Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2023

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Βρέχει πάνω από το Σαντιάγο (1975)




Πενήντα χρόνια πέρασαν από τη μέρα που η αμερικανοκίνητη χούντα του Αουγούστο Πινοσέτ ανέτρεψε την κυβέρνηση ενός σπουδαίου ανθρώπου και πολιτικού, του Σαλβαδόρ Αλιέντε, επιβάλλοντας στη Χιλή μια άγρια κι απάνθρωπη δικτατορία, η οποία άφησε πίσω της χιλιάδες νεκρούς κι εκατοντάδες χιλιάδες αγνοούμενους. Για τη συγκεκριμένη περίοδο έχουν γραφτεί συγκινητικά βιβλία κι έχουν κινηματογραφηθεί συγκλονιστικές ταινίες, φανερώνοντας πως ο σπουδαίος χιλιάνικος λαός δεν έπαψε ποτέ να αγωνίζεται, αποφασισμένος να διατηρεί την εθνική του μνήμη, αλλά και να τιμά διαρκώς τους ήρωές του, που έπεσαν μαχόμενοι τη μέρα του πραξικοπήματος ή δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια της σκοτεινής περιόδου που ακολούθησε μέχρι το 1990. Ένας απ' αυτούς τους δημιουργούς που άφησαν το αποτύπωμά τους στη συγκινητική προσπάθεια διατήρησης της συγκεκριμένης μνήμης είναι κι ο Χιλιανός σκηνοθέτης Έλβιο Σότο. 
Εμπνευσμένος από την πολιτικοποιημένη φιλμογραφία του Κώστα Γαβρά, ο Χιλιανός σκηνοθέτης επιλέγει ως τίτλο της ταινίας του το σύνθημα που δόθηκε στον στρατό για να κατέβει στους δρόμους του Σαντιάγο και παρουσιάζει με συνταρακτικό ρεαλισμό τις πρώτες ώρες του πραξικοπήματος, κάνοντας παράλληλα συχνές αναφορές σε παρελθοντικές ενδείξεις που φανέρωναν τις προθέσεις των Αμερικανών για ανατροπή της τότε κυβέρνησης. 
Η παρουσίαση των ιστορικών γεγονότων ξεκινάει με την κατάληψη καίριων στρατιωτικών σημείων της πόλης Βαλπαραϊσό από μονάδες του πολεμικού ναυτικού. Εκείνη την ώρα ακούγεται από το φιλοχουντικό ραδιοφωνικό σταθμό "Αγκρικαλτούρα" το σύνθημα "βρέχει πάνω από το Σαντιάγο", το εναρκτήριο λάκτισμα του πραξικοπήματος. Ξημερώνει η 11η Σεπτέμβρη του 1973, η οποία βρίσκει τους ηγέτες του συνασπισμού της "Λαϊκής Ενότητας" να συσκέπτονται με τον Σαλβαδόρ Αλιέντε, καθώς οι πρώτες στρατιωτικές μονάδες παρελαύνουν προς το προεδρικό μέγαρο. Η πρώτη αντίδραση από την κυβέρνηση είναι η άμεση κινητοποίηση της εργατικής πολιτοφυλακής της "Λαϊκής Ενότητας" και της "Λαϊκής Δύναμης" σε εργοστάσια και πανεπιστημιακούς χώρους. Όμως, η ανελέητη μάχη που είναι έτοιμη να ξεσπάσει πέρα από αναπόφευκτη, φαίνεται εξαρχής πως είναι κι άνιση...




