Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2023

Ζάκρος (2023)

 



Η φετινή κινηματογραφική χρονιά δεν είχε μόνο τη μεγάλη επιστροφή του αγαπημένου μας Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν με τα "Ξερά Χόρτα" αλλά και του λατρεμένου μας δημιουργού Φίλιππου Κουτσαφτή με το νέο του ντοκιμαντέρ "Ζάκρος", αφού πρώτα έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο Λούβρο και συμμετείχε στο Διεθνές Διαγωνιστικό Πρόγραμμα του 25ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Μετά το αξεπέραστο "Αγέλαστος Πέτρα" (2000), το οποίο καταπιάστηκε με τα λησμονημένα μυστήρια της Ελευσίνας και το εξαιρετικό "Αρκαδία Χαίρε" (2015) μέσα από το οποίο αναζήτησε τα μυθικά τοπία της Πελοποννήσου, με τη νέα του ταινία, ο σημαντικός Έλληνας δημιουργός εστιάζει την προσοχή του σε ένα άγνωστο, αλλά πλούσιο σε ιστορία σημείο της ανατολικής Κρήτης, το οποίο εξακολουθεί ανά τους αιώνες να αγναντεύει επίμονα προς την Κύπρο, τη Μικρά Ασία και την Αίγυπτο. 
Στις ανατολικές ακτές της Κρήτης εξακολουθεί να πλανιέται ένα αρχαιολογικό μυστήριο, καθώς εκεί αναπτύχθηκε μια μικρή πολιτεία με το δικό της μινωικό ανάκτορο, η οποία εγκαταλείφθηκε μετά από δυο απανωτές φυσικές καταστροφές κι αφέθηκε στη φθορά της λήθης, αλλά και στη στοργική κάλυψη που της πρόσφερε η σκόνη του χρόνου. Όμως, το 1961 άρχισαν οι πρώτες ανασκαφές από τον αρχαιολόγο Νικόλαο Πλάτωνα, οι οποίες συνεχίζονται μέχρι σήμερα από το γιό του, Λευτέρη Πλάτωνα, αναδεικνύοντας με το πέρασμα των αιώνων το τέταρτο σημαντικότερο ανάκτορο του μινωικού πολιτισμού (μετά από την Κνωσό, τη Φαιστό και τα Μάλια) και το μόνο που δεν είχε συληθεί, μ' αποτέλεσμα να αποκαλυφθούν πολλά σημαντικά στοιχεία του πρώτου μεγάλου πολιτισμού της Ευρώπης.  
Απ’ όλα τα ευρήματα, ο δημιουργός εντυπωσιάζεται τελικά από το πιο ταπεινό, τα «άωτα κωνικά κύπελλα», τα οποία οι ντόπιοι λένε «σκουτελάκια». Τα σκουτελάκια είναι πολύ μικρά σε μέγεθος σκεύη, τα οποία βρέθηκαν στοιβαγμένα κατά δεκάδες σε μια από τις οικίες της ανασκαφής, καταπλακωμένα για 3.500 χρόνια. Ταυτισμένα με τη 2η ανακτορική περίοδο του μινωικού κόσμου, «υπήρχαν παντού, από τα ανάκτορα μέχρι τα αγροτόσπιτα». Ένα αντίστοιχο «σκουτελάκι» ζωγράφισε κι ο διάσημος ζωγράφος Χρήστος Μποκόρος για την αφίσα της ταινίας.
