Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018

Ψυχρός Πόλεμος


Υπάρχουν περιπτώσεις ταινιών που μόλις ακούσεις γι' αυτές, με κυριεύει μια ανεξέλεγκτη ανυπομονησία μέχρι να βγουν στις σκοτεινές αίθουσες. Κι όσο περνάει ο καιρός και οι ταινίες αυτές εμπλουτίζουν τη συλλογή τους με βραβεία και καλές κριτικές, τόσο η προσμονή μου φουντώνει. 
Ο "Ψυχρός Πόλεμος" είναι μια από τις ταινίες που κατάφεραν να με στοιχειώσουν αρκετό καιρό πριν την επίσημη προβολή τους. Η συγκεκριμένη ταινία λίγο παραπάνω, καθώς στο πρόσφατο ταξίδι μου στη Βαρσοβία, συναντούσα παντού αφίσες της που διόγκωναν κι άλλο την επιθυμία μου να την δω άμεσα. Την περασμένη Δευτέρα, ο κινηματογράφος Νιρβάνα μου πρόσφερε την ευκαιρία να την απολαύσω λίγες μέρες πριν την έξοδό της στις σκοτεινές αίθουσες. Μετά την προβολή, περπάτησα γοητευμένος ως το σπίτι προσπαθώντας να κατευνάσω όλα μου τα συναισθήματα που συντάραξε η ταινία αυτή, η οποία όχι μόνο επιβεβαίωσε τις φήμες που την ακολουθούσαν αλλά τις ξεπέρασε, προσφέροντας μου σε μια στείρα κινηματογραφική χρονιά ένα μοναδικό αριστούργημα. 
Η ιστορία μας γυρνάει στην μεταπολεμική Πολωνία, όπου η χώρα προσπαθεί να αναδυθεί μέσα από τις στάχτες της με κάθε τρόπο. Εκείνη την περίοδο μια ομάδα καλλιτεχνικών διευθυντών γυρνάνε την πολωνική ύπαιθρο για να ηχογραφήσουν παραδοσιακά τραγούδια. Η έξαρση του πατριωτισμού σ' αυτόν τον τομέα εκδηλώνεται με την επιλογή καθαρά πολωνικών τραγουδιών. Πολύ δυνατή η σκηνή όπου ένας από την ομάδα σχολιάζει ένα ηχογραφημένο τραγούδι. "Πολύ όμορφο αλλά δεν είναι στη γλώσσα μας" μαρτυρώντας ένα από τα προβλήματα της Κεντρικής Ευρώπης που ήταν οι σκόρπιες μειονότητες. Αμέσως όμως δέχεται μια αξιοπρεπέστατη απάντηση από την καλλιτεχνική διευθύντρια, η οποία του ξεκαθαρίζει κοφτά πως στην Τέχνη δεν υπάρχει χώρος για εκδηλώσεις εθνικισμού. 
Το καλλιτεχνικό συνεργείο εγκαθίσταται σε ένα μισογκρεμισμένο ανάκτορο, το οποίο αντικατοπτρίζει επιτυχώς την όψη της βομβαρδισμένης Πολωνίας. Μέσα στα ερείπια και τις λάσπες θα αναγεννηθεί ξανά το έθνος με τη συμβολή των νέων και φυσικά με τις ευλογίες του κόμματος. Αρχικός σκοπός της καλλιτεχνικής ομάδας είναι να διασωθεί και παράλληλα να αναδειχθεί η πολιτισμική παράδοση της χώρας. Η επιτυχία τους θα τους οδηγήσει στην Βαρσοβία, όπου έρχονται αντιμέτωποι με τις απαιτήσεις της κομμουνιστικής ηγεσίας, η οποία θα ζητήσει μια σοσιαλιστική χροιά στο καλλιτεχνικό πρόγραμμα. Σ' αυτό το σημείο θα ρθει η ρήξη της καλλιτεχνικής διεύθυνσης. Η γυναίκα που αντιπροσωπεύει έναν δυναμικό κι ιδεολογικό οραματιστή θα αποσυρθεί. Ο συνθέτης όμως θα υποκύψει δέσμιος στις μεγάλες του προσδοκίες. Πουλώντας την καλλιτεχνική του αξιοπρέπεια, θα βρεθεί με τον θίασο στο Βερολίνο. Την ίδια στιγμή έχει αναπτυχθεί ένα ερωτικό ειδύλλιο ανάμεσα σ' αυτόν και σε μια αινιγματική κοπέλα που είχε επιλεγεί στην καλλιτεχνική ομάδα. 
Στη διαδρομή της προτείνει να φύγουν μαζί προς την Δύση, καθώς το Τείχος ακόμη δεν είχε σηκωθεί και το πέρασμα από τον έναν κόσμο στον άλλον ήταν ακόμη εφικτό. Τελικά ο συνθέτης φεύγει μόνος του, για τη δικιά του γη της επαγγελίας η οποία είναι γεμάτη φώτα νέον και διάσημες μάρκες. Από εκείνο το σημείο ξεκινάει η ιστορία ενός ανεκπλήρωτου έρωτα ο οποίος αδυνατεί να στεριώσει σε δυο συναντήσεις που πραγματοποιούνται σε Παρίσι και Σπλιτ. Θα καρποφορήσει όμως μετά από καιρό, όταν θα καταφέρει η πρωταγωνίστρια να περάσει στη Δύση με τη βοήθεια ενός Ιταλού που την παντρεύεται. Διαπιστώνει όμως πως η ελευθερία της Δύσης πνίγεται μες στη ψευτιά του διανοουμενίστικου δηθενισμού. Η αξιοπρέπεια πάει περίπατο κι ο καθένας είναι αναγκασμένος να πουλήσει τη ψυχή του για να αναδειχθεί στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Η απογοήτευσή της θα την οδηγήσει πίσω στην Πολωνία. Μία απόφαση καταστροφική τόσο για την ίδια όσο και για τον συνθέτη εραστή της. 