Από τις πρώτες πρωινές ώρες, τεθωρακισμένα έχουν περικυκλώσει το προεδρικό μέγαρο κι ελεύθεροι σκοπευτές πυροβολούν προς τα παράθυρά του, την ίδια στιγμή που φοιτητές έχουν ταμπουρωθεί στα πανεπιστήμια κι εργάτες στήνουν οδοφράγματα έξω από τα εργοστάσιά τους. Ο φιλοχουντικός ραδιοφωνικός σταθμός που μετέδωσε το πραξικοπηματικό σύνθημα, προσπαθεί να κάμψει το ηθικό του μαχόμενου λαού με προπαγανδιστικές ανακοινώσεις και με ένα επαναλαμβανόμενο μήνυμα που καλεί τον Σαλβαδόρ Αλιέντε να παραιτηθεί και να παραδοθεί στον στρατό που τον έχει περικυκλώσει. Αντ' αυτού, ο Σαλβαδόρ Αλιέντε θα βγάλει έναν από τους πιο ηρωικούς πολιτικούς λόγους που έχουν ακουστεί στην παγκόσμια ιστορία: «Αυτή είναι η τελευταία φορά που ακούτε τη φωνή μου! Θα παραμείνω στο προεδρικό μέγαρο, στις επάλξεις της Δημοκρατίας, εάν χρειαστεί δίνοντας τη ζωή μου! Υπερασπιστείτε την Επανάσταση!». 
Λίγο πριν τη λήξη του τελεσίγραφου και την τελική εισβολή του στρατού στο προεδρικό μέγαρο, ο Σαλβαδόρ Αλιέντε θα αποχαιρετήσει τους ανθρώπους του και την κόρη του, που βρίσκονταν μαζί του εγκλωβισμένοι και θα παραμείνει με κάποια στελέχη της κυβέρνησης της "Λαϊκής Ενότητας" και της εργατικής πολιτοφυλακής. Κατά το μεσημέρι, το προεδρικό μέγαρο αρχίζει να φλέγεται μετά από τους βομβαρδισμούς των πολεμικών αεροσκαφών, την ώρα που οργισμένοι φασίστες προαναγγέλλουν από τα ραδιόφωνα τη δολοφονία του Χιλιανού προέδρου, ακόμη κι αν δεχτεί να παραδοθεί. 
Η σφοδρή μάχη θα ολοκληρωθεί το μεσημέρι, με τον στρατό να εισβάλει στο φλεγόμενο μέγαρο και τον Σαλβαδόρ Αλιέντε να πέφτει νεκρός με ένα αυτόματο όπλο στο χέρι. Η χούντα αρχικά θα δηλώσει πως ο Αλιέντε αυτοκτόνησε. Η αλήθεια όμως είναι αδύνατον να κρυφτεί για πάντα. Με την πάροδο των χρόνων πολλά στοιχεία των γεγονότων του πραξικοπήματος άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια, αποκαλύπτοντας την πραγματικότητα, όπως η φωτογραφία που δείχνει τον Σαλβαδόρ Αλιέντε να εξέρχεται ζωντανός από το προεδρικό μέγαρο λίγο πριν την τελική εισβολή του στρατού. 
Παρά την κατάληψη του προεδρικού μεγάρου, οι μάχες θα συνεχιστούν σε ολόκληρο το Σαντιάγο. Στην ταινία παρουσιάζονται κάποιες απ' αυτές που έλαβαν χώρα στο πανεπιστήμιο της πόλης και σε κάποιες φάμπρικες των προαστίων. Όμως, η θαρραλέα στάση του λαού στην υπεράσπιση της δημοκρατίας θα καμφθεί, μ' αποτέλεσμα να ακολουθήσουν μαζικές συλλήψεις κι επί τόπου εκτελέσεις στελεχών της "Λαϊκής Ενότητας". Η παρουσίαση των γεγονότων του πραξικοπήματος θα ολοκληρωθεί στο Στάδιο του Σαντιάγο όπου έχουν συγκεντρωθεί χιλιάδες συλληφθέντες,. Στις κερκίδες του σταδίου θα συντελεστεί μια από τις χειρότερες θηριωδίες της σύγχρονης ιστορίας, καθώς μπροστά στους έντρομους πολίτες θα εκτελούνται εκατοντάδες κρατούμενοι με ανελέητο ξύλο. Ένα από τα θύματα των φασιστών είναι κι ο λαϊκός τραγουδιστής Βίκτορ Χάρα, ηγέτης του κινήματος Nievo Cancion, ο οποίος βασανίστηκε και δολοφονήθηκε με τον πιο φρικαλέο τρόπο. 
Η ταινία ολοκληρώνεται με την κηδεία του ποιητή Πάμπλο Νερούδα, όπου η νεκρώσιμος ακολουθία μετατράπηκε σε παλλαϊκή αντιφασιστική διαδήλωση, αφήνοντας μια ελπίδα (η ταινία γυρίστηκε τρία χρόνια μετά το πραξικόπημα) πως η δημοκρατική συνείδηση εξακολουθεί να φωλιάζει στις ψυχές των Χιλιάνων, παρά τα βασανιστήρια και τις δολοφονίες της χούντας του Πινοσέτ. Δυστυχώς όμως, η ιστορία απέδειξε πως τα καθεστώτα πέφτουν συνήθως μόνα τους...
 



Ο σκηνοθέτης Έλβιο Σότο παρουσιάζει αρκετά γεγονότα που προηγήθηκαν του πραξικοπήματος, θέλοντας να κάνει πιο κατανοητή την κοινωνικοπολιτική κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα του εκείνη την περίοδο. Οπότε αναφέρεται στην προηγούμενη απόπειρα πραξικοπήματος που πήγε να σημειωθεί ανεπιτυχώς τον Οκτώβρη του 1970 από τον Εντουάρντο Φράι, λίγο πριν την ανάληψη εξουσίας από τον Σαλβαδόρ Αλιέντε. Η τότε απόπειρα σταμάτησε από την ίδια την Ουάσιγκτον, καθώς το Πεντάγωνο και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ θεωρούσαν ανέτοιμο τον πρώην πρόεδρο της Χιλής κι απροετοίμαστα τα σώματα των Ενόπλων Δυνάμεων. Επίσης στην ταινία γίνονται αναφορές στις αποτυχημένες απόπειρες δολοφονίας του Σαλβαδόρ Αλιέντε, όπως εκείνη που σημειώθηκε κατά τη διάρκεια των δημοτικών εκλογών τον Απρίλη του 1971, αλλά και κατά τις μεγάλες απεργίες των φορτηγατζήδων, οι οποίες τελικά απέτυχαν να ρίξουν τον Χιλιανό πρόεδρο. 
Η περίοδος που γυρίστηκε η συγκεκριμένη ταινία ήταν έντονα πολιτικοποιημένη, ωθώντας αρκετούς διάσημους ηθοποιούς να παίξουν σε τέτοιου είδους ταινίες, παρόλο που τους έχουμε συνηθίσει σε άλλους ρόλους. Στο "Βρέχει πάνω από το Σαντιάγο" έχουμε την εξαιρετική ερμηνεία του σπουδαίου Ζαν Λουί Τρεντινιάν (ο οποίος είχε πάρει μέρος και στο θρυλικό "Ζ" του Κώστα Γαβρά), ενώ πέρασμα από την ταινία κάνει κι η μούσα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, Μπίμπι Άντερσον. 
Στην ταινία υπήρχαν πολλές σκηνές που με συγκίνησαν, όπως τα αποχαιρετιστήρια λόγια του Σαλβαδόρ Αλιέντε στην κόρη του και άλλες που με συγκλόνισαν, όπως οι αντιφρονούντες στρατιωτικοί που στάθηκαν στο πλευρό του λαού και θυσιάστηκαν, αλλά κι η φρικιαστική εκτέλεση του τραγουδοποιού Βίκτορ Χάρα. Υπήρχε όμως και μια σκηνή που με εξόργισε, καθώς φανερώνει το ύπουλο καρκίνωμα που κρύβεται σε όλες τις μικρές χώρες αυτού του κόσμου. Τη στιγμή λοιπόν που τα τανκς σφυροκοπούν το προεδρικό μέγαρο, κάποιοι βιομήχανοι και λοιποί κεφαλαιοκράτες με τις συζύγους τους παρακολουθούν τα τεκταινόμενα από ένα διπλανό ξενοδοχείο και πανηγυρίζουν ανοίγοντας σαμπάνιες. Είναι όλοι αυτοί οι σύγχρονοι γραβατομένοι εφιάλτες που θυσιάζουν τους απανταχού λαούς στο βωμό της ντροπιαστικής αισχροκέρδειας και του απάνθρωπου νεοφιλελευθερισμού. 
Το συνταρακτικό "Βρέχει πάνω από το Σαντιάγο" είναι ένα από τα σπάνια και λιγότερο γνωστά αριστουργήματα αυτής της τόσο έντονα πολιτικοποιημένης δεκαετίας του '70, που καταπιάνονται με το πραξικόπημα της Χιλής και ξεσκεπάζουν με θαρραλέο τρόπο τους ηθικούς αυτουργούς των απανταχού καταλύσεων των δημοκρατικών θεσμών. Επίσης, είναι μια ειλικρινέστατη ταινία που δυστυχώς δεν αφήνει αρκετά περιθώρια ελπίδας, καθώς όσο περνάνε τα χρόνια τόσο πιο ισχυρές είναι οι βάσεις με τις οποίες έρχονται τα καθεστώτα να επιβληθούν σε δοκιμασμένους λαούς. Ήδη αυτό το βιώνουμε τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, αλλά το παρακολουθούμε μουδιασμένοι να εφαρμόζεται και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Γι' αυτόν τον λόγο, αλλά και για πολλούς άλλους, θεωρώ πως το "Βρέχει πάνω από το Σαντιάγο" είναι ένα μοναδικό στο είδος του αριστούργημα αφύπνισης κι επιφυλακής. 


Βαθμολογία: 9/10

Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2023

Η Ανατομία μιας Πτώσης (2023)

 