Σ' αυτήν τη μικρή κι άγνωστη άκρη της Κρήτης, της Ελλάδος αλλά και της Ευρώπης όλης, ο Φίλιππος Κουτσαφτής κινηματογραφεί με υπομονή για τρεις ολόκληρες δεκαετίες, τόσο τις ανασκαφικές διαδικασίες και τα ευρήματα τους, όσο και την καθημερινότητα των κατοίκων της Ζάκρου, οι οποίοι εξακολουθούν διακριτικά και σεμνά να ακολουθούν τον ίδιο τρόπο ζωής των προγόνων τους, αντικρίζοντας την ίδια θάλασσα και τα ίδια βουνά και πραγματοποιώντας αντίστοιχες θρησκευτικές τελετές στους ίδιους ιερούς τόπους, έχοντας ως οδηγό τη φύση, τον καιρό και τα άστρα του ουρανού, τηρώντας ασυναίσθητα τη φράση «Εδώ αφήκε τον ήσκιο του ο ένας, εκεί ο άλλος» του πεζογράφου Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, την οποία επέλεξε να χρησιμοποιήσει ως προλογικό σημείωμα για το ντοκιμαντέρ του ο Έλληνας δημιουργός.
Έχοντας λοιπόν ως σημείο αναφοράς τον αρχαιολογικό χώρο της Ζάκρου, ο Φίλιππος Κουτσαφτής αρχίζει να σχηματίζει ένα μικρό μωσαϊκό χρησιμοποιώντας ως ψηφίδες τους ανθρώπους της περιοχής, οι οποίοι του ανοίγουν με συγκίνηση την ψυχή τους, περιγράφοντάς του συμβάντα που οι ίδιοι έχουν ζήσει ή ακούσει. Οι μαρτυρίες αυτών των ανθρώπων είναι και το δυνατό χαρτί του Έλληνα δημιουργού, το οποίο έχουμε παρατηρήσει και στις προηγούμενες ταινίες του. 
Στη συγκεκριμένη ταινία έχουμε τη συγκινητική γέννηση ενός ξύλινου κουταλιού από έναν γλυκύτατο παππούλη με τη γυναίκα του να παρατηρεί καρτερικά από το τραπέζι, την ευχάριστη διήγηση μιας γιαγιάς για το πώς κλέφτηκε με τον σύζυγό της όταν ήταν παιδιά και τη συνταρακτική εξιστόρηση για τον θάνατο ενός Καλύμνιου σφουγγαρά, ο οποίος θάφτηκε στο εκκλησάκι της Ζάκρου χωρίς να ξέρει κανείς το όνομά του για να το χαράξει στο σταυρό του τάφου του. 
Όμως, για μένα, η πιο σημαντική διήγηση της ταινίας είναι η ιστορία του κωφού ψαρά, ο οποίος γνωρίζει σπιθαμή προς σπιθαμή όλη την περιοχή της Ζάκρου κι έμαθε να μιλάει με έναν δικό του ιδιαίτερο τρόπο στη νοηματική. Οπότε, κατ' εμέ, ο συγκεκριμένος ψαράς είναι η απόλυτη προσωποποίηση της περιοχής αυτής, καθώς έχει τόσα πολλά να μας αφηγηθεί, αλλά χρειάζεται μια κατάλληλη φόρμουλα επικοινωνίας για να μεταλαμπαδεύσει τις γνώσεις και τις ιστορίες που κουβαλά. 