Πραγματικά δε ξέρω τι να πρωτοσχολιάσω γι' αυτήν την ταινία. Για μια ακόμη φορά ο Πάβελ Πάβλικόφσκι αποδεικνύει το ξεχωριστό του ταλέντο όσον αφορά στη σκηνοθεσία. Όπως στην πολυαγαπημένη Ida, έτσι κι εδώ κάθε πλάνο στέκει μόνο του σαν μια καλλιτεχνική φωτογραφία που θα μπορούσε άνετα να παρουσιαστεί σε κάποια έκθεση. Ισορροπημένα κορνιζαρίσματα, όμορφα παιχνίδια με το φως όπου δίνουν ένα βάθος στο φόντο, δυναμισμός που ξεχειλίζει σε κάθε σκηνή, ισορροπημένες σκηνές και μία ατμόσφαιρα που σε γυρνάει εφτά δεκαετίες πίσω. Φυσικά εδώ πρέπει να δώσουμε τα εύσημα και στον φωτογράφο Lucasz Zal.
Ο σκηνοθέτης επιλέγει για μία ακόμη φορά το τετραγωνισμένο καδράρισμα. Δεν είναι μόνο η εξαιρετική αξιοποίηση του συγκεκριμένου φωτογραφικού μοντέλου αλλά κι ο συμβολισμός που δημιουργείται καθώς υποδηλώνει τα στενά πλαίσια του ψυχρού πολέμου, όπου οι προσωπικότητες ασφυκτιούν και πνίγονται. Όσοι φεύγουν στη Δύση μπαίνουν σε μία μοναχική δίνη ενώ όσοι εγκλωβίζονται στο Ανατολικό Μπλοκ μιζεριάζουν με τα όνειρα μιας καλύτερης ζωής στις δυτικές χώρες. Μέσα σ' αυτά τα κλειστά πλαίσια, οι δυο πρωταγωνιστές θα διαπιστώσουν πως δεν μπορούν να συνυπάρξουν μαζί αλλά ούτε και να ζήσουν χωριστά. Μια αδιέξοδη κατάσταση που θα τους οδηγήσει στην καταστροφή.
Η επιτυχία της ταινίας στηρίζεται επίσης και στους εξαιρετικούς πρωταγωνιστές. Ο εσωστρεφής Τόμας Κοτ μαγεύει με την γοητευτική σιωπηλή του στάση. Λιγομίλητος προτιμά να δηλώνει παρόν με τη μουσική και την διακριτική εμφάνισή του η οποία όμως δεν περνάει απαρατήρητη. Από την άλλη η χυμώδης κι εκρηκτική Τζοάνα Κούλινγκ γεμίζει την οθόνη με τον δυναμισμό και την ζωντάνια της. Η υπέροχη φωνή της και οι χορευτικές της επιδόσεις εκτινάσσουν την ταινία σε άλλα επίπεδα. Οι δυο αυτοί ήρωες θα γνωρίσουν και τις δυο όψεις του τότε κόσμου. Από την μια η Πολωνία που αγαπάνε αλλά δεν μπορούν να ζήσουν εξαιτίας του σταλινικού καθεστώτος κι από την άλλη η δύση στην οποία νιώθουν ξένοι κι απροσάρμοστοι. Τα όνειρά τους μετατρέπονται σε απογοητεύσεις κι οι επιτυχίες που έρχονται τους φορτώνουν με δυστυχία.