Οι φετινές μου επισκέψεις στους θερινούς αθηναϊκούς κινηματογράφους ολοκληρώθηκαν στην Αίγλη Ζαππείου, όπου παρακολούθησα την πολυαναμενόμενη βραβευμένη με το φετινό Χρυσό Φοίνικα του φεστιβάλ των Καννών, "Ανατομία μιας Πτώσης". Η συγκεκριμένη ταινία στάθηκε άξια για τη διάκρισή της διότι πέρα από ένα καλογυρισμένο δικαστικό θρίλερ, επεδίωξε να παρουσιάσει και να αναλύσει τα πνιγηρά αδιέξοδα των σημερινών ζευγαριών και την υπόκωφη σύγκρουση των ναρκισσισμών που μετατρέπουν αρκετούς συντρόφους σε χρόνιους ανταγωνιστές. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, η "Ανατομία μιας Πτώσης" να μετατραπεί σε ανατομία μιας σύγχρονης σχέσης, αλλά και σε ανατομία του υπερεγώ των προσώπων που εμπλέκονται στη συγκεκριμένη ιστορία.
Τα κύρια πρόσωπα της ιστορίας είναι η Σάντρα (την οποία υποδύεται η εκπληκτική Σάντρα Ούλερ) κι ο σύντροφός της Σαμουέλ (τον οποίον ερμηνεύει ο Σαμουέλ Τις). Εκείνη Γερμανίδα που ζούσε για χρόνια στο Λονδίνο κι εκείνος Γάλλος που ζούσε για χρόνια στην Αγγλία. Εκεί γνωρίστηκαν, ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν. Μετά όμως από ένα ατύχημα που οδήγησε σε μερική τύφλωση τον γιό τους, το ζευγάρι αποφασίζει να μετακομίσει στη Γκρενόμπλ, θεωρώντας πως ο βουνίσιος αέρας κι η γαλήνη της γαλλικής υπαίθρου, θα τονώσει τη σχέση τους και θα ανεβάσει ξανά τη διάθεσή τους. 
Η Σάντρα παραμένει μια πετυχημένη συγγραφέας, καθώς θεωρεί πως έχει βρει τη διέξοδό της στη λογοτεχνία. Σαν να προσπαθεί να κρύψει τη θλίψη της κάτω από την αναγνώριση που έχει από το λογοτεχνικό κοινό. Αντιθέτως, ο Σαμουέλ, παρόλο που διαθέτει ταλέντο στη μουσική, αλλά και στη λογοτεχνία, έχει αποσυρθεί, καθώς θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο για το ατύχημα του γιού τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζεται σε μαθήματα που κάνει σε κάποια σχολεία της Γκρενόμπλ, έχοντας παράλληλα αναλάβει την κατ' οίκον εκπαίδευση του γιου του. 
Όμως, η χρόνια στασιμότητα του Σαμουέλ αρχίζει να γίνεται αφορμή συγκρούσεων απέναντι στις φιλοδοξίες της Σάντρα για περαιτέρω αναγνωρισιμότητα. Αυτό έχει ως συνέπεια να γίνουμε μάρτυρες μιας ανώριμης έκρηξής του. Καθώς μια δημοσιογράφος παίρνει συνέντευξη από τη Σάντρα, εκείνος παίζει στη διαπασών ραπ τραγούδια προσπαθώντας να τις εμποδίσει. Η πράξη του ωθεί τον γιό τους να βγει βόλτα με τον σκύλο για να αποφύγει μια ακόμη διένεξη και τη νεαρή δημοσιογράφο να διακόπτει τη συνέντευξη. Γυρνώντας ο γιός στο σπίτι, θα βρει τον πατέρα του νεκρό στο χιόνι. Από εκείνο το κομβικό σημείο ξεκινάει ένα ξετύλιγμα κουβαριού, πασχίζοντας να καταλάβουμε αν ο θάνατος του Σαμουέλ ήταν αποτέλεσμα αυτοκτονίας ή δολοφονίας...  
 



Ο μυστηριώδης θάνατος του Σαμουέλ θα φέρει τη Σάντρα αντιμέτωπη με τη δικαιοσύνη, καθώς θεωρείται ύποπτη. Κατά τη διάρκεια της εγκληματολογικής έρευνας που διεξάγεται στο σπίτι τους, ξεκινάει μια επίμονη ανατομία της πτώσης του Σαμουέλ. Παράλληλα διεξάγεται κι η δίκη, όπου η Σάντρα έρχεται αντιμέτωπη με τις κατηγορίες για πιθανή δολοφονία του συζύγου της κι αναγκάζεται να λογοδοτήσει για τα προβλήματα που είχε στον γάμο της, τα αδιέξοδα με τον σύντροφό της, τις αρμοδιότητες και τις ευθύνες που είχε να μοιράσει μαζί του, τις ενοχές και τις κατηγορίες που εκσφενδόνιζαν ο ένας στον άλλον για το ατύχημα του παιδιού τους, για την ανύπαρκτη ερωτική τους επιθυμία, αλλά και για τις φιλοδοξίες τους που έρχονταν σε σύγκρουση. Κατά κάποιον τρόπο γινόμαστε μάρτυρες ενός ανελέητου ξεγυμνώματος μιας ψυχής. 
Η σκηνοθέτης Ζιστίν Τριέ με τον σεναριογράφο Άρθουρ Χαραρί καταφέρνουν να μας οδηγήσουν σε μια επίμονη προσπάθεια αναζήτησης της αλήθειας, παρασυρόμενους όμως από μια συνεχή αμφισβήτηση. Κατά κάποιον τρόπο, νιώθουμε περισσότερη σύνδεση με τον ημίτυφλο γιο που είναι κι ο μοναδικός μάρτυρας της υπόθεσης, παρά με τα υπόλοιπα πρόσωπα, τα οποία έχουμε τοποθετημένα απέναντί μας και τα ανακρίνουμε προσπαθώντας να εξάγουμε ένα τελικό συμπέρασμα. Σ' αυτήν την ξεχωριστή κινηματογραφική εμπειρία, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι διάλογοι των πρωταγωνιστικών προσώπων, τόσο στις προσωπικές τους στιγμές όσο και στις συζητήσεις που πραγματοποιούνται εντός του δικαστηρίου, όπου μέσα απ' αυτούς εξετάζονται με ωριμότητα κι ειλικρίνεια αρκετά ευαίσθητα θέματα.
Ωστόσο, η δίκη ξεκινάει με αντικρουόμενες μαρτυρίες τόσο από την πρωταγωνίστρια όσο κι από τον γιό της. Το μπέρδεμα που προκαλείται στους θεατές είναι ξεκάθαρα εσκεμμένο, καθώς μας εισάγει πιο βαθιά στην υπόθεση, δημιουργώντας μας αμέσως υποψίες για την ανάμειξη της Σάντρα στο θάνατο του συζύγου της. Μεμιάς γινόμαστε συνεργοί με αυτούς που προσπαθούν να εξιχνιάσουν την υπόθεση, λύνοντας σιγά-σιγά όλους τους γρίφους που θολώνουν το θανατηφόρο συμβάν. Και πάνω σ' αυτήν τη διαδικασία, η δημιουργός μας φέρνει αντιμέτωπους με τις προκαταλήψεις που εξακολουθούν να υφίστανται και στις πιο προοδευτικές κοινωνίες αλλά και τη δύναμη της μνήμης που πολλές φορές παίζει περίεργα παιχνίδια. 