Επίσης, μέσα από την ανασκαφή, ο Φίλιππος Κουτσαφτής κάνει κάποιες εύστοχες αντιστοιχίσεις με την παγκόσμια ιστορία και τέχνη. Οπότε, μέσα από τις ανακαλύψεις που έχουν γίνει από τους αρχαιολόγους της Ζάκρου, ξετυλίγεται ένα κουβάρι που καταλήγει στον κατακόκκινο χιτώνα του Χριστού, στην ταφή του κόμη Οργκάθ του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου, στις θεωρίες του Δανού σκηνοθέτη Κάρλ Ντράγιερ κι άλλες φορές στο απέραντο διάστημα. 
Αυτό όμως που με συντάραξε περισσότερο ήταν η ιστορία του Ιταλού ανθρωπολόγου Λίντιο Τσιπριάνι, ο οποίος επισκέφθηκε την Κρήτη το 1942 για να επαληθεύσει τις αλλοπρόσαλλες ρατσιστικές του θεωρίες που τον έκαναν να πιστεύει πως οι Κρητικοί είναι υποδεέστεροι των υπολοίπων Ευρωπαίων κι ότι η Κρήτη είναι η εσχατιά του σπουδαίου δυτικού πολιτισμού. Με την παραπάνω απάνθρωπη θεωρία του, ο Ιταλός ανθρωπολόγος άρχισε να φωτογραφίζει τους Κρητικούς συμπεριλαμβάνοντας και τους κατοίκους της Ζάκρου, αφήνοντας πίσω του ένα συγκλονιστικό και σημαντικό φωτογραφικό υλικό για τα πρόσωπα του παρελθόντος και τον τρόπο ζωής τους. Παρόλο που τα κίνητρά του ήταν ξεκάθαρα φασιστικά, το έργο που άφησε ως παρακαταθήκη αξιοποιήθηκε για πιο ανθρώπινους κι άκρως συγκινητικούς σκοπούς. 
Για μια ακόμη φορά, ο Φίλιππος Κουτσαφτής χρησιμοποιεί την ίδια αλάνθαστη συνταγή με την "Αγέλαστο Πέτρα", ανασυνθέτοντας το πλούσιο μωσαϊκό ενός ακόμη τόπου, κινηματογραφώντας για δεκαετίες με απώτερο σκοπό να διατηρήσει τις μοναδικές στιγμές της Ζάκρου μέσα από τα πρόσωπά της, όπως τους ηλικιωμένους κατοίκους που δεν έφυγαν ποτέ από το χωριό τους αλλά και τα μικρά παιδιά που μεγάλωσαν και το καθένα πήρε τον δικό του δρόμο. Το σημαντικότερο όμως είναι πως για μια ακόμη φορά, ο σπουδαίος Έλληνας δημιουργός κατάφερε να διαφυλάξει στην κοινή μας μνήμη σπουδαίες προσωπικότητες που επιτέλεσαν εξέχον έργο στους τόπους τους, όπως ο αρχαιολόγος Νικόλαος Πλάτων. Αυτό που γίνεται αντιληπτό μέσα από το "Ζάκρος" είναι πως για τον Φίλιππο Κουτσαφτή, η ιστορία καταγράφεται μέσα από διαδοχικές κι υπομονετικές επισκέψεις, οι οποίες για μια ακόμη φορά θα τον οδηγήσουν στο ίδιο σημείο, το οποίο δεν είναι άλλο από την αναζήτηση του χαμένου χρόνου. Ενός χρόνου άγνωστου και μυστηριώδη, σύμφωνα με τα λόγια του Αυγουστίνου, ο οποίος είχε πει ότι «όσο δεν με ρωτάς ξέρω τι είναι ο χρόνος, αν όμως με ρωτήσεις δεν ξέρω να απαντήσω». 