Τι είναι αυτό που λάτρεψα στην ταινία; Πρώτα απ' όλα η αγάπη που νιώθει ο καθένας για τον τόπο του. Στη συγκεκριμένη ιστορία εκδηλώνεται με τη μουσική. Από τα πρώτα λεπτά συναντάμε χωρικούς να τραγουδάνε διάφορους σκοπούς. Μέσα από 'κει ξεπηδάει ένα παραδοσιακό τραγούδι, το οποίο έκτοτε ακούμε αρκετές φορές στην ταινία, ένα παραδοσιακό άσμα της Σιλεσίας, το "Dwa Serduszca". Είναι από τις σπάνιες στιγμές που ένα τραγούδι μ' αγγίζει τόσο πολύ. Εκστασιασμένος αφέθηκα στις αιθέριες, σχεδόν ερωτικές φωνές της χορωδίας. Αυτό το τραγούδι έχει τη δική του ξεχωριστή πορεία μες στην ιστορία. Μαζί με τους πρωταγωνιστές ταξιδεύει στη δύση κι από φολκλόρ γίνεται τζαζ κι οι πολωνικοί στίχοι μεταφράζονται σε γαλλικούς. Με την εμπορευματοποίησή του χάνει την αυθεντικότητα και τη ζεστασιά του. Από ένα τραγούδι με ιστορία κι ουσία μετατρέπεται σε ένα ακόμη τραγούδι που παίζεται άσκοπα στις ανούσιες συνάξεις των διανοούμενων.
Απόλαυσα τον τρόπο με τον οποίον ξεγυμνώνει ο δημιουργός την σάπια κοινωνία των ψευτοδιανοούμενων. Εξαιρετική η σκηνή όπου η πρωταγωνίστρια συναντάει μια ποιήτρια που ζηλεύει. Έχοντας διαβάσει κρυφά την τελευταία ποιητική της συλλογή στην οποία υπάρχει ένα ποίημα με τον τίτλο "ιταλικές διακοπές" κι αναφέρεται στο Παλέρμο, την ρωτάει αν έχει επισκεφθεί την πόλη αυτή. Η αρνητική απάντηση της ποιήτριας της προσφέρει ένα αίσθημα ικανοποίησης για την επιλογή της να απέχει από την κενότητα της μπουρζουαζίας και συνάμα μιας χλεύης στα συγκεκριμένα καλλιτεχνικά πρόσωπα. Από την άλλη όμως κυριεύεται από μία ανεξέλεγκτη θλίψη όταν βγαίνει ο πρώτος της δίσκος τον οποίον χαραξτηριζει "νόθο παιδί". 
Επίσης μαγεύτηκα από το μουσική ταξίδι που μας προσφέρει ο Παβλικόφσκι. Η ιστορία ξεκινάει με προφορικά παραδοσιακά τραγούδια, συνεχίζει με φολκλόρ εκδηλώσεις (οι οποίες στην Πολωνία έχουν έρθει πάλι στη μόδα αλλά με ακροδεξιές διαθέσεις) και μέσα από την σοσιαλιστική προπαγανδιστική μουσική καταλήγουμε στην απελευθερωτική τζαζ. 
Έπειτα βρήκα έξυπνη την παρουσίαση των πολιτικών καταστάσεων εκείνης της περιόδου. Ο δημιουργός παρουσιάζει τους δυο κόσμους χωρίς να παίρνει θέση. Κανένας δεν εκπροσωπεί το κακό αν και οι δυο δρουν καταστροφικά στους δυο πρωταγωνιστές. Ο ένας τους εκμεταλλεύεται (καπιταλισμός) κι ο άλλος τους τιμωρεί (κομμουνισμός). Επιλογές μπορεί να υπάρχουν αλλά όλες βαραίνονται με ευθύνες και μη αναστρέψιμες συνέπειες, φανερώνοντας μ' αυτόν τον τρόπο πως η οριστική θυσία στο βωμό της αγάπης είναι μια πράξη συνειδητοποιημένη. Λάτρεψα πάντως τον τρόπο που δηλώθηκε η ουδέτερη στάση της Γιουγκοσλαβίας μέσα σ' αυτόν τον παγκόσμιο παραλογισμό. 
Τέλος μαγεύτηκα με τα υπέροχα πλάνα της ταινίας, κάποια από τα οποία μου θύμιζαν έντονα τις πρώτες δουλειές του Αντρέι Ταρκόφσκι, όπως οι σκηνές στο εσωτερικό της γκρεμισμένης εκκλησίας και οι κοντινές λήψεις στα ξεθωριασμένα πρόσωπα των αγίων (συγκεκριμένα μου θύμισαν "Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν και το "Αντρέι Ρουμπλιόφ"). Ειδικά τα μάτια του Χριστού ήταν πέρα για πέρα ζωντανά μέσα στο σύθαμπο της ερημιάς και της ερημοποίησης του τοπίου.



