Δευτέρα 26 Απριλίου 2021

Μαθήματα Περσικών (2020)




Το Ολοκαύτωμα, η πιο μαύρη περίοδος της ανθρώπινης ιστορίας, έχει μετατραπεί με την πάροδο των χρόνων σε μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης, προσφέροντάς μας σπουδαία έργα τέχνης, τα οποία προσπαθούν με τον δικό τους τρόπο να διατηρήσουν τη μνήμη ζωντανή και την ανθρωπότητα αφυπνισμένη. Οι μαρτυρίες που έχουν καταγραφεί είναι πολλές, γι' αυτό θεωρώ πως το μέλλον επιφυλάσσει ακόμη περισσότερα βιβλία και κινηματογραφικά διαμάντια πάνω σ' αυτό το κομμάτι της ιστορίας. Ένα απ' αυτά είναι τα "Μαθήματα Περσικών", μια διεθνούς παραγωγής ταινία (Γαλλία, Γερμανία και Ρωσία), η οποία όμως συγκαταλέγεται ως κινηματογραφικό έργο της Λευκορωσίας, κάτι που της προσδίδει περισσότερο ενδιαφέρον. 
Η ιστορία μας ταξιδεύει στην κατεχόμενη Γαλλία, όπου ένα καμιόνι διασχίζει ένα πυκνό δάσος μεταφέροντας Εβραίους από Γαλλία και Βέλγιο. Στοιβαγμένος μαζί με άλλους συλληφθέντες, ο πρωταγωνιστής συστήνεται με έναν άλλον Εβραίο, όπου εκεί μαθαίνουμε ένα κομμάτι της ιστορίας του. Η εξέλιξη της κουβέντας θα αποδειχτεί στην πορεία σωτήρια για τον νεαρό, οδηγώντας τον σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης όπου θα τεθεί κάτω από την προστασία του διοικητή των μαγειρείων. Ο λόγος που ο ίδιος γλιτώνει από βέβαιο θάνατο, είναι η απεγνωσμένη προσπάθειά του να πείσει τους στρατιώτες-εκτελεστές πως είναι Πέρσης κι όχι Εβραίος. Η κίνησή του αυτή θα τον φέρει κοντά σε έναν διοικητή μαγειρείων ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης, ο οποίος αναζητά έναν Πέρση για να του κάνει μαθήματα φαρσί. 
Οι στρατιώτες θα παρουσιάσουν ως λάφυρο τον νεαρό στο γραφείο του διοικητή, όπου εκεί ο πρωταγωνιστής θα συνειδητοποιήσει πως η σωτηρία του από το θάνατο, δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα εισιτήριο για την επίγεια κόλαση των Γερμανών ναζί, καθώς είναι υποχρεωμένος σε καθημερινή βάση να υποδύεται τον Πέρση και να επινοεί ψεύτικες λέξεις για τα μαθήματα φαρσί που κάνει στον διοικητή των μαγειρείων, εμπνεόμενος από τα ονόματα των υπολοίπων Εβραίων κρατουμένων. Όμως η προσπάθεια αυτή δεν είναι εύκολη μ' αποτέλεσμα να πέφτει σε λάθη, τα οποία θα θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή του ενώ παράλληλα θα αρχίσουν να δημιουργούν αμφιβολίες στους υπόλοιπους διοικητές και στρατιώτες του στρατοπέδου. Παρ' όλα αυτά, το ένστικτο της επιβίωσης θα τον πεισμώσει, συνεχίζοντας με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση τον ρόλο του Πέρση ενώ παράλληλα θα εκμεταλλευτεί την εμπιστοσύνη του διοικητή για να βοηθήσει κάποιους συγκρατούμενούς του νιώθοντας ενοχικά για την ευνοϊκή του θέση μες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. 
Όταν διαπιστώνεται πως έρχεται το τέλος της μαρτυρικής ζωής τόσο της δικής του όσο και των υπολοίπων συγκρατουμένων του, καθώς οι Αμερικανοί έχουν ήδη αρχίσει να επελαύνουν προς την ανατολή, ο ίδιος θα επιλέξει να εξοντωθεί μαζί με τους υπολοίπους. Όμως για μια ακόμη φορά, η τύχη θα σταθεί με το μέρος του κι η σωτηρία του δε θα διασώσει μόνο τη δική του ύπαρξη αλλά και την μνήμη 2.840 συγκρατουμένων του που βρήκαν φρικτό θάνατο στα ναζιστικά κολαστήρια. Δηλαδή των ονομάτων που χρησιμοποίησε για να δημιουργήσει δικές του λέξεις φαρσί. 
 



Έχω την αίσθηση πως κάθε χρόνο βγαίνει στους κινηματογράφους κι από μια ταινία που έχει σχέση με το Ολοκαύτωμα. Επίσης έχω παρατηρήσει πως τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερες χώρες δίνουν περισσότερη βαρύτητα στο γεγονός αυτό, παρουσιάζοντάς το κάθε φορά κι από μια διαφορετική οπτική γωνιά. Το ίδιο συνέβη και με τα "Μαθήματα Περσικών". 
Ο νεαρός πρωταγωνιστής Ναουέλ Πέρες Μπισκαγιάρ προσφέρει μια εξαιρετική ερμηνεία στο ρόλο του Εβραίου που προσποιείται πως είναι Πέρσης για να γλιτώσει. Η σπιρτάδα του τον βοηθάει να ελίσσεται σε κάθε κίνδυνο που ελλοχεύει αλλά παράλληλα τον συνθλίβει εσωτερικά. Κάθε μέρα ζωής που κερδίζει μέσα στο κολαστήριο, μεγαλώνει ένα απροσδιόριστο βάρος που κουβαλάει εντός του. Βλέπει συνανθρώπους του να εκτελούνται μπροστά του ή να ταξιδεύουν στα κολαστήρια της Πολωνίας για να εξοντωθούν. Αυτό έχεις ως συνέπεια, η τύχη που έχει στραφεί με το μέρος του να μετατρέπεται σε κατάρα, ωθώντας τον στην αυτοθυσία για να εξιλεωθεί για τα δεινά που περνάει ο λαός του. Κατά κάποιον τρόπο, ζει ένα ψυχολογικό μαρτύριο που του τρώει κάθε μέρα τα σωθικά. Δεν είναι τυχαίο που σε κάποια στιγμή εκμυστηρεύεται στον διοικητή των μαγειρείων πως θέλει να πεθάνει διότι κουράστηκε να φοβάται. Αυτός ο αφόρητος φόβος θεωρεί πως είναι πιο τρομερός κι από τους ίδιους τους ναζί. 
Από την άλλη, έχουμε τον Λαρς Άιντινγκερ στο ρόλο του διοικητή των μαγειρείων. Ένας σκληρός κι απρόσιτος άνθρωπος που διατηρεί αυτό το ύφος για να καλύψει τις δικές του ανασφάλειες και τους δικούς του φόβους, οι οποίοι γίνονται φανεροί στις συναντήσεις του με τον διοικητή του στρατοπέδου συγκέντρωσης. Ωστόσο σε κάθε ευκαιρία φανερώνει μια ευαίσθητη πλευρά, η οποία δυστυχώς έχει υποταχθεί στην ιδεολογία του ναζισμού. Βρήκα εξαιρετικές τις μεμονωμένες στιγμές ανθρωπιάς του, που ξεπετάγονται μόνο όταν είναι μαζί με τον Εβραίο προστατευόμενό του, ειδικά όταν του απαγγέλει ένα ποίημα στα υποτιθέμενα φαρσί που του μαθαίνει ο νεαρός αλλά κι όταν τον ρωτάει αν έχει ως ναζί την δυνατότητα να ερωτευτεί κάποια στιγμή στη ζωή του. Επίσης βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα τη συζήτηση που είχε με τον νεαρό σχετικά με την απόφασή του να καταταχτεί στο ναζιστικό κόμμα, όπου εκεί αποκαλύπτεται η αδύναμη φύση του αλλά κι ο κρυφός ενθουσιασμός που είχε για τον αδελφό του, ο οποίος εγκατέλειψε την ναζιστική Γερμανία και κατέφυγε σε Ελλάδα κι έπειτα στην Τεχεράνη για να αποφύγει το φασιστικό τέρας που απλωνόταν στη χώρα του αλλά και στην υπόλοιπη Γηραιά Ήπειρο. 