Βαθμολογία: 8/10

Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2023

Ενα Καινούργιο Αύριο (2023)

 


Κάθε σκηνοθέτης που σέβεται τον εαυτό του κι αγαπά το έργο που έχει αφήσει ως παρακαταθήκη, οφείλει να σκηνοθετήσει το δικό του "8 1/2" του Φελίνι. Αυτήν την πρόκληση θεωρώ πως δέχτηκε να υλοποιήσει ο αγαπημένος τρελός του ιταλικού κινηματογράφου Νάνι Μορέτι, προσφέροντάς μας έναν τόνο νοσταλγίας και προβληματισμού για όσα δυσοίωνα έρχονται, μέσα από την τελευταία του ταινία "Ένα Καινούργιο Αύριο". 
Παρόλο που ο τίτλος της ταινίας εκπέμπει μια νότα αισιοδοξίας, ο Νάνι Μορέτι δείχνει μέσα από την ταινία του να εστιάζει σε θέματα υπαρξιακά κι επώδυνα για τον ίδιο, στον τρόπο ζωής που είχε μέχρι σήμερα αλλά και στην εικόνα που έχει για τον κινηματογράφο και τα κοινωνικοπολιτικά ένστικτα των ανθρώπων. Επίσης αποτίνει ένα φόρο τιμής σ' αυτά που πέρασαν και δυστυχώς δε θα ξανάρθουν. 
Η αλλαγή που συντελείται στον κύκλο του φανερώνεται από την αρχή της ταινίας, καθώς περιμένει με ανυπομονησία να παρακολουθήσει μαζί με τη σύζυγο και την κόρη του, την υπέροχη ταινία "Λόλα" του Ζακ Ντεμί με την πανέμορφη Ανούκ Εμέ. Κι ενώ έχει κάνει όλες τις προεργασίες για μια ζεστή κι ευχάριστη σπιτική προβολή, διαπιστώνει πως ούτε η σύζυγός του αλλά ούτε κι η κόρη του έχουν την ίδια διάθεση με κείνον για ταινία. 
Παρόμοια αλλαγή στο κλίμα παρατηρεί και στις προετοιμασίες που γίνονται για την κινηματογράφηση της νέας του ταινίας, η οποία εστιάζει στη στάση που κράτησαν οι Ιταλοί κομμουνιστές το 1956 κατά τη διάρκεια της σοβιετικής εισβολής στην Ουγγαρία. Καθώς συζητάει με το κινηματογραφικό του συνεργείο για τις λεπτομέρειες της ταινίας, ένας νεαρός τον ρωτάει ξαφνιασμένος αν υπήρξαν ποτέ κομμουνιστές στην Ιταλία. Αυτή η τόσο απλή κι ανόητη ερώτηση φανερώνει πως η νέα γενιά έχει τρομερά κενά για την πρόσφατη ιστορία (πόσο μάλλον για γεγονότα των προηγούμενων αιώνων), κάτι που δυστυχώς θα την αναγκάσει να ξαναζήσει τις ίδιες σκοτεινές καταστάσεις του παρελθόντος. Εξάλλου διαφαίνεται με την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ευρώπη.  
Ο ανησυχητικός κατήφορος της σύγχρονης κοινωνίας, φανερώνεται και στα γυρίσματα μιας ταινίας δράσης, τα οποία διακόπτει ο Νάνι Μορέτι ζητώντας εξηγήσεις για το νόημα που βρίσκεται πίσω από την τόσο κινηματογραφική βία των σημερινών ταινιών. Ο ίδιος φέρνει ως παράδειγμα τη συγκλονιστική ταινία "Μικρή Ιστορία για ένα Φόνο" του σπουδαίου Κριστόφ Κισλόφσκι, στην οποία η σκηνή βίας είναι αποτρεπτική για τον θεατή, θέλοντας να δείξει μ' αυτόν τον τρόπο ο σκηνοθέτης πως η πράξη αυτή είναι κατακριτέα. Τελικά δεν καταφέρνει να πείσει κανέναν κι εκεί είναι που διαπιστώνει πως κι ο ίδιος ως δημιουργός, ανήκει στους ξεπερασμένους σκηνοθέτες του κινηματογράφου. 
Με την παραπάνω διαπίστωση, ο απογοητευμένος Νάνι Μορέτι παίρνει την απόφαση να μην ολοκληρώσει την τελευταία του ταινία αλλά να τη μετατρέψει σε μια πολύχρωμη και με παλμό παρέλαση, τιμώντας όλα αυτά που ήδη νοσταλγεί, τις ημιτελείς του δημιουργικές σκέψεις, τις εποχές που πέρασαν και χάθηκαν, τις ιδεολογίες που ετοιμάζονται να αφανιστούν στη λήθη των νέων γενιών. Με μια πορεία γεμάτη κόκκινες σημαίες και με βλέμματα που λάμπουν από αισιοδοξία και κοιτούν χαμογελαστά προς το μέλλον.