Ο Πάβελ Παβλικόφσκι μας ταξιδεύει μέσα σε ένα διάστημα 15 χρόνων σε διάφορες χώρες κι εποχές αφήνοντας την ιστορία να κυλάει με διαφορετικές ταχύτητες, άλλοτε με λεπτομέρεια στις συναισθηματικές εξάρσεις και άλλοτε με μία απρόσωπη αποτύπωση των γεγονότων. Η μουσική είναι ο μόνος τρόπος επικοινωνίας ανάμεσα σε δυο πρόσωπα που δε μπορούν να συνεννοηθούν αλλιώς. Ο Ψυχρός Πόλεμος του τότε χωρισμένου κόσμου, είναι παράλληλα κι ένας συναισθηματικός πόλεμος ανάμεσα σε δυο ανθρώπους. Το μαγευτικό ασπρόμαυρο πλάνο ντυμένο με τις σαγηνευτικές μελωδίες συνθέτουν μια γοητευτική, πανέμορφη και ρομαντική ταινία που περιγράφει τη δίνη του πάθους και την αβάσταχτη αβεβαιότητα του έρωτα, που εκδηλώνεται σε μία περίοδο όπου όλα ήταν αβέβαια.
Ο "Ψυχρός Πόλεμος" είναι η σίγουρα η καλύτερη ταινία της κινηματογραφικής χρονιάς που οδεύει στο τέλος της.

Βαθμολογία: 9/10

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου