαστισμό και – ακόμη χειρότερα – ένιωσαν καλύτερα αφού έλειψαν «οι ταραχές», οι τόσο ενοχλητικές στον μικρόκοσμό τους, αφού έλειψαν οι απεργίες και οι διαδηλώσεις που τους εμπόδιζαν να πάνε ήσυχα και αδιατάρακτα στις δουλειές τους και το ίδιο ήσυχα να επιστρέψουν το βράδυ στο σπίτι τους, στην «ζεστή οικογενειακή τους απελπισία/ που ξεχύνεται από χιλιάδες κατσαρόλες», όπως λέει και ο μεγάλος ποιητής και σκηνοθέτης Πιερ Πάολο Παζολίνι.
Τους ίδιους ανθρώπους φοβάμαι και σήμερα. Αυτούς τους ανθρώπους «της ελεεινής ευτυχίας» (πάντοτε Παζολίνι) που δεν έχουν να χάσουν τίποτα από κάθε περιστολή της ελευθερίας γιατί η ελευθερία βρίσκεται έξω από το πεδίο της ζωής τους. Που δεν έχουν να χάσουν τίποτα από κάθε – ακόμα και τον ελάχιστο – περιορισμό της δημοκρατίας, γιατί η δημοκρατία (όταν δεν τους ενοχλεί) απλώς δεν τους ενδιαφέρει. Δεν ανήκει στα στοιχειώδη βασικά του βίου τους. Τους φοβάμαι αυτούς που είναι πρόθυμοι να αδιαφορήσουν για τα πάντα και για όλους, που είναι πρόθυμοι στην απουσία κριτικού ελέγχου για όσα συμβαίνουν γύρω τους, τους πρόθυμους για απουσία γενικώς. Τους φοβάμαι επειδή είναι επικίνδυνοι. Δεν αρνούνται καν να μάθουν επειδή η γνώση τους είναι άγνωστη ανάγκη. Και πείθονται… ψέματα δεν πείθονται, απλώς είναι έτοιμοι να πιστέψουν όποιον τους ψιθυρίζει πως είναι περιούσιοι (κι ας τους διώχνει από τη δουλειά∙ άλλοι φταίνε), πως είναι οι εκλεκτοί (κι ας τους κόβει το μέλλον των παιδιών τους∙ άλλοι φταίνε), πως ο παράδεισος μιας τιποτένιας ζωής τους ανήκει (κι ας μην υπάρχει παράδεισος σε μια τιποτένια ζωή). Ναι, την φοβάμαι αυτή την τιποτένια πληρότητα του τίποτα, όπου τίποτα δεν υπάρχει για να χαθεί. Την φοβάμαι αυτή την καταβόθρα που καταπίνει χωρίς καμιά συναίσθηση ενοχής ή ταραχής, ελευθερία, δημοκρατία και προπαντός ανθρώπους.
Φοβάμαι την τερατώδη ασημαντότητα που γίνεται ένα πελώριο πάπλωμα θαλπωρής για όλους τους φασισμούς. Επειδή ακριβώς ο άνθρωπος του τίποτα δεν έχει να χάσει κάτι από τον φασισμό. Γιατί τίποτα δεν θα του λείψει.
Θυμάμαι κάποιο κείμενο του Λε Κορμπυζιέ, όπου εξηγεί γιατί σε ναζιστικό καθεστώς δεν μπορεί κάποιος να είναι καλός αρχιτέκτονας. Μπούρδες για τον ανελέητο μικροαστό που χτίζει ένα σπιτάκι «Και λέει καλά είμαι εδώ» (Μιχάλης Κατσαρός). Θυμάμαι τον στίχο του Διονύσιου Σολωμού «Τα σπλάχνα και η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν». Μπούρδες. Ο ανελέητος μικροαστός έχει τα σπλάχνα του χτισμένα. Και βλέπει την θάλασσα σαν παγωμένο μπετόν. Γιατί δεν έχει κανένα μυστικό που θα ξεχαστεί στο ακρογιάλι (Γιώργος Σεφέρης). Δεν του λείπει τίποτα όταν βάζει λουκέτο στο σχολείο του παιδιού του (ούτε καν φαντάζεται ότι εγκληματεί ψυχικά και νοητικά καταστρέφοντας την ψυχή και το μυαλό του παιδιού του), εμποδίζοντάς το από τη χαρά της γνωριμίας με τα παιδιά του κόσμου. Όμως ο άνθρωπος του τίποτα είναι περήφανος όταν το παιδί του παρελαύνει τραγουδώντας τον «Εθνικό Ύμνο». Γιατί ούτε καν του περνάει από το μυαλό ότι ο εκχυδαϊσμένος Διονύσιος Σολωμός, είναι μια απίστευτη απώλεια για την ελευθερία, την δημοκρατία και την γλώσσα (για την οποία τόσο πολύ φροντίζει. Ιδιαίτερα τα «αρχαία μας»). Δεν του λείπει ο Σολωμός. Δεν του λείπει η τραγωδία της σπατάλης των ανθρώπων. Δεν του λείπει η τραγωδία της σπατάλης της Δημοκρατίας και τη Ελευθερίας. Κι εγώ αυτούς τους ανθρώπους τους φοβάμαι.
Αυτή την φοβερή παράταξη ανθρώπων που δεν υπήρξαν ποτέ έκθαμβοι από την σκοτεινή ομορφιά της ανθρώπινης κατάστασης, αλλά μονάχα ψοφοδεείς και δειλοί μπροστά στο θάρρος που χρειάζεται αυτή η κατάσταση: το θάρρος να σκέπτεσαι. Και να μην το παραχωρείς, δίνοντας τη γη και το ύδωρ της ψυχής σου, σ’ εκείνους «που ξέρουν».
Αυτή (και αυτοί) είναι η μήτρα που γεννάει τον ναζισμό. Γι΄ αυτό τους φοβάμαι. Επειδή δεν πατούν αλλά ποδοπατούν τον «τάπητα των πολυκατοικιών» χωρίς να ξέρουν ότι είναι υφασμένος με το μεταξένιο αίμα των αθώων.

Πηγή: artinews.gr

Τρίτη, 2 Ιουλίου 2019

Βρυξέλλες, η δεύτερη όψη μιας πρωτεύουσας



Να λοιπόν που ήρθε η στιγμή να επισκεφθώ μια πόλη του εξωτερικού για δεύτερη φορά. Κι ο κλήρος έλαχε για την πόλη των Βρυξελλών. Η επιλογή αυτού του προορισμού δεν μου κακοφάνηκε διότι η πρώτη μου επίσκεψη στη βελγική πρωτεύουσα ήταν σύντομη με τον περισσότερο χρόνο να τον αφιερώνω σε υποχρεώσεις ενός ευρωπαϊκού διαδικτυακού περιοδικού που συμμετείχα εκείνα τα χρόνια, μ' αποτέλεσμα να μην προλάβω να δω τα περισσότερα αξιοθέατα και κάποια από τα μουσεία. Οπότε είχα να κλείσω αρκετά μέτωπα που είχαν μείνει ανοιχτά. Στην πρώτη φωτογραφική βόλτα θα αναφερθώ στα μέρη της πόλης που αφιέρωσα το περισσότερό μου χρόνο σε επισκέψεις και περιπλανήσεις.
Πρώτα απ' όλα θα αναφερθώ στην Ιερή Καρδιά των Βρυξελλών. Η συγκεκριμένη εντυπωσιακή βασιλική μου είχε τραβήξει την προσοχή στην πρώτη μου επίσκεψη στη βελγική πρωτεύουσα. Για πρώτη φορά την αντίκρισα από τον προαύλιο χώρο του δικαστικού μεγάρου. Περπατώντας στην διπλανή υπερυψωμένη πλατεία όπου στέκει το μνημείο των πεσόντων της χώρας απ' τους δυο παγκόσμιους πολέμους, διέκρινα στο βάθος των δυτικών προαστίων έναν θεόρατο τρούλο. Την αντίκρισα ξανά από μακριά καθώς επέστρεφα από το διάσημο αλλά πληκτικό Atomium. Επιστρέφοντας τότε στην Αθήνα, μετάνιωσα που δεν αφιέρωσα λίγο χρόνο σ' αυτό το τόσο εντυπωσιακό οικοδόμημα.