Μέσα από τους διαλόγους των δυο πρωταγωνιστών, δίνεται η δυνατότητα και στους δυο να παρουσιάσουν τις διαφορετικές προσωπικότητες τους με τις αδυναμίες τους και τα χαρίσματά τους. Μάλιστα, οι ερμηνείες τους είναι τόσο αληθινές που γίνονται κι οι δυο συμπαθείς στα μάτια των θεατών (ή τουλάχιστον ο ναζί αξιωματικός λιγότερο αντιπαθής), κάτι που μας βοηθάει να βιώσουμε τα αδιέξοδά τους και να αισθανθούμε κυρίως το πνίξιμο του πρωταγωνιστή, ο οποίος καθημερινά νιώθει πως η ζωή του κρέμεται από μια λεπτή κλωστή. 
Η πρώτη του αποφυγή από το θάνατο, η απόδρασή του για την οποία τελικά μετανιώνει κι επιστρέφει στο στρατόπεδο, η υποψία του διοικητή πως ο νεαρός κρατούμενος τον κοροϊδεύει κι η τιμωρία που του ασκεί στέλνοντάς τον στα νταμάρια αλλά κι η έλευση ενός άλλου αιχμαλώτου Πέρση που τον φέρνει σε μια άκρως επικίνδυνη θέση στο να αποκαλυφθεί το μυστικό του, είναι γεγονότα που κρατούν την ένταση της ιστορίας στα ύψη μετατρέποντάς την από δράμα σε θρίλερ. Έπειτα, είναι κάποιες μικρές στιγμές μαύρου χιούμορ που δημιουργούν στιγμιαία διαλείμματα ανάσας στη συνεχόμενη ένταση της εξέλιξης. Επιλέγοντας αυτόν τον τρόπο, ο σκηνοθέτης Βαντίμ Πέρελμαν προσφέρει ένα κλασικό κινηματογραφικό διαμάντι, το οποίο πατάει στη συνηθισμένη γραμμή των ταινιών αυτού του είδους, χαρίζοντας του μια βέβαιη διαχρονικότητα.  
Τα "Μαθήματα Περσικών" είναι μια ιδιαίτερη ιστορία από τις μαρτυρίες των στρατοπέδων συγκέντρωσης όπου ο αντιήρωας πρωταγωνιστής μετατρέπεται σε απόλυτο προστάτη διαφύλαξης της μνήμης αρκετών θυμάτων του Ολοκαυτώματος. Επίσης είναι μια σπουδή στην ατέρμονη προσπάθεια των ανθρώπων και στα σκαρφίσματά τους για επιβίωση. Μια αέναη δύναμη που προσπαθεί συνεχώς να μας κρατά μακριά από το θάνατο. 

Βαθμολογία: 7/10 

Δευτέρα 12 Απριλίου 2021

Όσο Κρατά ο Πόλεμος (2019)

 