Η σκηνοθέτης Ζιστίν Τριέ καταφέρνει να περάσει με εντυπωσιακή μαεστρία την ένταση, αλλά και τη δυσφορία που επικρατούν στα ζευγάρια σήμερα. Με έναν ευφάνταστο τρόπο μέσα από διαλόγους κι εκμυστηρεύσεις παρουσιάζονται σχεδόν όλες οι πτυχές των προσωπικοτήτων που εμπλέκονται στη συγκεκριμένη υπόθεση, δίνοντας έτσι διάφορα στοιχεία για τον τρόπο ζωής που είχαν επιλέξει να ακολουθήσουν, αλλά παράλληλα παρέχοντας και ισχυρά τεκμήρια που μπορούν να οδηγήσουν στην ενοχή ή την αθώωση της πρωταγωνίστριας. 
Για να μπορέσει η δημιουργός να επικεντρώσει την προσοχή του κοινού στους διαλόγους και στις άτυπες ανακρίσεις που υφίσταται η πρωταγωνίστρια, προσφέρει μινιμαλιστικά κάδρα. Θολώνοντας αρκετές φορές το φόντο, δίνει έμφαση τόσο στα πρόσωπα του πλάνου όσο και στα λεγόμενά τους. Οπότε, μέσα από την κινηματογραφική της λιτότητα αναδεικνύονται οι άψογες ερμηνείες όλων των ηθοποιών. Πάνω σ' αυτό, αναλαμβάνει η Σάντρα Ούλερ, η οποία δίνει μια εκπληκτική ερμηνεία, με την οποία καταφέρνει να μπερδέψει τον κάθε θεατή. Στην προσπάθειά της να προστατεύσει το υπερεγώ της, την κάνουν να φαίνεται ύποπτη για το θάνατο του συζύγου της, αλλά η ειλικρίνειά της φανερώνει μια καθαρότητα στη συνείδησή της, αποδεικνύοντας πως ποτέ δε θα επεδίωκε να κάνει κακό σε κάποιον. Όμως η πίεση που της ασκείται, την αναγκάζει να φανερώσει ένα σωρό μυστικά που κάθε ζευγάρι προσπαθεί να κρατήσει εντός του ιδιωτικού του χώρου και να εκτεθεί τόσο σε δικούς της ανθρώπους όσο και σε άγνωστα πρόσωπα. Αυτό το συγκλονιστικό ψυχικό άδειασμα που βιώνει κατά τη διάρκεια της δίκης, την κάνει να αποδεχτεί την όποια απόφαση χωρίς κανένα απολύτως συναίσθημα. Τελικά είναι αθώα ή ένοχη; Ή αλήθεια βρίσκεται κάπου στο ενδιάμεσο. Αυτό η σκηνοθέτης το αφήνει αναπάντητο, δίνοντας στους θεατές τη δυνατότητα να κρίνουν και να αποφασίσουν μετά τους τίτλους τέλους. 
Η "Ανατομία μιας Πτώσης" είναι ένα σκληρό κι ώριμο έργο, του οποίου η αμεσότητα αφήνει μια πικρή γεύση στο τέλος, καθώς μας φέρνει αντιμέτωπους με όλες τις καθημερινές στιγμές της ζωής μας όπου βρεθήκαμε στη θέση να κρίνουμε κάποιον ή να κριθούμε από άλλους. Πόσες απ' αυτές τις φορές κρίναμε βιαστικά κι επιπόλαια, μ' αποτέλεσμα να γίνουμε άδικοι σε πρόσωπα που δε φέραν καμία απολύτως ευθύνη κι επίσης πόσες φορές έχουμε αδικηθεί κι εμείς από άλλους με τον ίδιο τρόπο. Μα το κυριότερο, πόσες φορές αναγκάσαμε ανθρώπους να απαρνηθούν τον εαυτό τους και πόσες φορές τον έχουμε απαρνηθεί εμείς. Άραγε, πόσες φορές έχουμε σκοτώσει την αλήθεια; 
 