Βαθμολογία: 7/10

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2023

Ξερά Χόρτα (2023)




Η επιστροφή του σπουδαίου και πολυαγαπημένου Τούρκου σκηνοθέτη Νουρί Μπίλγκε Τζεϊλάν στις σκοτεινές αίθουσες, θεωρείται από μόνη της ως ένα από τα αναμενόμενα και σημαντικότερα κινηματογραφικά γεγονότα της χρονιάς. Πόσο μάλλον όταν η νέα του ταινία έρχεται με πολλές διακρίσεις από τα διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ, με σημαντικότερη τη βράβευση της εκπληκτικής πρωταγωνίστριας Μέρβε Ντισντάρ στο φετινό φεστιβάλ των Καννών. Μετά από τα δύο προηγούμενα αριστουργήματα Χειμερία Νάρκη (2014) κι Άγρια Αχλαδιά (2018) αλλά και τα εξαιρετικά Κλίματα Αγάπης (2006), Μακριά (2002) και Σύννεφα του Μάη (1999), οι προσδοκίες μου για τον κινηματογραφικό έργο του Τζεϊλάν είναι ιδιαίτερα απαιτητικές, καθώς η νέα του ταινία έρχεται με έναν αέρα δυναμισμού κι ωριμότητας. 
Με τα "Ξερά Χόρτα", ο σπουδαίος Τούρκος δημιουργός αναζητάει την πολυπόθητη Άνοιξη της χώρας του, σε μια δύσκολη περίοδο όπου κυριαρχεί ο τσουχτερός χειμώνας και το ιδιαίτερα θερμό κι άνυδρο καλοκαίρι, αναγκάζοντας τους ανθρώπους να έχουν παρόμοια μοίρα μ' αυτήν των χόρτων στις αφιλόξενες στέπες της Τουρκίας, όπου παραμένουν συνεχώς ξερά. Γι' αυτόν τον λόγο, ο Νουρί Μπίλγκε Τζεϊλάν, μας ταξιδεύει για μια ακόμη φορά στα βάθη της Τουρκίας, θέλοντας σ' αυτό το σκληρό περιβάλλον να μας παρουσιάσει τα αδιέξοδα των ανθρώπων, τα ναρκωμένα τους όνειρα, τον εγκλωβισμό τους σε μια θανάσιμη στασιμότητα και το κουρδικό ζήτημα που εξακολουθεί να ελοχεύει στην τουρκική κοινωνία. 
Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας, παρόλο που στις ταινίες του υπάρχουν πολλά εμπλεκόμενα πρόσωπα, είναι ένας καθηγητής καλλιτεχνικών, ο Σαμέτ, ο οποίος νιώθει εξόριστος στην ίδια του τη χώρα, περιμένοντας την πολυπόθητη μετάθεσή του στην Κωνσταντινούπολη. Μέσα από τη στάση του και τις απόψεις που εκμυστηρεύεται στους γύρω του, φαίνεται πως ο Σαμέτ αντιμετωπίζει την εργασιακή του καθημερινότητα με αδιαφορία και κάποιες φορές με κυνικότητα όταν έρχεται σε αντιπαράθεση με τους μαθητές του, όπως στη σκηνή που τους λέει πως όλα όσα διαδραματίζονται μες στην τάξη είναι ένα θέατρο, διότι κανείς τους δεν έχει έφεση στις τέχνες κι επειδή όλοι τους θα καταλήξουν στον πρωτογενή τομέα όπου θα μοχθούν για να προσφέρουν τα απαραίτητα αγαθά στην πλούσια αστική τάξη. Οι μόνες στιγμές, στις οποίες αποκαλύπτεται η καλλιτεχνική του φύση κι η διακριτική του ευαισθησία, είναι όταν απαθανατίζει τους κατοίκους, τους συναδέλφους και τους φίλους που έχει στο μικρό χωριό. Με τον δικό του καλλιτεχνικό και συναισθηματικό τρόπο, καταγράφει την άγρια ζωή της ανατολικής Τουρκίας.  
Όμως, όλα θα ανατραπούν απότομα μετά από μια σειρά κατηγοριών που θα προκύψουν εις βάρος του από την αγαπημένη του μαθήτρια, τη Σεβίμ. Εγκλωβισμένος σ' αυτήν την απρόσμενη κατάσταση, θα αναζητήσει καταφύγιο στις συναναστροφές και τις συζητήσεις με τους λιγοστούς ανθρώπους που εμπιστεύεται. Ένας απ' αυτούς είναι ο συγκάτοικός του, ο Κενάν κι η Νουράι, μια δασκάλα από μια διπλανή πόλη και πρώην ακτιβίστρια, η οποία έχασε το πόδι της σε μια τρομοκρατική επίθεση. 
Η σχέση των τριών πρωταγωνιστών θα προσπαθήσει να καρποφορήσει στην άγονη στέπα της Ανατολίας, όπου επικρατούν δύο μόνο εποχές, ο χειμώνας και το καλοκαίρι, μ' αποτέλεσμα η φύση να μην προλαβαίνει να πρασινίσει, καθώς από το πυκνό χιόνι που τη σκεπάζει καθόλη τη διάρκεια του χειμώνα, περνάει στην ξηρασία του καλοκαιριού. Μέσα σ' αυτό το τόσο δύσκολο περιβάλλον προσπαθούν μάταια οι παραπάνω χαρακτήρες να ανθίσουν...
 