Όταν είχα επισκεφθεί την πανέμορφη Σαλαμάνκα τον Οκτώβριο του 2019, συνάντησα αρκετά κινηματογραφικά συνεργεία διάσπαρτα στους γραφικούς της δρόμους. Λίγο καιρό αργότερα, έμαθα πως εκείνη την περίοδο ολοκληρωνόταν η τελευταία ταινία του Αλεχάνδρο Αμενάμπαρ με θέμα τον Ισπανικό Εμφύλιο. Αυτό είχε ως συνέπεια, πέρα από τις μαγευτικές εικόνες της μοναδικής αναγεννησιακής πόλης της Ιβηρικής χερσονήσου, να επιστρέψω στην Ελλάδα και με μια ανυπομονησία να παρακολουθήσω την νέα ταινία του Ισπανού σκηνοθέτη, ο οποίος μας είχε χαρίσει παλιότερα τα εξαιρετικά "Οι Άλλοι" και "Η Θάλασσα Μέσα Μου". Όμως η πανδημία έκανε την προσμονή μου να διαρκέσει σχεδόν δυο χρόνια κι όταν τελικά κατάφερα να την δω, διαπίστωσα πως η ταινία με αντάμειψε με το παραπάνω για την υπομονή μου. 
Η ιστορία μας μεταφέρει στο ξεκίνημα του Ισπανικού Εμφυλίου, όπου η πτώση του δικτάτορα Πρίμο ντε Ριβέρα κι η ανεξέλεγκτη κατάσταση του ισπανικού στρατού στο Μαρόκο οδήγησαν στη συσπείρωση των φασιστών στην ιβηρική χερσόνησο. Επίσης σημαντικό ρόλο είχε παίξει το γεγονός πως στις δημοκρατικές εκλογές του 1936, πρωτοστάτησαν οι κεντρο-δεξιοί με τους σοσιαλιστές. Για να μας βάλει ο δημιουργός στο κλίμα εκείνων των ημερών, μας παρουσιάζει στο εναρκτήριο πλάνο, το οποίο διαδραματίζεται στην εντυπωσιακή πλατεία της Σαλαμάνκα, τον ισπανικό στρατό που ανακοινώνει την κατάλυση της δημοκρατίας επιβάλλοντας στρατιωτικό νόμο με τους πολίτες να ακούν οι μεν σαστισμένοι κι οι δε με ζητωκραυγές απαιτώντας την επιστροφή της μοναρχίας. Η διχόνοια στον ισπανικό λαό είχε ήδη ανάψει και τα πρώτα σημάδια του εμφυλίου άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους. 
Πρωταγωνιστικό πρόσωπο σε 'κείνη την πτυχή της ιστορίας, είναι ο διάσημος συγγραφέας και πρύτανης του πανεπιστημίου της Σαλαμάνκα, Μιγκέλ ντε Ουναμούνο, ο οποίος από την πρώτη στιγμή υποστήριξε τη στρατιωτική επέμβαση υπογράφοντας το μανιφέστο των εθνικιστών, χάνοντας μ' αυτόν τον τρόπο την εκτίμηση των συναδέλφων του και του στενού του οικογενειακού και φιλικού του κύκλου. Ο ίδιος ως υπέρμαχος υποστηρικτής της μοναρχίας, υποστήριξε τη πράξη του αυτή δηλώνοντας προδομένος από τη νέα ισπανική δημοκρατία κι απαιτώντας την επαναφορά της τάξης με κάθε τίμημα. 
Όμως η στρατιωτική επέμβαση δεν άργησε να φανερώσει τις προσδοκίες της, οι οποίες ήταν η απόλυτη φασιστική κυριαρχία στην Ισπανία, έχοντας τη στήριξη των Γερμανών ναζί και των Ιταλών φασιστών. Μετά την πανηγυρική κατάληψη του Τολέδο από τον δημοκρατικό στρατό, οι φασίστες θα αναγκαστούν να συνεργαστούν με τους μοναρχικούς για να αντεπιτεθούν και να καταλάβουν ξανά τα προπύργια των αναρχικών και των κομμουνιστών. Αφού επέλεξαν ως αρχηγό τους τον Φράνκο, ξεκίνησαν την επέλασή τους προς την Μαδρίτη, καταλαμβάνοντας πρώτα το Τολέδο. Με τη νίκη τους αυτή, ο Φράνκο γίνεται μεμιάς ο ήρωας της συντηρητικής κοινωνίας και το προσωπείο των φασιστών, οι οποίοι μόλις συνειδητοποιήσουν πως έχουν αρχίσει να πατούν γερά στην κατάληψη της χώρας, θα πετάξουν τους μοναρχικούς από τη μέση και θα φανερώσουν το τέρας που έκρυβαν τόσο καιρό, αφήνοντας σαστισμένους όχι μόνο τους προοδευτικούς αλλά και τους συντηρητικούς που μέχρι εκείνη τη στιγμή τους υπερασπίζονταν. 
Στο πρόσωπο λοιπόν του πρύτανη, παρακολουθούμε την πορεία των συντηρητικών, των οποίων η υποστήριξή τους στους φασίστες μετατρέπεται σε έναν βουβό και σαστισμένο προβληματισμό, ο οποίος θα τους οδηγήσει στην ύστατη αντίδρασή τους απέναντι στην επέλαση του σκοταδισμού με κάθε τίμημα τόσο για τη θέση τους στην κοινωνία όσο και για την ίδια τους τη ζωή.