Στις πρόσφατες περιπλανήσεις μου βρέθηκε στη κορυφή της λίστας των σημείων της πόλης που ήθελα να επισκεφθώ.  Ο συγκεκριμένος ναός που έχει εμπνευστεί από την ομώνυμη βασιλική του Παρισιού, άρχισε να κατασκευάζεται από την εποχή του βασιλιά Λεοπόλδου Β΄, ο οποίος συμβολικά έβαλε την πρώτη πέτρα το 1905 κατά την διάρκεια των εορτασμών για τα 75 χρόνια της ανεξαρτησίας του Βελγίου. Η κατασκευή πάγωσε δύο φορές κατά την διάρκεια των παγκοσμίων πολέμων για να ολοκληρωθεί τελικά το 1969. Σήμερα το συγκεκριμένο μνημείο θεωρείται ως το μεγαλύτερο Art Deco κτίριο στον κόσμο, με 89 μέτρα ύψος και 165 μέτρα πλάτος.
Βγαίνοντας απ'το σταθμό του μετρό συναντήσαμε μία άκρως ενδιαφέρουσα πολυπολιτισμικότητα στους επιβάτες που μπαινόβγαιναν από τους συρμούς καθώς η συγκεκριμένη γραμμή εξυπηρετούσε ένα από τα προάστια όπου έμεναν κυρίως οικονομικοί μετανάστες. Στα πρόσωπά τους διέκρινε κανείς την ίδια θλίψη, της μη κοινωνικής αποδοχής. Με διακριτικότητα γίναμε κι εμείς κομμάτι αυτού του πολύχρωμου μωσαϊκού καθώς βγαίναμε στο δρόμο.
Η εκκλησία έστεκε στο βάθος ενός μακρόστενου πάρκου. Όσο την προσεγγίζαμε τόσο εκείνη όρθωνε το επιβλητικό της ανάστημα. Τα δυο της καμπαναριά ήταν πρωτοποριακά και μοναδικά. Οι εντυπωσιακές τους γραμμές κι η λιτή τους γραμμή πρόσθεταν επιπλέον κύρος στην εκκλησία. Δεν γνωρίζω αν ο αρχιτέκτονας προσπάθησε να διατηρήσει μια λιτή γραμμή αλλά το τελικό αποτέλεσμα δείχνει άκρως δυναμικό. Η επιβλητική όψη του ναού συνεχιζόταν και στο εσωτερικό του. Η πρωτοποριακή γραμμή στη διακόσμηση των βιτρό, η αισθητή έλλειψη γλυπτών, τα αρχιτεκτονικά στοιχεία ενός ναού χωρητικότητας δυο χιλιάδων πιστών άφηναν ένα απόκοσμο αίσθημα γαλήνης. Φύγαμε από τον ναό άκρως ικανοποιημένοι, τοποθετώντας το συγκεκριμένο οικοδόμημα ως ένα από τα σημαντικότερα αλλά δυστυχώς λιγότερο γνωστά αξιοθέατα της πόλης.
Το δεύτερο μέρος που ήθελα πολύ να επισκεφθώ ξανά και να θαυμάσω ήταν το ογκώδες δικαστικό μέγαρο που στέκει πάνω από τις μποέμ γειτονιές των Βρυξελλών. Οι σκαλωσιές που είχα συναντήσει πριν πέντε χρόνια και κάλυπταν τον επίχρυσο θόλο του εξακολουθούσαν να κρύβουν την μεγαλειώδης όψη του κτιρίου. Αυτή τη φορά το επισκέφθηκα αρκετές φορές κι αναζήτησα τις λεπτομέρειες που είχαν εντυπωσιάσει έναν απ'τους αγαπημένους μου συγγραφείς, τον Βίνφριντ Γκέοργκ Ζέμπαλντ (ο οποίος είχε αναφερθεί και για τον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Αμβέρσα). Περιφερόμουν περιμετρικά του κτιρίου και θαύμαζα για ώρα τα θεόρατα παράθυρα με τα στιβαρά υπέρθυρά τους, τις πολυάριθμες χοντρές κολώνες που κάλυπταν ένα μεγάλο μέρος των όψεων του, τα διάφορα γλυπτά ανάγλυφα που διακοσμούσαν με περίεργους συμβολισμούς τους τοίχους, τις ξεχασμένες του γωνίες που έδειχναν τόσο μικρές καθώς ήταν κρυμμένες στη σκιά του θεόρατου χτίσματος και τις μορφές των λιονταριών κάτω από τα αετώματα. Δεν προλάβαινα να κάνω λίγα βήματα κι αμέσως σταματούσα για να παρατηρήσω κάτι καινούργιο. Μου κακοφάνηκε από την μια που ένα μεγάλο τμήμα του προαύλιου χώρου είχε μετατραπεί σε χώρο στάθμευσης. Αντιθέτως απολάμβανα τη ζωντάνια που πρόσθετα οι παρέες οι οποίες ήταν μαζεμένες σε διάφορα σημεία του δικαστικού μεγάρου.