Ωστόσο, παρατηρείται πως τα τρία παραπάνω πρόσωπα, παρόλο που βρίσκονται χρόνια στην εργασιακή ζούγκλα, επιλέγουν, ή για να το θέσω καλύτερα, αναγκάζονται να ζουν με έναν εφηβικό τρόπο. Η Νουράι εξακολουθεί να ζει με τους γονείς της, ενώ ο Σαμέτ συγκατοικεί μαζί με τον Κενάν, ο οποίος επιμένει να μη θέλει να παντρευτεί, παρόλο που τον πιέζει η μητέρα του. Κι οι τρεις εκπροσωπούν τρεις διαφορετικές όψεις της τούρκικης κοινωνίας που ασφυκτιά στη σημερινή εποχή. 
Η Νουράι εκπροσωπεί το αριστερό κι ακτιβιστικό κομμάτι της Τουρκίας που έχει διωχθεί επανειλημμένα τα τελευταία χρόνια κι έχει παραγκωνιστεί. Γι' αυτόν τον λόγο, διακρίνουμε ένα ίχνος απογοήτευσης κι εγκατάλειψης στο θλιμμένο της βλέμμα. Ο Κενάν εκπροσωπεί το κουρδικό κομμάτι της Τουρκίας που προσπαθεί να ορθοποδήσει και να ενσωματωθεί στον υπόλοιπο εθνικό κορμό, παρά τις διώξεις και τα εμπόδια που συναντά στο διάβα του. Τέλος, ο Σαμέτ, εκφράζει το διανοουμενίστικο κομμάτι της τουρκικής κοινωνίας που έχει πια απαυδήσει με την αδιαφορία του υπόλοιπου κόσμου κι έχει περιέλθει σε μια εσωστρεφή και κυνική κατάσταση. Αυτοί οι τρεις διαφορετικοί κόσμοι θα μπλέξουν σε ένα παράδοξο ερωτικό τρίγωνο, όπου ο καθένας αναζητά την παρηγοριά στον άλλον, έχοντας αποδεχτεί πως το εγγύς μέλλον προμηνύεται δυσοίωνο. 
Οι προβληματισμοί των τριών πρωταγωνιστών, ο τρόπος ζωής που έχουν επιλέξει κι οι προσδοκίες τους από τα μελλοντικά τους σχέδια, παρουσιάζονται μέσα από τους μεγάλους σε διάρκεια και πλούσιους σε επιχειρήματα διαλόγους των ταινιών του Τζεϊλάν. Με έναν μοναδικό τρόπο, ο σπουδαίος Τούρκος δημιουργός παντρεύει τον δοκιμιακό λόγο με τον κινηματογραφικό, προσφέροντας άκρως ενδιαφέρουσες σκηνές πλούσιων διαλόγων. Ο πιο ενδιαφέρων διάλογος της συγκεκριμένης ταινίας, είναι αυτός που λαμβάνει χώρα ανάμεσα στον Σαμέτ και τη Νουράι σχετικά με την αιώνια διαμάχη του ατομικού με το συλλογικό, το κατά πόσο αξίζει να ανήκει κανείς σε μια ομάδα, ώστε να μπορεί να προσφέρει, αλλά και να δέχεται τη βοήθεια και τη στήριξη των άλλων ή να παραμένει μόνος του χωρίς  προσδοκίες κι απαιτήσεις από κανέναν, προστατεύοντας μ' αυτόν τον τρόπο τον εαυτό του από την προδοσία και την απογοήτευση. Υπάρχουν κι άλλοι αξιόλογοι διάλογοι, μέσα από τους οποίους θίγεται η ματαιότητα των τσακισμένων προσώπων, η ελπίδα όσων εξακολουθούν να πιστεύουν σε ένα όραμα, αλλά κι η προσκόλληση ορισμένων πληγωμένων ανθρώπων με το παρελθόν, γεγονός που τους οδηγεί στην αφάνεια. Και φυσικά απορρέει η βεβαίωση πως οι ώριμες κι ειλικρινείς συζητήσεις αποκαλύπτουν πως μας ενώνουν περισσότερα πράγματα απ' όσα μας χωρίζουν, κι αυτό από μόνο του είναι ελπιδοφόρο. Αρκεί οι άνθρωποι να μπορούν να ανοιχτούν ελεύθερα.  
Για μια ακόμη φορά, ο Τζεϊλάν πετυχαίνει να κάνει πειστικούς τους διαλόγους που ξετυλίγονται στην ταινία, με το να παρουσιάσει άκρως ρεαλιστικούς τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών. Από τη μια ο Σαμέτ είναι ένας ακόμη αντιήρωας (ίδια συνταγή με τους αντίστοιχους πρωταγωνιστές σε "Άγρια Αχλαδιά" και "Χειμερία Νάρκη"), ο οποίος δε γίνεται ιδιαίτερα συμπαθής παρόλο που σε πολλές σκηνές ταυτίστηκα με τα λεγόμενά του, αλλά και με τη στάση του, ενώ από την άλλη έχουμε τη Νουράι με τον δυναμισμό της και την αυτοπεποίθησή της, παρόλο που έχει χάσει το ένα της πόδι, η οποία καταφέρνει να 'ρθει σε κόντρα με το πατριαρχικό κατεστημένο της γειτονικής μας χώρας. 