Βαθμολογία: 8/10

Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2023

Οπενχάιμερ (2023)

 



Εδώ κι έναν χρόνο γίναμε μάρτυρες ενός ακόμη μαρκετίστικου ανταγωνισμού από τον χώρο του αμερικανικού κινηματογράφου. Από τη μία είχαμε την εμπορική τάση της "Barbie" της Γκρέτα Γκέργουιγκ κι από την άλλη την "ποιοτική" (όσο ποιοτική μπορεί να θεωρηθεί η αμερικανική βιομηχανία) με τη βιογραφική ταινία "Oppenhaimer" του Κρίστοφερ Νόλαν. Η διαρκής προώθηση των δυο παραπάνω ταινιών κράτησε για τα καλά, μ' αποτέλεσμα να συρρεύσει πλήθος κόσμου στις κινηματογραφικές αίθουσες και να οδηγήσει σε εισπρακτικούς θριάμβους και τις δυο ταινίες. Τελικά άξιζε η τόση διαφήμιση και προσμονή; Είναι πράγματι οι ταινίες της χρονιάς; Για την "Barbie" δεν μπορώ να εκφέρω άποψη, διότι δεν την έχω δει ακόμα, αλλά για τον "Oppenhaimer" η απάντησή μου είναι αρνητική, παρόλο που η ταινία μου άρεσε και μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον καθ' όλη τη μεγάλη της διάρκεια. 
Η ταινία "Oppenhaimer" του Κρίστοφερ Νόλαν βασίστηκε στο βιβλίο "Ο θρίαμβος και η τραγωδία του Ρόμπερτ Οπενχάιμερ (ο Προμηθέας της Αμερικής)", αλλά αυτό δεν την καθιστά μια ακόμη ταινία που προσπάθησε να μεταφέρει κάποιο βιβλίο στη μεγάλη οθόνη του κινηματογράφου. Για μια ακόμη φορά, ο σκηνοθέτης επιχείρησε να πρωτοτυπήσει παρουσιάζοντας μια καταιγιστική ανάλυση ενός σπουδαίου προσώπου που από προμηθέας και πιθανός σωτήρας της ανθρωπότητας μετατράπηκε στον μεγαλύτερο εφιάλτη ενός νέου κόσμου που ξεπήδησε μέσα από τις φλόγες της δοκιμής της πρώτης ατομικής βόμβας στην έρημο Λος Άλαμος και την ολέθρια ρίψη της σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι τον Αύγουστο του 1945. 
Για να το πετύχει αυτό, ο Κρίστοφερ Νόλαν πάτησε σε δυνατούς διαλόγους και σε ένα ασταμάτητο μοντάζ, μέσω του οποίου μας πήγαινε μια στο παρόν και μια στο παρελθόν, δίνοντάς μας μ' αυτόν τον τρόπο στοιχεία για την προσωπική ζωή του διάσημου θεωρητικού φυσικού, τους πολιτικοκοινωνικούς του προβληματισμούς και τις σχέσεις του με τους στιγματισμένους κομμουνιστές της Αμερικής αλλά και τους ενδοιασμούς που σιγά σιγά αρχίζουν να κυριαρχούν εντός του, όταν συνειδητοποιεί πως η βόμβα που έχει κατασκευάσει δε θα φέρει την πολυπόθητη παγκόσμια ειρήνη αλλά ένα μέλλον ακόμη πιο δυσοίωνο κι εφιαλτικό. 