Η βόλτα συνεχίστηκε στην πλατεία με το μνημείο για τους πεσόντες των δυο μεγάλων πολέμων. Ένα εκπληκτικό γλυπτών σύμπλεγμα έδειχνε τη θεά Νίκη να σκεπάζει με τα φτερά της τους στρατιώτες και των ζωντανών που συμμετείχαν στις μάχες ενώ στο υπόγειο χώρο της επιτύμβιας στήλης βρισκόταν ένα ακόμη γλυπτό που αναπαριστούσε το άψυχο σώμα ενός πεσόντα. Ένα νεκρό κορμί καλυμμένο με ένα σεντόνι, αφήνοντας ακάλυπτα τα πόδια και τα δυο του χέρια. Ίσα που φαινόταν η κόμη του νεκρού καθώς το σεντόνι σταματούσε στο μέτωπό του. Το δάπεδο όπου βρισκόταν το γλυπτό ήταν γεμάτο σπασμένα μπουκάλια και διάφορα άλλα σκουπίδια. Ακόμα και σε κείνη τη μικρή γωνιά της πόλης, ήταν φανερή η αστική παρακμή των Βρυξελλών. Δε ξαφνιάστηκα με την κατάντια αυτή καθώς απ' την πρώτη στιγμή της δεύτερης επίσκεψής μου παρατήρησα μια έντονη κοινωνική παρακμή στους δρόμους της.
Κατηφορίζοντας προς το βασιλικό ανάκτορο, έκανα μια στάση σε μια πλατεία που μου είχε αρέσει στην πρώτη μου επίσκεψη. Αναφέρομαι στην πλατεία Petit Sablon, η οποία είναι γεμάτη δέντρα, πολύχρωμα λουλούδια και με μια μικρή λιμνούλα στο τελείωμά της. Η έκταση αυτή λειτουργούσε κάποτε ως νεκροταφείο ενός γειτονικού νοσοκομείου. Από το 1890 μετατράπηκε σε ένα καλαίσθητο κήπο αναψυχής ενώ τα αγάλματα που είναι παρατεταγμένα στη σειρά παρουσιάζουν 48 ιστορικά επαγγέλματα που ευδοκίμησαν στην πόλη των Βρυξελλών.
Επίσης αυτή τη φορά επισκέφθηκα και το μουσείο του Ρενέ Μαγκριτ, το οποίο δεν είχα προλάβει να τιμήσω την προηγούμενη φορά. Κάθε όροφος κι από μια περίοδος του διάσημου και πολυαγαπημένου Βέλγου σουρεαλιστή. Δυστυχώς οι διασημότεροι πίνακές του βρίσκονται σε άλλες συλλογές και μουσεία. Παρ' όλα αυτά συνάντησα αρκετά από τα γνωστά του έργα καθώς κι ένα πλήθος αναφορών, άρθρων κι άλλων δραστηριοτήτων στις οποίες είχε πάρει μέρος ο σπουδαίος αυτός δημιουργός.
Κλείνοντας αυτήν την φωτογραφική βόλτα, θα θελα πολύ να αναφερθώ στην τέχνη του δρόμου. Όσο οι Βρυξέλλες έδειχναν πιο παρηκμασμένες από την τελευταία φορά που τις επισκέφθηκα (το 2014) τόσο πιο πολλές ήταν οι καλλιτεχνικές πινελιές με τις οποίες οι διάφοροι δημιουργοί προσπάθησαν να δώσουν χρώμα και ζωή σε μια πόλη που πνίγεται δεκαετίες τώρα στη γραφειοκρατεία του Ευρωκοινοβουλίου και στα golden boys της νεοφιλελεύθερης Ευρωπαϊκής Ένωσης. Χαρίζοντάς μου λοιπόν αυτοί οι νέοι μία παλέτα χρωμάτων στις βρυξελλιώτικες περιπλανήσεις μου, σκέφτηκα κι εγώ να τους τιμήσω παρουσιάζοντας διάφορα από τα εφήμερα έργα που φωτογράφισα τις μέρες που βρισκόμουν εκεί.