Υπήρξαν αρκετά στοιχεία της ταινίας που μου κέντρισαν το ενδιαφέρον και με κέρδισαν ως θεατή. Πρώτα απ' όλα, μου άρεσε η σταδιακή μεταστροφή του πρύτανη του πανεπιστημίου της Σαλαμάνκα. Είχε ενδιαφέρον η πορεία του, διότι ταύτισα την άποψή του με τις αντίστοιχες αρκετών προσώπων της σημερινής εποχής που υποστηρίζουν τόσο το σημερινό εγχώριο καθεστώς όσο και τα υπόλοιπα ακροδεξιά κινήματα της Ευρώπης. Στην όψη του διέκρινα ανθρώπους του κύκλου μου που αρνούνται να δουν την αλήθεια κατάματα, χρησιμοποιώντας τις πιο ηλίθιες δικαιολογίες. Δικαιολογίες που δε συνάδουν τόσο με το ποιόν τους όσο και με την ως τώρα πορεία τους. Ένα πολύ τρανταχτό παράδειγμα είναι η σκηνή με τους ήχους των τουφεκισμών από τις εκτελέσεις που ακούγονται έξω από την πόλη, τις οποίες ο πρύτανης τις καταλογίζει σε λαθροκυνηγούς. Κι ενώ βλέπει μπροστά του τους φαντάρους που επιστρέφουν από το σημείο της εκτέλεσης, επιμένει στη επιπόλαιη άποψη του. Άραγε πόσους τέτοιους τύπους συναντάμε στην καθημερινότητά μας που προσπαθούν να διαψεύσουν με παρόμοιες βλακώδεις δικαιολογίες την κατάλυση του εγχώριου δημοκρατικού μας πολιτεύματος;
Μάλιστα η στάση του έφτανε σε σημείο να με εξοργίζει καθώς έθετε ως επιχειρήματα την ηλικία του, τις γνώσεις του και την ως τότε καριέρα του. Γι' αυτή του τη στάση δέχεται μια δυνατή απάντηση από την κόρη του, η οποία του λέει πως τελικά είναι θέμα ηλικίας, θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο να δηλώσει πως η τρίτη ηλικία θα παραμένει αιωνίως ένα συντηρητικό κομμάτι της κοινωνίας που υπερασπίζεται τα καθεστώτα σε αντίθεση με την νεολαία που πάντα αναζητά την πιο προοδευτική πορεία. Η κόντρα με την κόρη του έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και φτάνει στην κορύφωση όταν εκείνη του λέει πως έχει καρδιά από πέτρα, ένα χαρακτηρισμό που ο ίδιος θα χρησιμοποιήσει λίγο αργότερα, θέλοντας να δείξει πως δε φοβάται τους νυχτερινούς βομβαρδισμούς. 
Το πείσμα του πρύτανη θα διαρκέσει όσο εκείνος θα νιώθει άτρωτος απέναντι στην επέλαση των φασιστών. Μάλιστα οι ίδιοι θα τον επαναφέρουν στη θέση του στο πανεπιστήμιο, μετά την απόλυσή του από τη δημοκρατική κυβέρνηση. Το πείσμα του θα δυναμώσει ακόμη περισσότερο μετά τους τσακωμούς του με ανθρώπους του στενού του φιλικού περιβάλλοντος. Όσο εκείνοι του ζητούν να συνέλθει τόσο εκείνος τους χλευάζει και γίνεται ισχυρογνώμον θεωρώντας πως βρίσκεται στη σωστή πλευρά της ιστορίας. 
Η στάση του όμως θα αλλάξει όταν αρχίσουν οι συλλήψεις δικών του ανθρώπων που ο ίδιος θεωρεί πως είναι καλοί χριστιανοί, σωστοί πατριώτες κι αθώοι πολίτες. Επίσης, θα νιώσει πως είναι κι αυτός υποψήφιο θύμα τους όταν συνειδητοποιήσει από τις στάσεις τους πως γι' αυτούς είναι απλώς ένα ακόμη χρήσιμο πιόνι. Ο φόβος μέσα του θα κυριαρχήσει μετά την εκτέλεση του φίλου του παπά της ευαγγελικής εκκλησίας και τη σύλληψη του πιστού βοηθού του. Εκεί πια αντιλαμβάνεται πως όλο αυτόν τον καιρό ήταν ακόμη ένας ανόητος θιασώτης του φασιστικού τέρατος. Νιώθοντας ενοχή όχι μόνο για τη λάθος στάση του αλλά και για τις συλλήψεις και τις εκτελέσεις των δικών του ανθρώπων, θα βγάλει έναν δυναμικό ουμανιστικό κι αντιφασιστικό λόγο σε μια άκρως προσβλητική και σκοταδιστική εκδήλωση που θα πραγματοποιηθεί εντός του πανεπιστημίου. Θα υμνήσει τη δημοκρατία και την ελευθερία, παρόλο που αισθάνεται ως θήραμα των λιονταριών μιας φασιστικής αρένας που απαιτεί την παραδειγματική θανάτωσή του φωνάζοντας "Θάνατος στη διανόηση. Ζήτω ο Θάνατος!". Η ιαχή αυτή αντί να τον ταράξει, του δίνει περισσότερο θάρρος να στον επιβλητικό του λόγο "Αυτός είναι ο ναός της διανόησης κι εγώ είμαι ο ανώτατος ιερέας. Εσείς βεβηλώνετε τους ιερούς χώρους του. Θα νικήσετε γιατί έχετε την αφθονία της ωμής βίας. Όμως, δε θα πείσετε. Για να πείσετε, πρέπει να είστε πειστικοί. Και για να είστε πειστικοί, χρειάζεστε κάτι που δεν έχετε. Λόγο και δικαίωμα στον αγώνα. Μου φαίνεται μάταιο να σας ζητήσω να σκεφτείτε την Ισπανία". Και με την πράξη του αυτή θα βγει νικητής. 
Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας είναι η παρουσίαση του δικτάτορα Φράνκο. Είναι η πρώτη φορά που τον βλέπω ως ένα άβουλο ανθρωπάκι που επιλέχθηκε παρά τη θέλησή του στη θέση του δικτάτορα μόνο και μόνο επειδή είχε την εκτίμηση των στρατιωτών. Επίσης μου έκανε μεγάλη εντύπωση ο φόβος που είχε απέναντι στη γυναίκα του και το κατά πόσο τον επηρέαζε στις αποφάσεις του. Ο σκηνοθέτης σε καμία περίπτωση δεν επιδιώκει να ωραιοποιήσει την υπόστασή του. Αντιθέτως, θεωρώ πως τσαλακώνει περαιτέρω την εικόνα του. Φυσικά σ' αυτό συμβάλλει κι η εξαιρετική ερμηνεία του άγνωστου για μένα ηθοποιού Σάντι Πρέγο. Όπως επίσης εξαιρετικός ήταν κι ο Εδουάρδ Φερνάντεθ στο ρόλο του στρατηγού Μιγιάν Αστράι. 




Ένα ακόμη στοιχείο που λάτρεψα στη συγκεκριμένη ταινία είναι τα υπέροχα πλάνα που παρουσιάζουν ένα μικρό μέρος της μοναδικής ομορφιάς της Σαλαμάνκα. Η αρχοντική πύλη του πανεπιστημίου με την πλούσια γλυπτή της διακόσμηση, ο επιβλητικός καθεδρικός που δεσπόζει στο ψηλότερο σημείο της πόλης κι είναι ορατός από κάθε σημείο της, η ρωμαϊκή γέφυρα που οδηγεί σε έναν καταπράσινο περίπατο δίπλα στο ποτάμι, τα παλιά καλοδιατηρημένα κτίρια με τα γήινα χρώματα, η κομψότατη πλατεία της πόλης που θεωρείται ως μια από τις ομορφότερες της Ισπανίας (μάλιστα κάποιοι πιστεύουν πως είναι η ομορφότερη όλων) και φυσικά οι πανέμορφες τοιχογραφίες στο παρεκκλήσι που βρίσκεται δίπλα στον καθεδρικό. Μέσα απ' αυτήν την ταινία θυμήθηκα ξανά τις όμορφες περιπλανήσεις μου σ' αυτήν την τόσο μοναδική πόλη. 
Σκηνοθετικά η ταινία ήταν άψογη. Τα πλάνα δημιουργούσαν μια τρομερή αντίθεση καθώς χωρίζονταν σε σκοτεινά και φωτεινά, προσπαθώντας μ' αυτόν τον τρόπο να δείξουν την εσωτερική πάλη του πρύτανη. Οι λήψεις στους εσωτερικούς χώρους ήταν ατμοσφαιρικές κι ο φωτισμός έδινε έναν ιδιαίτερο τονισμό στις μορφές που βρίσκονταν μέσα σ' αυτούς. Σε κάθε πλάνο έβρισκα ένα στοιχείο που με μάγευε. Επίσης οι ηθοποιοί έπαιξαν εξαιρετικά τους ρόλους τους, όπου απ' αυτούς ξεχώρισα τον Σάντι Πρέγο στο ρόλο του Φράνκο, τον Εδουάρδ Φερνάντεθ στο ρόλο του στρατηγού Μιγιάν Αστράι και φυσικά τον Κάρα Ελαγιάλντε στο ρόλο του πρύτανη Μιγκέλ ντε Ουναμούνο. 
Κάτι που παρατήρησα είναι πως από το πρώτο κιόλας λεπτό η ταινία προσπαθεί να χαρακτηριστεί σε διαχρονικό διάβημα πάνω στον φασιστικό κίνδυνο, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον στην ύποπτη σιγή των διανοουμένων μπροστά σε φανερές παραβιάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος. Σ' αυτήν την προσπάθεια από τη μια θεωρώ πως πέτυχε τον σκοπό της διότι προκαλεί έντονους προβληματισμούς αλλά από την άλλη έχω την αίσθηση πως χρειαζόταν επιπλέον βαρύτητα στις προσωπικότητες των εμπλεκομένων και στους διαλόγους τους ώστε να δώσει περαιτέρω τροφή για σκέψη. Για παράδειγμα, θα ήθελα πολύ να ακούσω τον ιδεολογικό αντίλογο του συντηρητικού πρύτανη με τον αριστερό βοηθό του παρά να παρακολουθώ τις σκιές τους να κουνιούνται με ένταση μπροστά από ένα ειδυλλιακό ισπανικό ηλιοβασίλεμα.
Το αντιφασιστικό έργο "Όσο Κρατά ο Πόλεμος" είναι μια ακόμη ιδιαίτερη κινηματογραφική αφορμή για να αναθεωρήσουμε την ως τώρα στάση μας απέναντι στην επέλαση της ακροδεξιάς πολιτικής και κατά πόσο φέρει ο καθένας μας ευθύνη απέναντι σ' αυτήν την πολιτική και κοινωνική ηθική κατρακύλα. Το πιο ανησυχητικό όμως της όλης ιστορίας είναι πως για μένα πλέον αυτές οι ταινίες δε σχετίζονται μόνο με το μακρινό παρελθόν αλλά και με το εγγύς μέλλον. Αυτός και μόνο ο λόγος κάνει τις προβολές τους να γίνονται ακόμη πιο αναγκαίες. 