Ένα ακόμη στοιχείο που μου άρεσε στη συγκεκριμένη ταινία, είναι η μουσική της επένδυση, η οποία είναι παρούσα σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της ταινίας πέρα από τη στιγμή της πρώτης δομικής της ατομικής βόμβας. Εκείνη τη στιγμή, ο σκηνοθέτης επιλέγει εύστοχα να της προσδώσει μια ανησυχητική σιωπή. Μια παύση σε κάθε ήχο, δίνοντας περισσότερη έμφαση στην προσμονή του καινούργιου κόσμου που αναγεννήθηκε εκείνη τη στιγμή. Μια νηνεμία πριν το νέο Big Bang, μέσα από το οποίο ξεπήδησε ένας νέος κόσμος φοβισμένος κι ανήσυχος, καθώς οι άνθρωποι αναγκάστηκαν βιαίως να ζουν από εκείνη τη στιγμή και πέρα έχοντας μονίμως μια πυρηνική κεφαλή να ταλαντεύεται απειλητικά πάνω από τα κεφάλια τους. Αυτή η παύση που επέλεξε ο Κρίστοφερ Νόλαν στη συγκεκριμένη στιγμή, ήταν πολύ πιο εκκωφαντική από τις εκρήξεις που θα ακολουθήσουν, διότι αυτή η παύση έδωσε χώρο στις ανάσες μας και στους παλμούς μας, οι οποίοι έχουν από ώρα συντονιστεί με τους γρήγορους ρυθμούς της ταινίας. Γι' αυτόν τον λόγο, τη συγκεκριμένη ταινία είναι προτιμότερο να τη δει κάποιος σε μια σκοτεινή αίθουσα παρά σε κάποιον θερινό όπου ο ήχος χάνεται μέσα στους θορύβους της πόλης και δε σ' αφήνει να γίνεις ένα με το έργο. Επίσης, μόνο μέσα σε μια σκοτεινή αίθουσα γίνεται έντονη η μεταπήδησή μας από το δέος και τον θαυμασμό στην ανατριχιαστική ανησυχία και στον φόβο του τι ακολούθησε έκτοτε μέχρι σήμερα, αλλά και του τι περιμένουμε από τώρα και στο εξής, ειδικά σε μια περίοδο που έχουν ξαναβγεί στην επιφάνεια τέρατα του παρελθόντος κι έχουν αυξηθεί οι αφορμές για νέους πολέμους. 
Ωστόσο, θεωρώ άτοπο τον συσχετισμό του Προμηθέα με τον Οπενχάιμερ. Ο Προμηθέας καταδικάστηκε από τους θεούς επειδή πρόσφερε τη φωτιά στους ανθρώπους. Αντιθέτως, ο Οπενχάιμερ άνοιξε το κουτί της Πανδώρας με την κατασκευή της ατομικής βόμβας και κατηγορήθηκε και κυνηγήθηκε κατά τη διάρκεια της πιο ντροπιαστικής περιόδου της σύγχρονης αμερικάνικης ιστορίας όπου κυριαρχούσε ο περιβόητος μακαρθισμός. Περισσότερο τον βλέπω ως ένα θύμα της ανθρώπινης ματαιοδοξίας παρά ως έναν ήρωα που έδρασε για το καλό (άραγε ποιο καλό;) της χώρας του και της ανθρωπότητας γενικά. 
Μέσα από τη στάση του και τη δράση του φυσικά, απέδειξε πως η επιστήμη μπορεί να κάνει θαύματα και να οδηγήσει την ανθρωπότητα πολλά έτη μπροστά, αλλά μπορεί κάλλιστα να μετατραπεί και στο ισχυρότερο όπλο του απόλυτου αφανισμού της. Ο Οπενχάιμερ συνειδητοποιεί τις λάθος επιλογές του κι ότι έπεσε κι ο ίδιος θύμα των επιδιώξεών του, όταν ανακοινώνει πανηγυρικά στο ακροατήριο της επιστημονικής κοινότητας τη ρίψη της βόμβας σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι. Κάθε του λόγος και μια πυρηνική σχάση. Κάθε του ματιά κι ένα υποψήφιο θύμα ενός νέου ολοκαυτώματος, άκρως πυρηνικού. Είναι όμως πια αργά. Ο ασκός του πυρηνικού Αιόλου έχει ανοίξει καθώς κι οι Σοβιετικοί έχουν αρχίσει την παρασκευή αντίστοιχων βομβών, ενώ με τη σειρά τους θα ακολουθήσουν κι άλλες χώρες.