Στόχος του συνόλου των "κατηγορώ" που ακούγονται στην ταινία, είναι η ελλιπής παιδεία της κοινωνίας, η οποία μαθαίνει να ζει χωρίς όραμα κι ελπίδα. Γι' αυτόν τον λόγο, ο Τζεϊλάν θέτει ως κέντρο αναφοράς της ιστορίας του το σχολείο, το οποίο κατά κάποιον τρόπο αντιπροσωπεύει το αποδυναμωμένο σύστημα της χώρας του, διότι λειτουργεί χωρίς να έχει επίκεντρο τον άνθρωπο, μ' αποτέλεσμα να εφαρμόζει ένα σύνολο ανούσιων κανόνων και να προσφέρει μια άκρως αναποτελεσματική εκπαίδευση στις νέες γενιές. Οπότε, ο χώρος του σχολείου μετατρέπεται σε αρένα όπου συγκρούονται όλες οι πλευρές της πολυπρόσωπης τουρκικής κοινωνίας, δημιουργώντας μια αιχμηρή κριτική στην πολιτική της χώρας που την οδηγεί σε μια επικίνδυνα μη αναστρέψιμη ερημοποίηση.
Αυτή η αντίφαση της τουρκικής κοινωνίας, εκφράζεται έντονα από την εσωστρεφή φύση του Σαμέτ και τα απότομα ξεσπάσματά του μέσα στην τάξη. Από τη μια είναι ευαίσθητος και προσιτός με τους μαθητές του κι από την άλλη κυνικός σχετικά με το μέλλον τους. Σε κάποιες στιγμές τον βλέπουμε να 'χει ανάγκη για επικοινωνία με τους λιγοστούς ανθρώπους του στενού του κύκλου, ενώ σε κάποιες άλλες επιθυμεί την ηρεμία της μοναξιάς, φωτογραφίζοντας πρόσωπα και τοπία, προσφέροντας στους θεατές ένα υπέροχο μωσαϊκό που παρουσιάζει την άγνωστη πλευρά μιας χώρας, που επιθυμεί να παρουσιάζεται ως περιφερειακή υπερδύναμη. 
Επίσης, έχοντας ο Τούρκος σκηνοθέτης ως σημείο αναφοράς τον Σαμέτ, προσπαθεί να δείξει πως στη σύγχρονη εποχή, οι άνθρωποι έχουν την επιθυμία να προσφέρουν στους συνανθρώπους τους και να κάνουν πράγματα για να ομορφύνουν τη ζωή τους, αλλά κάτι τους αποτρέπει διότι η κάθε τους προσπάθεια δεν καταφέρνει να γεμίσει το συναισθηματικό τους κενό, μ' αποτέλεσμα να μην νιώθουν ολοκληρωμένοι.
Ωστόσο, η ταινία αφήνει αρκετές εκκρεμότητες και κάποια σημεία αναπάντητα, όπως την απρόσμενη περιπλάνηση του πρωταγωνιστή στα παρασκήνια της ταινίας. Μια σκηνή για την οποία ακόμη δεν έχω καταλάβει τη σημασία της και το νόημα που ήθελε να περάσει. 
Παρόλα αυτά, η ταινία είναι ένα ακόμη υπέροχο κινηματογραφικό διαμάντι με εκπληκτικές κι άκρως ρεαλιστικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών, με συγκλονιστικά πλάνα από τα άγρια κι άγνωστα μέρη της Ανατολίας, με εξαιρετικές φωτογραφίες και φυσικά με συγκινητική μουσική επένδυση. Όσο για τη μεγάλη της διάρκεια, που την κάνει αποτρεπτική για πολλούς, ομολογώ πως δεν κατάλαβα πότε πέρασαν οι τρεις ώρες, ή για να είμαι πιο ακριβής, τα 197 λεπτά.
Με τα "Ξερά Χόρτα", ο Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν καταφέρνει να μας προσφέρει μια ακόμα άκρως λυρική ταινία, προσπαθώντας μέσα απ' αυτήν να βρει τη χαμένη άνοιξη της Τουρκίας, ώστε μαζί με το φθινόπωρο (μέσω της Άγριας Αχλαδιάς), να επανενώσει πάλι τις τέσσερις εποχές, φέρνοντας την πολυπόθητη ισορροπία στους ανθρώπους. Ο εννοιολογικός συμβολισμός του τίτλου δεν είναι τίποτα παραπάνω από τους σύγχρονους σκεπτόμενους ανθρώπους, οι οποίοι προσπαθούν να μοιραστούν τις ανησυχίες τους και τα όνειρά τους, αλλά και να ενώσουν τις δυνάμεις τους, ξέροντας πως μέσα από τη συνύπαρξη και την αλληλεγγύη, θα καταφέρουν να βρουν μια πολυπόθητη ηλιαχτίδα ελπίδας για να αντιμετωπίσουν τη μοναξιά και την πλήξη των σημερινών κοινωνιών.


Βαθμολογία: 9/10