Βαθμολογία: 8/10

Σάββατο 10 Απριλίου 2021

Ανθρώπινη φωνή (2020)

 



Δεν έχω υπάρξει ένθερμος θαυμαστής των ταινιών μικρού μήκους παρόλο που ξέρω πως η στάση μου αυτή είναι λάθος. Ωστόσο η στάση που είχα για τη συγκεκριμένη κινηματογραφική κατηγορία άλλαξε όταν μαγεύτηκα από τις προβολές κάποιων αξιόλογων έργων στο φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους στις Βρυξέλλες την άνοιξη του 2019. Όταν λοιπόν μου προτάθηκε η τελευταία μικρού μήκους ταινία του Πέδρο Αλμοδόβαρ, δέχτηκα να την δω χωρίς αμφιβολίες για τους παρακάτω λόγους. Πρώτα απ' όλα, επειδή ο σπουδαίος Ισπανός σκηνοθέτης ξανακέρδισε την αγάπη μου με την αριστουργηματική αυτοαναφορική ταινία "Πόνος και Δόξα", προερχόμενος από μια απογοητευτική δημιουργική κοιλιά που είχε κάνει. Έπειτα ήταν η περιέργειά μου για το αποτέλεσμα της άκρως ενδιαφέρουσας συνεργασίας του με την Τίλντα Σουίντον. Κι επίσης ήθελα πολύ να απολαύσω το διασκευασμένο σενάριο από τον θεατρικό μονόλογο του Ζαν Κοκτώ.
Οι παραπάνω λόγοι μου πρόσφεραν τελικά ένα αξεπέραστο αριστούργημα, το οποίο προέκυψε με το πάντρεμα μιας πανδαισίας χρωμάτων, με μια άκρως ονειρική μουσική αλλά και με την συνταρακτική ερμηνεία της πρωταγωνίστριας που με 'κανε να νιώσω το νόημα και τη δυναμική της κάθε λέξης από τον σπαρακτικό της μονόλογο. 
Το πρώτο πλάνο έχει μια τάση να μαγέψει τον θεατή από την πρώτη στιγμή, όπου η Τίλντα Σουίντον με ένα εντυπωσιακό κόκκινο φόρεμα αιωρείται μέσα στο γκρίζο φόντο του στούντιο. Ο φωτισμός αλλά κι η ίδια της η μορφή, την κάνουν να βγαίνει έξω από την οθόνη, συμβάλλοντας μ' αυτόν τον τρόπο στην πρώτη της νοητή ένωση με τον θεατή. Αμέσως ακολουθούν οι τίτλοι αρχής, στους οποίους με έναν παιχνιδιάρικο τρόπο σχηματίζονται τα ονόματα των συντελεστών με οικιακά εργαλεία μαστορέματος, δίνοντας πάσα στη συνέχεια όπου παρακολουθούμε την επίσκεψη της πρωταγωνίστριας σε ένα κατάστημα για να αγοράσει ένα τσεκούρι. Αμέσως δημιουργούνται ερωτήματα με την αγορά της αυτή. Θέλει να καταστρέψει κάτι ή θέλει να σκοτώσει κάποιον; 
Στη συνέχεια επιστρέφει στο σπίτι της. Η αλήθεια είναι πως ένιωσα μια οικειότητα με το χώρο, καθώς μου θύμισε αρκετά το σπίτι του Αντόνιο Μπαντέρας στο "Πόνο και Δόξα". Ίσως από την άλλη να οφείλεται στα έντονα χρώματα που επιλέγει στις ταινίες του ο Πέδρο Αλμοδόβαρ και τα οποία δένουν τόσο όμορφα μεταξύ τους. Μέσα σ' αυτό το χαρούμενο και καλαίσθητο σπίτι αρχίζει να αποκαλύπτεται το δράμα της πρωταγωνίστριας, η οποία έχει να δει τρεις μέρες τον σύντροφό της με τον οποίον βρισκόταν σε μια τετράχρονη σχέση. 
Μέσα στο άδειο διαμέρισμα ξεκινάει μια ανελέητη μάχη ανάμεσα στον ανθρώπινο εγωισμό και στην αξιοπρέπεια. Από την μια αγαπάει πολύ τον σύντροφό της αλλά από την άλλη γνωρίζει πως η σχέση αυτή έλαβε τέλος και πρέπει να προχωρήσει μπροστά. Συνδετικός κρίκος μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος είναι ένας αξιαγάπητος σκύλος, ο οποίος άνηκε κάποτε στον σύντροφό της αλλά απ' ότι φαίνεται, καταλήγει στην περίθαλψη της πρωταγωνίστριας.
Εκείνη αρχικά ξεσπάει στο κοστούμι του συντρόφου τους, με τον σκύλο να πέφτει πάνω στα ρούχα για να τα προστατεύσει. Έπειτα αποφασίζει να πάρει υπνωτικά χάπια, γνωρίζοντας πως η απόπειρά της δε θα 'χει κάποιο αποτέλεσμα. Αυτό θα φανεί τόσο στο τηλεφώνημα που θα την ξυπνήσει όσο και στα φιλιά του σκύλου που θα την επαναφέρουν στην πραγματικότητα (άρα και στην αντιμετώπιση της όλης κατάστασης). Η πρώτη κλήση που δε προλαβαίνει να σηκώσει προέρχεται από έναν άγνωστο αριθμό. Ξέρει πως την κάλεσε αυτός κι εξοργίζεται που δεν το πρόλαβε. Θέλει να του μιλήσει αλλά δεν επιθυμεί να ρίξει τον εγωισμό της γι' αυτόν. Από την άλλη κι εκείνος κάνει μια κίνηση να επικοινωνήσει μαζί της, διαφυλάσσοντας τον δικό του εγωισμό πίσω από την απόκρυψη του αριθμού του. Επανέρχεται η βασανιστική σιωπή μέχρι που το τηλέφωνο χτυπάει ξανά. Και τότε είναι που αρχίζει το συνταρακτικός της μονόλογος.