Στην επίτευξη ενός ενδιαφέροντος πρωτότυπου βιογραφικού έργου, σημαντικό ρόλο έπαιξαν κι οι αξιόλογες ερμηνείες των ηθοποιών, με τις εντυπώσεις να κλέβει το πρωταγωνιστικό δίδυμο του Κίλιαν Μέρφι στον ρόλο του Οπενχάιμερ και του αντίζηλού του Λιούις Στρος, του προέδρου της αμερικανικής επιτροπής της ατομικής ενέργειας, τον οποίον υποδύεται ο Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορς. Όμως, από τους περισσότερους ηθοποιούς του καστ, προσωπικά ξεχώρισα τον εκπληκτικό Γκάρι Όλντμαν στον ρόλο του προέδρου Χάρι Τρούμαν, ο οποίος καταφέρνει μέσα σε μια ολιγόλεπτη ερμηνεία να κερδίσει τις εντυπώσεις με την προσβλητική του στάση απέναντι στον Οπενχάιμερ αλλά και την κυνική του ομολογία για το έγκλημα σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι, αλλά και τον Τομ Κόντι στο ρόλο του Άλμπερτ Αϊνστάιν. Γι' αυτόν τον λόγο θεωρώ πως δυο από τις πιο δυνατές σκηνές της ταινίας είναι οι δυο συναντήσεις του Οπενχάιμερ με τον Αϊνστάιν, όπου συζητάνε για την αρχή μιας νέας εποχής άκρως εφιαλτικής, καθώς κι εκείνη με τον Χάρι Τρούμαν, όπου διαπιστώνουμε το πόσο ανησυχητικό είναι όταν αυτά τα όπλα πέφτουν στα χέρια επικίνδυνων ιμπεριαλιστών. 
Ένα ακόμη στοιχείο που μου τράβηξε το ενδιαφέρον είναι η αναφορά που γίνεται στο Manhattan Project, το μυστικό πρόγραμμα των Αμερικανών για την κατασκευή της ατομικής βόμβας, διότι μπορεί να γνωρίζουμε το "αποτέλεσμα" αυτών των ερευνών, αλλά ποτέ δεν αναρωτηθήκαμε για το παρασκήνιό τους, δηλαδή, την επιλογή των κατάλληλων επιστημόνων, τη δημιουργία μιας επιστημονικής κοινότητας στο κέντρο μιας αχανούς ερήμου και φυσικά το ανελέητο επιστημονικό ράλι των δύο τότε αντίπαλων στρατοπέδων, αλλά και το πως προσπαθούσαν να κρατήσουν τη Σοβιετική Ένωση έξω απ' αυτόν τον ανταγωνισμό. 
Πέρα όμως από το πρόγραμμα Manhattan, ένα άλλο ιστορικό γεγονός που μου τράβηξε την προσοχή, ήταν οι δίκες-παρωδία που στήνονταν την περίοδο της αντικομμουνιστικής υστερίας του μακαρθισμού. Στην περίπτωση του Οπενχάιμερ, η δίκη πραγματοποιήθηκε κεκλεισμένων των θυρών, διαπομπεύοντας τον επιστήμονα τόσο για τις πολιτικές του απόψεις όσο και για τις προσωπικές του επιλογές και κατηγορώντας τον ως φιλοσοβιετικό όταν αρνήθηκε να συνεργαστεί στην κατασκευή της βόμβας υδρογόνου. 
Στα παραπάνω θέματα και τους προβληματισμούς που προκαλούν, ο Κρίστοφερ Νόλαν διατηρεί μια ουδέτερη στάση, αφήνοντας τους θεατές να κρίνουν και να καταδικάσουν τα πρόσωπα και τα γεγονότα που παρουσιάζονται μέσα από την ταινία. Παρόλα αυτά, τολμάει να δείξει πως το κυνήγι και το φακέλωμα των κομμουνιστών ξεκίνησε στις Η.Π.Α. από τη δεκαετία του '20. Την περίοδο εκείνη, καθετί προοδευτικό καταστελλόταν με πρόσχημα τον εσωτερικό κομμουνιστικό κίνδυνο και τους ύπουλους δάκτυλους της Σοβιετικής Ένωσης. Επίσης, ο Κρίστοφερ Νόλαν καταδικάζει τη μετέπειτα στάση των Η.Π.Α. που έφαγε τα παιδιά της κι όσους τις ευεργέτησαν, καθώς κι ο Οπενχάιμερ έπεσε θύμα εκείνης της τόσο σκοτεινής περιόδου. Δεν είναι τυχαίο που βάζει και τον Αλμπερτ Αϊνστάιν να ειρωνεύεται τη μετέπειτα ψεύτικη ευγνωμοσύνη της Αμερικής προς όσους τη βοήθησαν να βρεθεί στο στρατόπεδο των νικητών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Όμως ο Κρίστοφερ Νόλαν δε μένει εκεί, θίγοντας με έξυπνο τρόπο τη μετέπειτα δημοκρατία των Ηνωμένων Πολιτειών μπλέκοντας το όνομα του Κένεντι. Όμως, παρόλο που ανοίγει πολλά αιχμηρά ζητήματα, ο δημιουργός αποφεύγει να πάρει θέση.  
Τελικό συμπέρασμα είναι πως το «Οπενχάιμερ» είναι ένα ανησυχητικό βιογραφικό θρίλερ μέσα από την πρωτότυπη ματιά ενός σκηνοθέτη που θέλει συνεχώς να πειραματίζεται με την οπτική και το χρόνο και τη συμβολή ενός αξιόλογου συνόλου ηθοποιών που καταφέρνουν να μεταβιβάσουν τους προβληματισμούς τους σε ένα απορροφημένο για τρεις ώρες κοινό. Βγαίνοντας από την αίθουσα θυμήθηκα τον προβληματισμό του Αυστριακού νευρολόγου Βίκτωρ Φρανκλ, ο οποίος είχε δηλώσει πως «μετά το Άουσβιτς ξέρουμε για τι είναι ικανός ο άνθρωπος. Μετά τη Χιροσίμα ξέρουμε τι διακυβεύεται».


Βαθμολογία: 7/10