Μέσα από την κουβέντα της με τον πρώην σύντροφό της, η πρωταγωνίστρια ταλαντεύεται ανάμεσα στην αξιοπρέπεια και την αυτολύπηση, ξέροντας πως με την πράξη της αυτή κάνει επικίνδυνα άλματα πάνω από την άβυσσο του θανάτου που έχει ανοιχτεί μπροστά της. Η ίδια δε κρύβει πως τα τέσσερα χρόνια που έζησε μαζί του ήταν υπέροχα και πως τον ευγνωμονεί γι' αυτό, αλλά από την άλλη δεν έχει τη ψυχική δύναμη να διατηρήσει όλες αυτές τις μνήμες μέσα της. Γι' αυτό και προσπαθεί με κάθε τρόπο να τις διαγράψει. Του λέει πως είναι καλά αλλά λέει ψέματα διότι λίγη ώρα πριν ξεσπούσε στο κοστούμι του με το τσεκούρι ενώ λίγο αργότερα πήρε βλακωδώς τα υπνωτικά χάπια. 
Παράλληλα προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον αναγκάσει να 'ρθει σπίτι έστω για μια τελευταία φορά λέγοντάς του πως έχει πακετάρει τα πράγματά του κι έχει μαζέψει όλη τους την αλληλογραφία σε ένα βαλιτσάκι. Όπως του δηλώνει, θέλει να του δώσει όλα τα γράμματα για να μη φοβηθεί ποτέ πως θα τα χρησιμοποιήσει εναντίον του. Του εξηγεί όμως πως δεν πρόκειται να του επιστρέψει όσα εκείνος της εκμυστηρεύτηκε από κοντά.
Έπειτα είναι κι ο σκύλος, τον οποίο θέλει να του τον δώσει πίσω διότι της θυμίζει αυτόν. Όμως εκείνος αρνείται να πάει εκεί για να πάρει τόσο τα πράγματα και τα γράμματα όσο και το σκυλί, κάτι που της προκαλεί επιπλέον πόνο καθώς θεωρεί την απαξίωσή του άκαρδη κι άδικη απέναντί της. Εκεί της βγαίνει η πίκρα διότι εκείνος είχε παράλληλες ιστορίες κάτι που εκείνη το γνώριζε αλλά εξακολουθούσε να θέλει να 'ναι μαζί του. Όμως το ότι το γνώριζε δεν την προστάτευσε στο να "πονάει σαν ζώο".
Έπειτα του λέει πως ο σκύλος του τον αναζητάει παντού, με τη φωνή της να τρέμει και τα πρώτα δάκρυά της  να κάνουν την εμφάνισή τους, διότι η απόγνωση του σκύλου δεν είναι κάτι παραπάνω από τη δικιά της απελπισία για την απουσία του, που με δυσκολία προσπαθεί να κρύψει για να προστατεύσει την αξιοπρέπειά της. Όταν διαπιστώνει πως εκείνος δεν επιθυμεί να πάρει τον σκύλο του πίσω, τότε συνειδητοποιεί πως δεν πρόκειται να συναντηθούν ποτέ ξανά. 
Κι αφού πια πείθεται για το οριστικό τέλος της σχέσης τους, αρχίζει μια τελευταία εξομολόγηση. Του μιλάει για τη βιαιότητα εξηγώντας του πως ποτέ δεν ήθελε να το βλάψει, με τον φόβο στο να μην πάθει ποτέ κακό διότι τον νοιάζεται. Επίσης ποτέ δε μπόρεσε να γίνει αστεία μαζί του καθώς θεωρούσε πως το χιούμορ είναι ξεγύμνωμα και τρικλοποδιά μες στη σχέση. Για 'κείνην ο έρωτας καθηλώνει ενώ το χιούμορ αποκαθηλώνει, διότι ο καθένας μπορεί να γελάσει με τα πάντα αλλά όχι με αυτά που νιώθει μέσα του. Γι' αυτόν τον λόγο προσπαθούσε να είναι μαγευτική μαζί του. 
Έχοντας ξαλαφρώσει με την εξομολόγησή της, έρχεται η σειρά του σπιτιού, το οποίο γι' αυτήν ήταν το σκηνικό που γυριζόταν ο έρωτάς τους και το καταφύγιο μιας αγάπης που πίστεψε πως θα κρατούσε για πάντα. Με παράπονο του λέει πως κάποτε τα όνειρά τους ήταν κοινά αλλά πλέον δεν έχει κανένα όνειρο. Χωρίς τη διάθεση αυτή, σταματάει κάθε προσπάθεια για τη σχέση αυτή ή στο να συγκρατήσει στη μνήμη της τις όμορφες στιγμές που ζήσανε. Η μόνη λύση είναι η απόλυτη καταστροφή που θα μετατρέψει την κάθε μνήμη σε στάχτη. Γι' αυτό το λόγο, βάζει φωτιά στο σπίτι της κι απελευθερώνεται. Μόνο έτσι καταφέρνει να σπάσει τα δεσμά της για να φύγει μπροστά. 
Από εκείνη τη στιγμή και μετά, ο σκύλος μετατρέπεται σε απομεινάρι του παρελθόντος, το οποίο έχει απαλλαγεί από συναισθηματισμούς και πόνους. Μόνο έτσι το παρελθόν μπορεί να γίνει χειρίσιμο. Άρα λιγότερο επώδυνο. Γι' αυτό το λόγο λέει στο σκύλο πως πλέον εκείνη είναι το νέο του αφεντικό που οφείλει να υπακούει. Μεμιάς γίνεται αφεντικό στην ίδια της τη ζωή, την παροντική, την παρελθοντική αλλά και την μελλοντική.
Η "Ανθρώπινη φωνή" είναι ένα απρόσμενο αριστούργημα. Ένας χείμαρρος χρωμάτων και συναισθημάτων, ένα ατμοσφαιρικό μουσικό ποτάμι και μια συγκλονιστική Τίλντα Σουίντον.

Βαθμολογία: 9/10

Τρίτη 6 Απριλίου 2021

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Το Αστείο (1969)




Ως λάτρης της δοκιμιακής γραφής του Μίλαν Κούντερα, ενθουσιάστηκα με την πρόταση μιας τσεχοσλοβάκικης ταινίας που είχε βασιστεί σε ένα από τα βιβλία του. Πάνε πάνω από δέκα χρόνια που ξεκίνησα  με την "Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι", κάνοντάς με να πάρω με τη σειρά την υπόλοιπη βιβλιογραφία του σπουδαίου Τσέχου συγγραφέα, από την οποία ξεχώρισα το αριστουργηματικό "Η Ζωή είναι Αλλού" και το κυνικό "Αστείο", το οποίο γυρίστηκε το 1968 από τον Γιαμοριλ Γιρες. Η επιθυμία μου να δω την συγκεκριμένη ταινία εντάθηκε περισσότερο όταν έμαθα πως στο σενάριο συμμετείχε κι ο Μίλαν Κούντερα. 
Η ιστορία μας μιλάει για την άδικη μοίρα ενός άνδρα και την υπόγεια οργή του που βγήκε ξανά στην επιφάνεια μετά από μια τυχαία συνάντηση που είχε με μια δημοσιογράφο. Μια προγραμματισμένη συνέντευξη μεταξύ τους θα μετατραπεί σε φλερτ, όπου θα μάθει πως εκείνη είναι η σύζυγος ενός παλιού του φίλου που τον πρόδωσε στα φοιτητικά του χρόνια, καταστρέφοντάς την μετέπειτα ζωή του. Από εκείνη τη συνάντηση κι έπειτα, αρχίζουν να αναδύονται γεγονότα από το παρελθόν που του υπενθυμίζουν το μοιραίο αστείο, το οποίο τον καταδίκασε στο να χάσει την τότε σύντροφό του, να τον απαρνηθούν οι φίλοι του, να τον διαγράψει το κόμμα, να διωχθεί από το πανεπιστήμιο και να ενταχθεί στο στρατιωτικό σώμα των ανεπιθύμητων. Η πίστη του στο Κόμμα και στον Κομμουνισμό θα γκρεμιστεί συθέμελα με αυτά που θα βιώσει στα κάτεργα αλλά και με τους ανθρώπους που θα γνωρίσει και θα γίνει φίλος κάτω απ' αυτές τις αντίξοες συνθήκες. Όλα τα παραπάνω βιώματα, μας παρουσιάζονται ως συνεχόμενα flash back, καθώς ο πρωταγωνιστής επισκέπτεται τη γενέτειρά του με σκοπό να κάνει έρωτα με τη σύζυγο του παλιού του φίλου, πιστεύοντας πως μ' αυτόν τον τρόπο θα τον εκδικηθεί. Όμως η ζωή θα του την φέρει ξανά, αποδεικνύοντάς του πως τόσο η αντίδρασή του όσο κι η επιλογή των ανθρώπων που επιλέγει για να ξεσπάσει εξαιτίας κάποιων άλλων είναι λάθος.




Ο Λούντβικ που είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, είναι ένας ακόμη γνώριμος αντιήρωας των βιβλίων του Μίλαν Κούντερα. Δυσκολεύεσαι να τον συμπαθήσεις αλλά ταυτόχρονα αδυνατείς και να τον αντιπαθήσεις, καθώς αναγνωρίζεις αρκετές από τις ανθρώπινες αδυναμίες που κουβαλάει. Η κυνική του όψη κι η σαρκαστική του διάθεση προκαλούν αρχικά μια αποστροφή αλλά όσο ξετυλίγεται το κουβάρι του παρελθόντος του, τόσο περισσότερο γίνεται κατανοητή η συμπεριφορά του, χωρίς όμως να γίνεται αποδεκτή.
Οι προδοσίες που έζησε στη φοιτητική του ζωή έπεσαν μαζεμένες και αποδείχτηκαν καταστροφικές. Εξαιτίας τους χάνει την πίστη του στον έρωτα καθώς η πρώτη του σοβαρή σχέση τον προδίδει στο Κόμμα. Μέσα από την ανάκριση που ακολουθεί γίνεται αντιληπτό πως όλες οι ερωτικές του επιστολές, διαβάζονταν κι από τους υπόλοιπους φοιτητές που ήταν ενταγμένοι στο κόμμα. Σε μια απ' αυτές κάνει το μοιραίο λάθος να γράψει μια ειρωνική φράση πως "η αισιοδοξία είναι το όπιο του λαού" κλείνοντας με ένα  "Ζήτω ο Τρότσκι". Σε ένα καθεστώς ανελευθερίας, η επιστολή αυτή ήταν αδύνατον να μείνει κρυφή και να ξεχαστεί. Η σύντροφός του, φοβούμενη πως θα τεθεί σε κίνδυνο η φοιτητική της και μετέπειτα σοσιαλιστική της καριέρα, τον προδίδει στους οργανωμένους συμφοιτητές της ενώ μετέπειτα ψηφίζει υπέρ της διαγραφής του από το Κόμμα και της αποπομπής του από το πανεπιστήμιο. Με το γεγονός αυτό, ο Λούντβικ παύει να εμπιστεύεται το γυναικείο φύλο και δυσκολεύεται να συνάπτει μαζί τους σχέσεις δηλώνοντας σε έναν φίλο του πως του αρκεί μόνο το εφήμερο σεξ.   
Επίσης εξαιτίας αυτού του συμβάντος, ο Λούντβικ απαρνιέται και την αιώνια αξία της φιλίας καθώς νιώθει προδομένος από τους ίδιους του τους φίλους. Καθώς εκείνοι τον χλευάζουν και τον απαξιώνουν διαβάζοντας την ερωτική του επιστολή τόσο στην ανάκριση όσο και στο γεμάτο από φοιτητές αμφιθέατρο, εκείνος θυμάται κι απαριθμεί τις όμορφες στιγμές που είχε μαζί τους σαν ένα κύκνειο άσμα της φιλίας τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μη νιώθει πλέον κανένα απολύτως συναίσθημα για κείνους, κάτι γίνεται εμφανές όταν συναντά ξανά κάποιους απ' αυτούς στη γενέτειρά του. Αυτό όμως που τον συντρίβει είναι που εξακολουθεί να αισθάνεται λίγος απέναντι σ' αυτόν που θέλει να εκδικηθεί. Παράλληλα τον πιάνει μια πίκρα διαπιστώνοντας πως παρά το τότε μοιραίο του αστείο, εκείνος συνέχισε να ζει πιο "σοσιαλιστικά" σε αντίθεση με τον "ιδεολόγο" καιροσκόπο Πάβελ που τον καταδίκασε με διαγραφή από το Κόμμα και το πανεπιστήμιο, καταστρέφοντας τη μετέπειτα ζωή του. 




Έπειτα έρχεται η δύσκολη περίοδος του στρατού, όπου μέσα σ' αυτά τα έξι χαμένα χρόνια, ο Λούντβικ θα νιώσει λιγότερο μόνος απέναντι στην αδικία που έχει υποστεί. Μέσα στο στρατόπεδο θα 'ρθει σε επαφή με ανθρώπους συνειδητοποιημένους, ηθικούς, ειλικρινείς κι οραματιστές. Θα βιώσει ξανά την έννοια της συντροφικότητας, της εκτίμησης και της αλληλεγγύης. Θα δει ανθρώπους να λογοκρίνονται για τα πιστεύω τους και να βασανίζονται για τις αληθινές τους στάσεις. Μέσα εκεί θα χάσει την πίστη του για τον Κομμουνισμό αλλά θα ξαναβρεί τη διάθεσή του για ζωή και πρόοδο έχοντας συντροφιά τους δικούς του κολασμένους. Τα προπαγανδιστικά τραγούδια θα αποκτήσουν γι' αυτόν άλλο νόημα και οι παραδοσιακές εκδηλώσεις δε θα 'ναι τίποτα παραπάνω από μια ευκαιρία να ξεσκάσει και να χαμογελάσει ο κόσμος σε ένα καθεστώς ανελεύθερο κι άδικο. 
Έχοντας ως βάση αυτό το παρελθόν, ερχόμαστε στο παρόν όπου ο Λούντβικ ετοιμάζεται για την εκδίκησή του. Ως θεατές δείχνουμε κατανόηση στην οργή που κουβαλάει μέσα του αλλά θεωρούμε εξαρχής ανήθικη και λάθος την προσπάθειά του να δελεάσει τη σύζυγο του Πάβελ ώστε να κάνει έρωτα μαζί της. Όμως κάποιες απρόσμενες αποκαλύψεις, θα τον αναγκάσουν να συνειδητοποιήσει την ατιμία του. Παρόλα αυτά δε θα κάνει τίποτα για να διορθώσει την όλη κατάσταση ενώ με τη φυγή του σηματοδοτεί την απροθυμία του να δει την αλήθεια κατάματα. Μια αλήθεια που ο ίδιος τελικά θα ξεστομίσει λίγο πριν το τέλος σε μια σπαρακτική κατάσταση απόγνωσης και θυμού. 
Καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας, τα γεγονότα παρουσιάζονται με ένα ύφος εξομολογητικό, το οποίο παρά την ανάλαφρη διάθεσή του, δείχνει προετοιμασμένο για την κριτική ματιά του θεατή. Στις απρόσμενες συναντήσεις που έχει ο Λούντβικ με τους παλιούς του φίλους, θέτει θεμελιώδη υπαρξιακά ζητήματα πάνω στη ζωή, την πολιτική και την τέχνη ενώ οι στοχασμοί του κρύβουν μια δόση νοσταλγίας για καταστάσεις και στιγμές που περνούν και χάνονται στη λήθη του χρόνου.
Παράλληλα μέσα από τα γεγονότα της ιστορίας αναδύονται θέματα για την ελευθερία της έκφρασης, την πολιτική διαπαιδαγώγηση, την κομματική πειθαρχία, τον αυταρχισμό, την εξουσία, των ιδεολογιών, των ιδεών του κομμουνισμού και του σοσιαλισμού, την αισθητική της τέχνης, των ανθρωπίνων σχέσεων, για την τυχαιότητα κάποιων γεγονότων που μπορούν να προκαλέσουν απίστευτες ανατροπές από τη μια στιγμή στην άλλη, αλλά και της αθέλητης συμμετοχής των ανθρώπων σε γεγονότα που με τον καιρό γίνονται ιστορία. 




Το κινηματογραφικό "Αστείο" του Γιαμοριλ Γιρες δε διαφέρει στον κυνισμό και στην ειρωνεία του λογοτεχνικού "Αστείου" του Μίλαν Κούντερα. Το μελαγχολικό βλέμμα του πρωταγωνιστή Ζόζεφ Σομρ εκφράζει απόλυτα τον κυνισμό της γραφής του Τσέχου συγγραφέα, ο οποίος σπάει με μικρές εύστοχες στιγμές χιούμορ. 
Ο χαρακτήρας του πρωταγωνιστή περιγράφεται εξαιρετικά από τον ίδιο μέσα στο βιβλίο, ο οποίος δηλώνει το εξής: «Αλλά ποιος πραγματικά ήμουν; Οφείλω να το ξαναπώ: Ήμουν κάποιος με πολλά πρόσωπα. Στις συνελεύσεις ήμουν σοβαρός, γεμάτος ζήλο και ενθουσιασμό· με την παρέα μου αυθόρμητος και πειραχτήρι· με τη Μαρκέτα, απελπιστικά κυνικός και επιτηδευμένος· κι όταν έμενα μόνος (και σκεφτόμουν τη Μαρκέτα) ήμουν όλο ανασφάλεια και ταραγμένος σαν γυμνασιόπαιδο». Με τη δήλωσή του αυτή μπορούμε να καταλάβουμε τους λόγους που γίνεται ταυτόχρονα συμπαθής κι αντιπαθής αλλά σε καμιά στιγμή δε γίνεται αδιάφορος. 
Το "Αστείο" είναι ένα γλυκόπικρο υπαρξιακό διαμαντάκι που παρουσιάζει τους φόβους της λήθης και τον πόνο του χαμένου χρόνου. Πόσο μάλλον του κλεμμένου χρόνου. Είναι ένα πάντρεμα της ειρωνείας και της σωτηρίας. Είναι ένα μελαγχολικό ποίημα για τη σκιά που αφήνουμε πίσω μας και για το πικρό χαμόγελο που σχηματίζουμε στα χείλη κοιτώντας προς το άγνωστο που έρχεται από το μέλλον. 


Βαθμολογία: 8/10